†. Όταν, αγαπητοί μου, η καρδιά φλέγεται από τον πόθο να γνωρίσει τον Θεό, τότε κάθε κοσμικό σχήμα ευπρεπείας και ευγενείας εγκαταλείπεται. Δεν ήταν μικρό πράγμα για τον Ζακχαίο τον αρχιτελώνη, όταν άκουσε ότι στην πόλη τους θα εισήρχετο ο Ιησούς, ήθελε να Τον δει. Όπως μας λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής: «Καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστιν», Ποιος είναι. Η φήμη Του είχε φθάσει έως την Ιεριχώ. Ποιος ήταν ο Ιησούς. Γι'αυτό, δεν ήτο μικρό πράγμα για τον Ζακχαίο, όταν τον βλέπομε να ζητάει να ιδεί τον Ιησούν, αυτός που ήταν -και εθεωρείτο τουλάχιστον- ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος της πόλεως, γιατί ήταν η προσωποποίηση της αδικίας, εφόσον έπαιρνε, κατόπιν δημοπρασίας, τους φόρους από τους Ρωμαίους και εισέπραττε -κατά το δοκούν!- όσα ήθελε, όσα βαστούσε η καρδιά του -είχε μάλιστα την δύναμιν των Ρωμαίων σε τούτο- από τους δυστυχισμένους πολίτας της Ιεριχούς.
Κάποια επανάσταση πρέπει να έγινε, λοιπόν, μέσα στην ψυχή του Ζακχαίου. Μια επανάσταση που αναποδογύρισε τα πάντα. Αλλά ο πόθος αυτός να δει τον Ιησού, δεν ήταν ένας πόθος μιας απλής περιεργείας, αλλά ένας πόθος για να διορθωθεί. Είναι υπέροχο πράγμα, όταν βλέπει κανένας ανθρώπους που πραγματικά ύστερα από κάποια αμαρτωλή ζωή θέλουν, ζητούν να διορθωθούν. Να γνωρίσουν τον Χριστό και να βάλουν τελεία και παύλα στη ζωή τους. Είναι πολύ συγκινητικό.
Έτσι, αγαπητοί μου, η παρουσία του Ζακχαίου, με τον δυνατό αυτό πόθο για να διορθωθεί, να γνωρίσει τον Ιησούν, μας θέτει ένα θέμα, ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Είναι εκείνοι που ζητούν να δουν πραγματικά με ειλικρίνεια, τον Ιησούν για διόρθωση και εκείνοι οι οποίοι ζητούν να Τον ιδούν μόνο και μόνο από μια περιέργεια. Και μέσα στην Αγία Γραφή βρίσκουμε και τις δυο, αυτές, κατηγορίες ανθρώπων.
Και πρώτα πρώτα είναι οι Φαρισαίοι· οι οποίοι δεν άφηναν ποτέ τον Κύριο μόνο. Τον ηκολούθουν μόνο και μόνο για να δουν και να ακούσουν τι λέγει και πώς θαυματουργεί. Και να βρουν ένα ψεγάδι για να Τον κατηγορήσουν. Να ιδούν αν Σάββατο θα θεραπεύσει. Να ακούσουν αν θα πει κάτι εναντίον του νόμου και του Μωυσέως και των προφητών. Τον ακολουθούν, λοιπόν, κατά βήμα, όχι, λοιπόν, γιατί πραγματικά θέλουν να σωθούν, αλλά είναι φθονεροί, είναι κακεντρεχείς, είναι θλιβεροί άνθρωποι. Όπως πάντοτε θα υπάρχουν Φαρισαίοι από τους ακροατάς του λόγου του Θεού. Είναι όμως, σας ξαναλέγω, θλιβεροί άνθρωποι.
Ήταν και ο όχλος που ζητούσε να δει τον Ιησούν. Στον όχλο υπήρχε μια ειλικρίνεια, αλλά και ταπεινά ελατήρια, μια συμφεροντολογία. Ζητούσε να δει τον Ιησούν για να θεραπευθούν οι αρρώστιες των ανθρώπων. Ζητούσε να δει τον Ιησούν ακόμη, για να χορτάσει από ψωμί. Θυμηθείτε που ζητούσαν οι Καπερναΐται, μετά από το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων, να Τον ιδούν. Έψαχναν να Τον βρουν. Κι ο Κύριος τούς αποκαλύπτει αυτά τα ταπεινά τους ελατήρια· που τους είπε: «Με γυρεύετε γιατί χορτάσατε ψωμί». Και όταν τους είπε την αληθινή θεολογία, τον αληθινό Άρτο τούς πρόβαλε και τους είπε «Μη ζητάτε το ψωμί που όταν φάγει κανείς ξαναπεινά ή αποθνήσκει, αλλά τον αληθινό Άρτο, που κατέβηκε από τον ουρανό, που όποιος Τον φάει τον Άρτον αυτόν, δεν πεθαίνει εις τον αιώνα, έχει ζωήν αιώνιον», εκείνοι δεν κατάλαβαν, σκανδαλίσθηκαν. Έτσι βλέπομε αυτούς τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τον Χριστόν, παρά την ειλικρίνειά τους, γιατί τους χαρακτηρίζουν ταπεινά ελατήρια αναζητήσεως του Ιησού.
Αλλά ακόμη και ο Ηρώδης, όπως διαβάζομε στην Αγία Γραφή, «ἀνεζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν». Μας λέγει, αγαπητοί μου, εδώ τα εξής: «Ὁ δὲ Ἡρῴδης …» -Δεν είναι ο παλαιός Ηρώδης. Είναι ο παππούς του εκείνος· που ήθελε να φονεύσει τον Κύριον, νήπιον. Αυτός είναι ο Ηρώδης ο Αντύπας, ο εγγονός του Ηρώδου του Μεγάλου. «Ὁ δὲ Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν(:όταν του Τον έφεραν δέσμιον· του Τον έστειλε ο Πιλάτος) ἐχάρη λίαν (:χάρηκε πολύ)». Είδατε; Χάρηκε που είδε τον Ιησούν. Όχι δεμένον. Αλλά, όπως μας λέγει στη συνέχεια ο ιερός Ευαγγελιστής, «ἦν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸ ἀκούειν αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἤλπιζέ τι σημεῖον ἰδεῖν ὑπ᾿ αὐτοῦ γινόμενον». «Από καιρό είχε ακούσει και είχε την περιέργεια να Τον γνωρίσει. Και ήθελε τώρα να δει ένα θαύμα να γίνεται από τον Ιησούν». Γι'αυτό «ἐπηρώτα αὐτὸν ἐν λόγοις ἱκανοῖς· αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ». «Του έκανε πολλές ερωτήσεις, με πολλά λόγια: ‘’Τι είναι αυτό; Τι είναι εκείνο; Πες μας εκείνο. Φτιάξε εκείνο». Σαν να είχε μπροστά του έναν θαυματοποιόν, που ήθελε… όπως πάμε στα τσίρκα, για να δούμε και να θαυμάσομε εκεί τις ταχυδακτυλουργίες των θαυματοποιών. Έτσι κάπως νόμιζε ο Ηρώδης ότι είχε μπροστά του. Ο Κύριος εσιώπα.
Κι όταν είδε να απογοητεύεται ο Ηρώδης και να μην ικανοποιείται αυτή του η περίεργη, η ανόητη, η χαμερπής περιέργεια, τότε γελοιοποίησε τον Ιησούν. Του έβαλε πορφυρούν χιτώνα, τον στόλισε, του έβαλε ακάνθινο στεφάνι και τον έστειλε στον Πιλάτο με αυτήν την διαπόμπευση, ότι … «Είχα ακούσει γι’ αυτόν, ο λαός έλεγε θαυμαστά γι’ αυτόν, αλλά… μπα». Και τον στέλνει τώρα τον Ιησούν γελοιοποιημένον πίσω εις τον Πιλάτον. Είναι οι άνθρωποι, λοιπόν, που ζητούν να δουν τον Ιησούν από μια περιέργεια. Ο Απόστολος Παύλος θα πει μέσα στην Ιστορία είναι οι άνθρωποι εκείνοι που «ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένην». «Ζητούν πάντα να μαθαίνουν, έχουν ένα σχήμα ευσεβείας αλλά την δύναμιν της ευσεβείας, την δύναμιν του Χριστού δεν την έχουν εις την ζωήν τους».
Βλέπομε ακόμα στην εποχή μας και σε κάθε εποχή, νομίζω ιδιαίτερα στην εποχή μας να υπάρχει μια περιέργεια στους ανθρώπους να μάθουν για τον Χριστιανισμόν. Όταν τους μιλάς, φεύγουν από κείνο που σε ρώτησαν και πηγαίνουν πιο κάτω, και τους κυνηγάς από πίσω στις ερωτήσεις, γιατί ενώ σου υποβάλλουν τις ερωτήσεις, δεν στέκονται να ακούσουν την απάντησιν. Δείγμα ότι πραγματικά δεν ενδιαφέρονται. Είναι μία επιπόλαιη περιέργεια, που θα ‘θελαν απλώς μια ενημέρωση, τύπου δημοσιογραφικού. Δεν βρίσκει κανείς ποτέ σε αυτούς τους ανθρώπους ένα βάθος.
Όταν κάποτε, αγαπητοί μου, διαβάζομε σε βίους σοφών αγίων, πώς έμεναν κάποτε σε έναν λόγο του Χριστού. Μόνο σε ένα λόγο του Χριστού. Και κατηνάλωναν ολόκληρη την ζωή τους, για να κατανοήσουν αυτόν τον λόγον! Πρόσφατα, ο γέροντας Σιλουανός, που ανακηρύχθηκε άγιος από την Ρωσική Εκκλησία, Αγιορείτης ήτο, όλη του την ζωή την κατηνάλωσε στο εξής σημείον: «Ἔχε τὸν νοῦν σου εἰς τὸν Ἅδην». Τίποτε άλλο. Αυτό μόνο. «Ἔχε τὸν νοῦν σου εἰς τὸν Ἅδην».. Και επειδή απηλπίζετο, ύστερα από κάποια χρόνια, όταν έφθασε σε ένα σημείο που πράγματι έφθασε στην απελπισία ότι δεν θα σωθεί, τότε ενεφανίσθη ο Χριστός. Και του συμπληρώνει το δεύτερον μέρος αυτού του σημείου. «Και μην απελπίζεσαι». Έτσι ολοκληρώθηκε το σημείον: «Έχε τον νου σου εις τον Άδην και μην απελπίζεσαι». Ήταν η θέσις πάνω στην οποία έμεινε μια ολόκληρη ζωή! Πόσο αντίθετο είναι με εκείνο που σήμερα η εποχή μας ερωτά, πηδά, τρέχει, θέλει πάντα να ερωτά και ποτέ να μην μαθαίνει. Και πολύ δε παραπάνω, να μην μαθητεύει.
Αλλά έχομε, όμως, αγαπητοί μου, και την άλλη μερίδα, την εκλεκτή· που έχει βέβαια περιέργεια, αλλά η περιέργεια είναι περιέργεια σωτηρίας. Είναι εκείνο το οποίον βλέπομε στον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή και εις τον Ανδρέα, όταν ακολουθούν τον Κύριον και Του λέγουν, μετά την υπόδειξιν που έκανε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και είπε ότι «Αυτός είναι ο Αμνός του Θεού», Τον ακολουθούν και Του λέγουν: «Κύριε, πού μένεις;». Όταν Εκείνος γύρισε να τους ρωτήσει: «Τι ζητάτε; Τι πράγμα ζητάτε; ». Κι εκείνοι είπαν: «Πού μένεις;», δεν ζητούσαν κάτι, αλλά ζητούσαν κάποιον. Ζητούσαν τον Ιησούν. Ήθελαν προσωπική γνωριμία. Με πολλή νοσταλγία, ο ευαγγελιστής Ιωάννης θα γράψει στο ευαγγέλιό του: «Ήταν», λέγει, «ὡσεὶ ὥρα δεκάτη»,ήταν κάπου 4 το απόγευμα, κι έμειναν εκείνη την ημέρα μαζί Του. Και Τον απήλαυσαν τον Ιησούν. Απήλαυσαν το πρόσωπό Του. Έκτοτε έγιναν μαθηταί Του.
Αλλά, ακόμα, αγαπητοί μου, βλέπομε και τον Ναθαναήλ, ο οποίος εκπλήσσεται όταν ο Κύριος τού λέγει τι έκανε κάτω από την συκιά. Κι εκείνος αναζητούσε τον Ιησούν. Τον αναζητούσε πρώτα μέσα στους προφήτας, μέσα στην Αγία Γραφή και στην προσευχή. Και ο Ιησούς τον βλέπει. Κι έρχεται και του λέγει: «Σε είδα τι κάνεις». Αν το θέλετε, αν έπρεπε να πλατύνομε το τι διημείφθη ανάμεσά τους, του είπε περίπου κάτι τέτοιο… ότι: «Αναζητάς τον Μεσσία; Εγώ είμαι. Θαυμάζεις; Πού να δεις παρακάτω τι έχουν να δουν τα μάτια σου! Θα δεις τους αγγέλους του ουρανού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν επί τον Υιόν του ανθρώπου».
Αλλά και ο Ζακχαίος, αγαπητοί μου, περί του οποίου ο λόγος σήμερα. Τον βλέπετε; Όχλος πολύς ακολουθεί τον Χριστόν. Αλλά ο Ζακχαίος είναι εκείνος ο οποίος θέλει να γνωρίσει τον Ιησούν. Θέλει να Τον γνωρίσει για να σωθεί. Τον βαραίνουν οι αμαρτίες του. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Ζακχαίος ξεκινά να γνωρίσει τον Ιησούν.
Αλλά ας δούμε τις προϋποθέσεις εκείνες που είχε ο Ζακχαίος και που ο Κύριος τον δικαίωσε και που πήγε και έφαγε στο σπίτι του και είπε ότι έγινε σωτηρία σήμερα στο σπιτικό αυτό. Τι ήταν; Ο Ζακχαίος βγήκε από το σπίτι του και αναζητούσε. Δηλαδή η αναζήτησις είναι η πορεία μας, είναι η προσπάθειά μας να βρούμε τον δρόμο μας. Ψάχνομε, πού μπορούμε να βρούμε τον Ιησούν. Ακούσατε σήμερα στην αποστολικήν περικοπήν που λέει ο Απόστολος Παύλος στον Τιμόθεο: «Πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει»; Όταν ψάχνεις μες στην Αγία Γραφήν. Όταν αρχίζεις στην αρχή να υπογραμμίζεις κάποια σημεία που σου κάνουν εντύπωση. Ύστερα κάποια πιο πολλά. Ύστερα κάποια πιο πολλά και ύστερα καταλαβαίνεις ότι θα ‘πρεπε να υπογραμμίσεις ολόκληρη την Αγία Γραφή, γιατί αρχίζεις πιο πολλά να γνωρίζεις για τον Ιησούν, γιατί και η τελευταία λέξη μιλάει για τον Ιησούν.Είναι μία ακατάπαυστη αναζήτηση μέσα στην Αγία Γραφή. Και την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη. Ακατάπαυστη. Κάποτε καταλαβαίνεις ότι ολόκληρο το κείμενο της Αγίας Γραφής είναι προφητικό. Ολόκληρο! Και τα ιστορικά σημεία. Ολόκληρο! Σας το λέγω αλήθεια, ολόκληρο το κείμενο είναι προφητικό! Αυτό το βλέπεις όμως μέσα στην πρόοδο της αναζητήσεως· που ανοίγουν τα μάτια και αρχίζεις να βλέπεις αλλιώτικα.
Στην προσευχή το ίδιο. Αναζητείς τον Ιησούν. Στην σκέψη· διαρκώς· αυτό που λέγουν οι Πατέρες, την θεωρία. Διαρκώς να σκέπτεσαι τον Ιησούν, διαρκώς τον Ιησούν! Και όχι σαν ένα όνομα μόνο, αλλά σαν ένα πρόσωπο. Όπως, όταν διαβάζομε στην Αγία Γραφή και αναμοχλεύει ο νους και η καρδιά, η καρδιά και ο νους, διαρκώς τον Ιησούν Χριστόν: Πώς Τον είδαν οι άνθρωποι, τι έγραψε η Γραφή γι’ Αυτόν, Ποιος είναι, και γίνεται διαρκώς μια αναζήτηση και μια εύρεση και μια έκπληξη, για να κινηθεί πάλι ο άνθρωπος, για μια βαθύτερη αναζήτηση. Είναι η πρώτη, αγαπητοί μου, προϋπόθεση αυτή. Όπως ο Ζακχαίος αναζητά τον Ιησούν.
Μια δευτέρα προϋπόθεσις είναι ότι... ο Ζακχαίος, ξέρετε, ήταν κοντός, χαμηλός ήταν στο ανάστημα και το ανάστημά του ήταν τόσο χαμηλό, που το μέσο ανάστημα των ανθρώπων ήταν πιο ψηλό από το δικό του το ανάστημα. Και έκρινε ότι δεν θα μπορούσε να δει τον Ιησούν. Δεν υπελόγισε τίποτα. Ανέβηκε πάνω σε ένα δέντρο από τις δενδροστοιχίες του δρόμου για να δει τον Ιησούν. Κάπως έτσι να το πούμε: Να πείτε ότι ο Δήμαρχος… έρχεται κάποιο επίσημο πρόσωπο στην πόλη, και ανεβαίνει επάνω σε ένα δένδρο· που ανεβαίνουν μόνον τα μικρά παιδιά επάνω σε ένα δένδρο, να παρακολουθήσουν τον επίσημο που έρχεται. Θα ήταν γελοίο αυτό, ε; Θα ήταν γελοίο.
Κι όμως, αγαπητοί μου. Αυτό δείχνει ότι ο Ζακχαίος δεν υπολογίζει την γνώμη του κόσμου. Πιστέψτε με, η γνώμη του κόσμου για την ευσέβεια είναι ογκόλιθος. Πιστέψτε με, από μια πείρα σας το λέγω, εκείνο που εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν την πνευματική ζωή, είναι η κρίση του κόσμου. «Τι θα πει ο κόσμος για μένα». Από τη στιγμή που δεν θα υπολογίσει κανείς την γνώμη του κόσμου, το τι θα πει ο κόσμος, ότι «έγινα πολύ θρησκευτικός», ότι «τώρα τελευταία το ‘ριξα στη θρησκεία» -χρησιμοποιώ τις φράσεις των ανθρώπων του κόσμου-, τότε, αν δεν τα λογαριάσω αυτά, αν δεν αισθάνομαι καμία ντροπή –γιατί τάχα ντροπή; Είναι ντροπή; Τότε ξεπέρασα αυτό το εμπόδιο, διελύθη αυτό το εμπόδιο και τότε μπορώ να προχωρήσω για να πάω στην τρίτη, αγαπητοί μου, προϋπόθεση, που είναι το ξεπέρασμα του εαυτού μου.
Ο Ζακχαίος μέχρι τότε πλούτιζε. Έκλεβε. Θεμιτά και αθέμιτα έπαιρνε. Ό,τι μπορούσε άρπαζε. Ήταν άρπαγας. Γιατί κοιτούσε μόνο τον εαυτό του, τον εαυτούλη του: «Πώς θα ζήσω, πώς θα γίνω πλούσιος, δεν με νοιάζει τι θα γίνουν οι άλλοι άνθρωποι». Τώρα όχι πια. Τώρα ξεπερνά τον εαυτό του. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν οι αδικημένοι, ότι υπάρχουν οι πτωχοί. Γι'αυτό είπε ότι «θα αποδώσω στο τετραπλάσιο σε εκείνους που αδίκησα». Ήταν θέμα του νόμου· γι’ αυτό μιλάει για το τετραπλάσιο. Ακόμα λέγει ότι θα δώσει τα μισά από τα υπάρχοντά του στους πτωχούς. Όλα αυτά δείχνουν ότι πια ξεπέρασε τον εαυτό του. Δεν μένει πια στον εαυτό του. Ούτε έκανε σκοπό της ζωής του τον εαυτόν του.
Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις, η αναζήτησις του Ιησού, η διαρκής σε όλη μας την ζωή αναζήτησις, το ξεπέρασμα της κρίσεως και της γνώμης του κόσμου και ακόμα το ξεπέρασμα του εαυτού μας, είναι οι θεμελιώδεις και βασικές προϋποθέσεις για να γνωρίσομε ειλικρινά τον Ιησούν και να προσποριστούμε την σωτηρία. Ο Ζακχαίος τα ξεπέρασε όλα. Γι'αυτό και άκουσε, μα τόσο σύντομα, από το στόμα, από το ίδιο το στόμα του Ιησού: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι (:Γρήγορα κατέβα κάτω. Έλα κάτω. Από το δένδρο κατέβα. Σήμερα θα μείνω στο σπίτι σου)- σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Δεν πήγε να καταλύσει σε κανενός άλλου σπίτι σπουδαίου και τρανού. «Θα μείνω στο σπίτι στου, γιατί σε αυτό το σπίτι σήμερα έγινε σωτηρία». Είπε «σ’ αυτό το σπίτι».
Το σπίτι δεν το αποτελούσε ο Ζακχαίος μόνο. Αλλά η γυναίκα του και τα παιδιά του, το υπηρετικό του προσωπικό και ίσως και κάποιοι συγγενείς, ο παππούς, η γιαγιά… Κι όμως. Είπε: «Το σπίτι δέχτηκε την σωτηρία». Γιατί ο σύζυγος, ο άνδρας είναι εκείνος που όταν αυτός σωθεί, που είναι η κεφαλή, τότε όλο το σπίτι θα επηρεαστεί. Στρέφομαι προς τις κεφαλές των σπιτιών, προς τους άνδρες, στρέφομαι και λέγω αυτό. Όπως λέει ο λαός, ότι «το ψάρι από το κεφάλι βρωμάει», αλλά και «το ψάρι φαίνεται φρέσκο από το κεφάλι»,και το σπίτι σώζεται από το κεφάλι, από τον άνδρα. Όταν ο άνδρας είναι ο σωστός, ο ευσεβής, τότε το σπίτι ολόκληρο δέχεται την σωτηρία.
Ω αγαπητοί μου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πολλοί σύγχρονοι αναζητούν τον Ιησούν. Όλοι μοιάζουν, όμως, με τον όχλο ή τους Φαρισαίους ή τον Ηρώδη. Αλλά υπάρχουν, όμως, και εκλεκτοί άνθρωποι που αναζητούν. Η εποχή μας είναι μια εποχή αναζητήσεων. Τα πάντα αναζητά, τα πάντα ανακρίνει, τα πάντα αναθεωρεί, αλλά τον Ιησούν Τον απέρριψε η εποχή μας. Τον απέρριψε χωρίς να Τον αναζητήσει. Υποσυνείδητα, όμως, Τον αναζητεί. Τον αναζητεί μέσα στην δυστυχία της και την αθλιότητά της· γιατί η παρουσία της δυστυχίας και της αθλιότητος είναι η υποσυνείδητη αναζήτηση του Ιησού. Όλα, λοιπόν, τα ζητάει η εποχή μας. Εκτός από τον Ιησού. Δεν έχομε παρά να φωτίσομε αυτήν την υποσυνείδητη κατάσταση των ανθρώπων της εποχής μας και να τους πούμε ότι για να φύγουν από αυτήν την αθλιότητα, δεν μένει παρά μόνο μια λύση: Η λύση να βρουν τον Ιησούν και να σωθούν.
133η ομιλία στην κατηγορία : " Ὁμιλίαι Κυριακῶν ".
†. Ο Κύριος, αγαπητοί μου, βρισκόταν εις την φημισμένην Ιεριχώ, στην πόλη των ρόδων και των φοινίκων. Πλήθος κόσμου έτρεχε στη συνάντησή Του, για να Τον δει. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν κι ένας αρχιτελώνης που τον έλεγαν Ζακχαίο. Θα λέγαμε ότι ο Κύριος βρέθηκε στην πόλη αυτή ειδικά για να συναντήσει τον Ζακχαίο. Η πιο κάτω ιστορία μάς το βεβαιώνει αυτό.
Μας σημειώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς ότι ο Κύριος «εἰσελθὼν εἰς τήν πόλιν διήρχετο τὴν ῾Ιεριχώ». Αφού μπήκε μέσα εις την Ιεριχώ, την «διήρχετο». Δηλαδή από δρόμο σε δρόμο, από δρόμο σε δρόμο. Αυτό θα πει «διήρχετο». Αλλά γιατί «διήρχετο» την πόλιν ο Κύριος; Γιατί ο Κύριος βγήκε εκεί για να σώσει μια ψυχή. Γιατί «ὁ Κύριος πάντας θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Και βρήκε την ψυχήν αυτή· που ήταν ο Ζακχαίος. Εάν ο Κύριος επιθυμεί να σώσει μια μόνον ψυχή, όμως και μια ανθρώπινη ψυχή επιθυμεί να γνωρίσει τον Κύριον. Και ο Ματθαίος φλεγόταν από την επιθυμίαν να γνωρίσει τον Ιησούν. Και οι άλλοι μαθηταί το ίδιο.
Εδώ τώρα ο Ζακχαίος είχε ακούσει δια τον Ιησούν. Κι όπως πολλοί έτρεχαν φέροντες τους αρρώστους των, για να τους θεραπεύσει ο Κύριος, έτσι και ο Ζακχαίος ζητά να θεραπεύσει την ψυχή του από την λέπρωση της αμαρτίας και το αβάσταχτο βάρος της. Ήθελε να δει τον Ιησούν ο Ζακχαίος. Αλλά δύο μεγάλα εμπόδια δεν του το επιτρέπουν αυτό. Το ένα, ότι ήταν πολύ κοντός εις το ανάστημα. Και το πλήθος που περιεστοίχιζε τον Ιησούν, στεκόταν εμπόδιο. Το άλλο ήταν η βεβαρυμένη του συνείδηση. Ο Ιησούς ήταν άγιος, αλλά αυτός πολύ αμαρτωλός. Και συνεπώς είχε να αντιμετωπίσει αυτά τα δύο εμπόδια.
Για να δούμε· το πρώτο εμπόδιο, ότι ήτανε κοντός, «μικρόςτῇἡλικίᾳ». «Ἡλικία» θα πει ανάστημα. Ήταν πολύ χαμηλός. Γι’αυτό σκέφτηκε, γιατί οπωσδήποτε ήθελε να δει τον Ιησούν, σκέφτηκε να σκαρφαλώσει πάνω σε ένα δέντρο, από εκεί που θα περνούσε ο Ιησούς. Δεν υπολογίζει την κοινωνική του θέση. Μπορεί να ήταν αμαρτωλός, μπορεί να ήταν μισητός εις τον λαόν, πλην όμως είχε διακεκριμένη θέση. Ήταν αρχιτελώνης. Το τι δηλαδή θα πει ο κόσμος, δεν τον ενδιέφερε. Ούτε ακόμη αν φορούσε, ασφαλώς φορούσε, τα καλά του ρούχα, που τυχόν θα κινδύνευαν με το να ανέβει επάνω σε ένα δέντρο. Ένα τον ενδιαφέρει τον Ζακχαίο. Να δει τον φημισμένον Ιησούν, τον Διδάσκαλο· που τα πλήθη Τον ακολουθούσαν.
Κι εμείς, βέβαια, θέλομε να γνωρίσομε τον Ιησούν Χριστόν και την διδασκαλία Του, τα μεγάλα γεγονότα, ακόμα, της ζωής Του. Να εμβαθύνομε εις αυτά, να τα βιώσομε. Τι θα πει ότι ο Κύριος μετεμορφώθη; Τι θα πει ότι ο Κύριος απέθανε επί του Σταυρού; Τι θα πει ότι ο Κύριος ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν; Θέλομε αυτά όλα τα μεγάλα γεγονότα, τους μεγάλους σταθμούς της ζωής του Κυρίου να τα ζήσομε, να τα κατανοήσομε, να τα βιώσομε. Και όμως, είμεθα τόσο νάνοι στις σκέψεις και τα αισθήματα… Νάνοι μπροστά, γενικώς, θα έλεγα, στο μυστήριον της Ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού. Τι καταλαβαίνομε απ΄ αυτό; Για να μπορέσομε να δούμε και να κατανοήσομε και να βιώσομε, πρέπει να παραδεχθούμε, αγαπητοί μου, ότι όντως είμεθα νάνοι. Σε σκέψεις και βιώματα, επαναλαμβάνω. Να μην υπολογίζομε τον παράγοντα κόσμον. Άμα ο κόσμος σε δει να θέλεις να βαθαίνεις περισσότερο, αμέσως σου κολλάει τη ρετσινιά: «Είσαι φανατικός». Ή την άλλη εκείνη ρετσινιά: «Είσαι θρησκόληπτος». Ε, βέβαια, άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με τον Θεό, άσχετοι –άσχετοι!- πώς μπορούν να δουν τον πνευματικόν άνθρωπο; Θα τον δουν ακριβώς με αυτές τις ρετσινιές. Άκου θρησκόληπτος, εκείνος που θέλει να ανεβεί και να προχωρήσει περισσότερο; Θρησκόληπτος! Δηλαδή δεν ξέρουν ακόμη οι άνθρωποι του κόσμου τούτου, και μορφωμένοι, μη νομίσετε, και την έννοια του θρησκολήπτου. Ενώ θρησκόληπτος τι θα πει; Θα πει «εκείνος ο οποίος είναι προσκολλημένος σε κάποιο γράμμα» και είναι η θρησκοληψία, είναι νοσηρά μορφή της πίστεως. Και όμως δεν διστάζουν να σου πουν: «Είσαι θρησκόληπτος».
Ο Κύριος βλέπομε να λέει στον Ζακχαίο: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι». «Ω Ζακχαίε, αφού σπεύσεις -να αναλύσομε την μετοχή για να θυμηθούμε και τις μετοχές- κατέβα από το δέντρο. Δηλαδή σε είδα. Και συ με είδες και Εγώ σε είδα. Κατέβα, λοιπόν, τώρα από το δέντρο. Έλα κοντά μου».
Πρώτιστα βλέπομε ότι ο Κύριος τον καλεί με το όνομά του. Θα ήταν πολύ αστείο να ρωτήσομε από πού θα μπορούσε να ξέρει ο Κύριος το όνομα του Ζακχαίου. Αγαπητοί μου, ο Θεός έχει δώσει ονόματα σε όλα. Και στα αστέρια και εις τα ζώα και εις τα πάντα. Γι’αυτό κάλεσε τον Αδάμ μέσα εις τον Παράδεισον, πριν ακόμη γίνει η Εύα, να ονοματίσει ό,τι έβλεπε γύρω του. Και κυρίως το ζωικό βασίλειο. Να ονοματίσει. Εκείνος που καλεί τον Αδάμ να ονοματίσει τα ζώα, ο Ίδιος δεν έχει ονοματίσει τα πάντα; Μας το λέει η Αγία Γραφή. Ότι και τα αστέρια έχει ονοματίσει· όλα τα αστέρια. Πόσα άραγε είναι τα αστέρια; Δισεκατομμύρια; Τρισεκατομμύρια; Θα σας πω έναν αριθμόν. Βάλτε μια μονάδα και αρχίστε να αραδιάζετε πίσω από την μονάδα αυτή, όχι μπροστά από την μονάδα, και πάμε στους δεκαδικούς, να αραδιάζετε πίσω από την μονάδα μηδενικά. Πόσα; Τραβάτε, γράφετε, γράφετε, γράφετε… Τόσα είναι τα αστέρια. Και σε όλα αυτά έχει δώσει ο Θεός ονόματα; Μας το λέγει η Αγία Γραφή, η Παλαιά Διαθήκη. Ότι έδωσε ονόματα, παρακαλώ, σε όλα τα αστέρια! Συνεπώς; Θα ήταν δυνατόν τώρα να αγνοεί τον Ζακχαίον; Που είναι άνθρωπος; Δεν είναι ούτε αστέρι, ούτε ζώο, ούτε φυτό. Κι όμως, εδώ τον καλεί. Το όνομά του το πήρε βέβαια την ογδόη ημέρα της περιτομής του, σαν Εβραίος, σύμφωνα με τον νόμο. Πλην όμως, ο Θεός γνωρίζει τα πάντα. Αν κανείς καλόπιστα θα ήθελε να δει κάθε βήμα του Ιησού Χριστού, όπως βλέπομε -αφήνω την Παλαιά Διαθήκη αυτήν την στιγμή- στην Καινή Διαθήκη, θα μπορούσε να λέει-χωρίς να πέσει έξω-ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός Λόγος. Είναι Θεός. Ο Ιησούς. Ομοούσιος με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιον.
Έτσι, λοιπόν, εδώ τώρα ο Κύριος γνωρίζει και το δικό μας όνομα. Κάθομαι πολλές φορές και σκέπτομαι…: «Αλήθεια, αυτήν την στιγμή με βλέπει ο Κύριος; Ξέρει το όνομά μου; Ξέρει τι κάνω;». Ναι. Αυτό, αγαπητοί μου, είναι… εάν μεν αγαθά, είναι ωραίο πράγμα. Εάν δε πονηρά, οπωσδήποτε με ενοχλεί. Γιατί δεν θα ήθελα να με ξέρει ο Θεός εάν είμαι πονηρός άνθρωπος. Ούτε θα ήθελα να ξέρει τα πονηρά μου σχέδια.
Και τι του λέγει τώρα εδώ του Ζακχαίου; «Σπεύσας κατάβηθι». «Κάνε γρήγορα. Μην περιμένεις άλλο. Όπως συ ανυπομονούσες, Εγώ, προ καταβολής κόσμου, πριν θεμελιωθεί η Δημιουργία, Εγώ ήθελα να σε συναντήσω. Ναι. Προ καταβολής κόσμου. Γιατί σε ξέρω», όπως λέει σε πολλά σημεία στην Παλαιά Διαθήκη, φερειπείν εις τον προφήτη Ιερεμία: «Σὲ ξέρω ἐκ κοιλίας μητρός σου». «Σε ξέρω».
Και τι σημαίνει «σπεύσας κατάβηθι»; Πρέπει να κατεβούμε κι εμείς από το ύψος, αγαπητοί μου, της υπερηφανείας μας, στη στάθμη της ταπεινοφροσύνης. Ο Ζακχαίος έδειξε ταπεινοφροσύνη. Σας είπα, δεν λογάριασε την γνώμη του κόσμου, τι θα πει. «Εσύ; Που είσαι προύχοντας; Που είσαι σπουδαίος παράγων μέσα εις την πόλη, σαν μικρό παιδί σκαρφάλωσες επάνω σε ένα δέντρο;». Ο Ζακχαίος στην πραγματικότητα τα άφησε στην άκρη αυτά. Και έζησε την ταπεινοφροσύνη. Κι εμείς πρέπει να κατεβούμε από το ύψος του εγωισμού μας. Λέμε πολλές φορές ότι «έχω τη μύτη μου ψηλά. Την μύτη μου ψηλά. Ε, να προσγειωθώ, να κατέβω, να δω την πραγματικότητα». Έτσι, αγαπητοί, ο Κύριος τότε μας θέλει και τότε μας καλεί και τότε μας εκπλήσσει, όταν κατεβούμε σε ένα χαμηλό επίπεδο.
Το δεύτερο εμπόδιο. Αυτό δα στάθηκε κατεξοχήν εσωτερικό. Εξάλλου, ήτανε και κάτι που ο κόσμος μπορούσε να το λέει. Μπορούσε να λέει ο κόσμος: «Είδες;- Στον Ζακχαίο μάλιστα, συγκεκριμένα- Παρὰἀνδρὶἁμαρτωλῷ(:Σε άνδρα αμαρτωλό) πήγε να μείνει στο σπίτι του, καταλῦσαι(:πήγε να μείνει στο σπίτι του)». Μπα! Και αυτό το περιφρονεί τώρα εδώ ο Ζακχαίος, αγαπητοί μου. Ήταν η αμαρτωλότητά του, κατά κάποιον τρόπον τον εμπόδιζε να προσεγγίσει τον Κύριον που ήταν Άγιος. Είχε συναίσθηση του τι εσήμαινε να είσαι αρχιτελώνης. Εξάλλου οι Εβραίοι είχαν ταυτίσει τον τελώνη, πολλῷ δὲ μᾶλλον τον αρχιτελώνη, τον τελώνη με τον αμαρτωλό άνθρωπο. Γι’αυτό έλεγαν ότι «ο Χριστός πήγαινε στα σπίτια», λέει, «των τελωνών, των πορνών και των αμαρτωλών». Ήξερε, λοιπόν, πολύ καλά ο Ζακχαίος τις αδικίες που είχε κάνει, εις βάρος πάντοτε, βεβαίως, του λαού. Και τώρα στέκεται έτοιμος να αποκαταστήσει πρώτα πρώτα τις αδικίες που έκανε.
Αφού κατέβηκε, ήρθε κοντά εις τον Ιησούν. Ο κόσμος τώρα δεν τον εμποδίζει. Αλλά ο κόσμος τώρα τον πλαισιώνει μαζί με τον Ιησούν. Και τώρα που ήρθε η ώρα της πνευματικής ωριμότητος και της συναισθήσεως, λέγει: «Ἰδού, Κύριε, τὰἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς(:Από τα υπάρχοντά μου, τα μισά τα δίνω εις τους πτωχούς) καὶ εἰ τινος τί ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν(:και όποιον τον αδίκησα με κάποια συκοφαντία, τώρα αποκαθιστώ την ζημίαν, δίδοντας εις αυτόν τετραπλή την ζημία που του προκάλεσα)». Αυτό το «τετραπλοῦν», αγαπητοί μου, δεν είναι τυχαίο. Ο νόμος το έλεγε. Λέει: «Όταν θα ήθελες να αποκαταστήσεις μία αδικία σου, θα έπρεπε να την αποκαταστήσεις κατά τετραπλούν τρόπον». Ο νόμος το έλεγε αυτό. Γι’αυτό τώρα ο Ζακχαίος μιλάει όπως μιλάει.
Και το αποτέλεσμα ήταν η θριαμβευτική απάντησις του Κυρίου, παρά το μουρμούρισμα του όχλου: «Σωτήρια τῷ οἴκῳ τούτῳ σήμερον ἐγένετο». «Να», λέει, «σήμερα έγινε σωτηρία εις αυτό το σπίτι, εις αυτό το σπιτικό». Το σπιτικό, δηλαδή, που ήταν του Ζακχαίου. Και είναι απάντησις του Κυρίου, αγαπητοί, από το ίδιο Του το στόμα στον καθένα από μας, όταν μετανοούμε. Ότι μας συγχωρεί. Ότι έγινε, έγινε ανάστασις σ’ αυτό το σπίτι. Έγινε σωτηρία σ’ αυτό το σπίτι. Και αν είναι άνδρας… –βέβαια, πρώτιστα για τον κάθε άνθρωπο «οἶκος» είναι η ύπαρξή μας. Αλλά αν είναι άνδρας, βεβαίως το σπίτι ανήκει εις τον άνδρα και όταν ο άνδρας γίνει πνευματικός άνθρωπος, τότε συνήθως ακολουθούν η σύζυγος και τα παιδιά. Συνήθως. Γιατί δυστυχώς δεν είναι πάντοτε.
Πρέπει, όμως, ακόμη να συνειδητοποιήσομε ότι είναι αδύνατον να γνωρίσομε τον Χριστόν αν προηγουμένως δεν τακτοποιήσομε τον εσωτερικό μας κόσμον με την μετάνοια. Όπως είπε ο Ζακχαίος: «Να», λέει, «εις τετραπλούν δίδω στους πτωχούς, εκείνα τα οποία έχω. Τα μισά απ’ ό,τι έχω».
Και η ανταπόκρισις του Κυρίου βλέπομε είναι άμεση. Το βλέπει κανείς αυτό από μία ωραία εικόνα που μας δίνει η Αγία Γραφή. Είναι αυτό που ο Κύριος αναφέρει στην επιστολή Του προς τον επίσκοπο της Λαοδικείας. Τι του λέγει; «Ἰδού, ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν(: Να, λέγει, έχω σταθεί έξω από την πόρτα σου)· ἐὰν τὶς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου», λέει ο Κύριος – γιατί ταυτοχρόνως κρούει την θύραν, αλλά λέει και Ποιος είναι: «Ἐγὼ εἰμί». Αν κάποια φωνή, από μέσα, ερωτήσει «Ποιος είναι;» – «Ἐγὼ εἰμί, ὁἸησοῦς, ὁ Σωτῆρας»-«ἐὰν» λοιπόν «τὶς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου, καὶἀνοίξῃ τὴν θύραν» –γιατί το πομολάκι είναι από μέσα. Κάποτε ένας ζωγράφος κάθισε και έφτιαξε αυτήν την σκηνή. Την έχετε δει και την έχω δει κι εγώ πολλές φορές σε μικρές εικόνες. «Α», λέει στον ζωγράφο, «έκανες ένα λάθος. Έβαλες το πόμολο από μέσα».«Όχι», λέει, «δεν έκανα λάθος. Το πόμολο είναι πάντοτε από μέσα». Γιατί δεν θα ανοίξει ο επισκέπτης κρατώντας το πόμολο και να μπει αυθαίρετα μέσα στην ψυχή σου. Αλλά θα ανοίξεις εσύ και θα τον υποδεχθείς. Δεν θα πεις: «Ε, τι γυρεύεις εδώ εσύ;». Αν έμπαινε, υποτίθεται, αυθαιρέτως. Τώρα, όμως, ανοίγεις εσύ το πόμολο. Και λες: «Πέρασε, Κύριε».
Και συνεχίζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη να μας λέει αυτά τα λόγια του Χριστού: «… καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτόν (: και θα μπω μέσα στο σπίτι του)καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ(: και θα καθίσουμε στο τραπέζι, θα δειπνήσομε μαζί ,Εγώ μαζί του– δεν είναι πλεονασμός, όταν λέει ‘’Εγώ μαζί του και αυτός μαζί μου’’, όχι. Γιατί δείχνει ότι έχει μία αμοιβαία επιθυμία συνδειπνῆσαι, να συνδειπνήσει κανείς με τον Χριστόν και ο Χριστός με εμένα τον άνθρωπο. Μια εικόνα τρυφερότητος, αλλά και συντροφικότητος. Θέλει να κάνει συντροφιά ο Κύριος μαζί μου. Και η γνωριμία με τον Χριστόν είναι προσωπική. Και η συντροφιά του είναι πόθος ψυχής. Αφού και η ψυχή αναζητά τον Κύριον.
Αυτό πολύ ωραία το εκφράζει ένας σύγχρονος ποιητής, μακαρίτης πλέον, που λέγει σε ένα του μακρύ ποίημα:
«Συντροφιά με τον Χριστό λαχτάρησα να ζήσω, ως να φτάσει κι η στερνή στιγμή να ξεψυχήσω.
Συντροφιά με τον Χριστό
λαχτάρησα να ζήσω
την αγάπη Του θερμή,
στα στήθια μου να κλείσω».
Η αναζήτησις, αγαπητοί μου, του Ιησού Χριστού προϋποθέτει πόθον εις την ψυχήν, αλλά και μία καθαρότητα.
Ή, την πρόθεση να γίνω καθαρός. Ξέρετε ότι κι ο Ηρώδης, μάς λέει εδώ ο Λουκάς στο 9ο κεφάλαιό του, «ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν». Ο Ηρώδης αυτός είναι ο εγγονός εκείνου του Ηρώδου που ήθελε να φονεύσει τον Ιησούν, όταν άκουσε ότι γεννήθηκε από την γενιά του Δαβίδ κ.λπ. κ.λπ. και ότι θα εγείρει δικαιώματα και αξιώσεις. Είναι ο εγγονός. Αλλά και ο εγγονός δεν ήταν καλύτερος -γιατί κι αυτός βασιλεύσε- δεν ήταν καλύτερος, αγαπητοί μου, από τον Ηρώδη τον παππού του. Και «ἐζήτει», ωστόσο, «ἰδεῖν», να δει τον Ιησούν. Και τούτο γιατί είχε ακούσει ότι ο Ιησούς έκανε, λέει, θαύματα. Και αφού ο Ηρώδης ήδη είχε φονεύσει τον Ιωάννη τον Βαπτιστήν, τώρα έρχεται να ιδεί τον Ιησούν. Έλεγε μάλιστα τα εξής: «Μπα! Ξέρω, ο Πρόδρομος είναι εκείνος ο οποίος κάνει τα θαύματα». Μα, δεν είναι ο Πρόδρομος. Κοιτάξτε, παχυλή αντίληψη, παχυλή άγνοια. «Αυτός», λέει, «αναστήθηκε από τους νεκρούς».Καιδεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι άλλο είναι ο Πρόδρομος τον οποίον απεκεφάλισε -και βεβαίως δεν ανεστήθη- και άλλος είναι ο Ιησούς που ήδη είναι στη ζωή και κάνει τα θαύματα.
Και η ευκαιρία δόθηκε, αγαπητοί μου, όταν οδήγησαν τον Ιησούν Χριστόν από τον Πιλάτο στον Ηρώδη. Επειδή είπαν «είναι Γαλιλαίος» και ο Ηρώδης ήταν βασιλιάς στην Γαλιλαία και επειδή ήταν στη δικαιοδοσία του Ηρώδου, ε, για να είναι τυπικοί, ο Πιλάτος, ο διοικητής των Ιεροσολύμων, για να είναι τυπικός, έστειλε τον Ιησούν να τον δει και να κρίνει και ο Ηρώδης. Ακούστε εδώ τι σημειώνει ο Λουκάς στο 23ο κεφάλαιο: «Ὁ δὲἩρώδης ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν». Πω, χαρά που έκανε… Αλλά γιατί έκανε χαρά; «Ἦν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸἀκούειν αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ, καὶἤλπιζε τί σημεῖον ἰδεῖν ὑπ’ αὐτοῦ γινόμενον». «Γιατί άκουσε πολλά». Αυτό που σας είπα προηγουμένως. «Και ήλπιζε να δει κάποιο θαύμα μπροστά του». Ξέρετε, εκείνοι που θέλουν να δουν θαύμα, δεν καταλαβαίνουν ότι υποκρύπτεται μία απιστία. Απόδειξις, ο Ηρώδης· που ζητούσε να δει θαύμα. Πίστεψε ο Ηρώδης; Η ιστορία δεν μας καταθέτει ότι ο Ηρώδης, αγαπητοί μου, επίστευσε. Κάθε άλλο. Να το ξέρετε, άμα ακούσουμε κάπου να γίνει ένα θαύμα, να δακρύει κάποια εικόνα, τρέχομε… Όταν ακούσουμε ότι γίνεται κήρυγμα, δεν τρέχομε… Το μεγάλο θαύμα είναι να ακούσεις κήρυγμα και να σου αλλάξει η καρδιά. Να γίνει, όπως λέει η Παλαιά Διαθήκη, να γίνει από πέτρινη η καρδιά σου, να γίνει «σαρκίνη», μαλακιά, ωραία. Αυτό είναι θαύμα. Ωστόσο: «Ἐπήρωτα δὲ αὐτὸν ἐν λόγοις ἱκανοῖς».«Με πολλά λόγια τον ερωτούσε: ‘’Τι τούτο; Τι εκείνο; Πώς αυτό; Πώς εκείνο; Κάνε μου ένα θαύμα να το δω κι εγώ’’». Το αποτέλεσμα: «Ὁ δὲἸησοῦς οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ». Δεν του έδινε καμία απάντηση. Ακούσατε; Αν θέλετε, θεολογικά, αναλύσατέ την στο μυαλό σας. Γιατί; Διότι ο Ηρώδης δεν είχε καθαρή καρδιά και νόμιζε ότι ο Ιησούς είναι κάποιος θαυματοποιός· που μπορούσε να έχει όποιο ήθελε θαύμα, κατά παραγγελία μάλιστα, χωρίς καμία πίστη. Θαύμα κατά παραγγελία…
Ωστόσο, στην ψυχή του Ζακχαίου είχε γίνει μία πραγματική επανάσταση. Ο πόθος να δει τον Ιησούν δεν ήταν ένας πόθος που θα τον γεννούσε η περιέργεια, όπως τον Ηρώδη. Αλλά η ανάγκη της σωτηρίας. Ήταν ο ίδιος πόθος που γεννήθηκε σε δυο άλλους φίλους, που αργότερα έγιναν μαθηταί του Χριστού. Στον Ιωάννη και στον Ανδρέα. Μετά την υπόδειξη του Προδρόμου, ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, οι δύο μαθηταί ακολουθούν τον Ιησούν. Κι όταν ο Ιησούς εστράφη, -ήτανε κοντά Του, αλλά από πίσω Του- «Τι θέλετε;», τους ρώτησε. Βρέθηκαν σε αμηχανία. «Κύριε, πού μένεις;». Γιατί αμηχανία; Κάτι άλλο ήθελαν. «Πες μας, Συ που είσαι ο Μεσσίας, πες μας, τι να κάνομε για να σωθούμε;». Και γρήγορα θα γίνουν μαθηταί Του. Το ίδιο συμβαίνει, αγαπητοί μου, και με δυο άλλους φίλους, τον Φίλιππον και τον Ναθαναήλ. Κι αυτοί είχαν λαχτάρα, είχαν πόθο ψυχής. Το ίδιο συμβαίνει τώρα και εις τον Ζακχαίον.
Τι προϋποθέσεις χρειαζόμαστε, λοιπόν, για να βρούμε τον Ιησούν; Να είμεθα εν πορεία στα χνάρια του Ιησού. Ο Ζακχαίος βγήκε στον δρόμο για να συναντήσει τον περιπατούντα μέσα εις την πόλη την δική του. Δεύτερον, να στεκόμαστε ψηλότερα από το πλήθος, τον κόσμο και την νοοτροπία του. Όπως ο Ζακχαίος ανέβηκε επάνω εις την συκομοριά. Και τρίτον, πρέπει να πετύχομε ένα ξεπέρασμα του εαυτού μας. Δεν θα μας νοιάζει τι λέει ο κόσμος. Χρειάζεται η εν Χριστώ άσκησις. Εξάλλου, όπως λένε οι Πατέρες: «Πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις».
Αγαπητοί, πολλοί ζήτησαν να ιδούν τον Ιησούν. Αλλά τον Λόγον όμως, όπως λέγει ένας εκκλησιαστικός συγγραφεύς, μόνον όσοι επίστευσαν εις Αυτόν, Τον είδαν. Σε πολλούς σήμερα χριστιανούς μας δεν υπάρχουν οι ορθές προϋποθέσεις για να δουν τον Κύριον. Κινούνται ανάμεσα σε σύγχρονα, περίεργα σχήματα και αλλότριες αναζητήσεις, εκτός βέβαια από την γνησία αναζήτηση του Ιησού.Πάντως, η θαυμασία συμπεριφορά του Ζακχαίου στέκεται για μας ένας αληθινός οδοδείκτης. Ας τον μιμηθούμε και δεν θα ζημιώσομε.
Ἐκεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι ὁ Θεός γίνεται γνωστός διά τῶν δημιουργημάτων Του. Αλλά οἱ ἄνθρωποι δεν θέλησαν να γνωρίσουν τον Θεό διά μέσου τῆς δημιουργίας Του, γιατί αμαυρώθηκε ἡ νόησή τους. Τα πάθη σκότισαν τό μυαλό τους σε τέτοιο βαθμό, ωστε ἔκαναν σύγχυση –προσέξτε αὐτό τό σημείο– μεταξύ Κτίστου καί κτισμάτων. Καί ἀντί νά δοῦν διά τῶν κτισμάτων τόν Κτίστη, ἔμειναν στα κτίσματα, καί λάτρεψαν αὐτά ἀντί γι' Αυτόν.
Ακοῦστε ἕνα παράδειγμα, πού εἶναι μάλιστα βασικό καί θεμελιῶδες· εἶναι γιά τόν ἥλιο. Ὁ ἥλιος εἶναι ἕνα σῶμα διάπυρο. Βέβαια δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ ἀρχαῖοι γνώριζαν ἀκριβῶς τί εἶναι ὁ ἥλιος, ἀλλά δέν εἶναι καί πολύ δύσκολο να σκεφθεῖ κανείς ὅτι ὁ ἥλιος δέν μπορεῖ νά εἶναι θεός, απλούστατα γιατί ὁ ἥλιος παρέχει μία θερμότητα, εἶναι ἕνα διάπυρο σῶμα, εἶναι μιά φωτιά· μιά φωτιά μάλιστα σε χιλιάδες βαθμούς.
Σᾶς εἶπα προηγουμένως ὅτι θά δεῖτε πως δόθηκε ή λύση. Να την η λύση. Είναι καταπληκτικό. Και τώρα βλέπουμε τον Χριστό να παρέχει τον καρπό αὐτόν, τό Σώμα Του και το Αίμα Του, γιά τή ζωή τῆς ἀνθρωπότητος. Τώρα, ὅποιος θέλει μπορεί να φάει τον καρπόν αὐτόν. (Βλ. Θεοδωρήτου Κύρου, Εἰς τὸν προφήτην Ησαΐαν, κεφ. ΞΕ, PG 81, 488BC: «Γέγονε δὲ ἡμῖν ξύλον ζωῆς ὁ σωτήριος σταυρός ἐδέξατο γὰρ οἷόν τινα καρπὸν τὸ ζωοποιόν σώμα, εἰς ὅ οἱ τὰςχεῖρας ἐκτείνοντες καὶ τοῦ καρποῦ μεταλαμβάνοντες τὴν αἰώνιαν ζώσι ζωήν.»)
Ὁ δρόμος τότε κλείστηκε· αλλά μετά ανοίχθηκε. Κι ὁ δρόμος πού κλείστηκε ήταν ὅτι μέ τόν θάνατό του ὁ Ἀδάμ δεν μπόρεσε ν' ἀνεβεῖ στόν οὐρανό.
Τρία πράγματα ἔκλεισαν τον δρόμο. Τό πρῶτο ἦταν ἡ ἁμαρτία. Δέν μποροῦσε ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος νά ἔχει πιά μέθεξη τοῦ Θεοῦ. Το δεύτερο ήταν ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀθάνατος, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος είναι θνητός. Πῶς θά ἦταν δυνατόν ποτέ ὁ ἀθάνατος Θεός νά ἔχει κοινωνία μέ τόν θνητό ἄνθρωπο; Θά πέθαινε ὁ ἄνθρωπος· ὁ Θεός θά ἔμενε. Καί τό τρίτο, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὕλη, κτιστός, ἐνῶ ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος. Πῶς θά ἦταν δυνατόν νά ὑπάρχει λοιπόν μία τέτοια κοινωνία; Ο δρόμος εἶναι πραγματικά κλειστός καί ἡ δίοδός του εἶναι παντελῶς ἀδύνατη. Ποιός μπορούσε να νικήσει την ἁμαρτία, τήν ὑλική του κατασκευή καί τόν θάνατο; Κανένας.
Λοιπόν, ἀκοῦστε. Είπε ὁ Θεός να φυλάγεται ὁ δρόμος μέ τήν πύρινη ρομφαία τῶν Χερουβείμ. Θά τό δούμε αυτό όταν θα φθάσουν στο σημεῖα ἐκεῖνο. Δεν εἶναι τό θέμα μας ἐδῶ, ἀλλά ἀκροθιγώς τώρα τό ἀναφέρω, για να ολοκληρώσω αυτό που λέμε καί νά τό δεῖτε καλύτερα. Τώρα πιά ὁ δρόμος αὐτός δέν φυλάγεται. Ξέρετε γιατί; διότι ἀνοίχτηκε μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου. Ἀκοῦστε το.
Ποιός ἄνοιξε τον δρόμο λοιπόν; τόν ἄνοιξε ὁ Χριστός. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ Χριστός άνοιξε τον δρόμο, με την ἐνανθρώπησή Του, τη σταύρωσή Του, τόν θάνατό Του, τήν ἀνάστασή Του, την ανάληψή Του, τώρα μπορούμε κι ἐμεῖς νά ἀκολουθήσουμε.
Ἔρχεται λοιπόν ὁ Χριστός –τοῦ ὁποίου ὅλα αὐτά τα στοιχεῖα εἶναι κατοχυρωμένα με γεγονότα– καί μᾶς λέει: «ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς, ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον» (Ιωάν. 6, 53). Τώρα λοιπόν προτρεπόμαστε να φᾶμε τη σάρκα Του και να πιούμε το αίμα Του, δηλαδή παρακινούμαστε να φάμε τον καρπόν τῆς ζωῆς.
Γιατί σπεύδουμε να κοινωνήσουμε ἕναν ἄνθρωπο για τελευταία φορά πριν πεθάνει; Γι' αὐτόν τόν λόγο σπεύδουμε γιά νά πάρει τό ἐφόδιο τῆς ζωῆς καί νά ζήσει αἰωνίως. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός λέει: «καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ», διότι πῆρε ἐμένα τήν ζωή. (Ιωάν. 6, 53-54) Διότι ὁ Χριστός εἶναι ἡ πραγματική ζωή· δέν εἶναι μιά ιδέα. (Ἡ ἰδέα ἐδῶ μέ τήν ἔννοια τοῦ εἰδώλου ἑνός πραγματικοῦ ἀντικειμένου που σχηματίζεται στον νοῦ· κάθε ἀφηρημένη ἔννοια). Προσέξτε ἡ ζωή δέν εἶναι μιά ἔννοια· είναι μια πραγματικότητα. Ὅταν ζεῖ ἕνας ἄνθρωπος, λέμε ποτέ ὅτι αὐτός ἔχει τήν ἰδέα τῆς ζωῆς, ἢ ὅτι ἔχει τήν ἴδια τή ζωή; Ὁ Χριστός δέν εἶναι ὁ φορέας μιᾶς ιδέας τῆς ζωῆς· εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή! Είπε: «ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή». (Ἰωάν. 11, 25. Βλ. Ἰωάν. 14, 6; «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή») Ἔτσι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος θά φάει τήν σάρκα Του καί θά πιεῖ τό αίμα Του, θά ἔχει τή ζωή. Καί προσθέτει: Ἐγώ αὐτόν, τήν ἐσχάτη ἡμέρα, θά τόν ἀναστήσω. Ποιά εἶναι ἡ ἐσχάτη ἡμέρα; Εἶναι ἡ ἡμέρα πού θά ξανάρθει ὁ Χριστός, είναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς Ἱστορίας. Οπότε ὁ ἄθρωπος θα πάρει πίσω τό ἀναστημένο του σῶμα. Νικήθηκε ὁ θάνατος.
Τί θά πεῖ θάνατος; χωρισμός ψυχῆς καί σώματος. Ἀλλά ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος θά εἶναι μαζί Του, νικήθηκε καί ἡ ἁμαρτία του. Οἱ ἁμαρτίες του συγχωρέθηκαν. Κι επειδή ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος να κάνει συντροφιά μέ τόν Θεό, νά ἔχει μετοχή μέ Αυτόν. Ἐγώ, ὁ ἄνθρωπος, μέ Αὐτόν, τόν Θεάνθρωπο! Διότι ὁ Θεός δέν εἶναι ὁρατός στούς ἀνθρώπους –δέν εἶναι δυνατόν–, ἀλλά εἶναι ὅμως ὁρατός μέ τήν ἀνθρώπινη φύση Του.
Πάνω στο σημεῖο αὐτό πρέπει νά σᾶς πῶ ὅτι ὅταν πρόκειται να κοινωνήσουμε, ἐξομολογούμαστε, ἀλλά καί διαβάζουμε τήν ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως. Πιστεύω νά τό ξέρετε, ὅτι προκειμένου να κοινωνήσουμε, λέμε στη βραδυνή προσευχή μας τήν ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως (είναι στη Σύνοψη ή στον Συνέκδημο ή στο Μέγα Ωρολόγιο). Σας το λέω νά τό ξέρετε αὐτό. Ἀποτελεῖ μιά προετοιμασία γιά τή θεία Κοινωνία, μαζί μέ τήν ἐξομολόγηση καί τή νηστεία. Πιστεύω, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι μία προετοιμασία.
Καί μετά λέει ὁ ἱερέας: «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης, προσέλθετε». Αγάπη σε ποιόν; Αγάπη στόν Θεό. Τό ἀκούσατε; ἀγάπη στον Θεό! Μετά εἶναι ἡ ἀγάπη στον πλησίον.
Βέβαια, ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ὅτι ὅταν προσέρχεσα ινα προσφέρεις τό δώρο σου στον ναό καί θυμηθεῖς ὅτι ἔχεις κάτι ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, πήγαινε πρῶτα νά ἔχεις μία καταλλαγή μαζί του, δηλαδή να συμφιλιωθεῖς, καί μετά γυρίζεις και προσφέρεις τό δώρο σου. (Βλ. Ματθ. 5, 23-24) Εἶναι σημαντικά ὅλα αὐτά· ἀλλά τό πρῶτο, τό κορυφαῖο, εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη στο πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄν πάω να κοινωνήσω, καί δέν διακρίνω –αὐτή εἶναι τώρα ἡ ἔννοια του ρήματος διακρίνω, πού λέει ὁ ἀπόστολος Παύλος– δεν διακρίνω, δέν ξεχωρίζω ὅτι εἶναι τὸ Σῶμα καί το Αίμα του Χριστού, αλλά θεωρῶ, ὅπως λέει στην Προς Εβραίους, ὅτι εἶναι κάτι κοινό, τιποτένιο, κάτι πού δέν ἔχει καμμία αξία, τότε ἔχω κάνει μέγιστη ἁμαρτία. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἁμαρτία, ἡ φοβερή ἁμαρτία! (Βλ. Εβρ. 10, 29)
Βλέπετε λοιπόν, παιδιά, ὅτι ἔχουμε τον καρπό της ζωῆς, τὸ Σῶμα καί τό Αίμα τοῦ Χριστοῦ. Καί ἔχουμε τήν ἐντολή να γευθούμε αυτόν τον καρπό· και πρέπει νά τόν γευόμαστε.
Αλήθεια, πρέπει;... Ναί. Πῶς ὅμως; Πότε;
Την υλική τροφή τήν τρώμε τρεις φορές τήν ἡμέρα το λιγότερο. Και τώρα μάλιστα πού ἔχουμε ἀφθονία ύλικῶν ἀγαθῶν, ὅλο τρώμε, ὅλο μασουλάμε, ὅλο μασάμε καί μασάμε!... Τέλος πάντων, τα κανονικά γεύματα ἑνός ἀνθρώπου είναι τρία τήν ἡμέρα. Εάν λοιπόν γιά να συντηρηθεῖ αὐτή ἡ ουσία μας θέλουμε φαγητό τρεῖς φορές τήν ἡμέρα, τότε, πέστε μου, γιά νά συντηρηθεῖ πάλι ἡ ἴδια ουσία, πόσο συχνά πρέπει να κοινωνοῦμε; («Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον», δύναται καὶ πνευματικῶς καὶ ἁπλῶς νὰ νοηθῇ, ἐπειδὴ καὶ ἑκατέρα ἡ ἐρμηνεία θεία εὐδοκία λυσιτελεῖ εἰς σωτηρίαν... Καὶ διὰ τοῦτο «τὸν ἄρτον ἡμῶν», τουτέστι τὸν Χριστόν, καθ᾿ ἑκάστην νὰ δίδωται ἡμῖν αἰτούμεθα, ἵνα πάντοτε οἱ ἐν Χριστῷ μένοντες καὶ ζῶντες ἀπό τῆς ἁγιωσύνης αὐτοῦ καὶ τοῦ σώματος μὴ ἀπομακρυνώμεθα. (Αγίου Νεκταρίου, Μελέται περὶ τῶν Θείων Μυστηρίων, Περὶ Κυριακῆς προσευχῆς, ἐκδοθέν τό πρῶτον κατά το 1915.)
Δέν σᾶς ἀναφέρω βέβαια τεχνικά στοιχεῖα ἐδῶ, γιατί αυτά διαφοροποιούνται στον κάθε ἄνθρωπο, ἀνάλογα μέ τίς διαφορετικές και ποικίλες συνθήκες και περιπτώσεις. Ἕνα μόνο σας ξαναλέω· αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: ἐκεῖνος πού ἀγαπάει τόν Χριστό δέν ἀφήνει σαράντα ημέρες να περάσουν χωρίς να κοινωνήσει!
Καί νά φανταστεῖτε ὅτι ἔζησε σέ μιά ἐποχή πολύ δύσκολη. Δέν θέλω νά ἀναφερθῶ στά διακόσια τόσα χρόνια πίσω, αλλά σᾶς λέω μόνο τοῦτο· ὅτι ἂν πᾶμε στὴν ἐποχή ἐκείνη, τότε θα δικαιολογούσαμε το πόσο ἀραιά κοινωνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι καί γιατί καί τό πῶς. Ἔτσι, ὁ συγγραφέας του βιβλίου Περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως αναγκάζεται νά πεῖ ὅτι ἐκεῖνος πού ἀγαπάει τόν Ἰησοῦ Χριστό, δέν ἀφήνει σαράντα ημέρες να περάσουν χωρίς να κοινωνήσει!... Αν ζούσε σε μιά ἄλλη ἐποχή, θα μποροῦσε νά πεῖ ὅτι ἐκεῖνος πού ἀγαπάει τόν Ἰησοῦ Χριστό, δέν ἀφήνει μία ἑβδομάδα να περάσει χωρίς να κοινωνήσει!... Αλλά θα πρέπει ὅμως νά ἔχει ἀνά πάσα στιγμή τις προϋποθέσεις· καί τότε βεβαίως μπορεῖ νά κοινωνεῖ. (Το περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως θέμα ἦταν ἀπό τά πιό ζωτικά του κινήματος τῶν Κολλυβάδων Πατέρων (Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης, Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί Ἀθανάσιος ὁ Πάριος). Κατά τον 18ο αιώνα οι περισσότεροι πιστοί κοινωνοῦσαν μόνο μία φορά τον χρόνο, ἐνῶ οἱ μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους μία φορά στις 40 ημέρες. Οἱ Κολλυβάδες ἐπεσήμαναν ὅτι αὐτή ἡ πρακτική απομάκρυνε τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ετσι, ἦταν προετοιμασμένοι ἀκόμη καί για συγκρούσεις μέ τήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία, για να συμβάλουν στήν ἐπιστροφή της πατερικῆς καί ἀρχαίας πρακτικῆς τῆς συνεχούς Μεταλήψεως.)