†. Μέ τό σημερινό μας θέμα, ἀρχίζουμε μία καινούρια σειρά. Εἶναι ἀπό τό βιβλίον τοῦ «Τωβίτ» καί θά ἀναφερθοῦμε εἰς τήν πνευματικήν διαθήκην τοῦ Τωβίτ. Βεβαίως θά ‘ταν εὐχῆς ἔργον νά κάναμε ὁλόκληρο τό βιβλίον τοῦ Τωβίτ -στό παρελθόν ἔγινε καί ξανάγινε- ὅμως τώρα θά κάνουμε μόνο τήν διαθήκη, ἡ ὁποία πραγματικά, θά δοῦμε, εἶναι ἕνα πάρα πολύ σπουδαῖο κείμενο. Γιά νά ἐνημερωθοῦμε καλύτερα, νά τοποθετηθοῦμε ἀκριβέστερα, θά κάνουμε μία μικρή εἰσαγωγή στό βιβλίο αὐτό. Τό βιβλίο τοῦ Τωβίτ εἶναι ἕνα ἀπό τά 49 βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μέ τόν τίτλον «Τωβίτ». Ἡ ἱστορία τοῦ βιβλίου ἀναφέρεται στό τέλος τοῦ 8ου αἰῶνος π.Χ. -δηλαδή νά σκεφθεῖτε κάπου στήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου (γιά μᾶς τούς Ἕλληνες)- καί στήν πόλη Νινευή πού ἦταν ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἀσσυρίας, ἐπί βασιλέως Salmanasar (ἑλληνικά στό βιβλίο τοῦ Τωβίτ: ᾿Ενεμεσσάρ).
Εἶναι ἡ ἱστορία μιᾶς οἰκογενείας, τοῦ Τωβίτ (τοῦ συζύγου), τῆς Ἄννης (τῆς συζύγου) καί τοῦ υἱοῦ των, τοῦ Τωβία. Εἶναι ἡ ἱστορία μιᾶς οἰκογενείας. Εἶναι οἰκογένεια Ἑβραϊκή, κατοικοῦσε εἰς τήν Θίσβη τοῦ Ἰσραήλ, δηλαδή τοῦ βορείου βασιλείου τῆς Παλαιστίνης, καί ὅταν οἱ Ἀσσύριοι κατέλαβον τό βόρειο βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ καί πῆραν πολλούς, μαζί τους, αἰχμαλώτους, μεταξύ τῶν αἰχμαλώτων ἦταν καί ἡ οἰκογένεια τοῦ Τωβίτ· ὃπως ὁ ἴδιος ἐξιστορεῖ στήν ἀρχή τοῦ 1ου κεφαλαίου ὅτι ἦτο ἀκριβής τηρητής τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀπό τότε ἀκόμη πού ἦταν εἰς τήν πατρίδα. Καί νά φανταστεῖ κανείς ὅτι τό βόρειο βασίλειο πιά, εἶχε γίνει περίπου εἰδωλολατρικόν. Δηλαδή, ξέχασαν τόν ἀληθινό Θεό καί λάτρευαν τά εἴδωλα. Ὅμως ὁ Τωβίτ, πού κατήγετο ἀπό τήν φυλή Νεφθαλὶμ, ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ξέχασε ποτέ τόν ἀληθινό Θεό καί τηροῦσε πάντα τίς ἐντολές Του καί μάλιστα μέ πολλἠν ἀκρίβειαν. Τό λέγει ὁ ἴδιος. Γιατί παρατηροῦμε σ’ ἕνα πολύ μεγάλο μέρος τοῦ βιβλίου νά εἶναι γραμμένο σέ πρῶτο ἑνικόν πρόσωπον. Προφανῶς λοιπόν ὁ συγγραφεύς τοῦ βιβλίου αὐτοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Τωβίτ. Στήν ἐξορία ὅμως, ἤ καλύτερα στήν αἰχμαλωσία, ὁ Τωβίτ παρέμεινε ὁ ἴδιος, πιστός στόν Θεό καί στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, παρότι βεβαίως οἱ συναιχμάλωτοί του Ἑβραῖοι, Ἰσραηλίτες, ἀκόμα περισσότερο ξέφυγαν, ὅταν ἐκεῖ στόν ξένο τόπο ἤτανε πάρα πολύ δύσκολο νά λατρεύσει κανείς τόν ἀληθινό Θεό. Ὅμως, γι’ αὐτή του τήν στάση ἔτυχε πολλῆς εὐνοίας καί πολλῆς εὐλογίας ἀπό τόν Θεό. Σᾶς λέγω μόνο ἕνα περιστατικό ὅτι τελικά ἦταν ὁ τροφοδότης τοῦ παλατιοῦ, ὥστε νά μπορεῖ, μέ τόν τρόπον αὐτόν, νά τρώγει τρόφιμα ἐκεῖνα πού ἐπέτρεπε ὁ νόμος. Εἶχε αὐτό τό προνόμιον. Ἀπό τόν Θεό προνόμιον.
Τά πράγματα, ὅμως, κάποια φορά ἄλλαξαν. Ἄλλαξαν, ὅπως ἄλλαξαν καί εἰς τόν Ἰώβ, πού ἐνῶ ὁ Ἰώβ ἦταν εὐτυχῶν, κάποια φορά τά πράγματα γύρισαν καί ἦταν ὁ δυστυχῶν. Ἔτσι λοιπόν κι ἐδῶ τώρα ὁ Τωβίτ γιά λόγους πού ὁ Θεός γνωρίζει ἤ καλύτερα οἱ λόγοι ἐκτίθενται καθ’ ὅλο τό μῆκος τοῦ βιβλίου, γιατί βλέπει κανείς πῶς ἀκριβῶς ἀπό τήν δυστυχία αὐτήν βγήκανε σπουδαῖα πράγματα, ἔτσι καί ὁ Τωβίτ εἶναι τώρα σέ μιά κατάσταση δυστυχίας, ἀλλά ὁ Θεός πάλι τόν ἐλεεῖ. Εἶναι ὅταν ὁ Θεός ἔρχεται νά συνδράμει ἐκείνους πού ἀγαπᾶ, ἀφοῦ βεβαίως τούς ἀφήσει μέσα σέ μίαν κατάσταση δυστυχίας, γιά λόγους πού Ἐκεῖνος ξέρει. Μάλιστα τοῦ ὅτι ὁ Θεός ἀφήνει τόν δίκαιον νά ὑποφέρει, τίθεται στό βιβλίο αὐτό ἕνα πρόβλημα -θά σᾶς τό πῶ γιά τά μεγάλα παιδιά- πού λέγεται: τό «πρόβλημα τῆς θεοδικίας». Αὐτό τό πρόβλημα εἶναι· σάν νά φέρεται σέ δίκη ὁ Θεός, νά προσάγεται σέ δίκη ὁ Θεός, γιατί ἀφήνει τούς ἀσεβεῖς νά εὐοδώνονται καί οἱ εὐσεβεῖς νά ὑποφέρουν. Ὅμως, σ΄ αὐτό τό πρόβλημα πού ἐτέθη ἔντονα εἰς τό βιβλίον «Ἰώβ» καί τίθεται ἔντονα καί εἰς τό βιβλίον τοῦ «Τωβίτ», σ΄ αὐτό ἤδη διαφαίνεται ἡ ἀπάντησις, ἀπό τήν Παλαιά, ἀκόμη, Διαθήκη, ὅμως ἡ πλήρης ἀπάντησις δόθηκε στήν Καινή Διαθήκη. Ὁ κατ’ ἐξοχήν δίκαιος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός σταυρώνεται. Γιατί; Ἐκεῖ σᾶς εἶπα λύεται τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας. Δηλαδή ὅτι ὁ Θεός πρέπει νά δώσει λόγο, γιατί τά πράγματα εἶναι ἔτσι. Γιατί ἁπλούστατα τό στοιχεῖον τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἐκεῖνον τό ὁποῖο ἐφεξῆς θά εἰσάγεται στή ζωή τῶν πιστῶν, ὅπως καί στήν Παλαιά Διαθήκη παρατηροῦμε νά ὑπάρχει τό στοιχεῖο τοῦ Σταυροῦ -νά μιλήσω ἀκριβέστερα, ἡ ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στήν Παλαιά Διαθήκη- καί, συνεπῶς, ἡ κακοπάθεια. Βλέπετε πῶς πέρασαν τήν Ἐρυθρά Θάλασσα οἱ Ἑβραῖοι; Μέ τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ. Πῶς; 1.500 χρόνια πρό τοῦ ἱστορικοῦ Σταυροῦ πού στήθηκε στόν Γολγοθά. Γιατί; Πῶς ἐχάραξε ὁ Μωϋσῆς τά νερά; Τήν μιά κάθετα στήν θάλασσα, τήν ἄλλη ὁριζόντια. Καί σχημάτισε Σταυρό. Γι’ αὐτό καί ὑπάρχει καί μιά ὠδή πού λέγει: «Σταυρόν χαράξας Μωϋσῆς…»… πῶς τόν ἐχάραξε; Ἐκτύπησε τά νερά κάθετα, ἀνοίχτηκε ἡ θάλασσα, μετά ὁριζόντια -ὁριζόντια σέ σχέση μέ τήν Ἑρυθρά Θάλασσα, κατά μῆκος τῶν ἀκτῶν της, τῶν ἀνατολικῶν καί τῶν δυτικῶν- καί ἡ θάλασσα ξανάκλεισε πάλι. Ἀλλά μέ τήν δύναμιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὁ μέν λαός σώθηκε, οἱ δέ Αἰγύπτιοι ἐπνίγησαν. Σᾶς θυμίζω ἀκόμη καί τόν πόλεμο, τόν πρῶτο πόλεμο πού ἔκαναν οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι οὔτε γυμνάσια εἶχαν ὑποστεῖ οὔτε τίποτα (ποτέ δέν ὑπῆρξαν στρατιῶτες) καί ἔκαναν τόν πρῶτο πόλεμο εις τήν ἔρημο κατά τῶν Ἀμαληκιτῶν. Καί τότε ὁ Θεός εἶπε τοῦτο τό ἐκπληκτικόν: Ὃταν ὁ Μωϋσῆς, λέγει, θά ἔχει τά χέρια του ἀνοιχτά σέ τύπον σταυροῦ -ἤτανε σ’ ἕνα ὕψωμα καί παρακολουθοῦσε τήν μάχη- τότε ἐκέρδιζαν οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν κατέβαζε τά χέρια του, τότε νικοῦσαν οἱ Ἀμαληκίτες. Κι αὐτός εἶναι τύπος τοῦ Σταυροῦ.
Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ὁ Τίμιος Σταυρός ἐνεργεῖ στήν Παλαιά Διαθήκη. Ἐνεργεῖ, προσέξατέ το, ἀλλά χρειάζεται καί ἡ ζωή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Χριστός ἔπαθε ἐπί τοῦ Σταυροῦ, οἱ Ἑβραῖοι ἔπρεπε νά κακοπαθήσουν εἰς τήν ἔρημον καί στήν ἄλλη, τήν ὑπόλοιπη ζωή τους, παρότι τό θέμα ἦτο ἀκόμη σκιῶδες γιατί δέν εἶχε ἔλθει είς τό προσκήνιον ὁ ἱστορικός Σταυρός τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως παρακάτω πιά στήν Καινή Διαθήκη, ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ δέν εἶναι παρά ἡ ζωή τοῦ σταυροῦ. Μήν τό ξεχνᾶτε ποτέ, ὁ Χριστός εἶπε: «Ὃποιος θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, δηλαδή θέλει νά πιστός μου, μαθητής μου, θέλει νά εἶναι Χριστιανός, πρέπει νά σηκώσει τόν σταυρό του, νά ζήσει μέ τήν σταυρική κακοπάθεια». Βέβαια τό θέμα μας δέν εἶναι αὐτό, δέν θέλω νά μείνω σ’ αὐτό, ἀλλά ἁπλῶς τώρα σᾶς ἀναφέρω μέ τήν πρόοδο τῆς διηγήσεως πού σᾶς κάνω. Τό γιατί δηλαδή ἐτέθη τό θέμα αὐτό τῆς θεοδικίας εἰς τό βιβλίο τοῦτο. Γιατί ὁ Τωβίτ ὑπέφερε πολύ, ὄχι μόνο σάν οἰκογένεια αἰχμάλωτη πού ἦσαν τῶν Ἀσσυρίων, ἀλλά πέρασε καί πολλά δεινά τά ὁποῖα βέβαια, ἄν θέλετε, μπορεῖτε νά διαβάσετε, ἔστω σάν ἀνάγνωση, ἀπό τό βιβλίον «Τωβίτ» στήν Παλαιά Διαθήκη. Σέ μιά καλή ἑρμηνευτική ἀπόδοση, θά τό χαρεῖτε πραγματικά. Κι ἔχει μέσα πολλή-πολλή θεολογία αὐτό τό βιβλίο.
Ἔτσι, ἐκεῖνο πού ἔκανε τά πράγματα ν’ ἀλλάξουν ἦτανε μιά ἀφορμή πολύ ἁπλῆ. Ἦταν Πεντηκοστή καί ἔρχεται ὁ γιός του, εἴχανε τό τραπέζι ἕτοιμο νά φᾶνε. Ὡραῖο, πλούσιο τραπέζι. Ἔρχεται ὁ γιός ὁ Τωβίας καί τοῦ λέγει: «Πατέρα, ἀντελήφθηκα νά ‘χουν πεταχτεῖ ἀπό τό τεῖχος τῆς Νινευῆ κάποιοι συμπατριῶτες μας…». Τούς σκότωσαν δηλαδή, τούς σκότωσαν πετώντας τους, ἤ τούς σκότωσαν καί τούς πέταξαν ἔξω ἀπό τό τεῖχος. Ἐπειδή ὁ βασιλιᾶς εἶχε νικηθεῖ σ’ ἕναν πόλεμο μέ τούς Αἰγυπτίους, τά ‘βαλε μέ τούς Ἑβραίους, καί ἔδωσε ἐντολή νά σκοτώνουν ὅσους μποροῦν, καί νά τούς πετοῦν ἔξω ἀπό τό τεῖχος. Βέβαια αὐτό ἦτο προσβολή, νά μείνει ἕνας νεκρός ἄταφος, καί μέχρι σήμερα ἀκόμη ὑπάρχει αὐτό. Τότε μόλις τό ἄκουσε αὐτό ὁ Τωβίτ –κάτι πού τό ‘κανε κι ἄλλοτε- πῆγε γρήγορα -μέ κίνδυνο τήν ζωή του!- τούς μάζεψε καί τούς ἔθαψε. Παρά τήν ρητή ἐντολή τοῦ βασιλέως νά μένουν ἔτσι πεθαμένοι καί ἄταφοι. Ὅμως, ὅταν γύρισε πίσω, ἐθεωρεῖτο κατά τόν νόμον ἀκάθαρτος, γιατί ἔπιασε νεκρούς, καί δέν ἔπρεπε νά φάει στό τραπέζι τῆς Πεντηκοστῆς. Δέν ἔπρεπε νά μπεῖ καί στό σπίτι του, τουλάχιστον γιά μία βραδιά, γιά μία μέρα δηλαδή. Ἔτσι κοιμήθηκε ἀπ’ ἔξω, στήν αὐλή -Πεντηκοστή εἶναι μπαίνοντας πιά καλοκαίρι-· καί ὅπως ξάπλωσε εἶχε τά μάτια ἀνοιχτά καί κοιτοῦσε πρός τόν ἔναστρον οὐρανόν, ἕνα πουλάκι, πῶς κουτσούλησε καί πῆγε ἡ κουτσουλιά, κατ’ εὐθεῖαν στά μάτια τοῦ Τωβίτ. Ἦταν πολύ φυσικό, ὅταν πάει κάτι στά μάτια μας, ἀμέσως νά τά τρίψουμε τά μάτια μας. Εἶναι γνωστό ὅμως ὅτι τά ἀπορρίμματα τῶν πουλιῶν ἔχουνε πολύ νίτρο καί ἔβλαψαν τά μάτια, καί ἀπό τό περιστατικό αὐτό τυφλώθηκε ὁ Τωβίτ.
Ἀπό δῶ ἀρχίζει ἡ περιπέτειά του. Ἐπειδή ὅμως εἶχε πάρα πολύ στενοχωρηθεῖ μέ τήν γυναῖκα του, πάρα πολύ, διότι στάθηκε λίγο πειρασμός, ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ γυναῖκα τοῦ Ἰώβ, τόσο πολύ ἦρθε σέ ἀπόγνωση, γιατί ὅταν πῆγε αὐτή νά δουλέψει, γιά νά φᾶνε, ἔφερε στό σπίτι ἕνα κατσικάκι καί ἄκουσε βέβαια τό κατσικάκι νά φωνάζει ὁ Τωβίτ καί τῆς λέγει: « Αυτό τό κατσικάκι ποιός σοῦ τό ΄δωσε;». Λέγει: «Τ’ ἀφεντικά πού δουλεύω». Τῆς λέγει ἐκεῖνος: «Μήπως εἶναι κλεψιμέϊκο;». Διότι ἤτανε σᾶς εἶπα, ἀκριβής τηρητής τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ… Νά φάει κλεμμένο κατσίκι; Ἂαα! Δέν τοῦ πήγαινε. Τῆς λέγει λοιπόν: «Μήπως εἶναι κλεμμένο;». «Ὄχι», λέει ἐκείνη. Ἐπέμεινε: «Μήπως εἶναι κλεμμένο;». Καί τότε θύμωσε αὐτή καί τοῦ λέγει: «Ἐπιτέλους! Καί τόν καιρό πού τηροῦσες τίς ἐντολές, καί μέχρι σήμερα πού τίς τηρεῖς, δέν εἶδα τήν προκοπή σου!». Πωπώ! Ἀκούσαστε; «Δέν εἶδα τήν προκοπή σου!» Φοβερός πειρασμός. Ὁ Τωβίτ ἔκλαψε, βγῆκε ἔξω -ἤτανε βράδυ- κι ἔκανε θερμή προσευχή: «Θεέ μου ἤ τά πράγματα διόρθωσέ τα, ἤ πάρε με!». Εἶναι αὐτό πού λένε πάρα πολύ ἄνθρωποι: «Νά πεθάνω, πάρε με».
Ἀλλά ἐνῶ ὑπεσχέθη αὐτό, ὄχι ὑπεσχέθη, εἶπε αὐτό στήν προσευχή του, θυμήθηκε ὅτι εἶχε κάποτε δανείσει κάποια χρήματα σέ κάποιον συμπατριώτη του, τόν Γαβαήλ, ὁ ὁποῖος ἔμενε εἰς τούς Ράγους τῆς Μηδίας (βορείως τῆς Νινευῆ, βορειοανατολικά). Καί τότε λέει στό παιδί του: «Κοίταξε, ἔχουμε δώσει αὐτά τά χρήματα, ἄν πᾶς νά τά πάρεις -ἦταν 10 ἀργυρᾶ τάλαντα. Τό τάλαντο μπορεῖ νά ζύγιζε, αὐτήν τήν στιγμή δέν εἶμαι σέ θέση νά σᾶς πῶ, 20,30,50 κιλά ἀσήμι. Τό τάλαντο! Δηλαδή ἤτανε ἀρκετά σεβαστή περιουσία-, παιδί μου νά πᾶς νά τά πάρεις αὐτά τά χρήματα, τά τάλαντα, γιά νά μποροῦμε νά ζήσουμε». Ἀλλά ἐνῶ ἑτοιμάζεται τό ταξίδι γιά νά φύγει ὁ Τωβίας, ὁ γιός, καί ἀναζητεῖται καί ὁδηγός πρός τά μέρη ἐκεῖνα, γιατί ποῦ νά ἤξερε τό παιδί, ἤτανε νέο παιδί ποῦ νά ἤξερε ὅλη αὐτήν τήν ὑπόθεση, τόν δρόμο… κ.λπ., θυμήθηκε ὁ Τωβίτ ὅτι εἶπε στόν Θεό: «Ἢ ἀνοιξέ μου τά μάτια, διόρθωσε τά πράγματα ἤ πάρε με». Καί λέγει: « Μπορεῖ νά πεθάνω. Ἀφοῦ λοιπόν μπορεῖ νά πεθάνω καί ζήτησα, ἐνδεχομένως ν’ ἀκούσει ὁ Θεός νά πεθάνω, δέν κάνω τή διαθήκη μου, νά πῶ μερικά καλά πράγματα στόν γιό μου τόν Τωβία;».
Ἔτσι προέκυψε, παιδιά, τό θέμα τῆς διαθήκης τοῦ Τωβίτ, αὐτό τό θαυμάσιο κείμενο, ὅπως σᾶς εἶπα. Νά πῶς τό λέγει, εἶναι ὁ τελευταῖος στίχος, βρίσκεται εἰς τό 4ον κεφάλαιον:«Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐμνήσθη Τωβὶτ περὶ τοῦ ἀργυρίου, οὗ παρέθετο Γαβαὴλ ἐν Ράγοις τῆς Μηδίας, καὶ εἶπεν ἐν ἑαυτῷ· -εἶπε ἀπό μέσα του- ἐγὼ ᾐτησάμην θάνατον, τί οὐ καλῶ Τωβίαν τὸν υἱόν μου, ἵνα αὐτῷ ὑποδείξω πρὶν ἀποθανεῖν με;». «Γιατί δέν φωνάζω τό παιδί μου νά τοῦ κάνω τήν διαθήκη μου πρίν πεθάνω;». Καί ἔτσι παιδιά… «Καὶ καλέσας αὐτὸν εἶπε· παιδίον, ἐὰν ἀποθάνω,… κ.λπ…κ.λπ». Καί ἐδῶ βλέπει κανένας, τί τοῦ εἶπε τοῦ Τωβία τοῦ γιοῦ του. Ἀλλά, ἀκολουθεῖ ἡ διαθήκη, τί τοῦ εἶπε.
Θά λέγαμε ὅτι ἡ διαθήκη αὐτή τοῦ Τωβίτ εἶναι ἕνα πελώριον μνημεῖον τοῦ πνεύματος. Ἕνα ὑπόδειγμα τοῦ πῶς πρέπει οἱ γονεῖς νά κάνουν τήν διαθήκη τους καί νά διαθέτουν ὅ,τι θησαυρόν ἔχουν, -Τί;- πρώτιστα πνευματικόν, στά παιδιά τους. Τήν πνευματική τους περιουσία πρώτιστα, καί μετά τήν ὑλική τους περιουσία. Διότι τό πνεῦμα προέχει τῆς ὕλης. Καί ἡ διαθήκη αὐτή προσφέρεται εἰς τόν Τωβία, ἀπό τόν Τωβίτ, τόν πατέρα του, ἐγκαίρως. Ἔχει τό μυαλό του σωστό… Εἴδατε, γράφουνε στή διαθήκη, ὅτι τώρα πού γράφω τήν διαθήκη μου ἔχω τό μυαλό μου σωστό -λέει ὁ διαθέμενος, αὐτός πού διαθέτε- καί δέν μέ ἐπηρέασε κανένας, καί αὐτογράφως τήν σημειώνω, δηλαδή μέ τό χέρι μου γράφω τήν διαθήκη. Ἀκριβῶς εἶναι στοιχεῖα ἐγκυρότητος αὐτά. Ἀλλά, ἀκόμη, αὐτή ἡ διαθήκη, ἀνακλᾶ καί τήν ἀγωγή πού ἔδωσε ὁ Τωβίτ εἰς τόν Τωβία. Διότι δέν μποροῦσε νά τοῦ πεῖ πράγματα τά ὁποῖα θά ἦταν ἔξω ἀπό κεῖνα τά ὁποῖα θά μποροῦσε νά εἶχε ὑποστεῖ σάν ἀγωγή μέσα στό σπίτι ὁ Τωβίας. Καί ἡ ἀγωγή αὐτή δέν εἶναι ἁπλές συμβουλές… Βεβαίως ἐδῶ ἔχουμε συμβουλές, ἀλλά ὁ Τωβίας ὑπέστη ἀγωγή τρόπου ζωῆς. Καί εἶναι, θά λέγαμε ἐδῶ, τό θαυμάσιο παράδειγμα τῶν γονιῶν του, προπαντός τοῦ πατέρα του, καί ἔρχεται καί ἡ διδασκαλία τοῦ πατέρα του, γιά νά ὁλοκληρωθεῖ αὐτή ἡ ὅλη προσφορά στό παιδί.
Ἀλλά κι ὁ πατέρας του -δηλαδή ὁ Τωβίτ- κι αὐτός μέ τήν σειρά του εἶχε ὑποστεῖ ἀνάλογη ἀγωγή, ὅταν εὐρίσκετο ἀκόμη εἰς τήν Θίσβη τοῦ βορείου βασιλείου στό Ἰσραήλ. Διότι, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, ἦταν ὀρφανός ἀπό πατέρα καί τόν μεγάλωσε ἡ μητέρα τοῦ πατέρα του, καί τόν μεγάλωσε μέ πάρα πολύ καλό τρόπο. Ἀναφέρει τί τοῦ εἶπε ἡ γιαγιά του, τί τοῦ ἔλεγε ἅμα ἤτανε μικρός. Σᾶς εἶπα, εὐλογία θά ἦταν νά κάναμε ὁλόκληρο τό βιβλίο… «Παιδί μου», λέει, «τοῦτο… παιδί μου, ἐκεῖνο…», λέει πολλά… καί ἔτσι ὁ Τωβίτ ἐπῆρε ἀγωγή ἀπό τήν γιαγιά. Ὅταν ἡ γιαγιά εἶναι εὐσεβής εἶναι μία εὐλογία! Ὅταν ὅμως εἶναι ἀσεβής καί θέλει τά ἐγγονάκια νά τά σπρώχνει στήν ἁμαρτία, νά διασκεδάζουν καί νά ζήσουν τή ζωή τους… τότε εἶναι μία δυστυχία. Εἶναι πραγματικά μιά κατάρα. Ἔτσι ὁ Τωβίτ πῆρε τήν καλή ἀγωγή ἀπό τήν γιαγιά, ἀφοῦ ὁ πατέρας του πέθανε καί τώρα τήν μεταλαμπαδεύει -ἤδη τήν μεταλαμπάδευε- στόν γιό του τόν Τωβία. Φαίνεται αὐτό σάν ἀπό καθρέπτη μέσα σ’ αὐτά πού θά τοῦ πεῖ. Καί καταλαβαίνουμε πῶς μεγάλωσε τό παιδί του, γιατί ὅταν τελειώνει ἡ διαθήκη τοῦ τά εἶπε αὐτά, ξέρετε τί εἶπε ὁ Τωβίας; «Πατέρα, ὅ,τι μοῦ παρήγγειλες, θά τό ἐφαρμόσω». Ὡραῖο αὐτό! «Θά τό ἐφαρμόσω». Γιά νά τό πεῖ αὐτό ὁ γιός, πάει νά πεῖ πράγματι ὅτι ἡ ἀγωγή μές στό σπίτι ἦταν ἀνάλογη μέ τήν διαθήκη.
Καί τώρα, γιά νά δοῦμε τί τοῦ εἶπε. Γιά νά μήν ἀργήσουμε, ἐπειδή ὁ χρόνος μας εἶναι πάντα λίγος, θά σᾶς διαβάσω μόνο τήν ἀπόδοση, εἶναι ἀκριβής ἀπόδοση, τήν μετάφραση δηλαδή. Τό κείμενο ἄς μήν τό διαβάσουμε, θά τό διαβάζουμε χωρίο-χωρίο ὅταν προχωροῦμε ἐπάνω εἰς τήν διαθήκη.
«Παιδί μου, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νά πεθάνω, φρόντισε γιά τήν ταφή μου. Τήν μητέρα σου, μετά τόν θάνατό μου, μήν τήν περιφρονήσεις. Νά τήν τιμᾶς ὅσο ζεῖς, δῶσε της χαρά κάνοντας αὐτό πού θέλει καί μήν τήν πικροχολιάσεις. Θυμήσου, παιδί μου, πόσο κινδύνεψε ὅσο στά σπλάχνα της σέ κυοφοροῦσε. Ὅταν πεθάνει, φρόντισε γιά τήν ταφή της καί θάψε την στόν ἴδιο τάφο μέ μένα.
Παιδί μου, ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς σου νά ‘χεις στήν μνήμη σου καί στήν καρδιά σου τόν Θεό. Μή θελήσεις νά ἁμαρτάνεις καί νά παραβαίνεις τίς ἐντολές Του. Τήν ἁγιότητα ν’ ἀκολουθεῖς καί στῆς κακίας τά μονοπάτια μή βαδίσεις. Γιατί ὅταν κάνεις τό ἀγαθό ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ θά σφραγίζει τά ἔργα σου, ὅπως κι ὅλους ἐκείνους πού ἐργάζονται τό καλό.
Ἀπ’ τά ὑπάρχοντά σου, κάνε ἐλεημοσύνην, καὶ μὴν τσιγκουνευτεῖ τό μάτι σου σ’ αὐτό πού δίνει. Μὴν ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ κάθε φτωχό, γιά νά μήν ἀποστρέψει κι ὁ Θεός τό πρόσωπό Του ἀπό σένα. Ἀνάλογα μέ τήν εὐλογία πού ἔχεις στά ἀγαθά σου κάνε τήν ἐλεημοσύνην σου· ἄν ἔχεις λίγα, ἀπό τά λίγα μή φοβηθεῖς νά δώσεις. Ξέρε το, πρᾶγμα καλό γιά τόν ἑαυτό σου ἀποταμιεύεις γιά τίς δύσκολες πού τυχόν ἡμέρες θά ἔλθουν. Ἡ ἐλεημοσύνη ἀπ’ τόν αἰώνιο θάνατο γλυτώνει καί δέν σ’ ἀφήνει στό σκοτάδι νά μπεῖς τῆς κολάσεως. Καί τοῦτο γιατί δῶρο ἀγαθό εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη γιά ὅσους τήν κάνουν μπροστά στόν Θεό.
Παιδί μου, πρόσεξε τόν ἑαυτό σου ἀπό κάθε λογῆς ἁμάρτημα σαρκικό. Πᾶρε σύζυγο ἀπό τήν πατρίδα σου κι ἀπ’ τήν γενιά σου. Ἀπό χώρα ξενική, μήν πάρεις. Εἴμαστε παιδιά ἁγίων καί προφητῶν, τοῦ Νῶε, τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ ᾿Ισαάκ, τοῦ ᾿Ιακώβ. Θυμήσου, παιδί μου, τόν γάμο τόν δικό τους καί πόση εὐλογία πῆραν αὐτοί καί τά παιδιά τους, ὥστε οἱ ἀπόγονοί τους θά κληρονομήσουν τήν γῆ. Καί τώρα, παιδί μου, ἀγάπα τούς συμπατριῶτες σου καί μήν ἀλαζονευτεῖ ἡ καρδιά σου ὥστε νά θέλεις ἀπό ξενομανία νά πάρεις σύζυγο ἀπό χώρα ξενική.
Μήν ξεχνᾶς ὅτι στήν ὑπερηφάνεια χαμός καὶ ἀκαταστασία ὑπάρχει πολλή, στήν σπατάλη, τεμπελιά καί ἀνέμελη ζωή, βασιλεύει ὁ ξεπεσμός καί ἡ μεγάλη φτώχεια, γιατί ἡ τεμπελιά καὶ ἡ σπατάλη εἶναι ἡ μάνα τῆς πεῖνας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος σοῦ δουλέψει, μή τοῦ κατακρατήσεις τήν δούλεψή του, ἀλλά σύντομα νά τόν πληρώσεις. Ἐάν καί σύ δουλέψεις στό ἔργο τοῦ Θεοῦ, μισθός θά σοῦ ἀποδοθεῖ.
Παιδί μου, πρόσεχε σέ ὅλες σου τίς πράξεις νά εἶσαι εὐγενικός καί πολιτισμένος στίς κοινωνικές σου σχέσεις. Αὐτό πού μισεῖς σέ κανέναν μήν τό κάνεις. Μήν πιεῖς κρασί γιά νά μεθύσεις. Ἀνθρώπους πού ἀγαπᾶνε τό κρασί, μήν πορευθεῖς μαζί τους. Μοίραζε τό ψωμί σου μ’ αὐτόν πού πεινᾶ καί τά ροῦχα σου μ’ αὐτόν πού κρυώνει. Ὅ,τι σοῦ περισσεύει, κάνε τό ἐλεημοσύνη, χωρίς τσιγκουνιά. Ἀπό φρόνιμο ἄνθρωπο ζήτησε συμβουλή καί ποτέ σου μήν τήν περιφρονήσεις.
Κάθε στιγμή δόξαζε Κύριον τόν Θεόν σου, ζήτα Του νά εἶναι ἴσια ἡ ζωή σου καί τότε θά προκόψεις, γιατί οἱ κοσμικοί δέν ἔχουν σωστή συμβουλή. Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δίνει ὅλα τά ἀγαθά κι ὅποιον θέλει τόν ταπεινώνει παιδαγωγικά. Καί τώρα παιδί μου, νά θυμᾶσαι ὅσα σοῦ εἶπα κι ἀπ’ τήν καρδιά σου ποτέ νά μή σβηστοῦνε. Μή φοβηθεῖς, παιδί μου, γιατί φτωχύναμε. Πολλά ἀγαθά στήν ζωή σου θά ‘χεις ἄν τόν Θεό φοβᾶσαι, ἄν ξένος στέκεσαι στήν κάθε ἁμαρτία καί κάνεις πάντοτε αὐτό πού θέλει ὁ Θεός».
Πέστε μου, ἀλήθεια, δέν εἶναι ἕνα μνημεῖον διαθήκης αὐτό; Ἀληθινό μνημεῖο διαθήκης. Καί τό σπουδαῖον εἶναι τό ἐξῆς, ὅτι, ὅπως λέει τό ἱερό κείμενο, θυμήθηκε τά δέκα τάλαντα, τώρα αὐτά βέβαια, ἄν ἔχει πεθάνει, θά τοῦ μείνουν δικά του. Μία ὑλική κληρονομιά, ἀλλά γι’ αὐτά δέν λέει τίποτα παρά ἕνα στίχο: «Πήγαινε, παιδί μου, νά τά πάρεις, μᾶς τά χρωστάει αὐτός ὁ συμπατριώτης, πήγαινε νά τά πάρεις». Τίποτε ἄλλο. Εἴδατε πόσα λόγια, ὅμως, στήν πνευματική διαθήκη, πόσα πράγματα εἶπε; Τό βάρος, λοιπόν, πέφτει πραγματικά εἰς τήν πνευματική διαθήκη. Ἔτσι θά παρακαλοῦσα καί ἐσᾶς παιδιά, γιατί αὐτά τά μνημεῖα τοῦ πνεύματος εἶναι γιά ὅλες τίς ἐποχές καί γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, νά 'ρχεστε, νά προσέχετε -ὅπως ἔρχεστε κι ὅπως προσέχετε!- νά μπορεῖτε νά καταλάβετε ὅλα αὐτά πού εἶναι καί γιά σᾶς καί γιά μένα καί γιά ὅλους μας αὐτή ἡ διαθήκη τοῦ Τωβίτ, γραμμένη ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Θεοπνεύστως γραμμένη! Γι’ αὐτό λοιπόν ἄς ἐρχόμεθα ἐδῶ, θά δεῖτε κάθε στίχος τί βγάζει. Ὅταν θά λέμε, ὅταν λέει ἐδῶ: «Παιδί μου… Παιδίον, ἐάν ἀποθάνω, θάψον με –θά παίρνουμε τό κείμενο μετά τήν ἑρμηνεία- ὅταν πεθάνω θά μέ θάψεις», θά πεῖτε: «Καλά, αὐτό δέν εἶναι αὐτονόητο;». Ἔ, λοιπόν, δέν εἶναι αὐτονόητο! Τό γιατί ὅμως δέν εἶναι αὐτονόητο κι ἔπρεπε νά τοῦ πεῖ γιά τήν ταφή, αὐτό, παιδιά, θά τό δοῦμε τήν ἐρχομένη φορά, ἀρχίζοντας νά ἑρμηνεύουμε καί τήν διαθήκη τοῦ Τωβίτ.