†. Προσέξτε, ὁ Κύριος, ὅταν μπῆκε στὸν Ἰορδάνη ποταμό, τότε μετέδωσε στὰ νερά "τον χρῶτον τῆς Θεότητος". Ἂς τὸ δοῦμε αὐτὸ λίγο πιὸ κοντά. Βέβαια, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου ἦταν ἀνθρώπινη φύση, ἑκατὸ τοῖς ἑκατό. Ὅμως, ὅπως μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ὅτι ἐν αὐτῷ (στὸν Ἰησοῦ) κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» Κόλ. 2, 9 Καὶ ὅταν λέμε πλήρωμα, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶχε ἕνα κομματάκι τῆς Θεότητος ἢ τοῦ ἑαυτοῦ Του· μία εἶναι ἡ οὐσία. Γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας, μία εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀκατανόητο πρᾶγμα. Μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, κατοικοῦσε πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητος. Πιστεύω ὅτι ἔχετε βρεῖ αὐτὴ τὴ φρασούλα: «πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητος». Ποτὲ δὲν χωρίστηκε ὁ Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ποτέ! ποτέ!
Τώρα, ἡ Θεότητα στὸ πρόσωπο ὅμως —στὸ ἕνα πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου— ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν κτίση καὶ μεταδίδει διὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τί μεταδίδει; Τώρα, ἐδῶ ἐπιτρέψτε μου νὰ κάνουμε μία μικρὴ ἀνάπτυξη, πάρα πολὺ χρήσιμη. Βέβαια δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ θὰ μιλήσουμε γι' αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα.
Πῶς ἐπικοινωνεῖ ἡ Θεότητα μὲ τὴν κτίση; Ἡ Θεότης εἶναι πνεῦμα. Πνεῦμα ὁ Θεός. Ἐνῷ ὁ κόσμος, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς βέβαια δημιουργεῖ, ὁ Θεὸς δημιούργησε ἐκεῖνο τὸ ἀκατανόητο ἐκ τοῦ μηδενός. Τὸ ἀκατανόητο, τὸ φιλοσοφικά —δηλαδὴ λογικὰ— ἀκατανόητο. Πῶς ἐκ τοῦ μηδενὸς ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν κόσμο; Δὲν προϋπῆρχε κάποιος ἄλλος κόσμος, τὸν ὁποῖον χάλασε καὶ μὲ τὰ ὑλικά του κτίζει τὸν γνωστό μας κόσμο. Οὔτε ἔδωσε ἀπὸ τὴ δική Του τὴν οὐσία νὰ γίνει ὁ ὑλικὸς κόσμος, διότι τότε θὰ εἶχε κοινωνία οὐσίας ἡ κτίση μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ἄπαγε! Βλασφημία φοβερή! Πέφτουμε, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε, στὸν πανθεϊσμό. Γι' αὐτὸ εἶναι ἕνα μυστήριο ἀκατανόητο ἡ ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία τοῦ κόσμου.
Πῶς ὅμως ἐπικοινωνεῖ; Κατ' ἀρχὰς δημιουργεῖ καὶ ὕστερα ἐπικοινωνεῖ ὁ ἄκτιστος καὶ ὄντως πνευματικὸς Θεός. Πνευματικὸς μὲ τὴν ἔννοια ὄχι τοῦ Τρίτου Προσώπου, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι "πνεῦμα ὁ Θεός". Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια. Ὁ ἄϋλος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὴν κτίση καὶ μὲ τὰ γεγονότα ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὴν κτίση, μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοῦτα κι ἐκεῖνα. Πῶς ἐπικοινωνεῖ; Ἐπικοινωνεῖ διὰ τῶν λεγομένων ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες εἶναι, ὅ,τι εἶπα, ἄκτιστες. Δηλαδή, ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ποὺ προβάλλονται, δηλαδὴ βγαίνουν πρὸς τὰ ἔξω.
Τώρα, λέμε πρὸς τὰ ἔξω. Ὑπάρχει στὸν Θεὸ «μέσα» καὶ «ἔξω»; Βεβαίως, θὰ λέγαμε, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐρευνᾶ καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἡ ἀνθρώπινη γλῶσσα εἶναι ἀνεπαρκής. Λέμε «τὸ ἔξω τοῦ Θεοῦ». Εἶναι ὁ Θεὸς κάπου ποὺ νὰ σταματάει, νὰ ἔχει ὅρια, ὥστε νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸ «ἔξω» Του; Γι' αὐτό σας εἶπα, εἶναι ἀνεπαρκὴς μία ἀνθρώπινη γλῶσσα γιὰ νὰ μιλήσει γι' αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅπως μπορεῖ κανεὶς νὰ μιλήσει ἀνθρώπινα, οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες εἶναι ἡ λεγόμενη ἐξωτερικὴ προβολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἐκφράζεται ἐξωτερικὰ διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του. Μὲ αὐτὲς ἔκτισε τὸν κόσμο. Εἶναι ὅμως οἱ ἐνέργειες ἄκτιστες καί, κατὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι Θεότης. Οἱ ἐνέργειες οἱ ἄκτιστες εἶναι Θεότης.
Ἐν τούτοις, ὑπάρχει μιὰ διάκριση στὸν Θεό. Εἶναι τρία πράγματα ποὺ διακρίνονται στὸν Θεό. Πρῶτον, ἡ οὐσία. Δεύτερον, τὸ πρόσωπο. Καὶ τρίτον, οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες. Διὰ τῶν ἀκτίστων λοιπὸν ἐνεργειῶν γίνεται ὁ κόσμος. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἄκτιστος ἐνέργεια. Ὁ Θεὸς λοιπὸν ἀπὸ ἀγάπη δημιουργεῖ τὸν κόσμο, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἐνέργεια ἄκτιστη. Εἶναι Θεότης. Μὲ βάση τὴν τριπλῆ διάκριση ποὺ σᾶς εἶπα προηγουμένως. Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἐκπληκτικό, ἀνεπανάληπτο καὶ ἀκατανόητο, εἶναι ὅταν ἕνα πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος —δηλαδὴ ὁ Θεὸς Λόγος— περιβάλλεται τὴν κτιστὴ δημιουργία, ὑπὸ τὴ μορφὴ βεβαίως ἑνὸς ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι κτιστός.
Ἔτσι λοιπόν, ἔρχεται τώρα ἡ Θεότητα στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ Λόγου, ποὺ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἔρχεται σὲ ἐπαφή —αὐτὸ εἶναι πρωτόγνωρο στὴν ἱστορία, ἂν καὶ ἡ ἔκφραση «στὴν ἱστορία τοῦ Θεοῦ» εἶναι τεχνικὰ ἐσφαλμένη γιατί ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἱστορία, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε. Εἶναι πρωτόγνωρο, πρωτοφανές, ἀνεπανάληπτο, νὰ ἔλθει σὲ κοινωνία ὁ ἀπρόσιτος Θεός, ὅπως γράφει στὸν Τιμόθεο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον» Α Τίμ. 6, 16 ἔρχεται σὲ κοινωνία, ὄχι τώρα διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Τοῦ μὲ τὴν κτίση, ἀλλὰ κατὰ ἕναν τρόπο προσωπικό. Ἂν ἔχετε λίγη φιλοσοφικὴ καλλιέργεια καὶ μιὰ θεολογικὴ διάθεση, θὰ καταλάβετε αὐτὸ ποὺ εἶπα, ὅτι εἶναι ἐκπληκτικό! Δὲν ξέρω τί μπορεῖ νὰ ἐκφράσει αὐτὸ τὸ ἐκπληκτικὸν ὅτι ὁ Θεὸς ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ δημιουργία Του, διὰ μέσου τῆς ἐνανθρωπήσεως, ὥστε νὰ φτάνει ὁ Ἅγιος Κύριλλος νὰ λέγει τὴ φράση: «ἐν Ἰορδάνῃ λουσάμενος ποταμῷ καὶ τῶν χρώτων τῆς θεότητος μεταδοὺς τοῖς ὕδασιν». Ποιά εἶναι τὰ χρῶτα τῆς Θεότητας; Ἡ Θεότητα δὲν ἔχει χρῶτα, δὲν ἔχει δέρμα. Ἀλλὰ εἶναι ὅμως ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Θεοῦ Λόγου ποὺ ἔχει δέρμα. Καὶ ἔτσι, τρόπον τινά, ἡ Θεότητα ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν κτιστὴ δημιουργία, ὄχι πιὰ διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καταπληκτικό, τὸ ἀκατανόητο, τὸ βαθύ. Ἂν εἴχαμε ἐδῶ ἕναν Πλάτωνα καὶ ἄκουγε αὐτὴ τὴ θέση –τὴν ὁποία σήμερα ἐμεῖς τὴν ξέρουμε γιατί ὁ Θεὸς Λόγος ἐνανθρώπησε καὶ μᾶς εἶναι πιὰ κοινὸς τόπος– θὰ ἔμενε μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀρθρώσει λέξη ἂν συνελάμβανε, καὶ θὰ συνελάμβανε, αὐτὴ τὴν ἔννοια. Δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ τὸ συλλάβει αὐτό, ἔπρεπε νὰ ἔχουμε τὸ γεγονὸς γιὰ τὸ συλλάβει, γι' αὐτὸ καὶ ὁ Πλάτων μιλοῦσε γιὰ τὶς ἰδέες. Ἐπιτρέψτε μου τὴν εὐκαιρία νὰ ἀναφέρω ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἀντιστοιχία. Προσέξτε, πρὸς Θεοῦ, δὲν δανείστηκε τὸ Εὐαγγέλιο τίποτα ἀπὸ τὸν Πλάτωνα. Ὅμως οἱ ἰδέες κατὰ τὸν Πλάτωνα εἶναι ἄκτιστες, ὅπως καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἄκτιστος. Καὶ διὰ τῶν ἰδεῶν ὁ Θεὸς τώρα δημιουργεῖ τὸν κόσμο ἤ, καλύτερα, στολίζει τὸν κόσμο· τὸν κοσμεῖ. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι δημιουργὸς τοῦ κόσμου κατὰ τὸν Πλάτωνα, ἀλλὰ εἶναι κοσμητής, ὄχι δημιουργός, διότι προϋποθέτει τὴν ὕλη προϋπάρχουσα ὡς ἀρχή. Ὅλη ἡ ἀρχαία φιλοσοφία εἶναι δυαρχική. Ἂν λοιπὸν μάθαινε ὁ Πλάτων αὐτὴ τὴ χριστιανικὴ θέση, θὰ ἔμενε ἄναυδος. Κι ἐγὼ πιστεύω κάτι· θὰ ἐγκατέλειπε τὴν περὶ ἰδεῶν θεωρία του καὶ θὰ ἐγίνετο ἕνας βαθὺς χριστιανός, ἐγὼ τὸ πιστεύω. Γι' αὐτὸ καὶ σὲ μερικὲς ἐκκλησίες στὴ βόρειο Ἑλλάδα καὶ μάλιστα στὴ δυτικὴ Μακεδονία, ἱστοροῦν στὸν πρόναο τὸν Πλάτωνα, τὸν Σωκράτη, τὸν Ἀριστοτέλη. Ἴσως σκέφτηκαν ὅπως αὐτὴ τὴ στιγμή σας μιλάω ἐγώ, ἢ ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὁ ὁποῖος μίλησε γιὰ τὸν σπερματικὸ λόγο· ὅτι δηλαδή, ἐν σπέρματι, οἱ ἀλήθειες τοῦ Θεοῦ προϋπῆρχαν στοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια, θὰ ἦταν βαθὺς ἅγιος ὁ Πλάτωνας.
Βέβαια ὁ Θεὸς ξέρει ἂν ἀκόμη σώθηκαν ἢ θὰ σωθοῦν. Προσωπικὰ πιστεύω ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὸν Ἅδη καὶ ἀκούστηκε τὸ κήρυγμα μετανοίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ προηγήθηκε ἐκεῖ, ὁ Πλάτων, πιστεύω ὅτι ἐπίστεψε στὸν Χριστό. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς δὲν ἀδικήθηκαν, γιατί ἐκεῖ στὸν Ἅδη ἔγινε τὸ κήρυγμα πίστεως στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅποιος πίστεψε εἰς τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σώθηκε. Ὅταν ὁ Κύριος ἔφυγε ἀπὸ τὸν Ἅδη, μετέβαλε τὸ κλίμα τοῦ Ἅδου σὲ παράδεισο, ἀνῆλθε ἐπάνω στὴ γῆ γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο Του καὶ κατόπιν νὰ φύγει γιὰ τὸν οὐρανό.
Ὅλα αὐτὰ τὰ εἴπαμε γιὰ νὰ δεῖτε πῶς ἐπικοινωνεῖ ἡ Θεότητα μὲ τὴ δική Της δημιουργία, ὥστε νὰ καταλάβουμε πληρέστερα ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι βρίζουν τὸν Ἰησοῦ Χριστό, βλασφημοῦν ἢ Τὸν ἀρνοῦνται; Τί κρῖμα. Θὰ ἤθελα, ἀγαπητοί μου, ἐσεῖς ποὺ ἀκοῦτε αὐτὰ τὰ λίγα λόγια, νὰ μπορέσετε νὰ ἐκτιμήσετε, νὰ ἐκτιμήσουμε ὅλοι μας, βαθύτατα τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ μᾶς συγκινεῖ βαθιά.
Ἦρθε κάποιος σήμερα, πιθανὸς μὲ ἀκούει —δὲν πειράζει, καὶ θέλω νὰ μὲ ἀκούει, γιατί δὲν τοῦ εἶπα τίποτε, μόνο τὸν ἄκουσα. Μοῦ ἐξομολογήθηκε πὼς ὅταν εἶναι μόνος του —καὶ τοῦ πρότεινα ὄντως νὰ ἐπιζητὰ τὴ μόνωση— αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ξεφωνήσει γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ναί. Ἐὰν ἕνας Ἀρχιμήδης πετάχτηκε γυμνὸς ἀπὸ τὸ λουτρό, χωρὶς νὰ λογαριάσει τὴ γύμνωσή του, ἐπειδὴ ὁ ἐνθουσιασμός του τὸν ἔκανε νὰ ξεχάσει ὅτι ἔκανε τὸ μπάνιο του, φωνάζοντας «Εὕρηκα!», ἐπειδὴ ἀνακάλυψε τὴν ἄνωση τῶν σωμάτων καὶ τὸ πῶς ἕνα σῶμα χάνει βάρος μὲς στὸ ὑγρό, ἀναλογιστεῖτε ἐκεῖνον ποὺ ἀνακαλύπτει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, πῶς πρέπει νὰ αἰσθάνεται; Σοῦ ἔρχεται νὰ ξεφωνήσεις, σοῦ ἔρχονται δάκρυα. Αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι τα ὡραιότερα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀναβλύσουν, γιατί δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλῆ χαρά, ἀλλὰ γιὰ κάτι πολὺ ἀνώτερο. Εἶναι αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ νιώθει κανεὶς ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὄχι ἁπλῶς ἀγγίζει ἐξωτερικὰ τὴ δημιουργία Του, ἀλλὰ ἀγγίζει τὴν ἴδια τήν ἀνθρώπινη καρδιὰ καὶ τὴν ἀλλοιώνει. Διότι ἅπαξ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, ἀγγίζει πλέον τὰ πάντα: καὶ τοὺς ἀνθρώπους –ἀφοῦ ἔγινε ἄνθρωπος– καὶ τὶς ἀνθρώπινες καρδιές.