†. Πολλοὶ ὅμως κατήγοροι τοῦ Εὐαγγελίου –πάντοτε ἀπὸ τοὺς χριστιανούς μας ἐννοεῖται– λέγουν ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ἀνελεύθερο. Ὅταν δηλαδὴ κανεὶς ἀρχίσει νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, γίνεται ἕνας ἀνελεύθερος ἄνθρωπος, μιὰ ἀνελεύθερη προσωπικότητα. Ἐπειδὴ δὲ στὴν ἐποχή μας ἔχει –ἀλήθεια σᾶς λέω– θεοποιηθεῖ αὐτὴ ἡ ἐλευθερία, σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ μὴν μπορεῖς νὰ πεῖς στὸν ἄλλον ὅτι τὸν δεσμεύεις σὲ κάτι. Μὴν τοῦ τὸ πεῖς, γιατί εἶναι ἕτοιμος νὰ σοῦ ἐπιτεθεῖ. Δῶσ' του ἀσυδοσία ὅση μπορεῖς, γιὰ νὰ σοῦ πεῖ ὅτι εἶσαι σπουδαῖος ἄνθρωπος. Ἐὰν τὸν δεσμεύσεις ἔστω καὶ λίγο, λέει ὅτι εἶσαι καταπιεστῇς, εἶσαι ὅ,τι θέλεις, εἶσαι... Καὶ ἐπειδὴ τὸ Εὐαγγέλιο θεωρεῖται ὅτι θέτει κάποιους φραγμούς, θεωρεῖται ἀνελεύθερο. Καὶ στὴν ἐποχὴ ποὺ θεοποιήθηκε ἡ ἐλευθερία, τὸ Εὐαγγέλιο θεωρεῖται ὅτι δὲν ἔχει σήμερα τὸν λόγο. Εἶναι ὅμως χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γράφεται κατόπιν θεοπνευστίας. Καὶ ὅταν λέει τὸ ἴδιο τὸ Εὐαγγέλιο ὅτι εἶναι ἐλεύθερο καὶ δίνει τὴν ἐλευθερία, δὲν μπορεῖ, κάπου εἶναι τὸ λάθος. Ἢ τὸ Εὐαγγέλιο λέει ψέματα ἢ οἱ ἄνθρωποι λένε ψέματα. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Θεὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ψευστεί, ἄρα λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι λένε ψέματα.
Ἀκοῦστε λοιπὸν τί λέει: «ὁ δὲ παρακύψας εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ἐλευθερίας». Επ. Ιακ. 1, 25 Δηλαδή, σὲ αὐτὸν τὸν τέλειο νόμο ποὺ παρέχει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Πολλὲς φορές —καὶ θὰ μὲ ἔχετε βαρεθεῖ ἀσφαλῶς— σᾶς ἔχω πεῖ καὶ σᾶς ἔχω ἀναλύσει τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας. Παρ' ὅτι μιλᾶμε γιὰ ἐλευθερία, ἂν θὰ ἔπρεπε σήμερα νὰ μιλήσουμε πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας, δὲν θὰ μᾶς καταλάβουν. Γιατί ὑπάρχει μιὰ διαφορετικὴ ἀντίληψη περὶ ἐλευθερίας. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ πρέπει νὰ πετύχουμε —ὅπως θὰ τὸ δεῖτε λίγο πιὸ κάτω— δὲν εἶναι, ἀγαπητοί μου, νὰ φτάσουμε ἁπλῶς στὸ νὰ ἀκοῦμε τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ ἢ νὰ ἐξομολογούμαστε ἢ νὰ κοινωνοῦμε. Πρέπει αὐτὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν –δηλαδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐξομολόγηση, ἡ Θεία Κοινωνία— νὰ κατανοήσουμε τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἕνα ἀπὸ τὰ σημεῖα κατανόησης τοῦ πνεύματος τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας. Ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας. Σήμερα, πῶς ἐννοοῦν οἱ ἄνθρωποι τὴ σωτηρία καὶ πῶς τὴν ἐννοεῖ τὸ Εὐαγγέλιο; Καὶ ἄλλες πολλὲς ἔννοιες πρέπει νὰ τὶς ξεκαθαρίσουμε, πρέπει νὰ τὶς πιστέψουμε, πρέπει νὰ γίνουν κτῆμα μας, νὰ γίνουν κύτταρό μας.
Λοιπόν, ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἐλευθερίας, θὰ πρέπει νὰ ἀποκτήσουμε σαφῆ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας. Τί θὰ πεῖ ἡ ἐλευθερία; Ρωτῆστε ὅποιον θέλετε ἀπ' ἔξω. Θὰ πεῖ: "νὰ μὲ ἀφήσεις ἥσυχο, νὰ κάνω ὅ,τι θέλω, νὰ μὲ ἀφήσεις νὰ σκέφτομαι ὅπως θέλω, νὰ ἐνεργῶ ὅπως θέλω, ὅπως μ' ἀρέσει. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἂν αὐτὸ ποὺ μ' ἀρέσει καὶ ποὺ θέλω ἐσένα σὲ ἐνοχλεῖ ἢ σὲ βλάπτει. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ἀδιαφορῶ". Ἔτσι πάνω κάτω ἐννοεῖται σήμερα ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἐλευθερία· εἶναι ἀναρχία. Γι' αὐτὸ καὶ ἔχουμε σήμερα τὸ φαινόμενο τῆς ἀναρχίας, ἔτσι ποὺ πραγματικὰ οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται πάρα πολὺ ἄσχημα, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν κατανοήσει αὐτὴ τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας μέσα σὲ μιὰ κοινωνία. Βέβαια, ἂν τεθεῖ ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ φιλοσοφικῆς πλευρᾶς —καὶ ὅταν λέω φιλοσοφικῆς, καλύτερα νὰ τὸ πῶ ἔτσι, μὲ μιὰ ἀντίληψη λίγο παλαιότερη. Γιατί, πάλι, φιλοσοφικὴ ἀντίληψη εἶναι καὶ ἡ σύγχρονη ἀντίληψη περὶ ἐλευθερίας. Πάλι φιλοσοφική. Φταῖνε, φταῖνε ὅλες αὐτὲς οἱ σύγχρονες φιλοσοφίες· φταίει ὅ,τι μᾶς ἔχουν δημιουργήσει σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὁ σύγχρονος μηδενιστικὸς ὑπαρξισμὸς ὁδήγησε σὲ αὐτὴ τὴν περίεργη ἐλευθερία, ἡ ὁποία, ὅπως σᾶς εἶπα, εἶναι ἀσυδοσία. Ἔτσι, ὑπάρχει σήμερα ἡ ἀναρχία στὸν κόσμο, κατὰ ἕναν τέτοιο τρόπο ποὺ πραγματικὰ φοβᾶσαι νὰ περπατήσεις στὸ δρόμο.
Ἀλλὰ πῶς θέτει τὸ θέμα τῆς ἐλευθερίας ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ; Ὁ Κύριος λέει: «ἐὰν οὖν ὁ Υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε». Ἰω. 8, 36 Ἐὰν ὁ Υἱός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνανθρώπησε, σᾶς ἐλευθερώσει, τότε πράγματι εἶστε ἐλεύθεροι. Ὥστε, λοιπόν, δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία, τὸ δόσιμο τῆς ἐλευθερίας, ἔξω ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Διότι ὅταν λέει "ἐὰν ὁ Υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσει", ἐὰν μὲ ἐλευθερώσει ἢ μοῦ δώσει μιὰ ἔννοια ἢ μοῦ δημιουργήσει προϋποθέσεις ἐλευθερίας ὁ πατέρας μου, ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητας, ὁ ὑπουργὸς ἢ ὁ πρωθυπουργός, ὁποιοσδήποτε, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ ἀληθινὴ ἐλευθερία. Διότι σαφῶς λέει ὁ Κύριος "Ἐὰν οὖν ὁ Υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε". Δηλαδή, ἀποκλειστικὰ καὶ μοναδικά, μόνον ὁ Υἱός.
Ὅπως κάπου ἀλλοῦ λέει ὁ Κύριος, «ὅτι χὼρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ἰω. 15, 5 χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτα. Ἔτσι καὶ ἐδῶ, ὑπάρχει μοναδικότητα παροχῆς ἐλευθερίας. Καὶ πρῶτα πρῶτα, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐνανθρώπησε ἐλευθέρως, κινούμενος ἀπὸ ἀγάπη. Ἄρα, εἶναι τὸ πρότυπο τῆς ἐλευθερίας ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Δὲν ἦρθε ἀναγκαστικά. Δὲν Τὸν ἔστειλε ὁ Πατὴρ ἀναγκαστικά. Ἤθελε ὁ Πατήρ, ἤθελε ὁ Υἱός, ἤθελε καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ἐν ἐλευθερίᾳ λοιπὸν ἔρχεται πρὸς ἐμᾶς ὁ Υἱός. Ἄρα, εἶναι τὸ πρόσωπο, τὸ ὑπόδειγμα, τὸ πρότυπο τῆς ἐλευθερίας. Δὲν κοιτάζουμε ὅμως πιὰ σὲ αὐτὸ τὸ πρότυπο τῆς ἐλευθερίας. Ἔχουμε ἄλλα πρότυπα. Ἔχουμε τοὺς ἀληταράδες τῆς ἐποχῆς μας, τὶς βρωμογυναῖκες τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ γυρίζουν ἔξαλλες καὶ ἔξαλλοι στὸ δρόμο. Αὐτοὺς ἔχουμε ὡς ὑποδείγματα ἐλευθερίας. Καὶ ὅταν τὰ παιδιά σας, παρακαλῶ, τοὺς βλέπουν αὐτοὺς νὰ καπνίζουν ὅπως θέλουν, νὰ τραγουδᾶνε ὅπως τοὺς ἀρέσει, νὰ ἁπλώνουν την ἀρίδα τους ὅπως τοὺς ἀρέσει καὶ θέλουν, τοὺς ζηλεύουν. Νὰ ἔχουν ψεῖρες ἐπάνω τους, νὰ εἶναι χίπηδες, δὲν ξέρω τί, μὲ τὰ μακριά τους μαλλιὰ καὶ μὲ τὴν ἀτημέλητη ἐνδυμασία τους. Ὅπως ἐμφανίζονται, νὰ τοὺς ζηλεύουν τὰ παιδιά μας καὶ οἱ νέοι μας καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ σοῦ λέει: "Νὰ ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος!" Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος; Αὐτὸς εἶναι; Τί νὰ πεῖ κανείς... Τί νὰ πεῖ κανείς. Θύματα πόσα ἔχουμε ἀπὸ τοὺς νέους μας; Τὸ ξέρετε καὶ τὸ βλέπετε καθημερινά.
Πρῶτον. Ἀγαπητοί μου, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦρθε ἐλευθέρως εἰς τὸν κόσμο καὶ εἶναι ὑπόδειγμα ἐλευθερίας.
Δεύτερον. Εἶναι καὶ κομιστὴς τῆς ἐλευθερίας, σὲ ἕνα τέτοιο βαθμὸ ποὺ ἡ ἐλευθερία ποὺ μᾶς δίδεται νὰ μᾶς σκανδαλίζει. Φανταστήκατε ποτὲ μιὰ ἐλευθερία ποὺ μπορεῖ νὰ σκανδαλίζει; Ὅταν λέγουν οἱ ἄνθρωποι, «γιατί ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν διάβολο;», χωρὶς νὰ ξέρουν οἱ ταλαίπωροι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἔκανε τὸν διάβολο. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἄφησε τὸν ἄγγελο νὰ γίνει διάβολος. Γιατί, λέει, ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν διάβολο; Ἢ παρακάτω: Γιατί ὁ Θεὸς δὲν δεσμεύει τὸν διάβολο; Ἢ ἀκόμη παρακάτω: Γιατί ἀφήνει τοὺς κακοὺς νὰ κάνουν τὸ κακὸ εἰς τὸν κόσμο; Γιατί ἄφησε τὸν Κάϊν νὰ σκοτώσει τὸν Ἄβελ; Εἶναι οἱ συνηθισμένες, στερεότυπες ἐρωτήσεις τῶν ἀνθρώπων ποὺ θέλουν νὰ ἐλέγξουν τὸν Θεό. Γιατί λέτε; Διότι τοὺς σκανδαλίζει αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ τὴν ἴδια ὥρα, τὴν ἴδια στιγμή, κόπτονται γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ λέγουν ὅτι ὁ Θεός μας δεσμεύει. Τί ἀντιφατικὲς προτάσεις εἶναι αὐτές; Ὁ Θεός, λοιπόν, δίδει ἐλευθερία μέχρι σκανδαλισμοῦ· σκανδαλισμοῦ ἐννοεῖται γιὰ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελαν νὰ σκανδαλίζονται.
Ἀκόμα, ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς δίνει ἐλευθερία, ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι δεσμευτική. Ἴσως πεῖτε ὅτι λέω κάτι παράξενο τώρα, ἀλλὰ εἶναι μιὰ ἐλευθερία ποὺ δεσμεύει γιὰ νὰ ἐλευθερώσει. Τί θὰ πεῖ αὐτό; Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ σημεῖο ποὺ δὲν ἀρέσει στοὺς πολλούς: μιὰ ἐλευθερία ποὺ δεσμεύει γιὰ νὰ ἐλευθερώσει. Ἕνα ἁπλὸ παράδειγμα: Τὸ παιδί σας δεσμεύεται νὰ μείνει μέσα στὸ σπίτι νὰ διαβάσει, παρ' ὅτι ἔξω ἔχει ἕναν πολὺ προκλητικὸ ἥλιο, μιὰ μέρα χαρὰ Θεοῦ, ἀκριβῶς γιὰ νὰ εἶναι ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος αὔριο, ἀφοῦ θὰ ἔχει μάθει τὰ γράμματά του καὶ θὰ εἶναι μιὰ προσωπικότητα μέσα στὴ ζωή. Ὥστε μιὰ ἐλευθερία ποὺ δεσμεύει, ἔρχεται ἀκριβῶς γιὰ νὰ δώσει τὴν ἐλευθερία καὶ νὰ τὴν περισώσει.
Ὅταν σὲ μιὰ κοπέλα θὰ πεῖ ὁ Θεός –γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ ἐσεῖς οἱ γονεῖς, ἀλλὰ τὸ λέει ὁ Θεὸς πρωτίστως–: "Παιδί μου, εἶσαι ἕνα ἀγόρι, δὲν θὰ βγεῖς νὰ στραπατσάρεις τὴ σωφροσύνη σου". Αὐτὸ τί εἶναι; Εἶναι μιὰ δέσμευση. Γιατί ὅμως; Ἀκριβῶς γιὰ νὰ δώσει τὴ χαρὰ τῆς ἐλευθερίας, ποὺ θὰ τὴν χαρεῖ μετὰ ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸν γάμο του.
Ὅταν θὰ πεῖ ὁ Θεὸς "δὲν θὰ μεθύσεις". Γιατί "δὲν εἶμαι ἐλεύθερος νὰ μεθύσω;" Ἔ, μέθα. Σοῦ λέει ὅμως ὁ Θεός: "Δὲν θὰ μεθύσεις· μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία Ἐφ. 5, 18 Μὰ ὅταν μὲ δεσμεύσει ὁ Θεὸς νὰ μὴ μεθύσω, μοῦ διασώζει τὴν ἐλευθερία μου γιὰ νὰ σκέπτομαι καὶ νὰ κινοῦμαι ὅπως μοῦ ἀρέσει. Διότι ὅταν πιω καὶ μεθύσω, τότε δὲν πηγαίνω ὅπου θέλω, μὲ πηγαίνουν ὅπου θέλουν· ὄχι ἐγώ, ἄλλοι μὲ πᾶνε. Τότε εἶμαι ἐλεύθερος; Ἢ ὅταν δεσμευτῶ ἀπὸ τὰ ποικίλα πάθη, ὅποια καὶ νὰ εἶναι αὐτά, τὰ πάθη μὲ ἄγουν καὶ μὲ φέρουν, ἀλλὰ τότε δὲν εἶμαι ἐλεύθερος. Ἔτσι, ἂν ὁ Θεὸς δεσμεύει, δεσμεύει ἀκριβῶς γιὰ νὰ διασώσει τὴν ἐλευθερία. Ὁ νόμος λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ, τὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι τέλειον καὶ ἐλεύθερον.
Θὰ μοῦ πεῖτε, μποροῦν αὐτὰ νὰ τὰ καταλάβουν οἱ ἄνθρωποι ἀπ' ἔξω; Ὄχι! Γιατί; Δὲν ἔχουν Πνεῦμα Ἅγιον. Θέλετε παρακαλῶ νὰ σᾶς πῶ, νὰ σᾶς δείξω ἂν ἔχετε Πνεῦμα Ἅγιον; Βέβαια δὲν εἶναι μοναδικὸς δείκτης αὐτός. Εἶναι δεῖκτες πολλοί, σὲ μιὰ κλιμάκωση ἀπεριόριστη. Ἀλλὰ ἕνας δείκτης, τέλος πάντων, ἔστω μικρός. Θέλετε νὰ δεῖτε ἂν ἔχετε Πνεῦμα Ἅγιον ἢ ὄχι; Ἂν αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ καταλαβαίνουμε ὅπως τὰ λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Γιατί χωρὶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα. Λέτε ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεός; Εἶναι ἕνας δείκτης ὅτι ἔχετε Πνεῦμα Ἅγιον. Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, νὰ πὼς τὸ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Α Κόρ. 12, 3 Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ὁμολογήσει τὸν Ἰησοῦ Κύριον, δηλαδὴ Θεόν, παρὰ μόνον ἐὰν ἔχει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Σήμερα, ὅταν οἱ ἄνθρωποι δὲν ὁμολογοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ Κύριο —δηλαδὴ Θεὸ— ἔχουν Πνεῦμα Ἅγιον; Ὄχι. Ἔ, πῶς λοιπόν, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν Πνεῦμα Ἅγιον, θὰ καταλάβουνε τὰ πράγματα αὐτά; Δὲν τὰ καταλαμβάνουν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ καταλάβουν.
Γι' αὐτό, ἀγαπητοί μου δὲν ξέρω τί νὰ σᾶς πῶ, δὲν ξέρω. Βλέπουμε τοὺς ἀνθρώπους ἔξω καὶ μᾶς πιάνει ἡ καρδιά μας. Λέμε: «Μά, δὲν βλέπει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;». Ἔ, δὲν βλέπει. Δὲν βλέπει, δὲν ἔχει μάτια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν βλέπει. Τὸν λυπᾶσαι. Τὸν λυπᾶσαι. Τὸν βλέπεις ὁλόκληρον ἄνθρωπο, ὑγιῆ, σπουδαῖο, ἔξυπνον. Δὲν ἔχει Πνεῦμα Ἅγιον. Εἶναι ἄμοιρος Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἀξιολύπητος.
Γι' αὐτό, ἂν καταλαβαίνουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες καὶ ἐν προκειμένῳ τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας, τότε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε Πνεῦμα Ἅγιον. Βέβαια, σᾶς εἶπα, σὲ μιὰ κλιμάκωση. Νὰ σᾶς πῶ καὶ ἕνα ἄλλο σκαλοπάτι· εἶναι πολὺ ὅμως ὑψηλά. Εἶναι πάρα πολὺ ὑψηλά. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δεῖτε τὴν κλιμάκωση καὶ νὰ τὴ δικαιολογήσω ὅπως σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως.
Λέγει στὸ διάλογό του ὁ Μοτοβίλοφ μὲ τὸν Ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ:
Πάτερ, τοῦ λέγει, πῶς μπορῶ νὰ ξέρω ὅτι ἔχω τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον;
Νά, τοῦ λέγει, κοίταξέ με.
«Καὶ τὸν κοιτάζω», λέγει ὁ Μοτοβίλοφ, «καὶ ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του σὰν τὸν ἥλιο».
Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος Σεραφείμ:
Παιδί μου, ἐὰν δὲν εἶχες τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, δὲν θὰ μὲ ἔβλεπες ἔτσι. Καὶ τὸ δικό σου πρόσωπο εἶναι τὸ ἴδιο. Δὲν θὰ μὲ ἔβλεπες, ἐὰν δὲν εἶχες τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Βλέπετε, ἐδῶ ἔχουμε ἕνα σκαλοπάτι πολὺ ὑψηλό. Ἀλλὰ γιὰ νὰ πᾶμε ἀπὸ τὸ ἕνα ἐπίπεδο σὲ ἐκεῖνο τὸ ψηλό, δὲν ἀπαιτεῖται ἕνα ἅλμα, ἀλλὰ πολλὰ ἐνδιάμεσα βήματα. Θὰ τὸ δεῖτε αὐτὸ ὅταν μελετᾶτε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ προσπαθεῖτε νὰ ἀγωνίζεστε. Τί θὰ δοῦμε, λοιπόν, ἐκεῖ πέρα; Θὰ δοῦμε κάθε μέρα νὰ ἀποκτοῦμε πιὸ πολὺ Ἅγιον Πνεῦμα. Τὸ καταλαβαίνουμε· τὰ μάτια μας ἀνοίγουν πιὸ πολύ. Ἐκεῖνο ποὺ χθὲς δὲν τὸ βλέπαμε, σήμερα τὸ βλέπουμε. Ἔτσι, φθάνουμε νὰ κράξουμε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: "ἀββᾶ ὁ πατήρ". «οὐ γὰρ ἐλάβετε Πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ᾿ ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ». Ρώμ. 8,15 Ἐὰν δὲν εἴχαμε Πνεῦμα υἱοθεσίας, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν θὰ ἀποκαλούσαμε τὸν Θεὸ Πατέρα. "Ἀββᾶ" εἶναι στὴν ἑβραϊκὴ γλῶσσα καὶ τὴν ἀραμαϊκή, "Πατὴρ" εἶναι στὴν ἑλληνική. Βάζει καὶ τὶς δύο λέξεις.
Ἔχουμε, λοιπόν, Πνεῦμα Ἅγιο. Ἔχουμε· μόνο ποὺ τὸ ἔχουμε λίγο, σὰν νὰ μᾶς δίνει μιὰ μικρὴ δόση τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ἀλλά, πάντως, πρέπει νὰ ἀποκτοῦμε διαρκῶς Πνεῦμα Ἅγιον, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσαλύμων: "Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοιάζει μὲ ἕναν ὠκεανό. Ὅ,τι δοχεῖο θὰ πάρεις μαζί σου γιὰ νὰ πάρεις νερό, τέτοιο θὰ εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ πῆρες. Ἂν πῆρες μικρὸ δοχεῖο, λίγο Ἅγιον Πνεῦμα πῆρες. Ἂν πάρεις μεγάλο δοχεῖο, πολὺ Ἅγιον Πνεῦμα πῆρες". Δηλαδή, εἶναι κάτι ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα —ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση, ἀφοῦ παρομοιάζεται μὲ ἕναν ὠκεανὸ— εἶναι κατατεθειμένο. Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται πόσο θὰ πάρουμε. Ἐκεῖνο εἶναι ἕτοιμο νὰ μᾶς δοθεῖ ὁλόκληρο, ἀπὸ ἐμᾶς ὅμως ἐξαρτᾶται. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι, ἂν δὲν ἔχουμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸ Εὐαγγέλιο οὔτε τέλειον οὔτε ἐλεύθερον.