Θρησκεία –πού σᾶς εἶπα ὅτι δέν εἶναι ὁ Χριστιανισμός– σημαίνει λατρεία τοῦ Θείου πρός ἐξευμενισμό ἢ ἱκανοποίηση αιτημάτων καί ἀναγκῶν, χωρίς όμως αὐτό νά σημαίνει καί μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στή ζωή τοῦ Θεοῦ. Το καταλάβατε; Δηλαδή τί θά πεῖ θρησκεία; Τό νά ὑποβάλλω στον Θεό τά αιτήματά μου, τίς ἀνάγκες μου, νά μοῦ τά ἱκανοποιεῖ ἐνδεχομένως ὁ Θεός ἢ νά μή μοῦ τά ἱκανοποιεῖ, ἀλλά νά μήν ἔχω μετοχή στη ζωή τοῦ Θεοῦ. Αὐτό λέγεται θρησκεία. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια υπάρχουν ὅλες οἱ θρησκεῖες τῆς γῆς. Ὅλες! Αλλά βασιλεία όμως σημαίνει ὅτι ὁ Θεός κυβερνά κάθε πτυχή τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει το παραμικρό στη ζωή του από το οποίο να απουσιάζει ὁ Θεός, αλλά καί ὁ Χριστιανός απολαμβάνει όλα τα ἀγαθά τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, για παράδειγμα, ὅταν ἔκαναν θυσίες στους θεούς, ήταν εντάξει απέναντί τους. Υποτίθεται πώς οι θεοί τους ἤθελαν ἁπλῶς μία θυσία· ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, τό ποιά θα ήταν η προσωπική ζωή τοῦ προσφέροντος τή θυσία δέν ἐνδιέφερε τους θεούς· κάνε ὅ,τι θέλεις!
Γι' αυτό λοιπόν βλέπουμε τους αρχαίους Έλληνες ὅτι μποροῦσαν νά προσφέρουν και πλούσιες θυσίες, ἑκατόμβες, ἀγαπητοί μου, εκατό βόδια να προσφέρουν, ολόκληρη περιουσία! Αυτός που πρόσφερε την θυσία μποροῦσε νά ήταν πόρνος, μοιχός, φονιάς, ἀνήθικος, ἐλεεινός, τρισάθλιος... Αὐτό, υποτίθεται, δέν ἐνδιέφερε τόν θεό. Ἕνα μόνο ενδιέφερε τόν θεό, ὅπως τουλάχιστον το φαντάζονταν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες· τό νά τοῦ προσφέρονταν οἱ θυσίες. Καί μέ τόν τρόπο αυτόν θά ἐξευμενιζόταν καί θά ἔδινε στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνα πού τοῦ ζητοῦσε.
Ὥστε ἄλλο εἶναι θρησκεία καί ἄλλο βασιλεία. Ο Χριστιανισμός ὅμως τί εἶναι; θρησκεία ή βασιλεία; Είναι βασιλεία, μέσα στήν ὁποία ἔχουμε μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στή ζωή τοῦ Θεοῦ! Ὅταν λέμε θέωση, όταν λέμε γίνομαι θεοειδής, γίνομαι χριστοειδής, χριστοποιοῦμαι καί λοιπά, αυτό τί σημαίνει; Σημαίνει ότι μπαίνω μέσα στη ζωή τοῦ Θεοῦ. Αὐτό θέλει ὁ Θεός.
Βλέπετε λοιπόν τί διαφορά υπάρχει μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί θρησκειῶν;
Ακόμη, τό ὅτι σήμερα ζούμε τον Χριστιανισμό ως μία θρησκεία καί ὄχι ὡς μία βασιλεία, αὐτό ἔχει δύο κυρίως κακές συνέπειες.
Μά, ὅταν ἐπικαλεῖται κανείς τήν ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά δέν εἶναι Χριστιανός, που στηρίζεται; Απλούστατα, στο ὅτι θεωρεῖ τόν Χριστιανισμό θρησκεία καί νομίζει ὅτι τό κυριότερο σημεῖο εἶναι ἡ ηθική του, ἐνῶ δέν εἶναι. Ἔτσι λοιπόν φθάσαμε να χωρίσουμε τήν πίστη, δηλαδή τό δόγμα, από τήν ἠθική.
Σέ μιά πολύ διαδεδομένη μορφή, εἶναι ἐκεῖνο πού ἀκοῦτε ἐσεῖς οἱ κυρίες από τους συζύγους σας, ὅταν τούς λέτε νά ἔλθουν στην ἐκκλησία. Ἄντε, λέτε στον σύζυγό σας, Ἄντε νά πᾶμε στὴν ἐκκλησία, κι ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: Πήγαινε εσύ. Ἐγώ είμαι καλύτερος Χριστιανός από σένα που πᾶς στὴν ἐκκλησία. Ἐγώ τηρῶ τίς ἐντολές καλύτερα από σένα... Καί ἡ σύζυγος, ἡ ὁποία κι αυτή βεβαίως δεν γνωρίζει πολλά πράγματα, φθάνει νὰ μοῦ πεῖ: Πράγματι, πάτερ· ὁ σύζυγός μου, πού μοῦ μιλάει έτσι είναι καλύτερος από μένα!
Τό θέμα ὅμως δέν εἶναι ἐκεῖ, ἀγαπητοί μου. Ἐκεῖ εἶναι τό θέμα; ἄν εἶναι καλύτερος ἢ ὄχι; Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει σωτηρία, γιατί απλούστατα ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι θρησκεία, δηλαδή να προσφέρουμε τη θυσία μας καί νά μή μᾶς ἐνδιαφέρει τίποτα παρακάτω, ὅπως ἔκαναν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες.
Ὁ χωρισμός λοιπόν τοῦ δόγματος, τῆς πίστεως, από τή ζωή μας μᾶς ἔφερε αυτό το κακό· να βλέπουμε τόν Χριστιανισμό ως μία καθηκοντολογία. Μέχρις ενός βαθμοῦ ἔχουν δίκιο ἐκεῖνοι ποὺ κλοτσᾶνε τόν Χριστιανισμό, γιατί τούς τόν παρουσιάζουμε ως μία καθηκοντολογία. Καί ὁ ἄνθρωπος, ξέρετε, καί εἰδικότερα ὁ σύγχρονος άνθρωπος, μισεῖ, ἀπεχθάνεται τήν καθηκοντολογία· καί μόνο ή λέξη καθηκοντολογία του χτυπάει ἄσχημα καί περίεργα στα αυτιά.
Ακόμη, ὁ χωρισμός τῆς λατρείας ἀπό τή ζωή φαίνεται κι ἀπ' αὐτό πού σοῦ λέει ὁ ἄλλος· Πάω στήν ἐκκλησία, λατρεύω τόν Θεό, ἀλλά τό τί θά κάνω τό βράδυ, σε ποιά καμπαρέ θά γυρίζω, αὐτό εἶναι ἄλλη παράγραφος! Ἔτσι λοιπόν χωρίσαμε τή λατρεία ἀπό τή ζωή, μέ αποτελέσμα να πέσουμε στην τυπολατρία.
Βεβαίως ή λατρεία προσφέρεται με κάποιους τύπους· ἀλλά μέσα στην καρδιά τῶν τύπων βρίσκεται ἡ οὐσία. Αν λοιπόν εγώ τήν ουσία δέν τήν ἀνακαλύπτω γιατί ἡ ζωή μου εἶναι χωρισμένη από την ουσία, τότε ποῦ θά μείνω; στο περίβλημα, στο τσόφλι, θα μείνω στον τύπο. Καί ὅταν θά λέω Ἄ, πρέπει να γίνει αὐτό, πρέπει να πάω στήν ἐκκλησία, πρέπει... πρέπει... πρέπει... τότε καταλήγω να γίνω ἕνας τυπολάτρης.
Τό δεύτερο κακό, ὡς συνέπεια τοῦ ὅτι ὑποβιβάσαμε τόν Χριστιανισμό σε θρησκεία ἐνῶ εἶναι βασιλεία, εἶναι ὅτι φθάνουμε στη σύγκριση του Χριστιανισμού μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες, ἔστω καί ἄν θεωροῦμε τόν Χριστιανισμό ὡς θρησκεία ανώτερη καί καλύτερη. Όποιοδήποτε ἐγχειρίδιο σχολικό καί ἄν πάρετε ἢ θρησκευτικό βιβλίο που αναφέρεται στο θέμα αυτό, θα δεῖτε να περιέχει αυτό το βασικό λάθος, τό λάθος τῆς συγκρίσεως.
Ὅταν κάποιος Χριστιανός μας, για μια στιγμή, στρέφει τα μάτια του πρός τόν Βουδδισμό, τον ρωτάμε: Γιατί; Δέν εἶναι ὁ Χριστιανισμός καλή θρησκεία; Καί μάλιστα προσθέτουμε; Θά σοῦ ἀποδείξω ότι είναι καλύτερη ἀπό τόν Βουδδισμό! Αυτό είναι τό λάθος· ἀπό την στιγμή δηλαδή πού θά ποῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμός είναι καλύτερη θρησκεία.
Δέν εἶναι ὅμως ἐκεῖ τό πράγμα, ἀγαπητοί μου, δέν είναι θέμα συγκρίσεως· ὁ Χριστιανισμός δέν συγκρίνεται μέ κάτι ἄλλο. Ὅλα αὐτά πού προσφέρονται από τις ἄλλες θρησκεῖες οὔτε λυτρώνουν οὔτε σώζουν· εἶναι κόσμος, διότι ἁπλούστατα είναι κατ' ἐπινόηση τοῦ ἀνθρώπου, είναι δηλαδή κατασκευή τοῦ ἀνθρώπινου μυαλού.
Ἔτσι, ἀγαπητοί, ἄς το πάρουμε εἴδηση· ὁ Χριστιανισμός δέν ἦλθε να αναμετρηθεῖ μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες. Το θέμα είναι πάρα πολύ επίκαιρο, γιατί στη φτωχή μας Ἑλλάδα ἔχουν εισβάλει ποικίλα ρεύματα θρησκειῶν, κυρίως τῆς Απω Ανατολῆς. Συνεπῶς εἶναι πάρα πολύ ἐνδιαφέρον θέμα καί ἐπίκαιρο, καί ἄς τό ἔχουμε υπόψη μας. Ὁ Χριστιανισμός λοιπόν δέν ἦρθε νά ἀναμετρηθεῖ μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες· οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἦρθε να καταλύσει τίς ἄλλες θρησκεῖες, νά τίς ἐξουδετερώσει τελείως! Δέν ἦλθε νά πεῖ Α, καί σ' αὐτήν τή θρησκεία κάτι καλό βρίσκουμε, καί σ' ἐκείνη κάτι καλό, ἀφοῦ ὅλες οἱ θρησκείες του κόσμου εἶναι ἔργα καὶ ἡμέρες διαβόλου!
Μή μοῦ πεῖτε ὅτι ὁ Βουδδισμός δέν εἶναι ἔργο τοῦ διαβόλου... Μή μοῦ πεῖτε ἀκόμη ὅτι ὁ Βούδδας, που ἔζησε πρό Χριστοῦ, είχε μία πνευματική διάθεση, μία ανάταση καί λοιπά... Δικαιολογημένος εἶναι ὁ Βούδας, γιατί ἔζησε πρό Χριστοῦ. Τώρα όμως πού ἦρθε το Φῶς, (Βλ. Ησ. 9, 2. Ψαλμ. 106, 4. Ματθ. 4, 16) ἐπιτρέπεται να υπάρχει ὁ Βουδδισμός; Και, τό χειρότερο, επιτρέπεται στην χριστιανική Ευρώπη και χριστιανική Ελλάδα οἱ Χριστιανοί μας οἱ βαπτισμένοι να γίνονται Βουδδιστές... να αφήνουμε την Ορθόδοξη πνευματικότητα και να πέφτουμε στον βουδιστικό διαλογισμό; Επιτρέπεται αυτό;
Θυμηθεῖτε ἐκεῖνο τὸ ὅραμα τοῦ Ναβουχοδονόσορος, (Δαν. 2, 31-35) ὁ ὁποῖος εἶδε ἐκεῖνο τό ἄγαλμα μέ τά διαζώματα ποικίλης ύλης –χρυσοῦ, ἀργύρου, χαλκοῦ, σιδήρου και ὀστράκου– πού συμβολίζουν τις βασιλεῖες τῆς γῆς, ἤ ἀκόμη καί τίς θρησκεῖες τῆς γῆς. Καί ὁ Ναβουχοδονόσωρ εἶδε «λίθον ἐξ ὅρους ἄνευ χειρῶν», πέτρα πού δέν τήν ἀπέσπασε, δέν τήν ἔκοψε ανθρώπινο χέρι, ἀλλά ἀποκόπηκε μόνη της, από αλατόμητο ὄρος. «Χαῖρε, ὅρος ἀλατόμητον» (Βλ. Εσπερινό (ἰδιόμελον τῆς Λιτῆς) τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου (25 Μαρτίου), και Ψαλμ. 67, 16) λέμε στην Παναγία. Ἡ παρθένος Παναγία εἶναι τό ἀλατόμητον ὄρος, γιατί από αυτήν γεννήθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ πέτρα πού αποσπάσθηκε! (Βλ. Ψαλμ. 117, 22. Ησ. 28, 16. Ματθ. 21, 42-43. Πράξ. 4, 11. Ρωμ. 9, 33. Α΄ Κορ. 10, 4. Α΄ Πέτρ. 2, 4· 7) Αὐτός εἶναι! Ἐξ ἄλλου, ἔτσι τό ἑρμήνευσε καί ὁ Δανιήλ στον Ναβουχοδονόσορα. Δέν εἶπε βέβαια τη λέξη Χριστός, αλλά μίλησε γενικά γιά ἕναν οὐράνιο Βασιλιά, για μια ουράνια Βασιλεία. (Βλ. Δαν. 2, 44) Ἦλθε λοιπόν κι ἔπεσε πάνω στό ἄγαλμα καί τό ἔκανε σκόνη! Καί ἡ σκόνη αὐτή πάρθηκε από τόν ἄνεμο και σκορπίστηκε, καί δέν βρέθηκε τόπος γιά τό ἄγαλμα!
Αὐτό εἶναι ὁ Χριστιανισμός! Δέν ἦρθε για να συνοδοιπορήσει μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες, οὔτε να συνευδοκήσει μ' αὐτές· ἦλθε νά τίς καταλύσει!
Πέστε μου λοιπόν σύμφωνα μέ αὐτές τίς θέσεις, κατά τίς ὁποῖες ὁ Χριστιανισμός είναι βασιλεία, πως μπορούμε πια να συγκρίνουμε τον Χριστιανισμό με τις ἄλλες ψευδεῖς θρησκείες;
†.Ασφαλώς είμεθα όλοι, κατά τεκμήριον, που εδώ βρίσκεσθε αγαπητοί μου, Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Και αυτό είναι αληθές. Όλοι εβαπτισθήκαμε, και μάλιστα έχοντες το προνόμιον να είμεθα Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Αλλά, αυτή την αλήθειαν, ότι είμεθα Ορθόδοξοι Χριστιανοί, δυστυχώς δεν την ομολογούμε. Και η αιτία είναι ότι δεν θέλομε να ξεχωρίζομε από τους ανθρώπους που λέγονται «κόσμος». Διότι πάντοτε θα υπάρχει, ας είμεθα όλοι οι Έλληνες βαπτισμένοι (ή σχεδόν όλοι οι Έλληνες), δεν παύομε όμως, δεν παύει όμως μες στην ιστορία να υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, όπως θα δούμε στη συνέχεια, του λαού του Θεού και του κόσμου. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, δεν θέλομε (γι’ αυτό δεν ομολογούμε) να ξεχωρίζομε από τον κόσμον, διότι αισθανόμεθα υποτιμητικά.
Είναι ένας πολύ μεγάλος πειρασμός να θέλεις να ξεχωρίζεις από τον κόσμο. Αυτό όμως αποτελεί ένα πρόβλημα των Χριστιανών και, αν θέλετε, ένα τονισμένο πρόβλημα στην εποχή μας, διότι η εποχή μας είναι τέτοια που θέλει όλα να τα ανακατώσει και να τα ενώσει. Και ακόμα, η επίπτωσις, το να μην θέλει ο Χριστιανός να ξεχωρίζει από τον κόσμον, είναι βαρυτάτη, όπως θα τη δείτε στη συνέχεια.
Μία πρώτη επίπτωσις είναι η απώλεια της χριστιανικής μας ταυτότητος. Δεν φαίνεσαι πια σαν χριστιανός, διότι, αφού δεν θέλεις να ξεχωρίζεις, δεν φαίνεσαι πια σαν χριστιανός. Και, ακόμα, η συνταύτιση – η άλλη πλευρά (το ίδιο είναι) – με τον κόσμον, η συνταύτιση. Συνεπώς, δεν ξεχωρίζεις πια σε τίποτε. Είναι αυτό που ο Χριστός είπε: «Ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται;» (Ματθ. 5, 13.) Εάν, λέει, το αλάτι χάσει την αλιστική του ιδιότητα, με τι θα αλατισθεί; Είναι άχρηστο, το πετάμε στον δρόμο. Ούτε, λέει, και για κοπριά δεν κάνει. Το πετάμε στον δρόμο και ποδοπατείται υπό των ανθρώπων. Πράγματι, ανάλατοι Χριστιανοί στο τέλος αυτή την επίπτωση έχουν, να ποδοπατούνται από τους κοσμικούς, να λένε «Α, εσύ... Εσύ που τα πρόδωσες όλα! Σε καταφέραμε, σε κερδίσαμε». Βλέπετε, λοιπόν, ότι έχομε εδώ πολύ σοβαρές επιπτώσεις.
Και βέβαια, αυτή η συνταύτιση με τον κόσμον δεν επιτελείται με μίαν αποκήρυξη επίσημο του Χριστιανισμού. Δεν βγαίνει κάποιος να πει «Εγώ αποκηρύσσω τον Χριστιανισμόν, αποκηρύσσω το βάπτισμά μου!». Όχι, αλλά επιτελείται με μια προοδευτική προσχώρηση στο φρόνημα του κόσμου· ή, αν θέλετε, με μια διαλεκτική που υπάρχει, ανάμεσα στον Χριστιανό και τον κόσμο. Και όταν λέμε «διαλεκτική» εννοούμε: όταν ανοίγουμε συζήτηση. Δηλαδή, «Μου είπες να έρθω σ’ εκείνη τη διασκέδαση. Καλά. Δεν πρέπει να ’ρθω, αλλά αφού επιμένεις, τότε θα ’ρθω, αλλά ξέρεις, δεν θα χορέψω». Αυτό είναι μία διαλεκτική, μία συζήτηση, και από τη συζήτηση αυτή πάμε σιγά-σιγά, βήμα-βήμα πηγαίνομε στο να προσχωρήσουμε και να ταυτιστούμε ολότελα.
Θυμάμαι έναν συνάδελφό μου, ταλαίπωρο παιδί, όταν υπηρετούσαμε. Υπηρετούσαμε την βασική μας εκπαίδευση και είμεθα κάπου στην Ελλάδα, μακριά από την Αθήνα, και βγήκαμε με την πρώτη μας έξοδο. Βέβαια, είχαμε μια παρέα όμορφη, που δεν πηγαίναμε ούτε σε άσχημους τόπους, κ.λπ. κ.λπ. Μαζί ήμαστε, εκκλησιαζόμαστε μαζί, παίρναμε κάποιες άδειες, σε ένα διπλανό χωριό, κ.λπ. κ.λπ. Βγήκαμε κάποτε στη μεγάλη την πόλη. Όταν γυρίσαμε, αυτό το παιδί είχε πάει μαζί τους (ήμαστε παρέα, καμμιά δεκαπενταριά). Αυτός πήγε μαζί τους, με τον κόσμο, τους πολλούς, τους πολλούς στρατιώτες. Και του είπαν ότι αυτοί θα πήγαιναν σε σπίτια αμαρτίας. Εκείνος δεν ήθελε. Αυτοί επέμεναν και έλεγαν ότι «Κοίταξε... Τέλος πάντων, συνόδευσέ μας». Αυτός τους εσυνόδευσε, αλλά όταν έφθασε μέχρις εκεί, το δεύτερο βήμα ήταν της πτώσεως, να τον καταφέρουν να πέσει και αυτός στην αμαρτία. Και το άκουσα αυτό από δύο συναδέλφους όταν, στα φορτηγά μέσα, γυρίζαμε στη μονάδα μας. Από πίσω μου πιασμένοι, τώρα, (στα φορτηγά σας είπα, απ’ τα σίδερα του αυτοκινήτου) άκουσα από πίσω μου αυτό να το λένε, με τι; Με ειρωνική διάθεση. «Τον καταφέραμε τον... τάδε»· και θυμάμαι και το όνομά του από τότε ακόμα (δεν σας το λέγω). «Τον καταφέραμε να κάνει ό,τι κάναμε κι εμείς». Αυτό λέγεται «διαλεκτική». Βήμα-βήμα, σιγά-σιγά. Είναι η χειροτέρα μέθοδος του διαβόλου. Είναι δε και η πρώτη, διότι μέσα εις τον Παράδεισον τι έκανε ο διάβολος; Έπιασε και τους έδωσε ξύλο στους πρωτοπλάστους; Τους πέταξε έξω από τον Παράδεισο; Τι; Άνοιξε διάλογον. Η μέθοδος της διαλεκτικής.
Λοιπόν. Θα λέγαμε όμως σήμερα, ο κόσμος μας ‒ ο Χριστιανικός μας κόσμος – πάσχει από αυτό, το ότι ανοίγει διάλογο με την αμαρτία, με τον διάβολο, με τον κόσμο. Είναι αλήθεια ότι τα μηνύματα του Θεού έρχονται πάντοτε μέσα στον κόσμο, αλλ’ ο κόσμος δεν έχει πάντοτε μια θετική στάση απέναντι στον Θεό, απέναντι στα μηνύματά Του. Ο Θεός λέγει «αυτό θα κάνετε» ή «αυτό είναι η αλήθεια». Άλλοι μεν αποδέχονται, άλλοι δεν αποδέχονται. Αυτομάτως – προσέξτε αυτό το σημείον – αυτομάτως ξεχωρίζουν οι άνθρωποι και κατατάσσονται σε δύο στρατόπεδα: Σε εκείνους οι οποίοι αποδέχονται και σε εκείνους οι οποίοι δεν αποδέχονται. Και εκείνοι οι οποίοι αποδέχονται το θέλημα του Θεού, εκείνο που ο Θεός δηλαδή θέλει, αυτοί λέγονται «λαός του Θεού». Εκείνοι που δεν αποδέχονται το θέλημα του Θεού, αυτοί λέγονται «κόσμος».
Αυτομάτως, λοιπόν, η ανθρωπότητα χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα. Μην ξεχνάτε δε, ότι η παρουσία του Χριστού μοίρασε, διήρεσε τον κόσμον σε δύο στρατόπεδα. Μάλιστα λένε, «Μα ο Χριστός είναι ειρηνοποιός». Ειρηνοποιός κατά την έννοια που νοείται από την Γραφή, όχι ειρηνοποιός με την έννοια να ενωθούν, να μειγούν, τα άμεικτα, να μειγούν τα άμεικτα, εκείνα που δεν μείγονται. Κι έτσι, ο Χριστός είπε εκείνον τον φοβερό λόγο: «Ήλθα να βάλω, τι νομίζετε;», λέει, «ότι ήλθα να βάλω ειρήνη στη γη; Ήλθα να βάλω μάχαιραν και πυρ, μαχαίρι και φωτιά». (Ματθ. 10, 34, Λουκ. 12, 49.) Τι σημαίνει αυτό; Ήλθε, λέγει ακόμη ό Ίδιος, να διχάσει. Και δεν παίρνει να πει να διχάσει την Ευρώπη με την Ασία, αλλά να διχάσει τον γιο με τον πατέρα και τη μάνα με την κόρη και τη νύφη με την πεθερά. (Λουκ. 12, 53.) Αυτός ο διχασμός δεν είναι παρά (προσέξτε, είναι έκφρασις αυτό, ότι ήρθε να διχάσει) παρά [το ότι] η διδασκαλία του αυτομάτως κάποιους τους κάνει να αποδέχονται και κάποιους να μην αποδέχονται. Έτσι, το αποτέλεσμα είναι σαν να έχει βάλει ο Χριστός το μαχαίρι και τον διχασμόν. Δεν τον έβαλε ο Χριστός, αλλά η κακή προαίρεση των ανθρώπων, με τον καυστικόν άνεμον που λέγεται διάβολος.
Έτσι, βλέπει κανένας εδώ ότι έχομε τον λαό του Θεού, που ακούει στο θέλημα του Θεού, και αυτό που λέγεται «κόσμος». Έτσι, ο κόσμος νοείται ‒ αυτό θα είναι μέχρι το τέλος της Ιστορίας, μην το ξεχνάτε αυτό ‒ «κόσμος» εννοείται το σύνολο των ανθρώπων που δεν θέλει να έχει καμμία κοινωνία με τον Θεό, που θέλει να ζει στην αυτονομία του, να ζει στην αυταρέσκειά του, να ζει στην αυτάρκειά του, να ζει στον εγωισμό του. Αυτός ο κόσμος, δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι, αυτή η μερίδα, λέγονται «κόσμος».
Κόσμος ακόμα είναι το σύνολο των ανθρώπων που είτε αποδέχονται την ύπαρξη του Θεού ή και το θέλημά Του, αλλά δεν ανταποκρίνονται όμως στο θέλημα του Θεού. Λένε «Ναι, πιστεύω στον Θεό». Προσέξτε, μη μας ξεγελά η περίπτωση. «Πιστεύω στον Θεό. Πιστεύω, και πηγαίνω και κάπου-κάπου στην εκκλησία». Δεν εφαρμόζει όμως το θέλημα του Θεού. «Θα μου πείτε», λέει ο Χριστός, «εκείνη την ημέρα: “Κύριε, δεν σε αποδεχθήκαμε; Δεν πιστέψαμε, αφού ακούσαμε το κήρυγμά σου, που το έκανες στις πλατείες μας; Πώς τώρα μας αποδοκιμάζεις;”. Και θα τους πω: Φύγετε από μένα, δεν σας γνωρίζω» (δηλαδή δεν σας αναγνωρίζω) «εσείς που είσαστε οι εργάται της ανομίας. Δεν εφαρμόσατε το θέλημά μου». (Ματθ. 7, 21-23.) Έτσι λοιπόν έχομε, αγαπητοί μου, τους ανθρώπους οι οποίοι αποδέχονται τον Θεό, την ύπαρξή Του, μάλιστα μερικοί φθάνουν να λένε «πιστεύω σε μια ανωτέρα δύναμη» ‒ που θα πει «τίποτα», που θα πει «τίποτα» αυτό το πράγμα (δεν είναι συγκεκριμένο πράγμα) – και αυτοί στο τέλος να αποτελούν αυτό που λέμε κόσμο. Είτε, ακόμη, στρέφουν τα νώτα τους στον Θεό, είτε, αποστατούντες, ή ακόμη και αρνούμενοι την ύπαρξη του Θεού, που είναι το φαινόμενον της αθεΐας. Όπως και αν έχει το πράγμα, όλα αυτά λέγονται με μία λέξη «κόσμος».
Αν θέλετε να σας προσθέσω ακόμη κάτι, λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Αν». λέγει, «θέλεις να πεις όλα τα πάθη που υπάρχουν στον κόσμον αυτόν μόνο με μία λέξη, θα τα πεις “κόσμος”. Αν θέλεις να αναλύσεις την έννοια “κόσμος”, είναι τα επιμέρους πάθη».
Αυτά όλα, αγαπητοί μου, λέγονται «κόσμος»· και τώρα αυτοί οι δύο κόσμοι έρχονται σε μία αντιπαράθεση. Ο ένας απέναντι εις τον άλλον. Ο κόσμος του Θεού και ο λαός του Θεού. Και επιθυμεί, ο μεν λαός του Θεού να χριστοποιήσει τον κόσμον ‒ μια επίσημη μορφή του είναι η Ιεραποστολή, αλλά μία ανεπίσημη είναι όταν εσύ πεις στο παιδί σου, στον γείτονά σου, στον συμπολίτη σου, του πεις δυο καλά λόγια για να γίνει Χριστιανός, να επιστρέψει, να μετανοήσει ‒ και από την άλλη μεριά ο αποστασιασμένος κόσμος επιθυμεί να καταργήσει και να εξαφανίσει τον λαό του Θεού. Γι’ αυτό υπάρχουν και οι διωγμοί, σε όλους τους αιώνες. Όταν λέμε διωγμούς, μην πηγαίνει το μυαλό σας στους τρεις πρώτους αιώνες. Ο διωγμός ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε, διότι όταν σε περιθωριοποιεί, όταν δεν σου δίνει σημασία, όταν δεν σε αφήνει κατ’ αξίαν να ανέλθεις κοινωνικά, επειδή μόνο και μόνο είσαι Χριστιανός, αυτό δεν είναι διωγμός; Και τόσα και τόσα και τόσα άλλα… Όταν στην Παιδεία οι δάσκαλοι, οι εκπαιδευτικοί γενικά, κηρύσσουν στους μαθητάς τους πράγματα τα οποία είναι άθεα, και σου λέει, αν θέλουν να στηριχθούν κάπου, να πουν «το Υπουργείον είναι εκείνο το οποίον επιβάλλει αυτήν την ύλην στο α΄ και β΄σχολικό βιβλίο», όλα αυτά είναι ένας διωγμός, και αυτό το πράγμα πρέπει να το καταλάβουμε.
Απόσπασμα από την 47η ομιλία στην κατηγορία
« Ομιλίες εις προσκυνητὰς ».
†.Είναι γνωστό ότι από την πρώτη εντολή εξαρτώνται όλες οι άλλες οι Εντολές, είτε σάν εφαρμογή είτε σάν παράβαση. Γι' αυτό μου πρέπει να διασώζεται η αλήθεια περί του Θεού. Και η θεολογία δέν είναι μία άκαρπη και μία σχολαστική ενασχόληση, αλλά είναι η αφετηρία όλων των εντολών, ακόμη και αυτής της σωτηρίας. Οταν μιλάμε περί του Θεού, δέν είναι κάτι που μπορούμε να λέμε, ότι, ε, κι αν δεν ξέρουμε πολλά πράγματα δεν χρειάζεται. Διότι αυτή η γνώση του Θεού διατηρεί και διαφυλάσσει την τήρηση της πρώτης εντολής, που λεγε ο Θεός «οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.» Είναι δέ γνωστό, ότι ο άνθρωπος ρέπει προς την ειδωλολατρία και συνεπώς έχει ανάγκη ανά πάσα στιγμή να διασώζεται απ' αυτήν τη γνώση, την βαθιά και αληθινή περί του Θεού.
Ακόμα είναι πολύ χαρακτηριστική η περιγραφή την οποία μας κάνει ο Απόστολος Παύλος, για τις συνέπειες της παραβάσεως αυτών κυρίως, των δύο εντολών που αναφέρονται εις τον Θεό. Μας περιγράφει την κατάσταση του αρχαίου κόσμου, στο πρώτο κεφάλαιο στην προς Ρωμαίους επιστολή του. Και τούτο διότι ο αρχαίος κόσμος έτσι ήταν όταν τον βρήκε το Ευαγγέλιο. Αλλά και κάτι ακόμα. Και ξανάγινε ο αρχαίος κόσμος, ή καλύτερα ο Χριστιανικός κόσμος, ξανάγινε ό,τι ήταν πριν γνωρίσει το Ευαγγέλιο. Τ' ακούσατε αυτό που είπα; Το Ευαγγέλιο βρήκε έναν αχρείο αρχαίο κόσμο και τον έκανε Χριστιανικό. Και αυτός ο Χριστιανικός κόσμος ξανάγινε πάλι αχρείος. Και αρνήθηκε το Ευαγγέλιο. Μόνο ανάγνωση θα σας κάνω χωρίς ανάλυση, γιατί έχει περάσει η ώρα.
«διότι γνόντες τὸν Θεὸν οὐχ ὡς Θεὸν ἐδόξασαν ἢ εὐχαρίστησαν, ἀλλ᾿ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία·/φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν,/καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν./Διὸ καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν τοῦ ἀτιμάζεσθαι τὰ σώματα αὐτῶν ἐν αὐτοῖς,/οἵτινες μετήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει, καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα, ὅς ἐστιν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν./Διὰ τοῦτο παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας. αἵ τε γὰρ θήλειαι αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν εἰς τὴν παρὰ φύσιν (ο Λεσβιασμός),/ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι (Ομοφυλοφιλία) τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες./Καὶ καθὼς οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν (να λένε πράγματα χαζά), ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα,/πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ, πορνείᾳ, πονηρίᾳ, πλεονεξία, κακίᾳ, μεστοὺς φθόνου, φόνου, ἔριδος, δόλου κακοηθείας,/ψιθυριστάς, καταλάλους, θεοστυγεῖς, ὑβριστάς, ὑπερηφάνους, ἀλαζόνας, ἐφευρετὰς κακῶν, γονεῦσιν ἀπειθεῖς,/ἀσυνέτους, ἀσυνθέτους, ἀστόργους, ἀσπόνδους, ἀνελεήμονας·/οἵτινες τὸ δικαίωμα τοῦ Θεοῦ ἐπιγνόντες, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες ἄξιοι θανάτου εἰσίν, οὐ μόνον αὐτὰ ποιοῦσιν, ἀλλὰ καὶ συνευδοκοῦσι τοῖς πράσσουσι.» (Ρωμ. 1, 21 - 32) Νά κατάλογος του αρχαίου κόσμου. Μα νά και ο κατάλογος του συγχρόνου Δυτικού Χριστιανικού κόσμου. Είναι ο ίδιος. Έτσι βλέπουμε, ειδωλολατρία και ακατάστατος βίος είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Αλλά οι σύγχρονοι Χριστιανοί, έκαναν ένα βήμα παραπέρα από τον αρχαίο κόσμο. Το Ευαγγέλιο βρήκε τον αρχαίο κόσμο να ειδωλολατρεί. Αλλά σήμερα οι Χριστιανοί έκαναν ακόμη ένα βήμα θρασύτητος. Από την ειδωλολατρία μετεπήδησαν στην αθεΐα. Το φαινόμενο της αθεΐας δέν υπήρχε στον αρχαίο κόσμο. Υπάρχει όμως στον σύγχρονο κόσμο. Συνεπώς ο σημερινός μας κόσμος είναι χειρότερος από κάθε προηγούμενη κατάσταση, διότι αρνήθηκε τον σωτήρα του Χριστό.
Λέγει Ο Απόστολος Πέτρος: «καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην (τον Ιησούν Χριστόν) ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν·(φέρνουν στον εαυτό τους γρήγορη καταστροφή)/καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀσελγείαις, δι᾿ οὓς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται·» (Β Πε. 2, 1 - 2) Η οδός της αληθείας είναι το Ευαγγέλιο. Θα βλασφημηθεί το Ευαγγέλιο, με την ζωή αυτών των Χριστιανών, που έγιναν πολλοί, πολλοί, πολλοί. Κι επειδή σήμερα αποστατούμε από τον Θεό, τον ζώντα Θεό, γι' αυτό θα έρθει και η αθέτηση των εντολών και η αποσύνθεση των κοινωνιών μας. Αντιπροσωπευτικά ο ιερός Ευαγγελιστής αναφέρει τον φόνο, την πορνεία, την κλοπή και τη μαγεία.
Πρώτο λοιπόν. Ο φόνος. Οσο ποτέ στην Ιστορία δέν λογαριάζεται σήμερα η ανθρώπινη ζωή, παρότι φωνάζουμε υποκριτικότατα περί δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η αναρχία, ο πληρωμένος φόνος, ο βασανισμός Χριστιανών ανά τον κόσμο, η φονικότατοι πόλεμοι, η αδιαφορία για την υγεία και την ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων με την μόλυνση του περιβάλλοντος, την νοθεία των τροφίμων, την νοθεία των φαρμάκων κλπ κλπ. Δηλαδή όλα αυτά που είναι στην κατηγορία του αμέσου και του εμμέσου φόνου.
Δεύτερον η πορνεία. Υπό την γενική αυτή ονομασία πορνεία, υπάρχει ολόκληρη κλιμάκωση ανηθικότητος, που κοκκινίζει κάθε έντιμος άνθρωπος αν πρέπει ν' αναφερθεί. Καταντήσαμε αγαπητοί μου αληθινά Σόδομα και Γόμορρα. Ντρέπεσαι να πείς σήμερα, ότι δέν μετέρχεσαι την αμαρτία που μετέρχεται ο κόσμος. Ντρέπεσαι σήμερα να πείς, ότι δέν πας να κάνεις ό,τι κάνουν οι άλλοι. Ντρέπεται να πει σήμερα μιά κοπέλα ότι δέν έχει φίλο. Ντρέπεται να πει σήμερα ένας νέος ότι δέν έχει γνωρίσει την ανηθικότητα. Ντρέπεται. Γιατί; Γιατί το κακό έχει γίνει πάρα πολύ κακό. Εχει γίνει πάρα πολύ. Εχει βγεί και έχει ξεχυθεί, έχει ξεχειλίσει στα πεζοδρόμια, και το αφύσικο να θεωρείται φυσικό. Το αμαρτωλό να θεωρείται κανονικό. Πάρα πολύ κανονικό.
Και ο αγνός και εγκρατής και φρόνιμος και συνετός και σώφρων άνθρωπος, αυτός να θεωρείται ότι είναι έξω από κάθε φύση και κάθε πραγματικότητα. Η φιλολογία δέ της ανηθικότητος, όπως είναι οι ταινίες στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, φωτογραφίες, μυθιστορήματα, όλα αυτά έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.
Αλλά και η κλοπή. Είναι χαρακτηριστική αυτή η αναφορά αυτού του αμαρτήματος, που λέει «ἐκ τῶν κλεμμάτων αὐτῶν», από τις κλοπές τους. Η παρουσία της κλοπής χαρακτηρίζει την απουσία της αγάπης και του σεβασμού του άλλου ανθρώπου. Την ιδιοτέλεια, τον ευδαιμονισμό, την απιστία, και πολλά άλλα σύνδρομα. Σήμερα όλοι κλέβουν. Η κλοπή έγινε επιστήμη. Αλλά και η ιεροσυλία έχει ξεπεράσει κάθε ανεκτό όριο. Οι άνθρωποι κλέπτουν σήμερα κατά μία λαϊκή έκφραση "και της Παναγιάς τα μάτια." Αλλά άν υπάρχουν ακόμη σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι που πεθαίνουν από την πείνα, ακούσατε, 17 εκατομμύρια θα πεθάνουνε το 1982. 17 εκατομμύρια παιδιά. Αυτή είναι η υψηλή κλοπή των αγαθών των άλλων λαών προς ίδιον όφελος ολίγων λαών.
Και τέλος η μαγεία. Πού είναι συνάρτηση της ειδωλολατρίας και υποκατάστατο της πίστεως. Σήμερα οι άνθρωποι πιστεύουν κάθε παραλογισμό. Ό,τι να τους πείς θα το πιστέψουν. Εκτός από τον αληθινό Θεό. Κάποτε, έλεγε ένας νεότερος, στην Αίγυπτο όλα είχαν θεοποιηθεί. Και ο Νείλος και οι κροκόδειλοι τα ποντίκια και οι γάτες. Εκτός από τον αληθινό Θεό. Το ίδιο έχουμε και σήμερα. Ολα μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος να τα πιστέψει, όλα να τα θεωρήσει πραγματικά, τις πιο ανόητες νοσηρές φαντασιώσεις, μπορεί να τις δεχτεί ως πραγματικότητες, εκτός από τον αληθινό Θεό και το Ευαγγέλιο. Αυτός ο δαιμονισμός που εισήλθε με την μαγεία, οδήγησε στην δαιμονοπληξία σε βαθμό αξιοθρήνητο. Οσο ποτέ άλλοτε έχουμε σήμερα δαιμονοπλήκτους ανθρώπους. Αγαπητοί μου σήμερα ο κόσμος μας παρουσιάζει την εικόνα του παραλύτου της Βηθεσδά. Κατάκοιτος, παράλυτος, ανίσχυρος να υγιάνει. Εχει όμως μία διαφορά με τον παράλυτο της Βηθεσδά. Εκείνος ζήτησε να γίνει καλά. Αλλά ο σύγχρονος κόσμος μας, θέλει να μείνει στην πώρωσή του και στην αμετανοησία του. Αυτή είναι η διαφορά. Ακριβώς αυτή η κατάσταση που λέγεται ο ιερός Ευαγγελιστής, το αποτέλεσμα της έκτης πληγής ως αμετανοησία, αυτή ακριβώς η κατάσταση θα φέρει και τις υπόλοιπες 2 ουαί. Τα δύο παρακάτω αλίμονα. Αλλά, τότε, ώ, αγαπητοί μου τότε, ο Θεός να μας ελεήσει.
Απόσπασμα από την 41η ομιλία στο βιβλίο της Καινής Διαθήκης « Ιερά Αποκάλυψις ».
†.Ασφαλώς είμεθα όλοι, κατά τεκμήριον, που εδώ βρίσκεσθε αγαπητοί μου, Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Και αυτό είναι αληθές. Όλοι εβαπτισθήκαμε, και μάλιστα έχοντες το προνόμιον να είμεθα Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Αλλά, αυτή την αλήθειαν, ότι είμεθα Ορθόδοξοι Χριστιανοί, δυστυχώς δεν την ομολογούμε. Και η αιτία είναι ότι δεν θέλομε να ξεχωρίζομε από τους ανθρώπους που λέγονται «κόσμος». Διότι πάντοτε θα υπάρχει, ας είμεθα όλοι οι Έλληνες βαπτισμένοι (ή σχεδόν όλοι οι Έλληνες), δεν παύομε όμως, δεν παύει όμως μες στην ιστορία να υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, όπως θα δούμε στη συνέχεια, του λαού του Θεού και του κόσμου. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, δεν θέλομε (γι’ αυτό δεν ομολογούμε) να ξεχωρίζομε από τον κόσμον, διότι αισθανόμεθα υποτιμητικά.
Είναι ένας πολύ μεγάλος πειρασμός να θέλεις να ξεχωρίζεις από τον κόσμο. Αυτό όμως αποτελεί ένα πρόβλημα των Χριστιανών και, αν θέλετε, ένα τονισμένο πρόβλημα στην εποχή μας, διότι η εποχή μας είναι τέτοια που θέλει όλα να τα ανακατώσει και να τα ενώσει. Και ακόμα, η επίπτωσις, το να μην θέλει ο Χριστιανός να ξεχωρίζει από τον κόσμον, είναι βαρυτάτη, όπως θα τη δείτε στη συνέχεια.
Μία πρώτη επίπτωσις είναι η απώλεια της χριστιανικής μας ταυτότητος. Δεν φαίνεσαι πια σαν χριστιανός, διότι, αφού δεν θέλεις να ξεχωρίζεις, δεν φαίνεσαι πια σαν χριστιανός. Και, ακόμα, η συνταύτιση – η άλλη πλευρά (το ίδιο είναι) – με τον κόσμον, η συνταύτιση. Συνεπώς, δεν ξεχωρίζεις πια σε τίποτε. Είναι αυτό που ο Χριστός είπε: «Ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται;» (Ματθ. 5, 13.)
Εάν, λέει, το αλάτι χάσει την αλιστική του ιδιότητα, με τι θα αλατισθεί; Είναι άχρηστο, το πετάμε στον δρόμο. Ούτε, λέει, και για κοπριά δεν κάνει. Το πετάμε στον δρόμο και ποδοπατείται υπό των ανθρώπων. Πράγματι, ανάλατοι Χριστιανοί στο τέλος αυτή την επίπτωση έχουν, να ποδοπατούνται από τους κοσμικούς, να λένε «Α, εσύ... Εσύ που τα πρόδωσες όλα! Σε καταφέραμε, σε κερδίσαμε». Βλέπετε, λοιπόν, ότι έχομε εδώ πολύ σοβαρές επιπτώσεις.
Και βέβαια, αυτή η συνταύτιση με τον κόσμον δεν επιτελείται με μίαν αποκήρυξη επίσημο του Χριστιανισμού. Δεν βγαίνει κάποιος να πει «Εγώ αποκηρύσσω τον Χριστιανισμόν, αποκηρύσσω το βάπτισμά μου!». Όχι, αλλά επιτελείται με μια προοδευτική προσχώρηση στο φρόνημα του κόσμου· ή, αν θέλετε, με μια διαλεκτική που υπάρχει, ανάμεσα στον Χριστιανό και τον κόσμο. Και όταν λέμε «διαλεκτική» εννοούμε: όταν ανοίγουμε συζήτηση. Δηλαδή, «Μου είπες να έρθω σ’ εκείνη τη διασκέδαση. Καλά. Δεν πρέπει να ’ρθω, αλλά αφού επιμένεις, τότε θα ’ρθω, αλλά ξέρεις, δεν θα χορέψω». Αυτό είναι μία διαλεκτική, μία συζήτηση, και από τη συζήτηση αυτή πάμε σιγά-σιγά, βήμα-βήμα πηγαίνομε στο να προσχωρήσουμε και να ταυτιστούμε ολότελα.
Θυμάμαι έναν συνάδελφό μου, ταλαίπωρο παιδί, όταν υπηρετούσαμε. Υπηρετούσαμε την βασική μας εκπαίδευση και είμεθα κάπου στην Ελλάδα, μακριά από την Αθήνα, και βγήκαμε με την πρώτη μας έξοδο. Βέβαια, είχαμε μια παρέα όμορφη, που δεν πηγαίναμε ούτε σε άσχημους τόπους, κ.λπ. κ.λπ. Μαζί ήμαστε, εκκλησιαζόμαστε μαζί, παίρναμε κάποιες άδειες, σε ένα διπλανό χωριό, κ.λπ. κ.λπ. Βγήκαμε κάποτε στη μεγάλη την πόλη. Όταν γυρίσαμε, αυτό το παιδί είχε πάει μαζί τους (ήμαστε παρέα, καμμιά δεκαπενταριά). Αυτός πήγε μαζί τους, με τον κόσμο, τους πολλούς, τους πολλούς στρατιώτες. Και του είπαν ότι αυτοί θα πήγαιναν σε σπίτια αμαρτίας. Εκείνος δεν ήθελε. Αυτοί επέμεναν και έλεγαν ότι «Κοίταξε... Τέλος πάντων, συνόδευσέ μας». Αυτός τους εσυνόδευσε, αλλά όταν έφθασε μέχρις εκεί, το δεύτερο βήμα ήταν της πτώσεως, να τον καταφέρουν να πέσει και αυτός στην αμαρτία. Και το άκουσα αυτό από δύο συναδέλφους όταν, στα φορτηγά μέσα, γυρίζαμε στη μονάδα μας. Από πίσω μου πιασμένοι, τώρα, (στα φορτηγά σας είπα, απ’ τα σίδερα του αυτοκινήτου) άκουσα από πίσω μου αυτό να το λένε, με τι; Με ειρωνική διάθεση. «Τον καταφέραμε τον... τάδε»· και θυμάμαι και το όνομά του από τότε ακόμα (δεν σας το λέγω). «Τον καταφέραμε να κάνει ό,τι κάναμε κι εμείς». Αυτό λέγεται «διαλεκτική». Βήμα-βήμα, σιγά-σιγά. Είναι η χειροτέρα μέθοδος του διαβόλου. Είναι δε και η πρώτη, διότι μέσα εις τον Παράδεισον τι έκανε ο διάβολος; Έπιασε και τους έδωσε ξύλο στους πρωτοπλάστους; Τους πέταξε έξω από τον Παράδεισο; Τι; Άνοιξε διάλογον. Η μέθοδος της διαλεκτικής.
Λοιπόν. Θα λέγαμε όμως σήμερα, ο κόσμος μας ‒ ο Χριστιανικός μας κόσμος – πάσχει από αυτό, το ότι ανοίγει διάλογο με την αμαρτία, με τον διάβολο, με τον κόσμο. Είναι αλήθεια ότι τα μηνύματα του Θεού έρχονται πάντοτε μέσα στον κόσμο, αλλ’ ο κόσμος δεν έχει πάντοτε μια θετική στάση απέναντι στον Θεό, απέναντι στα μηνύματά Του. Ο Θεός λέγει «αυτό θα κάνετε» ή «αυτό είναι η αλήθεια». Άλλοι μεν αποδέχονται, άλλοι δεν αποδέχονται. Αυτομάτως – προσέξτε αυτό το σημείον – αυτομάτως ξεχωρίζουν οι άνθρωποι και κατατάσσονται σε δύο στρατόπεδα: Σε εκείνους οι οποίοι αποδέχονται και σε εκείνους οι οποίοι δεν αποδέχονται. Και εκείνοι οι οποίοι αποδέχονται το θέλημα του Θεού, εκείνο που ο Θεός δηλαδή θέλει, αυτοί λέγονται «λαός του Θεού». Εκείνοι που δεν αποδέχονται το θέλημα του Θεού, αυτοί λέγονται «κόσμος».
Αυτομάτως, λοιπόν, η ανθρωπότητα χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα. Μην ξεχνάτε δε, ότι η παρουσία του Χριστού μοίρασε, διήρεσε τον κόσμον σε δύο στρατόπεδα. Μάλιστα λένε, «Μα ο Χριστός είναι ειρηνοποιός». Ειρηνοποιός κατά την έννοια που νοείται από την Γραφή, όχι ειρηνοποιός με την έννοια να ενωθούν, να μειγούν, τα άμεικτα, να μειγούν τα άμεικτα, εκείνα που δεν μείγονται. Κι έτσι, ο Χριστός είπε εκείνον τον φοβερό λόγο: «Ήλθα να βάλω, τι νομίζετε;», λέει, «ότι ήλθα να βάλω ειρήνη στη γη; Ήλθα να βάλω μάχαιραν και πυρ, μαχαίρι και φωτιά».
(Ματθ. 10, 34, Λουκ. 12, 49.)
Τι σημαίνει αυτό; Ήλθε, λέγει ακόμη ό Ίδιος, να διχάσει. Και δεν παίρνει να πει να διχάσει την Ευρώπη με την Ασία, αλλά να διχάσει τον γιο με τον πατέρα και τη μάνα με την κόρη και τη νύφη με την πεθερά. (Λουκ. 12, 53.)
Αυτός ο διχασμός δεν είναι παρά (προσέξτε, είναι έκφρασις αυτό, ότι ήρθε να διχάσει) παρά [το ότι] η διδασκαλία του αυτομάτως κάποιους τους κάνει να αποδέχονται και κάποιους να μην αποδέχονται. Έτσι, το αποτέλεσμα είναι σαν να έχει βάλει ο Χριστός το μαχαίρι και τον διχασμόν. Δεν τον έβαλε ο Χριστός, αλλά η κακή προαίρεση των ανθρώπων, με τον καυστικόν άνεμον που λέγεται διάβολος.
Έτσι, βλέπει κανένας εδώ ότι έχομε τον λαό του Θεού, που ακούει στο θέλημα του Θεού, και αυτό που λέγεται «κόσμος». Έτσι, ο κόσμος νοείται ‒ αυτό θα είναι μέχρι το τέλος της Ιστορίας, μην το ξεχνάτε αυτό ‒ «κόσμος» εννοείται το σύνολο των ανθρώπων που δεν θέλει να έχει καμμία κοινωνία με τον Θεό, που θέλει να ζει στην αυτονομία του, να ζει στην αυταρέσκειά του, να ζει στην αυτάρκειά του, να ζει στον εγωισμό του. Αυτός ο κόσμος, δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι, αυτή η μερίδα, λέγονται «κόσμος».
Κόσμος ακόμα είναι το σύνολο των ανθρώπων που είτε αποδέχονται την ύπαρξη του Θεού ή και το θέλημά Του, αλλά δεν ανταποκρίνονται όμως στο θέλημα του Θεού. Λένε «Ναι, πιστεύω στον Θεό». Προσέξτε, μη μας ξεγελά η περίπτωση. «Πιστεύω στον Θεό. Πιστεύω, και πηγαίνω και κάπου-κάπου στην εκκλησία». Δεν εφαρμόζει όμως το θέλημα του Θεού. «Θα μου πείτε», λέει ο Χριστός, «εκείνη την ημέρα: “Κύριε, δεν σε αποδεχθήκαμε; Δεν πιστέψαμε, αφού ακούσαμε το κήρυγμά σου, που το έκανες στις πλατείες μας; Πώς τώρα μας αποδοκιμάζεις;”. Και θα τους πω: Φύγετε από μένα, δεν σας γνωρίζω» (δηλαδή δεν σας αναγνωρίζω) «εσείς που είσαστε οι εργάται της ανομίας. Δεν εφαρμόσατε το θέλημά μου».
(Ματθ. 7, 21-23.)
Έτσι λοιπόν έχομε, αγαπητοί μου, τους ανθρώπους οι οποίοι αποδέχονται τον Θεό, την ύπαρξή Του, μάλιστα μερικοί φθάνουν να λένε «πιστεύω σε μια ανωτέρα δύναμη» ‒ που θα πει «τίποτα», που θα πει «τίποτα» αυτό το πράγμα (δεν είναι συγκεκριμένο πράγμα) – και αυτοί στο τέλος να αποτελούν αυτό που λέμε κόσμο. Είτε, ακόμη, στρέφουν τα νώτα τους στον Θεό, είτε, αποστατούντες, ή ακόμη και αρνούμενοι την ύπαρξη του Θεού, που είναι το φαινόμενον της αθεΐας. Όπως και αν έχει το πράγμα, όλα αυτά λέγονται με μία λέξη «κόσμος».
Αν θέλετε να σας προσθέσω ακόμη κάτι, λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Αν». λέγει, «θέλεις να πεις όλα τα πάθη που υπάρχουν στον κόσμον αυτόν μόνο με μία λέξη, θα τα πεις “κόσμος”. Αν θέλεις να αναλύσεις την έννοια “κόσμος”, είναι τα επιμέρους πάθη».
Αυτά όλα, αγαπητοί μου, λέγονται «κόσμος»· και τώρα αυτοί οι δύο κόσμοι έρχονται σε μία αντιπαράθεση. Ο ένας απέναντι εις τον άλλον. Ο κόσμος του Θεού και ο λαός του Θεού. Και επιθυμεί, ο μεν λαός του Θεού να χριστοποιήσει τον κόσμον ‒ μια επίσημη μορφή του είναι η Ιεραποστολή, αλλά μία ανεπίσημη είναι όταν εσύ πεις στο παιδί σου, στον γείτονά σου, στον συμπολίτη σου, του πεις δυο καλά λόγια για να γίνει Χριστιανός, να επιστρέψει, να μετανοήσει ‒ και από την άλλη μεριά ο αποστασιασμένος κόσμος επιθυμεί να καταργήσει και να εξαφανίσει τον λαό του Θεού. Γι’ αυτό υπάρχουν και οι διωγμοί, σε όλους τους αιώνες. Όταν λέμε διωγμούς, μην πηγαίνει το μυαλό σας στους τρεις πρώτους αιώνες. Ο διωγμός ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε, διότι όταν σε περιθωριοποιεί, όταν δεν σου δίνει σημασία, όταν δεν σε αφήνει κατ’ αξίαν να ανέλθεις κοινωνικά, επειδή μόνο και μόνο είσαι Χριστιανός, αυτό δεν είναι διωγμός; Και τόσα και τόσα και τόσα άλλα… Όταν στην Παιδεία οι δάσκαλοι, οι εκπαιδευτικοί γενικά, κηρύσσουν στους μαθητάς τους πράγματα τα οποία είναι άθεα, και σου λέει, αν θέλουν να στηριχθούν κάπου, να πουν «το Υπουργείον είναι εκείνο το οποίον επιβάλλει αυτήν την ύλην στο α΄ και β΄ σχολικό βιβλίο», όλα αυτά είναι ένας διωγμός, και αυτό το πράγμα πρέπει να το καταλάβουμε.
Από πότε ξεκίνησε αυτό; Αυτό ξεκίνησε από τη στιγμή που οι δύο άνθρωποι, Αδάμ και Εύα, έγιναν τέσσερις. Είναι ο πατέρας και η μητέρα, το πρώτο παιδί, ο Κάιν και το δεύτερο παιδί, ο Άβελ. Μέσα σ’ αυτήν την οικογένεια των τεσσάρων ανθρώπων αντιπροσωπεύεται ο κόσμος και η Εκκλησία, ή ο λαός του Θεού. Ο κόσμος αντιπροσωπεύεται από τον Κάιν. Ο κόσμος του Θεού, ο λαός του Θεού αντιπροσωπεύεται από τον Άβελ. Και εκείνο που σας είπα, ότι ο κόσμος επιβουλεύεται, σκέπτεται κακώς δια τον λαόν του Θεού, φαίνεται στο πρόσωπο του Κάιν. Βέβαια, δεν θα σας έλεγα ‒ γιατί ίσως κάποια άλλη φορά το έχω πει αυτό, ίσως να έχετε έλθει, να το έχετε ακούσει σε καμμιά κασέτα – ότι ο Κάιν είναι ο πρώτος Αντίχριστος επί της γης. Πίσω του, δε, στέκεται ο διάβολος. Ο διάβολος άκουσε ότι θα του συντριβεί η κεφαλή του (δηλαδή, η δύναμίς του) και τότε βάζει και ότι θα συντριβεί από έναν απόγονον της Εύας, απόγονον της Εύας, και το ’βλεπε αυτό στο πρόσωπο του Άβελ. Και βάζει τον Κάιν (του βρήκε κακή προαίρεση), τον βάζει να σκοτώσει τον αδελφό του τον Άβελ. Γιατί; Για να μην υπάρξει ο λαός του Θεού, να μην αναπτυχθεί και υπάρξει Εκείνος που θα συντρίψει την κεφαλήν του όφεως. Και αυτός ο απόγονος από την γενιά του Άβελ θα ήταν ο Ιησούς Χριστός. Είδατε από πού ξεκινάει η ιστορία του Αντιχρίστου;
Τα παρέρχομαι όμως αυτά, δεν θέλω περισσότερο να μιλήσω, παρά μόνο να σας πω το εξής: Ότι όταν ο Κάιν εφόνευσε τον Άβελ – θα πω και αρκετή ιστορία μέσα στο σημερινό μας θέμα, για να σας ξεκουράσω και λίγο και γιατί έτσι πρέπει – παρατηρούμε το εξής καταπληκτικό. Λέγει η Γραφή ότι «Ἔγνω δὲ Ἀδάμ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱόν». Πάλι δηλαδή ξανασυνευρέθη με τη γυναίκα του και εγέννησε παιδί, αγόρι. «Καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σήθ» (Σ-η-θ, Σηθ) «λέγουσα» (ποιος; η Εύα) «ἐξανέστησε γάρ μοι ὁ Θεὸς σπέρμα ἕτερον ἀντὶ Ἄβελ, ὃν ἀπέκτεινε Κάϊν.
(Γέν. 4, 25-26.)
«Σηθ» σημιτικά θα πει «αντικατάστασις», ή «αντικαταστάτης».
Έτσι, βλέπουμε εδώ ότι ενώ ο Αδάμ και η Εύα έκαναν πάρα πολλά παιδιά (ο Αδάμ έζησε 930 χρόνια), έκαναν τόσα πολλά παιδιά, ώστε μας προκαλεί η Αγία Γραφή να προσέξουμε σ’ αυτό το χωρίο. Τι θα πει «εις αντικατάστασιν του Άβελ»; Τι θα πει; Αφού έκανες τόσα αγόρια, Αδάμ και Εύα, κάνατε τόσα αγόρια και τόσα κορίτσια, δεν αντικατέστησαν όλα αυτά τον Άβελ; Όχι. Μας προκαλεί να αντιληφθούμε ότι εδώ κρύβει ένα μυστικό νόημα. Θα το δείτε αυτό το μυστικό νόημα στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Είναι γνωστό ότι ο Ματθαίος χρησιμοποιεί τη γενεαλογία του Χριστού κατά κατιούσα κλίμακα (κατεβαίνει από τον Αβραάμ έως τον Ιωσήφ και την Θεοτόκον, ο δε Λουκάς την ανιούσα. Και λέγει ότι ο Ιησούς, που είχε φαινομενικόν πατέρα τον Ιωσήφ και εγεννήθηκε από την Μαρία, ο οποίος Ιωσήφ (διότι ελαμβάνετο πάντοτε το άρρεν φύλο στη γενεαλογία) ο Ιωσήφ ήταν υιός του Τάδε, ο οποίος ήταν υιός του Τάδε και εκείνος του Τάδε, και ανεβαίνοντας, ανεβαίνοντας, φθάνει και λέγει: «τοῦ Σήθ, τοῦ Ἀδάμ, τοῦ Θεοῦ». (Λουκ. 3, 37.)
Χρησιμοποιείται λοιπόν στη γενεαλογία ο Σηθ. Α, να λοιπόν! Αυτή η πρόκληση της Παλαιάς, που ετέθη από το Πνεύμα το Άγιον, ερμηνεύεται και κατανοείται από την αναφορά πια, την ιστορική, από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον. Είναι εκπληκτικό.
Συνεπώς, τι σημαίνει εδώ; Ότι εδώ έχομε τον Άβελ ή τον Σηθ (που εφονεύθη ο Άβελ και αντικαθίσταται από τον Σηθ). Είναι εκείνος ο οποίος θα εδημιουργούσε τον λαό του Θεού. Και να! Από τις πρώτες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης, στο Βιβλίον της Γενέσεως, διαβάζουμε το εξής: Γεννήθηκαν παιδιά στον Κάιν. Βέβαια, μεταξύ τους τ’ αδέλφια, φυσικά, παντρεύτηκαν. Χώρισαν όμως τα αδέλφια. Κοιτάξτε κάτι περίεργο. Χώρισαν τα αδέλφια. Είναι εκείνο που θα λέγαμε, «χωρισμένα αδέλφια τα χωρίζει ο Θεός». Ο Θεός χωρίζει; Ο Θεός χωρίζει. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο Θεός χωρίζει. Χωρίζει λοιπόν τη γενεά του Κάιν, και μάλιστα λέγει εδώ ότι κατέναντι, λέγει, εγκατεστάθη ο Κάιν, στην γην Ναιδ. Ναιδ, κατέναντι Εδέμ.
(Γέν. 4, 16.)
Εκεί, λέει, έκτισε πόλη ‒ πόλη όχι με την έννοια όπως την εννοούμε σήμερα (πόλις θα πει από το «πολίζω», κατοικώ δηλαδή) ‒ δηλαδή έναν συνοικισμό· και άρχισαν να γίνονται πολλοί οι άνθρωποι στη γενεά του Κάιν. Και η γενεά του Σηθ [ήσαν] πολλοί. Ήσαν πολλοί, και από ’δω και από ’κει. Και ακούστε πώς, παρακαλώ, εδώ ο Θεός ονομάζει τους μεν απογόνους του Σηθ «υιούς του Θεού» ‒ προσέξτε, «υιούς του Θεού» ‒ τους δε απογόνους του Κάιν τους αποκαλεί «υιούς ανθρώπων» (ή «άνθρωποι»).
Τώρα θα μπορούμε να καταλάβουμε εκείνο το ψαλμικό χωρίο που λέγει (το χρησιμοποίησε και ο Κύριος, [για] να απολογηθεί στους Φαρισαίους), που λέγει εκείνο το χωρίο: «Ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου» (Ψαλμ. 81, 6.)
(Εγώ σας ονόμασα παιδιά του Θεού, θεούς και παιδιά του Υψίστου, του Θεού). Το λέγει η Γραφή, το λέγει ο Θεός. «Ὑμεῖς δὲ ἀποθνήσκετε ὡς ἄνθρωποι»
(Ψαλμ. 81, 7.) (εσεις δε, πεθαίνετε σαν άνθρωποι). Η ερμηνεία το ξέρετε ποια είναι; «Εγώ σας κατέταξα στον λαό του Θεού, να είσαστε παιδιά του Θεού, και εσείς ζείτε και πεθαίνετε σαν κοινοί άνθρωποι, απόγονοι του Κάιν». Τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε, αγαπητοί μου, αυτό το πάρα πολύ σπουδαίο χωρίο.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο Θεός θέλει χωριστά δύο κόσμους. Τους θέλει χωριστά ο Θεός. Σ’ αυτό επιμένω πολύ. Όμως, επειδή δεν εκρατήθηκε αυτό το χώρισμα… Γιατί δεν κρατήθηκε; Ακούστε: «Ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν, ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν, ὧν ἐξελέξαντο». (Γέν. 6, 2.)
Είδαν, λέει τα παιδιά του Θεού (η γενεά του Σηθ) τις θυγατέρες των υιών των ανθρώπων, δηλαδή τις κόρες της γενεάς του Κάιν, ότι ήσαν όμορφες. Ύστερα Νωεμίν, κ.λπ. Η λέξις αυτή, όπως είναι και σ’ ένα άλλο [βιβλίο] η Νωεμίν, εκεί στο Βιβλίο της Ρουθ, κ.λπ., και ένα άλλο όνομα που είναι από τις θυγατέρες του Κάιν, θα πει «ωραία», αυτό που σήμερα θα λέγαμε Πανωραία ‒ έχουμε και γυναικείο όνομα «Πανωραία» κ.λπ. – ή Ευμορφία. Είδαν ότι ήσαν όμορφες και τις παντρεύτηκαν. Τι είχε πει ο Θεός; «Δεν θα κάνετε συγγενολόγια με την άλλη πλευρά». Αυτοί κάνανε συγγενολόγια. Παντρεύτηκαν. Και λέει στη συνέχεια: «Καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεός», όταν είδε το αποτέλεσμα. Γιατί; Διότι το αποτέλεσμα ξέρετε ποιο ήταν; Να αρχίσουν τα παιδιά του Θεού να αμαρτάνουν όπως αμάρταναν τα παιδιά του Κάιν, οι απόγονοι του Κάιν. «Καὶ εἶπεν Κύριος ὁ Θεός· οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας» (Γένεσις, 6ον κεφάλαιον, στ. 2-3). Τι θα πει αυτό; Δεν θα μείνει το Πνεύμα μου το Άγιον σ’ αυτούς, γιατί έγιναν σαρκικοί άνθρωποι, αμαρτωλοί, σαρκικοί. Και το αποτέλεσμα ξέρετε ποιο ήταν; Ο Κατακλυσμός. Σημειώσατέ το: ο Κατακλυσμός.
Ο Θεός λοιπόν λέγει: «Δεν θα μειγείτε». Μείγονται, έρχεται ο κατακλυσμός. Και αυτό σημαίνει ότι έχουμε την πρώτην φάσιν διαχωρισμού των ανθρώπων σε δύο στρατόπεδα, σε δύο λαούς, που τον χωρισμόν αυτόν τον κάνει ο Θεός. Γι’ αυτό, θα ’λεγε κανένας, ο Οικουμενισμός ‒ ξέρετε, έχουμε πολλούς οικουμενισμούς, δεν είναι μόνο ο θρησκευτικός Οικουμενισμός, είναι και ο πολιτικός Οικουμενισμός (λέμε «η ηνωμένη Ευρώπη», αύριο θα πούμε η ηνωμένη Ασία, ηνωμένος κόσμος...) ‒ ξέρετε ότι αυτό εξυπηρετεί τον Αντίχριστο τελικά; Διότι αυτό το «ηνωμένος», δεν είναι γιατί έρχεται η ένωσις, θα λέγαμε, ομοιοκλήτως, αλλά ετεροκλήτως. Έρχονται να ενωθούν πράγματα τα οποία είναι ετερόκλητα.
Θα ’θελα να σας ερωτήσω, αλήθεια: Αγαπάτε τους συμπατριώτες σας, εκεί που μένει ο καθένας. Από την πολλή σας αγάπη, θα βάζατε όλους, αδιακρίτως, τη μια βραδιά δυο-τρεις-πέντε, την άλλη βραδιά δυο-τρεις-πέντε στο σπίτι σας (άνδρες, γυναίκες...); Θα τους βάζατε στο σπίτι σας; Θα τους βάζατε να κοιμηθούν στο κρεβάτι σας; Ετερόκλητος ένωσις λοιπόν, ε; Ετερόκλητος ένωσις! Δεν είναι πράγματα που είναι ομοιογενή. Αυτό λέει ο Θεός. Γι’ αυτό, αυτοί όλοι οι οικουμενισμοί δεν είναι παρά ετερόκλητοι και στο τέλος θα φέρουν τον Αντίχριστο! Ο Αντίχριστος θα χρησιμοποιήσει αυτά όλα για να έρθει η καταστροφή του κόσμου. Προσέξτε, αλήθεια σας λέγω. Το βλέπει κανείς στην Αγία Γραφή, και μάλιστα βλέπετε με πόση επιμονή επιμένω στην Αγία Γραφή. Δεν λέγω πράγματα αλλότρια της Αγίας Γραφής, ξένα.
Μετά από τον Κατακλυσμό όμως, που σώθηκε ο Νώε, η γυναίκα του, τα τρία του παιδιά και οι τρεις γυναίκες, επέρχεται πάλι πλήθυνση της αμαρτίας, πλεονασμός της αμαρτίας. Είναι τα έθνη που πια εξαπλώνονται πάνω στη γη. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Θεός επιθυμεί πάλι διαχωρισμό, και μέσα από έναν λαό, αυτόν τον λαό που κατοικούσε (σημιτικής προελεύσεως), που κατοικούσε ανάμεσα στα δύο ποτάμια, τον Τίγρη και τον Ευφράτη (το σημερινό Ιράκ), να διαλέξει έναν άνθρωπο που ελέγετο Αβραάμ, να τον πάρει και να του πει ότι από αυτόν θα κάνουμε καινούργιο λαό, και αυτός ο λαός θα είναι λαός του Θεού, ο οποίος ονομάζεται «περιούσιος». Περιούσιος από το «περιουσία». Δηλαδή θα είναι – προσέξτε με, πολλοί νομίζουν «περιούσιος» θα πει «εκλεκτός»· δεν θα πει εκλεκτός, θα πει «περιουσία» – ο οποίος θα είναι η περιουσία του Θεού, δηλαδή ο λαός του Θεού. Έτσι, ακούστε τι λέγει στον Αβραάμ: «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἄν σοι δείξω». (Γέν. 12, 1.)
Εκείνο το «ἔξελθε» (βγες) να το θυμόσαστε. Στην ομιλία, λίγο παρακάτω, έχω κάτι πολύ σπουδαίο να σας πω. Αυτό το «έξελθε, βγες», αυτός ο τρόπος εξόδου κατ’ αρχάς ήτανε, προσέξτε με, τοπικός. «Φύγε», δηλαδή, «από την πατρίδα σου και πήγαινε στον τόπο που θα σου πω». Κατόπιν είναι και τροπικός, θα το δούμε λίγο πιο κάτω. «Θα βγεις, λοιπόν, από την πατρίδα σου, από τους συγγενείς σου και από το σπίτι του πατέρα σου και θα έρθεις σε μια γη που θα σου δείξω». Δεν είπε ποια θα είναι αυτή η γη, για να τον κρατήσει στην φόρμα της πίστεως. «Καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα» (θα σε κάνω μεγάλο έθνος) «καὶ εὐλογήσω σε καὶ μεγαλυνῶ τὸ ὄνομά σου, καὶ ἔσῃ εὐλογημένος» (και θα είσαι ευλογημένος) [12].
(Γέν. 12, 2.)
Πράγματι, ξέρετε όλοι την ιστορία του Αβραάμ. Παρ’ ότι δεν είχε παιδί... τα παρατρέχω αυτά, τα γνωρίζετε. Από τον Αβραάμ προήλθε ένας ολόκληρος λαός, ο λαός του Ισραήλ. Και Ισραήλ, ξέρετε, ονομάστηκε (μετονομάστηκε «Ισραήλ») ο Ιακώβ, που εξηπάτησε τον αδελφό του τον Ησαύ και πήρε τα πρωτοτόκια. Ο Θεός τον επονόμασε Ισραήλ, και «Ισραήλ» θα πει «ηγαπημένος». Είναι ο αγαπημένος λαός του Θεού. Έτσι, όταν δημιουργείται αυτός ο λαός, ο Θεός δίδει συνεχώς εντολές να μη μειγούν με τους γειτονικούς των λαούς καθ’ οιονδήποτε τρόπον. Να ζουν ξέχωρα. Αυτό που σήμερα θα το λέγαμε απομόνωση, εθνική απομόνωση, που μοιάζει, στα μυαλά των ανθρώπων που ορθολογίζουν, παράξενο πράγμα («θα απομονωθούμε;»). Το σχέδιο του Θεού όμως ήταν αυτό.
Το σχέδιο του Θεού όμως ήταν αυτό. Έπρεπε να απομονωθούν, διότι η μεγαλύτερη αμαρτία που επετελέσθη από τους Ισραηλίτας, αγαπητοί μου, ήταν αυτή. Ποια; Ότι ο λαός αυτός δεν ετήρησε την εντολή του Θεού και εμείγη. Θα σας πω μόνο ένα χαρακτηριστικό, γιατί όλες οι τιμωρίες που επήλθαν στον λαόν αυτόν ήταν αποτέλεσμα του ότι εμείγησαν με τους ειδωλολάτρας.
Έτσι, αγαπητοί, για παράδειγμα, που σας είπα, όταν οι Εβραίοι είναι στα πρόθυρα να μπουν στη Γη της Επαγγελίας, οι Μωαβίται φοβούνται. Καλούν έναν μάγο από τη Μεσοποταμία, τον Βαλαάμ. Ο βασιλιάς των δε (των Μωαβιτών), ο Βαλάκ, τον παρακαλεί, αφού του ’δωσε πλούσια δώρα, να καταραστεί αυτόν τον λαόν να μην περάσει μέσα από τη γη του, δηλαδή να τσακιστεί εκεί στην έρημο, γιατί εφοβείτο κατάληψη της γης του ο Βαλάκ, ο βασιλιάς των Μωαβιτών. Δεν κατάφερε τίποτε να κάνει ο Βαλαάμ. Διαβάστε εκεί, στο Βιβλίο των Αριθμών.
(Αριθ. 22-25.)
Είναι πολύ αξιόλογη αυτή η ιστορία, η οποία αναφέρεται και εις το Βιβλίον της Αποκαλύψεως,
(Αποκ. 2, 14-15.)
αυτή η ιστορία, ως επανάληψη του φαινομένου. Και λέει το εξής στο βιβλίο της Αποκαλύψεως, όταν λέγει για τον Βαλαάμ εκεί ο Χριστός, ότι ό,τι έκανε [ήταν] ό,τι έκανε τότε ο παλιός Βαλαάμ. Και Βαλαάμ θα πει «Νικόλαος», εξ ου και οι «Νικολαΐται», που αναφέρονται στο Βιβλίον της Αποκαλύψεως. Ξέρετε τι είπε εις τον Βαλάκ; Του λέει «Κοίταξε, αυτούς τους προστατεύει ο Θεός. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Γι’ αυτό, άκουσέ με. Θα κάνεις το εξής. Θα τους βάλεις να αμαρτήσουν. Θα τους καταφέρεις να ’ρθούν να προσκυνήσουν τους δικούς σου θεούς. Τότε θα οργισθεί ο Θεός εναντίον των και θα τους τσακίσει». Ακούτε πονηρή μέθοδος; Αυτή τη μέθοδο των Νικολαϊτών την μετέρχονται δυστυχώς οι άνθρωποι του κόσμου μέχρι σήμερα: εκείνο το «να παρασύρουμε». Αποτέλεσμα: Παρέσυραν, τους είπαν «Έχουμε γιορτή. Ελάτε να φάμε, να πιούμε, να είμαστε καλοί γείτονες». Τι το λογικότερον; Κι εκεί μέθυσαν αυτοί, οι Ισραηλίται, πόρνευσαν, και ετελέσθη Βεελφεγώρ, λέει εκεί, στο Βιβλίο των Αριθμών.
(Αριθ. 25, 1-5.)
Ετελέσθη, από το «τελετουργώ». Προσέφεραν θυσίες εις τον Βεελφεγώρ, τον θεόν των Μωαβιτών. Και τότε οργίσθηκε ο Θεός, και ήλθε η αποδεκάτισις. Εφονεύθησαν, από τους υπολοίπους Εβραίους, αυτοί που αμάρτησαν ‒ αριθμός: είκοσι τρεις χιλιάδες ‒ σε μια μέρα. Ανελέητη, δηλαδή, τιμωρία του λαού.
Έτσι, τι βλέπομε εδώ; Βλέπομε ότι πράγματι ο Θεός ήθελε έναν λαό που να μη μείγεται, να μην ανακατεύεται με αυτό που λέγεται «κόσμος», έναν κλειστό και ξέχωρο από τους άλλους λαούς, λαόν. Όμως πάλι αυτή η απομόνωσις δεν εκράτησε πολύ. Επανειλημμένως και επανειλημμένως οι Εβραίοι έκαναν αυτήν την αποστασία τους. Τους τιμωρεί ο Θεός με την αιχμαλωσία στη Συρία και εις την Βαβυλωνία και, να μην πολυπραγμονώ, το θέμα είναι ότι ο λαός αυτός έφθασε τσακισμένος, καραβοτσακισμένος μέσα στην Ιστορία, με αυτές τις παλινδρομήσεις του μεταξύ Θεού κα ειδωλολατρείας.
Εδώ τελειώνει η δευτέρα φάσις που ζητάει ο Θεός το ξεχώρισμα. Αυτή η δευτέρα φάσις δείχνει ότι ο λαός αυτός – προσέξτε – απέτυχε. Και προβαίνει ο Θεός σε μία τρίτη και τελευταία στην Ιστορία φάση· και αυτή, το τρίτο χώρισμα, είναι η Εκκλησία. Εδώ θέλω τώρα ιδιαιτέρως να προσέξετε, γιατί σας είπα προηγουμένως ότι όλα τα άλλα αποτελούν [προϋπόθεση] για να ξέρουμε την ιστορία, την προϊστορία του πράγματος, πώς έχει το πράγμα. Έτσι ο Θεός δημιουργεί την Εκκλησία μέσα στην Ιστορία.
Έχετε ακούσει, όταν λειτουργεί ο Επίσκοπος, που βγαίνει στην Ωραία Πύλη και λέει «Κύριε, ευλόγησον την άμπελον ταύτην ήν εφύτευσεν η δεξιά σου»;
(Βλ. και Ψαλμ. 79, 15-16.)
Αυτή η άμπελος ήταν ο παλαιός Ισραήλ. «Εφύτευσε ο Θεός την άμπελον» τι θα πει; Τους πήρε τους Εβραίους από την Αίγυπτο και τους έβαλε στη γη Χαναάν. Ο Θεός τους φύτεψε εκεί. Όπως θα ’λεγα εγώ (δεν είμαι Θεσσαλός) «με εφύτευσε ο Θεός εις την Θεσσαλίαν (έκφρασις). Ο Χριστός είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή». Είναι στο 15 κεφάλαιο, στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιον.
(Ιω. 15, 1.) Τι θα πει «εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή»; Υπήρχε καμμία ψεύτικη; Ναι. Ήταν η πρώτη άμπελος, ο Ισραήλ, ο οποίος, όπως λέγει ο Θεός, «Εγώ σε εκάλεσα να κάνεις», λέγει, «σταφύλια σωρήκ» (είναι ένα είδος εκλεκτής ποιότητος, ας πούμε σουλτανίνα, ας πούμε ροζακί), «κι εσύ μου έγινες», λέει, «σταφύλι Σοδόμων και Γομόρας»,
(Ησαΐας 5, 2, Δευτερον. 32, 32.)
λέει ο Θεός. Συνεπώς, ξέπεσε ο λαός. Γίνεται τώρα άλλη άμπελος. Αλλά αυτή η άμπελος, αυτή τη φορά, είναι αυτό το θεανθρώπινον πρόσωπον του Ιησού Χριστού. «Εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή. Εσείς τα κλήματα» (Ιω. 15, 5.)
(οι κληματόβεργες). Ηνωμένες οι κληματόβεργες με τον κορμόν, που είναι το θεανθρώπινον πρόσωπον, σας λέγω, του Ιησού Χριστού. Δηλαδή; Δηλαδή η Εκκλησία. Το βλέπει κανείς ολοφάνερα αυτό το πράγμα.
Έτσι, έχοντας αυτήν την τρίτην φάσιν, η Εκκλησία μπαίνει στον κόσμον, εξαπλώνεται στον κόσμον. Αλλά ο κόσμος είναι επικίνδυνος. Κινδυνεύει η Εκκλησία να απορροφηθεί από τον κόσμον. Παλαιά η μέθοδος του διαβόλου, μέχρι σήμερα. Και τότε το Πνεύμα του Θεού καταχωρεί στην Καινή Διαθήκη, δια γραφίδος Αποστόλου Παύλου, στη δευτέρα του προς Κορινθίους Επιστολήν, στο 6ο κεφάλαιον,
(Στ. 16-18.) εκείνο που ο Θεός είπε στην Παλαιά Διαθήκη (ανανέωση λοιπόν). Ακούσατέ το και μην τρομάξετε. Μην τρομάξετε.
«Εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός». Είπε ο Θεός – ο Θεός το είπε, κανείς άλλος, ο Θεός το είπε – ότι «θα κατοικήσω ανάμεσά τους», όπως και ο Θεός τότε στον παλαιό Ισραήλ, «καὶ ἐμπεριπατήσω». Δεν σημαίνει «θα κατοικήσω». (Ξέρετε, μέσα στο σπίτι μας μπορεί να ’χουμε μια γιαγιά, η οποία κατοικεί βέβαια, αλλά δεν περπατάει, άρα λοιπόν δεν έχει δυναμική θέση μέσα στην οικογένεια. Έχει στατική, σε μια καρέκλα ή σε ένα κρεβάτι). Ο Θεός λέγει: «Όχι θα ενοικήσω μόνο, αλλά και εμπεριπατήσω». Ξέρετε τι θα πει; Θα πάρω δυναμική θέση μέσα στον λαό μου, ώστε οι άλλοι να λέγουν ότι ο Θεός των Χριστιανών είναι ζωντανός Θεός. «Καὶ αὐτοὶ», λέγει, «ἔσονταί μοι λαός». Αυτοί θα σταθούν λαός μου (υπογραμμίζω το «λαός μου») και εγώ γι’ αυτούς θα είμαι ο Θεός τους· «διὸ» (γι’ αυτό τον λόγο) – εδώ μην τρομάξετε – «ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος». «Ἐξέλθατε». Θυμόσαστε τι σας είπα για τον Αβραάμ, που του λέει ο Θεός «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου»; «Ἐξέλθατε», βγείτε!
Τώρα, πώς θα βγούμε; Θα πούμε, «Κύριε, που να πάμε σαν Εκκλησία; Στα βουνά; Σε πεδιάδες που ακόμα δεν κατοικήθηκαν;» Όχι, η έξοδος θα είναι τροπική. Τροπική. Ζούμε μέσα στον κόσμο. Αλλά δεν θα ζούμε όπως ο κόσμος. Θα το ξαναπώ. Ζούμε μέσα στον κόσμον, αλλά δεν θα ζούμε όπως ο κόσμος. Το καταλάβατε, παρακαλώ; Αυτό αποτελεί το κεντρικό σημείο της ομιλίας μας. Και λέγει στη συνέχεια: «Ἐκ μέσου αὐτῶν», από ανάμεσά τους, φύγετε «λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε». Και οτιδήποτε είναι ακάθαρτο, λέγει, μην το εγγίζετε, ούτε καν έτσι να μην κάνετε. «Μὴ ἅπτεσθε». Προσέξτε. Είναι γεγονός ότι πάρα πολλά πράγματα μπορούν να θεωρηθούν αμαρτωλά. Τι; Τι είναι το ακάθαρτο – όχι αμαρτωλό – ακάθαρτο; Κοπριές; Τα κόπρανα του ανθρώπου; Οι μύξες; Βρώμικα δεν είναι όλα αυτά τα πράγματα; Βρώμικα είναι. Όταν τα πιάσουμε πάμε και πλενόμαστε. Δεν είναι βρώμικα. Επιτρέψατέ μου να σας πω, θα είχα πάρα πολλά να σας πω, όχι σήμερα φυσικά… Ούτε το αίμα της γυναικός που αποβάλλεται, το ωάριον κατά μήνα, είναι ακάθαρτον. Το λέγουν σαφώς οι Αποστολικές διαταγές. Τρεις σελίδες καταγράφουν πάνω στο θέμα αυτό. Μη μου πείτε τότε «γιατί θεωρείται ακάθαρτος η γυναίκα;» Σας είπα, είναι άλλο θέμα. Ούτε το σπέρμα είναι ακάθαρτον. Τίποτα δεν είναι ακάθαρτον. Το λέγει και ο Άγιος Αθανάσιος στην Επιστολή του προς Αμούν, όπου η επιστολή του αυτή επήρε κανονική διάσταση, δηλαδή μπήκε στους Κανόνες. Λοιπόν, τίποτε μα τίποτε δεν είναι ακάθαρτο. Ούτε το ποντίκι, ούτε η κατσαρίδα, ούτε οι κοπριές, ούτε τα κόπρανα. Τίποτα! Γιατί θα ήταν περίεργο να μας πει ο Θεός «τίποτε το ακάθαρτο να μην πιάσετε», αφού είμαστε μέσα σ’ αυτά, ή η φύση μας συντελείται μέσα σ’ αυτά. Τότε τι είναι το ακάθαρτον; Ένα μόνο πράγμα: Η αμαρτία. «Πρόσεξε παιδί μου, μην πας στην πορνεία», θα πουν στο νέον άνθρωπο, στα παιδιά, οι γονείς, ο Θεός. «Μην πας στην πορνεία, αυτό είναι ακάθαρτο. Μην πάς στη μοιχεία, είναι ακάθαρτο. Μην κλέψεις, είναι ακάθαρτο. Μη σκοτώσεις, είναι ακάθαρτο». Η αμαρτία είναι εκείνη που λέγεται, με μία μόνο λέξη, «ακαθαρσία». Αυτό βέβαια ο Θεός δεν το θέλει. Και τι λέγει εδώ; Όχι μόνο να μην το κάνετε, να μην το διαπράξετε. Ούτε και να το εγγίσετε! «Μὴ ἅπτεσθε». Ούτε να το εγγίσετε. Και τότε, όταν θα γίνουν τα πράγματα έτσι, «κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς» (τότε θα σας δεχθώ), «καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα» (θα είσαστε παιδιά μου, θα είμαι πατέρας σας), «καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ» (και εσείς θα είσαστε τα αγόρια μου και τα κορίτσια μου). Τι ωραία... Τι ωραία! Λοιπόν, αγαπητοί, βλέπετε τι θα πει «είμαι λαός του Θεού». Θα πρέπει συνεπώς να μείνω έξω από εκείνα που ο Θεός δεν θέλει. Στο ερώτημα «ο Χριστιανός πρέπει να ξεχωρίζει;», μα τόσην ώρα τι λέμε; Αλλά αν θέλατε να το δείτε πιο καθαρότερα, ακούστε άλλα χωρία τώρα της Καινής Διαθήκης, και πόσο ο Θεός επιμένει στο να ξεχωρίζει ο λαός Του από τον κόσμο, ο οποίος κόσμος, όπως μας λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Πρώτη του Επιστολή, «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται».
(Α΄ Ιω. 5, 19.)
Όλος, λέει, ο κόσμος, η έννοια κόσμος, είναι στην αγκαλιά του διαβόλου. Το ακούσατε; Είναι στην αγκαλιά του διαβόλου. Φοβερό πράγμα.
Ακούστε λοιπόν τι λέει το Πνεύμα το Άγιον. Β΄ Κορινθίους, 6, 14: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις». Μη γίνεστε, λέγει το Πνεύμα το Άγιον, ετεροζυγούντες με τους απίστους. Τι είναι ο ετεροζυγούμενος ή ετεροζυγών (ενεργητικό); Τι είναι ακριβώς αυτό; Προσέξτε τι είναι. Όταν όργωναν ‒ μια εικόνα που οι παλαιοί θα την θυμούνται ακόμα ‒ έβαζαν δύο ζώα, ας πούμε δύο βόδια. Έβαζαν από πάνω έναν ζυγόν, ένα ξύλο, να κρατείται ευθυγράμμισις στο βάδισμα των ζώων για να οργώσουν. Λέει η Αγία Γραφή, η Παλαιά Διαθήκη, λέει: «Δεν θα βάλεις δύο διαφορετικά ζώα». Δεν θα βάλεις, ας πούμε, γαιδουράκι και βόδι, διότι δεν είναι ίσης δυνάμεως και τότε το ένα θα τραβάει το άλλο. Από μια παρόμοια περίπτωση, που είπε κάτι κάπου η Γραφή, λέει ο Θεός: Όταν θ’ αλωνίζουν τα βόδια σου, μην τους βάζεις φίμωτρο, ασ’ τα να φάνε όσο θέλουνε. «Ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ»,
(Α΄ Τιμόθ. 5, 18.)
λέει ο Απόστολος Παύλος. Μὴ τῷ Θεῷ μέλει περί τῶν βοῶν;»
(Α΄ Κορ. 9, 9.)
Μήπως ο Θεός ενδιαφέρεται για τα βόδια; Ουχί πάντως περί ημών εγράφη; Δεν γράφτηκε για μας; Α, ώστε λοιπόν έχουν μεταφορική σημασία εκείνα τα παράξενα που υπάρχουν στην Αγία Γραφή, στην Παλαιά Διαθήκη, τα οποία επιτέλους-επιτέλους αποβλέπουν και εις την ωφέλειαν των ζωών. Τι λέει; Όταν σου πει δεν θα βάλεις γαϊδουράκι και βόδι, θέλει να σου πει: Συ, άμα θα γίνεις Χριστιανός (τότε για τους Εβραίους, αλλά και όταν θα γίνεις Χριστιανός), δεν θα είσαι σ’ αυτό που λέει «μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις». Είναι γνωστό ότι το βόδι ήταν καθαρό ζώο. Ο γάιδαρος ήταν ακάθαρτο ζώο. Δεν θα μπεις κάτω από τον ίδιο ζυγό. Χώρια. Το ακούσατε; Δεν θα παντρευτείς μια κοπέλα η οποία είναι κοσμική. Δεν θα παντρευτείς ένα νέον που είναι κοσμικός και τρέχει από ’δω και από ’κει. Πρόσεξε! «Μὴ συναναμίγνυσθαι πόρνοις», λέει στην Α΄ Προς Κορινθίους, 5, 9. Τι θα πει αυτό; Μὴν συναναμίγνυσθε, μην ανακατεύεστε με τους πόρνους. Και μάλιστα λέει το εξής: «Μὴ συναναμίγνυσθαι», λέει ευθύς πιο κάτω, «ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ᾖ» (ότι είναι), [εάν] κάποιος αδελφός έχει φήμη ότι είναι «πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ λοίδορος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν».
(Α΄ Κορ. 5, 11.)
Είναι κάποιος ο οποίος έχει φήμη ότι είναι μέθυσος, ότι είναι άρπαγας, ότι βρίζει («λοίδορος»), ή [είναι] ειδωλολάτρης ή πλεονέκτης ή πόρνος; Όχι μόνο να μην κάνετε παρέα, ούτε να φάτε μαζί του. «Μηδὲ συνεσθίειν». Αυτό θα πει ξεχωρίζω από τους ανθρώπους. Θα πει ο Απόστολος Παύλος στην Προς Ρωμαίους, 12, 2: «Μὴ συσχηματίζεσθαι τῷ αἰῶνι τούτῳ». Συσχηματίζομαι θα πει μπαίνω στο ίδιο σχήμα, στο ίδιο καλούπι. Αν βάλω σε μία κανάτα νερό, σε ένα ποτήρι βάλω νερό και το κάνω πάγο, βγαίνει ένα ποτήρι (σχήμα). Αυτό σημαίνει ότι το νερό πήρε το σχήμα του ποτηριού. Εσύ λοιπόν, Χριστιανέ, μην μπεις στο καλούπι του κόσμου να πάρεις το σχήμα του κόσμου. Αυτό θα πει «μὴ συσχηματίζεσθαι τῷ αἰῶνι τούτῳ». Ο αιών τούτος, ο αιών αυτός, είναι ο κοσμικός αιών, η κοσμική κατάστασις. Αλλά τι; «Ἀλλὰ μεταμορφοῦσθαι τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν», αλλά να μεταμορφώνεσθε εις την ανακαίνιση του νοός σας, δηλαδή της νοοτροπίας σας. Να σκέπτεσθε καθημερινά περισσότερο και περισσότερο χριστιανικά και ευαγγελικά. «Εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον». Δηλαδή, τι θέλει ο Θεός από μένα; Τι είναι εκείνο που Τον ευαρεστεί; Ποιο είναι το θέλημά Του το ιερόν και άγιον; Αυτό να κάνω. Έτσι, αγαπητοί μου, είδατε τι θα πει «ξεχωρίζω». Είναι η τελευταία φάσις. Μετά έρχεται το τέλος της Ιστορίας, έρχεται το τέλος του κόσμου. Μετά δεν υπάρχει πια η σωτηρία. Γι’ αυτό, αν δεν προσέξουμε τότε σαν Χριστιανοί, και αδιαφορούμε και μπερδευόμαστε με τον κόσμο, τότε επέρχεται η εκκοσμίκευσις. Και εκκοσμίκευσις θα πει «γίνομαι και εγώ κόσμος». Ξέρετε αυτή τη στιγμή ‒ δεν θα αναφερθώ σε περιστατικά (τι να πω... είναι να οδύρεται κανείς και να χτυπιέται) ‒ ξέρετε αυτή η Εκκλησία μας, αυτή η Ορθόδοξος Χριστιανική Εκκλησία μας, πόση φθορά έχει υποστεί γενόμενη εκκοσμικευμένη; Το ξέρετε αυτό; Και εκκοσμίκευσις δεν είναι, βέβαια, να κτισθεί ένας ναός, ούτε να μπει το ηλεκτρικό. Μερικοί νομίζουν ότι εκκοσμίκευσις είναι να μπει το ηλεκτρικό. Δεν είναι αυτό εκκοσμίκευσις. Απλώς, χρησιμοποιούνται τα πράγματα του κόσμου τούτου για το καλό. Ξέρετε τι λέει ο Απόστολος Παύλος; Είναι στην Α΄ Προς Κορινθίους, στο 7ο κεφάλαιο (Στχ. 31.) : «Οἱ δὲ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι». «Χρώμενοι». Το λέει στους Χριστιανούς. Δηλαδή, εκείνοι που χρησιμοποιούν τον κόσμον (αν μπορούμε να τον χρησιμοποιούμε, βέβαια). Δεν χρησιμοποίησε ο Απόστολος Παύλος πλοιάριο να ταξιδεύσει; Δεν ανέβηκε άραγε επάνω σε κάποιο ζώο; Δεν έμεινε σε σπίτια; Αυτά δεν είναι του πολιτισμού στοιχεία; Δεν θα γίνει κατάχρησις, γιατί άμα γίνει κατάχρησις του πολιτισμού, τότε τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Τότε είναι κάτι πάρα πολύ επικίνδυνο. Τότε ο Χριστιανός αρχίζει να εκκοσμικεύεται. Θα φτιάξεις το σπίτι σου άμα παντρέψεις τα παιδιά σου. Θα τους βάλεις και έπιπλα κ.λπ. Πρόσεξε. Χρειάζονται τα έπιπλα. Πρόσεξε. Να ’ναι όμορφα; Να ’ναι όμορφα· δεν σου λέει κανείς όχι. Και ο Θεός έκανε τη φύση πολύ ωραία. Πρόσεξε: Τα παιδιά σου να μάθουν να μην αλλάζουν κάθε ένα χρόνο και κάθε δύο χρόνια το σαλόνι ή την κρεβατοκάμαρα γιατί πέρασε η μόδα και πρέπει να πάρουμε τώρα καινούργια… και καινούργια… και καινούργια. Αυτό λέγεται εκκοσμίκευση. Το να αποκτήσεις μια μικρή περιουσία, ας πούμε, να εξυπηρετηθείς κ.λπ., δεν είναι αμαρτία. Όταν όμως τρέχεις στο κυνηγητό αυτό του κόσμου (ν’ αρπάξουμε, ν’ αποκτήσουμε, ν’ αποκτήσουμε, να κάνουμε, να φτιάξουμε…) πρόσεξε, αυτό είναι εκκοσμίκευση. Γι’ αυτό λέει ο Απόστολος Παύλος: Αυτοί που χρησιμοποιούν τον κόσμον, «οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ», δεν είναι αμαρτία «ὡς μὴ καταχρώμενοι», δεν πρέπει δηλαδή να φθάσουν σε μία κατάχρηση, κ.λπ. κ.λπ. Έτσι, και θα φάμε και θα πιούμε. Ωραία μας το λέγει αυτό εις την Προς Διόγνητον Επιστολήν του ο άγνωστος αυτός πρώιμος συγγραφεύς. Λέει πόσα πράγματα! Οι Χριστιανοί – ίσως να σας το ’χω πει, αν έχετε ξανάρθει εδώ – οι Χριστιανοί δεν μένουν σε ξεχωριστές πόλεις. Προσέξτε, δεν μένουν σε ξεχωριστές πόλεις. Ντύνονται όπως οι άνθρωποι της εποχής των. Τρώνε και πίνουν όπως όλοι οι άνθρωποι. Παντρεύονται όπως όλοι οι άνθρωποι και κάνουν παιδιά όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά τα γεννώμενα (αυτά που γεννιόνται) δεν τα πετούν (δηλαδή δεν κάνουν έκτρωση). Αδελφή μου, αδελφέ μου, είσαι Χριστιανός και πιστεύεις ότι μπορείς να κάνεις έκτρωση; Αυτή τη στιγμή, αν μου επετρέπετο – σαν πνευματικός σας το λέγω αυτό – αν μου επετρέπετο αυτή τη στιγμή να αποκαλυφθούμε εδώ οι παρόντες ποιοι έχουνε κάνει έκτρωση, θα δείτε και θα τρομάξετε. Θα δείτε και θα τρομάξετε. Λοιπόν, έκανες έκτρωση; Να τι λέει ο συγγραφεύς της Προς Διόγνητον Επιστολής: «Γεννάνε όπως όλοι οι άνθρωποι, οι Χριστιανοί, αλλά τα γεννώμενα δεν τα πετούν», δεν κάνουν εκτρώσεις. Διότι εάν κάνεις έκτρωση, και μάλιστα στη σημερινή κατάσταση, που όλα έχουν αποποινικοποιηθεί (και η μοιχεία και η έκτρωση και τα σου ’πα και τα μου ’πες...), δεν μπορείς να πεις ότι εγώ, αφού αποποινικοποιήθηκαν, θα τα κάνω και εγώ. Είσαι κόσμος τότε, είσαι κοσμικός άνθρωπος. Ακόμη, λέγει, είναι κάτω από τους νόμους της πολιτείας που βρίσκονται, με τη ζωή τους όμως ξεπερνούν τους νόμους της πολιτείας. Δεν χρειάζεται ο χωροφύλακας για τον Χριστιανόν, και δεν χρειάζεται γιατί ξεπερνάει με τον τρόπο που ζει τις εντολές και τους νόμους της πολιτείας. Αυτό θα πει ζω μέσα σε μία κοινωνία, σε μία εποχή, ζώντας μέσα στον λαό του Θεού, και αποτελώ τον λαό του Θεού και το θέλημα του Θεού. Και ο κόσμος, να το ξέρετε, αν η Εκκλησία εκκοσμικεύεται, ο κόσμος δεν σώζει. Προσέξτε! Ο κόσμος δεν σώζει. Αν πηγαίνω και ανάβω το κεράκι μου ή κάπου-κάπου εξομολογούμαι και κοινωνώ ή πηγαίνω στην εκκλησία, αν δεν ζήσω με ανακαινισμένη νοοτροπία, χριστιανική, να το ξέρουμε: αυτό το πράγμα δεν σώζει. Προσέξτε, δεν σώζει. Θα μου πείτε, και ποιοι θα σωθούν; Θα σωθούν. Βέβαια θα είναι οι λίγοι, ναι, το είπε η Αγία Γραφή, αναφέρεται και στην Παλαιά, αναφέρεται και στην Καινή. Είναι το «λεῖμμα». «Λεῖμμα». Το λείμμα θα σωθεί, το υπόλοιπον, το υπόλοιπον του λαού του Θεού. Αν αποδεκατίζεται ο λαός του Θεού από το κοσμικό φρόνημα και την εκκοσμίκευση, μόνο το υπόλοιπο θα σωθεί. Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, να μην προβληματιζόμαστε. Πάνω στο θέμα του να λέμε «Ποιες πρέπει να είναι οι σχέσεις μου με τον κόσμον; Σαν άνθρωπος που είμαι στον κόσμο, δεν πρέπει κι εγώ να ταιριάξω;» Όχι. Δεν πρέπει να ταιριάξεις. Δεν θα στείλεις το παιδί σου στο πάρτι, την κόρη σου στο πεζοδρόμιο. Ξέρετε πόσες μητέρες είναι εκείνες οι οποίες, τῃ ανοχῄ του πατέρα, στέλνουν την κόρη να βγει απ’ τα 14 της χρόνια, απ’ τα 15 της; Γιατί, άμα δεν βγει, πώς θα παντρευτεί; Θα την έχομε γεροντοκόρη, άμα δεν βγει κι αυτή, να αρχίσει να αναζητά... Πρέπει να πάει σε κάποια καφετέρια, από την καφετέρια στη ντίσκο, από τη ντίσκο να μου έρθει στις 12, από τις 12 να μου έρθει στις 3... Να μου έρθει το πρωί την άλλη μέρα στο σπίτι. (Γιατί έτσι σκέπτονται). Βέβαια, κάποτε οι γονείς ανησυχούν άμα δουν τα παραπάνω. Μα, άνοιξες κατήφορο. Σταματάει τίποτε τον κατήφορο; Είσαι με κοσμικόν φρόνημα. Σκέπτεσαι κοσμικά. Δεν σκέπτεσαι σωστά. Θα πεις: «Όχι καλό μου παιδάκι. Δεν είναι καλός τόπος εκεί». Θα το πείτε στα παιδάκια σας από 10 χρονών, που θ’ αρχίσουν τα μαθητικά πάρτι του Δημοτικού σχολείου. «Όχι παιδάκι μου. Θέλεις να βγούμε μια βόλτα;» Αν, μάλιστα, διαθέτετε και αυτοκίνητο... Το να διαθέτεις αυτοκίνητο δεν είναι κοσμικό πράγμα, είναι ένας τρόπος ανάγκης. Παλιότερα είχαν τις καρότσες. (Καρότσες, τα κάρα, καρότσες). Τώρα έχουμε τα αυτοκίνητα. Δεν πειράζει. Αλλά μην πας σε τόπο που θα βλάψει. Πήγαινε σε μια παραλία, όχι να κάνουνε το μπάνιο τους· κάπου αλλού. Πήγαινε στο βουνό. Πάρε μαζί σου και το ψωμάκι σου. Ας πούμε, η μητέρα να πάρει κάποια εφόδια, να φάνε τα παιδιά εκεί, να παίξουν, και ούτω καθεξής. Μπορείτε να βρίσκετε σχήματα ψυχαγωγίας των παιδιών σας, αλλά και της δικής σας διεξόδου. Όχι με αμαρτωλούς ανθρώπους. Όχι με ανθρώπους οι οποίοι άγονται και φέρονται από τη νοοτροπία του κόσμου τούτου. Και μη ξεχνάτε ότι, αν τιμούμε τους αγίους και αν τιμούμε τους μάρτυρες, είναι γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν ανακατεύθηκαν με τον κόσμο και με το κοσμικόν φρόνημα. Στον κόσμο ήσαν, στον κόσμο ζούσαν, αλλά δεν ήσαν όμως κοσμικοί άνθρωποι. Και μες στην Εκκλησία καλούνται όλοι οι πιστοί να γίνουν άγιοι και μάρτυρες. Πώς; Μάρτυς είσαι όταν βλέπεις, κι εσύ και το παιδί σου, ο κόσμος να διασκεδάζει και να λες «Όχι». Μάρτυς είσαι, γιατί αρνείσαι. Μάρτυς είσαι. Και άγιος είσαι, όταν ξεχωρίζεις. Αυτό θα πει άγιος: ξεχωρισμένος. Αυτό θα πει άγιος. Λέμε «Άγιο Ποτήριον». Θα πει: ξεχωρισμένο από τα άλλα ποτήρια. Άγιος είσαι, ξεχωρισμένος από τον κόσμον. Και εκείνοι που θα μπουν στη Βασιλεία του Θεού θα είναι οι μάρτυρες και οι άγιοι.
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.
47η ομιλία στην κατηγορία « Ομιλίες εις προσκυνητὰς ».