22 Νοεμβρίου 2023

Επιμνημόσυνες αναφορές στον γέροντα Αθανάσιο. (8) - (9).


Τὴν Κυριακή 1η Ἰουνίου, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας ἑόρταζε τὴν μνήμη τῶν 318 Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α΄ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου Πυργετοῦ, στὶς παρυφὲς τοῦ Ὀλύμπου, ἐπιτελέστηκε καὶ τὸ Μνημόσυνο τοῦ Μακαριστοῦ καὶ ξακουστοῦ γιὰ τὰ ψυχωφελέστατα κηρύγματά του Γέροντος, Ἀρχιμανδρίτου Ἀθανασίου Μυτιληναίου. 
Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν πλῆθος πνευματικῶν του τέκνων, ὁμίλησε ὁ Σεβαστὸς Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, Ἀρχιμανδρίτης Εἰρηναῖος Βαϊόπουλος, γιὰ τὴν ἁγιασμένη καὶ χαρισματοῦχο προσωπικότητα τοῦ Πολυσεβάστου Γέροντος.


«Τελέσαμε σήμερα ἀγαπητοί μου, τὸ ὄγδοον ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ Μακαριστοῦ, Ὁσιοτάτου Γέροντόςμας Ἀθανασίου, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίδει γιὰ ἀκόμη μία φορὰ τὴν εὐκαιρία νὰ φέρουμε στὴν μνήμημας τὴν ἁγία του ζωή, τὸ γνήσιο καὶ ἀνόθευτο κήρυγμάτου, τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογίατου, τὸ μέγιστο χάρισμα τῆς ἑρμηνείας τῶν Ἱερῶν Γραφῶν, τοὺς ὁμολογιακούς του ἀγῶνες, τοὺς διωγμοὺς ποὺ ὑπέστη ἕνεκεν δικαιοσύνης, τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν νεότητα, τὴν πολύπλευρη ποιμαντική του δραστηριότητα καὶ τὸν ἀκάματο ζῆλο του νὰ στηρίζει τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ χαίρει μετὰ χαιρόντων καὶ νὰ κλαίει μετὰ κλαιόντων. 

Ὑπῆρξε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος μεγίστη ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα καὶ ἡ ἀναφορά μας σ’ αὐτὸν ὀφείλει νὰ εἶναι ἀναφορὰ ὡς εἰς Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας. Μαθητεύσαμε παρὰ τοὺς πόδας του τέσσερεις δεκαετίες, κάτι ποὺ ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη εὐλογία παρὰ τοῦ Θεοῦ. Μαζὶ ξεκινήσαμε τὴν ἐπάνδρωση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κομνηνείου καὶ μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια κλείσαμε τοὺς Ἱεροὺς ὀφθαλμοὺς του στὴν ἐπιθανάτιο κλίνη τὴν 23ηΜαΐου τοῦ ἔτους 2006 στὸ Γενικὸ Νοσοκομεῖο Λαρίσης. 

Βαθυτάτη πεποίθησή μας, μετὰ τὴν πολυετῆ μαθητεία μας στὸ πρόσωπό του, εἶναι ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς, δὲν θὰ ’πρεπε νὰ τελοῦμε μνημόσυνα, ἀλλὰ τὴν μνήμη του, καθὼς ἁρμόζει στοὺς Ἁγίους, γιατὶ ὁ Μακαριστὸς Γέροντάς μας ὑπῆρξε ὄντως Ἅγιος! 

Ἄν Ἁγιότης σημαίνει καθαρότητα ψυχῆς καὶ σώματος, αὐτὸ μποροῦμε ἀβίαστα νὰ τὸ προσυπογράψουμε καὶ μὲ τὰ δυό μας χέρια γιὰ τὸ πρόσωπό του. Ἀγωνιζόταν ἀδιάκοπα γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς του καὶ καλλιεργοῦσε μὲ ἀκριβῆ ἐπιμέλεια τὶς ἀρετές. Ἦταν, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὸν ὁποῖο ὑπερηγάπα, ἕνα «Θεοῦ γεώργιον» (Α΄ Κορινθ. γ΄, 9), ἕνα ἔμψυχο χωράφι τοῦ Θεοῦ, πλῆρες ἀνθέων καὶ καρπῶν πνευματικῶν. Πολλὲς φορὲς μᾶς τόνιζε, γιὰ νὰ γίνει συνείδησή μας, ὅτι στὸν καιρὸ τοῦ πολὺ δὲν πρέπει νὰ στρεφόμαστε στὸ ὀλίγο. Μισοῦσε τὴν πνευματικὴ αὐτάρκεια καὶ ὡς ἄλλος ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν (Δανιήλ θ΄, 23) ζοῦσε σὲ ἀτμόσφαιρα πνευματικῶν ἀναβάσεων. Μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὴν καιομένη καρδία, ἀναφερόμενος στοὺς δύο Μαθητὲς, οἱ ὁποῖοι ἐπορεύοντο πρὸς Ἐμμαοὺς ἔχοντας ἀνάμεσά τους τὸν Χριστό, καὶ στὸ πρόσωπό του ἔβλεπε κανεὶς τὴν ἀλλοίωση τῆς δεξιᾶς Τοῦ Ὑψίστου. 

      Πολλὲς φορὲς μᾶς ρωτοῦσε ἄν στρεφόμαστε ἀγαπητικὰ πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἄν Τοῦ ἀπευθύνουμε ἐκφράσεις ἀγάπης. Ἔτσι καταλαβαίναμε ὅτι ὁ ἴδιος ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς πρώτης ἐντολῆς, τῆς ἐντολῆς τῆς ἀγάπης. Συχνὰ ἐπανελάμβανε τὰ λόγια τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου «ἀγάπα καὶ κάμε ὅ,τι θέλεις», τονίζοντας συμπληρωματικά, ὅτι ὅποιος ἀγαπᾶ, ποτὲ δὲν κάνει τὸ κακό. Ζώντας μέσα σὲ αὐτὸ τὸ κλῖμα, μισοῦσε τὸ κακό. Μισοῦσε τὴν ἁμαρτία. Τὸ ἐξέφραζε δὲ αὐτὸ ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὁριζόντια διάστασή της, μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο. 

Συγχωροῦσε καί ἔκανε ἐλεημοσύνην 

Φοροῦσε πάντοτε τὸν χιτῶνα τῆς συγχωρητικότητος, καὶ ὅταν κάποιοι τοῦ μετέφεραν ἀρνητικὲς συμπεριφορὲς χριστιανῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ πρόσωπό του, ἔλεγε ἐπὶ λέξει: «Δὲ βαριέσαι! Συγχωρεμένοι νά ’ναι!». Τὸ βλαβερὸ μικρόβιο τῆς μνησικακίας δὲν βρῆκε ποτὲ τόπο στὴν καθαρή του ψυχή.  

    Ἡ καιομένη καρδία του ὅμως γινόταν φανερὴ καὶ μὲ ἄλλους τρόπους, κυρίως δὲ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη. Πέρα ἀπὸ τὴν προσωπική μας ἐμπειρία, μποροῦμε νὰ βεβαιώσουμε ὅτι κάθε φορὰ ποὺ κατεβαίναμε στὸ Ταχυδρομεῖο, κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα ματσάκι ἐπιταγῶν, τὶς ὁποῖες ἔστελνε σὲ ἑκείνους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν βοήθεια. Δὲν εἶδα ποτὲ ἄνθρωπο ἐν ἀνάγκῃ, νὰ φεύγει ἀπὸ τὸ Μοναστήρι μας μὲ ἄδεια χέρια. 

    Πρέπει ὡστόσο νὰ τονίσουμε ἐδῶ, ὅτι ἡ πιὸ μεγάλη ἐλεημοσύνη, τὴν ὁποία ἀφειδώλευτα προσέφερε πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις, ἦταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Μιὰ ἄλλη τροφή. Ὄχι ὑλικὴ, ὄχι ἀπολλυμένη, ὅπως χαρακτηριστικὰ τὴν ὀνόμασε ὁ Κύριος μετὰ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων, ἀλλὰ μένουσαν εἰς τὸν αἰῶνα (Ἰωάν. στ΄, 27). Ἡ πρώτη εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸν χρόνο καὶ τὴν προσωρινότητα. Εἶναι πρόσκαιρη καὶ φθαρτή. Ἡ δεύτερη οὐράνια, ἄφθαρτη καὶ πνευματική, φέρουσα τὴν σφραγίδα τῆς αἰωνιότητος. Δὲν τρέφει καὶ δὲν στηρίζει μόνο, ἀλλὰ ἀνασταίνει τὶς νεκρὲς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ψυχές, τὶς ἀνακαινίζει καὶ τὶς προσθέτει στὴν αἰώνια Βασιλεία τῆς ἀγάπης Τοῦ Θεοῦ. 

    Ὁ Μακαριστὸς Γέροντάς μας, γιὰ νὰ μιλήσουμε μὲ τὴν γλῶσσα τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, εἶχε καρδία ἐλεήμονα, δηλαδὴ πυρπολημένη ἀπὸ ἀγάπη πρὸς ὁλόκληρη τὴν δημιουργία. Λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ: «καὶ τὶ ἐστὶ καρδία ἐλεήμων;», καὶ ἀπαντᾶ «καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζώων, καὶ τῶν δαιμόνων καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος» (Τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, τὰ εὑρεθέντα Ἀσκητικὰ, ἔκδοσις Ρηγόπουλου 1977, σ. 306). 

Ἀπηγόρευε τά φυτοφάρμακα 

   Ὅταν ἄκουγε ἤ ἔβλεπε μία καταστροφὴ στὴ Δημιουργία, πάντοτε τὴν σχολίαζε καὶ ἐξέφραζε τὴν θλίψη του. Ἀγαποῦσε ἀκόμη καὶ τὰ φυτά, ἄγρια καὶ ἥμερα. Μᾶς ἀπηγόρευε δὲ αὐστηρὰ νὰ τὰ ραντίζουμε μὲ ζιζανιοκτόνα, ὄχι μόνο γιὰ νὰ μὴ καταστρέφονται, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴ μολύνεται ἡ ἴδια ἡ γῆ.  

    Σὲ κάποιες ἐξόδους μας περιπατητικοὺς στὸ βουνὸ μάζευε ἄγρια ἀνθάκια καὶ ἔλεγε θεολογῶν: «Αὐτὰ τὰ ἔκανε ὁ Θεὸς Λόγος γιὰ τὴν Μητέρα Του, τὴν Παναγία», στὴν εἰκόνα τῆς ὁποίας καὶ τὰ προσέφερε μόλις ἐπιστρέφαμε. Βαθύτατα ἐπηρεασμένος ἀπ’ τὴ Θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἔβλεπε τὴν Δημιουργία ὡς ἕνα ἀνοικτὸ βιβλίο γνώσεως τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀποκαλοῦσε καταφατικὴ Θεολογία. 

    Μιλῶντας δὲ γιὰ τὸν σκοπὸ της, ἔλεγε ὅτι ἔγινε χάριν τῆς Θεοτόκου, ἡ ἀξία τῆς ὁποίας εἶναι πιὸ πάνω ἀπὸ κάθε κτιστὸ δημιούργημα, ἤ καλύτερα, πιὸ πάνω ἀπὸ ὅλη τὴ Δημιουργία, ἀφοῦ ἡ Παναγία ἔγινε ἡ χώρα τοῦ Ἀχωρήτου Θεοῦ καὶ μὲ τὸ νὰ δανείσει σὲ Ἐκεῖνον τὴν σάρκα της, τὸν ἔκανε Ἔνχρονο καὶ Ἔνσαρκο, Θεὸ καὶ Ἄνθρωπο, Θεάνθρωπο. 

    Πηγὴ τῆς ἀγάπης του καὶ στὶς δύο διαστάσεις της ἦταν ἡ Θεολογία. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη του ἦταν πηγή. Πηγὴ Θεολογίας, ἀφοῦ μὲ τὰ ἀείῤῥοα νάματά της τὸν ὁδηγοῦσε στὴν βαθυτέρα γνώση καὶ θέα τοῦ Θεανθρωπίνου Προσώπου τοῦ Χριστοῦ. 

   Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀνοίγει μπροστὰ μας μιὰ σελίδα τῆς ζωῆς του, ἡ ὁποία τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς κοινοὺς θνητοὺς καὶ τὸν τοποθετεῖ στὸ ὑψηλὸ βάθρο τῶν Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. 

Τὶ ἔκαναν ἐκεῖνοι; 

   Ἐπέδειξαν ἁγιότητα βίου. Καὶ ὁ Μακαριστὸς Γέροντας τὴν κατεῖχε, ὅπως προείπαμε, πληθωρικότατη μὲ ἀποδείξεις ἁπτές, τὶς ὁποῖες ἐπιλείψει με ὁ χρόνος διηγούμενον. 

Τὶ ἄλλο ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Πατέρες; 

    Ἐνέκυψαν μετ’ἐπιμελείας στὶς Ἱερὲς Γραφές καὶ μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κληροδότησαν στὴν Ἐκκλησία πλούσια ἑρμηνευτικὰ σχόλια. Σχόλια, τὰ ὁποῖα μᾶς βγάζουν ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ μᾶς εἰσάγουν στὸ πνεῦμα, στὴν δύναμη ἀλλὰ καὶ στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. 

Τὶ θά ’χαμε ἀλήθεια νὰ ποῦμε στὸ σημεῖο αὐτὸ γιὰ τὸν Μακαριστὸ μας Γέροντα; 

    Ὅσο κι ἄν κάποιοι θὰ παρέμεναν ἐπιφυλακτικοὶ καὶ δύσπιστοι, ἐμεῖς πιστεύουμε ἀκραδάντως ὅτι ὡς ἄλλος Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας ἀνέβηκε στὸ ὄρος Σινᾶ, εἰσῆλθε στὸ γνόφο τῆς Θεολογίας, ἔγινε θεατὴς τῶν ἀρρήτων μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέκτησε ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὸ Θεανθρώπινο Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. 

    Καὶ αὐτὰ ὅλα βέβαια γίνονται φανερὰ ἀπ’ τὰ οὐράνια χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἔντυσε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. 

Ἡ ἑρμηνεία τῶν Ἱ. Γραφῶν 

     Μιλήσαμε καὶ θὰ μιλήσουμε πολλὲς φορὲς ἀκόμη γιὰ τὸ χάρισμα τῆς Ἑρμηνείας τῶν Ἱερῶν Γραφῶν. Ἀπορεῖ καὶ ἐξίσταται κανεὶς ὅταν βλέπει τὸν Μακαριστό, νὰ στέκεται σὲ μία καὶ μόνον βιβλικὴ λέξη καὶ νὰ κάνει πάνω σ’αὐτὴ ὄχι μία, ἀλλὰ καὶ δύο καὶ πέντε καὶ περισσότερες ὡριαῖες ἑρμηνευτικὲς ὁμιλίες. Ἀλήθεια, τὶ μῆκος εἶχε τὸ ἑρμηνευτικὸ του τρυπάνι; 

Σὲ τὶ βάθος ἔφθανε ὁ θεολογικὸς του ὀφθαλμός; Πολλὲς φορὲς, ὅταν κάποιοι ἀδελφοὶ μὲ κάποια καύχηση ἔλεγαν ὅτι διάβασαν τὴν Ἁγία Γραφὴ δύο πέντε ἤ καὶ περισσότερες φορές, ἐκεῖνος τοὺς ἔλεγε πὼς κι ἄν ἀκόμη ζοῦσε διακόσια χρόνια, δὲν θὰ τοῦ ἔφθαναν νὰ ὁλοκληρώσει γιὰ μία καὶ μόνο φορὰ τὴν μελέτη τῆς Καινῆς Διαθήκης. 

    Τόνιζε δὲ ἰδιαιτέρως νὰ μὴ βιαζόμαστε νὰ βγάλουμε πολλὲς σελίδες ὅταν μελετοῦμε, ἀλλὰ νὰ καταβάλλουμε προσπάθεια στὴν ἐμβάθυνση καὶ ἀποκρυπτογράφηση τῶν βαθέων νοημάτων τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἑρμηνευτικὸ ἔργο ποὺ ἄφησε πίσω του εἶναι τεράστιο ὄχι μόνον σὲ ποσότητα ἀλλὰ καὶ σὲ ποιότητα. 

    Και ἐδῶ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐπιφανὴς Ἁγιορείτης Γέροντας, πρώην Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῶν Ἀθηνῶν,ἦταν ἀπόλυτα εὔστοχος, ὅταν χαρακτήρισε τὸν Γέροντα ὡς τὸν μεγαλύτερο ἑρμηνευτήτῶν Ἱερῶν Γραφῶν ὅλων τῶν αἰώνων. 

Προσωπικὰ, αἰσθανόμαστε ὡς ἰδιαίτερη τιμὴ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τὸ γεγονὸς ὅτι ζήσαμε κοντά του. Εἴδαμε μὲ τὰ ἴδια μας τὰ μάτια τὴν φωτιστικὴ χάρη, ποὺ τὸν ἐπεσκίαζε καὶ δὲν ἦταν λίγες οἱ περιπτώσεις, ποὺ μᾶς ἔκανε κοινωνοὺς τῶν ἐμπειριῶν του. Μαθήτευε στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ δεχόταν πλῆθος ἀποκαλύψεων. 

    Πολλὲς φορὲς, ὅταν κτυποῦσα τὴν θύρα τοῦ γραφείου του κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προετοιμασίας τῶν ὁμιλιῶν του, σηκωνόταν ἀπὸ τὴν καρέκλα του, ἄνοιγε τὴν πόρτα καὶ σὲ κατάσταση ἐκπλήξεως ἔλεγε: «Πώ! Πώ! Παιδὶ μου τὶ διάβαζα τώρα!!!». 

    Ἦταν μεταρσιωμένος· καὶ μέσα σ’ αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιρα ἄρχιζε νὰ διηγεῖται καὶ νὰ ἀποκαλύπτει τοὺς θησαυροὺς ποὺ εἶχε ἀνακαλύψει μέσα στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. 

Ὑπέρμαχος  τῆς Π. Διαθήκης 

     Πιστὸς στὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας «μὴ κρύπτε λόγον Θεοῦ», εὐκαίρως-ἀκαίρως ἄνοιγε θεολογικὲς συζητήσεις, στὶς ὁποῖες ἰδιαιτέρως ἠρέσκετο νὰ ἀναφέρεται στὴν Ἐνυπόστατη Σοφία, στὸ Θεανθρώπινο Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. 

    Ἀπὸ τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ τοῦ ἀπεκαλύφθη ὅτι ἡ Ἐνυπόστατη Σοφία, τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος δηλαδή, εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ὁμιλεῖ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐνθουσιάστηκε τόσο πολύ, ὥστε ἀπ’ ἐκεῖ καὶ μετὰ δὲν ἔπαυε νὰ προβάλλει τὴν μεγίστη ἀξία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὅτι εἰς μὲν τὴν Παλαιὰ Διαθήκη μᾶς ὁμιλεῖ ὁ Χριστὸς ὡς Ἄσαρκος Θεὸς Λόγος, εἰς δὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ὡς Ἔνσαρκος, ὡς Ἐνανθρωπήσας Θεὸς Λόγος. Σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ κηρύγματά του προβάλλει τὴν πίστη στὸ Θεανθρώπινο Πρόσωπο Τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν διδασκαλία του, ἀποτελεῖ καὶ τὸ κριτή- ριο τῆς Σωτηρίας μας. 

Ὁ ἐπάρατος  οἰκουμενισμός 

   Στὴν μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ἑρμηνευτικὴ ἐργασία του στὸ Ἱερὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως φανερώνεται καὶ τὸ προφητικὸ του χάρισμα. Ἀναφερόμενος στὸ ἔργο τοῦ ἀντιχρίστου προλέγει στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 τὴν κατάργηση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως. Ἀναγγέλλει τὴν δημιουργία Καινούριας- νέας διαθήκης-μιᾶς τρίτης διαθήκης, μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀνατείλει μιὰ νέα ἐποχὴ μὲ ἕνα νέο εὐαγγέλιο καὶ μιὰ νέα παράδοση, ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὰ «λάθη» τῆς Ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεως. Καὶ νὰ πού στὶς μέρες μας ὅλα αὐτὰ τὰ βλέπουμε νὰ προωθοῦνται ἀπὸ τὸν ἐπάρατο Οἰκουμενισμό, γιὰ τὸν ὁποῖο καὶ πάλι προφητικὰ εἶπε ὅτι θὰ εἶναι ὁ τελευταῖος πρόδρομος τοῦ ἀντιχρίστου. 

    Ἡ προσπάθεια συγκλήσεως νέας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῆς λεγομένης Πανορθοδόξου, δὲν ἔχει ἄλλο σκοπό, παρὰ τὴν κατάργηση τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως καὶ τὴν ἀλλοίωση τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀκούστηκε ἀπὸ ἐπίσημα ἐκκλησιαστικὰ χείλη ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες «ἔπεσαν θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως». Γι’ αὐτὸ ὁ Νέος Ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς μὲ πάθος, ἔτι ζῶν ὑπεστήριζε ὅτι ἀπὸ μία τέτοια Σύνοδο, ὄχι μόνο δὲν πρόκειται νὰ προέλθει κανένα καλό, ἀλλὰ θὰ δημιουργηθεῖ ἕνα χάος μὲ πολλὰ σχίσματα. 

    Ὁ Μακαριστὸς Γέροντάς μας στάθηκε στὴν ἐποχὴ του μεγάλος ἀγωνιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας. Πολέμησε μὲ πάθος ὅλες τὶς αἱρέσεις. Ἀπεκάλυψε μὲ Βιβλικὰ καὶ Πατερικὰ ἐπιχειρήματα τὸ σκοτάδι τῆς πλάνης των, ἀλλὰ καὶ τοὺς δολίους σκοπούς των. Καυτηρίασε μὲ τὸν λόγο τῆς Ἀληθείας ὅλες τὶς σύγχρονες κινήσεις τῶν παραθρησκευτικῶν ὀργα- νώσεων. 

Ὄχι εἰς τάς συμπροσευχάς 

    Ὁ ἴδιος δὲν εἶχε καμμία σχέση ποτὲ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Καὶ ὅταν σὲ κάποια Θεολογικὰ Συνέδρια, στὰ ὁποῖα ἔλαβε μέρος, ἀνεκάλυπτε τὴν παρουσία παπικῶν θεολόγων, μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια ἀπέφευγε τὴν συμπροσευχὴ μαζὶ τους. 

    Κάποτε ρωτήθηκε ἀπὸ τὰ παιδιὰ τοῦ Κατηχητικοῦ σχολείου, κατὰ πόσον ἐπιτρέπονται οἱ σχέσεις μας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, καὶ ἀπήντησε ὅτι μποροῦμε ἀσφαλῶς νὰ ἐπικοινωνοῦμε μὲ ἄτομα ἄλλων δογμάτων ἤ ἄλλων θρησκειῶν ὅταν βρεθοῦμε στὸ ἐξωτερικὸ καὶ μᾶς φιλοξενήσουν. Σὲ ναοὺς παπικῶν ἤ προτεσταντῶν γιὰ νὰ συμπροσευχηθοῦμε ὅμως δὲν θὰ πᾶμε ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ! Καὶ ἀκόμη, θεολογικοὺς διαλόγους μαζὶ τους δὲν θὰ κάνουμε, διότι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μᾶς ἐπηρεάσουν μὲ τὶς αἱρετικὲς τους διδασκαλίες καὶ νὰ πάθουμε βλάβη στὴν πίστη μας. 

Γεννήματα τῆς Μασονίας Ρόταρυ καί Πρόσκοποι 

    Ἀνάμεσα στοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ὁμολογία τῆς ἀμωμήτου Πίστεώς μας, ὅπως καὶ ἄλλες φορὲς προαναφέραμε, πρώτη θέση κατέχει ἡ ἀνοικτὴ σύγκρουσή του μὲ τὶς ὀργανώσεις τῶν προσκόπων καὶ τῶν ρόταρυ, οἱ ὁποῖες εἶναι προϊόντα καὶ γεννήματα τῆς Μασονίας, μιᾶς θρησκείας ἡ ὁποία μέσα στὶς στοὲς της λατρεύει αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Σατανᾶ, καὶ ἀπὸ ὅλες τὶς σκοτεινὲς δυνάμεις ἀποτελεῖ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν ἕνα, τὴν σφοδρότερη δηλαδὴ πολέμιο τῆς Ὀρθοδοξίας. 

   Ὁ Μακαριστὸς Γέροντας μὲ τὸ δυναμικὸ του κήρυγμα ἔβγαλε τὴν μάσκα καὶ ἀπεκάλυψε τὸ ἀληθινὸ πρόσωπό τους, κάτι τὸ ὁποῖο εἶχε ἀσφαλῶς καὶ τὶς συνέπειές του. Ὅλοι αὐτοί, οἱ λάτρεις τοῦ σατανισμοῦ, συνασπισμένοι προσπάθησαν νὰ τοῦ κλείσουν τὸ στόμα. Δὲν τὰ κατάφεραν ὅμως, διότι πλάϊ του ἐκεῖνο τὸ διάστημα εἶχε συμπαραστάτη καὶ συνοδοιπόρο τὸν μεγάλο ἀγωνιστὴ καὶ μαρτυρικὸ Μητροπολίτη Λαρίσης, τὸν Μακαριστὸ Θεολόγο, ὁ ὁποῖος στὶς ἀσφυκτικὲς πιέσεις τῶν μεγαλοσχήμων Μασόνων ἔμεινε ἄκαμπτος καὶ ἀνυποχώρητος, ὑποστηρίζων σταθερά ὅτι ὁ Πατὴρ Ἀθανάσιος εἶναι μιὰ ἐλευθέρα προσωπικότητα καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ τοῦ ἐπιβάλλει περιορισμό στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. 

    Ἦταν πραγματικὰ μιὰ χρυσὴ ἐποχὴ στὴν ὁποία καταθέτουμε, ὄχι μόνον τὸν βαθύτατο θαυμασμό μας ἀλλὰ καὶ τὴν βαθυτάτη θλίψη μας, γιατὶ ἔμεινε ἀδιάδοχη καὶ ὄχι μόνον! 

    Τελικά, ὁ πολυσέβαστος Γέροντάς μας, εἰς τὰς δυσμὰς τοῦ βίου του, ἀπομονώθηκε στὸ λατρευτικὸ καταφύγιό του, στὶς παρυφὲς τοῦ Κισσάβου, ὅπως καὶ ὁ νέος Ὅσιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς στὴ γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Τσέλιε στὴ Σερβία. 

    Ὅμως, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος οὐ δέδεται, ὡς ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων ἐπετάσθη. Ἐπετάσθη καὶ ἐκάλυψε σύμπασα τὴν γῆ.

Ἔφθασε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Καὶ ὡς σύγχρονος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ὄχι μόνον πηγὴ ἐμπνεύσεως, ἀλλὰ ἕνα θησαυροφυλάκιο Θεολογίας μὲ τὸ πλούσιο θεολογικὸ ὑλικό, τὸ ὁποῖο κατέλιπε κατὰ τὴν ἐνάσκηση τῆς ποιμαντικῆς του διακονίας. 

     Ἀγαπητοί μου, ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ μᾶς συνήγαγε σήμερα, γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ἐπὶ τὸ αὐτό, γιὰ νὰ φέρουμε στὴν μνήμη μας τὴν μεγίστη μορφὴ τοῦ Μακαριστοῦ μας Γέροντος, νὰ προσευχηθοῦμε γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ἁγίας ψυχῆς του τελοῦντες τὸ Ἱερὸ Μνημόσυνο, ἀλλὰ καὶ νὰ μεγαλύνουμε τὰ θαυμαστὰ κατορθώματά του. Στὸ πρόσωπό του ὀφείλουμε μύριες εὐχαριστίες, διότι ὅσο ζοῦσε, μᾶς ἔδειχνε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. 

    Μετὰ δὲ τὴν μαρτυρικὴ κοίμησή του, ἔγινε ὁ ἴδιος ὁδὸς σωτηρίας. Ἄν πραγματικὰ θέλουμε νὰ ἀποκαλούμαστε παιδιὰ του, δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ βαδίζουμε πάνω σ’ αὐτὸν τὸν δρόμο, μιμούμενοι τὶς πράξεις του καὶ ὅλη του τὴν ἁγία ζωή. Ἀμήν».


Ομιλία του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Πυργετού Λαρίσης, Αρχιμανδρίτου Ειρηναίου Βαϊοπούλου.