Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπατάλη.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπατάλη.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Μαρτίου 2025

«Ἡ σπατάλη» (β΄).

†. Ἐνθυμεῖσθε, παιδιά, τήν περασμένη φορά εἴχαμε μιλήσει διά τήν σπατάλην, ὅταν στήν πνευματική του διαθήκη ὁ Τωβίτ, λέγει: «Διότι ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ ἀπώλεια καὶ ἀκαταστασία πολλή, καὶ ἐν τῇ ἀχρειότητι -καί εἴχαμε πεῖ ὅτι «ἀχρειότης» εἶναι ὅτι ξοδεύουμε χωρίς νά τό χρειαζόμαστε. Βέβαια, ἡ λέξις αὐτή ἔχει κι ἄλλη σημασία, κι ἄλλες πολλές- ἐλάττωσις καί ἔνδεια μεγάλη -δηλαδή ἔχουμε ἐλάττωση ἀγαθων καί ἔνδεια (φτώχεια), μεγάλη-· ἡ γὰρ ἀχρειότης μήτηρ ἐστὶ τοῦ λιμοῦ». «Διότι ἡ σπατάλη εἶναι ἡ μάνα τῆς πεῖνας». Αὐτά, παιδιά, μᾶς λέει θεοπνεύστως ὁ Τωβίτ, καί τήν περασμένη φορά ἤδη εἴδαμε μερικά στοιχεῖα γύρω ἀπό τήν σπατάλην. Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἄς ὁλοκληρώσουμε τό θέμα μας. 

     Ἡ σπατάλη ταυτίζεται μέ τήν ἀσωτεία, καί μάλιστα καί γραμματολογικῶς. Μᾶς πληροφοροῦν τά λεξικά ὅτι ἀσωτεία σημαίνει σπατάλη. Μάλιστα ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς ἐτυμολογεῖ καί λέγει (ἄς ποῦμε ὅτι ἐτυμολογεῖ) καί λέγει στόν «Παιδαγωγό» του: «Ἀσώστους αὐτούς κατά ἔκθλιψιν τοῦ σίγμα στοιχείου νενοηκότες». Πρέπει, λέει, νά νοήσουμε τήν ἔκθλιψη τοῦ σίγμα (σ), ὥστε ἀπό τήν λέξη «ἄσωστος» νά περνάω στήν λέξη «ἄσωτος». Ἔτσι, βλέπει κανείς καθαρά ὅτι ὁ ἄσωστος, ποιός εἶναι ὁ ἄσωστος; Αὐτός πού δέν σώζεται, αὐτός πού δέν ἔχει ὁλοκληρία, αὐτός πού δέν σώζεται, δέν εἶναι σῶος, καί συνεπῶς ὁ μή σωζόμενος, δηλαδή ὁ ἄσωτος ἀφοῦ κατ’ ἔκθλιψιν -ὅπως λέγει ἐδῶ ὁ Κλήμης- βγάλαμε τό σίγμα, καί ἔτσι, ἄσωτος σημαίνει πιά αὐτός πού δέν ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας. Ποιός εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄσωτος ἤ ὁ ἄσωστος; Αὐτός πού δέν ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας. 

     Ἐπί ἠθικῆς ἐννοίας ὁ ἄσωτος (ἤ ἄσωστος) εἶναι ὁ σπάταλος, ὁ ἀκόλαστος -αὐτά εἶναι παρμένα ἀπό τό λεξικό- ὁ διεφθαρμένος, ὁ ἐξώλης (δηλαδή αὐτός πού εἶναι παντελῶς κατεστραμμένος), ὁ μή περισκοπῶν τό μέλλον, αὐτός πού δέν βλέπει γύρω του διά τό μέλλον, ὁ ὅλος τῆς σήμερον ἡμέρας, αὐτός πού ζεῖ μόνο γιά τή σημερινή ἡμέρα, δέν βλέπει τίποτε παρακάτω, ὁ ρίπτων τά χρήματα, αὐτός πού σκορπάει τά λεφτά του, ὁ καταναλίσκων, ὁ «ἀπολλύς» (:αὐτός πού καταστρέφει). Βλέπετε πόσα συνώνυμα ὑπάρχουν τῆς ἐννοίας «ἄσωστος» καί «ἄσωτος», δηλαδή ὁ σπάταλος, πόσα πράγματα! Ἔ βέβαια, πῶς εἶναι δυνατόν ποτέ νά σκεφτομαι τήν αὔριον ἐάν ὅλα τά ξοδεύω σήμερα! Εἶναι δυνατόν ποτέ; 

     Συνεπῶς, πρόκειται περί ἑνός μεγάλου κεφαλαίου, κάτι πού συνιστᾶ κάτι πολύ σημαντικό στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό ἠθικῆς πλευρᾶς. Ἔτσι σημειώνει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος: «Ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐσπαταλήσατε». Ἐξάλλου «τρυφῶ» θά πεῖ «ἀπολαμβάνω», ἐκεῖνο τό ὁποῖο μπορῶ νά ἔχω, νά τό ἀπολαμβάνω. Μπορεῖ κάποτε νά αἰσθάνεται κανείς τρυφή καί μέ σκέτο ψωμί, ὅταν τό τρώγει κατά ἕναν τρόπο ἀπολαυστικό. Θά τό δεῖτε, ὅμως, σέ δυό πράγματα· ὅταν κάποιος τρώει ἕνα γλυκό ἤ ἕνα παγωτό, τό τρώει λίγο-λίγο, στήν πραγματικότητα προσπαθεῖ νά τό ἀπολαύσει. Ἐδῶ θά χρησιμοποιούσαμε τήν λέξη τρυφή-ἀπόλαυση. Ἔχετε δεῖ -κυρίως γυναῖκες, καμιά φορά καί ἄνδρες- νά καπνίζουν μέ τήν εἰκόνα τῆς τρυφῆς; Τῆς ἀπολαύσεως; Ἀφήνουν τόν ἑαυτό τους μές στό τσιγάρο, πίνουν μία δόση γερή τσιγάρου, κρατοῦν κάποιον χρόνον τόν καπνό στούς πνεύμονες, καί μετά μέ μίαν ἀπόλαυση, τόν βγάζουν τόν καπνόν αὐτόν. Κυρίως οἱ γυναῖκες! Ἡ γυναῖκα εἶναι ἐπιρρεπής εἰς τήν ἀπόλαυσιν, εἰς τήν τρυφήν. Ἔτσι λέει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος: «Ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς -εἶναι πολλοί οἱ τομεῖς τῆς τρυφῆς- καί ἐσπαταλήσατε -Εἴδατε; Σπαταλήσατε!- καί θρέψατε τίς καρδιές σας, σάν νά ἐπρόκειτο νά ‘σαστε σφαχτάρια γιά τήν ἡμέρα πού θά σᾶς πήγαιναν στό σφαγεῖο γιά σφαγή». Ἔτσι, λέει, θρέψατε τόν ἑαυτό σας, ἔτσι κάνατε τόν ἑαυτόν σας, νά εἴσαστε οἱ ἄνθρωποι οἱ ἀπολαυστικοί. 

     Ἐκεῖνος πού σπαταλᾶ τά ὑλικά πράγματα, μήν ξεχνᾶμε ὅτι σπαταλᾶ καί τό ἴδιο του τό σῶμα, τίς σωματικές του δυνάμεις. Σπαταλῶ τά πράγματα, σπαταλῶ ὅμως καί τόν ἑαυτό μου. Διότι, ὅταν κάνω κατανάλωση ὑπερβολική κρασιοῦ, πέστε μου, σᾶς παρακαλῶ, μέ τήν μέθη δέν σπαταλῶ τόν ἑαυτό μου; Ὅταν ζῶ ξενύχτια, δηλαδή διασκέδαση μέ ξενύχτι, δέν σπαταλῶ τόν ἑαυτό μου; Ὅταν χρησιμοποιῶ τό τσιγάρο, πού σᾶς εἶπα προηγουμένως, τά ναρκωτικά, ὅλα αὐτά δέν εἶναι μία αὐτοσπατάλη; Δηλαδή, νά τό ποῦμε, αὐτοκαταστροφή; Σπαταλᾶ, ἀκόμη, ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει μέσα του τό στοιχεῖον τῆς σπατάλης, καί τήν καρδιά του, σπαταλᾶ καί τήν ψυχή του. Δέν ξέρω ἄν ποτέ ἔχετε ἀντιληφθεῖ ὅτι ὅταν σπαταλᾶμε τά αἰσθήματά μας τεῖδε κακεῖσε, στήν ποικίλη ἀνηθικότητα, κάποτε ξεθυμαίνουμε. Συνηθίζω νά λέγω -ἄν τό ‘πα καμμιά φορά σέ σᾶς, δέν θυμοῦμαι- ὅτι ἡ καρδιά μοιάζει μέ ἕνα ἀλάβαστρο. Ἀλάβαστρον εἶναι ἕνα φιαλίδιον, πού ἤτανε –παλιά τό ‘κάναν ἔτσι, ἐκεῖ πού ὑπῆρχαν λατομεῖα ἀλαβάστρου (στήν Αἴγυπτο ὑπῆρχαν τέτοια, εἶναι θειοῦχος γύψος τό ἀλάβαστρον, ἄν καλά σᾶς τό λέω… Δέν θυμοῦμαι μπορεῖ νά κάνω καί λάθος)- λοιπόν πάντως μιά μαλακή πέτρα, πολύ μαλακή, πολύ εὔκολα ξύνεται-σκαλίζεται κι ἔκαναν φιαλίδια. Στά φιαλίδια αὐτά ἔβαζαν ἄρωμα. Καί ἐβούλωναν τό ἄρωμα, τά φιαλίδια αὐτά, κατά τρόπον πού νά μήν μπορεῖ κανείς νά τό ἀνοίξει, παρά μόνο ἐάν ἔσπαζε τόν λαιμό τοῦ φιαλιδίου. Καί βέβαια ἤτανε μιᾶς χρήσεως αὐτό, ἔπαιρνες τό φιαλίδιο (τ’ ἀγόραζες) τό ‘σπαζες ἀπό πάνω, ἔ, καί ἔπαιρνες τό ἄρωμα ἀπό μέσα. Ἔτσι μοιάζει ἡ καρδιά μ’ ἕνα ἀλάβαστρο πού μέσα της ἔχει κάποιο ἄρωμα. Εἶναι τό ἄρωμα τῶν συναισθημάτων καί κυρίως τά συναισθήματα ἐκεῖνα τά ὁποῖα θά ὑπάρξουν μέσα εἰς τόν γάμον. Ἔρχεσαι ἐσύ πρώϊμα, πρίν τήν ὥρα σου, καί σπάζεις αὐτόν τόν λαιμόν τοῦ φιαλιδίου (τοῦ ἀλαβάστρου) καί δέν κλείνει πιά. Ὅλο τό ἄρωμα αὐτό φεύγει. Ἔτσι τό τό ἄρωμα τῶν συναισθημάτων τῆς καρδίας ἐξαφανίζεται ὅταν λές: «Ἀγαπῶ κι αὐτόν, ἀγαπῶ κι αὐτήν… κι ἐκεῖνον… κι ἐκεῖνον…» καί δίνεις τήν καρδιά στόν ὅποιον-ὅποιον, ὁποιαδήποτε ὥρα καί ὁποιαδήποτε στιγμή. Στήν πραγματικότητα κάνεις σπατάλη αἰσθημάτων, καί ὅπως λέει κάποιο χωρίο, ἄν ὁ Κύριος ἐπισκεφτεῖ τήν καρδιά, τί θά κάνουν ἐκεῖνοι πού ἔχασαν τήν καρδιά τους; Ἐδῶ, θέ λέγαμε, ἐκείνων ἡ καρδιά πού ξεθύμανε, ὅταν θά ‘ρθει ἡ ὥρα νά δώσεις τήν καρδιά σου καί τά αἰσθήματά σου (ἐκεῖ πού πρέπει!), τότε τί θά κάνεις, ὅταν πιά ἔχεις μία ξεθυμασμένη καρδιά; Πολύ θά ἐπιθυμοῦσα, παιδιά, νά θυμόσαστε αὐτό πού σᾶς εἶπα: Προσέχετε, μή σπαταλᾶτε τεῖδε κακεῖσε τά αἰσθήματά σας.

     Ὁμοίως σπαταλοῦμε τό «κατ’ εἰκόνα», πού εἶναι ἡ περιουσία τοῦ πατέρα. Θυμόσαστε τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ὅταν ἐκεῖ … ἐπῆρε, λέει, «τήν οὐσίαν» τοῦ πατέρα («τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας»). Στήν πραγματικότητα τί εἶναι τό «ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας»; «Οὐσία» θά πεῖ περιουσία. Ποιό εἶναι αὐτό τό στοιχεῖο τῆς περιουσίας πού ἔχουμε ἀπό τόν Πατέρα; Εἶναι τό κατ’ εἰκόνα. Τό παίρνουμε, μᾶς τό δίνει ὁ Θεός –«Σοῦ τό δίνω· πᾶρτο»- κι ἐμεῖς τό σπαταλᾶμε, αὐτό τό στοιχεῖον τό περιουσιακόν, πού εἶναι ἡ περιουσία τῶν περιουσιῶν! Ἀληθινή μας περιουσία, παιδιά, δέν εἶναι οὔτε τά χωράφια οὔτε τά χρήματα οὔτε οἱ προῖκες… τίποτα, εἶναι τό κατ’ εἰκόνα. Ἄν, λοιπόν, αὐτό τό σπαταλήσεις «ζῶν -ὅπως λέει κι ἡ παραβολή- ἀσώτως», πές μου τί θά κάνεις μετά; Ὅταν στραπατσαρίσεις… -ξέρετε τό κατ’ εἰκόνα συνδέεται μέ τήν προσωπικότητα, συνδέεται ἀναμφισβήτητα- ὅταν, λοιπόν, σπαταλήσεις τήν προσωπικότητά σου, αὐτά τά στοιχεῖα, τά γνωρίσματα πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, πές μου τί θά κάνεις; Κι ἄν γυρίσεις πίσω στόν Πατέρα, σέ ἐρωτῶ: Πόσο στραπατσαρισμένος θά γυρίσεις; Καί τό θέμα δέν εἶναι ἐκεῖ, μακάρι νά γυρίσει κανείς, ἀλλά δέν γυρίζουν ὅλοι. Αὐτό εἶναι τό πάρα πολύ σημαντικό. 

     Ἀκόμη σπαταλᾶται ὁ χρόνος τῆς ζωῆς. Βλέπετε δέν εἶναι μόνο τά χρήματα νά τά σπαταλήσουμε, εἶναι καί ὁ ἑαυτός μας, ἐδῶ τώρα καί ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας, πού δέν τίποτα ἄλλο παρά ἡ πίστωσις τῆς σωτηρίας μας. Ἄν ἐρωτήσετε τί κάνουμε ἐδῶ στήν γῆ; Τήν χαιρόμαστε, ἄν θέλουμε νά τήν χαιρόμαστε, στήν πραγματικότητα ὅμως δίδουμε ἐξετάσεις. Τό ἔχετε αὐτό ἀντιληφθεῖ; Ἄν ἐγώ τώρα σᾶς ὁμιλῶ, στήν πραγματικότητα, δέν εἶμαι ἐγώ ὁ ἐξεταστής, εἴσαστε ἐσεῖς. Ἐσεῖς μέ ἐξετάζετε καί μέ κρίνετε: Σᾶς λέω καλά, αὐτά πού σᾶς λέω; Δίνω ἐξετάσεις! Καί κάθε μέρα ὅλοι μας δίνουμε ἐξετάσεις. Ὄχι στό σχολειό, ἀλλά στήν καθημερινότητα μέσα. Δίνουμε ἐξετάσεις, πώς συμπεριφερόμαστε, πῶς κινούμαστε, πῶς σκεφτόμαστε. Ἔτσι ἡ ζωή μας δέν εἶναι παρά μία πίστωσις χρόνου, γιά τίς καλές μας ἐξετάσεις, γιά νά σωθοῦμε δηλαδή, γιά νά δώσουμε καλήν ἀπολογίαν -ὅπως λένε- εἰς τόν Κύριον, γιά τήν πίστωσιν τῆς ζωῆς πού μᾶς ἔδωσε. Πάντως, παντοῦ βλέπουμε νά ὑπάρχει αὐτό τό πνεῦμα τῆς σπατάλης -δυστυχῶς- πού δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἐκεῖνο τό ἀνώφελο ξόδεμα. Ἀνώφελο. Ὁ σπάταλος ἄνθρωπος, ἀκόμη, εἶναι πνευματικά ρηχός. Εἶναι κάποτε ἀνυπόφορα ρηχός! Καί ἀφιλοσόφητος, ὁ σπάταλος ἄνθρωπος. Ἅμα τοῦ πεῖς «Γιατί εἶσαι σπάταλος;» -ἀπό τά χρήματα μέχρι τόν χρόνον- «Ὢχ καημένε!», θά σοῦ πεῖ. Εἶναι ρηχός, ἀφιλοσόφητος. Δέν φιλοσοφεῖ τήν ζωή. 

     Γι’ αὐτό λέγει ἡ «Σοφία Σειράχ», παιδιά, στό 21ον κεφάλαιον (στίχος 15): «Ἤκουσεν –λέγει- ὁ σπαταλῶν καὶ ἀπήρεσεν αὐτῷ (:Ἂκουσε ἕνα σοφό λόγο, αὐτός πού σπαταλάει, καί δέν τοῦ ἄρεσε (ἔδειξε ἀπαρέσκεια) καὶ ἀπέστρεψεν αὐτὸν ὀπίσω τοῦ νώτου αὐτοῦ». «Ἄντε!» λέει… Πῶς κάτι… ἕνα πρᾶγμα δέν μᾶς ἀρέσει, τό πετᾶμε ἀπό πίσω μας, νά μή τό βλέπουμε. «Τό πέταξε», λέει, «ἀπό πίσω του, γιά νά μήν τό βλέπει». Καί ἄκουσε, λόγον, σοφόν! Ἔτσι μ’ ἐκεῖνα τά γνωρίσματα, τά χαρακτηριστικά, τί γράφει ἕνα λεξικό, ἄν τό θέλετε, τό λεξικό τῶν Liddell-Scott, ὁ σπάταλος ἀκόμη ἀδιαφορεῖ γιά τό μέλλον, ἀφοῦ, λέγει, εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς ἡμέρας, ὁ ὅλος τῆς σήμερον ἡμέρας, δέν κοιτάζει διά τό μέλλον, δέν εἶναι προνοητικός, εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ σήμερα… «Δέν βαριέσαι…», σοῦ λέει. Εἶναι ὁ τζίτζικας καί τό μυρμήγκι ἔ; Ὁ μῦθος αὐτός, εἶναι ὁ τζίτζικας πού… τραγουδάει, προσέξτε… καί τό μυρμήγκι πέφτει -δέν τρώει τόν χειμῶνα τό μυρμήγκι- σέ χειμερία νάρκη, ἀλλά ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι μία εἰκόνα, πού βγῆκε αὐτός ὁ μῦθος, ὁ τζίτζικας εἶναι ὁ ἀνέμελος, δέν τόν νοιάζει ὅτι ἔρχεται ὁ χειμῶνας, ἐνῶ τό μυρμήγκι, μαζεύει. Ναί, εἶναι προνοητικό, εἶναι τό σύμβολο τῆς προνοητικότητας τό μυρμήγκι. 

     Πάντως, βέβαια, ἡ ζωή ἔχει πολλά γυρίσματα, κι ἅμα δοῦμε ἕναν ἄνθρωπο πού εἶναι πεταμένος στόν δρόμο, δέν ξέρουμε γιατί αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεταμένος στόν δρόμο. Μπορεῖ αὔριο, παιδιά, νά δεῖτε ἐμένα -μή σᾶς κάνει ἐντύπωση- πεταμένον στόν δρόμο. Ναί. Ναί! Πεταμένον στόν δρόμο. Ἔχει πολλά γυρίσματα ἡ ζωή, ἀναπάντεχα, ἀνύποπτα, ἀπρόβλεπτα. Ὅμως θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι πάρα πολλοί ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πεταμένοι στόν δρόμο, δέν εἶναι γιατί ἦρθαν τά ἀναπάντεχα γυρίσματα τοῦ καιροῦ καί τῆς ζωῆς, ἀλλά γιατί οἱ ἴδιοι δέν φρόντισαν γιά τήν ζωή τους. Ἐκεῖνο τό «Δέν βαριέσαι!… Μεροδούλι-μεροφάϊ…!». Δέν σκέπτονται τίποτα παρά μόνο -νά μοῦ ἐπιτρέψτε τή ἔκφραση-: «Σήμερα ὅ,τι βγάλαμε, νά τά κοπανήσουμε -ἔτσι τό λένε-, νά τά φᾶμε καί δέν βαριέσαι». Μά αὐτός ὁ ἄνθρωπος, δέν θά γίνει φτωχός; Μιά μέρα δέν θά πεταχτεῖ στόν δρόμο; Καί ποιός τοῦ φταίει; Ἡ ἴδια ἡ ἀπρονοησία του καί ὁ τρόπος ὁ σπάταλος πού ἔχει ζήσει. 

     Πάντως ἡ ἐποχή μας εἶναι γενικά μιά ἐποχή καταναλωτική. Ἐξάλλου δέν τήν ὀνομάζω ἐγώ ἔτσι, πιστεύω ὅτι πολλές φορές θά ‘χετε διαβάσει σέ ἔντυπα… κ.λπ. καί θά ἔχετε δεῖ ὅτι ὄντως χαρακτηρίζεται ἡ ἐποχή μας ὡς καταναλωτική. Δηλαδή καταναλώνει, ξοδεύει-ξοδεύει, καταναλώνει κάτι πού δέν ἦταν τά παλιότερα χρόνια. Πρό τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δέν ὑπῆρχε κοινωνία καταναλωτική γιατί τά ἀγαθά ἦταν περιορισμένα. Καί τό σπουδαῖον εἶναι ὅτι ἡ καταναλωτική αὐτή κοινωνία, δημιουργεῖ μία εἰδική ψυχολογία εἰς τούς καταναλωτές. Ἄν ἔπρεπε νά ἀναλύσουμε αὐτήν τήν ψυχολογία, τήν εἰδική ψυχολογία, θά χρειαζόμαστε, παιδιά, ἕνα μάθημα. Εἶναι μία πολύ περίεργη ψυχολογία. Εἶναι μία ψυχολογία πού δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῆς καταναλωτικῆς ἐποχῆς δέν στηρίζεται ποσῶς εἰς τόν Θεό καί εἰς τήν πρόνοιά Του, παρά μόνο στόν ἑαυτό του. Ἄν αὔριο πρωΐ ἀκούσουμε ἀπ’ τά ραδιόφωνα στίς εἰδήσεις ὅτι κάτι… πόλεμος γίνεται, κάπου ἁρπαζόμαστε. «Μήν ἀνησυχεῖτε, μήν ἀνησυχεῖτε!» Γιατί ἔχει πέσει ὁ σπόρος τοῦ πανικοῦ. Μήν ἀνησυχεῖτε, ἀλλά ἔτσι κι ἀκούσουμε κάτι ξέρετε τί θά κάνουμε; ἀντί νά πᾶμε στίς Ἐκκλησίες, ὅπως πηγαίναμε τό 1940, θά τρέξουμε στά σοῦπερ μάρκετ γιά νά προμηθευτοῦμε ὅ,τι περισσότερο μποροῦμε, ἀδειάζοντας τά ράφια. Ἐξάλλου τό δείξαμε αὐτό τό 1974. Ναί. Ναί. Συνεπῶς αὐτό δέν εἶναι ἕνα στοιχεῖο εἰδικῆς ψυχολογίας τοῦ συγχρόνου καταναλωτοῦ; Πρόνοια εἶναι νά φροντίσει κανείς γιά νά ‘χει κάποια τρόφιμα, ἀλλά ἐδῶ στηρίζουμε τήν ζωή μας ὁλότελα στό νά ἔχουμε νά καταναλώνουμε… κ.λπ… κ.λπ… κ.λπ.

     Ἀλλά δέν μᾶς ἐνδιαφέρουν ἀκόμη -ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, ἄν θέλετε, τῆς καταναλωτικῆς μας κοινωνίας- οἱ ποικίλοι κίνδυνοι πού μπορεῖ νά ὑπάρχουνε γύρω μας. Οἱ κίνδυνοι; Πρῶτα-πρῶτα κοινωνικοί κίνδυνοι. Τό ἔγκλημα αὐξάνει. Τό βλέπετε, χτυπάει τήν πόρτα μας τό ἔγκλημα. Κανείς δέν ξέρει ἄν κάποιος κακοποιός δέν μπεῖ στό σπίτι του, ὅπως διαβάζουμε στίς ἐφημερίδες κι ἀκοῦμε καί βλέπουμε. Ἀκόμη ἔχουμε ἐθνικούς κινδύνους. Ποιός μᾶς λέει ὅτι αὐτή τή στιγμή γύρω-γύρω δέν εἴμαστε σέ μία κατάσταση ἀνάγκης καί πιθανῶς πρέπει νά εἴμεθα σέ κατάσταση ἑτοιμότητος; Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά! Ξέρετε τί μᾶς ἐνδιαφέρει; Νά ἔχουμε νά καταναλώσουμε. Ἔτσι, ἀκόμη δημιουργοῦμε ἀμέτρητες ἀνάγκες γιατί μάθαμε νά σπαταλᾶμε. Ἀκόμα ἡ κοινωνική μας εἰκόνα ἔχει πολλά νά μᾶς πεῖ ὅπως σᾶς εἶπα. Τί χρειάζεται; Μία λιτότης. Σήμερα, ὅποτε εἰπωθεῖ ἡ λιτότητα, θεωρεῖται μιά ἀνυπόφορη κατάσταση. Δέν τήν ἀνεχόμεθα πλέον τήν λιτότητα. 

    Ἔχουμε ἀκόμη καί τήν σπατάλη τοῦ περιβάλλοντος. Θά τρέξω ὅμως πολύ γρήγορα γιά νά ἀναφερθῶ σ’ αὐτό. Οἱ πλουτοφόρες πηγές μας -ὄχι ἐδῶ στήν Ἑλλάδα μόνο, ἀλλά σ’ ὅλη τήν γῆ μας- ὅπως εἶναι τά δάση, τά νερά, τά μεταλλεῖα, τό κάρβουνο, ἡ ὑπερεκμετάλευση τῆς γῆς (πού τήν ἔχουμε κατεξαντλήσει μέ τίς ἀτέλειωτες ἀπαιτήσεις μας), τά ψάρια… Ποῦ νά φᾶς πιά ψάρια! Ἡ πιό βρώμικη θάλασσα εἶναι ἡ Μεσόγειος, ἡ πιό ἀκατάλληλη θάλασσα γιά νά τρέφει ψάρια, τά ἄγρια θηράματα, αὐτές οἱ ἴδιες οἱ θάλασσές μας, ὅλα, μά ὅλα, παιδιά, αὐτά, σπαταλῶνται ἀλόγιστα. Δηλαδή, οἰκολογικά μιλῶ, ἀπό πλευρᾶς οἰκολογικῆς. Κι ἄν ἔπρεπε νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας -ἀπό τήν πλευρά αὐτή- ὄντως εἴμεθα ἀξιοθρήνητοι. Ἀλλά ἕως πότε; Αὐτή ἡ σπατάλη τοῦ περιβάλλοντος φθάνει νά κάνει τήν γῆ μας ἕνα σεληνιακόν τοπίον. Κάποτε τά Τέμπη ἤτανε τόσο πλούσια σέ δάση! Σήμερα εἶναι ἀποψιλωμένα. Γιατί; Κάποτε ἔγινε σπατάλη τοῦ περιβάλλοντος. Ἀκόμη διαμαρτύρεται ὁ Θεός γιά τά Σόδομα -μέ τά ὁποῖα, λέγει ὁ Θεός, μοιάζουν τά Ἱεροσόλυμα- καί λέγει (Ἰεζ. 16,49): «Πλὴν τοῦτο τὸ ἀνόμημα Σοδόμων τῆς ἀδελφῆς σου, δηλαδή «Σύ, ὦ ἀδελφή Ἱερουσαλήμ, πού ἔχεις ἀδελφή τά Σόδομα (ἐννοεῖται μεταφορικῶς) ὑπερηφανίᾳ (:στην υπερηφάνια)· ἐν πλησμονῇ ἄρτων καὶ ἐν εὐθηνίᾳ οἴνου -«σέ πλησμονή», λέει «ἄρτων», ἐννοεῖ, δηλαδή, τά πλούσια ἀγαθά, εὐημερία- καί ἐν εὐθηνίᾳ, -δηλαδή «μέ εὐνερία, μέ πλοῦτον κρασιοῦ, ὅλα αὐτά ἄφθονα» ἐσπατάλων αὐτὴν». Εἴδατε; «Σπαταλοῦσαν», λέγει, «αὐτή -τά Σόδομα- καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς», δηλαδή -ἤτανε πεντάπολις- «οἱ ἄλλες πόλεις γύρω». «Εἶναι ἀδελφή σου -λέγει ὁ Θεός- ὦ Ἱερουσαλήμ, τά Σόδομα», διά τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ.  

     Ἀλλά μόνο, παιδιά, ἐάν ἀποκτήσουμε τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί λογαριάζουμε τίς ἐντολές Του, θά μπορέσουμε νά ὑπερνικήσουμε αὐτήν τήν φθοροποιό σπατάλην, σέ ὅλους τούς τομεῖς, ἀπό τά οἰκονομικά τοῦ σπιτιοῦ μας, μέχρι τό περιβάλλον στό ὁποῖο ζοῦμε. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος μᾶς ἐδίδαξε τήν λιτότητα καί τήν οἰκονομία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἐνθυμεῖσθε στόν χορτασμό τῶν πεντακισχιλίων. Ἐκεῖ ἔδωσε ἕνα μάθημα λιτότητος. Ψωμί καί ψάρι ἦταν τό γεῦμα. Σημειώσατε ὅτι κοντά στή λίμνη, τό ψάρι ἤτανε πάρα πολύ φτηνό, δέν ἤτανε πολυτελής τροφή, διότι δίπλα ἐκεῖ ψάρευαν ψάρια ἀπό τήν λίμνη. Συνεπῶς «ψωμί καί ψάρι», εἶναι κάτι ἀντίστοιχο μέ μᾶς, αὐτό πού λέγαμε κάποτε «ψωμί κι ἐλιές», «ψωμί-κρεμμύδι», «ψωμί-ρέγγα», κάπως ἔτσι… Σήμερα, ὅμως, ἡ ρέγγα εἶναι πανάκριβη! Ἀλλά ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δείχνει ἐκεῖ μία λιτότητα προσφορᾶς, ἀλλά καί μία οἰκονομίας . Ὅταν ἔφαγε, λέει, ὁ λαός καί χόρτασε, εἶπε στούς μαθητές Του νά μαζέψουν τά περισσεύματα. «Μά, Κύριε, Σύ θαυματουργικῶς ἔδωσες τόσα ἀγαθά…». «Ὄχι, θά μαζέψετε τά περρισεύματα!». Καί μάλιστα εἶπε καί τοῦτο ὁ Κύριος: «ἵνα μή τι ἀπόλλυται», «γιά νά μή χθεῖ τίποτα». Ἐκεῖνο τό «τι» θά πεῖ: Οὔτε τό τόσο δά (οὔτε μιά μπουκίτσα) νά μή χαθεῖ. Θά ἔπρεπε, ἄν ἐπέτρεπε ὁ χρόνος, νά σᾶς ἔλεγα περιστατικά μές στό σπίτι σας, θά ἔτρωγα πολύ καιρό… νά μήν πετᾶμε τό ψωμί, τό φαγητό… Δέν τό ‘φαγες, βᾶλτο στό ψυγεῖο, φᾶτο τήν ἄλλην ὥρα… κ.λπ. Δέν θά πετᾶμε στούς σκουπιδοτενεκέδες μας τίποτα. Προσέξτε, εἶναι ἐντολή. Πολλές φορές λέμε ποιές εἶναι οἱ ἐντολές…; Ἒ, μήν κλέψεις, μήν σκοτώσεις... Ποιός τό εἶπε αὐτό; Ἐάν ὁ Κύριος εἶπε «ἵνα μή τι ἀπόλλυται», «τίποτα νά μήν χαθεῖ», καί σύ πετᾶς τά ἀγαθά σου, γιατί ἐν πλησμονῇ τά τρῶς καί τά πετᾶς στά σκουπίδια, αὐτό δέν εἶναι ἁμαρτία, δέν εἶναι παράβαση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ; Ἀκόμη, παιδιά, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον παραγγέλλει, διά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἔχοντες διατροφάς καί σκεπάσματα τούτοις ἀρκεσθησόμεθα», δηλαδή «νά φᾶμε καί νά σκεπαστοῦμε. Δηλαδή «σκέπασμα εἶναι καί τά ροῦχα πού φορᾶμε. Νά ἀρκεστοῦμε σ’ αὐτά». Δηλαδή ὄχι πολλά-πολλά, νά ἔχει κανείς. «῎Εστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας»· «Εἶναι» λέει, «πλοῦτος μέγας τό νά ἔχεις εὐσέβεια καί αὐτάρκεια». Νά λές: «Αὐτά μέ φτάνουν». 

     Καί ἀκόμη δέν πρέπει νά λησμονοῦμε στόν καιρό τῆς εὐημερίας τόν καιρό τῆς πεῖνας. Αὐτό τό λέει πολύ ὡραῖα ἡ Σοφία Σειράχ πάλι (18ο κεφάλαιο): «Μνήσθητι καιρὸν λιμοῦ ἐν καιρῷ πλησμονῆς (:Τόν καιρό πού εἶναι ὅλα ἀγαθά καί πολλά, νά θυμᾶσαι τήν πεῖνα), πτωχείαν καὶ ἔνδειαν ἐν ἡμέραις πλούτου (:τόν καιρό πού ἔχεις πολλά ἀγαθά, εἶσαι πλούσιος, νά θυμᾶσαι τίς μέρες τῆς φτώχειας)». Γιατί; «Ἀπὸ πρωΐθεν ἕως ἑσπέρας μεταβάλλει καιρός (:Ἀπό τό πρωΐ μέχρι τό βράδυ, λέει, μεταβάλλεται ὁ καιρός) καὶ πάντα ἐστὶ ταχινὰ ἔναντι Κυρίου». Κι ὅλα εἶναι γρήγορα. Ὅλα ἀλλάζουν, μά ὅλα ἀλλάζουν! Καί φαίνεται, παιδιά, γιά τήν πατρίδα μας ὅτι ξαναγυρίζουν οἱ μέρες τῆς πτωχείας, ἀκούσατέ το. Ἡ ξενική Κατοχή καί ἡ πεῖνα πού περάσαμε δέν μᾶς δίδαξαν δυστυχῶς, πλήν ὀλίγων ἀνθρώπων. Ἡ νεωτέρα γενιά οὔτε κἄν ὑποπτεύεται ὅτι δέν πρέπει νά σπαταλᾶ καί νά σπαταλᾶται. Οὔτε κἄν τό ὑποπτεύεται αὐτό! Ὅσοι ἔχετε φρόνηση, ἀκούγοντες αὐτό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί πιστεύετε ὅτι ἔτσι ἔχουν τά πράγματα, σπεύσατε νά περισώσετε ὅ,τι ἔχετε χάσει. Οἱ καιροί, παιδιά, δέν περιμένουν, ἀλλιώτικα ἐκδικοῦνται, ἐάν σπαταλοῦμε. Θά ρθοῦν πραγματικές ἡμέρες πεῖνας. Ἄς διώξουμε, λοιπόν, τήν σπατάλη ἀπ' ὅλες τίς μορφές της, ἀπό τήν ζωή μας βέβαια καί ἄς μάθουμε πολύ καλά αὐτό τό μάθημα τῆς λιτότητος καί τῆς οἰκονομίας. Κι ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος: «Ὃπως ἂν ἔλθωσι καιροὶ ἀναψύξεως ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου (:Γιά νά ρθοῦν καλύτεροι καιροί, νά ρθοῦν καλοί καιροί)». Καί νά ἐπαναλάβω καί νά κλείσουμε, αὐτά πού λέγει ὁ Τωβίτ στό παιδάκι του, τόν Τωβία: «Ἡ γὰρ ἀχρειότης (:Διότι ἡ ἀχρειότης)», δηλαδή ἡ σπατάλη, «μήτηρ ἐστὶ τοῦ λιμοῦ», «εἶναι ἡ μάνα τῆς πεῖνας». Αὐτά ἤθελα νά σᾶς πῶ σήμερα, κλείνοντας τό μάθημά μας γιά τό θέμα τῆς σπατάλης. 


27η ομιλία στην κατηγορία "Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ".

►Όλες οι ομιλίες της Κατηγορίας :
" Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ. " εδώ ⬇️
https://arnion.gr/index.php/palaia-diauhkh/h-pnevmatikh-diauhkh-toy-tvbit
↕️
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/blog-post_7.html?m=1

Ἀπομαγνητοφώνηση, ψηφιοποίηση: Ἠλίας Τσακνάκης.

Επιμέλεια κειμένου : Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος.

🔸Λίστα ομιλιών της σειράς
«Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ».🔻
https://drive.google.com/file/d/1RZ1sYHVgLqBWiFNCBGi90Z__kjEnhr2H/view?usp=drivesdk

💠Πλήρης απομαγνητοφωνημένες σειρές ομιλιών (Βιβλία).
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/search/label/%F0%9F%92%A0%CE%A0%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82%20%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AD%CF%82%20%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD%20%28%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1%29.?m=1

🔸Επεξηγηματικό βίντεο Ασπάλαθου.
https://youtu.be/8tNfAHRkTCk

__⬇️Playlist "Ασπάλαθου".⬇️__
https://aspalathos21.blogspot.com/2021/07/blog-post_83.html?m=0

Όλες οι ομιλίες ~4.487~ του μακαριστού πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/4487.html?m=0

📃Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του πατρός Αθανασίου. ⬇️
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/2021/04/blog-post_15.html?m=0

📜 Αποσπάσματα ομιλιών πατρός Αθανασίου ⬇️
https://athanasioslogos.blogspot.com/?m=0

__⬇️ Facebook ⬇️__
https://www.facebook.com/groups/1637818926362004/?ref=share

Κατάλογος ομιλιών πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://drive.google.com/file/d/1JmrxaObMVyTA4_pS5yuMaQdoBf8-LwBP/view?usp=drivesdk

†.Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.

«Ἡ σπατάλη» (α΄).

†. Μᾶς εἶχε πεῖ ὁ Τωβίτ, τήν περασμένη φορά, στήν πνευματική του διαθήκη, ὅπως θά ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ ξενομανία εἶναι ἕνα φαινόμενον τῆς ὑπερηφανείας. Ἐγώ δέ σᾶς εἶχα πεῖ ὅτι εἶναι ταυτόχρονα κι ἕνας φορέας, ἐπί τοῦ ὁποίου ὁ Ἀντίχριστος, τώρα οἱ ἀντίχριστες δυνάμεις, οἱ ἀντίθεες δυνάμεις, θά διεισδύσουν δι’ αὐτοῦ τοῦ φορέως (τῆς ξενομανίας) πρός ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς, διά νά ἐπιβάλλουν μίαν ὁμοιομορφία ἀντιλήψεων. Δηλαδή, σᾶς εἶπα γιά παράδειγμα, ἡ μουσική, αὐτή ἡ ἀμερικάνικη μουσική -προσέξτε, δέν τά βάζω μέ τούς Ἀμερικάνους, ἁπλῶς λέγω ἕνα στοιχεῖο πολιτιστικό, ἀπό ποῦ βγαίνει καί ποῦ φτάνει. Σ’ ὅποιο σημεῖο τῆς γῆς νά πᾶτε, θ’ ἀκούσετε ἀμερικάνικη μουσική, αὐτήν τήν μοντέρνα μουσική, αὐτήν πού ξετρελαίνει τούς ἀνθρώπους. Καί στήν Ἀφρική νά πᾶτε -ἐξάλλου ἀπό κεῖ κατάγεται αὐτή ἡ μουσική- θά βρεῖτε τό ἴδιο πρᾶγμα. Συνεπῶς γίνεται φορέας διεισδύσεως ἑνός μόνο πνεύματος, τοῦ πνεύματος τῆς ἀποστασίας, πού θά ὑπηρετήσει τόν Ἀντίχριστον. Αὐτά λέγαμε τήν περασμένη φορά καί ὅτι εἶναι μία μορφή ὑπερηφανείας ἡ ξενομανία.

     Σᾶς εἶπα ὅμως ὅτι δέν εἶναι μόνο ἡ ξενομανία. Ὁ Τωβίτ ἀναφέρει καί ἀκόμα κάτι. Νά τί μᾶς λέγει: «Διότι ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ ἀπώλεια καὶ ἀκαταστασία πολλή, καὶ ἐν τῇ ἀχρειότητι ἐλάττωσις καὶ ἔνδεια μεγάλη· ἡ γὰρ ἀχρειότης μήτηρ ἐστὶ τοῦ λιμοῦ». Δηλαδή: «Στήν ὑπερηφάνεια ὑπάρχει ἀκαταστασία καί καταστροφή πολλή». Καί «ἐν τῇ ἀχρειότητι», στή σπατάλη, (θά τό δοῦμε πιό κάτω) -σπατάλη ἔ!- ὑπάρχει ἐλάττωση (ἐννοεῖται ἀγαθῶν) «καί ἔνδεια μεγάλη (:καί φτώχεια μεγάλη)». Διότι ἡ σπατάλη εἶναι ἡ μητέρα τῆς πείνας, τοῦ λιμοῦ. Εἶναι ἕνα ὡραῖο θέμα αὐτό τό περί σπατάλης. Καί πράγματι ἀποτελεῖ μία μορφή τῆς ὑπερηφανείας, καί δέν εἶναι τι ἄλλο παρά ἡ λεγομένη ἀλαζονεία τοῦ βίου, πού κύριο χαρακτηριστικό της ἔχει τήν σπατάλη, γιά τήν ὁποία θά μιλήσουμε. 

     Ἀναφέρει τήν λέξη «ἀχρειότης», ἀ-χρειότης. Βέβαια κάτι νά σᾶς πῶ νά τό ξέρετε, μία λέξη στήν διαδρομή τῆς Ἱστορίας, ἐφόσον οἱ λέξεις ἀποτελοῦν μία γλῶσσα καί ἡ γλῶσσα εἶναι τό μέσον, ὁ τρόπος, πού ὁμιλεῖ καί ἐκφράζεται ἕνας λαός. Μέσα στή διαδρομή, λοιπόν, τῶν ἐποχῶν, ἔχουμε μία πάντοτε ἀλλαγή τῶν ἐννοιῶν τῶν λέξεων. Ποτέ μήν πεῖτε: «Αὐτή ἡ λέξη σημαίνει αὐτό». «Ἀφοῦ τό ξέρω πολύ καλά», θά πεῖτε, «γιατί νά πάω στό λεξικό;». Ἄν πᾶτε στό λεξικό θά δεῖτε ὅτι αὐτή ἡ λέξις ἔχει πάρα πολλές σημασίες στή διαδρομή τῆς Ἱστορίας τῆς γλώσσης. Ἴσως πολύ λίγες λέξεις νά ἔχουν τήν ἀρχαία ἔννοια. Ἀλλά κι ἄν ἔχουν σήμερα τήν ἀρχαία ἔννοια, σέ κάποια ἄλλη ἐποχή (στόν Μεσαίωνα… κ.λπ.), βλέπουμε ὅτι ἔχουν μιά ἄλλη σημασία, ἤ ἔχουν πολλές σημασίες. Ἐπειδή ἡ γλῶσσα εἶναι κάτι τό ζωντανό καί οἱ ἔννοιες ντύνονται μέ τίς λέξεις. Θά λέγαμε οἱ λέξεις εἶναι ἕνας τρόπος, εἶναι στοιχεῖα τά ὁποῖα ἀπό μόνα τους εἶναι νεκρά. Ζωντανεύουν ὅταν ἐμεῖς δίνουμε μιά ἔννοια στίς λέξεις. Κι ὅταν δώσουμε καί περισσότερες ἔννοιες, καταλαβαίνετε ὅτι μιά λέξη πιά δέν εἶναι κάτι νεκρό, εἶναι κάτι τό ζωντανό. Καί θά πρέπει νά πηγαίνουμε πάντα στό λεξικό, ἄν ἐνδιαφερόμεθα γιά τήν ἔννοια μιᾶς λέξεως, ἰδίως εἰς τό παρελθόν. Λοιπόν, ἡ λέξις «ἀχρειότης» σήμερα θά πεῖ: «ὁ ἀχρεῖος ἄνθρωπος». Ἀκόμη θά πεῖ: «ὁ ἄχρηστος ἄνθρωπος»… κι ὅ,τι ἄλλο θέλετε πεῖτε. Ἀλλά ἐδῶ «ἀχρειότης» θά πεῖ «ἐκεῖνος πού δέν ἔχει ἀνάγκη κάπου πράγματος, συνεπῶς τό ξοδεύει». Ἄρα αὐτό πού λέει: «καί ἐν τῇ ἀχρειότητι ἐλάττωσις», θά πεῖ: «τό ξόδεμα μή χρειαζούμενων πραγμάτων», ἤ «τό ξόδεμα», ἄν θέλετε, «πολυτελῶν πραγμάτων». Ἐνῶ μπορῶ νά περάσω χωρίς τά πολυτελῆ, τά πολυτελή αὐτά τά παραπανίσια, ὅμως ἐγώ ξοδεύω καί γιά τά παραπανίσια. Δηλαδή, νά μή μένουμε περισσότερο, «ἀχρειότης» θά πεῖ σπατάλη. Γιά ὁποιονδήποτε λόγο μπορεῖ νά ξοδεύει κανείς τά χρήματα, εἴτε γιατί θέλει πολυτέλεια εἴτε γιατί θέλει τοῦτο ἤ ἐκεῖνο. Ἔτσι τά περιττά πράγματα εἶναι ὄντως μία σπατάλη. Καί μπορεῖ νά ἔχουν τό κίνητρο τῆς ἐπιδείξεως, διότι ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνος του, γιατί νά ἔχει παραπανίσια πράγματα; Θέλει νά ἐπιδειχθεῖ. Δηλαδή ἤδη βρίσκεται στήν ἀλαζονεία τοῦ βίου, καί ἀλαζονεία τοῦ βίου θά πεῖ ὑπερηφάνεια. Ἔτσι δέν μένουμε στήν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν ἀλλά στήν ἐξυπηρέτηση τῆς ἀλαζονείας τοῦ βίου, τῆς ὑπερηφανείας. 

     Ἡ σπατάλη, λοιπόν, θά εἶναι τό θέμα μας. Εἶναι ἕνα φαινόμενο πού δείχνει μιά ἀφροσύνη καί μιά περιφρόνηση τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μᾶς δίνει τά ἀγαθά του καί ἐμεῖς κατά κάποιο τρόπο, εἴμεθα κακοί διαχειριστές τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν. Συνήθως τό φαινόμενο τῆς σπατάλης ἐμφανίζεται στίς ἡμέρες τῆς εὐημερίας. Ὅταν τά ἔχουμε πολλά. Καί βέβαια ἡ ἐποχή μας εἶναι ἐποχή εὐημερίας, γι’ αὐτό καί λέγεται καταναλωτική ἐποχή, τί θά καταναλώσω. Λέμε: «Τό καταναλωτικό κοινό». Πᾶμε στά super markets βρίσκουμε ὅ,τι θέλουμε, καί παίρνουμε… παίρνουμε… καταναλώνουμε, παίρνουμε-καταναλώνουμε. Ἔτσι, πῶς θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ἡ ἐποχή μας; Ἔχουμε ἐποχές πού χαρακτηρίστηκαν μέ μίαν ὀνομασίαν. Θά λέγαμε: «Ὁ ἱπποτισμός», «Ὁ οἰκονομικός ἄνθρωπος», «Ὁ ἐπιστημονικός ἄνθρωπος», «Ὁ τεχνικός ἄνθρωπος»… κ.λπ. Ὅλα αὐτά φαίνονται σέ μιά… χαρακτηρίζουνε μία ἐποχή. Ἡ ἐποχή μας εἶναι ἡ ἐποχή τῆς καταναλώσεως. Γιά σκεφθεῖτε πόσο ὑποτιμητικό εἶναι αὐτό; «Τῆς καταναλώσεως». Γιά φιλοσοφήσατέ το, νά δεῖτε πόσο φτωχό, φτηνό, ρηχό πρᾶγμα εἶναι. Καί τότε ἀκολουθεῖ τό ἐξῆς σχῆμα: Εὐημερία-σπατάλη-πεῖνα. Μᾶς τό λέει ἐδῶ ὁ Τωβίτ αὐτό τό σχῆμα: «Ἔχεις ἀγαθά, ὑπερηφανεύεσαι συνεχῶς γι’ αὐτό τό πρᾶγμα, σπαταλᾶς (ἀχρειότης) καί γρήγορα ἔρχεται ἡ πεῖνα». Γι’ αὐτό πολύ σωστά λέγει ὅτι ἡ μάνα τοῦ λιμοῦ -λέει ὁ Τωβίτ- εἶναι ἡ ἀχρειότης, δηλαδή ἡ σπατάλη. Τήν πεῖνα! 

     Τί δείχνουν; Δείχνουν ὅλα αὐτά ὃτι ἡ εὐημερία εἶναι πράγματι μία εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Δέν ὑπάρχει ἀντίρρησις γι’ αὐτό. Ἀλλά ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ πολλές φορές στά χέρια τοῦ ἀνθρώπου γίνεται μία κατάρα, δέν φταίει ὁ Θεός γι’ αὐτό. Ἄν ὑπάρχουν μέθυσοι, ἐπί παραδείγματι, δέν φταίει ὁ Θεός γιατί ἔδωσε τά σταφύλια. Ἄν ὑπάρχουν γαστρίμαργοι, δέν φταίει ὁ Θεός γιατί ἔδωσε πλούσια τά ἀγαθά Του. Λέει, μάλιστα, διά τῶν προφητῶν, τοῦ προφήτου Ἱερεμίου… κ.ἄ….: «Θά φᾶτε τό ψωμί σας», λέει, «ἐν σταθμῷ». «Ἐν σταθμῷ» θά πεῖ μέ τό ζύγι. Ἔ, ἐμεῖς τό φάγαμε τό ψωμί μέ τό ζύγι, κι ὅσοι μεγάλοι μέ ἀκοῦν αὐτή τήν ὥρα, σίγουρα θά τό ἐνθυμοῦνται ὅταν πηγαίναμε στούς φούρνους κατά τήν διάρκεια τῆς ἰταλο-γερμανικῆς Κατοχῆς, καί παίρναμε τό ψωμί -Ἂν παίρναμε! Ὄχι κάθε μέρα… Ὤ, μποροῦσε νά πάρουμε μία φορά στό 15μερο!-, καί νά πάρουμε 20-30 δράμια! Δηλαδή περίπου 80-100 γραμμάρια. Ψωμί; Μόνο ψωμί δέν ἦταν ἐκεῖνο πού παίρναμε. Ἦταν ἕνα διαλυόμενο πρᾶγμα καί τό ‘βαζαν, τό ψῆναν σέ ταψιά μέσα σέ λαδόκολλες, γιά νά μή διαλυθεῖ, καί βέβαια δέν καθόμασταν νά βγάλουμε τό χαρτί, ὅπως βγάζουμε τό χαρτί ἀπό τήν καραμέλα νά τή φᾶμε, ἀλλά τό τρώγαμε τό ψωμί αὐτό μαζί μέ τό χαρτί. Καί πηγαίναμε κάθε μέρα στόν φοῦρνο καί ἔλεγε ὁ φούρναρης: «Σήμερα δέν ἔχει ψωμί!». Καί μποροῦσε νά ἔρθει ψωμί ὕστερα ἀπό 15 ἡμέρες! Τό ἀκούσατε καλά; Ὕστερα ἀπό 15 ἡμέρες, 30 δράμια ψωμί, γιά τό ἄτομο. Τ’ ἀκούσαστε καλά, ἔτσι;

     Λοιπόν, ὅπως ἀντιλαμβάνεστε, στά χέρια τοῦ ἀνθρώπου ἡ εὐημερία γίνεται κατάρα. Διότι ὁ ἄνθρωπος σπαταλᾶ καί ὁ Θεός τιμωρεῖ. Δέν φταίει, λοιπόν, ὁ Θεός, οὔτε τά ἀγαθά πού μᾶς ἔδωσε. Φταῖμε ἐμεῖς πού δέν κάνουμε καλή χρήση τῶν ἀγαθῶν πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός. Θά σᾶς πῶ μιά εἰκόνα -ἄν καί προφητική αὐτή ἡ εἰκόνα, καί ἀναφέρεται σέ κάτι πιό πέρα- ὅμως δίνει πολύ καλή περιγραφή, τί θά πεῖ σπατάλη. Ὁ προφήτης Δανιήλ, στό 7ο κεφάλαιό του (έβδομος στίχος) ἀναφέρεται στά τέσσερα ἐκεῖνα ζῶα («θηρία») πού βλέπει μέσα στήν Μεσόγειο Θάλασσα (τήν «Μεγάλη Θάλασσα»), τό ὁποῖο δέν εἶναι παρά προφητικές εἰκόνες «μελλόντων ἐπέρχεσθαι», ἐκείνων πού ἐπρόκειτο νά ἔλθουν. Παρατηρεῖ ὅμως ὃτι τό τέταρτο ζῶο, ἕνα φοβερό ζῶο, καί βέβαια ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία αὐτή… κ.λπ. κ.λπ… Ἀκοῦστε περιγραφή, ἀκοῦστε διατύπωση: «… ἐσθίον καὶ λεπτῦνον καὶ τὰ ἐπίλοιπα τοῖς ποσὶν αὐτοῦ συνεπάτει», δηλαδή «ἔτρωγε, σπάραζε, καί τά ὑπόλοιπα -ὅ,τι δέν μποροῦσε νά φάει- μέ τά πόδια του», λέει, «τό ζῶο αὐτό, τά πατοῦσε». Ὅ,τι δέν μποροῦσε να φάει, μέ τά πόδια του τό πατοῦσε. 

     Εἶναι μιά τρομερή εἰκόνα, ἀλλά γιά νά μήν νομίσετε ὅτι εἶναι κάτι ἔξω ἀπό τήν πραγματικότητα, ἐγώ μέ τά μάτια μου, πάρα πολλές φορές ἔχω δεῖ σέ στρατιωτικές μονάδες τῆς ἐποχῆς μας. Τό ψωμί πού περισσεύει τό πετᾶνε σέ μεγάλα καζάνια… πῶς τά λένε «βαρέλια», σκουπίζουν τίς καραβάνες τους… καί στήν ἐποχή μου, ὅποιος μεγάλος μέ ἀκούει θά μαρτυρήσει περί τοῦ πράγματος… σκουπίζουμε τήν καραβάνα μας μέ τό ψωμί, γιά νά φύγει τό λίπος… κ.λπ. καί ὅσα μεγάλα κομμάτια περισσεύουν -Ἀκοῦστε! Ἀκοῦστε!- τά παίζουμε ποδόσφαιρο! Ναί, τά παίζουμε ποδόσφαιρο! Νά γιατί συνειρμικά θυμήθηκα αὐτό τό ζῶο πού λέει ἐκεῖ, τό τέταρτο, ὁ Δανιήλ, ὅτι καί ὅ,τι δέν μπορεῖ νά φάει τό ποδοπατεῖ. Κάνει ἐντύπωση; Γιά νά μήν πῶ κι ἄλλα πράγματα… νά σᾶς πῶ, τί νά σᾶς πῶ… ὅταν πᾶν οἱ ἄνθρωποι καί διασκεδάζουν -κι αὐτό φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας, ἕνα φαινόμενο μετακατοχικόν-ὅταν ἄρχισε νά ὑπάρχει εὐημερία στήν Ἑλλάδα, τότε, σκασμένοι οἱ ἄνθρωποι ἀπό τήν Κατοχή, πήγαιναν νά διασκεδάσουν, κι ἐκεῖ -ἀκοῦστε!- τά σπάζαν ὅλα! Κι αὐτό ἦταν μία συνήθεια ἐκείνων πού εἶχαν πολλά λεφτά ὅτι… γιά νά διασκεδάσουν! Νά σπάζουν τά πιάτα! Νά σπάζουν τά πάντα, ὅ,τι εἶναι ἐπάνω στό τραπέζι, φοβερό πρᾶγμα! Φοβερό! Κι ἔτσι νά διασκεδάζουν, καί νά γελοῦν! Ἐνῶ θά ‘λεγε κάποιος…: «Ἒσπασες κάτι… -μέ συγχωρεῖτε- γρουσούζης εἶσαι κι ἔσπασες ἕνα πιάτο, ἀπρόσεκτος;». Κι ἐδῶ νά βλέπετε νά τά σπάζουνε ὅλα... 

     Τότε, λοιπόν, ὁ Θεός ὅταν δεῖ στά χέρια τῶν ἀνοήτων ἀνθρώπων ὃτι ἡ εὐημερία τήν ὁποία Ἐκεῖνος σάν ἀγαθό ἔδωσε, δέν πηγαίνει καλά, δέν τυχαίνει καλοῦ χειρισμοῦ, τότε ὁ Ἴδιος ὁ Θεός ἔρχεται νά τήν περιορίσει, νά τήν συρρικνώσει καί νά τήν φτάσει μέχρι τήν πεῖνα. Παρότι περάσαμε πεῖνα, μυαλό δέν βάλαμε. Πολλοί ἀπό τούς γονεῖς σας ἤ τούς παππούδες σας ἔχουν περάσει τά δεινά τῆς πεῖνας, περιέργως δέν ἔχουν βάλει μυαλό. Οἱ περισσότεροι. Ἐπιτρέψατέ μου νά πῶ ἕνας-δυό στούς ἑκατό νά ‘χει βάλει μυαλό καί νά θυμᾶται ὅλα αὐτά. Τό ἐπιχείρημα; «Ὤχ καημένε!», σοῦ λέει. «Τώρα ἔχουμε πάλι ἀγαθά. Τί, δηλαδή, νά τσιτσιριζόμαστε μέ τήν πεῖνα;». Μά δέν καταλαβαίνετε, ἄνθρωποι, ὅτι ἡ πεῖνα εἶναι προϊόν τῆς ἁμαρτίας μας καί τῆς σπατάλης μας πού μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός; Γιατί νά πετᾶς τά πράγματα; Γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος ζητάει, ζητάει ἀγαθά ἀπό τόν Θεό γιά τίς σπατάλες του. Ἡ ἔννοια «σπαταλῶ» εἶναι εὐρεῖα, γι’ αὐτό καί ὑπάρχει ἡ λέξις στήν Ἁγία Γραφή: «δαπανῶ». Δαπανῶ-ξοδεύω. Καί ξοδεύω καί ξοδεύομαι, γι’ αὐτό λέγει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος: «Αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε (:ζητᾶτε καί δέν παίρνετε), διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε (:διότι με κακό σκοπό τά ζητᾶτε, γιά νά τά ξοδέψετε, αὐτά πού ζητᾶτε, στίς ἡδονές σας)». Δέν λέει στίς ἀνάγκες σας, ἀλλά λέει στίς ἐπιθυμίες σας.

    Ἔτσι, μέ ἀφορμή -ὄχι γιατί ὁ Θεός ἔτσι τά δίνει- ὁ ἄνθρωπος ξεπέφτει σή σπατάλη. Δέν καλύπτει πλέον τίς ἀνάγκες του, ἀλλά καλύπτει τίς ἐπιθυμίες του, οἱ ὁποῖες ἐπιθυμίες εἶναι ἀτελείωτες. Τό βλέπει κανείς, σ’ ὅλη αὐτήν τήν μεγάλη παραγωγή, πού ὑπάρχει γιά νά ἐξυπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο. Τό ‘χετε προσέξει; Μέσα σ’ ἕνα super market ἄν πᾶτε νά δεῖτε… πώ πώ! Ἕνα μπακάλικο τῆς παλιᾶς ἐποχης ὠχριᾶ μπροστά σ’ ἕνα super market σήμερα. Κι ὅμως οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μέ τό μπακάλικο. Σήμερα πᾶμε στό super market καί τί δέν βρίσκουμε! Μά καί τί δέν βρίσκουμε! Ὅσο δέ γιά τά μηχανήματα μιᾶς κουζίνας, πώ πώ! Ἀτελείωτα εἶναι, πραγματικά. Γιατί ὅλα αὐτά; Μποροῦμε νά βελτιώσσουμε λίγο τήν ζωή μας, ἀλλά γιατί τόση πολυτέλεια; Γιατί; Γι’ αὐτό διορθώνει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί λέγει τό ἐξῆς (Ρωμ. 13, 14): «Καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας». «Πρόνοια» θά πεῖ φροντίδα. «Γιά τήν φροντίδα», λέει, «τῆς ὑπάρξεώς σας, μήν φτάνετε στό νά κάνετε τήν ἐπιθυμία σας, φροντίδα γιά τίς ἀνάγκες σας». Ὄχι νά ἐπεκτείνεστε καί νά ἁπλώνεστε στίς ἐπιθυμίες σας. Δηλαδή πρέπει νά προσέχουμε πάρα πολύ, αὐτό τό ὀλίσθημα, τό γλίστρημα πού παθαίνουμε, ἀπό τήν ἀνάγκη στήν ἐπιθυμία. Μά πολύ εὔκολα γλιστροῦμε, προσέξτε με, ὅλοι μας! Κι ἐγώ πού σᾶς ὁμιλῶ, ὅλοι μας, ἐφόσον ζοῦμε μία εὐημεροῦσα ἐποχή, γρήγορα ἀπό τήν ἀνάγκη πᾶμε στήν ἐπιθυμία. Καί αὐτή ἡ κατάστασις εἶναι ἕνας μεγάλος πειρασμός. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς ζητοῦμε: «Καί μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν». Γιατί; Διότι μέ τήν κάλυψη τῶν πειρασμῶν πέφτουμε στήν κάλυψη τῶν ἐπιθυμιῶν, πέφτουμε στόν πειρασμό τῶν λεγομένων -κατά τόν Ἅγιον Μάξιμο τόν Ὁμολογητή)- «ἐνηδόνων». Πού ζητοῦμε γιά τίς ἡδονές μας, καί ὄχι στόν πειρασμό τῶν ἐνώδυνων, πού μπαίνουμε σέ μία περιπέτεια, χάριν τῆς πίστεώς μας καί τοῦ πνευματικοῦ μας βίου. Ἔτσι γρήγορα ἔρχεται ἡ φτώχεια, ἡ φτώχεια! Ἀκούσαστε καλά; Ἡ φτώχεια!

     Στό τρίπτυχο αὐτό διάγραμμα πού ἤδη σᾶς ἀνέφερα, εὐημερία-σπατάλη-φτώχεια, μποροῦμε νά δοῦμε μία μεγαλογραφία τῆς Ἱστορίας τῆς πατρίδος μας, στά οἰκονομικά της. Μετά τήν ξενική Κατοχή ἦρθε ἡ εὐημερία. Τί νά σᾶς περιγράψω; Πόσο φτηνά ἦταν τά πράγματα! Ἀκολούθησε ἡ σπατάλη. Σπατάλη, δεκαετίες ὁλόκληρες, γιατί μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά μία ἀνάπτυξη τῆς οἰκονομίας μας, μετά τό 1950, κυριώτατα. Βέβαια μετά τό ’45 ἀλλά κυριώτατα μετά τό ’50. Πέρασε, λοιπόν, ἡ ξενική Κατοχή, ἦλθε ἡ εὐημερία (μερικές δεκάδες χρόνια), τώρα ἀρχίζουμε νά λέμε: «Ἀδειάσανε τά ταμεῖα μας». Τί μᾶς περιμένει; Ἡ δυστυχία καί ὁ λιμός. Βλέπετε; Εὐημερία-σπατάλη-φτώχεια. Ἤ πιστεύετε ὃτι δέν εἴμεθα φτωχοί αὐτήν τήν στιγμή; Ὄχι οἱ πολίτες, πολλοί πολίτες εἶναι πάρα πολύ πλούσιοι, τό κράτος μας εἶναι φτωχό. Ὃταν τό κράτος μας ὅμως εἶναι φτωχό, γρήγορα θά φτωχύνουν καί οἱ πολίτες. Μιά ζοφερή εἰκόνα -σκοτεινή δηλαδή- προφητεύει ὁ Μωϋσῆς γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Καί λέγει (στην γ΄ Ὠδή ): «Καὶ ἔφαγεν ᾿Ιακὼβ καὶ ἐνεπλήσθη -δέν ἐννοεῖ τότε στήν ἔρημο, γιατί εἶναι προφητικό, ὅτι θά γινόταν. Εἶναι γραμμένο σέ ἀόριστον χρόνον, σέ παρελθόντα χρόνον, ὅπως πολλές φορές οἱ προφητεῖες εἶναι γραμμένες σέ παρελθόντα χρόνον. Ἀόριστον, Παρατατικόν ἤ Παρακείμενον- καί ἔφαγεν Ἰακώβ -«Ἰακώβ» θά πεῖ Ἰσραηλίτες, εἶναι ὁ λαός πού βγῆκε ἀπό τόν Ἰακώβ, οἱ Ἰσραηλίτες- καὶ ἐνεπλήσθη (:χόρτασε) καὶ ἀπελάκτισεν ὁ ἠγαπημένος (:καί κλώτσησε ὁ ἀγαπημένος λαός) -γιατί Ἰσραήλ θά πεῖ ἀγαπημένος- ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθη, ἐπλατύνθη· εἴδατε; λιπώθηκε, πάχυνε, πλάτυνε, χόντρυνε!) καὶ ἐγκατέλιπε τὸν Θεὸν, τὸν ποιήσαντα αὐτὸν καὶ ἀπέστη ἀπὸ Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ (:ἐγκατέλειπε τόν Θεόν, ἔφυγε (ἀπέστη), δημιούργησε ἀποστασία)»

     Τί παρατηροῦμε ἐδῶ; Ὃτι ἡ εὐημερία χαλαρώνει τά ἤθη, χαλαρώνει τήν πίστη εἰς τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή νομίζει ὁ ἄνθρωπος ὅτι δέν τοῦ δίδει ὁ Θεός τά ἀγαθά, ἀλλά εἶναι προϊόντα τῆς ἐξυπνάδας του, καί τῆς ἐργατικότητάς του, κι ἔτσι φτάνει σιγά-σιγά ὁ ἄνθρωπος εἰς τήν ἀποστασία. Πότε «ἀπελάκτισε»; Ὅταν «ἔφαγε καί ἐνεπλήσθη». «Ὅταν ἔφαγε καί χόρτασε. Τότε κλώτσησε». Προσέξτε, αὐτό εἶναι καί μία μικρογραφία, γιά τήν ἀγωγή ἑνός σπιτιοῦ, οἱ γονεῖς στά παιδιά τους, προσέξτε εἶναι μία μικρογραφία. Καί αὐτό τό «ἀπελάκτισεν», θά πεῖ κλωτσάω, εἶναι ἰσχυρότερον τοῦ «ἐγκατέλιπε» πού λέει ἐδῶ, καί δείχνει ὄχι ἁπλῶς ἀποστασία, ἀλλά μία δυναμική ἀποστασία. Μία ἐχθρότης δυναμική κατά τοῦ Θεοῦ, μιά μαχητική ἀθεΐα, φαινόμενο πού εἴδαμε διά πρώτη φορά στήν Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, στίς μέρες μας. Αὐτή ἡ μαχητική ἀθεΐα. Κι ὁ Ἀβραάμ, παιδιά, ἤτανε πλούσιος ἀλλά ἔμεινε πιστός στόν Θεό καί γύριζε τά ἀγαθά πού τοῦ ‘δωσε ὁ Θεὀς πάρα πολύ καλά. Κι ὁ Ἰώβ ἦτο πλούσιος ἀλλά ἦτο καλός διαχειριστής, καί ποτέ οὔτε ὁ ἕνας, οὔτε ὁ ἄλλος, οὔτε ὁ ὁποιοσδήποτε ἄλλος δίκαιος πλούσιος ἐλησμόνησε τόν Θεό, γιατί δέν στάθηκε ἡ εὐημερία του αἰτία νά ξεχάσει τόν Θεό. 

     Γι’ αὐτό γράφει ἡ ἐπιστολή τοῦ λεγομένου Βαρνάβα (δέν σᾶς ἐξηγῶ πιό πολύ), λέγει (εἰς τό 10ον κεφάλαιον): «Τουτέστιν ὅταν σπαταλῶσιν, ἐπιλανθάνονται τοῦ Κυρίου (:Ὃταν σπαταλοῦν οἱ ἄνθρωποι, ξεχνᾶνε τόν Θεό·) ὅταν δὲ ὑστεροῦνται, ἐπιγινώσκουσιν τὸν Κύριον (:τότε Τόν ἀναγνωρίζουν τόν Κύριον, ὅταν στεροῦνται ἀπό ὑλικά ἀγαθά)». Καί λέει ἕνα παράδειγμα: «Ὡς καὶ ὁ χοῖρος ὅταν τρώγει τὸν κύριον οὐκ οἶδεν, ὅταν δὲ πεινᾷ κραυγάζει, καὶ λαβὼν πάλιν σιωπᾷ». Δηλαδή: «ὅπως καί τό γουρούνι, ὅταν τρώει, δέν ἀναγνωρίζει τόν κύριό του!… Ἒφαγε, ἀλλά ὅταν πεινάσει, τότε ἀρχίζει καί φωνάζει, γιατί θέλει ἀπό τόν κύριό του φαΐ. Κι ὅταν πάρει πάλι τό φαΐ, πάλι σιωπᾶ, καί πάλι δέν ἀναγνωρίζει τόν κύριό του». Ὡραία παρομοίωσις, μέ γειά μας μέ χαρά μας!

     Τί σημαίνει σπατάλη; Σημαίνει -ὅπως λέγει ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς στούς «Στρωματεῖς» (στό τρίτο κεφάλαιο)- λέει: «Σπαταλῶσα ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή ἡμῶν οὐκ ἀρκουμένη τοῖς ἀναγκαῖοις», προσέξτε κάτι, ἡ ψυχή εἶναι ἐκείνη πού σπαταλᾶ, γιατί αὐτή πλεονεκτεῖ, ἡ ψυχή. Ἐνῶ δέν τρώγει τίποτα, αὐτή εἶναι ἐκείνη πού πλεονεκτεῖ. Συνεπῶς ἡ ρίζα, θά λέγαμε, τοῦ κακοῦ, δέν εἶναι στό σῶμα, εἶναι στήν ψυχή. Γιατί; Πέστε μου, πόσο περισσότερο φαΐ μπορῶ νά βάλω στό στομάχι μου; Πέστε μου, πόσα περισσότερα ροῦχα μπορῶ νά φορέσω; Πέστε μου, σέ πόσα περισσότερα πολυτελῆ κρεβάτια μπορῶ νά κοιμηθῶ, καί σέ ἀντίστοιχα δωμάτια; Ἡ ψυχή εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία πλεονεκτεῖ καί οὐσιαστικά αὐτή σπαταλᾶ. Ὅπως στήν ψυχή εἶναι ἡ ρίζα τῆς ἀνηθικότητος, παρότι μοιάζει ὅτι ἑδράζει ἐπί τῶν μελῶν τοῦ σώματος, ὅμως στήν πραγματικότητα ἐκεῖ εἶναι ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ -παντός κακοῦ- στήν ψυχή καί συνεπῶς καί ἡ πλεονεξία ἔχει ἐκεῖ τήν ρίζα της. Ὅλες, λοιπόν, οἱ αἰτίες τῶν παθῶν εἶναι στήν ψυχή. Τό σῶμα εἶναι οὐδέτερο. 

     Τό θέμα τῆς σπατάλης εἶναι πολύ μεγάλο. Πρῶτα ὁ Θεός, θά συνεχίσουμε τήν ἐρχομένη Κυριακή.


26η ομιλία στην κατηγορία "Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ".

►Όλες οι ομιλίες της Κατηγορίας :
" Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ. " εδώ ⬇️
https://arnion.gr/index.php/palaia-diauhkh/h-pnevmatikh-diauhkh-toy-tvbit
↕️
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/blog-post_7.html?m=1

Ἀπομαγνητοφώνηση, ψηφιοποίηση: Ἠλίας Τσακνάκης.

Επιμέλεια κειμένου : Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος.

🔸Λίστα ομιλιών της σειράς
«Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ».🔻
https://drive.google.com/file/d/1RZ1sYHVgLqBWiFNCBGi90Z__kjEnhr2H/view?usp=drivesdk

💠Πλήρης απομαγνητοφωνημένες σειρές ομιλιών (Βιβλία).
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/search/label/%F0%9F%92%A0%CE%A0%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82%20%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AD%CF%82%20%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD%20%28%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1%29.?m=1

🔸Επεξηγηματικό βίντεο Ασπάλαθου.
https://youtu.be/8tNfAHRkTCk

__⬇️Playlist "Ασπάλαθου".⬇️__
https://aspalathos21.blogspot.com/2021/07/blog-post_83.html?m=0

Όλες οι ομιλίες ~4.487~ του μακαριστού πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/4487.html?m=0

📃Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του πατρός Αθανασίου. ⬇️
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/2021/04/blog-post_15.html?m=0

📜 Αποσπάσματα ομιλιών πατρός Αθανασίου ⬇️
https://athanasioslogos.blogspot.com/?m=0

__⬇️ Facebook ⬇️__
https://www.facebook.com/groups/1637818926362004/?ref=share

Κατάλογος ομιλιών πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://drive.google.com/file/d/1JmrxaObMVyTA4_pS5yuMaQdoBf8-LwBP/view?usp=drivesdk

†.Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.