†. Τί εἶναι ἡ βασκανία; Ἡ βασκανία εἶναι ἡ καταστροφικὴ ἐπίδραση ποὺ μποροῦν νὰ ἀσκήσουν τὰ μάτια ὁρισμένων ἀνθρώπων ἐπάνω σὲ συνανθρώπους μας, σὲ ζῶα, σὲ φυτά, ἀκόμα καὶ ἐπάνω σὲ ἄψυχα ἀντικείμενα. Θὰ ἀναρωτηθεῖτε, ἴσως, γιὰ μιὰ στιγμή: εἶναι δυνατὸν τὰ ἀνθρώπινα μάτια νὰ ἀσκήσουν τέτοια καταστρεπτικὴ δύναμη; Ἡ πεῖρα ἔχει δείξει ὅτι εἶναι δυνατόν. Εἶναι αὐτὸ ποὺ κοινῶς ὀνομάζουμε «μάτιασμα».
Ἡ ἴδια ἡ λέξη «βασκανία» εἶναι ἑλληνικὴ καὶ ἀρχικὰ σήμαινε κακολογῶ. Δηλαδή, «βασκαίνω» θὰ πεῖ κακολογῶ, συκοφαντῶ, μέμφομαι, κατηγορῶ καὶ φθονῶ. Κατόπιν, ἡ λέξη ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν ἀρχική της σημασία καὶ πῆρε τὴ σημερινή της ἔννοια, ἡ ὁποία δηλώνει ὅτι δεχόμαστε μιὰ ἐπίρροια τοῦ κακοῦ διὰ μέσου τῶν ματιῶν· ὅταν δηλαδὴ βλέπεις κάτι, τὸ ματιάζεις καὶ τὸ καταστρέφεις.
Ἡ πίστη στὴ βασκανία εἶναι ἀρχαιότατη καὶ διαδεδομένη σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς. Οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν σὲ αὐτὸ ποὺ λένε «κακὸ μάτι» καί, ὅταν ἀντιληφθοῦν μιὰ τέτοια ἐπίδραση, αἰσθάνονται πάρα πολὺ ἄσχημα. Παρατηροῦν συνήθως ποιοί ἄνθρωποι ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ ματιάζουν καὶ τοὺς ἀποφεύγουν, εἴτε ἐκεῖνοι ἐνεργοῦν θεληματικὰ εἴτε ἄθελά τους. Χαρακτηριστικά, μοῦ ἔλεγε κάποτε μιὰ κυρία γιὰ ἕναν κοινὸ γνωστὸ ποὺ τοὺς ἐπισκέφθηκε: «Από τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος στὸ σπίτι μας, ὅλα ἄρχισαν νὰ ἀναποδογυρίζονται· ὅλα ἔγιναν στραβὰ καὶ ἀνάποδα».
Τὸ θέμα λοιπὸν ποὺ προκύπτει εἶναι τὸ ἑξῆς: ὑπάρχει πράγματι βασκανία ὡς ἀντικειμενικὸ γεγονὸς ἢ πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μιὰ ψυχολογική, ὑποκειμενικὴ τοποθέτηση; Εἶναι δηλαδὴ κάτι πραγματικὸ ἢ μήπως ἐμεῖς τὸ φανταζόμαστε, ἔχοντας δημιουργήσει μιὰ ὁλόκληρη παραφιλολογία γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα;
Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, ὁ Πλούταρχος, ὁ Δημόκριτος, ὁ Ἀριστοτέλης καὶ ὁ Ἠλιόδωρος προσπάθησαν νὰ δώσουν μιὰ ψυχολογικὴ ἑρμηνεία στὸ φαινόμενο. Μάλιστα, ὁ Δημόκριτος ὑποστήριζε ὅτι ἔχει παρατηρηθεῖ πὼς ὅσοι φθονοῦν, ἐκπέμπουν μὲ τὸ βλέμμα τους ὁρισμένα «εἴδωλα» τὰ ὁποῖα ἀποτυπώνονται ἐπάνω στὰ πρόσωπα ἢ στὰ ἀντικείμενα καὶ ταράσσουν ὁτιδήποτε συναντήσουν. Γιὰ νὰ τὸ καταλάβετε καλύτερα, ὁ Πλούταρχος διατύπωνε τὴν ἄποψη ὅτι ὅλα τὰ πράγματα ἐκπέμπουν «ἀπορροές». Συνεπῶς, καὶ τὰ μάτια βγάζουν ἀπορροὲς· δηλαδὴ ἕνα εἶδος ρεύματος τὸ ὁποῖο κατευθύνεται πρὸς ἕναν στόχο, πέφτει ἐπάνω σὲ ἕνα ἀντικείμενο ἢ πρόσωπο, τὸ ζημιώνει καὶ τὸ καταστρέφει.
Ἂν τὸ προσεγγίσουμε διαφορετικά, στὴ γλῶσσα τοῦ πνευματισμοῦ —γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ μιλήσουμε ἀναλυτικὰ στὸ πρῶτο μας μάθημα μετὰ τὶς γιορτὲς καὶ παρακαλῶ νὰ μὴν λείψει κανένα παιδί, καθὼς τὸ θέμα εἶναι ἐπίκαιρο καὶ δυστυχῶς πολλοὶ μικροὶ καὶ μεγάλοι καταγίνονται μὲ αὐτό, πρᾶγμα ποὺ ἀποτελεῖ ἀληθινὸ δαιμονισμὸ— τὸ φαινόμενο αὐτὸ ὀνομάζεται «ζωικὸς μαγνητισμός». Ἂν καὶ δὲν γνωρίζουμε μὲ ἀκρίβεια τί εἶναι ὁ μαγνητισμός, ξέρουμε ὅτι ἕνας μαγνήτης διαθέτει μαγνητικὲς γραμμές. Ἂν καὶ δὲν τὶς βλέπουμε μὲ γυμνὸ μάτι, μποροῦμε νὰ τὶς παρατηρήσουμε μέσῳ ἑνὸς ἁπλοῦ πειράματος: ἂν τοποθετήσουμε ἕναν μαγνήτη κάτω ἀπὸ ἕνα τζάμι καὶ ρίξουμε ἀπὸ πάνω ρινίσματα μαλακοῦ σιδήρου, θὰ δοῦμε, κουνῶντας ἐλαφρῶς τὸ τζάμι, τὰ ρινίσματα νὰ εὐθυγραμμίζονται καὶ νὰ σχηματίζουν τὶς μαγνητικὲς γραμμές.
Μὲ βάση αὐτὸ τὸ πείραμα, συμπεραίνουμε ὅτι ὑπάρχει μιὰ συνεχὴς ροὴ ἀπὸ τὸν ἕναν πόλο τοῦ μαγνήτη στὸν ἄλλον. Ἀνάλογα, ἡ παραψυχολογία —ἡ ὁποῖα ἐξετάζει θέματα ὅπως ἡ μαγεία καὶ ὁ πνευματισμὸς— ἰσχυρίζεται ὅτι παρόμοιες ροὲς φεύγουν καὶ ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἔλεγε ὁ Πλούταρχος, καὶ ἀκουμποῦν ἐπάνω στὰ πράγματα καὶ ἔτσι καταστρέφουν. Ἀκόμη, ὑποκείμενοι εἰς τὴν βασκανία κατα ἕναν περίεργο τρόπο εἶναι συνήθως τὰ μικρὰ παιδιά, οἱ ὡραῖοι ἄνθρωποι, οἱ εὐτυχεῖς, οἱ ὑγιεῖς καὶ οἱ ἐπιτυγχάνοντες. Αὐτοὶ εἶναι ὑποκείμενοι εἰς τὴν βασκανία.
Ἂς κάνουμε, ὅμως, καὶ ἐμεῖς μιὰ μικρὴ κριτικὴ σὲ αὐτὴ τὴ θεωρία. Ἂν ἐπρόκειτο πράγματι γιὰ ἕναν ζωικὸ μαγνητισμὸ ποὺ λειτουργεῖ ὡς καταστρεπτικὴ δύναμη, καὶ ἐφόσον τὸ βλέμμα μας πέφτει ἀδιάκριτα παντοῦ, τότε ἡ ροὴ αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ζημιώνει τὰ πάντα στὸ πέρασμά της. Γιατί νὰ ζημιώνει ὁ εὐτυχεῖς καὶ ὄχι καὶ ὁ μὴ εὐτυχεῖς; Ἂν τὸ ἐξετάζαμε ἐντελῶς ἐπιστημονικὰ μέσα σὲ ἕνα ἐργαστήριο, αὐτὴ ἡ δύναμη θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπηρεάζει κάθε ἀντικείμενο. Κάτι τέτοιο ὅμως δὲν συμβαίνει. Τὸ μάτιασμα, κατὰ τὴν κοινὴ πίστη, στρέφεται ἐπιλεκτικὰ μόνο ἐνάντια σὲ ὅ,τι εἶναι ὡραῖο, εὐτυχισμένο κλπ.
Ποιά εἶναι ὅμως ἡ ἐπίσημη θέση τῆς Ἐκκλησίας πάνω σὲ ὅλα αὐτά; Ἡ Ἐκκλησία, φυσικά, ἀπορρίπτει ὅλες αὐτὲς τὶς κοσμικὲς θεωρίες. Δὲν δέχεται τὴν ὕπαρξη φυσικῶν ροῶν ἢ εἰδώλων ποὺ ἐκπέμπονται ἀπὸ τὰ μάτια καὶ ἀποτυπώνονται πάνω στὰ ἀντικείμενα ἢ στὰ πρόσωπα. Οὔτε ζωικὸς μαγνητισμὸς· ἡ Ἐκκλησία δὲν δέχεται τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά. Βέβαια, ὁ ἄνθρωπος ἔχει μαγνητικὸ πεδίο, ὅπως ἔχει καὶ ἠλεκτρικὸ πεδίο. Εἶναι πασίγνωστο. Πῶς γίνεται τὸ καρδιογράφημα; Δυνάμει μιᾶς παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, καθὼς ἡ καρδιὰ κινεῖται καὶ παράγει ρεῦμα. Πῶς γίνεται τὸ ἐγκεφαλογράφημα; Δυνάμει τῆς παραγωγῆς ἑνὸς ἀντίστοιχου ρεύματος. Ἀλλὰ εἶναι γνωστὸ ὅτι ὅπου ἔχουμε ἠλεκτρικὸ πεδίο, ἔχουμε καὶ μαγνητικὸ πεδίο. Εἶναι δύο πράγματα ποὺ συνοδεύονται πάντοτε. Ἀπὸ ἕνα σύρμα ποὺ περνᾶ ἠλεκτρισμός, ἔχουμε μιὰ ροὴ ἠλεκτρονίων. Ἀπὸ ἐκεῖ δημιουργεῖται καὶ ἕνα μαγνητικὸ πεδίο γύρω ἀπὸ τὸ σύρμα αὐτὸ στὸ ὁποῖο ὑπάρχει ἡ ἠλεκτρικὴ ροή. Ἔτσι, μιλᾶμε γιὰ ἠλεκτρομαγνητισμό. Ποτὲ δὲν ὑπάρχει τὸ ἕνα χωρὶς τὸ ἄλλο, αὐθύπαρκτα. Γι' αὐτό, ἂν πάρετε ἕναν μαγνήτη καὶ τὸν κουνήσετε μέσα σὲ κάποια σύρματα, ἂν τὸν μετακινήσετε, τότε θὰ δεῖτε ὅτι ὅταν κοποῦν οἱ μαγνητικές του γραμμὲς ἀπὸ τὰ σύρματα, στὰ ἄκρα τοῦ σύρματος αὐτοῦ παράγεται ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. Εἶναι γνωστό, πολὺ γνωστό. Λοιπόν, ἂν ὁ ἐγκέφαλος ἢ ἡ καρδιά μου παράγουν ἠλεκτρομαγνητισμό, καὶ οἱ κινήσεις μου τὸ ἴδιο θὰ παράγουν. Ὅταν ἔχω τριβή, τριβὴ θὰ παράγουμε. Ἔχω στατικὸ ἠλεκτρισμό, δὲν τίθεται θέμα.
Μήπως λοιπὸν ὑπάρχει κάποιο δίκιο σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση; Ὄχι. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο. Προσέξτε πολὺ αὐτὸ τὸ σημεῖο γιατί εἶναι γενικότερο, ὅταν θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν πνευματισμό, εἶναι γενικότερο. Θὰ δεῖτε ἐκεῖ, ἐξηγοῦν τὴν τηλεκίνηση, τὴν τηλεπάθεια, δυνάμει αὐτοῦ τοῦ λεγόμενου ζωικοῦ μαγνητισμοῦ. Ὄχι. Ὄχι, δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ εἶπα ἤδη προηγουμένως.
Ἐὰν ἦταν θέμα ἠλεκτρομαγνητικοῦ πεδίου, θὰ ἔπρεπε, ἂν αὐτὸ εἶχε μιὰ βλαβερὴ δραστηριότητα, νὰ ἐπηρεάζει ὅλα τὰ τυπικὰ ἀντικείμενα καὶ ὅλα τὰ πρόσωπα. Ἐδῶ ὅμως γίνεται μιὰ ἐπιλογή. Ποῦ ξέρει τὸ ἠλεκτρομαγνητικὸ πεδίο ἂν ἐσὺ εἶσαι ὄμορφος ἢ εἶσαι ἄσχημος, γιὰ νὰ σοῦ κάνει κακό; Ἂν ἀγγίξει ἕνας ὄμορφος ἢ ἕνας ἄσχημος τὸ ἠλεκτρικὸ ρεῦμα σὲ ἕνα σύρμα, ὁ ὄμορφος μόνο θὰ σκοτωθεῖ καὶ ὁ ἄσχημος δὲν θὰ πάθει τίποτα; Τὸ καταλαβαίνετε.
Ἄρα, δὲν εἶναι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ παράγει τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, τίποτε. Αὐτὰ εἶναι ἀδιάφορα· εἶναι κάτι ἄλλο. Τί εἶναι αὐτό το κάτι ἄλλο; Παιδιά, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ δαιμονικὴ ἐπήρροια. Διότι ὅταν κάνει μιὰ ἐπιλογὴ τὸ κακὸ καὶ τὸ κακὸ προσβάλλει τοὺς ὡραίους, τοὺς εὐτυχοῦντες, πάει νὰ πεῖ ὅτι αὐτὸ ποὺ πάει νὰ κάνει τὴ βλάβη ἔχει μιὰ λογική, μιὰ σκέψη. Πῶς κάνει τὴν ἐπιλογή του; Καὶ ἐπιλογὴ μπορεῖ νὰ κάνει μόνο ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ ὡς φθονερὸς τὰ μάτια τῶν φθονερῶν ἀνθρώπων καὶ προκαλεῖ τὸ κακό.
Λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία μας, ἀπ' ὅ,τι σᾶς εἶπα, δὲν δέχεται τίποτε παρὰ μόνο αὐτὸ τὸ σημεῖο. Δέχεται ὅτι ὑπάρχει ἡ βασκανία, δέχεται· δὲν τὸ ἀρνεῖται. Καὶ ὅτι ἡ βασκανία, τὸ φαινόμενο τῆς βασκανίας, εἶναι ἐπήρροια δαιμονικὴ τὴν ὁποία ὁ διάβολος χρησιμοποιεῖ, καὶ αὐτὴ ἡ ἐπήρροια περνάει μέσα ἀπὸ τὰ μάτια ἑνὸς φθονεροῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ φθονερότητα τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ εἶναι εἴτε συνειδητὴ εἴτε ἀσυνείδητη. Ἔχουμε πολλὲς φορὲς ἀνθρώπους ποὺ λένε: "Ναί, φθόνησα, φθονῶ", καὶ νὰ αἰσθάνονται ὅλες τὶς συνέπειες τοῦ φθόνου μέσα τους. Καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὑποσυνείδητα φθονοῦν, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιλαμβάνονται· νὰ μὴν αἰσθάνονται πολὺ καλὰ ὅταν βλέπουν τὸν ἄλλον εὐτυχοῦντα καὶ ἔτσι νὰ τὸν προσβάλλουν. Θὰ τὸ δεῖτε ἀμέσως. Ὁ διάβολος, εἴπαμε, εἶναι φθονερός. Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔκανε τοὺς πρωτοπλάστους νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸν παράδεισο; Ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου. Ὁ διάβολος ἐφθόνησε τοὺς πρωτοπλάστους. Γιατί αὐτοὶ νὰ εὐτυχοῦν; Γιατί αὐτοὶ νὰ εἶναι κάτω ἀπὸ τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ καὶ ἐγὼ νὰ μὴν εἶμαι κάτω ἀπὸ τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ; Φυσικὰ ἦταν, ἀλλὰ ἔχασε τὴν εὔνοια αὐτὴ καὶ τώρα εἶναι ἕνα δυστυχισμένο πλάσμα ὁ διάβολος, φθονεῖ. Γι' αὐτὸ σημειώνει τὸ βιβλίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος (2, 24΄25) Τὸ θεωρῶ ἕνα πολὺ σημαντικὸ σημεῖο αὐτό, ἀκοῦστε πῶς τὸ ἐξηγεῖ: «Φθόνῳ δὲ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον, πειράζουσιν δὲ αὐτὸν οἱ τῆς ἐκείνου μερίδος ὄντες». Πῶς μπῆκε, λέει, ὁ θάνατος στὸν κόσμο; Μὲ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου. Τὸ "φθὸνῳ" εἶναι δοτική. Μὲ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου εἰσῆλθε ὁ θάνατος στὸν κόσμο, διότι ὁ διάβολος ὤθησε τοὺς πρωτοπλάστους νὰ ἁμαρτήσουν καὶ ἔτσι ἐπῆλθε ὁ θάνατος. Γιατί ὁ Θεὸς εἶπε: "Ἂν παραβεῖτε τὴν ἐντολή μου, θὰ πεθάνετε". Τώρα, προσέξτε αὐτὸ παρακάτω: "πειράζουσιν δὲ αὐτὸν"· ποιόν; Τὸν δίκαιον ἄνθρωπο. Ποιοί; Ποιό εἶναι τὸ ὑποκείμενο τοῦ "πειράζουσιν"; Οἱ ἀσεβεῖς ἄνθρωποι, οἱ δαιμονοκρατούμενοι ἄνθρωποι, "οἱ τῆς ἐκείνου μερίδος ὄντες·" αὐτοὶ ποὺ ἀνήκουν στὴ μερίδα τοῦ σατανᾶ. Ἔρχεται λοιπὸν νὰ βλάψει ὁ διάβολος, ἔρχονται νὰ βλάψουν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μερίδα τοῦ σατανᾶ. Καὶ ὅπως γνωρίζετε, ἐκεῖνο ποὺ εἶναι κοινὸ γνώρισμα, ποιό εἶναι; Ὁ φθόνος. Φθονεῖ ὁ διάβολος, φθονοῦν καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Κοινὸ γνώρισμα. Καὶ ἀφοῦ εἶναι κοινὸ τὸ γνώρισμα διαβόλου καὶ τέτοιων ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι ὁ φθόνος, ἄρα δὲν κάνει κακὸ μόνο ὁ διάβολος, ἀλλὰ κάνουν κακὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχουν μέσα τους τὸν φθόνο. Ἕνα φαινόμενο δὲ αὐτοῦ τοῦ κακοῦ εἶναι ἡ βασκανία.
Ξέρετε τί εἶχε πεῖ κάποτε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Γαλάτες; Εἶναι γραμμένο. Εἶναι στὸ τρίτο κεφάλαιο, στίχος ἕνα: «Ὦ ἀνόητοι Γαλάται, τὶς ὑμᾶς ἐβάσκανε τῇ ἀληθεὶᾳ μὴ πείθεσθαι;» Ποιος, λέει, σᾶς βάσκανε, ποιός σᾶς μάτιαξε γιὰ νὰ μὴ μένετε στὴν ἀλήθεια; Δηλαδή, "Ποιό πονηρὸ πνεῦμα ἦρθε νὰ σᾶς καταστρέψει καὶ νὰ σᾶς δημιουργήσει καταστάσεις ἀνεπιθύμητες καὶ ἀντίθετες ἀπὸ ἐκεῖνες γιὰ τὶς ὁποῖες ἐγὼ ἐργάζομαι γιὰ ἐσᾶς;" Εἴδατε, ποιός μας βάσκανε, ποιός σας βάσκανε, ποιός σᾶς μάτιαξε;
Τί πρέπει ὅμως νὰ κάνουμε μπροστὰ σὲ αὐτὸ τὸ κακὸ τῆς βασκανίας; Φυσικά, ὄχι ὅ,τι λέγεται καὶ θεωρεῖται ἀποτρεπτικὸ τῆς βασκανίας. Βέβαια, κυκλοφοροῦν πάρα πολλὰ μέσα ἀποτροπῆς τῆς βασκανίας. Ἐμεῖς, ὡς χριστιανοί, δὲν πρέπει νὰ τὰ μετερχόμαστε. Ὅπως ὑπάρχουν προληπτικὰ μέσα κατὰ τῆς βασκανίας, ἔτσι ὑπάρχουν καὶ θεραπευτικά. Ἂς δοῦμε, ὅμως, πρῶτα τὰ προληπτικά. Πῶς θὰ καταφέρουμε νὰ μὴν μᾶς πειράξει τὸ βάσκανο μάτι; Θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πολλὰ τέτοια.
Πρῶτα πρῶτα, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν χρησιμοποιεῖται πολὺ πλέον, ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει. Πρόκειται γιὰ κάποιες ἄσχημες χειρονομίες τὶς ὁποῖες δὲν μπορῶ νὰ σᾶς ἀναπαραστήσω. Ἂν ψάξετε σὲ κάποιο λεξικό, θὰ τὶς βρεῖτε. Αὐτὲς οἱ χειρονομίες λέγονται "ἀντιβασκάνια". Καὶ εἶναι, ὅπως σᾶς εἶπα ἀρχικά, αὐτὲς οἱ χειρονομίες. Ἐμεῖς, φυσικά, δὲν θὰ κάνουμε ποτὲ καμία τέτοια χειρονομία. Ὑπάρχει μία χειρονομία τὴν ὁποία οὔτε ἐγὼ φανταζόμουν ὅτι μποροῦσε νὰ ἀποτελεῖ ἀντιβασκάνιο ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια, ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Πράγματι, βρήκαμε τέτοια ἀντικείμενα μὲ αὐτὴν τὴ χειρονομία, τὴν ὁποία πολλὲς φορὲς κάνουν οἱ ἄνθρωποι, καὶ εἶμαι σίγουρος ὅτι οὔτε αὐτοὶ οὔτε ἐγὼ ποὺ σᾶς τὰ λέω πρῶτα δὲν τὸ ἀντιλαμβανόμουνα ἢ θὰ ὑποπτεύονταν ὅτι αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελεῖ ἀντιβασκάνιο. Δὲν μένω ὅμως περισσότερο σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο.
Κοινότατο μέσο εἶναι τὸ φτύσιμο. Δηλαδή, ἐὰν κάποιος θέλει νὰ μὴν ματιαστεὶ ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει ὅτι ματιάζει, τότε φτύνει στὸν κόρφο του τρεῖς φορές, λέγοντας "φτού, φτού, φτού". Ἤ, γιὰ νὰ μὴν βασκαθεῖ καὶ νὰ μὴν ματιαστεὶ ὁ ἄλλος, τότε φτύνει εἴτε πραγματικὰ εἴτε εἰκονικά, λέγοντας "φτού, φτού, φτού". Δὲν γίνεται τίποτα παραπάνω· εἴτε εἰκονικὰ εἴτε πραγματικά, φτύνει τρεῖς φορές, λέγοντας νὰ μὴν βασκαθεῖ. Καὶ μάλιστα, πολλὲς φορὲς βλέπετε γυναῖκες ἢ ἄντρες νὰ ἐπισκέπτονται ἕνα σπίτι καὶ νὰ βλέπουν ἕνα ὡραῖο παιδάκι τῆς οἰκογένειας, ἕνα παιδάκι ἔξυπνο καὶ ζωηρό, καὶ νὰ λένε: "Φτού, φτού, νὰ μὴν βασκαθεῖ!". Λοιπόν, προσέξτε ἐδῶ: Ἔχουμε τὸ φτύσιμο. Στὴν πραγματικότητα, ξέρετε τί "φτύνομαι"; Τὸ βάσκανο μάτι.
Εἶδα, μάλιστα, μιὰ πλάκα ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα καὶ ἀπεικονίζεται στὴ Μεγάλη Ἐγκυκλοπαίδεια. Αὐτὴ ἡ πλάκα φέρει μιὰ παράσταση μὲ ἕνα μεγάλο μάτι, τὴν ὁποία ὅμως δὲν μπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω ἀναλυτικὰ· δὲν λέγεται, δηλαδή, πῶς τὸ προσβάλλουν αὐτὸ τὸ μάτι. Ἔτσι, νὰ πάω νὰ ἀφοδεύσω ἐπάνω στὸ μάτι· νὰ ρίξω κόπρανα πάνω στὸ μάτι γιὰ νὰ καταστρέψω τὴ δύναμή του.
Ἐδῶ σᾶς θυμίζω κάτι: Ὅταν βρεθοῦν μάγια στὸ σπίτι, τότε ἡ νοικοκυρὰ τὰ μαζεύει χωρὶς νὰ τὰ πιάσει ἀπ' εὐθείας μὲ τὰ χέρια της. Τὰ πιάνει μὲ μιὰ τσιμπίδα καὶ πηγαίνει καὶ τὰ ρίχνει στὸ ἀποχωρητήριο. Δηλαδή, οὐσιαστικά, αὐτὸ ποὺ κάνει δὲν γίνεται ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τόπος γιὰ νὰ τὰ πετάξει, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι σὰν νὰ λέει: "Ἔτσι νὰ γίνει, καὶ τέτοιοι νὰ γίνουν, βόθρος νὰ γίνει ἡ ζωὴ ἐκείνων ποὺ ἔκαναν τὰ μάγια". Λοιπόν, καὶ ἐδῶ εἶναι σὰν νὰ λέει: "Ἔτσι νὰ γίνει τὸ μάτι ἐκείνου ποὺ ματιάζει· δηλαδή, νὰ ὑποστεῖ τὶς συνέπειες τῶν πράξεών του" καταλαβαίνετε..
Παιδιά, ἐδῶ περιττεύει νὰ σᾶς πῶ ὅτι στὴν πραγματικότητα ὁ χριστιανὸς οὔτε ματιάζει οὔτε ματιάζεται. Ἀλλὰ ὁ ἀληθινὸς χριστιανός. Γιατί ; Γιατί εἶναι φορέας εὐλογίας. Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι ἀληθινοὶ χριστιανοί, καταλαβαίνετε ὅτι ἔχουν δεχθεῖ ἐπίδραση ἀπὸ τὸν σατανᾶ. Ὡστόσο, προσέξτε με! Ὁ χριστιανὸς ὅταν βρεθεῖ μπροστὰ σὲ τέτοιες καταστάσεις, οὔτε κινήσεις θὰ κάνει (ὅπως σᾶς εἶπα), οὔτε θὰ φτύσει, οὔτε θὰ πεῖ "μὴ βασκαθεῖς"· δὲν θὰ πεῖτε τίποτα ἀπ' ὅλα αὐτά. Ἀντίθετα, θὰ πεῖ τὸ ἑξῆς: "Νὰ σὲ εὐλογεῖ ὁ Θεός". Βλέπετε ἕνα ὡραῖο, χαριτωμένο παιδάκι, θὰ πεῖτε: "Παιδάκι μου, νὰ σὲ εὐλογεῖ ὁ Θεός", χωρὶς φτυσίματα καὶ παρόμοιες ἐνέργειες.
Μπορεῖτε, ἐπίσης, νὰ τὸ σταυρώσετε. Ἢ θὰ τὸ σταυρώσετε ἐπάνω στὸ κεφάλι του, μὲ τὰ τρία δάκτυλα ὅπως συνηθίζετε, ἢ ἀκόμα καὶ ἀπὸ μακριά. Προσέξτε με, μπορεῖτε καὶ ἀπὸ μακριά, λέγοντας: "Παιδάκι μου, νὰ σὲ εὐλογεῖ ὁ Θεός".
Ὅταν καμιὰ φορὰ πηγαίνω σὲ κάποιο καινούργιο σπίτι, συμπίπτει νὰ μοῦ λένε οἱ ἰδιοκτῆτες: "Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε τὸ σπίτι μας". Μόλις προχωρήσω ἐκεῖ, στὴν πόρτα, καθὼς βρίσκομαι ἀκόμα στὸ κατώφλι, εὐλογῶ τὸ σπίτι. Προσέξτε, λέω γιὰ τὸ οἴκημα: "Νὰ τὸ εὐλογεῖ ὁ Θεός". Αὐτὸ κάνουμε ἐμεῖς. Καὶ μετὰ στρέφομαι καὶ πρὸς τοὺς ἐνοίκους καὶ λέγω: "Νὰ σᾶς εὐλογεῖ καὶ ἐσᾶς ὁ Θεός". Βλέπετε; Οὔτε σκόρδα νὰ βάλουμε, οὔτε κρεμμύδια, οὔτε... τὰ γνωστά, θὰ σᾶς τὰ πῶ λίγο πιὸ κάτω, τὰ λεγόμενα ἀντιβασκάνια. Ὄχι. Ὁ χριστιανός σας εἶπα εἶναι φορέας εὐλογίας. Καὶ ὁ Κύριος μᾶς εἶπε παντοῦ καὶ πάντοτε νὰ εὐλογοῦμε.
Τὰ ἀποτρεπτικὰ μέσα ὅμως τῆς βασκανίας ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τίποτα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωή, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποτρέπουν, διώχνουν τὸ κακὸ τὸ μάτι εἶναι τὰ ἑξῆς: εἶναι ἡ πασίγνωστη μπλὲ χάντρα, τὸ λεγόμενο "ματάκι" ποὺ εἶναι ζωγραφισμένο πάνω της. Εἶναι τὰ περίαπτα, τὰ λεγόμενα φυλακτὰ μὲ τοὺς μαγικοὺς εἰκονισμοὺς ποὺ σᾶς ἀνέφερα τὴν περασμένη φορά. Ξέρετε πόσα τέτοια ἀντιβασκάνια διασώθηκαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ στολίζουν σήμερα τὰ μουσεῖα μας; Πάμπολα. Ἀναφέρει ἕνας βυζαντινολόγος σὲ μιὰ θαυμάσια καὶ ἐκτενῆ μελέτη του. Γράφει τὸ ἑξῆς: ὅτι μέσα σὲ ξεροπήγαδα, ἔχουν βρεθεῖ πάμπολλα τέτοια μαγικὰ στοιχεῖα.
Ἀκόμα, ὅταν χρησιμοποιοῦνται μαγικοὶ εἰκονισμοί, φὲρ εἰπεῖν τὸ μάτι. Τί θέλω; Νὰ μὴ ματιαστώ. Ἔτσι, παίρνουν τὸ ψεύτικο μάτι πάνω στὴ μπλὲ χάντρα, κάτι ποὺ στὴν πραγματικότητα ἀποτελεῖ μιὰ μορφὴ ὁμοιοπαθητικῆς ἀποτροπῆς. Γιὰ νὰ τὸ καταλάβετε αὐτό: ὅταν καῶ στὴ φωτιά, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ πάω νὰ βάλω τὸ χέρι μου στὴν ψύχρα, στὸ ψυγεῖο ἢ στὸν πάγο. Ἀντίθετα, γιὰ νὰ γιάνει τὸ κάψιμο, πρέπει νὰ πλησιάσω ξανὰ τὸ χέρι μου κοντὰ στὴ φωτιά. Αὐτὸ εἶναι πασίγνωστο. Ἰσχύει ὅμως καὶ τὸ ἀντίστροφο: ἐὰν πάθω κρυοπαγήματα στὰ πόδια ἢ στὰ ἄκρα μου, "κάηκα" ἐὰν πάω στὴν φωτιά, θὰ πάθω γάγγραινα καὶ θὰ ἀναγκαστοῦν νὰ μοῦ κόψουν τὸ δάχτυλο. Ποῦ πρέπει νὰ πάω σὲ περίπτωση κρυοπαγήματος; Πάλι στὸ κρύο. Ἄυτο ὀνομάζεται ὁμοιοπαθητικὴ θεραπεία.
Λοιπὸν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λειτουργεῖ καὶ τὸ ψεύτικο μάτι: στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ προσπάθεια ἀποτροπῆς τοῦ κακοῦ μὲ ὁμοιοπαθητικὸ τρόπο. Δηλαδή, σᾶς κάνω ἐξηγήσεις αὐτῶν τῶν πραγμάτων γιὰ νὰ μάθετε τί ἀκριβῶς σημαίνουν, νὰ τὰ ἐκτιμήσετε δεόντως καὶ νὰ μὴν κάθεστε παιδιὰ νὰ ἀσχολεῖστε μὲ αὐτά. Ἐσεῖς ξέρετε τί θὰ λέτε: "Τοῦ Κυρίου εἰμι". Εἶμαι τοῦ Κυρίου, τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ εἶμαι. Δὲν φοβᾶμαι τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά". Θὰ κάνω τὸν σταυρό μου καὶ θὰ φεύγω. Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζουμε τὴ φύση αὐτῶν τῶν πραγμάτων.