†. Τέσσερα θέματα, αγαπητοί μου, επισημαίνονται από τον Συναξαριστήν στον Όρθρο της Μεγάλης Πέμπτης. Ο ιερός Νιπτήρ, ο Μυστικός Δείπνος, η υπερφυής προσευχή του Κυρίου και η προδοσία του Ιούδα. Στην προδοσία καταχωρούνται οι στίχοι: «Τί δεῖ μαχαιρῶν, τί ξύλων, λαοπλάνοι, πρὸς τὸν θανεῖν πρόθυμον εἰς κόσμου λύτρον;». Δηλαδή: «Ως προς τι, λαοπλάνοι άρχοντες, χρησιμοποιείτε μαχαίρια και ξύλα γι’ Αυτόν που είναι πρόθυμος για την λύτρωση του κόσμου να πεθάνει;».
Θα μείνουμε για λίγο, αγαπητοί μου, στο φαινόμενον της προδοσίας, που επετέλεσε - περιέργως- ένας μαθητής του Κυρίου, ο Ιούδας. Οι ιεροί ευαγγελισταί μάς καταγράφουν αρκετά για την σκοτεινή μορφή του Ιούδα και αφήνουν σημεία ερμηνείας αυτής του της συμπεριφοράς. Γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Εἰσῆλθε δὲ ὁ σατανᾶς εἰς ᾿Ιούδαν τὸν ἐπικαλούμενον ᾿Ισκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα, καὶ ἀπελθὼν συνελάλησε τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τὸ πῶς αὐτὸν παραδῶ αὐτοῖς. Καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι (:συνεφώνησαν να του δώσουν χρήματα)· καὶ ἐξωμολόγησε (:και υπεσχέθη), καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου (:και ζητούσε ευκαιρία να τους Τον παραδώσει τον Ιησούν χωρίς την παρουσία όχλου)».
Αγαπητοί μου, η προδοσία του Ιούδα μένει όχι μόνο ένα στίγμα, αλλά και ένα μυστήριον δυσερμήνευτον. Είναι το μυστήριον των βαθέων του σατανά και το μυστήριον των βαθέων του ανθρώπου. Όπως η χάρις του Θεού μένει ένα μυστήριον σε σχέση με την προαίρεση του ανθρώπου, έτσι και το κακό μένει μυστήριο σε σχέση με την προαίρεση, πάλι, του ανθρώπου. Ωστόσο, μένει εκπληκτικό πώς ένας μαθητής κοντά στον Κύριο και Διδάσκαλο, στον μοναδικό Διδάσκαλο μπορούσε να χαθεί. Είναι εκπληκτικόν πραγματικά.
Δηλαδή θυμίζει κάτι περίπου παλιά εκεί όταν οι δύο άγγελοι, τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, κατέβηκαν εις τα Σόδομα να σώσουν την οικογένεια του Λωτ. Περίεργο. Οι δύο άγγελοι κρατούσαν τον Λωτ, την γυναίκα του και τις κόρες με τα χέρια τους. Πόσο πιο κοντύτερα μπορούσε να βρεθεί κανείς κοντά στον Θεό; Κι όμως, αγαπητοί μου, η γυναίκα του Λωτ, κρατώντας τον Θεό χάθηκε! Γυρίζοντας το κεφάλι της πίσω… Να δει κανείς εδώ το βαθύ μυστήριον της ανθρωπίνης προαιρέσεως…
Εντούτοις, παρά το μυστήριον αυτής της ανθρωπίνης ψυχής, σχετικά με το θέμα του Ιούδα έρχεται αυτή η Αγία Γραφή να μας υπογραμμίσει κάποιες αιτίες αυτής της συμπεριφοράς του περιέργου, αυτού, μαθητού. Η πρώτη αιτία που μας υπογραμμίζει η Γραφή είναι η απιστία. Ο Ιούδας, κάποια στιγμή, ενώ κλήθηκε για μαθητής του Κυρίου από τον ίδιο τον Κύριον- το λέγει ο Ίδιος ο Κύριος: «Εγώ δεν σας εξέλεξα; Δεν με εξελέξατε εσείς, Εγώ εξέλεξα εσάς. Και σας λέω ότι ανάμεσά σας είναι ένας προδότης». Ο Ιούδας, λοιπόν, κάποια στιγμή έπαψε να πιστεύει στον Διδάσκαλον. Πότε συνέβη αυτό; Ήδη πρέπει να συνέβη μετά τον χορτασμόν των πεντακισχιλίων. Όταν ο Κύριος είδε ότι δεν κατενόησαν την διδασκαλία Του και την παρουσία Του οι Καπερναΐται και τους είπε ότι «Αν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το Αίμα Του, δεν έχετε ζωή» και εκείνοι εθεώρησαν «σκληρόν» τον λόγον «καὶ ἀπῆλθον καὶ οὐκέτι μετ’ αὐτοῦ περιεπάτουν», τότε στρέφεται ο Κύριος και λέγει στους μαθητάς Του, που έμειναν μόνοι αυτοί: «Μήπως κι εσείς θέλετε να πάτε μαζί τους;». Και τότε ο απόστολος Πέτρος λέγει και εξ ονόματος, εννοείται, και των άλλων μαθητών: «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα (:Σε ποιον πίσω να πάμε;); Εσύ έχεις ῥήματα ζωῆς αἰωνίου».
Αλλά σ’ αυτήν την διαβεβαίωση που έδινε ο απόστολος Πέτρος και εξ ονόματος των συμμαθητών του, ο Ιούδας δεν συνεφώνησε. Από μέσα του δεν συμφωνούσε. Το περίεργο μ’ αυτόν είναι ότι ήτο κρυψίνους. Έκρυπτε μέσα του εκείνα που εσκέπτετο. Και ο Κύριος απήντησε: «Ἀλλ’ εἰσὶν ἐξ ὑμῶν τινες - μίλησε σε πληθυντικό αριθμό, «είναι μερικοί από σας», ακριβώς για να θολώσει τον εντοπισμόν, να σκορπίσει τον εντοπισμόν, δεν είπε «κάποιος», αλλά «κάποιοι»- οἳ (:οι οποίοι) οὐ πιστεύουσιν (:που δεν πιστεύουν)». Και σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «ᾚδει γὰρ ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἰησοῦς τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ τίς ἐστιν ὁ παραδώσων αὐτόν». Εγνώριζε ποιοι είναι εκείνοι που δεν πίστευαν –ουσιαστικά ένας δεν πίστευε, ο Ιούδας· απόδειξις, ότι όταν ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των μαθητών, όπως ακούσαμε σήμερα στον Νιπτήρα και που ηρνείτο ο απόστολος Πέτρος από μια ταπεινοφροσύνη, ας το πούμε, ο Κύριος τούς είπε: «Εκείνοι που είναι καθαροί δεν έχουν ανάγκη να πλυθούν, γιατί είναι καθαροί». Αλλά ποιος από τους δώδεκα δεν στάθηκε καθαρός; Μόνος ο Ιούδας.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι, ενώ εχρησιμοποιείτο πληθυντικός, μένει μόνος ένας. Ένας δεν πίστευε, ένας δεν ήτο καθαρός. Ο Ιούδας είχε χάσει την πίστη του. Την είχε χάσει. Προσέξτε: Δεν εκλονίσθη. Την έχασε την πίστη του. Οι μαθηταί εκλονίσθησαν εις την πίστιν εκείνο το βράδυ που ο Κύριος συνελήφθη. Το είπε ο Κύριος, το προφήτευσε. Κι ανέφερε παλαιά προφητεία και είπε: «Είναι γραμμένο ότι ‘’πατάξω τον ποιμένα’’ - δηλαδή θα χτυπήσω τον ποιμένα - και τα πρόβατα θα σκορπιστούν». Ο μαθητής, ο Θωμάς επί παραδείγματι, έφυγε, πήγε, ποιος ξέρει πού πήγε, στο σπίτι του. Κλονίστηκαν. Αλλά δεν έχασαν την πίστη τους. Ο Ιούδας απώλεσε, έχασε την πίστη του. Δεν μπόρεσε να ταυτίσει τον Ιησούν με τον Γιαχβέ, με τον Κύριον. Όταν, μάλιστα, είδε τον Ιησούν να αρνείται να γίνει βασιλιάς εκεί εις την έρημον, που έγινε ο χορτασμός των πεντακισχιλίων, και που το πρότειναν αυτό οι Καπερναΐται, ο Ιούδας μέσα του απέρριψε τον Ιησούν ότι είναι ο Μεσσίας. Όπως Τον απέρριψαν και οι άρχοντες του λαού. Ο Ιούδας δεν αντελήφθη ότι το κριτήριον του Ισραήλ ήταν ο αποκαλυφθείς Υιός του Θεού.
Το λάθος αυτό, όμως, του Ιούδα συνεχίζεται. Όχι μόνο στον λαό του Θεού, στον παλαιόν Ισραήλ, αλλά ανάμεσα και στον λαό της χάριτος, δηλαδή στον νέο Ισραήλ. Ανάμεσα στους Χριστιανούς, το ίδιο λάθος, αυτό το λάθος, του Ιούδα, διότι πολλοί Χριστιανοί δεν αντελήφθησαν ότι το κριτήριον της Ιστορίας είναι ο Ιησούς Χριστός και συνεπώς μια στάση πίστεως ή απιστίας απέναντί Του έχει αιώνιες επιπτώσεις.
Υπάρχει ακόμη και μια δευτέρα αιτία που μας υπογραμμίζει η Γραφή για τη συμπεριφορά του Ιούδα. Είναι η φιλαργυρία του Ιούδα. Είναι αυτή η παθολογική φιλαργυρία του Ιούδα. Εάν ερωτήσουμε, όμως, ποιο εκ των δύο εγέννησε το άλλο, δηλαδή, απιστία - φιλαργυρία, ανεπιφύλακτα θα λέγαμε, αγαπητοί μου, ότι η φιλαργυρία εγέννησε την απιστία. Η φιλαργυρία εγέννησε την απιστίαν. Η πίστις, ξέρομε, είναι γεννήτρα όλων των αρετών. Όπως της αγάπης και της ελπίδος. Δεν είναι τυχαίο που ο Απόστολος Παύλος λέγει «πίστις -ἐλπίς -ἀγάπη». Διότι πράγματι η πίστις γεννάει την ελπίδα και την αγάπη. Όπως και η απιστία είναι γεννήτρα όλων των κακών και όλων των παθών - και του ολέθρου. Όμως και αντίστροφα: Η αγαθή συνείδησις δέχεται την πίστη. Τα πάθη αρνούνται την πίστη. Συνεπώς, ο Ιούδας, έχοντας το πάθος της φιλαργυρίας, αρνήθηκε την πίστη.
Αυτό φαίνεται κατά τρόπον έκδηλον σε μια θαυμαστή ανάλυση, ψυχολογίας ανάλυση, που κάνει Αυτό το Πνεύμα του Θεού μέσα στην Αγία Γραφή. Σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στο τρίτο του κεφάλαιο: «Ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς». Γιατί αγάπησαν το σκοτάδι παρά το φως οι άνθρωποι; Πώς εξηγείται λογικώς; Λογική εξήγησις δεν υπάρχει. Αν κλείσουμε τα φώτα, θα σας πω τι προτιμάτε; Το σκοτάδι; Δεν υπάρχει, προσέξτε, υπογραμμίζω, δεν υπάρχει λογική εξήγησις. «Ἦν γὰρ πονηρὰ τὰ ἔργα αὐτῶν». «Γι'αυτό αγάπησαν το σκοτάδι, επειδή ήσαν πονηρά τα έργα των». Αλλά το Φως είναι ο Χριστός. Συνεπώς τα πονηρά των έργα δεν τους άφησαν να πλησιάσουν τον Χριστόν. Και αιτιολογεί: «Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς» -ώστε, λοιπόν, η απιστία έχει αίτιό της την αμαρτία. Φανερό- ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν (:αυτός που κάνει την αλήθεια, κάνει, δηλαδή είναι αγαθός άνθρωπος), δεν έχει λόγους να αρνηθεί το φως, έρχεται προς το φως». Αυτή είναι η ψυχολογία του πράγματος. Το συμπέρασμα είναι –και να μην το ξεχάσουμε ποτέ, τα πάθη γεννούν την απιστία.
Και συνεπώς και η φιλαργυρία του Ιούδα τον οδήγησε στην απιστία. Η απιστία, αγαπητοί μου, και η φιλαργυρία έρχονται τώρα να γεννήσουν ένα ακόμη ζευγάρι κακιών: την κλοπή και την προδοσία. Σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης για τον συμμαθητή του, τον Ιούδα: «Ἦν κλέπτης». Ήτο κλέπτης! Αν ερωτήσετε γιατί ήτο κλέπτης, απλούστατα για να ικανοποιήσει το πάθος της φιλαργυρίας. Οι φιλάργυροι είναι κλέπται. Γιατί θέλουν να χορτάσουν αυτό το αχόρταστο πάθος της φιλαργυρίας. Όταν, όμως, επειδή το πάθος αυτό είναι ακόρεστον, αχόρταστον, δεν μπορούν να το ικανοποιήσουν, δεν διστάζουν να προχωρήσουν και πάρα πέρα από την κλοπή· που είναι η προδοσία. Αυτό έπαθε ο Ιούδας. Ήταν κλέπτης. Ήθελε πιο πολλά λεφτά. Και έφτασε εις την προδοσία. Όλα αυτά, όμως, κάνουν τον άνθρωπον ακάθαρτον. Σημειώνει ο Κύριος, όπως σας είπα και προηγουμένως: «Ὑμεῖς καθαροί ἐστε, ἀλλ᾿ οὐχὶ πάντες (:είσαστε καθαροί, αλλά όχι όλοι). ᾚδει γὰρ τὸν παραδιδόντα αὐτόν· διὰ τοῦτο εἶπεν· οὐχὶ πάντες καθαροί ἐστε (:διότι εγνώριζε τον προδότην, γι'αυτό ο Κύριος είπε ότι ‘’δεν είσαστε όλοι καθαροί’’)».
Από τον φιλάργυρον και τον άπιστον, αγαπητοί μου, αποσύρεται η χάρις του Θεού και τότε υπεισέρχεται ο διάβολος. Μπαίνει μες στην καρδιά του. Και όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «καὶ μετὰ τὸ ψωμίον -που του ‘δωσε ο Κύριος κατά το δείπνον- τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς». Αν έπρεπε να αναλύσουμε εκείνο το «τότε εἰσῆλθεν ὁ σατανᾶς», θα τρομάζαμε, αγαπητοί μου. Αλλά παρατρέχουμε το θέμα.
Το αποτέλεσμα; Η αυτοχειρία. Έφτασε να αυτοκτονήσει αυτός ο άνθρωπος. Η αιωνία Κόλασις… Γι'αυτό είπε ο Κύριος: «Καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος». «Θα ήτανε καλό να μην είχε γεννηθεί εκείνος ο άνθρωπος». Δηλαδή ποιος; Ο Ιούδας. Είναι γνωστό ότι η σύλληψις και η γέννησις ενός ανθρώπου πάντοτε είναι ένα χαρούμενο γεγονός. Α, εγκυμονεί μια γυναίκα. Χαίρεται. Γέννησε μια γυναίκα! Χαίρονται όλοι μέσα στο σπίτι! Ένας άνθρωπος έρχεται καινούριος στον κόσμον. Ένα υποψήφιον μέλος της Βασιλείας του Θεού. Αν όμως γίνει μέλος της Κολάσεως; Αυτός ο καινούριος άνθρωπος; Τότε δεν θα ήτο προτιμότερον να μην υπήρχε, να ήτο ανύπαρκτος; Με αυτήν την έννοια τώρα ο Κύριος είπε: «Καλό θα ήταν αυτός ο άνθρωπος να μην είχε γεννηθεί». Δηλαδή να ήταν στην ανυπαρξία, παρά να είναι στην κόλασιν. Και ο Ιούδας, συνεπώς, αγαπητοί μου, στάθηκε το πιο τραγικόν πρόσωπον μέσα στην Ιστορία. Όλοι οι άλλοι προδόται μέσα στην Ιστορίαν, άνθρωποι ανθρώπους πρόδωσαν. Εδώ, όμως, ο Ιούδας επρόδωσε τον Θεάνθρωπον. Γι'αυτό σας είπα, είναι το πιο τραγικόν πρόσωπον της Ιστορίας.
Η προδοσία, όμως, επεκτείνεται δυστυχώς σε όλους τους τομείς της ζωής. Επεκτείνεται η προδοσία στην πατρίδα. Επεκτείνεται στην οικογένεια η προδοσία. Όταν ο ένας εκ των δύο συζύγων προδίδουν την συζυγικήν πίστιν. Ακόμη, στην εργασία υπάρχει η προδοσία, στη φιλία.
Ακόμα η προδοσία, εκτός από την απιστία και την φιλαργυρία, κρύβει μέσα της την υποκρισία, την α-φιλία, το μυωπικόν συμφέρον και την κενοδοξία. Η Ιστορία δυστυχώς είναι γεμάτη από προδότες, από Εφιάλτες, που δεν λείπουν ποτέ. Είναι η ιστορία του Ιούδα επαναλαμβανομένη. Οι εχθροί πάντοτε χρειάζονται την προδοσία. Κανείς, όμως, δεν αγαπά τον προδότην. Σε ένα έργο του Σαίξπηρ- ας μου επιτραπεί να το πω γιατί είναι πολύ ενδιαφέρουσα η περίπτωση, που λέγεται «Ριχάρδος Γ΄», αναφέρεται ότι για λογαριασμό κάποιου σφετεριστού του θρόνου του Ριχάρδου του Γ΄, ένας προδότης προσέφερε τις «καλές» του υπηρεσίες σ’ αυτόν τον σφετεριστήν του θρόνου και κατάφερε να δολοφονήσει αυτόν τον Ριχάρδον τον Γ΄. Και τότε λέγει εις τον σφετεριστήν, αφού έφερε μέσα σε ένα φέρετρο νεκρό τον Ριχάρδο τον Γ΄, και του λέγει: «Αφέντη μου, σε τούτο το ξύλινο κουτί κείτεται νεκρός ο φόβος σου». Κι εκείνος με οργή, ο σφετεριστής του θρόνου, με οργή τού απαντάει: «Φύγε! Της κατάρας παιδί! Του Κάιν γέννημα! Αυτόν που βρίσκεται νεκρός, τον αγαπώ. Εσένα σε μισώ. Φύγε, φύγε, της κατάρας γέννημα!». Το φαρμάκι της προδοσίας πολλοί το χρειάζονται, μα τον προδότη κανείς δεν αγαπά. Είναι φοβερό.
Οι τρόποι, αγαπητοί μου, μιας προδοσίας είναι πολλοί. Αλλά η προδοσία σαν γεγονός πάντοτε μένει η ίδια. Ο Ιούδας πρόδωσε με ένα φίλημα. Άλλος προδίδει με τη φιλαργυρία του. Άλλος με την αμέλειά του. Άλλος με τη δειλία του. Άλλος με τη σαρκικότητά του. Η αμαρτία, ωστόσο, είναι η μεγάλη προδοσία του Χριστού. Όποιος αμαρτάνει, προδίδει τον Χριστόν. Γι'αυτό στην ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως λέμε: «Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ, σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε (:πάρε με κοινωνόν Σου, μέτοχόν Σου)· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ Μυστήριον εἴπω, οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας (:να μη σου δώσω φίλημα όπως ο Ιούδας)· ἀλλ’ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου».
Μην το ξεχνάμε: Το αμάρτημα είναι η προδοσία του Ιησού Χριστού. Όποιος αμαρτάνει, τον Ιησούν Χριστόν προδίδει. Αγαπητοί μου. Δανειζόμενοι μερικούς στίχους από την ιερή υμνογραφία της ημέρας, θυμίζουμε τα εξής: «Ἰούδας, ὁ δοῦλος καὶ δόλιος, μαθητὴς καὶ ἐχθρός, φίλος καὶ διάβολος. Από τα έργα του κρίθηκε, γιατί τον Διδάσκαλο ακολουθούσε και από μέσα του μελετούσε την προδοσία. Έλεγε: ‘’Θα τον παραδώσω και θα κερδίσω τα χρήματα που θα συνάξω’’. Και Τον πρόδωσε με ασπασμό». Πωπω, φιλαργυρία του προδότου… Και Τον πουλά φτηνά. Τον παζαρεύει, όπως οι αγορασταί του Τον θέλουν. Δεν ακριβολογεί την τιμή. Τον πουλά όσο όσο, σαν δούλο δραπέτη. Συνήθεια είναι στους ιερόσυλους να ποδοπατούν τα τίμια. Έρριψε τον Ατίμητο στα πόδια των σκυλιών. Η λύσσα της φιλαργυρίας τον έκανε να μαίνεται κατά του Ιδίου του Κυρίου. Μια πείρα φοβερή… Ας φύγομε όσο γρήγορα μπορούμε…». Αυτό είναι από ένα τροπάριον των αποστίχων, απόψε το είπαμε.
Και από το τροπάριον «Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταί» : «Πρόσεχε, ψυχή μου, που ερωτεύτηκες τα χρήματα, βλέπε πού έφτασε ο Ιούδας. Η κρεμάλα τον δέχτηκε. Απόφευγε, ψυχή μου, το πάθος της απληστίας, που απετόλμησε τέτοια και τέτοια στον Κύριο και Διδάσκαλον Ιησούν Χριστόν. Συ, Κύριε, που είσαι αγαθός ακόμη και στους κακούς, δόξα Σοι».