Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρίδα.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρίδα.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Μαρτίου 2025

«Ἡ ἀγάπη στήν πατρίδα καί στούς συμπατριώτας» (β΄).

†. Συνεχίζουμε, παιδιά, τό θέμα μας, γιά τήν ἀγάπη πρός τήν πατρίδα καί τούς συμπατριῶτες. Καί λέγαμε τήν περασμένη φορά ὅτι ἡ πατρίδα εἶναι κάτι πού καθορίζεται ἀπό αὐτήν τήν Ἁγίαν Γραφήν, δηλαδή ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ Θεός θέλει νά ὑπάρχουν σύνορα λαῶν, καί συνεπῶς ἐπιμέρους πατρίδες. Ἔτσι ὅλη ἡ γῆ μας εἶναι χωρισμένη –μοιρασμένη-) σέ πατρίδες, οἱ ὁποῖες ἔχουν σύνορα. Αὐτό λέγαμε τήν περασμένη φορά.

      Ἀλλά ἐνῶ ὁ Θεός –προσέξτε αὐτό σημεῖο πού θά σᾶς πῶ- καθορίζει σύνορα εἰς τούς λαούς… πού λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στούς Ἀθηναίους: «Ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν», τά «ὁροθέσια» εἶναι τά σύνορα καί ὁ Θεός κανονίζει καί ἀκόμη πόσο θά ζήσει ἕνας λαός, τούς «προστεταγμένους καιροὺς». Ὁρίζει ἔ! Λοιπόν, αὐτό πού θέλω νά προσέξτε τώρα εἶναι τό ἐξῆς· ἀντίθετα -ἐδῶ προσέξτε εἶναι πολύ σπουδαῖο- ὁ Ἀντίχριστος θά σπάσει τά σύνορα τῶν λαῶν καί θά γίνει κοσμοκράτωρ ἐφ’ ὅλης τῆς γῆς. Αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό, τό ἀναμένουμε. Καί μάλιστα μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι, ἐπειδή γίνονται πόλεμοι μεταξύ τῶν λαῶν πρέπει νά ἑνωθοῦν οἱ λαοί, νά μήν ὑπάρχουν σύνορα, ὥστε νά μήν ὑπάρχει πόλεμος. Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἔργον τοῦ ἀντιχρίστου, μᾶς καθορίζεται αὐτό, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες τήν Ἁγία Γραφή. Ἄν δεῖτε, λοιπόν, ὅ,τι γίνεται τώρα μέ τήν Εὐρώπη, ἕνα παρακάτω-παρακάτω βῆμα εἶναι νά μήν ὑπάρχουν πιά τίποτα, σύνορα, νά μήν ὑπάρχουν, τότε θά πεῖτε ὅτι ἔρχεται ὁ Ἀντίχριστος. Ὅλα αὐτά εἶναι προπαρασκευή τῆς βασιλείας, τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ ἀντιχρίστου.

     Ἀλλά τά σύνορα εἴπαμε καί λέγαμε, μιᾶς γῆς, ἑνός τόπου καθορίζουν μία πατρίδα. Τί εἶναι ἡ πατρίδα; Τί εἶναι ἡ πατρίδα. Πρίν ἀπαντήσουμε, ἄς δοῦμε ἕνα πολύ ὄμορφο ποίημα τοῦ Βικέλα, πού ἀναφέρεται εἰς τήν πατρίδα. Λέγει:

Μή πράσινοι παντοῦ δέν εἶν’ οἱ κάμποι;

κι ἡ θάλασσα δέν εἶναι γαλανή;

Παντοῦ ὁ ἴδιος ἥλιος μή δέ λάμπει;

ἴδιοι παντοῦ δέν εἶν’ οἱ οὐρανοί;

Γιατί κανείς ὅταν ξενιτευτεῖ,

ἀφοῦ στήν ἴδια γῆ παντοῦ πλανᾶται,

γιατί μιά μόνη γῆς γωνιά ποθεῖ,

γιατί, ὅπου κι ἄν πάει, τήν θυμᾶται;

     Πράγματι. Θά λέγαμε: «Παντοῦ εἶναι ὁ ἥλιος, παντοῦ εἶναι τά σύννεφα, παντοῦ ἡ σελήνη, παντοῦ ὅπου πᾶμε, ἡ γῆ εἶναι, γιατί, ὅμως, θυμόμαστε ὅταν φύγουμε ἀπό τήν πατρίδα μας, ἐκείνη τήν μικρή γωνιά πού μείναμε, πού γεννηθήκαμε, πού γνωρίσαμε, τούς ἀνθρώπους πού μᾶς περιέβαλλαν ἅμα εἴμαστε μικροί… κ.λπ…. κ.λπ.;». Ἔτσι βλέπει κανένας ὅτι τό αἴσθημα τῆς ἀγάπης πρός τήν πατρίδα, εἶναι βαθύ, εἶναι, ἄν θέλετε, βαθιά φυτεμένο ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο τόν Δημιουργό, στήν ψυχή τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Τό προσέξατε; Ἀπό τόν ἴδιο τόν Δημιουργό! Καί ὁ Ἀδάμ τιμωρήθηκε νά βγεῖ ἀπό τά ὅρια τοῦ Παραδείσου, πού εἶχε ζήσει καί εἶχε ἀγαπήσει. Διότι γιά τόν Ἀδάμ ἡ πατρίδα του ἦταν ὁ Παράδεισος. Ἐκεῖ τόν ἔβαλε, λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, ὁ Θεός, ἐκεῖ τόν ἔβαλε, εἰς τόν παράδεισον τῆς τρυφῆς, δηλαδή τῆς ἀπολαύσεως. Γι’ αὐτό ἕνα τροπάριο τῆς γιορτῆς (συγνώμη, εἶναι ὁ Οἶκος τῆς ἡμέρας, εἶναι ἕνα εἶδος τροπαρίου, λέγεταιν Οἶκος) τῆς Τυρινῆς. Θά σᾶς πῶ ἔτσι μερικά ἀποσπάσματα: «Ἐκάθισεν Ἀδὰμ τότε, καὶ ἔκλαυσεν ἀπέναντι τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου, χερσὶ τύπτων τὰς ὄψεις, (:μέ τά χέρια του χτυποῦσε τό πρόσωπό του) … Ἰδὼν Ἀδὰμ τὸν Ἄγγελον, ὠθήσαντα, καὶ κλείσαντα τὴν τοῦ θείου κήπου θύραν, ἀνεστέναξε μέγα, καὶ ἔλεγεν. « Ἀφοῦ εἶδε», λέγει, «ὁ Ἀδάμ τόν ἄγγελο, νά σπρώχνει καί νά κλείνει τήν πόρτα αὐτοῦ τοῦ θείου κήπου, ἀναστέναξε πολύ καί ἔλεγε»: «Συνάλγησον Παράδεισε (: Πόνεσε καί σύ μαζί μου, Παράδεισε) τῷ κτήτορι πτωχεύσαντι, (:ἐγώ εἶμαι ὁ κτήτωρ, ἐγώ εἶμαι ὁ νοικοκύρης τοῦ Παραδείσου, φτώχυνα ὅμως καί βρέθηκα ἔξω ἀπό τόν Παράδεισον) καὶ τῷ ἤχῳ σου τῶν φύλλων, ἱκέτευσον τὸν Πλάστην, μὴ κλείσῃ σε (:καί μέ τό θρόϊσμα, τόν ἦχο -ὡραῖο, ποιητικότατο- μέ τό θρόϊσμα –λέει- τῶν φύλλων σου -πού ‘σαν δένδρα μέσα- παρακάλεσε καί σύ μέ τόν τρόπο σου τόν Πλάστην νά μή μέ κλείσει ὁλότελα ἀπ’ ἔξω)». Βλέπετε, λοιπόν, ἡ νοσταλγία τοῦ Παραδείσου, ἡ νοσταλγία τῆς πατρίδας. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς στήν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή ὑπάρχει αὐτή ἡ νοσταλγία τοῦ Παραδείσου, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίτυπον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καί ἡ κάθε πατρίδα εἶναι ἀντίτυπον τοῦ Παραδείσου. Καί καί ἡ κάθε πατρίδα -τό ἐπαναλαμβάνω- εἶναι ἀντίτυπον τοῦ Παραδείσου! 

     Τί εἶναι ὅμως ἡ πατρίδα; ἐρωτήσαμε, προηγουμένως. Ἰδιαίτερη πατρίδα, εἶναι ἡ γῆ πού γεννηθήκαμε. Τό λέμε: «Ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρίδα». Εἶμαι Ἕλληνας, πατρίδα μου εἶναι ἡ Ἑλλάς, ἀλλά ἰδιαιτέρα μου πατρίδα εἶναι ὁ τόπος, τό χωριό, ἡ πόλη, ἐκεῖ πού ἔχω γεννηθεῖ. Λοιπόν, εἶναι ἡ γῆ πού γεννηθήκαμε, ἐκεῖ πού πρωτο-εἴδαμε τό φῶς τοῦ ἥλιου. Ἤλθαμε σέ μία κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους τῆς ἰδίας γῆς, ζήσαμε τίς ἴδιες συνήθειες, δοκιμάσαμε τούς ἴδιους φόβους (μάλιστα σέ μιά πολεμική περίοδο), ἀλλά καί τίς ἴδιες χαρές. Γράψαμε τήν ἴδια Ἱστορία, θάψαμε στήν ἴδια γῆ τούς νεκρούς μας. Αὐτή εἶναι ἡ ἰδιαιτέρα πατρίδα. Κι ἄν τήν πλατύνουμε αὐτήν τήν ἰδιαιτέρα πατρίδα πού κατοικοῦν οἱ ὁμόφυλοί μας (τῆς ἰδίας φυλῆς), τότε ἔχουμε τήν μεγάλη πατρίδα. Ἡ πατρίδα συνδέεται πάντοτε μέ τήν γῆ, πάντοτε καί κατά κανόνα δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά πατρίδα χωρίς γῆ. Οἱ Μικρασιάτες ὅταν ἔφυγαν, τότε, μέ τήν καταστροφήν τό 1922 ἀπό τήν Μικρά Ἀσία καί ἦρθαν στήν Ἑλλάδα, κουβάλησαν ὅ,τι μποροῦσαν νά κουβαλήσουν, τά πάντα. Κουβάλησαν μαζί τους, πράγματα, κοινή Ἱστορία, κοινή γλῶσσα, ἐκτός ἀπό τήν γῆ τους. Γι’ αὐτό λέγονται ξεριζωμένοι. Εἴδατε; ἐκτός ἀπό τήν γῆ τους. Ξεριζωμένοι. Αὐτῆς τῆς ἐννοίας τῆς πατρίδος, συμβολο αἰσθητό εἶναι ἡ σημαία. Θυμοῦμαι, ὅταν εἴμαστε στόν παλιό Ἅγιο Ἀχίλλειο, πάνω στόν λόφο, καί ἤρχετο ἡ φρουρά τῆς πόλεως, κάθε Κυριακή ἀπόγευμα (ἤτανε μετά τό Κατηχητικό πρό τῆς ὁμιλίας πού θά κάναμε τό βράδυ), καί εἴχαμε τήν ὑποστολή τῆς σημαίας μέ μουσική… κ.λπ., μία μικρή τελετή. Δέν σᾶς κρύπτω ὅτι μέ συγκινοῦσε πάρα πολύ, ὅπως νομίζω συγκινεῖ καί τόν κάθε Ἕλληνα ὅταν βλέπει τήν σημαία νά ἐπαίρεται -ὅταν ἔχουμε τήν ἔπαρση- καί τήν ὑποστολή, καί νά αἰσθάνεται ὅτι ἐκεῖ πραγματικά κλείνεται ὅλη ἡ πατρίδα μας! Γι’ αὐτό σᾶς εἶπα ὅτι σύμβολον τῆς πατρίδος μας εἶναι η σημαία.

     Ὁ Τωβίτ, μέ τήν οἰκογένειά του εἶχε ξεριζωθεῖ ἀπό τό Βόρειο Βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ - ὁ Τωβίτ, τοῦ ὁποίου τώρα τήν πνευματική του διαθήκη ἀναλύουμε- καί εἶχε συρθεῖ αἰχμάλωτος εἰς τήν Νινευή, τήν μεγάλη, τήν πρωτεύουσα τῶν Ἀσσυρίων. Ἀργότερα καί τό Νότιο Βασίλειο αἰχμαλωτίστηκε ἀπό τούς Βαβυλωνίους, τόν Ναβουχοδονόσωρα καί σύρθηκαν ἐκεῖ. Συνεπῶς τόσο τό Βόρειο, ὅσο καί τό Νότιο Βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ ἔχασαν τήν πατρίδα τους, καί ὁ Θεός προφητικά εἶχε μιλήσει γι’ αὐτούς, λέγοντας ὃτι ἄν δέν ἀκοῦν τίς ἐντολές Του, θά τούς προκαλέσει μετοικεσία. Τί θά πεῖ «μετοικεσία»; Θ’ ἀλλάξουν πατρίδα, θ’ ἀλλάξουν σπίτι. Καί μάλιστα ὁ Ματθαῖος ἀναφέρεται στήν «μετοικεσία». «Ἀπό μετοικεσίας», λέει, «Βαβυλῶνος…» κλπ., εἶναι στόν κατάλογο τῶν προγόνων κατά σάρκα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί τοῦτο σάν τιμωρία τοῦ λαοῦ Του. Ὥστε, δηλαδή, ὅταν ὁ Θεός σέ ξεριζώνει ἀπό μία γῆ, τήν γῆ τῆς πατρίδος σου, αὐτό εἶναι τιμωρία; Ναί, εἶναι τιμωρία καί μάλιστα σημαντικοτάτη τιμωρία. Γι’ αὐτό βλέπετε ἡ πατρίδα ἔχει μιά ἀξία, τήν ὁποία, βεβαίως, τονίζει ἰδιαιτέρως καί πολλαπλῶς ἡ Ἁγία Γραφή. 

     Οἱ Ἑβραῖοι αἰχμάλωτοι στήν Βαβυλῶνα ὅταν ἔφτασαν ψάλλουν τόν ἐξῆς Ψαλμό (εἶναι ὁ 136ος). Λέει: «Ἐπί τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος -πού ἦταν ὁ Εὐφράτης ποταμός- ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών (:Κάτσαμε καί κλάψαμε, ἐκεῖ πού καθίσαμε στήν ἀκροποταμιά τοῦ Εὐφράτη ποταμοῦ, καί θυμηθήκαμε τήν Σιών, τήν πατρίδα μας…), πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας; (:Πῶς νά ψάλλουμε τήν ὠδή τοῦ Κυρίου σέ ξένο τόπο;) -ἐπί γῆς ἀλλοτρίας, προσέξατέ το αὐτό-. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, ῾Ιερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου (:Ἂν σέ ξεχάσω Ἱερουσαλήμ, νά μέ ξεχάσει τό δεξί μου χέρι, νά γίνει παράλυτο) κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ (:νά κολλήσει ἡ γλῶσσα μου στό λαρύγγι μου, νά μήν μπορῶ νά μιλήσω, ὦ Ἱερουσαλήμ, πατρίδα μου, ἄν σέ ξεχάσω)». Εἶναι ἕνα ὡραῖο ἐλεγεῖο δυνατῆς ποιήσεως. Δέν εἶναι, ὅμως, τῆς ὥρας νά σᾶς πῶ πιό πολλά, παρά μόνο ἐδῶ εἶναι ἡ νοσταλγία τῆς πατρίδος. 

     Ἔτσι ὁ Τωβίτ ὅταν ἐμφανίζεται ὁ ἀρχάγγελος Ραφαήλ, χωρίς βεβαίως νά τονε γνωρίζει, ἦρθε ὡς ἕνας ἄνδρας -πιό μεγάλος ἀπό τόν γιό του- πού θά ἦταν συνοδός τοῦ γιοῦ του πού θά πήγαινε στούς Ράγους τῆς Μηδίας… κ.λπ. τονε ρωτᾶ… γιατί ζήτησε ὁ Τωβίτ καί λέει… μάλιστα ἦταν τυφλός ὁ Τωβίτ ἔ; Ἀπό ‘να περιστατικό… λέει στόν γιό του: «Φέρε μου τον ἐδῶ νά τόν γνωρίσω ποιός εἶναι αὐτός πού θά γίνει ὁδηγός σου». Καί τόν ρώτησε (μεταξύ τῶν ἄλλων): «Ἐκ ποίας πατρίδος εἶ σύ;». « Ἀπό ποιά πατρίδα εἶσαι ἐσύ;». Ἀκόμη ἡ Ἐσθήρ, ἐκείνη ἡ θαυμάσια γυναῖκα -Ἑβραία ἦτο, βασιλική σύζυγος τοῦ Ἀρταξέρξη, ἀπό τούς αἰχμαλώτους τήν εἶχε ἐπιλέξει -ἦταν πολύ ὡραία γυναῖκα- ὡς βασιλικήν σύζυγον. Ὄχι βασίλισσαν, βασιλικήν σύζυγον, ἔχει σημασία. Γιά τήν αἰχμαλωσία τοῦ λαοῦ της λέει στόν βασιλιά… πέρασε πολλές περιπέτειες ἡ Ἐσθήρ, καί ξέρετε εἶναι παραφθορά τῆς ἑλληνικῆς λέξεως «ἀστήρ»… λέει τά ἐξῆς στόν βασιλιᾶ: «Πῶς γὰρ δυνήσομαι ἰδεῖν τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου καὶ πῶς δυνήσομαι σωθῆναι ἐν τῇ ἀπωλείᾳ τῆς πατρίδος μου;». « Πῶς εἶναι δυνατόν ἐγώ νά σωθῶ ὅταν ἐξολοθρεύονται οἱ ἄνθρωποι τῆς πατρίδος μου;». Νά πεῖ…: «Τώρα, δέν βαριέσαι, ἐγώ εἶμαι βασίλισσα, θά κοιτάζω τώρα τούς συμπατριῶτες μου ἤ τήν πατρίδα μου…;». Εἴδατε παρακαλῶ; 

     Καί ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος, τότε πού ἤθελαν νά ἀποτινάξουν τόν ζυγόν τῶν ἀπογόνων τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, προκειμένου νά ἀντιμετωπίσει μάλιστα ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος τόν Ἀντίοχον τόν Εὐπάτορα, ζήτησε ἀπό τόν λαό μία τριήμερο προσευχή, καί νηστεία καί μετάνοιες (τό κείμενο λέει: «προπτώσεις», εἶναι οἱ μετάνοιες) καί κλαυθμό (κλᾶμα, δάκρυα, τρεῖς μέρες και τρεῖς νύχτες!) καί τούς εἶπε νά εἶναι ἕτοιμοι, ὁ λαός. Ἀκοῦστε πῶς τό λέει: «Δούς δὲ τὴν ἐπιτροπὴν τῷ κτίστῃ τοῦ κόσμου», τί θά πεῖ «τήν ἐπιτροπήν ἔδωσε»; Τήν κυβέρνηση, τήν φροντίδα, εἰς τόν Κτίστη τοῦ κόσμου, εἰς τόν Θεόν, «παρακαλέσας τοὺς σὺν αὐτῶ -αὐτοί πού ‘σάν μαζί του- γενναίως ἀγωνίσασθαι μέχρι θανάτου (:γενναίως νά ἀγωνιστοῦν, μέχρι θανάτου…) - γιά τί πρᾶγμα; ἀκοῦστε τί ἀπαριθμεῖ: «περὶ νόμων, περὶ -ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος- πόλεως, πατρίδος, πολιτείας -εἶναι οἱ θεσμοί- ἐποιήσατο περὶ Μωδεΐν τὴν στρατοπεδείαν. Δοὺς δὲ τοῖς περὶ αὐτὸν σύνθεμα «Θεοῦ νίκη», «Καί τούς ἔδωσε», λέει, «τό σύνθημα (σύνθεμα) ‘’Θεοῦ νίκη’’, ἡ νίκη Θεοῦ». (Μακκαβαίων Β΄, 13,14). Εἴδατε περί τίνος ἔπρεπε νά πολεμήσουν; 

     Εἶναι ἄραγε τυχαῖον αὐτό πού σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος διά τόν Κύριον πού λέγει: «Καί ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν (:ἔφυγε ἀπό κεῖ) καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πατρίδα ἑαυτοῦ» (Μαρκ. 6,1). Εἶναι τυχαῖο; Θά μποροῦσε νά πεῖ: στήν Ναζαρέτ. Γιατί λέει «εἰς τήν πατρίδα ἑαυτοῦ»; Γιατί ἄραγε ὁ Κύριος ἔκλαυσε βλέποντας τήν Ἱερουσαλήμ, καί προλέγοντας τήν καταστροφή της; «Ἔκλαυσεν ἐπ’αὐτῇ» μᾶς σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος. Μέ καύχηση ἀκόμα, παιδιά, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει εἰς τίν χιλίαρχον Λυσίαν, (σέ μιά περιπέτεια πού εἶχε μέ τούς συμπατριῶτες του): «Ἐγὼ ἄνθρωπος μέν εἰμι ᾿Ιουδαῖος Ταρσεύς, τῆς Κιλικίας εἶμαι Ἑβραῖος (:ἀλλά ἔχω γεννηθεῖ εἰς τήν Ταρσόν τῆς Κιλικίας) οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης (:καί δέν εἶμαι, λέει, γέννημα καί θρέμμα τῆς Ταρσοῦ, καί ἡ Ταρσός νά εἶναι ‘κανα χωριουδάκι)· οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης!». «Εἶναι σπουδαία πόλις, ἡ πόλις πού γεννήθηκα». Γιατί τό προβάλλει ἄραγε αὐτό, εἶναι τυχαῖον; Ἡ ἀγάπη τοῦ Παύλου ἀκόμα στούς συμπατριῶτες του φτάνει στό ὕψιστον σημεῖον ὅταν γράφει: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν ᾿Ισραηλῖται». θά εὐχόμουνα, λέει, νά ἀποχωριστῶ ἀπό τόν Χριστόν… δηλαδή, νά πάω στήν Κόλαση, προκειμένου οἱ ἀδελφοί μου… κοιτᾶξτε ἐδῶ, κατά συσσώρευσιν· ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, (εἶναι οἱ συμπατριῶτες) τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, (εἶναι οἱ συμπατριῶτες) οἵτινές (οἱ ὁποῖοι) εἰσιν ᾿Ισραηλῖται. Εἴδατε τί εὔχεται; Πόσο ἀγαποῦσε τούς συμπατριῶτες του; Γιατί δέν εἶπε τό αὐτό γιά τούς Ἕλληνες ἤ γιά ἄλλους λαούς; 

     Κι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, γράφει σέ μία του ἐπιστολή στόν ὕπαρχο Σωφρόνιο, τά ἐξῆς χαριτωμένα: «Μητέρα τιμᾶν τῶν ὁσίων. Μήτηρ δέ ἄλλη μέν ἄλλου. Κοινή δέ πάντων πατρίς». Δηλαδή, νά τιμοῦμε τήν μητέρα μας εἶναι χρέος ἱερό. Ἡ μητέρα καθενός εἶναι διαφορετική. Κοινή μητέρα ὅλων εἶναι ἡ πατρίδα. Πολύ ὡραῖο! Βλέπετε σᾶς πῆρα καί ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί ἐνδεικτικῶς κι ἀπό τούς Πατέρες. Κι ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γράφει τά ἐξῆς στούς «Ἀνδριάντες», εἶναι μιά σειρά ὁμιλιῶν: «Οὐδέν πατρίδος γλυκύτερον (:Δέν ὑπάρχει πιό γλυκύ πρᾶγμα, ἀπό τήν πατρίδα)». Παιδιά, μόνο ὅταν κανείς ξενιτευτεῖ καταλαβαίνει τί σημαίνει πατρίδα. Γι’ αὐτό ἔρχονται ἀπό ἄλλους τόπους… ἀπό τήν Ἀμερική, ἀπό τήν Αὐστραλία… ξέρετε μέ τί συγκίνηση ἔρχονται ἐδῶ στήν πατρίδα τους, καί μάλιστα εἰς τήν ἰδιαιτέρα τους πατρίδα, τό χωριό τους, τήν πόλη τους, τό νησί τους, ἐκεῖ πού γεννήθηκαν.

     Ἡ πατρίδα, βέβαια, εἶναι μία ἀξία, ἀλλά μιά ἀξία πιό κάτω ἀπό τήν πίστη εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Βεβαίως. Ἄν ἔπρεπε νά κρίνουμε καί νά συγκρίνουμε τίς ἀξίες βέβαια ἔχουν μίαν ἱεράρχησιν. Ἡ μιά εἶναι πιό πάνω ἀπό τήν ἄλλη ἤ ἡ ἄλλη εἶναι πιό κάτω ἀπό τήν τρίτην… κ.ο.κ. Ἔτσι γιά κεῖνον πού ἀπαρνεῖται τήν πατρίδα του ἄν χρειαστεῖ χάριν τοῦ Χριστοῦ, εἶναι σπουδαῖο. Ὅταν λέω «ἀπαρνοῦμαι» ὄχι μέ τήν ἔννοια νά προδώσω τήν πατρίδα μου, μέ τήν ἔννοια νά ἐξοριστῶ. Μ’ αὐτήν τήν ἔννοια. Δηλαδή, νά μέ βγάλουν ἀπό τήν πατρίδα μου, νά μέ στείλουν ἀλλοῦ, δέν θά πῶ «ὄχι» χάριν τοῦ Χριστοῦ, θά πῶ: «Προτιμῶ νά ἐξοριστῶ». Τί θά πεῖ «ἐξορίζομαι»; Θά πεῖ βγαίνω ἀπό τά ὅρια. Ποιά ὅρια; Τῆς πατρίδος μου, τῆς τοπικῆς μου πατρίδος. Ἄν ἔχουμε μάλιστα ἐξορίστους στόν ἴδιο τόπο, σημαίνει μέ παίρνουν ἀπό δῶ τόν τόπο μου καί μέ πηγαίνουν σ’ ἕναν ἄλλο τόπο, καί ἐκεῖ μέ ἐπιτηροῦν, νά βρίσκομαι ἐκεῖ! Αὐτό λέγεται ἐξορία, βγαίνω ἀπό τά ὅρια, ποιά ὅρια; Τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδας. Ἐάν πρέπει γιά τόν Χριστό, θά τό δεχθῶ. Ἐξάλλου δέν μᾶς εἶπε ὁ Κύριος καί τόν ἑαυτό μας ἀκόμη πρέπει νά ἀρνηθοῦμε; Κι ἀσφαλῶς ὁ ἑαυτός μας εἶναι πιό πάνω ἀπό τήν ἀξία «πατρίδα». Εἶναι πολύ φυσικό. Ἡ πατρίδα μπορεῖ νά σέ καταδικάσει σέ θάνατο, ἀκριβῶς γιατί πιστεύεις εἰς τόν Χριστόν. Δέν θά τήν προσβάλεις. Μέ κατεδίκασε ἡ πατρίδα μου σέ θάνατο· δέν τήν προσβάλω, ἀλλά δέν προδίδω τόν Χριστόν. Ὅπως κατεδίκασε κάποτε ἡ πατρίδα τόν Σωκράτη γιά τίς φιλοσοφικές του θέσεις. Προτίμησε νά πεθάνει γι’ αὐτές τίς φιλοσοφικές του θέσεις, παρά νά τίς προδώσει. Πόσο περισσότερο ὁ Χριστιανός δέν πρέπει νά προδώσει τήν πίστη του, ἔστω καί διά τήν ἀξίαν πού λέγεται πατρίδα!

     Ἡ πατρίδα δέν παύει ἀπό τοῦ νά εἶναι ἕνα σχῆμα τοῦ παρόντος αἰῶνος. Εἴδατε πόσα εἴπαμε γιά τήν πατρίδα κι ὅτι πρέπει νά τήν ἀγαπᾶμε, κι ὅτι πρέπει νά ἀγαπᾶμε καί τούς συμπατριῶτες μας. Ναί, ναί, ἀλλά εἶναι ἕνα σχῆμα. Ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ πατρίδα μας ἐκείνη, ἡ νοσταλγία πού ἔχουμε γι’ αὐτή τήν πατρίδα… λέει στόν «Ἀπωλεσθέντα Παράδεισον» ὁ Μίλτων (Ἄγγλος ποιητής) ὅτι νιώθουμε μέσα μας τόν χαμένο Παράδεισο -ἐξ οὗ καί ὁ τίτλος αὐτοῦ τοῦ ἔπους, ἕνα ὁλόκληρο ποίημα, τεράστιο ποίημα, ὁλόκληρο βιβλίο εἶναι- αἰσθανόμεθα μέσα μας τόν χαμένον αὐτόν Παράδεισον, τήν χαμένη μας πατρίδα, κι αὐτήν νοσταλγοῦμε. Ἀλλά σᾶς εἶπα ὅτι ἡ πατρίδα εἶναι ἀντίτυπον τοῦ Παραδείσου, κι ὁ Παράδεισος ἀντίτυπον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐάν, λοιπόν, ἡ πατρίδα εἶναι ἕνα σχῆμα τοῦ παρόντος αἰῶνος, ἀλλά σχῆμα δέν εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μία μόνιμος αἰωνία κατάστασις. Γι’ αὐτό οἱ πιστοί, χωρίς νά παύουν νά ἀγαποῦν τήν γήινη πατρίδα τους, ὅμως προσβλέπουν σέ μιά κρείττονα πατρίδα, σέ μιά καλύτερη πατρίδα. Γι’ αὐτό οἱ Ἅγιοι αἰσθάνονται -ὅπως γράφει στήν «πρός Ἑβραίους» ὁ Ἀπόστολος Παῦλος- ὅτι «ξένοι (οἱ ἅγιοι) καί παρεπίδημοι εἰσιν ἐπί τῆς γῆς». Στήν πραγματικότητα, μπορεῖ νά ‘μαι στό χωριό πού γεννήθηκα, ἀλλά εἶμαι ξένος καί παρεπίδημος. Τι θά πεῖ «παρεπίδημος»; Θά πεῖ, ἀπό κάπου ἔφυγα καί μένω σ’ ἕναν τόπο. Ἐδῶ εἶμαι παρεπίδημος, δέν γεννήθηκα στή Θεσσαλία. Εἶμαι παρεπίδημος. Παρεπιδημῶ εἰς τήν Θεσσαλία. Ἔστω κι ἄν ζήσω 100 χρόνια στή Θεσσαλία, παρεπιδημῶ εις τήν Θεσσαλία, δέν εἶν’ ἡ πατρίδα μου. Ἔτσι, λοιπόν, οἱ Ἅγιοι λέει, ἔβλεπαν τόν ἑαυτό τους σάν ξένο, σάν παρεπίδημο ἐπί τῆς γῆς. Γιατί; «Ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι (:ἒτσι, μοιάζουν, παρουσιάζονται -ἀφοῦ εἶναι παρεπίδημοι καί ξένοι- ὅτι γυρεύουν κάποια πατρίδα…) νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται (:ἐπιθυμοῦν μιά καλύτερη πατρίδα) τοῦτ' ἔστιν ἐπουρανίου (:δηλαδή ἐπουρανίου)· ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν (:γιατί ἔχει ἑτοιμάσει σ’ αὐτούς ὁ Θεός μίαν πόλιν)». Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ πόλις; Δέν εἶναι ἄλλη, παιδιά, παρά ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

     Γι’ αὐτό θά πεῖ πιό κάτω ὁ Ἀπόστολος Παῦλος -στήν «πρός Ἑβραίους» πάντοτε- «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». «Δέν ἔχουμε ἐδῶ πατρίδα, τή μελλοντική μας πατρίδα γυρεύουμε». Νά γιατί δέν μποροῦμε νά προδώσουμε ἐκείνη τήν πατρίδα τοῦ οὐρανοῦ, χάριν τῆς ἐπιγείου πατρίδος. Ἄν τό θέλετε, οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα, στρατιῶτες ἦσαν, ἀπό διαφορετικές πατρίδες -λέει ὁ Μέγας Βασίλειος στό ἐγκώμιό του γι’ αὐτούς- ἀλλά ἔβλεπαν σ’ ἐκείνη τήν πατρίδα, ἦσαν στρατιῶτες ὅμως καί ὑπηρετοῦσαν τήν ἐπιγεία πατρίδα. Κι ἄν τό θέλετε, ἐκεῖνοι πού θά πᾶν νά πολεμήσουν ἄν χρειαστεῖ γιά τήν ἐπίγεια πατρίδα, ξέρετε ποιοί εἶναι; Οἱ Χριστιανοί. Ὄχι ἐκεῖνοι οἱ ἄλλοι, οἱ ἀρνησιπάτριδες, ἐκεῖνοι πού σήμερα ἔχουμε ὅλο καινούριες θεωρίες… γιά λόγους, λέει, συνειδήσεως, δέν θά πάω νά πολεμήσω, ἤ δέν θά πάρω ὅπλο… δέν θά κάνω τοῦτο ἤ ἐκεῖνο… Ἐκεῖνοι πού θά πολεμήσουν εἶναι οἱ Χριστιανοί. Ἀλλά οἱ Χριστιανοί ὑπηρετοῦν βεβαίως τήν πατρίδα τους τήν ἐπιγεία, ἀλλά ἔχουν τά μάτια τους στήν μεγάλη, τήν μόνιμη, τῆς ὁποίας κτίστης καί δημιουργός εἶναι ὁ Θεός, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό, παιδιά, ἄς ξαναδιαβάσουμε τήν προτροπή τοῦ Τωβίτ: «Καὶ νῦν, παιδίον, ἀγάπα τοὺς ἀδελφούς σου (:καί τώρα παιδί μου, λέει, νά ἀγαπᾶς τούς συμπατριῶτες σου, καί συνεπῶς καί τήν πατρίδα σου)». Κι αὐτό ὁ Τωβίτ τό ἔδειξε στή Νινευή, μέ τήν φροντίδα πού ἔδειχνε ὁ θαυμάσιος αὐτός ἄνθρωπος στούς συμπατριῶτες του. Μέ κίνδυνο μάλιστα τῆς ζωῆς του, ὅταν τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς -ὄχι πρώτη φορά, ἀλλά τότε συνέβη ἕνα περιστατικό- λέει στό παιδί του: «Ἐμεῖς ἔχουμε νά φᾶμε ὅλα τά ἀγαθά -ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μακριά ἀπό τά Ιεροσόλυμα- πήγαινε φώναξε κανένα συμπατριώτη πού θά βρεῖς στήν ἀγορά». «Φώναξε», λέει, «νά ‘ρθει νά φᾶμε μαζί». Καί πάει καί τοῦ λέει ὁ γιός του: « Πατέρα, βρῆκα κάποιους πεθαμένους, νεκρούς, πού τούς πέταξαν ἀπό τό τεῖχος ἐξω, ἐπειδή εἶχαν κινηθεῖ πατριωτικά». Ὅταν τ’ ἄκουσε, ἐπῆγε νά τούς θάψει, μέ κίνδυνο τήν ζωή του. Διότι ἀπηγορεύετο ρητῶς, διότι εἶχαν τιμωρηθεῖ νά πεταχτοῦν ἔξω ἀπό τό τεῖχος οἱ Ἑβραῖοι. Καί πῆγε καί τούς ἔθαψε! Ξαναλέω μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Κι ὅταν ὁ Τωβίτ γύρισε, δέν μποροῦσε νά φάει γιατί ἦτο κατά τόν νόμον ἀκάθαρτος… καί τό βράδυ ἔμεινε ἔξω, καί κεῖ κάποιο πουλί κουτσούλησε πάνω μέσ’ στά μάτια του, καί ἐκεῖ πού τά ‘τριψε τά μάτια του -νίτρο ἔχουν οἱ κουτσουλιές τῶν πουλιῶν- καί ἐκεῖ τυφλώθηκε! Εἴδατε περιπέτεια; Γιατί ἀγαποῦσε τούς συμπατριῶτες του, γιατί ἀγαποῦσε τήν πατρίδα του. Θ’ ἀγαπᾶμε τήν πατρίδα μας, ναί. Θά τήν ἀγαποῦμε τήν πατρίδα μας, ἀλλά πέρα καί πάνω ἀπ’ ὅλα θά ἀγαπᾶμε ἐκείνη τήν μεγάλη, για ὅλους μας πατρίδα, τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.


24η ομιλία στην κατηγορία "Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ".

►Όλες οι ομιλίες της Κατηγορίας :
" Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ. " εδώ ⬇️
https://arnion.gr/index.php/palaia-diauhkh/h-pnevmatikh-diauhkh-toy-tvbit
↕️
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/blog-post_7.html?m=1

Ἀπομαγνητοφώνηση, ψηφιοποίηση: Ἠλίας Τσακνάκης.

Επιμέλεια κειμένου : Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος.

🔸Λίστα ομιλιών της σειράς
«Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ».🔻
https://drive.google.com/file/d/1RZ1sYHVgLqBWiFNCBGi90Z__kjEnhr2H/view?usp=drivesdk

💠Πλήρης απομαγνητοφωνημένες σειρές ομιλιών (Βιβλία).
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/search/label/%F0%9F%92%A0%CE%A0%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82%20%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AD%CF%82%20%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD%20%28%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1%29.?m=1

🔸Επεξηγηματικό βίντεο Ασπάλαθου.
https://youtu.be/8tNfAHRkTCk

__⬇️Playlist "Ασπάλαθου".⬇️__
https://aspalathos21.blogspot.com/2021/07/blog-post_83.html?m=0

Όλες οι ομιλίες ~4.487~ του μακαριστού πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/4487.html?m=0

📃Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του πατρός Αθανασίου. ⬇️
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/2021/04/blog-post_15.html?m=0

📜 Αποσπάσματα ομιλιών πατρός Αθανασίου ⬇️
https://athanasioslogos.blogspot.com/?m=0

__⬇️ Facebook ⬇️__
https://www.facebook.com/groups/1637818926362004/?ref=share

Κατάλογος ομιλιών πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://drive.google.com/file/d/1JmrxaObMVyTA4_pS5yuMaQdoBf8-LwBP/view?usp=drivesdk

†.Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.

«Ἡ ἀγάπη στήν πατρίδα καί στούς συμπατριώτας» (α΄).

†. Ὁ Τωβίτ, συνεχίζοντας τήν πνευματική του διαθήκη πρός τόν γιό του τόν Τωβία τόν συμβουλεύει στή συνέχεια, μετά πού τοῦ εἶπε «Πρόσεξε, παιδί μου, ἀπό κάθε μορφή ἀνηθικότητος…» κ.λπ. καί ὅτι «Νά μήν πάρεις γυναῖκα ξένη, δηλαδή ἔξω ἀπό τόν λαό μας, διότι αὐτό δέν τό θέλει ὁ Θεός, ἐφόσον εἴμεθα παιδιά τῶν προφητῶν καί ἔχουμε ἀγαθούς προγόνους, οἱ ὁποῖοι ἔτσι ἐνήργησαν κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ», προχωρεῖ εἰς τόν 13ον στίχον ὡ ἐξῆς, πού ἀναφέρεται βεβαίως πάλι στό θέμα τοῦ ὅτι πρέπει ὁ Τωβίας νά πάρει γυναῖκα ἀπό τόν λαό του, ὅμως ἔχει μία διαφοροποίηση, κάποια σημεῖα, τά ὁποῖα καί θά ἀναλύσουμε.

     «Καὶ νῦν, παιδίον, ἀγάπα τοὺς ἀδελφούς σου καὶ μὴ ὑπερηφανεύου τῇ καρδίᾳ σου ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν σου καὶ τῶν υἱῶν καὶ θυγατέρων τοῦ λαοῦ σου λαβεῖν σεαυτῷ ἐξ αὐτῶν γυναῖκα· διότι ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ ἀπώλεια καὶ ἀκαταστασία πολλή». Δηλαδή, «Καί τώρα, παιδί μου», λέγει, «νά ἀγαπᾶς τούς ἀδελφούς σου…»- ποιοί εἶναι αὐτοί οἱ «ἀδελφοί»; Εἶναι οἱ συμπατριῶτες -θά τό δοῦμε λίγο πιό κάτω- καί νά μήν ὑπερηφανεύεσαι στό νά ζητήσεις νά πάρεις ξένη γυναῖκα, διότι στήν ὑπερηφάνεια (δηλαδή στήν ξενομανία πού εἶναι ὑπερηφάνεια, καί, πρῶτα ὁ Θεός, κάτι θά ποῦμε προσεχῶς) ὑπάρχει ἡ ἀπώλεια, ἡ καταστροφή καί ἡ ἀκαταστασία. Βέβαια, ὅπως βλέπουμε, ἀναφέρεται εἰς τήν ἀνάγκη τοῦ μή μεικτοῦ γάμου, ἀλλά τοῦτο ἐάν τό ἔκανε, δηλαδή ἔκανε μεικτόν γάμον (ἔπαιρνε ξένη γυναῖκα), αὐτό δέν θά ἦτο παρά μία περιφρόνησις τῶν συμπατριωτῶν του μέ κίνητρο, ὅπως εἴπαμε, τήν ὑπερηφάνεια.

     Ἐπειδή ὅμως, εἴπαμε, τό θέμα τό ἀναπτύξαμε ἀπό τίς περασμένες φορές, γι’ αὐτό θά μείνουμε σ’ ἕνα ἄλλο σημεῖο τό ὁποῖο εἶναι πάρα πολύ χρήσιμο ὅπως θά δεῖτε. Ποιό; «Καὶ νῦν, παιδίον, ἀγάπα τοὺς ἀδελφούς σου, καὶ μὴ ὑπερηφανεύου τῇ καρδίᾳ σου ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν σου… διότι ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ ἀπώλεια καὶ ἀκαταστασία πολλή». Αὐτό «ἀγάπα τούς ἀδελφούς σου», διότι οἱ Ἑβραῖοι ἀποκαλοῦσαν τούς ὁμοφύλους των «ἀδελφούς», ἤ «συμφυλέτας» ἤ «συμπατριῶτες». Βλέπουμε ἐπί παραδείγματι, τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ὅταν ὁμιλεῖ, νά λέει: «Ἂνδρες ἀδελφοί». Ἐμεῖς ποτέ δέν λέμε οἱ Ἕλληνες, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ὅταν θέλαν νά μιλήσουν, ποτέ δέν ἔλεγαν «ἄνδρες ἀδελφοί», ἀλλά ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος (καί ὅλοι οἱ ὁμιλητές τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ) πάντοτε ἔλεγαν «ἄνδρες ἀδελφοί». Γιατί; Διότι ὁ λαός αὐτός ἦτο ὄντως ἀδελφός, διότι κατήγοντο ὅλοι ἀπό τόν Ἀβραάμ καί τή Σάρρα καί συνεπῶς ὄντως προσεφωνοῦντο πάντοτε μέ τό «ἀδελφοί» ἤ σέ ὁμιλία ἐπίσημη «ἄνδρες ἀδελφοί». Μάλιστα ἔχουμε κι ἄλλες ἐκφράσεις πού μᾶς διασώζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πῶς μποροῦσε ἕνας Ἑβραῖος νά βλέπει τόν ἄλλον Ἑβραῖον, τόν συμφυλέτη του, αὐτός πού ἦταν ἀπό τήν ἰδίαν φυλήν, ἀπό τόν ἴδιον λαόν, ἀπό τό ἴδιο γένος, τούς ἀποκαλεῖ ὁ Ἀπόστολος «συγγενεῖς του κατά σάρκα». Δηλαδή αὐτοί πού στάθηκαν τό γένος του. Αὐτό θά πεῖ «συγγενής», αὐτός πού εἶναι τοῦ ἰδίου γένους, κατά σάρκα. Λέγει μάλιστα, στήν «Πρός Ρωμαίους», γράφει: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, -ἀνάθεμα θά πεῖ χώρια-. «Θά εὐχόμουνα νά χωριστῶ ἀπό τόν Χριστόν -Ποιός; Ὁ Παῦλος, πού τόσο ἀγαποῦσε τόν Χριστόν-, γιά λογαριασμό τῶν ἀδελφῶν μου» -πού εἶναι οἱ συμπατριῶτες του- τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν ᾿Ισραηλῖται». Σαφῶς, λοιπόν, ἄρα «ἀδελφοί» ἦσαν οἱ συμπατριῶτες. Κι ὅταν λέγει ὁ Τωβίτ εἰς τόν Τωβία: «Νά ἀγαπᾶς τούς ἀδελφούς σου», δεδομένου ὅτι ὁ Τωβίας δέν εἶχε ἄλλον ἀδελφόν, ἤτανε μοναχοπαίδι, ἄρα λοιπόν σαφῶς βλέπουμε, ὅτι ἐδῶ πρόκειται περί τῶν συμπατριωτῶν του.

      Ἄν, ὅμως, κανείς ἀγαπᾶ τούς συμπατριῶτες του, κατ’ ἐπέκτασιν, βεβαίως θά ἀγαπάει καί τήν πατρίδα του. Εἶναι πάρα πολύ φυσικό, διότι ὅλοι οἱ συμπατριῶτες ἀποτελοῦν τήν πατρίδα. Καί μιά πού λίγες μέρες εἶναι πού ἀφήσαμε τήν 28ην Ὀκτωβρίου, πού ἦταν μιά ἐθνική γιορτή, μιά ἀνάδειξη τῆς πατρίδος, μία περίσωσις, δηλαδή τό νά σώσουμε τήν πατρίδα μας, αὐτό εἶναι μιά ἐθνική γιορτή, ὅταν ἡ πατρίδα σώζεται ἀπό ἀπειλοῦντας ἐχθρούς, ἔρχεται λίγο ἐπίκαιρα αὐτό τό θέμα -ἄν καί θά ἔπρεπε πάντα νά εἶναι ἐπίκαιρο, ἡ ἀγάπη στήν πατρίδα καί στούς συμπατριῶτες-ἀλλά θά ἔλεγα, δυστυχῶς, δέν ξέρω σήμερα ἄν διδάσκεται ἡ φιλοπατρία εἰς τά σχολεῖα, καί ἴσως καί στίς οἰκογένειες, ἴσως μᾶλλον ἐκεῖ κάτι νά μένει (στίς οἰκογένειες) ἀλλά ἀμφιβάλλω στά σχολεῖα, καί εἰς αὐτόν ἀκόμη τόν στρατόν. Μήν σᾶς κάνει ἐντύπωση αὐτό πού λέγω. Ἔχω δεδομένα, γι’ αὐτό. Καί μάλιστα ἐπίσημα δεδομένα. 

     Ἐντούτοις ἡ ἀγάπη πρός τήν πατρίδα εἶναι αὐτονόητη, ὅπως ἡ ἀγάπη στή μάνα. Καί ἐντούτοις ἐμεῖς πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε αὐτήν τήν ἀγάπην, Ὅπως ὑπενθυμίζει καί ἡ ἐντολή «Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου…». Δέν θά ἔπρεπε νά ὑπῆρχε ἐντολή. Δέν θά ἔπρεπε διότι ἁπλούστατα εἶναι αὐτονόητο ν’ ἀγαπᾶς τήν μάνα σου καί τόν πατερα σου. Ἔτσι κι ἐδῶ, αὐτονόητο ν’ ἀγαπᾶς τήν πατρίδα σου. Στήν ἐποχή μας, ὅμως, ἐπικρατεῖ ἕνας διεθνισμός, ἕνας κοσμοπολιτισμός καί συνεπῶς ἡ ἔννοια τῆς πατρίδος διαρκῶς καί καθημερινά ξεθωριάζει. Πρέπει, λοιπόν, νά μιλήσουμε, εἶναι ἀνάγκη νά μιλήσουμε, εἶναι πάρα πολλή ἀνάγκη νά μιλήσουμε. Ξέρετε τί θά πεῖ νά ὑπάρχει μιά γιορτή ἐθνική καί κανείς ἴσως νά μήν πιστεύει σ’ αὐτήν; Δέν εἶναι ὀξύμωρον, δέν εἶναι περίεργον; Κι ἀκόμα, ὑπάρχουν Ἕλληνες πού πιστεύουν στήν ἔννοια τῆς πατρίδος, γι’ αὐτό καί τιμοῦν μιά γιορτή ἐθνική. Ἀλλά ὕστερα ἀπό κάποιο καιρό, κανείς δέν θά εἶναι ἐκεῖνος πού θά ἀγαπάει τήν ἰδιαιτέρα του πατρίδα. Καί τό ἐπιχείρημα τοῦ διεθνισμοῦ… διεθνιστής λέμε, δέν εἶναι τι ἄλλο, -δῆθεν- ἡ κατάργησις τῶν πολέμων μεταξύ τῶν λαῶν μόνο καί μόνο γιά νά ἐγκαθιδρυθεῖ ἡ εἰρήνη ἀνάμεσα στούς λαούς. Γι’ αὐτό σήμερα οἱ ἄνθρωποι γίνονται διεθνιστές. Αὐτό ὅμως εἶναι οὐτοπιστικόν. Τί θά πεῖ «οὐτοπιστικόν»; Θά πεῖ ὅτι εἶναι ἀπραγματοποίητο, εἶναι κάτι πού δέν εἶναι δυνατόν νά πραγματοποιηθεῖ, ὅπως θά τό δοῦμε στή συνέχεια. 

    Ἔτσι μ’ αὐτήν τήν τοποθέτηση εἰσάγεται ἡ ἔννοια τοῦ κοσμοπολίτου, πού ἀρνεῖται τόν λαό του, τόν τόπο του ἀρνεῖται, τήν πατρίδα του ἀρνεῖται, καί κάνει πατρίδα, ὅπως λέγει, ὅλη τήν γῆ. «Πατρίδα μου», λέγει, «εἶναι κάθε τόπος». Φυσικά, δέν θέλουμε νά ὑποστηρίξουμε τόν σωβινισμό. Τί εἶναι ὁ σωβινισμός; Δέν εἶναι τι ἄλλο παρά πού θέλει τόν ἄνθρωπο νά στρέφεται γύρω ἀπό τήν πατρίδα του καί νά μήν ἀναγνωρίζει κανέναν ἄλλον. Θά λέγαμε, κατά κάποιο τρόπο, σωβινισμός ἦταν ἐκεῖνο πού ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες: «Πᾶς μή Ἕλλην, βάρβαρος». «Καθένας ὁ ὁποῖος δέν εἶναι Ἕλληνας, εἶναι βάρβαρος. Βέβαια μάθαμε -μάθαμε ὡς χριστιανοί- ὅτι ἐξ ἑνός αἵματος ἐποίησεν ὁ Θεός κάθε λαό, ἀπό ἕνα αἷμα ὅλοι. Συνεπῶς δέν μποροῦμε νά λέμε ὅτι μόνο ἐμεῖς εἴμαστε καί κανείς ἄλλος, οὔτε ἀκόμη ν’ ἀρνηθοῦμε τήν πατρίδα μας. Οὔτε δηλαδή ὁ σωβινιμός, οὔτε ὁ κοσμοπολιτισμός καί ὁ διεθνισμός. 

     Ἀκόμη ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι ὁ κοσμοπολιτισμός δέν εἶναι ἕνα «ἅπλωμα» τῆς καρδιᾶς, ὅπως θά ἤθελαν νά ὑποστηρίζουν, καί τῆς ἀγάπης δῆθεν πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλά ὁ κοσμοπολιτισμός -θά τό δοῦμε αὐτό- δέν εἶναι παρά ἕνα ἐκφυλιστικόν φαινόμενον. Θά τό ἐπαναλάβω, ὁ κοσμοπολιτισμός εἶναι ἕνα ἐκφυλιστικόν φαινόμενον. Ἔτσι οἱ ἰδέες καί οἱ πολιτισμοί ξεπερνοῦν πολύ εὔκολα πιά, σήμερα ἰδίως, τά σύνορα πού θεωροῦνται πλέον ὅτι εἶναι ἀνύπαρκτα, ὅτι πιά δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά ὑπάρχουν σύνορα καί ἁπλώνονται παντοῦ. Βέβαια οἱ πόρτες θεωροῦνται ἀνοιχτές, ἔτσι καί γιά τό καλό καί γιά τό κακό. Πρό καιροῦ μάλιστα, πρό μερικῶν ἐτῶν, μέ τό θέμα τῆς Ε.Ο.Κ…. κ.λπ. ὑπεστηρίζετο αὐτό, ὅτι ἀνοίγουν πιά τά σύνορά μας καί θά μπεῖ ὄχι μόνο κάτι καλό, ἀλλά θά μπεῖ καί κάτι κακό. Καί αὐτό τό κακό τό βλέπουμε, κάτι πού ὑπάρχει στούς ἄλλους λαούς, νά μπαίνει καί στό δικό μας τόν λαό, ὅπως εἶναι ὁ ἀναρχισμός, ὅπως εἶναι ἡ ἔκλυσις τῶν ἠθῶν, πού κουβαλιέται ἡ ἔκλυση τῶν ἠθῶν διά τοῦ τουρισμοῦ… καί πολλά ἄλλα. Γι’ αὐτό βλέπετε ὅτι πιά ἔχουμε ἕνα ξέφτισμα ποιοτικόν. Καί ὅπως σέ μιά μεγάλη πόλη οἱ ἄνθρωποι δέν λένε μεταξύ τους καλημέρα, γιατί δέ γνωρίζονται, ὅπως λένε τήν καλημέρα τους σ’ ἕνα χωριό, ὅλοι εἶναι γνωστοί… καμιά φορά ἀφελῶς ἐρωτῶ -ὅταν μοῦ λένε «Μένω στήν τάδε κωμόπολη» μάλιστα ὄχι χωριό- «Τί ὁδό ἔχετε;», κι ὁ ἄλλος χαμογελάει… λέει: «Ὃλοι γνωστοί εἴμαστε ἐκεῖ!». Πολύ ὀρθά, «ὅλοι γνωστοί εἴμαστε ἐκεῖ», ἀλλά σέ μιά μεγάλη πόλη, δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι γνωστοί μεταξύ των οἱ ἄνθρωποι. Καί ἔτσι καί ὁ κοσμοπολιτισμός, δέν κάνει πιά τούς ἀνθρώπους ἀνάμεσά τους γνωστούς, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀλλοτρίωση, τήν ἀποξένωση τῶν ἀνθρώπων. Ὅ,τι σέ μιά μεγάλη πόλη συμβαίνει μέ τούς ἐνοίκους μιᾶς πολυκατοικίας. Δέν ξέρει κανείς ποιός μένει δίπλα του, ποιός μένει ἀπό πάνω του, ποιός μένει ἀπό κάτω του. Καί βέβαια, ἔ μπορεῖ νά εἰπωθεῖ μιά «ξερή» ἴσως καλημέρα, ὅταν βρεθοῦν στό κλιμακοστάσιο ἤ στό ἀσανσέρ, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀποξενωμένοι. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι στήν πραγματικότητα ὁ διεθνισμός ἤ ὁ οἰκουμενισμός στό τέλος καταλήγει ἀπάνθρωπος, διότι δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχει ἀνθρωπιά σ’ αὐτόν ὅταν τόν ἄλλον δέν τόν βλέπει σάν δικό του ἄνθρωπο. Εἶναι ἀπάνθρωπος λοιπόν καί ἀντικοινωνικός.

     Μιά μικρογραφία μιᾶς κλειστῆς συνοριακῆς -ἐπαναλαμβάνω συνοριακῆς, μέ σύνορα- κοινωνίας εἶναι ἡ οἰκογένεια. Μιά οἰκογένεια ἔχει τά σύνορά της. Ποιά εἶναι τά σύνορα μιᾶς οἰκογένειας; Εἶναι οἱ ἄνθρωποι μέ τήν ὅποια ἰδιότητά τους πού κατοικοῦν μέσα σ’ ἕνα σπίτι, τό ὁποῖον ἔχει πόρτα καί κλείνει. Ἔχει σύνορα, κλείνει ἡ πόρτα. Μπορεῖς νά μπαίνεις στό κάθε σπίτι ἀφήνοντας στό κάθε σπίτι τήν πόρτα του ἀνοιχτή; Εἶναι δυνατόν ποτέ; Καί διατηροῦν τήν ἰδιότητα τά μέλη τῆς οἰκογενείας, ὅτι ὁ πατέρας εἶναι ὁ πατέρας, ἡ μητέρα εἶναι ἡ μητέρα, τά παιδιά εἶναι τά παιδιά, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει κάτι διαφορετικό μέσα στήν οἰκογένεια. Καί ξαναλέγω τά σύνορα μιᾶς οἰκογενείας εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν ἡ ἰδιότητα τοῦ καθενός… δέν μπορεῖ ὁ σύζυγος νά πεῖ… νά κοιτάζει ἄλλες γυναῖκες, ἡ μητέρα νά κοιτάζει ἄλλους ἄνδρες, δέν μποροῦν τά παιδιά νά κινοῦνται κατά ἕναν τρόπον… ξενοδοχειακόν (θά τό λέγαμε) πού ὁ καθένας ὅ,τι ὥρα θέλει, γυρίζει… κ.λπ. Τί εἶναι, λοιπόν, μία οἰκογένεια στό σπίτι της; Στήν πραματικότητα εἶναι μία μικρή κοινωνία, ἡ ὁποία ἔχει κάποια σύνορα. Ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ἡ οἰκογένεια αὐτή ἀπωλέσει τά σύνορά της, τότε κυριολεκτικά ἐκφυλίστηκε, χάθηκε, δέν ἔχουμε οἰκογένεια πιά. Ἄν αὐτό τό πρᾶγμα τό μεγαλώσετε, δέν ἔχουμε παρά μία χώρα, μία πατρίδα. Ἄν κι αὐτή χάσει τά σύνορά της, καί τήν ἰδιότητα τῶν ἀνθρώπων της, τῶν πολιτῶν της, τότε δέν ἔχουμε πιά μία σωστή κοινωνία. Καί ἄν πάρουμε τήν μεγαλογραφία, ἔχουμε αὐτό πού λέγεται κοινωνία, λέγεται πόλις, λέγεται πατρίδα, λέγεται ἔθνος. 

     Τήν θέση μιᾶς τέτοιας κλειστῆς κοινωνίας, δηλαδή ἑνός λαοῦ μέ γεωγραφικά σύνορα -ἴσως θά σᾶς κάνει ἐντύπωση- καθορίζει Αὐτός ὁ Θεός. Ναί, Αὐτός ὁ Θεός. Μήν ξεχνᾶμε ὅτι ἐδῶ δέν κάνουμε οὔτε Γεωγραφία, οὔτε Κοινωνιολογία, οὔτε τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἀλλά κάνουμε θεολογία. Ἀναλύουμε ἐκεῖνα τά ὁποῖα λέγει ὁ Θεός, τούς λόγους τοῦ Θεοῦ καί συνεπῶς ἐφόσον καί τό θέμα αὐτό εἶναι μέσα στό χῶρο τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, δέν μποροῦμε καί νά μή μιλήσουμε γι’ αὐτό τό θέμα. Ἀκοῦστε πῶς τό λέγει στήν ὠδή του ὁ Μωϋσῆς, πού εἶναι στό «Δευτερονόμιον», 32ον κεφάλαιον. Λέγει: «Ὃτε διεμέριζεν ὁ ῞Υψιστος ἔθνη, ὡς διέσπειρεν υἱοὺς ᾿Αδάμ, ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν ἀγγέλων Θεοῦ, καὶ ἐγενήθη μερίς Κυρίου λαὸς αὐτοῦ ᾿Ιακώβ, σχοίνισμα κληρονομίας αὐτοῦ ᾿Ισραήλ». Κάθε λέξη ἔχει πολύ μεγάλη βαρύτητα καί πρέπει νά μείνουμε. «Ὃτε διεμέριζεν ὁ ῞Υψιστος ἔθνη», «διαμερίζω» θά πεῖ μοιράζω, ξεχωρίζω. Δηλαδή ἔγιναν πολλοί οἱ ἄνθρωποι, κάποτε ἦταν, λέγει, ἕνα χεῖλος, δηλαδή μία φωνή, δηλαδή μία γλῶσσα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἦσαν, ὡς ἀπόγονοι τοῦ Νῶε, μιά γλῶσσα μιλοῦσαν, καί μάλιστα τοποθετεῖται ἡ κατοικία των κάπου ἐκεῖ πού λέμε Βαβυλῶνα, κι ὁ πύργος τῆς Βαβέλ, παρότι λέγεται ὅτι δέν ἔχει καμία σχέση ἐτυμολογικά τό Βαβέλ μέ τό Βαβυλῶνα, ἀλλά κατά τήν Ἁγία Γραφή ἔχει σχέση. Ἔτσι, ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν μία γλῶσσα,. 

     Εἶναι γνωστό δέ πώς οἱ γλῶσσες μπερδεύτηκαν καί κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν…» (Γέν. 11,7) ἐπειδή ἡ ἀλαζονεία των ἤθελε νά ἀφήσει ἕνα μνημεῖο, ἕνα μνημεῖο, λέγει, πού θά ἔφθανε μέχρι τόν οὐρανό (βεβαίως ἔκφραση, γιατί ὁ οὐρανός εἶναι τόσο βαθύς… θά ‘ταν δυνατόν ἕνα κτῖσμα νά ἀνέλθει ποῦ;). Ποῦ εἶναι τά σύνορα καί τά ὅρια τοῦ οὐρανοῦ; Πρέπει, ὅμως, νά σᾶς πῶ ὅτι ὑπάρχουν ὅρια, τό σύμπαν εἶναι ἄπειρο-πεπερασμένο. Δέν εἶναι ἀντιφατικό, πεπερασμένον-ἄπειρον. Λοιπόν, ὅμως ἤτανε μιά ἀλαζονεία, καί τό μνημεῖο πού θέλησαν νά εἶναι μνημεῖον ἀναφορᾶς τῶν λαῶν ἤτανε μνημεῖον ἀλαζονείας. Διότι τό μνημεῖον ἀναφορᾶς θά ἔπρεπε νά εἶναι ὁ Θεός. Ὅπου καί νά πᾶτε, ὅπου καί νά πᾶμε, τήν ἀναφορά μας θά τήν ἔχουμε στόν Θεό. Πῶς ὅλη ἡ γῆ μας βλέπει τόν ἥλιο καί θά ἔλεγε ὅτι ἡ γῆ ἔχει τήν ἀναφορά της στόν ἥλιο. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι θά εἶχαν τήν ἀναφορά τους στόν Θεό, ἐπειδή ὅμως δέν τήν εἶχαν, στή συνέχεια λέγει ὁ Θεός: «Δεῦτε καταβάντες» (εἰς πληθυντικόν ἀριθμόν)· «Ἐλᾶτε», λέει, «νά κατεβοῦμε -τρόπον τινα τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος κινοῦνται ἔτσι- νά μπερδέψουμε τίς γλῶσσες τους», καί δέν καταλάβαινε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ξέρετε δέ ὅτι τήν Πεντηκοστή διορθώθηκε τό πρᾶγμα. Ὄχι μόνο γιατί ὅλοι καταλάβαιναν τό κήρυγμα τοῦ Πέτρου, λέγει, μέ πολλή σαφήνεια καί μέ εὐρεῖα περιγραφή ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στίς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων», ἀλλά διότι δέν ἦταν πιά τό σημεῖο ἀναφορᾶς συναντήσεως τῶν λαῶν, ἕνα τεχνικό μνημεῖο, ἕνα μνημεῖο τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλά ἦτο τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Σήμερα δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά ξέρω Ρώσικα γιά νά καταλάβω τούς ὀρθοδόξους Ρώσους… ἤ ὅπου ἀλλοῦ ἔχουμε ὀρθοδόξους Ρώσους, δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά ξέρω τήν γλῶσσα γιά νά ἔχω σύνδεσμο. Ἐκεῖνο πού μέ συνδέει πιά εἶναι ἡ Ἐκκλησία, εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. 

     Αὐτό ἤτανε μιά παρέκβαση πού ἔκανα, ἀλλά ἤθελα νά σᾶς δείξω πῶς ἀκριβῶς ἐδῶ ἔρχεται ὁ Θεός νά χωρίσει τούς ἀνθρώπους σέ κράτη, πού νά ‘χουνε τήν δική τους τήν γλῶσσα, τή δική τους τή διοίκηση, γιατί αὐτή εἶναι ἡ διαφορά τοῦ κράτους ἀπό τό ἔθνος. Ἔθνος θά πεῖ οἱ ἄνθρωποι πού ἀνήκουν στήν ἴδια Ἱστορία, στόν ἴδιο λαό, καί στήν ἴδια γλῶσσα. Αὐτό λέγεται «ἔθνος» (καί δέν ἔχει τό ἔθνος ὅρια). Κράτος σημαίνει μία περιοχή γῆς πού ὑπάρχουν ὅρια· βέβαια ὁμιλεῖται ἡ ἴδια γλῶσσα κ.λπ. ἤ μπορεῖ καί ὄχι, (ὅπως φέρ’ εἰπεῖν εἶναι ἡ Ἐλβετία), ὅμως ὑπάρχει μία διοίκησις, ἀπό τό «κρατῶ», πού θά πεῖ ἔχω δύναμη, ἀσκῶ ἐξουσία. Κράτος θά πεῖ δύναμη, καί συνεπῶς κρατῶ=ἀσκῶ ἐξουσία, ὑπάρχουν νόμοι… κ.λπ. αὐτή εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ κράτους καί ἔθνους. Οἱ Ἕλληνες τῆς Ἀμερικῆς δέν ὑπόκεινται εἰς τούς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, εἶναι ὅμως Ἕλληνες. Εἴμεθα σ’ ἕνα ἔθνος, ἀλλά δέν ἔχουμε τό κράτος μας νά εἶναι ἁπλωμένο σ’ ὅλη τή γῆ, παρά μόνο σέ ἕνα ὁρισμένο μέρος τῆς γῆς ἐπάνω. Ἔτσι, θά λέγαμε ὅτι ἐδῶ ὁ Θεός θέλει νά δημιουργήσει κράτη, ἀφοῦ θά βάλει σύνορα. Καί λέγει στή συνέχεια: «Ὃς διέσπειρεν υἱοὺς Ἀδάμ (:τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ) ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν (:ἔβαλε ὅρια εἰς τά ἔθνη, δηλαδή τά ἔθνη τά ἔκανε κράτη) κατὰ ἀριθμὸν ἀγγέλων Θεοῦ»- βλέπετε ὅ,τι λέει ἡ Ἁγία Γραφή καί μοιάζει νά εἶναι γήϊνο, πάντοτε τό ντύνει μέ θεολογία. «Ὅτι βάζει», λέει ἐδῶ, «κατά ἀριθμόν ἀγγέλων τά κράτη». Σημαίνει: «Κάθε κράτος ἔχει τόν φύλακα ἄγγελό του». Μάλιστα τό κράτος τοῦ Ἰσραήλ εἶχε φύλακα, τόν ἀρχάγγελον Μιχαήλ, καί σ’ ἕνα ὅραμά του ὁ Δανιήλ, βλέπει καί τόν ἄγγελο τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά θά ἐπεκταθῶ πολύ γιατί καί ἐκεῖ γίνεται μνεία αὐτῶν τῶν κρατῶν καί τῶν ἀγγέλων-φυλάκων τῶν κρατῶν.

      Καί λέγει στή συνέχεια: «καὶ ἐγενήθη» - καί ἐγενήθη, λέγει, ἔγινε (ἀπό τό γίγνομαι) μερίς Κυρίου λαός αὐτοῦ Ἰακώβ»· δηλαδή πῆρε μία μερίδα ὁ Κύριος, ἔκανε ἕναν δικό του λαό, ὁ λεγόμενος «περιούσιος λαός» («περιούσιος» θά πεῖ ὁ λαός πού ἀνήκει ὡς περιουσία τοῦ Θεοῦ)… βέβαια, θά λέγατε, «ἔχει ὁ Θεός περιουσία»; Εἶχε τόν λόγο του. Ἔπρεπε νά κατοχυρωθεῖ ἕνα λαός, πού θά ἠσκεῖτο ἐκεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά νά 'ρθει ὁ Μεσσίας, «σχοίνισμα κληρονομίας αὐτοῦ ᾿Ισραήλ». «Σχοίνισμα» (ἀπό τό σχοινί) πού θά πεῖ· … νά ὅπως μέσα στήν Ἐκκλησία βάζουμε ἕνα σκοινί ἀπό δῶ, ἕνα σκοινί ἀπό κεῖ ὅταν ἔχουμε κόσμο πολύ (ἕνα πανηγύρι), γιά νά ἐμποδίσουμε τούς ἀνθρώπους, νά συμπληρώσουν ἕναν διάδρομον. Συνεπῶς τί κάνει τό σχοινί; Τό σχοινί κάνει περιορισμό, δημιουργεῖ σύνορα, ὅρια. Σχοίνισμα, λοιπόν, θά πεῖ ὅρια. Παρατηροῦμε ὅτι ἐδῶ ὁ Θεός διαμοιράζει, βάζει τά ὅρια καί κρατᾶ γιά τόν ἑαυτό Του ἕνα λαό, τόν λαό τοῦ Ἰσραήλ. Ἀλλά τοῦτο σημαίνει καί κάτι ἄλλο. Βεβαια δέν σημαίνει ξεχώρισμα ὅτι παίρνει κατά προτίμηση κάποιο λαό. Ὄχι, εἶχε τόν σκοπό Του, σᾶς ἐξήγησα προηγουμένως, ὅτι ἤθελε ὁ Θεός νά καλλιεργηθεῖ ἕνας λαός γιά νά 'ρθει ὁ Μεσσίας. Ὅμως ὁ Θεός κάνει τούς ἀνθρώπους, τά κράτη, τούς λαούς, ἀπό ἕνα ζεῦγος ἀνθρώπων, ὅπως λέει ἐδῶ «υἱοί τοῦ Ἀδάμ». 

     Ἀκοῦστε τώρα τί ἄλλο ἀποκαλυπτικό μᾶς δείχνει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, μέ τούς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰς τήν Πνύκα τῶν Ἀθηνῶν. Νά τί λέγει: «Ἐποίησέ τε (τό τε θά πεῖ καί, καί εἶναι ἄτονο χωρίς τόνο… λέμε καί μερικά τέτοια γιατί ἴσως δέν τά γνωρίζετε) ἐξ ἑνός αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων» (Πράξ. 17, 26). «Καί ἔκανε ὁ Θεός μέ ἕνα αἷμα, κάθε ἔθνος ἀνθρώπων». Δηλαδή ὅλοι εἶναι ἄνθρωποι, ἀφοῦ καταγόμεθα ἀπό ἕνα ζεῦγος. Μιά προηγούμενη παρατήρηση… ἐκεῖνο τό «ἐποίησέ τε», γιά νά μή βάλουν οἱ ἀρχαῖοι δεύτερη φορά τό «καί» γιατί τούς χτυποῦσε ἄσχημα στ’ αὐτιά, ἐπινόησαν τό «τε». Βλέπετε εὐαισθησίαν ἀκοῆς στό θέμα τῆς γλώσσης! Αὐτή πού ἐμεῖς τήν ρημάξαμε σήμερα καί τήν κάναμε βάρβαρη γλῶσσα (ἁπλῶς τό λέγω ἔτσι γιά νά τό γνωρίζετε). «Κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς (:γιά νά κατοικοῦν οἱ ἄνθρωποι σ’ ὅλο τό πρόσωπο τῆς γῆς) ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν». Ποιές εἶναι οἱ ὁροθεσίες; Οἱ ὁροθεσίες εἶναι τά σύνορα.Ὁ-ρο-θε-σία, θέτω ὅρον, θέτω ὅρια. Συνεπῶς ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού βάζει τά ὅρια, τά σύνορα; Εἶναι ὁ Θεός. 

     Ἀλλά προσέξτε καί κάτι ἄλλο: «ὁρίσας προτεταγμένους καιρούς». Ποιοί εἶναι αὐτοί οἱ «προστεταγμένοι καιροί»; Εἶναι τά χρόνια πού θά ζήσει ἕνας λαός. Γιατί ἄν ἐρωτήσετε, ὑπῆρξαν πολλοί λαοί πού σήμερα δέν ὑπάρχουν. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός κατ’ ἐπανάληψιν τό λέγει αὐτό στήν Παλαιά Διαθήκη: « Ὅτι καί Ἐγώ θά ἐξαφανίσω τόν λαόν αὐτόν» -ὅπως ἐπί παραδείγματι τούς Βαβυλωνίους, ὅπως ἐπί παραδείγματι, τούς Ἀσυρρίους, διότι Ἐγώ σᾶς ἔριξα στά χέρια τους (βόρειο καί νότιο βασίλειο) γιά νά σᾶς τιμωρήσω, ἀλλά Ἐγώ θά τιμωρήσω αὐτούς διότι φάνηκαν βάναυσοι ἀπέναντί σας… κ.λπ…. κ.λπ. ὁπότε βλέπει κανένας ἐδῶ ὅτι τήν ζωή ἑνός λαοῦ τήν καθορίζει ὁ Θεός, πόσο θά ζήσει ἕνας λαός. Ξέρετε τί λέγει εἰς τόν Σολομῶντα; Τήν ἐποχή τοῦ Δαυΐδ καί τοῦ Σολομῶντος, οἱ Ἰσραηλίτες εἶχαν τά εὐρύτερα σύνορα ἀπό ποτέ ἄλλοτε στήν ἱστορία τους, ἔφθαναν μέχρι τόν Εὐφράτη ποταμό. Καί τί λέγει τώρα ὁ Θεός, παιδιά; Ξέρετε τί λέει; Λέει τό ἐξῆς: «Ὃταν -ἐπειδή ὁ Σολομῶν δέν εἶχε δείξει μιά καλή συμπεριφορά σέ κάποια περίπτωση- ἐσύ θά πεθάνεις, ἐσένα δέν σἐ τιμωρῶ, χάριν τοῦ πατρός σου τοῦ Δαυΐδ· θά συρρικνώσω τά σύνορα τῆς γῆς σου». Ἄ ὥστε λοιπόν θά μαζέψω τά σύνορα. Ποιός εἶναι ἐκεῖνος, λοιπόν, πού εἶναι κύριος τῶν συνόρων καί τῆς ζωῆς ἑνός λαοῦ; Εἶναι Αὐτός ὁ Θεός. Προσέξτε ὅμως, ἀργότερα ὁ Ἰησοῦς Χριστός θά δώσει ἐντολή στούς μαθητές Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη». Οὐσιαστικά δέν ἀδικεῖται κανείς, διότι ὅλοι θά ἤκουαν τό Εὐαγγέλιο, καί στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχουν σύνορα!


23η ομιλία στην κατηγορία "Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ".

►Όλες οι ομιλίες της Κατηγορίας :
" Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ. " εδώ ⬇️
https://arnion.gr/index.php/palaia-diauhkh/h-pnevmatikh-diauhkh-toy-tvbit
↕️
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/blog-post_7.html?m=1

Ἀπομαγνητοφώνηση, ψηφιοποίηση: Ἠλίας Τσακνάκης.

Επιμέλεια κειμένου : Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος.

🔸Λίστα ομιλιών της σειράς
«Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ».🔻
https://drive.google.com/file/d/1RZ1sYHVgLqBWiFNCBGi90Z__kjEnhr2H/view?usp=drivesdk

💠Πλήρης απομαγνητοφωνημένες σειρές ομιλιών (Βιβλία).
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/search/label/%F0%9F%92%A0%CE%A0%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82%20%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AD%CF%82%20%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD%20%28%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1%29.?m=1

🔸Επεξηγηματικό βίντεο Ασπάλαθου.
https://youtu.be/8tNfAHRkTCk

__⬇️Playlist "Ασπάλαθου".⬇️__
https://aspalathos21.blogspot.com/2021/07/blog-post_83.html?m=0

Όλες οι ομιλίες ~4.487~ του μακαριστού πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/4487.html?m=0

📃Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του πατρός Αθανασίου. ⬇️
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/2021/04/blog-post_15.html?m=0

📜 Αποσπάσματα ομιλιών πατρός Αθανασίου ⬇️
https://athanasioslogos.blogspot.com/?m=0

__⬇️ Facebook ⬇️__
https://www.facebook.com/groups/1637818926362004/?ref=share

Κατάλογος ομιλιών πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://drive.google.com/file/d/1JmrxaObMVyTA4_pS5yuMaQdoBf8-LwBP/view?usp=drivesdk

†.Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.