†. Έκτο κεφάλαιο της Πρώτης προς Κορινθίους επιστολής του, διαβάστε το, θα μείνετε έκπληκτοι, θα μείνετε έκπληκτοι! Είμαι σίγουρος ότι δεν το έχουμε διαβάσει. Τι λέει εκεί; Του είχε αναφερθεί ότι οι χριστιανοί της Κορίνθου είχαν μεταξύ των αντιδικίες. Και για να λύσουν τις αντιδικίες των επί διαφόρων θεμάτων, όπως για χωράφια και χρήματα-, υποθέσεων, οικονομικών κ.λπ., έτρεχαν στα δικαστήρια. Σε ποια δικαστήρια; Των εθνικών, των ειδωλολατρών.
Δεν ντρέπεστε; Τρέχετε, όταν έχετε διαφορές, στους ειδωλολάτρες δικαστές εσείς οι χριστιανοί για να βρείτε τις διαφορές σας; Λέει εκεί τον περίφημο λόγο: «οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι;» Δεν γνωρίζετε ότι οι Άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο; ««ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται.» Α Κορ. 2, 15 Ότι ο πιστός τα πάντα ανακρίνει, αυτός δε υπ' ουδενός ανακρίνεται». Τα πάντα κρίνει, από τίποτα δεν κρίνεται, γιατί είναι ανώτερος πάντων.
Λέει λοιπόν, οι Άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο. Αλλού λέει ο Απόστολος: «οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν;» Α Κορ. 6, 3 εμείς οι Άγιοι θα κρίνουμε τους αγγέλους. Ποιους αγγέλους; Τους πεπτωκότες, τους δαίμονες.
Και τώρα εσείς, οι Άγιοι που θα κρίνετε τον κόσμο, πηγαίνετε να σας κρίνουν οι ειδωλολάτρες δικαστές; Πού ακούστηκε αυτό; Και ύστερα λέει κάτι άλλο. Επιτρέπεται, αδελφοί, ο ένας να αδικεί τον άλλον; Δεν γνωρίζετε ότι οι άδικοι δεν θα κληρονομήσουν τη Βασιλεία του Θεού; Και κάτι άλλο, δεν γνωρίζετε ότι είναι προτιμότερο να αδικηθείς παρά να αδικήσεις; Αυτός είναι ο αδάμας, ο διαμαντένιος κανόνας. Γι' αυτό σας είπα, δεν έχουμε διαβάσει αυτή την περικοπή, είμαι σίγουρος, ή δεν την έχουμε προσέξει. Δεν είναι προτιμότερο να αδικηθείς παρά να αδικήσεις; Αλλά εσείς, όχι μόνο δεν προτιμάτε να αδικηθείτε, αλλά προτιμάτε να αδικείτε. Και όχι μόνο προτιμάτε να αδικείτε ανθρώπους, αλλά προτιμάτε να αδικείτε και αδελφούς εν Χριστώ!
Ελεγκτικότατα τα λόγια αυτά, αγαπητοί μου, του Αποστόλου Παύλου. Πείτε μου, λοιπόν: Οι χριστιανοί της Κορίνθου, προς τους οποίους απαιτείται αυτή η επιστολή με αυτό το ψεγάδι, ήσαν μαθηταί της Καινής Διαθήκης ή –τι είπα– της Παλαιάς Διαθήκης; Μακάρι να ήσαν της Παλαιάς Διαθήκης! Ούτε καν της Παλαιάς Διαθήκης. Ε, λοιπόν, αγαπητοί μου, σας λέω τούτο: Δυστυχώς, δεν ζούμε στο πνεύμα της Καινής Διαθήκης. Δεν είμαστε, βλέπετε, μαθηταί της Καινής Διαθήκης. Πολλοί από εμάς, οι καλοί χριστιανοί, είναι στο πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης. Οι υπόλοιποι, ούτε καν στο πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν είναι κρίμα; Αδικούμε τον εαυτό μας.
Λοιπόν, εδώ μας αποκαλεί, τους κατηχουμένους του, τους φωτισμένους, ο άγιος Κύριλλος, μαθητάς της Καινής Διαθήκης. Ας τα προσέξουμε αυτά. Ας τα προσέξουμε και ας λέμε στον εαυτό μας, κατά πόσο μπορούμε να γινόμαστε καθημερινά μαθηταί της Καινής Διαθήκης.
Κοινωνοί μυστηρίων Χριστού. Είσαστε, λέει, τώρα θα είσαστε εφεξής, παρότι ακόμη δεν βαπτιστήκατε, κοινωνοί των μυστηρίων του Χριστού. Ποίον μυστηρίων; Ποια είναι τα μυστήρια του Χριστού; Είναι πολλά. Ένα θα σας πω, μόνο ένα. Είναι αυτό που λέγαμε προηγουμένως την ώρα των απορίων: Το να γίνεις μέτοχος των παθημάτων του Χριστού. Εκείνου του περίφημου λόγου του Αποστόλου: «Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία,» Κολ. 1, 24 Τι λέτε, ο Απόστολος είχε βαθύνει θεολογικά και πρακτικά, βιωματικά, εις αυτό το μυστήριο του Χριστού; Αναμφισβήτητα, είχε βαθύνει. Είχε πείραν. Αυτή η πείρα τι του προσεπόριζε; Την μακαριότητα, την ευτυχία.
Για να το καταλάβετε αυτό, θα πάρω ένα εξωτερικό στοιχείο. Όταν ο Χριστός πήγαινε –είπα, εξωτερικό στοιχείο– όταν ο Χριστός πήγαινε στον Γολγοθά, κρατούσε τον σταυρό του. Επειδή όμως δεν ήταν δυνατό να τον σηκώσει μόνος του –καθώς ήταν τότε συνήθεια στις σταυρώσεις, ο κατάδικος να τον σηκώνει μόνος του, αυτό ίσχυε για τον κάθε κατάδικο– τότε βρήκαν κάποιον που ερχόταν από την επαρχία, κάποιον Σίμωνα, που η καταγωγή του ήταν από την Κυρήνη της Βορείου Αφρικής. Και λέγει εκεί το εξής στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο –και δεν είναι τυχαίο ότι είναι γραμμένο στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, αλλά ας μην πω περισσότερα.
Αυτόν, λέει, τον αγγάρευσαν να σηκώσει τον Σταυρό του Χριστού. Κοιτάξτε, το «τον αγγάρευσαν» σημαίνει ότι αυτό έγινε παρά τη θέλησή του. Δεν λέει «του ανέθεσαν», ώστε εκείνος, είτε επί χρήμασι είτε απλώς από φιλανθρωπία προς έναν κατάδικο, να σηκώσει τον Σταυρό του και τίποτα άλλο. Τον αγγάρευσαν. Βέβαια, ίσως ο βασικός λόγος που δεν ήθελε ο Σίμων –με το ζόρι τον βάλανε, δηλαδή– ήταν ίσως τούτος: για να φάει το Πάσχα. Όπως και οι Εβραίοι «καὶ αὐτοὶ οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν, ἀλλ᾿ ἵνα φάγωσι τὸ πάσχα.» Ιω. 18, 28 έτσι και ο ταλαίπωρος αυτός θα έλεγε: "Τώρα εγώ, αν κρατήσω τον Σταυρό ενός καταδίκου, θα είμαι μιασμένος, θα είμαι βρώμικος, νομικά βρώμικος. Πώς θα φάω στο πασχαλινό τραπέζι;" Ίσως εκείνο στεναχωρήθηκε ο Σίμων ο Κυρηναίος. Ερωτήσατε γιατί γράφει το όνομά του εκεί ο Μάρκος; Γράφει το όνομά του γιατί αυτός προφανώς έγινε μετά χριστιανός. Αλλιώτικα δεν θα έγραφε το όνομά του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όταν αναφέρεται μετά σε δύο άνδρες, τον Αλέξανδρο και τον Ρούφο, αυτοί είναι τα παιδιά αυτού του ανθρώπου, που είχανε πατέρα τον Σίμωνα. «Καὶ ἀγγαρεύουσιν παράγοντά τινα Σίμωνα Κυρηναῖον, ἐρχόμενον ἀπ᾿ ἀγροῦ, τὸν πατέρα Ἀλεξάνδρου καὶ Ῥούφου, ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.» Μαρκ. 15, 21 που σημαίνει ότι αυτοί έγιναν χριστιανοί. Και επειδή ήσαν Κυρηναίοι –δηλαδή κάτοικοι της Βορείου Αφρικής– είχαν σχέση με την περιοχή, και επειδή ο Μάρκος έγραψε το Ευαγγέλιο για λογαριασμό των χριστιανών της Βορείου Αφρικής –γι' αυτό άλλωστε και ο Άγιος Μάρκος είναι ο προστάτης της Αλεξανδρείας, του θρόνου της Αλεξανδρείας– γι' αυτό αναφέρει τα ονόματα αυτά εκεί μέσα. Να σας το είπα κιόλας. Γι' αυτό αναφέρει τον Ρούφο και τον Αλέξανδρο, οι οποίοι πρέπει να έγιναν απόστολοι αυτοί, καθώς και το όνομα του πατέρα τους, του Σίμωνος. Άρα έγιναν χριστιανοί. Πέστε μου, σας παρακαλώ: Ενώ αγγάρευσαν τον Σίμωνα, μετά ταύτα, ο Σίμων, όταν θα ήταν στη συντροφιά των χριστιανών ή αν έγινε και αυτός ιεραπόστολος, μήπως θα ανέφερε το περιστατικό ότι σήκωσε τον Σταυρό του Χριστού; Να είστε σίγουροι, ασφαλώς ναι! Όπως κι εμείς διηγούμαστε –και μάλιστα φιλοτιμούμαστε και καλακευόμαστε– όταν νομίζουμε ότι μπορούσαμε να είχαμε μετοχή, έστω και πολύ λίγη, σε ένα πολύ σπουδαίο πρόσωπο. Λέγει ο Μέγας Αθανάσιος ότι έχυνε νερό στα χέρια του Αγίου Αντωνίου για να πλυθεί. Και πώς το γράφει αυτό; Με καμάρι! Είχε φήμη ο Άγιος Αντώνιος. Έτσι λοιπόν και ο Σίμων θα έλεγε: "Ξέρετε κύριοι, ξέρετε αγαπητοί μου, σήκωσα τον Σταυρό του Χριστού!". Με καύχημα θα το έλεγε. Και όμως, σήκωσε τον εξωτερικό Σταυρό· δηλαδή, θα λέγαμε, έναν ξύλινο Σταυρό. Πόσο μάλλον τον εσωτερικό Σταυρό, δηλαδή αυτή τη μετοχή στα πάθημα του Χριστού. Παρά ταύτα, ήταν και εκείνο μία μετοχή στον Σταυρό του Χριστού, γιατί σήκωσε ένα βάρος. Έτσι, αγαπητοί μου, είχε μπει μέσα στο μυστήριο του Σταυρού του Χριστού και είχε χαρά· είχε πολλή χαρά.
Όπως και ο Παύλος, σας είπα, βιωματικά- όταν μετέχει των παθημάτων του Χριστού, έχει χαρά. Έτσι εκείνος που μπαίνει μέσα στα μυστήρια, γίνεται δηλαδή μύστης. Αυτό θα πει μπαίνω στα μυστήρια, γίνομαι μύστης, βιωματικός μύστης· τότε βλέπει τον κόσμο αλλιώτικα, εντελώς αλλιώτικα, όσο δεν βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, και είναι έμπλεος χαράς και ευτυχίας, εξάλλου, αυτός ήταν ο σκοπός και του μυστικισμού: να οδηγήσει την ψυχή σε άλλους κόσμους, ανώτερους, υψηλούς, που να ζει μέσα σε μια μακαριότητα.
"νῦν μὲν τῇ κλήσει, μετ’ ὀλίγον δὲ καὶ τῇ χάριτι". Είσαστε κοινωνοί των μυστηρίων του Χριστού και Καινής Διαθήκης μαθηταί. Τώρα λέγει ως προς την κλήση, σε λίγο και ως προς τη χάρη. Γι' αυτό, "ποιήσατε ἑαυτοῖς καρδίαν καινὴν καὶ πνεῦμα καινόν". Γι' αυτόν τον λόγο, καταστήσετε στον εαυτό σας καινούργια καρδιά και καινούργιο πνεύμα. Η καινούργια καρδιά και το καινούργιο πνεύμα είναι τα σημάδια του μαθητού της Καινής Διαθήκης.
Είναι κάποιος κύριος που είναι παρών. Δεν πειράζει, προς τιμήν του είναι αυτό. Αυτό που θα πω, όμως, είναι για πολλούς από εσάς· πρέπει να σας το πω αυτό. Βλέπει, βέβαια, τον εαυτό του ότι είναι αμαρτωλός και έτσι πρέπει να βλέπει. Δεν του το είπα. Τελευταία κάτι μου έλεγε. Δεν του το είπα, αλλά το λέω τώρα δημοσίως, έχει αποκτήσει καρδίαν καινουργία και πνεύμα καινουργιο. Γιατί βλέπει με καινούργιο τρόπο όλα τα πράγματα και αισθάνεται με έναν καινούργιο τρόπο. Είναι, δηλαδή, αυτό που λέμε ότι έχει υποστεί η καρδιά του αλλοίωση. Έχει υποστεί την αλλοίωση η καρδιά του. Σε πάρα πολλούς από εσάς, αγαπητοί μου, έχει αρχίσει αυτή η αλλοίωση. Να είστε σίγουροι. Δεν θα ερχόσαστε εδώ εάν δεν είχε αρχίσει αυτή η αλλοίωση. Για να μην πω σε όλους σας, έχει αρχίσει σε πάρα πολλούς. Δεν είναι ίσως παρά πολύ έκδηλη, αλλά σε μερικούς είναι έκδηλη. Αυτό έχει πάρα πολύ σημασία.
Και αν με ρωτήσετε ποια είναι τα σημάδια του αληθινού χριστιανού, είναι αυτά: η καινούργια καρδιά και το καινούργιο πνεύμα. Να χτυπάει η καρδιά του κατά άλλον τρόπο. Και το πνεύμα του να βλέπει, να αισθάνεται και να αντιλαμβάνεται με καινούργιο τρόπο. Είναι, δηλαδή, η εν Χριστώ νοοτροπία. Λέγει ένας ψαλμικός στίχος –είναι από τον πεντηκοστό ψαλμό: «καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου». Καινούργιο πνεύμα, ίσιο, βάλε μέσα στα έγκατά μου. Όταν αυτά τα έγκατα ανακαινιστούν –δηλαδή ακόμα και αυτό το υποσυνείδητο– αυτά είναι τα έγκατα, όταν αυτά ανακαινιστούν, καταλαβαίνετε, εκεί έχουμε τα σημάδια του καινούργιου ανθρώπου· του νέου ανθρώπου. Δυστυχώς, δεν είναι αυτό πολύ διαδεδομένο. Λίγοι άνθρωποι το έχουν. Λίγοι, πολύ λίγοι. Γι' αυτό λέμε: "Αυτός ο άνθρωπος είναι αναγεννημένος". Αναγεννημένος. Αυτός είναι ο αναγεννημένος άνθρωπος.
Θα ήθελα να κάνω μια έκκληση στην αγάπη σας. Ο σκοπός που ακούμε τον λόγο του Θεού αυτός είναι. Στον οποίο λόγο του Θεού πιστεύω όσο σε τίποτε άλλο, στη δύναμή Του. Πιστεύω πάρα πολύ. Αν δεν πίστευα, δεν θα υπηρετούσα τον λόγο του Θεού. Σας το λέγω αλήθεια. Πιστεύω πολύ ότι είναι φοβερός ο λόγος του Θεού. Ανοίγει τρύπες μέσα στη καρδιά. Κατατιτρώσκει την καρδιά, την καταπληγώνει την καρδιά. Την ρημάζει την καρδιά για να την κάνει καινούργια. Επειδή πιστεύω στη δύναμη του λόγου του Θεού. Σε αυτή τη δύναμη. Γι' αυτό σας λέω να ακούτε λόγο Θεού, αλλά και να αφήνετε την καρδιά σας να πληγώνεται από τον λόγο τον δικό Του.
Έτσι λοιπόν, αγαπητοί μου, θα παρακαλούσα πάρα πολύ την αγάπη σας να το έχετε στον νου σας αυτό το πράγμα: να αφήνετε να επηρεάζεται η καρδιά σας από τον λόγο του Θεού και να αλλοιώνεται η καρδιά σας, για να αποκτήσουμε όλοι καινούργιο πνεύμα, καινούργια καρδιά.
Ξέρετε δε πώς φαίνεται ο αλλοιωμένος άνθρωπος έξω στη ζωή, έξω στον κόσμο; Ακόμα και οι άνθρωποι της αμαρτίας το διακρίνουν αυτό. Το βλέπουν αυτό. Και λέγουν ότι σε αυτόν τον άνθρωπο κάτι έχει γίνει. Αυτό το κάτι που έχει γίνει –και το οποίο αυτοί δεν μπορούν να το ερμηνεύσουν– είναι αυτό που τόση ώρα ερμηνεύουμε και μιλάμε. Και όλα αυτά, λέγει ο Άγιος Κύριλλος, "ὅπως εὐφροσύνη γένηται τοῖς οὐρανοῖς". Για να γίνεται αντικείμενο, υπόθεση και αντικείμενο χαράς των ουρανίων δυνάμεων. Να χαρούν οι άγγελοι. Να χαρούν οι άγιοι. Κοιτάξτε εδώ μια κοινωνία χαράς. Και αιτιολογεί: "Εἰ γὰρ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι χαρὰ γίνεται κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον, «ὅτι οὕτω χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Λουκ. 15, 7 πόσῳ μᾶλλον ἡ τοσούτων σωτηρία ψυχῶν κινήσει πρὸς εὐφροσύνην τοὺς οὐρανίους;" Εάν, λέγει, το Ευαγγέλιο για έναν αμαρτωλό που μετανοεί γίνεται τόση χαρά στους αγγέλους του Θεού, πόσο περισσότερο, όταν έχουμε ολόκληρο σύνολο ανθρώπων, θα γίνει υπόθεση χαράς και ευφροσύνης στους ουρανίους; Ξέρετε πόσο χαίρονται οι άγγελοι, αγαπητοί μου, όταν οι πιστοί ζουν την πνευματική ζωή; Όπως και λυπούνται όταν βλέπουν τους ανθρώπους να στρέφονται εναντίον του Θεού και να ζουν μία ζωή αμαρτίας. Έτσι, πράγματι, γινόμαστε υπόθεση χαράς στις ουράνιες δυνάμεις.
Απόσπασμα από την🔸8η🔸ομιλία στην κατηγορία : "Κατηχήσεις Ἁγίου Κυρίλλου".
†. Την τρίτην Κυριακήν από του Πάσχα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας την αφιερώνει στις θαυμάσιες εκείνες γυναίκες, που υπηρέτησαν κατεξοχήν το μυστήριον της Αναστάσεως του Χριστού. Όπως και σε εκείνους τους θαυμασίους άνδρας που υπηρέτησαν στην ταφή του Κυρίου μας, δηλαδή τον Νικόδημον και τον Ιωσήφ.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε αυτήν την δύσκολη στιγμή, που οι μαθηταί του στενού κύκλου του Κυρίου μας, φοβισμένοι κρύπτονται στο υπερώον με τις πόρτες κατάκλειστες, «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», όπως σημειώνει ο ιερός ευαγγελιστής Ιωάννης, αυτή η μικρή ομάδα των ανδρών και των γυναικών κυριολεκτικά πρωταγωνιστούν στην διακονία και της ταφής και της Αναστάσεως. Αρκεί να σας υπενθυμίσω ότι ο Ιερός Ευαγγελιστής βάζει εκείνη την μετοχή «τολμήσαςὁ Ἰωσήφ». Δηλαδή ετόλμησε. Ήταν άθλος, διότι το πρόσωπο του Κυρίου ήταν φοβερά διαβεβλημένο. Και για να ζητήσει και από τις αρχές και τις εξουσίες το σώμα ενός καταδίκου και περιφρονημένου ήταν, πράγματι, τόλμη.
Έτσι, τα δύο αυτά συνεργεία, οι δύο αυτές ομάδες, των ανδρών και των γυναικών, δίνουν μίαν θαυμασίαν εικόνα συνεργασίας. Οι άνδρες επωμίζονται ό,τι οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πράξουν, όπως η ταφή, η αποκαθήλωσις και, αντίστροφα, οι γυναίκες πράττουν ό,τι δεν μπορούσαν οι άνδρες να πράξουν. Διαβάζουμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή· πρώτα για την ομάδα των ανδρών. Χρησιμοποιώ τον Μάρκον και τον Ιωάννη. Παρεμβάλλω τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή: «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ἦλθεν οὖν καὶ ἦρε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ (:εσήκωσε, το πήρε). Ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος, φέρων μίγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν. Ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ (: το σήκωσε, το πήρε) καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἐν ὀθονίοις (: με σάβανα) μετὰ τῶν ἀρωμάτων». [Ο Μάρκος:] «Καὶ κατέθηκεν αὐτὸν -ο Νικόδημος- ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισεν λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου».
Η ομάδα των γυναικών: «Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου (:όταν πέρασε το Σάββατο)Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; (:Ποιος θα μας αποκυλίσει τον λίθον από το άνοιγμα του μνημείου;)». «Γιατί ήτο», λέγει, «λίθος μέγας σφόδρα».
Δύο ομάδες. Ανδρών και γυναικών. Σε μία συνεργασία. Τίθεται ένα τεράστιο θέμα. Γιατί τεράστιο, θα λέγαμε, το έκανε η εποχή μας. Το ποια είναι η θέσις της γυναικός κοντά στον άνδρα. Θα το επαναλάβω: ποια είναι η θέσις της γυναικός κοντά εις τον άνδρα. Είναι γνωστό ότι αυτός ο επικρατών αρνητικός φεμινισμός έκανε να ξεστρατίσει η χριστιανή γυναίκα από τη σωστή της θέση και την έβγαλε δυστυχώς εις το πεζοδρόμιον. Γιατί περί πεζοδρομίου πρόκειται: Αντίπαλον και αντίδικον του ανδρός και των δικαιωμάτων του.
Πρέπει, λοιπόν, αγαπητοί μου, να ξαναγυρίσομε να δούμε ποια είναι η σωστή θέσις της χριστιανής γυναικός, όπως την θέλει το Ευαγγέλιον. Βέβαια αυτά που θα πούμε ίσως θα θεωρηθούν ως μεσαιωνισμοί, ως αναχρονισμοί, όπως συνήθως μας κατηγορούν, όταν αναφερόμεθα σε εκείνο που πρέπει να πούμε. Διότι μην ξεχνάτε ότι οι παραστρατημένοι και οι εκκοσμικευμένοι Χριστιανοί μας, έτσι μιλούν. Ότι εκείνα τα οποία λέμε είναι μεσαιωνισμοί, δηλαδή πράγματα παρωχημένων εποχών. Όχι. Είναι η θέσις του Ευαγγελίου. Όπως ηρμήνευσαν τις θέσεις αυτές οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως θα δείτε. Μη, λοιπόν, κανείς τρέξει και πει ότι αυτά ανήκουν σε μία άλλη εποχή. Το ευαγγέλιον δεν παλιώνει. «Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας».
Για να δούμε λοιπόν. Στην δημιουργία του ανθρώπου πρώτος δημιουργείται ο άνδρας. Κατόπιν η γυναίκα. Γιατί και ο άνδρας είναι άνθρωπος και η γυναίκα είναι άνθρωπος. Η δημιουργία της γυναικός είναι γνωστό ότι έγινε από την πλευρά του Αδάμ. Αυτό λέει πολλά. Σημαίνει ότι η γυναίκα δεν μπορεί να είναι υποπόδιον των ποδών του ανδρός, διότι ο Θεός δεν πήρε μέρος από τα πόδια του ανδρός. Ούτε ακόμα μπορεί να είναι κεφαλή του ανδρός, διότι δεν πήρε ο Θεός μέρος από την κεφαλή του ανδρός, του Αδάμ. Όπως από το κεφάλι του Διός -μυθολογούντες οι Έλληνες- βγήκε η Αθηνά. Αλλά ο Θεός εδημιούργησε την γυναίκα παίρνοντας μέρος από την πλευρά του Αδάμ· που δείχνει ότι αυτός ο δεύτερος άνθρωπος, η γυναίκα, είναι πλάι στον άνδρα και συνεπώς είναι βοηθός και συνεργάτης του ανδρός. Ούτε πιο ψηλά, ούτε πιο χαμηλά. Υπάρχει μια ισότητα. Όταν υπάρχει, δηλαδή, όταν γίνεται αυτή η λήψις από πλάι του ανδρός. Σημαίνει λοιπόν ακόμα ότι αφού παίρνει ο Θεός από τον Αδάμ και φτιάχνει τη γυναίκα, ότι η γυναίκα είναι άνθρωπος. Το υπογραμμίζω. Όταν λέμε «άνθρωπο» πρέπει να διασαφήσομε το φύλο. Τι; Άνδρας ή γυναίκα; Λοιπόν, η γυναίκα είναι άνθρωπος. Δεν είναι res, πράγμα, που έλεγαν οι Λατίνοι. Διότι ο Θεός είπε: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον… ποιήσωμεν αὐτῷ…(τίνιαὐτῷ; Τῷ Ἀδὰμ) βοηθὸν κατ’ αὐτόν». Αυτό το «κατ’ αὐτόν» σημαίνει «όμοιόν του». Ό,τι είναι δηλαδή ο Αδάμ, θα είναι και η Εύα, το ίδιο πράγμα· που σημαίνει ότι η Εύα είναι άνθρωπος.
Έτσι, στη δημιουργία νέων ανθρώπων, δηλαδή του τρίτου ανθρώπου, ο Αδάμ, η Εύα είναι τα δύο πρώτα πρόσωπα, οι δύο πρώτοι άνθρωποι, στη δημιουργία του τρίτου ανθρώπου, του Κάιν, του Άβελ, των παρακάτω, ο άνδρας προέρχεται δια της γυναικός και η γυναίκα προέρχεται εκ του ανδρός. Βλέπει κανείς μία στενοτάτη σχέση.
Αλλά ακόμη παρατηρούμε ότι στο έργον της σωτηρίας, στην Καινή πια Διαθήκη, υπάρχει μία ισότης ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα. Ο Χριστός εκάλεσε και άνδρες και γυναίκες για να σωθούν εξίσου. Καλεί, επί παραδείγματι, τον Ζακχαίο, και θα δειπνήσει, λέει, στο σπίτι του. Αλλά εξίσου σώζει καιτην πόρνη που του πλένει με τα δάκρυά της και τα αρώματά της τα πόδια Του.
Κάνει, πάντως, πολλή εντύπωση ότι γυναίκες πρώτες δέχονται το μήνυμα της Αναστάσεως του Χριστού. Όχι οι μαθηταί. Γυναίκες. Όχι άνδρες· γυναίκες. Προφανώς για να διορθώσει εδώ ο Κύριος την προπετή συμπεριφορά της Εύας. Γιατί έσπευσε να κάνει κάτι ερήμην του ανδρός. Προσέξτε, ερήμην του ανδρός. Ο Αδάμ δεν ήτο την ώρα που εδέχτηκε τον πειρασμόν η Εύα. Μην το ξεχνούμε αυτό. Στην ίδια περίπτωση ακόμη, όπως γυναίκες δέχονται το μήνυμα πρώτες της Αναστάσεως, πρώτη άποικος της Βασιλείας του Θεού είναι γυναίκα. Είναι η Θεοτόκος. Δηλαδή ο πρώτος «καινός», καινούριος άνθρωπος, ο πρώτος ουρανοπολίτης, ο οποίος ουρανοπολίτης είναι πλήρης άνθρωπος, με την ανθρωπίνη ολόκληρη φύση -και την ψυχή και το σώμα, γιατί όλοι οι άλλοι είναι ακόμη εις τον Παράδεισον οι άγιοι, ως ψυχές, η Θεοτόκος είναι πλήρης άνθρωπος, με το σωματικό της στοιχείο. Είναι ο πρώτος άποικος στην Βασιλεία του Θεού. Δεν λέγω τον Χριστόν. Γιατί ο Χριστός είναι βεβαίως Εκείνος ο πρώτος άποικος. Αλλά ο Χριστός είναι και Θεός και άνθρωπος. Ενώ η Θεοτόκος είναι μόνον άνθρωπος. Έτσι, στην Βασιλεία του Θεού, μετά την ανάστασιν την κοινήν που θα γίνει σε όλους, δενθα υπάρχουν διαφορές φύλων, ανδρός και γυναικός, γιατί δεν θα υπάρχει ο γάμος. Αλλά θα είναι, όπως λέγει ο Κύριος, «ὡς ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ». Όταν λέει «ὡς ἄγγελοι» δεν σημαίνει άυλοι. Σημαίνει θα έχουν την σωματική τους υπόσταση, την σωματική τους ουσία, αλλά δεν θα υπάρχει ο γάμος. Μία ισότης, μία ισότης που δεν το χωράει το μυαλό μας.
Αυτή, αγαπητοί μου, είναι η θέσις της γυναικός έναντι του ανδρός, τόσο στην πρώτη δημιουργία, όσο και εις την δευτέραν αναδημιουργία, την ἐν Χριστῷ. Όπως δηλαδή η Εύα πριν αμαρτήσει και όπως αποκαθίσταται πια η γυναίκα εις την Καινήν Διαθήκην. Αυτή είναι η θέση της. Αλλά όμως… υπάρχει ένα «αλλά». Αυτό προσέξατέ το. Αν, θα λέγαμε, στην ιστορία του ανθρώπου, παρετηρήθη μία διαφοροποίησις ανάμεσα στα φύλα, ανδρός-γυναικός, αυτό δεν οφείλεται στην κατασκευή του ανθρώπου. Δεν είναι, δηλαδή, στα κατασκευαστικά δεδομένα, αλλά στην προαίρεση του ανθρώπου. Δηλαδή στην περιπέτεια της ελευθερίας του ανθρώπου. Διότι η Εύα προέτρεξε, στάθηκε προπετής, δηλαδή έπεσε μπροστά, αυτό θα πει «προπετής» και «προπέτεια», όταν πέφτω μπροστά, εκεί που ακόμη δεν έφθασαν τα πόδια μου, και πέφτω μπροστά, στάθηκε προπετής με την δική της προαίρεση. Συνεπώς όλη η περιπέτεια είναι η περιπέτεια της ελευθερίας. Η γυναίκα δηλαδή, όπως βλέπομε, παρέβη την εντολήν του Θεού. Από τότε αρχίζει η διαφοροποίησις των φύλων. Ποια είναι η ιστορία της διαφοροποιήσεως των φύλων; Θα επαναλάβω για τρίτη φορά: Όχι σαν ένα κατασκευαστικό δεδομένο. Αλλά σαν ένα αποτέλεσμα της ελευθερίας των ανθρώπων.
Και το βλέπομε ως εξής: Είναι γνωστό ότι η προπέτειά της εγέννησε μέσα στην ψυχή της την επιθυμία της ισοθεΐας. Να γίνει Θεός. Έτσι δεν της υπέβαλε ο σατανάς; Και όπως σημειώνει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι «ἡ Εὔα τῇ ἐλπίδι τῆς ἰσοθεΐας φυσηθεῖσα, μεγάλα ἦν λοιπόν φανταζομένη». «Υπερηφανευθείσα», λέγει, «από την ισοθεΐαν φαντάστηκε σπουδαία πράγματα». Και όλα αυτά γιατί της έλειπε η ωριμότης της διακρίσεως. Γι'αυτό εξάλλου ο Θεόςδεν επέτρεψε την βρώσιν του καρπού της γνώσεως καλού και κακού. Σημειώσατε ότι οι πρωτόπλαστοι θα έτρωγαν και από τον καρπόν της γνώσεως του καλού και του κακού. Όταν θα έφθαναν σε μία ωριμότητα. Ένα μικρό παιδί, αν του δώσετε στα χέρια του ένα κουτί σπίρτα, θα σας βάλει φωτιά στο σπίτι. Όχι πως τα σπίρτα καθ’ εαυτά είναι κακά. Αλλά δεν έχει ωριμότητα το παιδί. Το παράδειγμα, όχι βεβαίως με τα σπίρτα, αλλά σαν σχήμα, το χρησιμοποιεί ο άγιος Θεόφιλος Αντιοχείας. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ήταν ανώριμοι κι ο Αδάμ και η Εύα. Έπρεπε να ωριμάσουν. Έσπευσαν, λοιπόν, να κάνουν χρήση πραγμάτων, ενώ ακόμη δεν είχαν ωριμάσει. Άρα τους έλειπε η διάκρισις.
Και ακόμη, θα λέγαμε, ότι η διάκριση θα έδιδε στην Εύα –αυτό προσέξτε- «τὴν γνῶσιν τῶν οἰκείων της ὅρων». Η φράσις είναι του Ιερού Χρυσοστόμου. Μια παρομοία υπάρχει και στον άγιο Γρηγόριον τον Θεολόγον. Δεν έμαθε, δεν ξεχώρισε τα δικά της όρια, την δική της περιοχή, τις δικαιοδοσίες της. Δεν μπόρεσε αυτό να το δει: «Άλλος είναι ο Θεός, άλλο είμαι εγώ ο άνθρωπος. Πώς λοιπόν προχωρώ σε χωράφια άλλα;».Της έλειπε η διάκριση. Όμως, όπως λέγει εδώ ο Ιερός Χρυσόστομος: «οὐκ ἀνασχομένη μεῖναι ἐπὶ τῶν οἰκείων ὅρων». Μάλιστα όπως τα λέγω τώρα, θα θυμόσαστε και θα αντιπαραβάλετε την σύγχρονη γυναίκα. «Δεν ηνείχετο», λέγει, «η Εύα να μείνει στα δικά της τα όρια και εις τους δικούς της τους όρους. ‘’Είμαι εγώ αυτό. Δεν πρέπει να υπερβώ αυτό που είμαι’’. Γι'αυτό και η τιμωρία που επιφέρει σ΄αυτήν ο Θεός μετά την παράβαση, είναι το αντίθετον της προπετείας της, σαν το κατάλληλο φάρμακο για να θεραπευθεί η γυναίκα, η Εύα. Ποιο; Η υποταγή της εις τον άνδρα». Δηλαδή, «επήγες να πετύχεις κάτι περισσότερο απ’ αυτό που είσαι. Ε, λοιπόν θα υποταχθείς τώρα υπό τον άνδρα».
Γι'αυτό λέγει ο Θεός στην Εύα: «Καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου –λέει η Παλαιά Διαθήκη- ἡ ἀποστροφή σου καὶ αὐτός σου κυριεύσει». «Προς τον άνδρα σου», λέει, «θα είναι η αποστροφή σου». Δηλαδή, όπως λέγει, η έννοια της αποστροφής δηλαδή θα πει: «η εξάρτησή σου». Μάλιστα ο Ηρόδοτος την λέξη «ἀποστροφή»την εννοεί ως «καταφύγιον»… Δηλαδή «ο άνδρας θα είναι το καταφύγιό σου, θα είναι η εξάρτησή σου. Και αυτός θα σε κυριεύσει». Προσέξτε αυτό: «Θα σε κυριεύσει ο άνδρας». Έτσι, λοιπόν, έχομε μίαν εξάρτηση, θα λέγαμε, από τον άνδρα, τόσο βιολογική, διότι η γυναίκα δεν μπορεί να κάνει παιδιά χωρίς τον άνδρα, όσο και ψυχολογική· γιατί η γυναίκα αισθάνεται ένα αίσθημα ασφαλείας, όταν είναι ο άνδρας κοντά της.
Στην αρχή ο Θεός, ευλογώντας, αγαπητοί μου, τους πρωτοπλάστους, και τους δύο, τον Αδάμ και την Εύα,τους είπε να κατακυριεύσουν την Δημιουργία. Όχι να κυριεύσουν. Να κατακυριεύσουν. Ήτοι, να γίνουν κατεξουσιασταί. Τώρα, η γυναίκα αμαρτάνει. Και λαμβάνει την τιμωρία της ο άνδρας να κυριεύσει και την γυναίκα. Χάνει το κυριαρχικόν στοιχείον η γυναίκα. Το ‘χασε. Ήταν η τιμωρία της αυτό. Γι'αυτό λέγει ο Θεός δια στόματος, θα λέγαμε, Ιερού Χρυσοστόμου, θα λέγαμε, ερμηνεύει ο Ιερός Χρυσόστομος, ως να ομιλεί ο Θεός: «Ἐγὼ μὲν ἐξ ἀρχῆς ὁμότιμόν σε ἐδημιούργησα…» και λοιπά -σας διαβάζω τη μετάφραση κατευθείαν, γιατί πέρασε η ώρα- «Εγώ, όμως, από την αρχή», λέγει, «σε εδημιούργησα με την ίδια τιμή και αξία με τον άνδρα. Και θέλησα και σε όλα τα δικά του να έχεις μετοχή. Και όπως τον άνδρα, έτσι και σε σένα, σου έδωσα στο χέρι και στην εξουσία σου τα πάντα. Επειδή, όμως, δεν έκανες καλή χρήση αυτής σου της ομοτιμίας και της ισότητος, γι' αυτό σε υποτάσσω στην εξουσία του ανδρός. Και επειδή δεν έμαθες να εξουσιάζεις, μάθε τώρα να είσαι κάτω από την εξουσία του ανδρός, παρά να απολαμβάνεις την άνεση και την εξουσία που θα σε οδηγήσει στην καταστροφή, που θα σε φέρει», λέει, «κατά κρημνόν, στους γκρεμούς, στην καταστροφή».
Με αυτήν, λοιπόν, την έννοια, έρχεται τώρα ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου, να γράψει στους Εφεσίους και στην Α΄ προς Τιμόθεον επιστολή του: «Ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα». Το «ἵνα φοβῆται» δεν σημαίνει «να σέβεται». Ό,τι λέγειη λέξις. «Ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα». Όπως εφοβήθηκε ο Αδάμ τον Θεό, όταν ήρθε στον Παράδεισο την ημέρα της πτώσεως. Έτσι οφείλει η γυναίκα να φοβείται τον άνδρα. Σας είπα, υπάρχει κίνδυνος να παρεξηγηθώ. Αλλά εγώ ερμηνεύω ορθά.
Και λέγει στη συνέχεια: «Γυνὴ ἐν ἡσυχίᾳ μανθανέτω ἐν πάσῃ ὑποταγῇ», λέγει στον Τιμόθεο ο απόστολος Παύλος. «Να μάθει η γυναίκα να είναι ἐν ἡσυχίᾳ, ήσυχα, ἐν πάσῃ ὑποταγῇ, με κάθε υποταγή». «Γυναικὶ δὲ οὐκ ἐπιτρέπω αὐθεντεῖν ἀνδρός(:δεν επιτρέπω εις την γυναίκα να αυθεντεί, να είναι η κεφαλή του ανδρός-σήμερα ο άνδρας τρώει καρπαζιές από την γυναίκα), ἀλλ’ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ(:αλλά να ευρίσκεται σε κατάσταση ησυχίας). Ἀδὰμ γὰρ πρῶτος ἐπλάσθη, εἶτα Εὔα(: πρώτα έγινε ο Αδάμ, μετά η Εύα. Αν το θέλεις, μάθε το αυτό, γυναίκα)· Ἀδὰμ οὐκ ἠπατήθη, ἡ δὲ γυνὴ ἀπατηθεῖσα ἐν παραβάσει γέγονε (:ο Αδάμ δεν απατήθηκε. Εσύ, η γυναίκα, απατήθηκες)». «Αφού απατήθηκες, σημαίνει δεν είσαι ικανή να κρατήσεις εξουσίαν». Το ακούσατε; Δεν είσαι ικανή να κρατήσεις αρχήν.
Σαφώς, λοιπόν, βλέπομε, αγαπητοί, ότι στον Χριστιανισμό δεν έχομε ισότητα φύλων για τον λόγο που είδαμε. Έχομε όμως –προσέξτε- ισότητα προσώπων. Δεν έχομε ισότητα φύλων, το ξαναλέγω. Ο Θεός έτσι δεν εργάστηκε από την αρχή. Η γυναίκα έφταιξε. Και ο άνδρας έφταιξε. Συνεπώς δεν έχομε ισότητα φύλων. Έχομε, όμως, ισότητα προσώπων. Γι'αυτό λέγει ο απόστολος Παύλος: «Οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». «Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα».Σε τι; Στο θέμα της σωτηρίας. Στο θέμα της σωτηρίας του προσώπου.
Αυτά όλα, αγαπητοί μου, ως εξής μας τα λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, που λυπούμαι, δεν έχω πολύ χρόνο, να δείτε πώς τα τοποθετεί: «Ἀρχὴ δευτέρα ἐστὶν ἡ γυνή (:Ο άνδρας είναι η πρώτη αρχή. Η γυναίκα -λέει- είναι η δευτέρα αρχή). Μήτε οὖν αὕτη τὴν ἰσοτιμίαν ἀπαιτείτω (: Και συνεπώς, σαν δευτέρα αρχή, η γυναίκα, να μην απαιτεί την ισοτιμία και την ισότητα)· ὑπὸ γὰρ τὴν κεφαλήν ἐστι (:γιατί είναι κάτω από την κεφαλήν)· μήτε ἐκεῖνος ὡς ὑποτεταγμένης καταφρονείτω (:ούτε ο άνδρας να περιφρονεί και να καταφρονεί την γυναίκα, επειδή υποτάσσεται εις αυτόν)· σῶμα γάρ ἐστιν κἂν καταφρονῇ τοῦ σώματος ἡ κεφαλὴ καὶ αὐτὴ προσαπολεῖται (: διότι κεφαλή και σώμα είναι ένα σώμα. Αν, λοιπόν, η κεφαλή υποτιμά το σώμα, θα καταστραφεί μαζί με το σώμα και η κεφαλή· δηλαδή ο άνδρας),ἀλλ’ ἀντίρροπον τῆς ὑπακοῆς εἰσαγαγέτω τὴν ἀγάπην(:το αντίρροπον της υπακοής είναι η αγάπη. Αυτήν να εισαγάγει).Ὥσπερ ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ σῶμα. Οὐδὲν ταύτης ἄμεινον τῆς συζυγίας (: τίποτε καλύτερο δεν υπάρχει από μια τέτοια συζυγία)». Η υπακοή, δηλαδή, της γυναικός στον άνδρα.
Καὶ πῶς ἂν γένοιτο ἀγάπη, φησί, φόβου ὄντος;(:Θα πει κάποιος: ‘’Και πώς είναι δυνατόν να υπάρξει αγάπη, όταν υπάρχει ο φόβος;’’). Μάλιστα τότε ἂν γένοιτο (: Ακριβώς τότε διασώζεται η αγάπη· όταν υπάρχει ο φόβος. Ακούστε: Όταν υπάρχει ο φόβος, διασώζεται η αγάπη. Εγώ αγαπούσα την μάνα μου και τον πατέρα μου, γιατί φοβόμουνα την μάνα μου και τον πατέρα μου. Σήμερα το κάναμε αντιθετικά. Δεν έχω χρόνο πιο πολύ να σας τα αναλύσω). Ἡ γὰρ φοβουμένη καὶ ἀγαπᾷ (:διότι η γυναίκα και φοβουμένη και αγαπά. Και αγαπά γιατί φοβείται)· ἡ ἀγαπῶσα φοβεῖται ὡς κεφαλή καὶ ἀγαπᾷ ὡς μέλος – Να το μυστικό: Φοβείται την κεφαλήν, αλλά αγαπάει την κεφαλήν, γιατί είναι μέλος του σώματος. Και συνεπώς, αγάπη και φόβος δεν είναι αντιφατικά, δεν είναι σε μια αντιδικία. Αντιθέτως, είναι σε μια αρμονία. Η γυναίκα, λέει, πρέπει να αγαπά και να φοβείται τον άνδρα σαν κεφαλή, όπως τον αγαπά σαν μέλος, επειδή είναι η κεφαλή και αυτή είναι μέλος του όλου σώματος-. Διὰ τοῦτο τὴν μὲν ὑπέταξε, τὸν δὲ ἐπέθηκεν, ἵνα εἰρήνη ᾖ (: Γι’ αυτόν τον λόγο ο Θεός την μεν γυναίκα έθεσε σε υποταγή, τον δε άνδρα σε αρχηγό, για να υπάρχει ειρήνη)».
Και λέει εκείνο το επιγραμματικό:«Ἔνθα γὰρ ἰσοτιμία, εἰρήνη οὐκ ἂν ποτέ γένοιτο, οὐδὲ δημοκρατουμένης οἰκίας, οὐδὲ πάντων ἀρχόντων, ἀλλ’ ἀνάγκη μίαν εἶναι τὴν ἀρχήν -Ακούστε αυτό: «Γιατί όπου υπάρχει ισότητα, δεν είναι δυνατόν ποτέ να υπάρξει ειρήνη και σχέσεις ειρηνικές. Ούτε μπορεί να σταθεί ένα σπιτικό με δημοκρατική διακυβέρνηση -η λέξις είναι του Ιερού Χρυσοστόμου-. Ούτε όλοι να κάνουν τον αρχηγό. Αλλά υπάρχει ανάγκη, μία να είναι η αρχή, ένας ο αρχηγός. Ρύθμιζε την γυναίκα και ούτω συγκροτείται η οικία. Δηλαδή, συ, ο άνδρας, είσαι εκείνος ο οποίος θα δώσει σωστή θέση στη γυναίκα κι έτσι φτιάχνεται ωραίο το σπιτικό σου» -. Δευτέρα ἐστὶν ἀρχὴ αὕτη, ἀρχὴν ἔχουσα καὶ πολλὴν τὴν ὁμοτιμίαν· ἀλλ’ ὅμως ἔχει τι πλέον ὁ ἀνήρ (: Η γυναίκα είναι δευτέρα αρχή. Αφού πρώτη είναι ο άνδρας. Και η ίδια μέσα στο σπίτι έχει εξουσία και πολλή ισότητα· αλλά, όμως, ο άνδρας έχει κάτι περισσότερο)».
Αγαπητοί μου, είδαμε ποια είναι η θέσις της γυναικός προ της πτώσεως και ποια μετά την πτώσιν. Είδαμε ακόμα, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, την συνεργασία αυτών των δύο ομάδων, ανδρών και γυναικών, που υπηρέτησαν στην Ταφή και στην Ανάσταση του Χριστού. Δηλαδή πρέπει άνδρας και γυναίκα να γνωρίζουν τους οικείους των όρους. Για να υπάρχει ειρήνη και σωτηρία. Ο φεμινισμός, αυτό το δαιμονικόν φαινόμενον, το δαιμονικόν κατασκεύασμα της εποχής μας, προσπαθεί να καταργήσει ό,τι ο Θεός έχει οριοθετήσει, γι'αυτό και η γυναίκα, φυσικά μαζί της και ο άνδρας, φέρονται κατά κρημνόν.Ντύνει ο Θεός με την πτώσιν τον άνθρωπο, γδύνεται ο άνθρωπος με τον γυμνισμό. Οριοθετεί ο Θεός τον άνδρα και την γυναίκα, ποδοπατεί τους φράχτες ο άνδρας και η γυναίκα. Πώς, λοιπόν, πέστε μου, είναι δυνατόν να υπάρξει αληθινή ισότης και ειρήνη και σωτηρία; Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, ας έχομε πάντοτε σαν οδηγό μας τον ευαγγελικό νόμο και όχι τα φιλοσοφικά συμπεράσματα των ανθρώπων ή τα κοινωνικά, κοινωνιστικά και τότε μέσα στα πολλά μονοπάτια αυτού του ταλαιπώρου ορθολογισμού μας, θα βρίσκομε τον σωστόν προσανατολισμό, εκείνον που δίνει νόημα και διασώζει την ανθρώπινη ύπαρξη.
🔸394η🔸ομιλία στην κατηγορία : " Ὁμιλίαι Κυριακῶν ".
†. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου, είναι μία τιμητική αναφορά στα πρόσωπα εκείνα που διηκόνησαν εις την ταφήν του Κυρίου μας. Γι'αυτό και η Κυριακή αυτή, δηλαδή η μετά του Θωμά ή η τρίτη Κυριακή από του Πάσχα, λογαριασμένου του Πάσχα ως πρώτη Κυριακή, ονομάζεται «Κυριακή των Μυροφόρων». Είναι αφιερωμένη εις τα πρόσωπα, σας είπα, τιμητικώς, εκείνα, που διηκόνησαν εις την ταφήν του Κυρίου. Και αυτά είναι ο ευσχήμων Ιωσήφ -βουλευτής ήτο από Αριμαθαίας, «εὐσχήμων» θα πει «άνθρωπος αξιοσέβαστος»- ακόμη ο πλούσιος Νικόδημος, που στάθηκε βοηθός του Ιωσήφ εις την ταφήν του Κυρίου και πολλές γυναίκες, οι οποίες είχαν φέρει μύρα, γι'αυτό ακριβώς και λέγονται Μυροφόρες. Ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, ήταν η Μαρία, η μητέρα του Ιακώβου, η Σαλώμη, η Ιωάννα και πολλές ακόμη.
Αλλά ας δούμε πώς μας το διηγείται το γεγονός αυτό ο ευαγγελιστής Μάρκος, από την σημερινήν ευαγγελική περικοπή. Θα σας πω το ιερόν κείμενο σε μετάφραση: «Ήταν ημέρα Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου. Όταν σουρούπωσε, ήλθε ο Ιωσήφ, σεβαστό μέλος του Συνεδρίου και που κατήγετο από την Αριμαθαία, που κι αυτός ανέμενε την Βασιλείαν του Θεού. Αυτός ετόλμησε και πήγε στον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος απόρησε για τον τόσο σύντομο θάνατο του Ιησού. Και αφού κάλεσε τον εκατόνταρχο, ερώτησε αν ο Ιησούς από ώρα είχε πεθάνει. Και όταν βεβαιώθηκε από τον εκατόνταρχον, εδώρισε στον Ιωσήφ το νεκρό σώμα του Ιησού. Κι εκείνος, αφού αγόρασε ένα σεντόνι και κατέβασε τον Ιησούν από τον Σταυρό, τον ετύλιξε με το σεντόνι και τον τοποθέτησε σε μνημείο που είχε λαξευθεί στον βράχο. Κατόπιν κύλισε μία ταφόπετρα και έκλεισε το άνοιγμα του μνημείου. Η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, η μητέρα του Ιωσήφ, παρακολουθούσαν πού Τον ετοποθέτησαν. Και όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα για να πάνε να αλείψουν το σώμα του Ιησού. Και πολύ πρωί την Κυριακήν, μόλις ανέτειλε ο ήλιος, ήλθαν στο μνημείο» κ.λπ. κ.λπ.
Σας είπα ένα κύριο τμήμα της όλη ευαγγελικής περικοπής. Θα θέλαμε να μείνομε, απ’ αυτό που σας διάβασα, σε ένα σημείον, το οποίον εντυπωσιάζει· και το οποίον είναι πάρα πολύ χρήσιμο για μας. Σας διαβάζω το κείμενο: «Ἐλθὼν ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ». «Ήλθε ο Ιωσήφ, που κατήγετο από την Αριμαθαία, ευσχήμων, αξιοσέβαστος βουλευτής, και αφού ετόλμησε, πήγε στον Πιλάτο και εζήτησε το σώμα του Ιησού».
Γιατί άραγε ο ευαγγελιστής Μάρκος, αγαπητοί μου, έγραψε εκείνο το «τολμήσας»,«αφού ετόλμησε»; Για να κατανοήσομε αυτό το ρήμα, ότι τόλμησε ο Ιωσήφ να πάει εις τον Πιλάτον να ζητήσει το νεκρό σώμα του Ιησού, αρκεί να δούμε το κλίμα, θα λέγαμε, των ημερών εκείνων, πόσο φορτισμένο ήτο. Μπορεί ο λαός να αγαπούσε τον Ιησούν, αλλά οι άρχοντες τον φθονούσαν και τον μισούσαν θανασίμως. Αν κάποιος έδειχνε μιαν εύνοιαν εις τον Ιησούν, ο οποίος ήδη είχε καταδικαστεί με την κατηγορίαν ότι ήτο πλάνος και βλάσφημος -δεν έλεγε, κατά τους ισχυρισμούς των αρχόντων, ότι είναι ο κατεξοχήν Υιός του Θεού; Συνεπώς προσέβαλε την πατρώαν θρησκείαν και εξομοίωνε τον εαυτόν του με τον Θεόν. Πού να εγνώριζαν οι ταλαίπωροι ότι ακριβώς Αυτός ο Θεός που τους μιλούσε στην Παλαιά Διαθήκη, Αυτός ήτο!
Αλλά και ακόμη διότι ο Ιησούς εστρέφετο κατά των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, όπως τον είχαν κατηγορήσει οι άρχοντες, με το να λέγει ότι είναι βασιλιάς. Και λέγαν οι κατήγοροί του: «Εκείνος που λέγει ότι είναι βασιλιάς, αντιλέγει εις τον Καίσαρα». Δηλαδή έρχεται με επαναστατική διάθεση εναντίον του αυτοκράτορος της Ρώμης, αφού βέβαια η Παλαιστίνη ήτο κάτω από την ρωμαϊκή κατοχή. Αυτά όλα, τα δύο εγκλήματα, κατά της πατρώας θρησκείας και κατά του αυτοκράτορος, εθεωρούντο πολύ σημαντικά και συνεπώς εκείνος ο οποίος θα ζητούσε, έστω και το νεκρό ακόμη σώμα του Ιησού, έριπτε τον εαυτό του σε έναν κίνδυνο άνευ προηγουμένου. Μάλιστα να πάει εις τον Πιλάτον και να ζητήσει ο Ιωσήφ και μάλιστα ο άνθρωπος που ήτο σημαντικής θέσεως, ήτο μέλος του Συνεδρίου, δηλαδή του ανωτάτου δικαστηρίου των Εβραίων. Δεν ήτο μικρής σημασίας αυτό. Για να καταλάβομε τι θα πει ότι ετόλμησε ο άνθρωπος αυτός, ο Ιωσήφ, να πάει να ζητήσει από τον Πιλάτο το νεκρό σώμα του Κυρίου.
Αλλά και οι γυναίκες δεν βρέθηκαν σε λιγότερο κίνδυνο, δείχνοντας την συμπάθειά τους προς τον Κύριο. Αρκεί να σας θυμίσω μια φράση του Ματθαίου, που λέει ότι όταν εσταυρώθη ο Ιησούς, «ἦσαν δὲ ἐκεῖ καὶ γυναῖκες πολλαὶ ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι». Έβλεπαν από μακριά. Κοντά εις τον Σταυρόν μόνο δύο πρόσωπα πήγαν. Η Θεοτόκος και ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Οι άλλοι μαθηταί είχαν εξαφανιστεί. Ούτε καν από μακριά δεν ήσαν. Οι δε γυναίκες αυτές ήσαν μακριά. Γιατί; Σας είπα. Ήταν τόλμη να πλησιάσεις κάποιον που ήδη ήταν στη δυσμένεια των αρχόντων και ας πούμε, για μια στιγμή, και του λαού.
Αυτές οι γυναίκες όταν απεφάσισαν να επισκεφθούν το μνημείον, βεβαίως αγνοούσαν ότι το μνημείον εφρουρείτο από Ρωμαίους στρατιώτες και είχαν πάει πολύ πρωί, ακριβώς για να αποφύγουν τα μάτια των πολλών. Να μην τις δουν. Ήθελαν, αλλά εφοβούντο για μια στιγμή, να μην τις δουν.
Κάτω, λοιπόν, από αυτές τις συνθήκες, επαναλαμβάνω, έγραψε ο Ευαγγελιστής Μάρκος το ρήμα «τολμώ». Ότι ετόλμησαν. Αυτή, όμως, η τόλμη είναι σπουδαία. Και συνεπώς είναι ζητητέα. Δηλαδή πρέπει να την αναζητήσομε και για τον εαυτόν μας.
Τι είναι η τόλμη; Τόλμη είναι το θάρρος, είναι η αφοβία, είναι το ρίψιμο εις τον κίνδυνον. Και αν μεν η τόλμη είναι επί αγαθών πραγμάτων, τότε είναι αξιοθαύμαστη και αξιέπαινη. Αν, όμως, η τόλμη αυτή είναι επί κακών πραγμάτων, τότε είναι άμυαλη και συνεπώς κατακριτέα. Πολύ θα επιθυμούσα να προσέξομε και τις δύο αυτές θέσεις της τόλμης. Την κακήν τόλμην και την καλήν τόλμην. Για να έχομε, όμως, μία καλή εικόνα και από τις δυο, ας δούμε πρώτα την ασύνετη εκείνη τόλμη, να την δούμε λίγο κοντά, όπως τουλάχιστον η Αγία Γραφή μάς την παρουσιάζει.
Άμυαλα τολμηρός, άμυαλα τολμηρός στάθηκε ο Αδάμ και η Εύα. Ήτο πραγματικά μία ανόητη τόλμη, να φύγουν από την υπακοή του Θεού και να βρεθούν εις την παράταξη του σατανά και να τηρήσουν την εντολή του σατανά και όχι την εντολή του Θεού. Αυτό βέβαια, επειδή ήταν μία τόλμη άμυαλη, ανόητη, εγκληματική, γι'αυτό και εκόστισε πάρα πολύ εις τον Αδάμ και την Εύα, τους πρωτοπλάστους, με τις γνωστές συνέπειες, προπαντός με την συνέπεια του θανάτου· και του πνευματικού και του λεγομένου «βιολογικού θανάτου». Αυτή η τόλμη τους στάθηκε, θα λέγαμε, ταυτόσημη με την θρασύτητα, την αναίδεια και την προπέτεια. Και μια απερίσκεπτη και αλόγιστη τόλμη, λογαριάζεται σαν μία αυτοκτονία. Πράγματι οι πρωτόπλαστοι σαν να ηυτοκτόνησαν. Η «Σοφία Σειράχ» μας ειδοποιεί και μας λέγει: «Μετὰ τολμηροῦ μὴ πορεύου ἐν ὁδῷ, ἵνα μὴ βαρήνηται κατά σου. Αὐτὸς γὰρ κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιήσει, καὶ τῇ ἀφροσύνῃ αὐτοῦ συναπολῇ». Δηλαδή: «Με απερίσκεπτα ριψοκίνδυνον άνθρωπον, μην περπατάς στον δρόμο σου, μην πολιτεύεσαι μαζί του· για να μην πέσει πάνω σου το βάρος της αλογίστου τόλμης του.Γιατί θα κάνει ό,τι θέλει και τότε θα χαθείς μαζί με την αμυαλοσύνη του και την κακοκεφαλιά του».
Και δυστυχώς, αγαπητοί μου, οι τέτοιοι τολμηροί ανήκουν σε κάθε εποχή, βέβαια και στην εποχή μας. Τέτοιον τολμηρό τον χαρακτηρίζει ο τυχοδιωκτισμός. Αυτόν που κυνηγά την τύχη του. Ζει τυχοδιωκτικά. Βλέπετε, οι τύποι αυτοί προτείνουν μεγαλεπήβολα σχέδια, επικίνδυνα σχέδια, πολλές φορές, ιδίως εις τον χώρον της οικονομίας. Σου ζητούν από σένα τα χρήματα, τα οποία κινδυνεύεις να χάσεις, γιατί έχουν σκοπούς να φτιάξουν…, να κάνουν…, αλλά είναι απερίσκεπτοι άνθρωποι, είναι άμυαλοι άνθρωποι. Δεν έχουν τόλμη που ξεκινά από την σύνεση. Έτσι, κυνηγάνε τα μεγάλα κέρδη. Όταν κυνηγάς τα μεγάλα κέρδη, δεν είσαι τυχο-διώκτης; Δεν κυνηγάς την τύχη; Όταν μάλιστα ξοδεύεις τα λεφτά σου απανωτά, για να παίρνεις λαχεία, δεν είσαι… -τι είναι το λαχείο, τύχη δεν είναι;- δεν είσαι τυχο-διώκτης; Ακόμη, για να βγάλουν χρήματα οι άνθρωποι αυτοί, δεν διακινούν παράτολμα, εννοείται πάντοτε, ναρκωτικά; Ζητάνε εύκολα να πλουτίσουν ακόμη με κρυμμένους τυχόν θησαυρούς. Έμαθαν ότι εκεί είναι θαμμένοι θησαυροί… ,εκεί δε αλληλοσκοτώνονται πολλές φορές...
Ακόμη, ο άνθρωπος ο οποίος είναι τολμηρός, αλόγιστα όμως, δεν διστάζει να κάνει και μία κλοπή και μία ληστεία. Ένας άνθρωπος ο οποίος έχει μυαλό, θα έκανε ποτέ μια κλοπή ή μία ληστεία; Ακόμη, θα τον δείτε να είναι έτοιμος, σε μία πρόταση απαγωγής, σε μία πορνεία και σε μια μοιχεία. Άνθρωπε, πώς μπαίνεις στο ξένο σπίτι; Πώς μπαίνεις μέσα στην τιμή την οικογενειακή του πλησίον σου; Τολμάς; Τολμάς; Δεν καταλαβαίνεις τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό; Αλλά είσαι τολμηρός και καυχιέσαι γι'αυτό, αλλά είσαι ασύνετα τολμηρός, άμυαλος και κακοκέφαλος. Γι΄αυτό τα κίνητρα κυρίως του τολμηρού, που έχει αυτήν την κακήν τόλμην, δεν είναι παρά η εγωπάθεια και η κενοδοξία.Έστω κι αν καμιά φορά προβάλλει και κάποιους τυχόν τυχόν αγαθούς σκοπούς.
Αυτός ο τολμηρός λέγεται «τολμητίας» και δεν έχει καμία σχέση με εκείνον που έχει μία συνετή, τολμηρή, συνετή πρωτοβουλία. Μας θυμίζει εκείνο το της παραβολής του μεγάλου Δείπνου, που κάποιος -πάνω στον εκκλησιαστικό χώρο αυτό- που μπήκε μέσα στους βασιλικούς γάμους του υιού του βασιλέως, που δεν είναι παρά ο Μυστικός Δείπνος, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού που παρατίθεται, μπήκε μέσα «μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου», μας λέει η παραβολή. Δεν είχε ένδυμα γάμου. Και πάει ο βασιλιάς, ο πατέρας του υιού του βασιλέως, του λέει: «Ἑταῖρε(:Φίλε), πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;». «Πώς ετόλμησες και μπήκες εδώ μέσα, μη έχων ένδυμα γάμου;». Και ξέρετε ποιο είναι το ένδυμα του γάμου. Η προετοιμασία για την Θεία Κοινωνία. Δηλαδή «πώς τόλμησες», να το πούμε με λόγια από την πράξη, «πώς τόλμησες να κοινωνήσεις; Αφού δεν είσαι έτοιμος. Πώς τόλμησες; Είσαι τολμητίας». Είναι η κακή αυτή, θα λέγαμε, τόλμη. Μάλιστα, λέγει εκεί στην παραβολή: «Ὁ δὲ ἐφιμώθη». «Το βούλωσε». «Ἐφιμώθη». Γιατί; Δεν είχε τίποτα να πει. Κι αυτό δείχνει ακριβώς την επικίνδυνη περιπέτειά του. Να μπει μέσα στο δείπνο, στο βασιλικό τραπέζι, χωρίς να έχει το ένδυμα του γάμου. Αλλά, όπως λέγει πάλι η Σοφία Σειράχ: «Καί ψυχή τολμηρά ἐξαρθήσεται». Δηλαδή: «Θα χαθεί μία τέτοια ψυχή η οποία κάνει παράτολμες πράξεις, άμυαλες και ασύνετες».
Θα ήθελα να σας θύμιζα ακόμη από τις παραβολές, δύο παραβολές είναι του Κυρίου, του οικοδόμου του πύργου. «Κάποιος», λέει, «άρχισε, έβαλε θεμέλια, να κτίσει πύργον ολόκληρον». «Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ», «δεν είχε χρήματα να ολοκληρώσει το έργον, το άφησε μισοτελειωμένο». Τόλμησες; Δεν κάθισες να λογαριάσεις; «Δεν κάθισε», λέει, να ψηφίσει την δαπάνην». Να λογαριάσει την δαπάνη. Πού πας, άνθρωπε; Τι τολμάς; Εκείνα που είναι πάνω από τις δυνάμεις σου;
Ή του εκστρατεύοντος βασιλέως την παραβολή· ο οποίος εκστρατεύει εναντίον του άλλου βασιλέως, ενώ δεν έχει δυνάμεις. Πού πας, άνθρωπε; Τι πας να κάνεις;
Τι είναι, λοιπόν, τόλμη; Αυτή είναι η κακή, που είπαμε. Είναι όμως και η αγαθή. Λέγει ο Πίνδαρος (η τόλμη λέγεται και «τόλμα»): «Τόλμα καλόν». Είναι το θάρρος για καλές και γενναίες πράξεις. Είναι το θάρρος που παίρνει ο τολμηρός να επιχειρήσει να υπομείνει κάτι το φοβερό ή το δύσκολο. Αυτό έκανε ο Ιωσήφ. Αυτό έκανε και ο Νικόδημος. Αυτό έκαναν και οι γυναίκες αυτές οι Μυροφόρες. Τόλμη έδειξαν, αλλά επί αγαθού πράγματος. Δεν ήσαν άμυαλοι όλοι αυτοί που ξεκίνησαν γι’ αυτήν την … προσέξτε- κηδεία του Ιησού. «Κηδεία» θα πει φροντίδα για την ταφή Του. Κι αυτή η τόλμη, στάθηκε γι’ αυτούς, αυτά τα πρόσωπα που σήμερα τιμούμε στην Εκκλησία, αιώνιον μνημόσυνον. Και εδώ εις την γην αλλά και εις τον ουρανόν.
Και ότι η τόλμη αυτή, θα λέγαμε, η υπέρβαση του φόβου, ξεπερνάς τον φόβο σου, δεν είναι μόνον σε κάποια έκτακτα περιστατικά της ζωής, αλλά είναι – προσέξτε αυτό το σημείο- η ανάληψις τρόπου ζωής. Δηλαδή να αναλάβεις έναν τρόπον ζωής, που αυτός ο τρόπος της ζωής, συγκεκριμένα ο χριστιανικός τρόπος της ζωής είναι μία ειρωνεία αβάστακτη, όταν οι άλλοι σε ειρωνεύονται. Είναι, ακόμη, ένας κίνδυνος να γίνεις αποσυνάγωγος, εν ευρεία εννοία. Ίσως να μην προαχθείς στη θέση σου, ίσως να μην μπεις στους κοινωνικούς κύκλους, ακόμη να διωχθείς, ακόμη και να μαρτυρήσεις. Δεν είναι ακίνδυνο. Στην δύσκολη, ιδίως, εποχή μας, το να είσαι Χριστιανός -να είσαι όμως Χριστιανός- αυτό είναι μία τόλμη. Σήμερα, ένας νέος και μια νέα, για να επιχειρήσουν να μείνουν μέσα στην εγκράτεια και την παρθενίαν, το ακούσατε; Παρθενίαν, όχι για το κορίτσι μόνο, και για το αγόρι, ακούσατε; Είναι μία τόλμη! Είναι μία μεγάλη τόλμη, όχι γιατί θα μπορούσαν οι άλλοι να κοροϊδεύουν αλλά γιατί θα έπρεπε να αντέξουν εις τον ισχυρόν πειρασμόν της εποχής. Διότι αναλαμβάνει το βάρος, με τόλμη πάντοτε, αυτής ακριβώς της εν παρθενία, της εγκρατούς ζωής.
Γενικότερα θα λέγαμε, για να φέρεις το όνομα «Χριστιανός» με συνέπεια, χρειάζεται τόλμη. Και για να γίνεσαι ομολογητής Χριστού απαιτείται τόλμη. Σας θυμίζω από την Ιερά Ιστορία, από την Παλαιά Διαθήκη κυρίως, τους τρεις Παίδας, που τόλμησαν να μην κάμψουν γόνυ στη χρυσή εικόνα του Μαρδούχ, του πολιούχου της Βαβυλώνος. Και τότε εθύμωσε ο Ναβουχοδονόσορ, διότι αυτό ήταν μία τόλμη και τους πέταξε μέσα στα επταπλάσια πυρωμένο καμίνι. Δηλαδή φοβερά πυρωμένο καμίνι. Και ήλθε ο Κύριος και τους έσωσε. Δεν κάηκαν παρά μόνον τα σχοινιά που ήσαν δεμένα τα χέρια τους και τα πόδια τους. Ούτε η στολή τους δεν εκάηκε μέσα σε εκείνο το πυρωμένο καμίνι.
Μόνο, πρέπει να σας πω, ότι πριν από αυτό είχαν δείξει μίαν άλλην τόλμην. Ήσαν αιχμάλωτοι, ήσαν πανέξυπνοι. Είχαν καταλάβει σπουδαίες θέσεις. Είχαν εκπαιδευτεί μέσα στα ανάκτορα του Ναβουχοδονόσορος. Και κατ’ εντολή του έπρεπε να τρώγουν από το βασιλικό τραπέζι. Ό,τι έτρωγε ο βασιλιάς, έπρεπε να τρώγουν κι αυτοί. Ναι, αλλά τα παρατιθέμενα κρέατα, πρώτον ήσαν ειδωλόθυτα, θυσιασμένα στα είδωλα και δεύτερον, ήσαν και κρέατα που απηγορεύετο να φαγωθούν από τον νόμο. Όπως φερειπείν το χοιρινό κρέας. Και πηγαίνουν και λέγουν στον μάγειρα… ο οποίος μάγειρας ήτανε σύμβουλος του βασιλιά: «Σε παρακαλούμε δώσε μας όσπρια».Επί μονίμου βάσεως νηστεία. Το ακούσατε; «Α, δεν μπορώ», λέει, «διότι αν αδυνατίσετε, τι λόγο θα δώσω στον βασιλιά;».«Δοκίμασε δέκα μέρες και αν αδυνατίσουμε, τότε να μας δώσεις να φάμε». Και, αγαπητοί μου, όχι μόνον δεν αδυνάτισαν, αλλά ήσαν ακμαιότατοι. Και κάτι ακόμη. Όταν ήρθε ο καιρός των εξετάσεων, τους έδιωξε όλους τους άλλους ο Ναβουχοδονόσορ, διότι όταν έχεις ευημερία, τρως και πίνεις καλά, το μυαλό δεν είναι λεπτό. Γι'αυτό λέγαν οι αρχαίοι ότι «Γαστέρα παχιά -δηλαδή τρως, τρως, τρως…- δεν απεργάζεται νουν λεπτόν». Τους έδιωξε όλους και κράτησε αυτούς τους τρεις μόνον. Πριν, λοιπόν, κατέβη ο άγγελος και τους σώσει μέσα στο καμίνι, κι αυτός ο άγγελος ήταν ο μετέπειτα Ενανθρωπήσας Ιησούς Χριστός, ο Θεός Λόγος, και τους έσωσε, προηγουμένως είχαν τηρήσει τις εντολές του Θεού, που ομιλούσαν για το θέμα των φαγητών, τι έπρεπε να τρώνε.
Ακόμα, ο Δανιήλ απετόλμησε να κάνει προσευχή από το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου του, κι αυτό του κόστισε να τον ρίξουν στον λάκκο των λεόντων. Καιτον έσωσεκαι εκεί ο Θεός, αδρανοποιώντας τους λέοντας.
Ακόμη, σας θυμίζω την Εσθήρ. Προκειμένου να αποτρέψει εκείνο το βασιλικό διάταγμα του Αρταξέρξου, είπε, ως βασίλισσα που ήτο, αλλά ήταν πολύ περιορισμένες οι δικαιοδοσίες της βασιλίσσης, επρότεινε την τιμωρία του Αμάν, είναι ολόκληρη ιστορία, δεν σας την λέγω παρά μόνον έναν υπαινιγμό κάνω.
Αλλά σε τόλμη υπερέβαλε τους πάντας η Ιουδήθ. Κυκλώθηκε η πόλη της από τους Βαβυλωνίους, με στρατηγόν τον Ολοφέρνην. Κατάφερε και μπήκε μέσα εις το στρατόπεδο των εχθρών της πατρίδος της και του πήρε το κεφάλι! Τ’ ακούτε; Η ίδια λέγει, στο βιβλίο της εκεί, έφυγαν δε πανικόβλητοι οι Βαβυλώνιοι και γλύτωσαν οι Εβραίοι. Και λέγει η ίδια: «Ἔφριξαν Πέρσαι τήν τόλμαν αὐτῆς, καὶ Μῆδοι τὸ θράσος αὐτῆς ἐρράχθησαν». Δηλαδή «Έφριξαν», λέγει, «οι Πέρσες για την τόλμη της, οι δε Μήδοι, αυτοί», λέγει, συνετρίβησαν όταν έμαθαν το γεγονός». Ολόκληρος στρατηγός, που απειλούσε τους πάντας και τα πάντα, του πήρε το κεφάλι στα γρήγορα μια γυναίκα! Τόλμη φοβερή. Με την ευκαιρία, διαβάστε, σας παρακαλώ, το βιβλίο «Ἰουδήθ» στην Παλαιά Διαθήκη. Είναι ωραιότατη ιστορία.
Θέλετε να συνεχίσομε; Και ο Τωβίτ πέρασε τα πάνδεινα γιατί έθαψε τους νεκρούς, που τους τιμωρούσαν οι Ασσύριοι και τους πετούσαν έξω από το τείχος για να τους φάνε οι λύκοι και τα κοράκια. Αυτό του κόστισε. Αλλά πήρε την ευλογία του Θεού.
Τόλμη έδειξαν και τα επτά παιδιά της Σολομονής, οι επτά Μακκαβαίοι, προπαντός, όμως, η μητέρα τους. Μέχρι τους μάρτυρες όλων των αιώνων και όλων των εποχών, εκεί συναντούμε την τόλμη. Ιδιαίτερα δε σε εκείνους, οι οποίοι δέχτηκαν την μουσουλμανική περιτομή, όπως είναι ο άγιος Γεδεών ο καθ’ ημάς, όπως είναι ο άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος και πήγαν και είπαν: «Αρνούμαι αυτό το οποίο σεις μου κάνατε, την περιτομή, δηλαδή, την μουσουλμανική. Εγώ πιστεύω εις τον Χριστό μου». Με αποτέλεσμα το μαρτύριο.
Αγαπητοί μου, η εχέφρων τόλμη, η μυαλωμένη τόλμη, είναι ένα χάρισμα. Είναι μια αρετή. Εκείνο που την ατσαλώνει είναι η πίστις. Όπως λέγει στην προς Εβραίους ο Απόστολος Παύλος: «Πίστει ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός». Και υπαινίσσεται εδώ τους τρεις Παίδας και τον Δανιήλ. Αλλά και η αγάπη στέκεται κίνητρον της τόλμης. Να πω… τι να πω; Ο Ιωσήφ, ο Νικόδημος, οι Μυροφόρες, αυτές, γυναίκες, από αγάπη επήγαν να κηδεύσουν το σώμα του Ιησού Χριστού, για να μην το φάνε τα κοράκια επάνω εις τον Σταυρόν. Πετούσαν τα σώματα να τα φάνε τα κοράκια και τα αγρίμια... Γιατί αγαπούσαν τον Κύριον. Και επεχείρησαν αυτό το τόλμημα. Όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος: «Ἡ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς -Δεν με νοιάζει τι θα γίνω εγώ. Αρκεί να κάνω αυτό που αγαπώ-, πάντα ὑπομένει». Είναι καταπληκτικό! Και η τόλμη δεν είναι μία αρετή περιστατική. Αλλά χρειάζεται μια τόλμη στην καθημερινότητα. Για να αποδώσεις το δίκαιον θέλει τόλμη. Όταν μάλιστα το περιβάλλον σου διαστρεβλώνει το δίκαιον. Για να αποδώσεις την αλήθειαν, θέλει τόλμη. Γιατί το περιβάλλον διαστρέφει την αλήθειαν. Στην εποχή μας, μάλιστα, χρειάζεται κάθε στιγμή αυτή η τόλμη, για να ζήσεις όντως χριστιανικά, αντίθετα εις το κοινόν ρεύμα.
Τόλμη χρειάζεται,ακόμη να αποκαλύπτεις και το αληθινόν πρόσωπον της εποχής σου. Αυτό που είναι η εποχή σου. Και η τόλμη, είπαμε, είναι δώρον του Αγίου Πνεύματος. Λέει ο Απόστολος Παύλος: «Οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ». Μόνον η τόλμη πρέπει να ξεκινά, μην το ξεχνούμε, από την φρόνησιν, από την πίστη, από την αγάπη και από την αλήθεια. Όχι από τίποτε άλλο. Τότε είναι η τόλμη αρετή και επαινετή.
Αγαπητοί μου, ο Ιωσήφ ο ευσχήμων, ο Νικόδημος, οι Μυροφόρες γυναίκες, είναι τα σύμβολα αυτής της αγίας τόλμης.
🔸436η🔸ομιλία στην κατηγορία : " Ὁμιλίαι Κυριακῶν ".
Θρησκεία –πού σᾶς εἶπα ὅτι δέν εἶναι ὁ Χριστιανισμός– σημαίνει λατρεία τοῦ Θείου πρός ἐξευμενισμό ἢ ἱκανοποίηση αιτημάτων καί ἀναγκῶν, χωρίς όμως αὐτό νά σημαίνει καί μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στή ζωή τοῦ Θεοῦ. Το καταλάβατε; Δηλαδή τί θά πεῖ θρησκεία; Τό νά ὑποβάλλω στον Θεό τά αιτήματά μου, τίς ἀνάγκες μου, νά μοῦ τά ἱκανοποιεῖ ἐνδεχομένως ὁ Θεός ἢ νά μή μοῦ τά ἱκανοποιεῖ, ἀλλά νά μήν ἔχω μετοχή στη ζωή τοῦ Θεοῦ. Αὐτό λέγεται θρησκεία. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια υπάρχουν ὅλες οἱ θρησκεῖες τῆς γῆς. Ὅλες! Αλλά βασιλεία όμως σημαίνει ὅτι ὁ Θεός κυβερνά κάθε πτυχή τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει το παραμικρό στη ζωή του από το οποίο να απουσιάζει ὁ Θεός, αλλά καί ὁ Χριστιανός απολαμβάνει όλα τα ἀγαθά τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, για παράδειγμα, ὅταν ἔκαναν θυσίες στους θεούς, ήταν εντάξει απέναντί τους. Υποτίθεται πώς οι θεοί τους ἤθελαν ἁπλῶς μία θυσία· ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, τό ποιά θα ήταν η προσωπική ζωή τοῦ προσφέροντος τή θυσία δέν ἐνδιέφερε τους θεούς· κάνε ὅ,τι θέλεις!
Γι' αυτό λοιπόν βλέπουμε τους αρχαίους Έλληνες ὅτι μποροῦσαν νά προσφέρουν και πλούσιες θυσίες, ἑκατόμβες, ἀγαπητοί μου, εκατό βόδια να προσφέρουν, ολόκληρη περιουσία! Αυτός που πρόσφερε την θυσία μποροῦσε νά ήταν πόρνος, μοιχός, φονιάς, ἀνήθικος, ἐλεεινός, τρισάθλιος... Αὐτό, υποτίθεται, δέν ἐνδιέφερε τόν θεό. Ἕνα μόνο ενδιέφερε τόν θεό, ὅπως τουλάχιστον το φαντάζονταν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες· τό νά τοῦ προσφέρονταν οἱ θυσίες. Καί μέ τόν τρόπο αυτόν θά ἐξευμενιζόταν καί θά ἔδινε στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνα πού τοῦ ζητοῦσε.
Ὥστε ἄλλο εἶναι θρησκεία καί ἄλλο βασιλεία. Ο Χριστιανισμός ὅμως τί εἶναι; θρησκεία ή βασιλεία; Είναι βασιλεία, μέσα στήν ὁποία ἔχουμε μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στή ζωή τοῦ Θεοῦ! Ὅταν λέμε θέωση, όταν λέμε γίνομαι θεοειδής, γίνομαι χριστοειδής, χριστοποιοῦμαι καί λοιπά, αυτό τί σημαίνει; Σημαίνει ότι μπαίνω μέσα στη ζωή τοῦ Θεοῦ. Αὐτό θέλει ὁ Θεός.
Βλέπετε λοιπόν τί διαφορά υπάρχει μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί θρησκειῶν;
Ακόμη, τό ὅτι σήμερα ζούμε τον Χριστιανισμό ως μία θρησκεία καί ὄχι ὡς μία βασιλεία, αὐτό ἔχει δύο κυρίως κακές συνέπειες.
Μά, ὅταν ἐπικαλεῖται κανείς τήν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά δέν εἶναι Χριστιανός, που στηρίζεται; Απλούστατα, στο ὅτι θεωρεῖ τόν Χριστιανισμό θρησκεία καί νομίζει ὅτι τό κυριότερο σημεῖο εἶναι ἡ ηθική του, ἐνῶ δέν εἶναι. Ἔτσι λοιπόν φθάσαμε να χωρίσουμε τήν πίστη, δηλαδή τό δόγμα, από τήν ἠθική.
Σέ μιά πολύ διαδεδομένη μορφή, εἶναι ἐκεῖνο πού ἀκοῦτε ἐσεῖς οἱ κυρίες από τους συζύγους σας, ὅταν τούς λέτε νά ἔλθουν στην ἐκκλησία. Ἄντε, λέτε στον σύζυγό σας, Ἄντε νά πᾶμε στὴν ἐκκλησία, κι ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: Πήγαινε εσύ. Ἐγώ είμαι καλύτερος Χριστιανός από σένα που πᾶς στὴν ἐκκλησία. Ἐγώ τηρῶ τίς ἐντολές καλύτερα από σένα... Καί ἡ σύζυγος, ἡ ὁποία κι αυτή βεβαίως δεν γνωρίζει πολλά πράγματα, φθάνει νὰ μοῦ πεῖ: Πράγματι, πάτερ· ὁ σύζυγός μου, πού μοῦ μιλάει έτσι είναι καλύτερος από μένα!
Τό θέμα ὅμως δέν εἶναι ἐκεῖ, ἀγαπητοί μου. Ἐκεῖ εἶναι τό θέμα; ἄν εἶναι καλύτερος ἢ ὄχι; Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει σωτηρία, γιατί απλούστατα ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι θρησκεία, δηλαδή να προσφέρουμε τη θυσία μας καί νά μή μᾶς ἐνδιαφέρει τίποτα παρακάτω, ὅπως ἔκαναν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες.
Ὁ χωρισμός λοιπόν τοῦ δόγματος, τῆς πίστεως, από τή ζωή μας μᾶς ἔφερε αυτό το κακό· να βλέπουμε τόν Χριστιανισμό ως μία καθηκοντολογία. Μέχρις ενός βαθμοῦ ἔχουν δίκιο ἐκεῖνοι ποὺ κλοτσᾶνε τόν Χριστιανισμό, γιατί τούς τόν παρουσιάζουμε ως μία καθηκοντολογία. Καί ὁ ἄνθρωπος, ξέρετε, καί εἰδικότερα ὁ σύγχρονος άνθρωπος, μισεῖ, ἀπεχθάνεται τήν καθηκοντολογία· καί μόνο ή λέξη καθηκοντολογία του χτυπάει ἄσχημα καί περίεργα στα αυτιά.
Ακόμη, ὁ χωρισμός τῆς λατρείας ἀπό τή ζωή φαίνεται κι ἀπ' αὐτό πού σοῦ λέει ὁ ἄλλος· Πάω στήν ἐκκλησία, λατρεύω τόν Θεό, ἀλλά τό τί θά κάνω τό βράδυ, σε ποιά καμπαρέ θά γυρίζω, αὐτό εἶναι ἄλλη παράγραφος! Ἔτσι λοιπόν χωρίσαμε τή λατρεία ἀπό τή ζωή, μέ αποτελέσμα να πέσουμε στην τυπολατρία.
Βεβαίως ή λατρεία προσφέρεται με κάποιους τύπους· ἀλλά μέσα στην καρδιά τῶν τύπων βρίσκεται ἡ οὐσία. Αν λοιπόν εγώ τήν ουσία δέν τήν ἀνακαλύπτω γιατί ἡ ζωή μου εἶναι χωρισμένη από την ουσία, τότε ποῦ θά μείνω; στο περίβλημα, στο τσόφλι, θα μείνω στον τύπο. Καί ὅταν θά λέω Ἄ, πρέπει να γίνει αὐτό, πρέπει να πάω στήν ἐκκλησία, πρέπει... πρέπει... πρέπει... τότε καταλήγω να γίνω ἕνας τυπολάτρης.
Τό δεύτερο κακό, ὡς συνέπεια τοῦ ὅτι ὑποβιβάσαμε τόν Χριστιανισμό σε θρησκεία ἐνῶ εἶναι βασιλεία, εἶναι ὅτι φθάνουμε στη σύγκριση του Χριστιανισμού μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες, ἔστω καί ἄν θεωροῦμε τόν Χριστιανισμό ὡς θρησκεία ανώτερη καί καλύτερη. Όποιοδήποτε ἐγχειρίδιο σχολικό καί ἄν πάρετε ἢ θρησκευτικό βιβλίο που αναφέρεται στο θέμα αυτό, θα δεῖτε να περιέχει αυτό το βασικό λάθος, τό λάθος τῆς συγκρίσεως.
Ὅταν κάποιος Χριστιανός μας, για μια στιγμή, στρέφει τα μάτια του πρός τόν Βουδδισμό, τον ρωτάμε: Γιατί; Δέν εἶναι ὁ Χριστιανισμός καλή θρησκεία; Καί μάλιστα προσθέτουμε; Θά σοῦ ἀποδείξω ότι είναι καλύτερη ἀπό τόν Βουδδισμό! Αυτό είναι τό λάθος· ἀπό την στιγμή δηλαδή πού θά ποῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμός είναι καλύτερη θρησκεία.
Δέν εἶναι ὅμως ἐκεῖ τό πράγμα, ἀγαπητοί μου, δέν είναι θέμα συγκρίσεως· ὁ Χριστιανισμός δέν συγκρίνεται μέ κάτι ἄλλο. Ὅλα αὐτά πού προσφέρονται από τις ἄλλες θρησκεῖες οὔτε λυτρώνουν οὔτε σώζουν· εἶναι κόσμος, διότι ἁπλούστατα είναι κατ' ἐπινόηση τοῦ ἀνθρώπου, είναι δηλαδή κατασκευή τοῦ ἀνθρώπινου μυαλού.
Ἔτσι, ἀγαπητοί, ἄς το πάρουμε εἴδηση· ὁ Χριστιανισμός δέν ἦλθε να αναμετρηθεῖ μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες. Το θέμα είναι πάρα πολύ επίκαιρο, γιατί στη φτωχή μας Ἑλλάδα ἔχουν εισβάλει ποικίλα ρεύματα θρησκειῶν, κυρίως τῆς Απω Ανατολῆς. Συνεπῶς εἶναι πάρα πολύ ἐνδιαφέρον θέμα καί ἐπίκαιρο, καί ἄς τό ἔχουμε υπόψη μας. Ὁ Χριστιανισμός λοιπόν δέν ἦρθε νά ἀναμετρηθεῖ μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες· οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἦρθε να καταλύσει τίς ἄλλες θρησκεῖες, νά τίς ἐξουδετερώσει τελείως! Δέν ἦλθε νά πεῖ Α, καί σ' αὐτήν τή θρησκεία κάτι καλό βρίσκουμε, καί σ' ἐκείνη κάτι καλό, ἀφοῦ ὅλες οἱ θρησκείες του κόσμου εἶναι ἔργα καὶ ἡμέρες διαβόλου!
Μή μοῦ πεῖτε ὅτι ὁ Βουδδισμός δέν εἶναι ἔργο τοῦ διαβόλου... Μή μοῦ πεῖτε ἀκόμη ὅτι ὁ Βούδδας, που ἔζησε πρό Χριστοῦ, είχε μία πνευματική διάθεση, μία ανάταση καί λοιπά... Δικαιολογημένος εἶναι ὁ Βούδας, γιατί ἔζησε πρό Χριστοῦ. Τώρα όμως πού ἦρθε το Φῶς, (Βλ. Ησ. 9, 2. Ψαλμ. 106, 4. Ματθ. 4, 16) ἐπιτρέπεται να υπάρχει ὁ Βουδδισμός; Και, τό χειρότερο, επιτρέπεται στην χριστιανική Ευρώπη και χριστιανική Ελλάδα οἱ Χριστιανοί μας οἱ βαπτισμένοι να γίνονται Βουδδιστές... να αφήνουμε την Ορθόδοξη πνευματικότητα και να πέφτουμε στον βουδιστικό διαλογισμό; Επιτρέπεται αυτό;
Θυμηθεῖτε ἐκεῖνο τὸ ὅραμα τοῦ Ναβουχοδονόσορος, (Δαν. 2, 31-35) ὁ ὁποῖος εἶδε ἐκεῖνο τό ἄγαλμα μέ τά διαζώματα ποικίλης ύλης –χρυσοῦ, ἀργύρου, χαλκοῦ, σιδήρου και ὀστράκου– πού συμβολίζουν τις βασιλεῖες τῆς γῆς, ἤ ἀκόμη καί τίς θρησκεῖες τῆς γῆς. Καί ὁ Ναβουχοδονόσωρ εἶδε «λίθον ἐξ ὅρους ἄνευ χειρῶν», πέτρα πού δέν τήν ἀπέσπασε, δέν τήν ἔκοψε ανθρώπινο χέρι, ἀλλά ἀποκόπηκε μόνη της, από αλατόμητο ὄρος. «Χαῖρε, ὅρος ἀλατόμητον» (Βλ. Εσπερινό (ἰδιόμελον τῆς Λιτῆς) τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου (25 Μαρτίου), και Ψαλμ. 67, 16) λέμε στην Παναγία. Ἡ παρθένος Παναγία εἶναι τό ἀλατόμητον ὄρος, γιατί από αυτήν γεννήθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ πέτρα πού αποσπάσθηκε! (Βλ. Ψαλμ. 117, 22. Ησ. 28, 16. Ματθ. 21, 42-43. Πράξ. 4, 11. Ρωμ. 9, 33. Α΄ Κορ. 10, 4. Α΄ Πέτρ. 2, 4· 7) Αὐτός εἶναι! Ἐξ ἄλλου, ἔτσι τό ἑρμήνευσε καί ὁ Δανιήλ στον Ναβουχοδονόσορα. Δέν εἶπε βέβαια τη λέξη Χριστός, αλλά μίλησε γενικά γιά ἕναν οὐράνιο Βασιλιά, για μια ουράνια Βασιλεία. (Βλ. Δαν. 2, 44) Ἦλθε λοιπόν κι ἔπεσε πάνω στό ἄγαλμα καί τό ἔκανε σκόνη! Καί ἡ σκόνη αὐτή πάρθηκε από τόν ἄνεμο και σκορπίστηκε, καί δέν βρέθηκε τόπος γιά τό ἄγαλμα!
Αὐτό εἶναι ὁ Χριστιανισμός! Δέν ἦρθε για να συνοδοιπορήσει μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες, οὔτε να συνευδοκήσει μ' αὐτές· ἦλθε νά τίς καταλύσει!
Πέστε μου λοιπόν σύμφωνα μέ αὐτές τίς θέσεις, κατά τίς ὁποῖες ὁ Χριστιανισμός είναι βασιλεία, πως μπορούμε πια να συγκρίνουμε τον Χριστιανισμό με τις ἄλλες ψευδεῖς θρησκείες;