Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα .📜Καθίσματα Ψαλτηρίου.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα .📜Καθίσματα Ψαλτηρίου.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Μαρτίου 2024

Τα 20 καθίσματα του Ψαλτηρίου.



ΨΑΛΜΟΙ - ΠΡΟΛΟΓΟΣ.

Τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν ἀποτελεῖ μία συλλογή 150 θρησκευτικῶν ποιημάτων. Ψαλμοί ὀνομάζονται τά ποιήματα πού ἀπαγγέλλονται μέ τή συνοδεία ἑνός ἔγχορδου μουσικοῦ ὀργάνου, τοῦ “ψαλτηρίου”, καί ἐπειδή στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκουν τά περισσότερα ποιήματα τῆς συλλογῆς, ἡ ὀνομασία ἀποδόθηκε σέ ὁλόκληρο τό βιβλίο. Στήν Ἑβραϊκή Βίβλο ἡ συλλογή φέρει τόν τίτλο “Αἶνοι”, πού ἐπίσης ἀντιστοιχεῖ σέ μία μόνο κατηγορία ποιημάτων. Μεταγενέστερα τοποθετήθηκαν στούς περισσότερους ψαλμούς καί ἐπιγραφές, πού, ἄν καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις εἶναι δυσνόητες, παρέχουν πληροφορίες γιά τό εἶδος τοῦ ποιήματος, τόν τρόπο τῆς μουσικῆς του ἐκτέλεσης ἤ τήν λειτουργική του χρήση, τή συλλογή στήν ὁποία ἀνῆκε, κλπ.

Οἱ ψαλμοί ἀνήκουν στά “Ποιητικά-Διδακτικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐνῶ στήν Ἑβραϊκή Βίβλο κατατάσσονται στήν τρίτη ὁμάδα τῶν βιβλικῶν ἔργων, τά “Ἁγιόγραφα”. Οἱ Ψαλμοί ἀριθμοῦνται διαφορετικά στό ἑλληνικό ἀπ’ ὅ,τι στό ἑβραϊκό κείμενο. Ἡ ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (0΄) ἀριθμεῖ τούς ψαλμούς 9 - 10 καί 11 - 115 ὡς 9 καί 113 ἀντίστοιχα, ἐνῶ τούς Ψαλμούς 116 καί 147 ὡς 114-5 καί 146-147 ἀντίστοιχα, ὁπότε τό σύνολο παραμένει 150. Διαφορά ὑπάρχει ἐπίσης καί στήν ἀρίθμηση τῶν στίχων, καθώς σέ παλαιότερες ἐκδόσεις τοῦ κειμένου οἱ ἐπιγραφές δέν ἀριθμοῦνται ὡς στίχοι, ὁπότε ὁ στίχος 2 ἀριθμεῖται ἐκεῖ ὡς 1.

Ἡ συλλογή περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες ποιημάτων, πού μέ βάση τά φιλολογικά τους χαρακτηριστικά διακρίνονται σέ τρεῖς κυρίως τύπους μέ τίς ὑποδιαιρέσεις τους: ὕμνοι, θρῆνοι καί εὐχαριστήρια ἄσματα. Ἀπό ἄποψη περιεχομένου ὅμως τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν καλύπτει ἕνα εὐρύτατο φάσμα πνευματικῶν ἐνδιαφερόντων, καθώς σ’αὐτό, ἐκτός ἀπό τήν ἐξύμνηση τοῦ μεγαλείου καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καί τήν ἔκφραση τῶν συναισθημάτων πού πλημμυρίζουν τήν ψυχή τοῦ πιστοῦ, διατυπώνονται ὑψηλές διδασκαλίες γιά τό Θεό, τήν παρουσία του στήν ἱστορία, τό ἔλεος καί τήν ἀγάπη του ἀλλά καί τή δίκαιη κρίση του, τή ζωή καί τό θάνατο, τήν ἁγιότητα καί τήν ἁμαρτία καί προπάντων ἐκφράζεται ἡ μεσσιανική προσδοκία. Ἡ ποικιλία τῶν θεμάτων στά ὁποῖα ἀναφέρεται καί ἡ δύναμη τοῦ ποιητικοῦ του λόγου κατέστησαν τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν τό ὑμνολόγιο τόσο τῆς Ἰουδαϊκῆς Συναγωγῆς ὅσο καί τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ σημερινή μορφή τοῦ βιβλίου τῶν Ψαλμῶν εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς συνένωσης, ὕστερα ἀπό μία μακρά διαδικασία ἐξέλιξης, μικρότερων συλλογῶν πού διαμορφώθηκαν σέ διάφορες ἐποχές. Ἐπειδή ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ψαλμῶν (3-41 καί 51-72) συδέεται μέ τό ὄνομα τοῦ ποιητή βασιλιά Δαβίδ, ὁλόκληρη ἡ συλλογή ἀποδόθηκε τελικά σ’ αὐτόν. Ἀργότερα, κατά τό πρότυπο προφανῶς τῆς Πεντατεύχου, τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν διαιρέθηκε σέ πέντε μέρη, τό τέλος τῶν ὁποίων σημειώνεται μέ δοξολογίες.

Διάγραμμα τοῦ περιεχομένου

1ο βιβλίο 1-41 (Ο΄ 1-40)
2ο βιβλίο 42-72 (Ο΄41-71)
3ο βιβλίο 73-89 (72-88)
4ο βιβλίο 90-106 (Ο΄ 89-105)
5ο βιβλίο 107-150 (Ο΄ 106-150)

Έρµηνεία τών Ψαλµών, κατά τον Όσιο Άρσένιο τόν Καππαδόκη

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, σὰν ἱερέας ποὺ ἦταν, χρειαζόταν νὰ διαβάζει εὐχὲς γιὰ διάφορες περιπτώσεις. Οἱ εὐχὲς ὅμως τοῦ Εὐχολογίου δὲν ἀρκοῦσαν, ἐπειδὴ ὑπῆρχαν πολλὲς περιπτώσεις γιὰ τὶς ὁποῖες δὲν ὑπῆρχε ἀνάλογη εὐχή. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος χρησιμοποιοῦσε ὅλους τοὺς ψαλμοὺς τοῦ Ψαλτηρίου, ὁρίζοντας ἕναν ψαλμό, γιὰ καθεμιὰ περίπτωση. (Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος τοὺς χρησιμοποιοῦσε καὶ γιὰ εὐχή). Τὸ Ψαλτήρι, μὲ τὴ χρήση αὐτή, τὸ εἶχε καὶ ὁ Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης καὶ τὸ διάβαζε καθημερινὰ ὁλόκληρο. Μερικὲς φορὲς μάλιστα χώριζε τὴ νύχτα σὲ ὧρες:
  • ἀπὸ τὶς 9:00 ὡς τὶς 10:00 π.χ. διάβαζε τὴν εὐχὴ καὶ εὐχόταν γιὰ ὅσους τελειώνουν ἀργὰ ἀπὸ τὶς δουλειές τους καὶ γυρίζουν στὰ σπίτια τους, γιὰ νὰ τοὺς φυλάει ὁ Θεός
  • ἀπὸ τὶς 11:00 ὡς τὶς 12:00 εὐχόταν γιὰ ὅσους ταξιδεύουν τὴ νύχτα, νὰ μὴν παθαίνουν ἀτυχήματα
  • ἀπὸ τὶς 12:00 ὡς τὶς 1:00 γιὰ ὅσους ξενυχτοῦν μέσα στὰ κακόφημα κέντρα, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσει ὁ Θεὸς νὰ ξεφύγουν. Γενικὰ εὐχόταν γιὰ ὅλες τὶς περιπτώσεις: γιὰ ὅσους ἦταν μέσα στὰ νοσοκομεῖα, γιὰ τὰ ζευγάρια ποὺ μάλωναν, γιὰ νὰ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς τὰ παιδάκια κλπ.
Αὐτὴ τὴ χρήση τοῦ Ψαλτηρίου σύμφωνα μὲ τὸν Ὅσιο Ἀρσένιο τὸν Καππαδόκη, παραθέτουμε ὡς μιὰ κατάσταση ποὺ ἐξηγεῖ σὲ ποιὲς περιπτώσεις ἐνδείκνυται ὁ κάθε ψαλμός.

  1. Ὅταν φυτεύουν δένδρα ἢ ἀμπέλι, γιὰ νὰ καρποφορήσουν.
  2. Γιὰ νὰ δώσει φώτιση ὁ Θεὸς σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πηγαίνουν σὲ συνέδρια./li>
  3. Γιὰ νὰ φύγει ἡ κακία ἀπὸ ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴ βασανίζουν ἄδικα τοὺς συνανθρώπους τους.
  4. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τοὺς εὐαίσθητους ἀνθρώπους, ποὺ ἀρρώστησαν ἀπὸ μελαγχολία ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν σκληρόκαρδων ἀνθρώπων.
  5. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τὰ πληγωμένα, χτυπημένα μάτια ἀπὸ κακὸ ἄνθρωπο.
  6. Γιὰ νὰ ἐλευθερώσει ὁ Θεὸς τὸν μαγεμένο ἄνθρωπο.
  7. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔπαθαν ἀπὸ φοβία ἀπὸ τὶς φοβέρες καὶ τὶς ἀπειλὲς τῶν κακῶν ἀνθρώπων.
  8. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔπαθαν κακὸ ἀπὸ δαίμονες ἢ ἀπὸ πονηροὺς ἀνθρώπους.
  9. Γιὰ νὰ πάψουν νὰ σὲ φοβερίζουν οἱ δαίμονες στὸν ὕπνο ἢ μὲ τὶς φαντασίες τὴν ἡμέρα.
  10. Γιὰ τὰ σκληρόκαρδα ἀνδρόγυνα ποὺ μαλώνουν καὶ χωρίζουν. (Ὅταν βασανίζει ἄδικα ὁ σκληρὸς ἢ ἡ σκληρὴ τὸν εὐαίσθητο).
  11. Γιὰ τοὺς τρελοὺς ποὺ ἔχουν καὶ κακότητα καὶ κάνουν κακὸ στοὺς ἀνθρώπους.
  12. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πάσχουν ἀπὸ τὸ συκώτι.
  13. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πάσχουν ἀπὸ φοβερὸ δαιμόνιο, συνέχεια 3 φορὲς τὴν ἡμέρα ἐπὶ 3 ἡμέρες.
  14. Γιὰ ν᾿ ἀλλάξουν γνώμη οἱ λῃστὲς καὶ νὰ ἐπιστρέψουν ἄπρακτοι καὶ μετανοημένοι.
  15. Γιὰ νὰ βρεθεῖ τὸ κλειδί, ὅταν χαθεῖ.
  16. Γιὰ μεγάλη συκοφαντία, 3 φορὲς τὴν ἡμέρα ἐπὶ 3 ἡμέρες.
  17. Ὅταν γίνεται σεισμὸς ἢ θεομηνία, κατακλυσμὸς καὶ κεραυνοί.
  18. Γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ μητέρες στὴν γέννα τους.
  19. Γι᾿ ἀνδρόγυνα ποὺ δὲν γεννοῦν λόγω ἀναπηρίας, γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύσει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μὴν χωρίσουν.
  20. Γιὰ νὰ μαλακώσει ὁ Θεὸς τὶς καρδιὲς τῶν πλουσίων νὰ κάνουν ἐλεημοσύνες στοὺς φτωχούς.
  21. Γιὰ νὰ ἐμποδίσει ὁ Θεὸς τὴν πυρκαϊά, γιὰ νὰ μὴν γίνει κακό.
  22. Γιὰ νὰ ἡμερέψει ὁ Θεὸς τὰ ἄτακτα καὶ ἀνυπάκουα παιδιά, ποὺ θλίβουν τοὺς γονεῖς τους.
  23. Γιὰ νὰ ἀνοίξει ἡ πόρτα, ὅταν χαθεῖ τὸ κλειδί.
  24. Σὲ ἀνθρώπους ποὺ φθονεῖ πολὺ ὁ πειρασμὸς καὶ τοὺς φέρνει συνέχεια ἀναποδιὲς στὴν ζωή τους, γιὰ νὰ γογγύζουν.
  25. Ὅταν ζητάει κανεὶς κάτι καλὸ ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ τοῦ τὸ δώσει, χωρὶς νὰ τὸν βλάψει.
  26. Γιὰ νὰ προστατέψει ὁ Θεὸς τοὺς χωρικοὺς ἀπὸ τὰ ἐχθρικὰ στρατεύματα, νὰ μὴν κάνουν κακὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ λεηλασίες στὶς ἀγροικίες.
  27. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τοὺς νευρασθενεῖς καὶ τοὺς νευροπαθεῖ.
  28. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τοὺς πειράζει ἡ θάλασσα καὶ φοβοῦνται στὴν πολλὴ φουρτούνα.
  29. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κινδυνεύουν μακριά, μέσα σε βάρβαρους καὶ ἄπιστους λαούς, γιὰ νὰ τοὺς φυλάξει ὁ Θεὸς καὶ νὰ φωτίσει κι ἐκείνους νὰ ἡμερέψουν, καὶ νὰ γνωρίσουν τὸ Θεό.
  30. Γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς ἀφθονία σπαρτῶν καὶ καρπῶν στὰ δέντρα, ὅταν ὁ καιρὸς δὲν εἶναι εὐνοϊκός.
  31. Γιὰ νὰ βροῦν οἱ ὁδοιπόροι τὸν δρόμο, ὅταν χαθοῦν καὶ ταλαιπωροῦνται.
  32. Γιὰ νὰ φανερώσει ὁ Θεὸς τὴν ἀλήθεια στοὺς ἀδικοφυλακισμένους, γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν.
  33. Σὲ ψυχορραγοῦντες, ὅταν βασανίζονται ἀπὸ τοὺς δαίμονες τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, ἢ σὲ ἐχθρικὰ στρατεύματα, ὅταν ἀπειλοῦν καὶ παραβιάζουν τὰ σύνορα, γιὰ νὰ κάνουν κακό.
  34. Γιὰ νὰ ἐλευθερώσει ὁ Θεὸς τοὺς καλοκάγαθους ἀνθρώπους ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ.
  35. Γιὰ νὰ ἐξαλειφθεῖ τελείως ἡ ἔχθρα μετὰ ἀπὸ τὰ μαλώματα ἢ παρεξηγήσεις.
  36. Γιὰ βαριὰ πληγωμένους ἀνθρώπους ἀπὸ κακοποιοὺς ἐγκληματίες.
  37. Ὅταν πονᾶνε οἱ σιαγόνες ἀπὸ σάπια δόντια.
  38. Γιὰ νὰ βροῦν ἐργασία οἱ ἐγκαταλελειμμένοι καὶ δυστυχισμένοι ἄνθρωποι, γιὰ νὰ μὴ θλίβονται.
  39. Γιὰ νὰ ἐπανέλθει ἀγάπη μεταξὺ ἀφεντικοῦ καὶ ὑπαλλήλων, ὅταν δημιουργοῦνται προστριβές.
  40. Γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ μητέρες στὴν γέννα, ἀπὸ πρόωρο τοκετό.
  41. Σὲ νέους ποὺ ἀρρωσταίνουν ἀπὸ ἔρωτα, ὅταν τραυματίζεται τὸ ἕνα πρόσωπο καὶ θλίβεται.
  42. Γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ αἰχμάλωτοι ἀπὸ τὶς φυλακὲς τοῦ ἐχθρικοῦ ἔθνους.
  43. Γιὰ νὰ φανερώσει ὁ Θεὸς τὴν ἀλήθεια στὰ παρεξηγημένα ἀνδρόγυνα, γιὰ νὰ συμφιλιωθοῦν.
  44. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πάσχουν ἀπὸ τὴν καρδιὰ ἢ ἀπὸ τὰ νεφρά.
  45. Γιὰ τοὺς νέους, ποὺ ἐμποδίζει ὁ ἐχθρός, ἀπὸ φθόνο, νὰ δημιουργήσουν οἰκογένεια (νὰ παντρευτοῦν).
  46. Γιὰ νὰ εἰρηνεύσει ὁ ὑπηρέτης ἢ ὁ δοῦλος, ὅταν φύγει πληγωμένος ἀπὸ τὸ ἀφεντικό του καὶ νὰ βρεῖ δουλειά.
  47. Ὅταν γίνονται μεγάλες καταστροφὲς καὶ λῃστεῖες ἀπὸ βαρβαρικὲς συμμορίες -πειρατῶν-. (Νὰ διαβάζεται συνέχεια ἐπὶ 40 ἡμέρες).
  48. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κάνουν ἐπικίνδυνη δουλειά.
  49. Γιὰ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Θεὸ οἱ ἀπομακρυσμένοι ἄνθρωποι, γιὰ νὰ σωθοῦν.
  50. Ὅταν ἐξ ἁμαρτιῶν μας ἔρθει παιδαγωγικὴ ὀργὴ Θεοῦ (ἐπιδημία ἀρρώστιας καὶ θανατικὸ στοὺς ἀνθρώπους ἢ στὰ ζῷα).
  51. Γιὰ νὰ μετανοήσουν οἱ σκληρόκαρδοι ἄρχοντες καὶ νὰ γίνουν εὐσπλαχνικοί, γιὰ νὰ μὴ βασανίζουν τὸν λαό.
  52. Γιὰ νὰ εὐλογήσει ὁ Θεὸς τὰ δίχτυα, νὰ γεμίζουν ψάρια.
  53. Γιὰ νὰ φωτίσει ὁ Θεὸς τοὺς πλούσιους, ποὺ ἔχουν ἀγορασμένους δούλους, νὰ τοὺς ἐλευθερώσουν.
  54. Γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑπόληψη τῆς δυσφημισμένης οἰκογένειας ποὺ εἶχε συκοφαντηθεῖ.
  55. Σὲ εὐαίσθητους, ποὺ ἔχουν πληγωθεῖ ψυχικὰ ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους τους.
  56. Γι᾿ ἀνθρώπους ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ πονοκέφαλο, ἀπὸ πολλὴ στενοχώρια.
  57. Γιὰ νὰ ἔλθουν εὐνοϊκὰ τὰ πράγματα σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐνεργοῦν γιὰ τὸ καλό, νὰ ἐμποδίσει ὁ Θεὸς κάθε πονηρὴ ἐνέργεια δαιμόνων ἢ φθονερῶν ἀνθρώπων.
  58. Γιὰ τοὺς βουβούς, νὰ δώσει ὁ Θεὸς λαλιά.
  59. Γιὰ νὰ φανερώσει ὁ Θεὸς τὴν ἀλήθεια, ὅταν συκοφαντεῖται σύνολο ἀνθρώπων.
  60. Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ δυσκολεύονται στὴν ἐργασία, εἴτε ἀπὸ τεμπελιὰ εἴτε ἀπὸ δειλία.
  61. Γιὰ νὰ ἀπαλλάξει ὁ Θεὸς ἀπὸ δοκιμασίες τὸν ὀλιγόψυχο ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἔχει ὑπομονὴ καὶ γογγύζει.
  62. Γιὰ νὰ καρπίσουν τὰ χωράφια καὶ τὰ δέντρα, ὅταν στεροῦνται ἀπὸ νερό.
  63. Ὅταν δαγκωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ λύκο ἢ σκύλο λυσσασμένο (τοὺς ἔδινε καὶ ἀπὸ τὸ διαβασμένο νερό, γιὰ νὰ πιοῦν).
  64. Γιὰ νὰ ἔχουν οἱ ἔμποροι εὐλογία, γιὰ νὰ μὴν φλυαροῦν καὶ ἀδικοῦν τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους.
  65. Γιὰ νὰ μὴν φέρει ἀναποδιὲς ὁ πονηρὸς στὰ σπίτια καὶ θλίβει τὶς οἰκογένειες.
  66. Γιὰ νὰ εὐλογηθοῦν τὰ πουλερικὰ (ὀρνιθοτροφεῖα).
  67. Γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ μητέρες, ποὺ δυσκολεύονται νὰ ἀποβάλλουν, ὅταν παθαίνουν κακό.
  68. Ὅταν γίνονται θεομηνίες καὶ πλημμυρίζουν τὰ ποτάμια καὶ παρασύρουν σπίτια καὶ ἀνθρώπους.
  69. Σὲ εὐαίσθητους ἀνθρώπους ποὺ θλίβονται γιὰ τὸ παραμικρὸ καὶ ἔρχονται σὲ ἀπόγνωση, νὰ τοὺς ἐνισχύει ὁ Θεός.
  70. Γιὰ ἐγκαταλελειμμένους ἀνθρώπους, ποὺ γίνονται βαρετοὶ ἀπὸ φθόνο τοῦ διαβόλου καὶ ἔρχονται σὲ ἀπόγνωση, γιὰ νὰ βροῦν ἔλεος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ περίθαλψη.
  71. Γιὰ νὰ εὐλογήσει ὁ Θεὸς τὰ ἀγαθὰ τῆς νέας ἐσοδείας, ποὺ μετέφεραν στὰ σπίτια τοὺς οἱ γεωργοί.
  72. Γιὰ νὰ μετανοήσουν οἱ κακοποιοὶ ἄνθρωποι.
  73. Γιὰ νὰ προφυλάξει ὁ Θεὸς τοὺς χωρικοὺς ποὺ ἐργάζονται στὰ χωράφια τους, ὅταν οἱ ἐχθροὶ ἔχουν περικυκλωμένο τὸ χωριό.
  74. Γιὰ νὰ ἡμερέψει τὸ βάρβαρο ἀφεντικό, νὰ μὴν βασανίζει τοὺς συνανθρώπους του, τοὺς ὑπαλλήλους.
  75. Σὲ μητέρα ποὺ φοβᾶται στὴ γέννα της, γιὰ νὰ τὴν ἐνθαρρύνει καὶ νὰ τὴν προστατέψει ὁ Θεός.
  76. Ὅταν δὲν ὑπάρχει κατανόηση μεταξὺ γονέων καὶ παιδιῶν, νὰ τοὺς φωτίσει ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἀκοῦνε τὰ παιδιὰ τοὺς γονεῖς καὶ οἱ γονεῖς νὰ δείχνουν ἀγάπη.
  77. Γιὰ νὰ φωτίσει ὁ Θεὸς τοὺς δανειστές, νὰ μὴν πιέζουν τοὺς συνανθρώπους τους γιὰ τὸ χρέος τους, καὶ νὰ εἶναι εὐσπλαγχνικοί.
  78. Γιὰ νὰ προφυλάξει ὁ Θεὸς τὰ χωριὰ ἀπὸ λῃστεῖες καὶ καταστροφὲς τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων.
  79. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ὅταν πρήζεται τὸ πρόσωπό του καὶ πονάει ὅλο τὸ κεφάλι του.
  80. Γιὰ νὰ οἰκονομήσει ὁ Θεὸς τοὺς φτωχούς, ποὺ στεροῦνται καὶ στενοχωριοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνέχεια καὶ θλίβονται.
  81. Γιὰ νὰ ἀγοράσουν οἱ ἄνθρωποι τὰ προϊόντα τῶν γεωργῶν, γιὰ νὰ μὴν στενοχωριοῦνται καὶ θλίβονται οἱ χωρικοί.
  82. Γιὰ νὰ ἐμποδίσει ὁ Θεὸς τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θέλουν νὰ κάνουν δολοφονίες.
  83. Γιὰ νὰ διατηρηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ σπιτιοῦ καλά, τὰ ζῷα καὶ τὰ προϊόντα τῶν παραγωγῶν.
  84. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν πληγωθεῖ ἀπὸ τοὺς λῃστὲς καὶ ἔπαθαν καὶ ἀπὸ φοβία.
  85. Γιὰ νὰ σώσει ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὅταν πέφτει χολέρα στοὺς ἀνθρώπους καὶ πεθαίνουν.
  86. Γιὰ νὰ παρατείνει ὁ Θεὸς τὴν ζωὴ στοὺς οἰκογενειάρχες, ποὺ ἔχουν ἀκόμη ὑποχρεώσεις οἰκογενειακές.
  87. Γιὰ νὰ προστατεύσει ὁ Θεὸς ὅλους τοὺς ἀπροστάτευτους ἀνθρώπους, ποὺ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ σκληροὺς συνανθρώπους.
  88. Γιὰ νὰ δυναμώσει ὁ Θεὸς τοὺς φιλάσθενους καὶ ἀδύνατους ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ἐργάζονται χωρὶς νὰ κουράζονται καὶ νὰ θλίβονται.
  89. Γιὰ νὰ βρέξει ὁ Θεός, ὅταν ὑπάρχει ἀνομβρία ἢ ὅταν στερέψουν τὰ πηγάδια, γιὰ νὰ βγάλουν νερό.
  90. Γιὰ νὰ ἐξαφανιστεῖ ὁ διάβολος, ὅταν παρουσιάζεται σὲ ἄνθρωπο καὶ τὸν τρομάζει.
  91. Γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς σύνεση στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ προκόπτουν πνευματικά.
  92. Γιὰ νὰ προφυλάξει ὁ Θεὸς τὸ πλοῖο, ὅταν κινδυνεύει ἀπὸ μεγάλη φουρτούνα στὴ θάλασσα (ἔριχνε δὲ καὶ ἁγιασμένο νερὸ στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ πλοίου).
  93. Γιὰ νὰ φωτίσει ὁ Θεὸς τοὺς ἄτακτους ἀνθρώπους, ποὺ δημιουργοῦν θέματα στὸ ἔθνος καὶ ἀναστατώνουν τὸν λαὸ καὶ τὸν ταλαιπωροῦν μὲ ἀκαταστασίες και φαγωμάρες.
  94. Γιὰ νὰ μὴν πλησιάσουν μάγια στὰ ἀνδρόγυνα καὶ δημιουργοῦνται θέματα καὶ προστριβές.
  95. Γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς τὴν ἀκοὴ στοὺς κουφούς.
  96. Γιὰ νὰ φύγουν τὰ μάγια ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
  97. Γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς παρηγοριὰ στοὺς στενοχωρημένους ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴ θλίβονται.
  98. Γιὰ νὰ εὐλογήσει καὶ νὰ χαριτώσει ὁ Θεὸς τοὺς νέους ποὺ θέλουν νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεό.
  99. Γιὰ νὰ εὐλογήσει καὶ νὰ ἐκπληρώσει ὁ Θεὸς τοὺς θείους πόθους τῶν ἀνθρώπων.
  100. Γιὰ νὰ δίνει ὁ Θεὸς χαρίσματα στοὺς καλοκάγαθους ἀνθρώπους.
  101. Γιὰ νὰ εὐλογήσει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ φέρουν ἀξιώματα, γιὰ νὰ βοηθοῦν τὸν κόσμο μὲ καλοσύνη καὶ κατανόηση.
  102. Γιὰ νὰ ἔλθουν τὰ ἔμμηνα, ὅταν καθυστεροῦν.
  103. Γιὰ νὰ εὐλογήσει ὁ Θεὸς τὰ ὑπάρχοντα τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ μὴν στεροῦνται καὶ θλίβονται, ἀλλὰ νὰ δοξάσουν τὸν Θεό.
  104. Γιὰ νὰ μετανοήσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν τὶς ἁμαρτίες τους.
  105. Γιὰ νὰ δώσει φώτιση ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴν ξεκλίνουν ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας.
  106. Γιὰ νὰ λύσει ὁ Θεὸς τὴν στείρωση τῶν γυναικῶν.
  107. Γιὰ νὰ ταπεινώσει ὁ Θεὸς τοὺς ἐχθρούς, γιὰ νὰ ἀλλάξουν τὶς κακὲς τῶν διαθέσεις.
  108. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τοὺς σεληνιασμένους ἢ γιὰ νὰ ἐλεήσει τοὺς ψευδομάρτυρες, νὰ μετανοήσουν.
  109. Γιὰ νὰ ἔχουν σεβασμὸ οἱ νεότεροι στοὺς μεγαλύτερους.
  110. Γιὰ νὰ μετανοήσουν οἱ ἄδικοι κριτὲς καὶ νὰ κρίνουν δίκαια τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ.
  111. Γιὰ νὰ προφυλάξει ὁ Θεὸς τοὺς στρατιῶτες, ὅταν πηγαίνουν στὸν πόλεμο.
  112. Γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς εὐλογίες στὴ φτωχὴ χήρα, νὰ πληρώσει τὰ χρέη της καὶ ν᾿ ἀπαλλαχτεῖ ἀπὸ τὴ φυλακή.
  113. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τὰ καθυστερημένα διανοητικὰ καὶ μογγόλαλα παιδιά.
  114. Γιὰ νὰ δίνει ὁ Θεὸς εὐλογίες καὶ παρηγοριὰ στὰ δυστυχισμένα, φτωχὰ παιδάκια, γιὰ νὰ μὴν περιφρονοῦνται ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῶν πλουσίων καὶ θλίβονται.
  115. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τὸ φοβερὸ πάθος τοῦ ψεύδους.
  116. Γιὰ νὰ διατηροῦν ἀγάπη καὶ ὁμόνοια οἱ οἰκογένειες καὶ νὰ δοξολογοῦν τὸ Θεό.
  117. Γιὰ νὰ ταπεινώσει ὁ Θεὸς τοὺς βαρβάρους, ὅταν κυκλώνουν τὸ χωριὸ καὶ τὸ ἀπειλοῦν, καὶ νὰ ἀνατρέψει τὶς κακὲς διαθέσεις τους.
  118. Γιὰ νὰ πατάξει ὁ Θεὸς τοὺς βαρβάρους, καὶ νὰ ταπεινώσει τὴν δράση τους, ὅταν σφάζουν ἀθῶα γυναικόπαιδα.
  119. Γιὰ νὰ δίνει ὑπομονὴ καὶ ἀνεκτικότητα ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ παρευρίσκονται μὲ δόλιους καὶ ἄδικους ἀνθρώπους.
  120. 120. Γιὰ νὰ προστατεύσει ὁ Θεὸς τοὺς σκλάβους ἀπὸ τὰ ἐχθρικὰ χέρια, νὰ μὴν τοὺς κακοποιήσουν μέχρι νὰ ἐλευθερωθοῦν.
  121. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ πάσχουν ἀπὸ βασκανία.
  122. Γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς τὸ φῶς στοὺς τυφλοὺς καὶ νὰ θεραπεύσει τὰ πονεμένα μάτια.
  123. Γιὰ νὰ φυλάξει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ φίδια, νὰ μὴν τοὺς δαγκώσουν.
  124. Γιὰ νὰ προφυλάξει ὁ Θεὸς τὰ κτήματα τῶν δικαίων ἀνθρώπων ἀπὸ τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους.
  125. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ πάσχουν ἀπὸ συνεχεῖς πονοκεφάλους.
  126. Γιὰ νὰ εἰρηνεύσει ὁ Θεὸς τὴν οἰκογένεια, ὅταν μαλώνουν.
  127. Γιὰ νὰ μὴν πλησιάσει ἡ κακία τοῦ ἐχθροῦ ποτὲ στὰ σπίτια καὶ νὰ ἐπικρατήσει ἡ εἰρήνη καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴν οἰκογένεια.
  128. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πάσχουν ἀπὸ ἡμικρανία, πονοκεφάλους καὶ νὰ ἐλεήσει τοὺς σκληρόκαρδους καὶ ἀδιάκριτους ἀνθρώπους, ποὺ στενοχωροῦν τοὺς εὐαίσθητους.
  129. Γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς θάρρος καὶ ἐλπίδα στοὺς ἀρχάριους, γιὰ νὰ μὴ δυσκολεύονται στὴ δουλειά τους.
  130. Γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς μετάνοια καὶ παρηγοριὰ μὲ ἐλπίδα στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ σωθοῦν.
  131. Γιὰ νὰ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὅταν ἐξ ἁμαρτιῶν μας γίνονται συνεχεῖς πόλεμοι.
  132. Γιὰ νὰ φυλάξει ὁ Θεὸς τὰ ἔθνη νὰ συμφιλιωθοῦν καὶ νὰ εἰρηνεύουν οἱ ἄνθρωποι.
  133. Γιὰ νὰ φυλάξει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ κάθε κίνδυνο.
  134. Γιὰ νὰ συγκεντρώνονται οἱ ἄνθρωποι τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ νὰ ἑνώνεται ὁ νοῦς τους μὲ τὸ Θεό.
  135. Γιὰ νὰ προστατέψει ὁ Θεὸς τοὺς πρόσφυγες, ὅταν ἐγκαταλείπουν τὰ σπίτια τους καὶ φεύγουν, γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπ᾿ τοὺς βαρβάρους.
  136. Γιὰ νὰ σταθεροποιήσει ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἔχει ἄστατο χαρακτῆρα.
  137. Γιὰ νὰ φωτίζει ὁ Θεὸς τοὺς ἄρχοντες τοῦ τόπου, γιὰ νὰ βρίσκουν κατανόηση οἱ ἄνθρωποι στὰ αἰτήματά τους.
  138. Γιὰ νὰ πάψει ὁ διάβολος νὰ πειράζει τοὺς εὐαίσθητους ἀνθρώπους μὲ βλάσφημους λογισμούς.
  139. Γιὰ νὰ ἡμερέψει ὁ Θεὸς τὸν δύστροπο οἰκογενειάρχη, ποὺ ταλαιπωρεῖ ὁλόκληρη τὴν οἰκογένεια.
  140. Γιὰ νὰ ἡμερέψει Θεὸς τὸν βάρβαρο ἄρχοντα τοῦ τόπου, ποὺ βασανίζει τοὺς συνανθρώπους του.
  141. Γιὰ νὰ ἡμερέψει ὁ Θεὸς τὸν ἐπαναστάτη, ποὺ κάνει κακό· καὶ Κούρδης ἐὰν εἶναι, γίνεται ἀρνί.
  142. Γιὰ νὰ προστατέψει ὁ Θεὸς τὴν μητέρα στὸν καιρὸ τῆς ἐγκυμοσύνης, νὰ μὴν ἀποβάλει.
  143. Γιὰ νὰ καταπραΰνει ὁ Θεὸς τὸν ἀναστατωμένο λαό, νὰ μὴν γίνει ἐμφύλιος πόλεμος.
  144. Γιὰ νὰ εὐλογήσει ὁ Θεὸς τὶς ἐργασίες τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ εἶναι εὐάρεστες στὸν Θεό.
  145. Γιὰ νὰ σταματήσει ὁ Θεὸς τὶς αἱμορραγίες τῶν ἀνθρώπων.
  146. Γιὰ νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν κτυπηθεῖ καὶ πληγωθεῖ στὶς σιαγόνες ἀπὸ κακοὺς ἀνθρώπους.
  147. Γιὰ νὰ ἡμερέψει ὁ Θεὸς τὰ ἄγρια ζῷα τοῦ βουνοῦ, γιὰ νὰ μὴν κάνουν κακὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ ζημιὲς στὰ σπαρτά.
  148. Γιὰ νὰ κάνει καιρὸ εὐνοϊκὸ ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἔχουν ἀφθονία εἰσοδημάτων οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Θεό. (Τέλος ἑρμηνειῶν τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου)
  149. Ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ εὐχαριστία στὸν Θεὸ γιὰ τὶς μεγάλες του καλοσύνες καὶ γιὰ τὴν πολλή του ἀγάπη, ποὺ δὲν ἔχει ὅρια, καὶ μᾶς ἀνέχεται. (κατά τον Άγιο Παΐσιο Αγιορείτη)
  150. Γιὰ νὰ δώσει ὁ Θεὸς χαρὰ καὶ παρηγοριὰ στοὺς θλιμμένους ἀδελφούς μας, ποὺ βρίσκονται στὴν ξενιτιὰ καὶ στοὺς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας, ποὺ βρίσκονται στὴν πιὸ μακρινὴ ξενιτιά. (κατά τον Άγιο Παΐσιο Αγιορείτη)
Ο πρόλογος και η ερμηνεία των Ψαλμών κατά τον Όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, είναι απο το site "Ορθόδοξος Συναξαριστής" (www.saint.gr)

🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Τα 20 καθίσματα του Ψαλτηρίου.


Κάθισμα :  § 1🔹« 1 ~ 8 »




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷


Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός Α'🔸
                           (1)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΜΑΚΑΡΙΟΣ ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν.1 Τρισευτυχισμένος και ευλογημένος από τον Θεόν είναι ο άνθρωπος εκείνος, που δεν επορεύθη ποτε δρόμον σύμφωνα με τας σκέψεις και τα θελήματα των ασεβών ανθρώπων και ούτε προς στιγμήν δεν εστάθη εκεί, όπου διέρχονται οι αμαρτωλοί, ούτε εκάθισε να λάβη μέρος εις συναναστροφάς ανθρώπων, που είναι διεφθαρμένοι και διαφθείρουν την κοινωνίαν.1 Μακάριος καὶ πανευτυχὴς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἐπῆγε ποτὲ εἰς συνέδριον καὶ σύσκεψιν ἀσεβῶν, ὅπου θὰ ἐπηρεάζετο ἀπὸ τὰς ἰδέας τῶν καὶ τὰ φρονήματά των, καὶ δὲν ἐστάθη εἰς δρόμον ἁμαρτωλῶν, ὅπου θὰ παρεσύρετο ἀπὸ τὰς κακὰς πράξεις καὶ συνηθείας των, καὶ δὲν ἐκάθισεν ἐκεῖ, ὅπου ἐπιμένουν ἀμετανοήτως νὰ κάθηνται διεφθαρμένοι καὶ φθοροποιοὶ ἄνθρωποι καὶ ὅπου θὰ μετεδίδετο καὶ εἰς αὐτὸν τὸ ψυχοφθόρον καὶ ὀλέθριον μόλυσμά των.
2 ἀλλ᾿ ἤ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός.2 Αλλ' εξ αντιθέτου με όλην του την καρδίαν έχει δώσει την θέλησίν του και την σκέψιν του στον νόμον του Κυρίου και τον Νομον αυτόν θα μελετά ημέραν και νύκτα.2 Ἀλλ' ἐντρύφημα καὶ ἀπόλαυσίν του ἔχει μόνον τὸν νόμον τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τόσον πόθον εἶναι προσκολλημένος εἰς αὐτόν, ὥστε ὁ νοῦς του στρέφεται πάντοτε εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸν νύκτα καὶ ἡμέραν μελετᾷ.
3 καὶ ἔσται ὡς τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καὶ τὸ φύλλον αὐτοῦ οὐκ ἀποῤῥυήσεται· καὶ πάντα, ὅσα ἂν ποιῇ, κατευοδωθήσεται.3 Αυτός θα ομοιάζη με το δένδρον που είναι φυτευμένον εις τα πλούσια τρεχούμενα νερά και το οποίον θα αποδώση τους ωρίμους καρπούς του εις τυν καταλληλον καιρόν, τα δε φύλλα του ποτέ δεν θα πέσουν. Ετσι και ο άνθρωπος ο αφωσιωμένος στον νόμον του Θεού. Ολα τα έργα, που θα επιχειρή, θα έχουν με την ευλογίαν του Θεού αίσιον πέρας.3 Καὶ θὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς σὰν τὸ δένδρον, ποὺ ἔχει φυτευθῇ ἐκεῖ ποὺ τρέχουν καὶ χύνονται ἄφθονα νερά, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ τὸν καρπόν του εἰς τὸν κατάλληλον καιρὸν καὶ τὰ φύλλα του δὲν θὰ πέσουν, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀειθαλὲς καὶ πάντοτε καταπράσινον διότι καὶ αὐτὸς τρεφόμενος καὶ ποτιζόμενος ἀπὸ τὰ νάματα τῆς θείας διδασκαλίας καὶ θείας χάριτος θὰ καρποφορῇ πάντοτε πλούσια ἔργα ἀρετῆς χωρὶς νὰ μαραίνεται ποτέ· ἀλλὰ καὶ κάθε τι ποὺ θὰ κάνῃ, ἐπειδὴ θὰ εὐλογῆται ἀπὸ τὸν Θεόν, θὰ ἔχῃ αἴσιον πέρας καὶ θὰ στέφεται ὑπὸ ἐπιτυχίας.
4 οὐχ οὕτως οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως, ἀλλ᾿ ἢ ὡσεὶ χνοῦς, ὃν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς.4 Δεν θα συμβαίνη όμως το ίδιον και μέ, τους ασεβείς, όχι· αλλά αυτοί θα ομοιάζουν σαν το χνούδι, το οποίον παρασύρει ο άνεμος και το εξαφανίζει από το πρόσωπον της γης, από τα μάτια των ανθρώπων.4 Δὲν εὐδοκιμοῦν οὕτω πως οἱ ἀσεβεῖς. Ὄχι. Ἀλλὰ σὰν ψιλὸ καὶ τριμμένον ἄχυρον, σὰν χνούδι ποὺ τὸ ἁρπάξει ὁ ἄνεμος καὶ τὸ ρίπτει μακρὰν ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, οὕτω θὰ ἐκμηδενισθοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ τὰ σχέδιά των.
5 διὰ τοῦτο οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει, οὐδὲ ἁμαρτωλοὶ ἐν βουλῇ δικαίων·5 Δια τούτο, ηθικώς αδύνατοι και άτολμοι, οι ασεβείς δεν θα έχουν το σθένος να σταθούν όρθιοι ενώπιον του Κυρίου κατά την μέλλουσαν κρίσιν. Ούτε και οι αμαρτωλοί θα τολμήσουν, να παρουσιασθούν εις την σύναξιν των δικαίων.5 Δι’ αὐτὸ οἱ ἀσεβεῖς δὲν θὰ σταθοῦν ὄρθιοι καὶ μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλά, ἀλλὰ θὰ πέσουν κάτω ἐντροπιασμένοι καὶ συντριμμένοι, ὅταν ὁ Θεὸς θὰ κάμῃ τὴν κρίσιν του. Οὔτε οἱ ἁμαρτωλοὶ θὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν ἔνδοξον καὶ μακαρίαν σύναξιν καὶ ὁμήγυριν τῶν δικαίων.
6 ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδὸν δικαίων, καὶ ὁδὸς ἀσεβῶν ἀπολεῖται.6 Διότι ο Κυριος γνωρίζει τον δρόμον, την συμπεριφοράν και τα έργα των δικαίων και τους προστατεύει, ενώ οι ασεβείς εγκαταλείπονται από τον Θεόν, καταλήγουν εις την απώλειαν τα έργα των και αυτοί οι ίδιοι.6 Διότι ὁ Κύριος, ποὺ ἠξεύρει καὶ πρὸ τῆς κρίσεως ὅλας τὰς πράξεις τῶν ἀνθρώπων, παρακολουθεῖ ἀπ’ ἐδῶ μὲ στοργικὸν καὶ προστατευτικὸν βλέμμα τὴν πορείαν καὶ τὴν εὐδοκίμησιν τῶν δικαίων, ἐνῷ ὅλα αὐτὰ ποὺ σχεδιάζουν καὶ ἐπιχειροῦν οἱ ἀσεβεῖς θὰ καταλήξουν μαζὶ μὲ αὐτοὺς εἰς αἰωνίαν ἀπώλειαν καὶ καταστροφήν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός Β'🔸
                             (2)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΙΝΑΤΙ ἐφρύαξαν ἔθνη, καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά;1 Διατί σαν άγρια αχαλίνωτα άλογα ανεστατώθησαν και αφηνίασαν τα ειδωλολατρικά έθνη και διατί αυτοί οι λαοί εμελέτησαν και κατέστρωσαν σχέδια μωρά, αμαρτωλά και απραγματοποίητα;1 Τί παράπονον ἔχουν καὶ ποίαν ὠφέλειαν περιμένουν οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι, αὐτοί, ποὺ σὰν ἵπποι ἀχαλίνωτοι καὶ ἀτίθασοι ἀνεστατώθησαν καὶ ἀφηνίασαν, διατὶ δὲ καὶ οἱ λαοὶ αὐτοὶ συνέλαβαν σχέδια ἀνόητα καὶ μωρά;
2 παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ. (διάψαλμα).2 Παρεστάθησαν απειλητικοί οι βασιλείς της γης και οι άρχοντες συνεκεντρώθησαν από συμφώνου στον ίδιον τόπον εναντίον του Κυρίου και Θεού και εναντίον εκείνου, τον οποίον αυτός έχρισε προφήτην, αρχιερέα και βασιλέα.2 Ἐστάθησαν εἰς ἀπειλητικὴν παράταξιν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ συνηθροίσθησαν οἱ ἄρχοντες ἀπὸ συμφώνου καὶ εἰς τὸν αὐτὸν τόπον κατὰ τοῦ κυριάρχου τῶν πάντων Θεοῦ καὶ κατ' ἐκείνου τὸν ὁποῖον Αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔχρισε προφήτην καὶ ἀρχιερέα καὶ βασιλέα.
3 Διαῤῥήξωμεν τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν καὶ ἀποῤῥίψωμεν ἀφ᾿ ἡμῶν τὸν ζυγὸν αὐτῶν.3 Είπαν τα αμαρτωλά αυτά έθνη και οι παράνομοι βασιλείς μεταξύ των· “ας συντρίψωμεν τους δεσμούς, που μας κρατούν υποτεταγμένους στον Κυριον και στον χριστόν αυτού και ας αποτινάξωμεν μακράν από ημάς το ζυγόν των”.3 Τὸ ἐπαναστατικόν των σύνθημα ὑπῆρξε τοῦτο: Ἂς σπάσωμεν τοὺς δεσμοὺς τῆς ὑποτελείας μας πρὸς τὸν Κύριον καὶ πρὸς τὸν Χριστόν του καὶ ἂς ἀποτινάξωμεν μακρὰν ἀπὸ ἐπάνω μας τὸν ζυγὸν καὶ τῶν δύο. Ἂς καταλύσωμεν τὴν κυριαρχίαν των καὶ ἂς ἐκμηδενίσωμεν τὸ κράτος των.
4 ὁ κατοικῶν ἐν οὐρανοῖς ἐκγελάσεται αὐτούς, καὶ ὁ Κύριος ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς.4 Αλλά αυτός, που κατοικεί στους ουρανούς, ο παντοδύναμος και δίκαιος Θεός θα τους περιπαίξη και θα τους χλευάση, θα τους κάμη καταγέλαστους ενώπιον όλων.4 Ἀλλ' αὐτός, ποὺ κατοικεῖ εἰς τοὺς οὐρανούς, θὰ γελάσῃ περιφρονητικῶς εἰς βάρος των καὶ ὁ Κύριος θὰ τοὺς περιπαίξῃ καὶ θὰ τοὺς χλευάσῃ.
5 τότε λαλήσει πρὸς αὐτοὺς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ ταράξει αὐτούς.5 Εις δε τον κατάλληλον χρόνον θα ομιλήση προς αυτούς με την οργήν του και θα τους συγκλονίση επάνω εις την έκρηξιν του δικαίου του θυμού.5 Γρήγορα δὲ με ἀγανάκτησιν θὰ ὁμιλήσῃ πρὸς αὐτοὺς καὶ μὲ τὴν τρομερὰν ἔκρηξιν τοῦ θυμοῦ του θὰ τοὺς συνταράξῃ.
6 ᾿Εγὼ δὲ κατεστάθην βασιλεὺς ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ Σιὼν ὄρος τὸ ἅγιον αὐτοῦ6 Εγώ όμως, ο Χριστός αυτού, παρά τας εχθρικάς ενεργείας των αντιθέτων, ενεθρονίσθην από αυτόν τον Θεόν και πατέρα ως βασιλεύς αιώνιος στο ιερόν όρος Σιών, εις την Ιερουσαλήμ,6 Ἐγὼ δὲ ο Χριστὸς τοῦ Κυρίου παρὰ τὰς ἀντιδράσεις τῶν ἀσεβῶν τούτων ἐγκατεστάθην καὶ ἐνεθρονίσθην ὑπὸ τοῦ Κυρίου βασιλεὺς εἰς τὸ ὄρος τὸ ἅγιον τῆς Σιών, εἰς τὴν πόλιν Ἱερουσαλήμ,
7 διαγγέλλων τὸ πρόσταγμα Κυρίου. Κύριος εἶπε πρός με· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε.7 δια να διαλαλώ και κηρύττω προς όλον τον κόσμον το πρόσταγμα του Κυρίου. Αυτό δε είναι το πρόσταγμα, με το οποίον με ανεβίβασεν στον θρόνον· ο Κυριος μου είπε· “συ είσαι ο μονογενής Υιός μου, τον οποίον από την ιδικήν μου απειροτελείαν ουσίαν έχω γεννήσει προ πάντων των αιώνων, σήμερον δε και σε ανιστώ ένδοξον από τον τάφον.7 διὰ να ἐξαγγέλλω καὶ νὰ κηρύττω τὸ πρόσταγμα τοῦ Κυρίου. Ἰδοὺ δὲ καὶ τὸ πρόσταγμά του μὲ τὸ ὁποῖον μὲ ἀνεβίβασεν ἐπὶ τοῦ θρόνου μου: Ὁ Κύριος εἶπε πρὸς ἐμέ· Υἱός μου, τὸν ὁποῖον ἐκ τῆς οὐσίας μου ἀϊδίως ἐγέννησα, εἶσαι Σύ. Ἐγὼ σὲ ἐγέννησα σήμερον, ὅτε ἀνέστησα ἐκ τοῦ τάφου καὶ ἐδόξασα τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τὴν ὁποίαν ὑπερφυσικῶς, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, σοῦ ἔδωκα.
8 αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ, καὶ δώσω σοι ἔθνη τὴν κληρονομίαν σου καὶ τὴν κατάσχεσίν σου τὰ πέρατα τῆς γῆς.8 Ζητησε ελεύθερα από μένα με το θάρρος της υιότητος ο,τι θέλεις, και εγώ θα δώσω ως κληρονομίαν σου όλα τα έθνη και θα θέσω υπό την απόλυτον εξουσίαν σου όλην την γην μέχρι των περάτων αυτής.8 Ζήτησε ἀπὸ ἐμὲ καὶ θὰ σοῦ δώσω ὡς κληρονομίαν ὅλα τὰ ἔθνη καὶ θὰ θέσω ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν σου ὅλην τὴν γῆν μέχρι τῶν ἄκρων καὶ τῶν περάτων αὐτῆς.
9 ποιμανεῖς αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ, ὡς σκεύη κεραμέως συντρίψεις αὐτούς.9 Θα τους κυβερνήσης με σιδερένιαν ράβδον, με ακατανίκητον εξουσίαν, αλλά και θα συντρίψης όλους εκείνους, οι οποίοι ανθίστανται εις σέ, με τόσην ευκολίαν, σαν να ήσαν πήλινα εύθραυστα αγγεία κατασκευασμένα από τον κεραμιδάν”.9 Θὰ τοὺς κυβερνήσῃς μὲ ράβδον σιδερένιαν καὶ ἄθραυστον, καὶ ὅλους ἐκείνους ποὺ θὰ ἀνθίστανται εἰς σέ, θὰ τοὺς συντρίψῃς μὲ τόσην εὐκολίαν, σὰν να ἦσαν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ εὔθραυστα ἀγγεῖα ποὺ ἀπὸ πηλὸν κατασκευάζει ὁ κεραμεύς.
10 καὶ νῦν, βασιλεῖς, σύνετε, παιδεύθητε, πάντες οἱ κρίνοντες τὴν γῆν.10 Και τώρα, που ακούετε αυτάς τας διακηρύξεις, σεις οι βασιλείς, συνετισθήτε, παιδαγωγηθήτε από τα παθήματά σας, αλλά και όλοι σεις οι άρχοντες, οι οποίοι κυβερνάτε και δικάζετε τους λαούς της γης.10 Καὶ ἀφοῦ τόσον εὔκολα θὰ συντριβῇ κάθε ἀντίστασίς σας, βάλετε ἐγκαίρως γνῶσιν καὶ συνετισθῆτε, ὦ βασιλεῖς· παιδαγωγήθητε ἀπὸ τὰ παθήματά σας καὶ γίνετε φρόνιμοι ὅλοι οἱ ἄρχοντες ποὺ κρίνετε καὶ δικάζετε τοὺς λαοὺς τῆς γῆς.
11 δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ καὶ ἀγαλλιᾶσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ.11 Υπηρετήσατε τον Κυριον με φόβον, δια να δοκιμάσετε εις την καρδίαν σας την αγαλλίασιν, που φέρει η ευλάβεια προς τον Θεόν και ο φόβος, μήπως τυχόν τον παροργίσετε με κάποιαν αμαρτίαν σας.11 Διὰ τῆς εὐλαβοῦς τηρήσεως τῶν θείων ἐντολῶν δουλεύσατε μὲ φόβον καὶ σεβασμὸν τὸν Κύριον καὶ δοκιμάσατε τὴν εἰρήνην καὶ ἀγαλλίασιν ποὺ γεννᾷ εἰς τὰς καρδίας ὁ τρόμος, μήπως διὰ τῆς ἁμαρτίας ἐξοργίσητε τὸν Κύριον.
12 δράξασθε παιδείας, μήποτε ὀργισθῇ Κύριος καὶ ἀπολεῖσθε ἐξ ὁδοῦ δικαίας.12 Εφ' όσον είναι καιρός αρπάξατε με όλην σας την δύναμιν και εγκολπωθήτε και κρατήστε στερεά την παιδαγωγίαν αυτήν εκ μέρους του Κυρίου, μήπως τυχόν δια την αμέλειάν σας οργισθή ο Κυριος εναντίον σας και καταστραφήτε και χαθήτε από την ευθείαν οδόν·12 Σπεύσατε μὲ ὅλην σας τὴν δύναμιν νὰ ἐγκολπωθῆτε καὶ νὰ κρατήσητε στερεὰ τὴν σύνεσιν καὶ φρόνησιν, τὴν ὁποίαν χαρίζει ἡ θεία διδασκαλία τοῦ Υἱοῦ, μήπως ὀργισθῇ ἐναντίον σας ὁ Κύριος καὶ καταντήσετε εἰς τὸν ὄλεθρον, ὁ ὁποῖος ἐπιφυλάσσεται εἰς τοὺς ἀπομακρυνομένους ἐκ τῆς εὐθείας ὁδοῦ τῆς ἀρετῆς.
13 ὅταν ἐκκαυθῇ ἐν τάχει ὁ θυμὸς αὐτοῦ, μακάριοι πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτῷ.13 όταν εντός ολίγου ανάψη ωσάν πολλαπλασίως πυρωμένη κάμινος ο δίκαιος θυμός του Θεού. Αλλά τρισευτυχισμένοι και ευλογημένοι θα είναι, όσοι θα έχουν στηρίξει την ελπίδα και την πεποίθησίν των εις αυτόν.13 Ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἀνάψῃ ὡς κάμινος ὁ θυμὸς τοῦ Κυρίου, καὶ τότε μακάριοι θὰ εἶναι ὅλοι ὅσοι θὰ ἔχουν στηριγμένην τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησίν των εἰς αὐτόν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός Γ'🔸
                              (3)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ὁπότε ἀπεδίδρασκεν ἀπὸ προσώπου ᾿Αβεσσαλὼμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ11
2 - ΚΥΡΙΕ, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ·2 Κυριε, εις πόσον αμέτρητον πλήθος έχουν αυξηθή οι εχθροί, που με καταθλίβουν! Πολλοί έχουν εξεγερθή και επαναστατήσει εναντίον μου.2 Κύριε, εἰς πόσον μέγα καὶ δυσεξάριθμητον πλῆθος ηὐξήθησαν οἱ ἐχθροὶ ποὺ μὲ θλίβουν! Πολλοὶ ἐπανεστάτησαν κατ' ἐμοῦ καὶ μὲ πολεμοῦν.
3 πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. (διάψαλμα).3 Πολλοί είναι εκείνοι, που επιβουλεύονται την ζωήν μου και λέγουν· “Δεν υπάρχει πλέον δι' αυτόν καμμία σωτηρία εκ μέρους του Θεού του”.3 Πολλοὶ λέγουν διὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ὕπαρξίν μου: Δὲν ὑπάρχει δι' αὐτὸν σωτηρία, διότι ὁ Θεός του τὸν ἐγκατέλιπε καὶ ματαίως ἐλπίζει εἰς αὐτόν.
4 σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου.4 Συ όμως, Κυριε, είσαι ο βοηθός και ο προστάτης μου. Συ είσαι η ζωή και η δόξα μου, που θα με δοξάσης πάλιν και θα σηκώσης υψηλά το κεφάλι μου, ενώ τώρα το κρατώ σκυμμένο από την εντροπήν.4 Σὺ ὅμως, Κύριε, εἶσαι βοηθός μου καὶ προστάτης μου. Σὺ θὰ μὲ δοξάσῃς καὶ πάλιν καὶ θὰ σηκώσῃς ὑψηλὰ τὴν κεφαλήν μου, τὴν ὁποίαν τώρα ἐντροπιασμένος ἔχω σκυμμένην πρὸς τὰ κάτω.
5 φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. (διάψαλμα).5 Κατά το παρελθόν πολλές φορές, με φωνήν ισχυράν εφώναξα προς τον Κυριον και εζήτησα την βοήθειάν του, και εκείνος με ήκουσεν από το όρος Σιών, από το άγιον αυτού κατοικητήριον (διάψαλμα).5 Πολλὰς εἰς τὸ παρελθὸν φορὰς μὲ φωνὴν ἰσχυρὰν ἐφώναξα πρὸς τὸν Κύριον ζητῶν τὴν βοήθειάν του καὶ μὲ ἤκουσεν ἀπὸ τὸ ὄρος Σιών, ὅπου φυλάσσεται ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης του καὶ ἔγινε δι’αὐτὰ ἅγιον κατοικητήριόν του.
6 ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου.6 Δια τούτο και τώρα, βέβαιος ότι ο Κυριος θα εισακούση την προσευχήν μου, εκοιμήθην, έπεσα εις ήρεμον και αναπαυτικόν ύπνον. Εσηκώθηκα από τον ύπνον ειρηνικός και αισιόδοξος, διότι ο Κυριος θα με βοηθήση ασφαλώς και θα με προστατεύση.6 Ὡς ἐκ τούτου καὶ εἰς τὰς δυσκόλους αὐτὰς τοῦ παρόντος στιγμὰς δὲν ἔχασα τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰρήνην μου, ἀλλὰ μολονότι μὲ ἔχουν κυκλώσει τόσοι ἐχθροί, ἐκοιμήθην κατὰ τὴν νύκτα ἥσυχος καὶ ἔπεσα εἰς ὕπνον ἤρεμον καὶ βαθύν. Ἐσηκώθην δὲ τὸ πρωῒ γεμᾶτος θάρρος καὶ ἐλπίδα, διότι ὁ Κύριος θὰ μὲ βοηθήσῃ καὶ θὰ μὲ προστατεύσῃ.
7 οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι.7 Δεν θα φοβηθώ από αναρίθμητα πλήθη εχθρικού λαού, που με έχουν περικυκλώσει από όλα τα σημεία και επιτίθενται όλοι μαζή εναντίον μου.7 Ὄχι· δὲν θὰ φοβηθῶ ἀπὸ ἀναρίθμητα πλήθη λαοῦ, ποὺ μὲ ἔχουν κυκλώσει, καὶ ἀπὸ πᾶσαν διεύθυνσιν ἐπιτίθενται ὅλοι μαζὶ κατ’ ἐμοῦ.
8 ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας.8 Σηκω επάνω, Κυριε, σώσε με από τους εχθρούς μου, συ ο Θεός μου. Διότι είμαι βέβαιος πλέον ότι έχεις συντρίψει όλους αυτούς, που με εχθρεύονται χωρίς λόγον και αιτίαν. Θεωρώ ως τετελεσμένον γεγονός, ότι συνέτριψες τα δόντια των αμαρτωλών, που ωσάν άγρια θηρία έρχονται να με κατασπαράξουν8 Σήκω ἐπάνω, Κύριε, καὶ σπεῦσον κατὰ τῶν ἐχθρῶν μου. Σῶσέ με, ὦ Θεέ μου· διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι Σὺ θὰ πατάξῃς ὅλους αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐχθρεύονται χωρὶς λόγον καὶ αἰτίαν. Σὺ θὰ συντρίψῃς τὰ δόντια τῶν ἁμαρτωλῶν, ποὺ ὡς θηρία ἄγρια ἔρχονται νὰ μὲ κατασπαράξουν καὶ μὲ καταφάγουν.
9 τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.9 Από σε λοιπόν τον Κυριον περιμένω την σωτηρίαν μου, η δε ευλογία σου θα σταλή επάνω στον λαόν, που είναι ιδικός σου.9 Ἀπὸ τὸν Κύριον θὰ μοῦ δοθῇ ἡ σωτηρία, καὶ εἰς ἐκείνους, Κύριε, οἱ ὁποῖοι σὲ φοβοῦνται καὶ εἶναι ἰδικός σου λαός, θὰ ἔλθῃ ἡ εὐλογία σου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός Δ'🔸
                             (4)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ἐν ψαλμοῖς· ᾠδὴ τῷ Δαυΐδ.11
2 - ΕΝ τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσάς μου, ὁ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου· ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με. οἰκτείρησόν με καὶ εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου.2 Κυριε ο Θεός, συ με προστατεύεις και αποδίδστο δίκαιόν μου. Οσες φορές προηγουμένως δια της προσευχής σε είχα επικαλεσθή με ήκουσες. Διέλυσες την ψυχικήν μου στενοχωρίαν και έδωσες άνεσιν εις την ψυχήν μου. Και τώρα σπλαγχνίσου μέ, Κυριε· άκουσε και κάμε δεκτήν την προσευχήν μου.2 Οσάκις σὲ ἐπεκαλέσθην, ἤκουσες μὲ εὐμένειαν τὴν προσευχήν μου, ὦ Θεέ, ποὺ προστατεύεις τὸ δίκαιόν μου καὶ μοῦ ἀποδίδεις αὐτό. Ὅταν εὑρέθην εἰς θλῖψιν καὶ στενοχώριαν, μὲ ἐπαρηγόρησες καὶ ἔδωκες πλάτος καὶ ἄνεσιν εἰς τὴν πιεζομένην καρδίαν μου. Σπλαγχνίσου με καὶ τώρα καὶ κάμε δεκτὴν τὴν προσευχήν μου.
3 υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἱνατί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος; (διάψαλμα).3 Ω σεις οι άνθρωποι, που με εχθρεύεσθε, έως πότε θα έχετε σκληράν την καρδίαν σας; Διατί αγαπάτε να διαδίδετε εις βάρος μου ματαίας και ανυποστάτους κατηγορίας και επιζητείτε πάντοτε νέα ψεύδη εναντίον μου;3 Ὦ σεῖς ἄνθρωποι, ποὺ μὲ ἐχθρεύεσθε καὶ μὲ συκοφαντεῖτε. Ἕως πότε θὰ ἔχετε σκληρὰν καὶ εἰς τὰ γήϊνα προσκολλημένην τὴν καρδίαν σας; Διατὶ ἀγαπᾶτε να διαδίδετε εἰς βάρος μου ματαίας καὶ ἀνυποστάτους κατηγορίας καὶ ζητεῖτε μὲ συκοφαντίας καὶ ψεύδη νὰ μὲ καταστρέφετε;
4 καὶ γνῶτε ὅτι ἐθαυμάστωσε Κύριος τὸν ὅσιον αὐτοῦ· Κύριος εἰσακούσεταί μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτόν.4 Μαθετε όμως ότι ο Κυριος κατά θαυμαστόν τρόπον με επροστάτευσεν στο παρελθόν, εμέ τον αφωσιωμένον εις αυτόν. Και τώρα θα εισακούση ο Κυριος την προσευχήν μου, καθώς με όλην μου την ψυχήν κράζω προς αυτόν.4 Μάθετε ὅμως ὅτι ὁ Κύριος μέχρι τοῦδε κατέστησε περιφανῆ καὶ θαυμαστὸν τὸν εὐσεβῆ, ποὺ εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς αὐτόν. Ὅπως δὲ εἰς τὸ παρελθόν, οὕτω καὶ τώρα ὁ Κύριος θὰ εἰσακούσῃ τὴν προσευχήν μου, ὅταν μὲ πόθον φωνάζω εἰς αὐτόν.
5 ὀργίζεσθε, καὶ μὴ ἁμαρτάνετε· ἃ λέγετε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἐπὶ ταῖς κοίταις ὑμῶν κατανύγητε. (διάψαλμα).5 Σεις οι εχθροί μου, ας οργιζεσθε επί τέλους εναντίον μου· μη αμαρτάνετε όμως και εναντίον του Θεού. Οσα κακά σχέδια μελετάτε εις τας καρδίας σας και καταστρώνετε εναντίον μου, όταν κοιμάσθε μόνοι σας το εσπέρας, επανεξετάσατέ τα, συντριβήτε δι' αυτά και μετανοήσατε.5 Ἂς ὀργίζεσθε ἐναντίον μου, προσέχετε ὅμως νὰ μὴ ἁμαρτάνετε καὶ κατὰ τοῦ Θεοῦ. Τὰ πονηρὰ σχέδια καὶ τοὺς ἐφαμάρτους διαλογισμούς, ποὺ συλλαμβάνετε μὲ τὸν νοῦν σας καὶ κυκλοφορεῖτε εἰς τὰς καρδίας σας, να τὰ ἐξετάζετε τὴν νύκτα εἰς τὴν κλίνην σας καὶ καταλαμβανόμενοι ὑπὸ μετανοίας καὶ κατανύξεως νὰ συγκρατῆσθε ἀπὸ τοῦ νὰ τὰ θέσετε εἰς πρᾶξιν.
6 θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης καὶ ἐλπίσατε ἐπὶ Κύριον.6 Προσφέρετε θυσίας προς τον Θεόν, αι οποίαι να συνοδεύωνται από τα έργα της δικαιοσύνης. Και τώρα στηρίξατε και σεις τας ελπίδας σας στον Θεόν.6 Προσφέρετε ὡς θυσίαν ὄχι ζῶα καὶ προσφορὰς ὑλικάς, ἀλλὰ δικαιοσύνην καὶ ἀγαθότητα καὶ στηρίξατε ὁλόκληρον τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησίν σας εἰς τὸν Κύριον.
7 πολλοὶ λέγουσι· τίς δείξει ἡμῖν τὰ ἀγαθά; ᾿Εσημειώθη ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, Κύριε.7 Πολλοί από σας λέγουν· “ποιός θα δείξη εις ημάς και θα δώση τα αγαθά;” Εις ημάς όμως, Κυριε, που πιστεύομεν εις σέ, έλαμψε το φως του προσώπου σου και εδοκιμάσαμεν χαράν.7 Πολλοί, ἐπειδὴ ἔχασαν τὴν ἐλπίδα αὐτήν, λέγουν: Ποῖος θὰ μᾶς δείξῃ καὶ ποῖος θὰ μᾶς δώσῃ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά; Εἰς ἡμᾶς ὅμως, Κύριε, ποὺ ἐλπίζομεν εἰς σέ, ἐνετυπώθη βαθειὰ ἡ στοργὴ καὶ ἡ πλεονάζουσα ἀγάπη καὶ χάρις τοῦ προσώπου σου· καὶ Ἐλαμψεν εἰς ὅλους φανερὰ ἡ ὑπὲρ ἡμῶν πρόνοια καὶ ἀντίληψίς σου·
8 ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου· ἀπὸ καρποῦ σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου αὐτῶν ἐπληθύνθησαν.8 Εγέμισες την ίδικήν μου καρδίαν από χαράν και αγαλλίασιν, την οποίαν δεν δοκιμάζουν ποτέ οι αμαρτωλοί αντίπαλοί μου, μολονότι είναι γεμάτοι από τους καρπούς της γης, από σίτον, οίνον και έλαιον.8 ἐγέμισες τὴν καρδίαν μου ἀπὸ εὐφροσύνην, ὁποίαν δὲν δοκιμάζουν οἱ ἀντίπαλοί μου, μολονότι εἶναι γεμᾶτοι ἀπὸ καρπὸν σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου.
9 ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω, ὅτι σύ, Κύριε, κατὰ μόνας ἐπ᾿ ἐλπίδι κατῴκισάς με.9 Εγώ όμως με την ελπίδα μου στερεάν προς σε θα κοιμηθώ ήσυχος και ειρηνικός, θα χορτάσω τον ύπνον, διότι συ Κυριε, αν και εγώ είμαι τώρα εγκαταλελειμμένος και μόνος, μου παρέχεις την προστασίαν σου, υπό την σκέπην της οποίας κατοικώ γεμάτος ελπίδα προς σέ.9 Μὲ τὴν ἐλπίδα μου ἀκλόνητον εἰς Σὲ θὰ κοιμηθῶ ἥσυχος καὶ ἐν εἰρήνῃ, συγχρόνως δὲ καὶ θὰ χορτάσω ὕπνον, διότι Σύ, Κύριε, ἂν καὶ εἶμαι καταμόνος, παρέχεις εἰς ἑμὲ τὴν προστασίαν σου, ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ὁποίας κατοικῶ γεμᾶτος πεποίθησιν καὶ ἐλπίδα.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός Ε'🔸
                              (5)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 - ΤΑ ρήματά μου ἐνώτισαι, Κύριε, σύνες τῆς κραυγῆς μου·2 Ακουσε, Κυριε, τα λόγια της προσευχής μου, κατανόησε αυτά, που με αγωνιώδη κραυγήν σου απευθύνω.2 Εὐδόκησε, Κύριε, νὰ δεχθῇς εἰς τὰ ὦτα σου τοὺς λόγους τῆς προσευχῆς μου, εὐδόκησε νὰ κατανοήσῃς τὰ ὅσα μὲ ἀγωνιώδη καὶ ἰσχυρὰν κραυγὴν σου ἀπευθύνω·
3 πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου, ὁ βασιλεύς μου καὶ ὁ Θεός μου. ὅτι πρὸς σὲ προσεύξομαι, Κύριε·3 Δώσε προσοχήν στο περιεχόμενον της δεήσεώς μου, συ, που είσαι ο βασιλεύς μου και ο Θεός μου, διότι εγώ όχι εις τα άψυχα είδωλα ούτε εις κανένα άλλον, αλλά προς σε θα προσευχηθώ και τώρα, Κυριε.3 προσεξε εἰς τὴν φωνὴν τῆς παρακλήσεώς μου, Σύ, ποὺ εἶσαι ὁ ὑπέρτατος καὶ αἰώνιος βασιλεύς μου καὶ ὁ Θεός μου. Διότι οὐχὶ εἰς τὰ ἀναίσθητα εἴδωλα, ἀλλ’ εἰς σὲ καὶ μόνον θὰ προσεύχωμαι, Κύριε. Καὶ ἐκτὸς σοῦ ἄλλον προστάτην δὲν ἔχω.
4 τὸ πρωΐ εἰσακούσῃ τῆς φωνῆς μου, τὸ πρωΐ παραστήσομαί σοι καὶ ἐπόψει με,4 Πρωϊ, πριν ακόμη αρχίσω κανένα έργον, συ θα ακούσης το περιεχόμενον της προσευχής μου. Το πρωϊ θα παρουσιασθώ ενώπιόν σου και συ θα ρίψης ευμενές βλέμμα προς εμέ.4 Τὸ πρωΐ, μόλις ἀπὸ τὴν κλίνην μου ἐγερθῶ καὶ προτήτερα ἀπὸ κάθε ἄλλο ἔργον μου, Σὲ πρῶτον θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ Σὺ θὰ ἀκούσῃς τὴν ἱκετευτικὴν φωνήν μου. Λίαν πρωῒ θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν σου καὶ θὰ εὐδοκήσῃς νὰ ρίψῃς εὐμενὲς τὸ βλέμμα σου ἐπ’ ἑμοῦ.
5 ὅτι οὐχὶ Θεὸς θέλων ἀνομίαν σὺ εἶ· οὐ παροικήσει σοι πονηρευόμενος,5 Συ είσαι Θεός, που ποτέ και κατά κανένα τρόπον δεν θέλεις την καταπάτησιν του νόμου Σου και την αδικίαν. Δια τούτο ούτε και προς στιγμήν δεν θα παραμείνη πλησίον σου ως προστατευόμενός σου ασεβής άνθρωπος, ο οποίος μηχανεύεται το κακόν.5 Διότι σὺ δὲν εἶσαι Θεὸς ποὺ θέλεις τὴν ἀνομίαν καὶ ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἐμίσησα καὶ ἐγώ, ἐργάζονται δὲ οἱ ἐχθροὶ καὶ διῶκταί μου. Οὐδ' ἐπὶ στιγμὴν θὰ παραμείνῃ πλησίον σου ὡς οἰκεῖος καὶ φίλος σου, ὅποιος πονηρεύεται καὶ μηχανᾶται τὸ κακόν.
6 οὐδὲ διαμενοῦσι παράνομοι κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν σου. ἐμίσησας πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν·6 Ούτε είναι δυνατόν να σταθούν εμπρός εις τα μάτια σου με θάρρος η με θράσος αυτοί, οι οποίοι καταπατούν τον Νομον σου. Συ εμίσησες όλους εκείνους, οι οποίοι έχουν ως έργον των να πράττουν την ανομίαν και την αμαρτίαν.6 Οὔτε θὰ σταθοῦν ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια σου αὐτοί, ποὺ παραβαίνουν τὸν νόμον σου. Ἐμίσησας ὅλους ἐκείνους, ποὺ ὡς ἔργον των ἔχουν νὰ διαπράττουν τὴν ἀνομίαν καὶ ἁμαρτίαν.
7 ἀπολεῖς πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος. ἄνδρα αἱμάτων καὶ δόλιον βδελύσσεται Κύριος.7 Εν τη δικαιοσύνη σου θα εξολοθρεύσης, Κυριε, όλους εκείνους, οι οποίοι λέγουν ψεύδη. Τον αιμοχαρή άνθρωπον, ο οποίος χύνει αίμα άλλων ανθρώπων, όπως επίσης και τον δόλιον, τους αποστρέφεται μετά βδελυγμίας ο Κυριος.7 Θὰ ἐξολοθρεύσῃς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χωρὶς ἴχνος εὐσυνειδησίας καὶ ἐντροπῆς λαλοῦν καὶ διαδίδουν τὸ ψεῦδος. Τὸν αἱμοβόρον ἄνθρωπον, ποὺ βάφει τὰς χεῖρας του εἰς ἀδελφικὰ αἵματα καὶ διὰ δόλων ἐπιζήτει τὴν βλάβην καὶ καταστροφὴν τοῦ πλησίον, τὸν μισεῖ καὶ τὸν ἀποστρέφεται ὁ Κύριος.
8 ἐγὼ δὲ ἐν τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου, προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου ἐν φόβῳ σου.8 Εγώ όμως στηριζόμενος και ελπίζων στο άπειρον έλεός σου θα εισέλθω στο κατοικητήριόν σου. Θα προσκυνήσω Σε με ευλάβειαν και ιερόν δέος στον άγιον ναόν σου.8 Ἀντιθέτως ὅμως ἐγὼ βασίζομαι εἰς τοὺς οἰκτιρμούς σου καὶ ὄχι εἰς τὸν δόλον καὶ τὴν ἀπάτην ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ἀντίπαλοί μου. Καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα μου στηριγμένην εἰς τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου θὰ εἰσέλθω εἰς τὸν οἶκον σου καὶ θὰ προσκυνήσω, γεμᾶτος σεβασμὸν καὶ εὐλάβειαν πρὸς σέ, εἰς τὸν ἅγιον ναόν σου.
9 Κύριε, ὁδήγησόν με ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου, κατεύθυνον ἐνώπιόν σου τὴν ὁδόν μου.9 Κυριε, βλέπεις πόσον πολλοί είναι αυτοί που με εχθρεύονται! Δια τούτο συ γίνε εν τη απείρω σου δικαιοσύνη οδηγός μου. Βοήθησέ με, ώστε με σταθερότητα και αποφασιστικότητα να βαδίζω την ευθείαν οδόν ενώπιόν σου.9 Κύριε, οἱ ἀδικοῦντες με εἶναι πολλοί. Καὶ ἐξ αἰτίας τῶν ἀδίκων τούτων ἐχθρῶν μου σὲ παρακαλῶ, γενοῦ ὁδηγός μου ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης σου καὶ ἁπάλλαξε τὴν πορείαν τῆς ζωῆς μου ἀπὸ κάθε ἐμπόδιον καὶ παγίδα, ὥστε ἀσφαλῶς νὰ βαδίζω τὸν εὐθὺν δρόμον ποὺ σοῦ εἶναι ἀρεστός. Λύτρωσέ με σὺ ἀπὸ τὰς παγίδας τῶν ἐχθρῶν μου καὶ μὴ ἐπιτρέψῃς, ὥστε ἐξ αἰτίας αὐτῶν νὰ παρεκκλίνω ἀπὸ τὸ θέλημά σου. Ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ὁδηγίας καὶ προστασίας σου.
10 ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν ἀλήθεια, ἡ καρδία αὐτῶν ματαία· τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὐτῶν ἐδολιοῦσαν.10 Διότι στο στόμα των εχθρών μου δεν υπάρχει ποτέ η αλήθεια. Η καρδιά των σκέπτεται και επιθυμεί πάντοτε μάταια και επιβλαβή. Ο λάρυγξ των είναι τάφος ανοικτός, από τον οποίον εξέρχονται δυσωδίαι· με τας ψευδολόγους δε γλώσσας των εκχύνουν φαρμακεράς δολιότητας.10 Διότι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ στόμα των ἀλήθεία· ἡ καρδία των εἶναι ἀνειλικρινὴς καὶ διαλογίζεται μάταια καὶ πονηρά. Ὁ λάρυγξ των σὰν τάφος ἀνοικτός, ποὺ ἀναδίδει μολυσματικὴν δυσοσμίαν, μόνον λόγους βλασφημίας καὶ βρωμερὰς αἰσχρότητος ἐκβάλλει. Μὲ τὰς συκοφαντικὰς καὶ ψευδολόγους γλώσσας των ὑφαίνουν δολιότητας καὶ φαρμακερὰς ἐπινοήσεις.
11 κρῖνον αὐτούς, ὁ Θεός. ἀποπεσάτωσαν ἀπὸ τῶν διαβουλιῶν αὐτῶν· κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβειῶν αὐτῶν ἔξωσον αὐτούς, ὅτι παρεπίκρανάν σε, Κύριε.11 Κρίνε και καταδίκασέ τους συ, ω Θεέ μου. Είθε να αστοχήσουν όλαι αι συκοφαντίαι των και όλα τα εναντίον μου διαβούλιά των. Συμφωνα με το πλήθος των ασεβειών των διασκόρπισέ τους και διώξε τους από κοντά σου, διότι εργαζόμενοι αυτοί το κακόν και πολεμούντες τους ιδικούς σου ανθρώπους σε έχουν πικράνει με το παραπάνω, Κυριε.11 Καταδίκασέ τους, ὦ Θεέ μου. Εἴθε νὰ πέσουν ἔξω καὶ νὰ ἀποτύχουν εἰς τὰ δόλια σχέδια καὶ τὰς ἐσκεμμένας πλεκτάνας, τὰς ὁποίας συνέλαβον καὶ ἐμηχανεύθησαν κατ’ ἐμοῦ. Σύμφωνα μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβειῶν τους σκόρπισέ τους καὶ ἀπομάκρυνέ τους, διότι μὲ τὸ νὰ πολεμοῦν τοὺς ἀφωσιωμένους εἰς Σὲ δούλους, σὲ κατεπίκραναν, Κύριε.
12 καὶ εὐφρανθείησαν πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ σέ· εἰς αἰῶνα ἀγαλλιάσονται, καὶ κατασκηνώσεις ἐν αὐτοῖς, καὶ καυχήσονται ἐν σοὶ πάντες οἱ ἀγαπῶντες τὸ ὄνομά σου.12 Θα ευφρανθούν δε τότε όλοι, όσοι στηρίζουν τας ελπίδας των εις σέ. Η χαρά των και η αγαλλίασις θα είναι αιωνία και αναφαίρετος. Συ δε θα κατοικήσης εν μέσω αυτών και όλοι εκείνοι, που αγαπούν το Ονομά σου, θα καυχώνται δια την προστασίαν, που τους παρέχεις.12 Καὶ θὰ εὐφρανθοῦν τότε ὅλοι ὅσοι ἔλπιζουν εἰς Σέ, διότι θὰ ἴδουν, ὅτι εἰσακούεις τὴν προσευχὴν καθενὸς ποὺ στηρίζει τὴν πεποίθησίν του εἰς σὲ καὶ ματαιώνεις τὰς ἐπιβουλὰς τῶν μισούντων τοὺς ἐκλεκτούς σου. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίασίς των θὰ εἶναι ἀκατάπαυστος καὶ διαρκής, διότι θὰ ἀντιληφθοῦν καὶ θὰ πληροφορηθοῦν ἀπὸ τὰ πράγματα, ὅτι ἔχεις στήσει τὴν σκηνήν σου πλησίον των καὶ κατοικεῖς ὡς προστάτης των καὶ κηδεμὼν ἐν μέσῳ αὐτῶν. Καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀγαποῦν τὸ ὄνομά σου, θὰ καυχηθοῦν διὰ τὴν προστασίαν τὴν ὁποίαν τοὺς παρέχεις.
13 ὅτι σὺ εὐλογήσεις δίκαιον· Κύριε, ὡς ὅπλῳ εὐδοκίας ἐστεφάνωσας ἡμᾶς.13 Διότι συ, Κυριε, εν τη απείρω σου αγαθότητι θα ευλογήσης τον δίκαιον. Κυριε, η άπειρος προς ημάς ευμένειά σου και προστασία είναι δι' ημάς ακατανίκητον όπλον και στέφανος δόξης.13 Διότι σὺ θὰ εὐλογήσῃς τὸν δίκαιον καὶ συνεπῶς αἱ κατ' αὐτοῦ κατάραι καὶ βλασφημίαι τῶν ἀσεβῶν εἰς οὐδὲν θὰ ἰσχύσουν. Κύριε, ἡ πολλή σου εὐαρέσκεια καὶ ἀγάπη ἔγινεν εἰς ἠμᾶς ὅπλον, ἰσχυρὸν καὶ ἀκαταγώνιστον, μὲ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπροστάτευσες, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἐχάρισες τὸν στέφανον τῆς νίκης.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΣΤ'🔸
                              (6)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις, ὑπὲρ τῆς ὀγδόης· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 - ΚΥΡΙΕ, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με.2 Κυριε, επάνω στον δίκαιον θυμόν σου μη με τιμωρήσης δια τας αμαρτωλάς μου πράξεις, και μη θελήσης επάνω εις την δικαίαν σου οργήν να με παιδαγωγήσης με σκληρότητα.2 Κύριε, φανοῦ ἐπιεικὴς πρὸς ἐμέ. Μὴ ἐλέγξῃς, σὲ παρακαλῶ, καὶ μὴ κολάσῃς μὲ τὸν θυμόν σου τὰς πράξεις μου, μηδὲ διευθύνης μὲ τὴν ὀργήν σου κατ’ ἑμοῦ τὴν παιδαγωγικὴν μάστιγά σου. Τιμώρησέ με φιλανθρώπως.
3 ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι· ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου,3 Ελέησέ με, Κυριε, διότι είμαι σωματικώς και ψυχικώς ασθενής. Θεράπευσε, Κυριε, εμέ τον ασθενή, διότι και αυτά τα οστά μου έχουν ταραχθή εξ αιτίας των αμαρτιών μου.3 Ἐλέησέ με, Κύριε, διότι ἀπὸ τὰς πολλὰς τιμωρίας σου καὶ τὴν συντριβήν μου κατάκειμαι ἀσθενής. Ἰάτρευσέ με, Κύριε, διότι ἀπὸ τὸν πολὺν πόνον μου καὶ τὴν βαρεῖαν λύπην μου μετεκινήθησαν καὶ ἐκλονίσθησαν καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ὀστᾶ μου.
4 καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα· καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε;4 Η δε ψυχή μου επλημμύρισεν από ταραχήν και ανεστατώθη εξ αιτίας της δικαίας σου οργής. Εως πότε όμως, Κυριε, θα στέκης μακράν από εμέ και ωργισμένος θα στρέφης αλλού το πρόσωπόν σου;4 Ἄλλα καὶ ὁλόκληρον τὸ ἐσωτερικόν μου, ἡ ἀσώματος καὶ ἄϋλος ψυχή μου ἐταράχθη πάρα πολύ. Καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε θὰ εἶσαι ὠργισμένος κατ’ ἐμοῦ καὶ θὰ μὲ στερῇς τοῦ ἐλέους σου;
5 ἐπίστρεψον, Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου, σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους σου.5 Στρέψε, Κυριε, το πρόσωπόν σου προς εμέ. Γλύτωσε το σώμα και την ψυχήν μου από τας συμφοράς. Σώσε με, όχι δια τας καλάς μου πράξεις, αλλά δια την άπειρον ευσπλαγχνίαν σου.5 Μὴ φεύγῃς καὶ μὴ μὲ ἀφήνῃς, Κύριε, ἀλλ' ἐλθὲ πάλιν πλησίον μου· ἐλευθέρωσε τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τὴν ἀθλιότητα, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, σῶσε με διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς καὶ τὸ ἀνεξάντλητον ἔλεός σου.
6 ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου· ἐν δὲ τῷ ῞ᾼδῃ τίς ἐξομολογήσεταί σοι;6 Διότι, εάν αποθάνη κανείς αμετανόητος και καταβή στον άδην, δεν είναι δυνατόν να σε ενθυμήται, Κυριε. Εις τον άδην ποιός αμετανόητος είναι δυνατόν να σε δοξολογήση; Εγώ όμως, Κυριε, μετανοών δια τας παραβάσεις μου κλαίω.6 Ὀλίγος μοῦ ἀπομένει τῆς μετανοίας ὁ καιρός. Καὶ ἐὰν ἀποθάνῃ τις προτοῦ προφθάσῃ νὰ συμφιλιωθῇ μαζί σου, δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ σὲ ἐνθυμῆται μὲ ἐλπίδα συγχωρήσεως καὶ μετανοίας. Εἰς τὸν σκοτεινὸν δὲ καὶ ἔρημον τῆς παρουσίας σου Ἅδην ποῖος θὰ ἀναμέλψῃ ὕμνους εἰς τὸ φοβερὸν μεγαλεῖον σου;
7 ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω.7 Εκοπίασα, απέκαμα από τους στεναγμούς μου δια τας παρεκτρρπάς μου. Ελουσα και λούζω κάθε νύκτα το κρεββάτι μου και βρέχω με τα άφθονα δάκρυά μου το στρώμα μου.7 Ἀπέκαμα ἀπὸ τοὺς στεναγμοὺς διὰ τὰς παρεκτροπάς μοῦ. Ἔλουσα καὶ λούω κάθε νύκτα τὸ κρεββάτι μου καὶ βρέχω τὸ στρῶμα μου μὲ τὰ ἄφθονα δάκρυά μου.
8 ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου, ἐπαλαιώθην ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς μου.8 Κλαίω συνεχώς εξ αιτίας της οργής σου και από τα δάκρυά μου επόνεσαν τα μάτια μου. Εγινα ασήμαντος, σαν το παληωμένο ένδυμα, και περιφρονημένος από τους εχθρούς μου.8 Κλαίω συνεχῶς ἐξ αἰτίας τοῦ θυμοῦ σου καὶ ἀπὸ τὴν συνεχῆ ροὴν τῶν δακρύων μου μὲ ἐπόνεσαν τὰ μάτια μου. Κατήντησα νὰ περιφρονοῦμαι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου σὰν ροῦχον πεπαλαιωμένον.
9 ἀπόστητε ἀπ᾿ ἐμοῦ πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ὅτι εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς τοῦ κλαυθμοῦ μου·9 Αλλά το έλεος του Κυρίου είναι άπειρον και δια τούτο εις αυτό ελπίζω και φωνάζω προς τους εχθρούς μου· φύγετε μακρυά από μένα κατεντροπιασμένοι, όσοι εργάζεσθε την ανομίαν. Δεν σας φοβούμαι, διότι είμαι βέβαιος ότι ο Κυριος εδέχθη με ευμένειαν την προσευχήν, που με δάκρυα και κλαυθμούς του απηύθυνα.9 Ἀλλ’ ὄχι· τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου μου εἶναι ἄβυσσος πολλὴ καὶ δι’ αὐτὸ θὰ μὲ προστατεύσῃ. Φύγετε λοιπὸν μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ ἐντροπιασμένοι ὅλοι ὅσοι ἐργάζεσθε τὴν ἀνομίαν. Δὲν σᾶς φοβοῦμαι πλέον. Διότι ὁ Κύριος ἤκουσε μὲ εὐμένειαν καὶ πλῆθος οἰκτιρμῶν τὴν φωνήν, ποὺ μὲ δάκρυα πολλὰ τοῦ ἀπηύθυνα.
10 ἤκουσε Κύριος τῆς δεήσεώς μου, Κύριος τὴν προσευχήν μου προσεδέξατο.10 Ηκουσεν ο Κυριος την δέησίν μου. Ο Κυριος ευηρεστήθη να κάμη δεκτήν την προσευχήν μου.10 Ἤκουσεν ὁ Κύριος τὴν δέησίν μου. Ὁ Κύριος εὐηρεστήθη νὰ δεχθῇ τὴν προσευχήν μου.
11 αἰσχυνθείησαν καὶ ταραχθείησαν σφόδρα πάντες οἱ ἐχθροί μου, ἀποστραφείησαν καὶ καταισχυνθείησαν σφόδρα διὰ τάχους.11 Ας κατεντροπιασθούν και ας κυριευθούν από φόβον και τρόμον οι εχθροί μου. Ας γυρίσουν οπίσω και πανικόβλητοι ας τραπούν εις φυγήν, ας καταισχυνθούν γρήγορα.11 Ἂς ἐντροπιασθοῦν καὶ ἂς κυριευθοῦν ἀπὸ ταραχὴν καὶ τρόμον ὅλοι οἱ ἐχθροί μου. Ἂς ὑποχωρήσουν νικημένοι καὶ ἂς κατεντροπιασθοῦν γρήγορα καὶ παρευθύς.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός Ζ'🔸
                             (7)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ὃν ᾖσε τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ τῶν λόγων Χουσὶ υἱοῦ ᾿Ιεμενεί.11
2 - ΚΥΡΙΕ ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· σῶσόν με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με καὶ ῥῦσαί με,2 Κυριε, ο Θεός μου, εις σε εστήριξα όλας μου τας ελπίδας. Σώσε με από όλους τους εχθρούς μου, οι οποίοι με καταδιώκουν και γλύτωσέ με από αυτούς, και μάλιστα από τον αρχηγόν των τον Αβεσσαλώμ,2 Κύριε ὁ Θεός μου, εἰς σὲ ἐστήριξα ὅλην τὴν ἐλπίδα μου. Σῶσε με ἀπὸ ὅλους ὅσοι μὲ καταδιώκουν καὶ γλύτωσέ με ἀπὸ αὐτούς.
3 μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου, μὴ ὄντος λυτρουμένου μηδὲ σῴζοντος.3 δια να μη αρπάση αυτός και ως λέων άγριος κατασπαράξη την ζωήν μου, αφού δεν θα υπάρχη στο πλευρόν μου κανείς, δια να με γλυτώση και να με σώση.3 Ἐλθέ, Κύριε, εἰς βοήθειάν μου, μήπως σὰν λέων ἄγριος καὶ σκληρὸς ἁρπάση ὁ ἐχθρὸς τὴν ζωήν μου καὶ κατασπαραχθῶ, ἐφ' ὅσον δὲν θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ πλευράν μου κανεὶς ποὺ νὰ μὲ γλυτώσῃ καὶ μὲ σώσῃ.
4 Κύριε ὁ Θεός μου, εἰ ἐποίησα τοῦτο, εἰ ἔστιν ἀδικία ἐν χερσί μου,4 Κυριε και Θεέ μου, εάν διέπραξα αυτό το κακόν, δια τα οποίον με καταδιώκουν, εάν αι χείρες μου έκαμαν κάκοιαν αδικίαν εναντίον των,4 Κύριε ὁ Θεός μου, ἐὰν πράγματι ἔκαμα αὐτὸ διὰ τὸ ὁποῖον καταδιώκομαι, ἐὰν αἱ χεῖρες μου διέπραξαν ἀδικίαν·
5 εἰ ἀνταπέδωκα τοῖς ἀνταποδιδοῦσί μοι κακά, ἀποπέσοιμι ἄρα ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν μου κενός·5 εάν ανταπέδωκα ποτέ κάτι κακόν στους εχθρούς μου, οι οποίοι συνεχώς με καταδιώκουν και με αδικούν, ας χάσω κάθε ελπίδα σωτηρίας από τα χέρια των εχθρών μου, ας πέσω νικημένος από αυτούς, έρημος και γυμνωμένος από κάθε συμπαράστασιν.5 ἐὰν ἀνταπέδωκα κακὸν εἰς ἐκείνους ποὺ μοῦ ἀνταποδίδουν κακὰ ἀντὶ τῶν πρὸς αὐτοὺς εὐεργεσιῶν μου, αἲ τότε εἴθε νὰ πέσω ἔξω καὶ νὰ νικηθῶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου, ἔρημος καὶ γυμνωμένος ἀπὸ πᾶσαν βοήθειαν καὶ ἐλπίδα.
6 καταδιώξαι ἄρα ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου καὶ καταλάβοι καὶ καταπατήσαι εἰς γῆν τὴν ζωήν μου καὶ τὴν δόξαν μου εἰς χοῦν κατασκηνώσαι. (διάψαλμα).6 Ας με καταδιώξη, μαζή με τους εχθρούς μου, ο αρχηγός των, ας με συλλάβη αιχμάλωτον, ας ποδοπατήση κάτω στο χώμα και ας εξευτελίση την ζωήν μου και ας σκεπάση με το χώμα του τάφου όλην την δόξαν μου.6 Ἂς καταδιώξῃ τότε ὁ ἐχθρὸς ὁλόκληρον τὴν ὕπαρξίν μου καὶ ἂς μὲ συλλάβῃ αἰχμάλωτον καὶ ἂς ποδοπατήσῃ εἰς τὸ χῶμα τὴν ζωήν μου καὶ μὲ ἀτιμίαν πολλὴν ἂς τὴν καταθάψῃ εἰς τὰ σκοτεινὰ σκηνώματα τοῦ τάφου, ἐξαλείφων ὁλοτελῶς τὸ ἔνδοξον ὄνομά μου.
7 ἀνάστηθι, Κύριε, ἐν ὀργῇ σου, ὑψώθητι ἐν τοῖς πέρασι τῶν ἐχθρῶν σου. ἐξεγέρθητι, Κύριε ὁ Θεός μου, ἐν προστάγματι, ᾧ ἐνετείλω,7 Αλλ' εγώ, Κυριε, δεν θέλω να εκδικηθώ ο ίδιος τους εχθρούς μου· δια τούτο σε παρακαλώ, σήκω, Κυριε, ωργισμένος εναντίον αυτών. Φανέρωσε το ύψος της ακατανίκητου δυνάμεώς σου έως εις τα πέρατα του στρατοπέδου των εχθρών σου, ώστε κανείς να μη διαφύγη την τιμωρίαν. Κυριε ο Θεός μου, σήκω εις προστασίαν μου, σύμφωνα άλλωστε και με τον Νομον, τον οποίον έχεις σχετικώς διατάξει, να τιμωρούνται δηλαδή οι κακοί, οι δε καλοί να προστατεύωνται και αμείβωνται.7 Σήκω, Κύριε, χωρὶς οἰκτιρμοὺς καὶ σπεῦσον θυμωμένος εἰς βοήθειάν μου. Φανέρωσε τὸ ὕψος τῆς δυνάμεώς σου γύρω ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ στρατοπέδου τῶν ἐχθρῶν σου, ὥστε νὰ μὴ διαφύγῃ κανεὶς τὴν τιμωρίαν σου. Ἐξεγέρθητι εἰς ὑπεράσπισίν μου, Κύριε ὁ Θεός μου, ἐν ὀνόματι τοῦ προστάγματος τὸ ὁποῖον καθώρισες νομοθετήσας, ὅτι πρέπει νὰ βοηθοῦνται καὶ προστατεύωνται οἱ ἀδικούμενοι, νὰ πατάσσονται δὲ οἱ ἀσεβεῖς καὶ οἱ ἄδικοι.
8 καὶ συναγωγὴ λαῶν κυκλώσει σε, καὶ ὑπὲρ ταύτης εἰς ὕψος ἐπίστρεψον.8 Και όταν, Κυριε, αποκοααστήσης δικαιοσύνην, τότε πλήθη λαών με πίστιν θα σε περιβάλλουν, προς χάριν δε αυτής της συγκεντρώσεως των πιστών λαών, ανέβα στο μεγαλειώδες βήμα της δικαιοσύνης και αγαθότητάς σου.8 Καὶ ἀμέσως τότε σύναξις λαῶν ἀπὸ ἔθνη πολλὰ θὰ σὲ περιστοιχίσουν, διὰ νὰ δοξάσουν τὴν δικαιοσύνην σου καὶ τὴν πρόνοιάν σου. Καὶ διὰ τὴν σύναξιν ταύτην τῶν λαῶν, ἡ ὁποία δὲν θέλεις ποτὲ νὰ σκανδαλίζεται καὶ νὰ κλονίζεται εἰς τὴν πρὸς σὲ πίστιν καὶ ἐλπίδα, ἀνέβα καὶ πάλιν εἰς τὸ ἐν οὐρανοῖς ὑψηλὸν δικαστικόν σου βῆμα, τὸ ὁποῖον οἱ ἀσεβεῖς, παρεξηγοῦντες τὴν μακροθυμίαν σου, νομίζουν ὅτι τὸ ἐγκατέλιπες.
9 Κύριος κρινεῖ λαούς. κρῖνόν με, Κύριε, κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν ἀκακίαν μου ἐπ᾿ ἐμοί.9 Ο Κυριος θα κρίνη αργά η γρήγορα όλους τους λαούς. Κρίνε και εμέ τώρα, Κυριε, ανάλογα με την δικαιοσύνην, που έως τώρα έχω δείξει· και σύμφωνα με την αθωότητά μου απέναντι των εχθρών μου δείξε εις εμέ την ιδικήν σου αγαθότητα.9 Ναί· ὁ Κύριος ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ του θρόνου καὶ θὰ κρίνῃ τοὺς λαούς. Κρῖνε καὶ δίκασε, Κύριε, καὶ ἐμέ, ὁ ὁποῖος μολονότι εἶμαι ἔνοχος ἐνώπιόν σου, προσεπάθησα ὅμως πάντοτε νὰ συμπεριφέρομαι πρὸς τοὺς ὁμοίους μου μὲ δικαιοσύνην καὶ ἀκακίαν, μὴ διαπράξας εἰς κανένα κακόν τι.
10 συντελεσθήτω δὴ πονηρία ἁμαρτωλῶν καὶ κατευθυνεῖς δίκαιον, ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεός.10 Θέσε, Κυριε, ένα τέρμα εις την κακίαν των αμαρτωλών ανθρώπων. Ετσι θα οδηγήσης, συ Κυριε, ανενόχλητον και απρόσκοπτον τον δίκαιον στον δρόμον της αρετής, διότι γνωρίζεις τα βάθη των ανθρωπίνων καρδιών, τας σκέψεις και τας επιθυμίας αυτών.10 Ἂς λάβῃ πέρας καὶ ἂς ἑξαφανισθῇ λοιπὸν ἡ πονηρία τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ τότε, σύ, ὦ Θεέ μου, ποὺ γνωρίζεις τὰ κεκρυμμένα ἐλατήρια τῶν ἀνθρώπων, διότι ἐξετάζεις τὰς εἰς τὰ βάθη τῶν καρδιῶν των σκέψεις των καὶ τὰ εἰς τοὺς νεφρούς των ἀπόκρυφα συναισθήματά των, θὰ ὁδηγήσῃς τον δίκαιον ἀνενόχλητον καὶ ἀνεμπόδιστον ἀπὸ ἀντιδράσεις εἰς τὸν εὐθὺν δρόμον τῆς ἀρετῆς.
11 δικαία ἡ βοήθειά μου παρὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ σῴζοντος τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ.11 Δικαία θα είναι η προς εμέ βοήθειά σου, Κυριε, διότι συ είσαι Θεός, ο οποίος σώζεις όλους όσοι έχουν ευθείαν και ειλικρινή την καρδίαν.11 Δικαίως θὰ μὲ βοηθήσῃ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σώζει ὅλους ὅσοι ἔχουν καρδίαν εὐθεῖαν καὶ ἀπηλλαγμένην ἀπὸ δόλον καὶ κακίαν.
12 ὁ Θεὸς κριτὴς δίκαιος καὶ ἰσχυρὸς καὶ μακρόθυμος καὶ μὴ ὀργὴν ἐπάγων καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν.12 Ο Θεός είναι κριτής δίκαιος και ισχυρός και μακρόθυμος και δεν επιφέρει την οργήν του με καθημερινάς ποινάς και τιμωρίας εναντίον των αμαρτωλών ανθρώπων.12 Ὁ Θεὸς εἶναι κριτὴς δίκαιος καὶ ἰσχυρός. Καὶ ἔχει λοιπὸν τὴν δύναμιν νὰ ἐξολοθρεύσῃ τοὺς ἀδίκους. Ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ μακρόθυμος καὶ δὲν ἐκδηλώνει τὴν ὀργήν του μὲ καθημερινὰς ποινὰς καὶ τιμωρίας κατὰ τῶν παραβατῶν.
13 ἐὰν μὴ ἐπιστραφῆτε, τὴν ρομφαίαν αὐτοῦ στιλβώσει, τὸ τόξον αὐτοῦ ἐνέτεινε καὶ ἡτοίμασεν αὐτό·13 Εάν όμως σεις οι αμαρτωλοί καταφρονήσετε την μακροθυμίαν του Θεού και δεν μετανοήσετε, ο Κυριος θα τροχίση την ρομφαίαν του, το τόξον του το έχει ήδη έτοιμον εναντίον σας.13 Ἐὰν ὅμως καταφρονήσετε τὴν μακροθυμίαν του καὶ δὲν μετανοήσετε ἐγκαίρως, ὡς πολεμιστὴς ἀκαταγώνιστος καὶ δυνατώτερος ἀπὸ κάθε ἄλλον, θὰ τροχίσῃ καὶ θὰ γυαλίσῃ τὴν ρομφαίαν του. Ἰδοὺ ἐτέντωσε τὴν χορδὴν τοῦ τόξου του καὶ τὸ ἐτοίμασε διὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ.
14 καὶ ἐν αὐτῷ ἡτοίμασε σκεύη θανάτου, τὰ βέλη αὐτοῦ τοῖς καιομένοις ἐξειργάσατο.14 Και στο τόξον αυτό ο Κυριος ετοποθέτησε τα θανατηφόρα του βέλη, τα οποία ητοίμασε εναντίον των φλογιζομένων και εξαπτομένων από την κακότητα και τα πάθη αμετανοήτων αμαρτωλών.14 Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐτοίμασε ὄργανα καὶ ὅπλα φονικὰ καὶ θανατηφόρα. Τὰ βέλη ποὺ θὰ ρίψῃ μὲ αὐτὸ ἔχουν κατασκευασθῆ τέλεια μὲ πίσσαν καὶ ἄλλας εὐκόλως καιομένας καὶ ἀναφλεγομένας ὕλας, ὥστε νὰ εἶναι πύρινα καὶ καυστικά.
15 ἰδοὺ ὠδίνησεν ἀδικίαν, συνέλαβε πόνον καὶ ἔτεκεν ἀνομίαν.15 Ιδού, αυτός ο εχθρός μου εκυριεύθη από ωδίνας δια το κατ' εμού κακόν, συνέλαβεν ετσι εις την ψυχήν του σχέδιον πόνου εναντίον μου, εγέννησε δε την παρανομίαν, η οποία θα εκσπάση εις βάρος του.15 Ἰδοὺ αὐτὸς ποὺ μὲ καταδιώκει ἀδίκως, σὰν γυναῖκα ποὺ κοιλοπονεῖ, ἐγέννησε μὲ κόπον καὶ προσπάθειαν πολλὴν ἀδικίαν κατ' ἐμοῦ· συνέλαβεν εἰς τὴν ψυχήν του σχέδιον πόνου καὶ ὀδύνης ἐναντίον μου καὶ ἐγέννησεν ἀνομίαν.
16 λάκκον ὤρυξε καὶ ἀνέσκαψεν αὐτόν, καὶ ἐμπεσεῖται εἰς βόθρον, ὃν εἰργάσατο·16 Ηνοιξε ωσάν παγίδα λάκκον, δια να με συλλάβη εις αυτόν, όπως συλλαμβάνουν τα άγρια θηρία, τον ανεσκάλευσεν, ώστε να μη φαίνεται. Ομως όχι εγώ, αλλά αυτός θα πέση μέσα στον βόθρον, τον οποίον με τόσην τέχνην κατεσκεύασε.16 Ἤνοιξε λάκκον διὰ να συλληφθῶ μὲ παγίδα εἰς αὐτὸν καὶ τὸν ἀνεσκάλευσεν, ὥστε να μὴ φαίνεται καὶ ἀνύποπτος νὰ διέλθω δι' αὐτοῦ. Ἀλλ' αὐτὸς καὶ ὄχι ἐγὼ θὰ πέσῃ μέσα εἰς τὸν βόθρον, τὸν ὁποῖον μὲ τόσην τέχνην καὶ κόπον κατεσκεύασε.
17 ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ κορυφὴν αὐτοῦ ἡ ἀδικία αὐτοῦ καταβήσεται.17 Σαν πέτρα θα γυρίση από ψηλά και θα πέση εις την κεφαλήν του το κακόν αυτό, που με πονηρίαν και κόπον πολύν ητοίμασεν εναντίον μου. Εις την κορυφήν του θα κατεβή βαρεία και συντριπτική η αδικία του.17 Σὰν πέτρα, ποὺ τὴν ἐξεσφενδόνισεν ὑψηλά, θὰ γυρίση πίσω καὶ θὰ πέσῃ εἰς τὴν ἰδίαν του κεφαλὴν τὸ κακὸν αὐτὸ ποὺ μὲ πόνον καὶ κόπον ἡτοίμασε· καὶ εἰς τὴν κορυφὴν καὶ τὸ ὑψηλότερον μέρος τοῦ σώματός του θὰ καταβῇ βαρεῖα καὶ συντριπτικὴ ἡ ἀδικία του.
18 ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ κατὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ ῾Υψίστου.18 Εγώ δέ, σωσμένος από την αγαθότητα και δύναμιν του Κυρίου, θα ανυμνολογώ τον Κυριον δια την δικαιοσύνην του αυτήν και θα ψάλλω ύμνους δοξολογίας στο όνομα Κυρίου του Υψιστου.18 Ἀντιθέτως ἐγώ, ποὺ τόσον ἐπροστατεύθην καὶ ἐβοηθήθην, θὰ ἀνυμνήσω καὶ θὰ δοξάσω τὸν Κύριον σύμφωνα μὲ τὴν δικαιοσύνην ποὺ ἔδειξε καὶ θὰ ψάλω ὕμνον εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶναι Ὕψιστος καὶ ὑπερουράνιος καὶ ἀπλησίαστος εἰς τοὺς ἐχθρούς του.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός Η'🔸
                              (8)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ληνῶν· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 - ΚΥΡΙΕ ὁ Κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ· ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν.2 Κυριε ο κύριος όλων των ανθρώπων, ιδιαιτέρως δε ημών των πιστών, πόσον ξακουστόν και ολόλαμπρον προβάλλει το όνομά σου εις όλην την γην, εις όλα τα δημιουργήματά σου! Η μεγαλοπρέπειά σου ως δημιουργού είναι ασυγκρίτως λαμπροτέρα από την λαμπρότητα των ουρανίων κόσμων, τους οποίους συ εδημούργησες.2 Κύριε ὁ Θεὸς καὶ δεσπότης ἠμῶν, τοῦ περιουσίου λαοῦ σου, ἐξόχως θαυμαστὴ καὶ ἐκθαμβωτικὴ διαλάμπει ἡ δύναμις καὶ ἡ σοφία σου εἰς τὰ καθ’ ὅλην τὴν γῆν δημιουργήματά σου. Ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς γῆς θαυμάζουν τὸ μεγαλεῖον σου καὶ ἀνυμνοῦν τὸ ὄνομά σου. Διότι ἡ μεγαλοπρέπεια καὶ δόξα σου ὑπερπληρώσασα τὴν γῆν, ὑψώθη ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν καὶ ἐξηπλώθη ἐκθαμβωτικὴ ἐπάνω ἀπὸ τὸν μυριοφώτιστον καὶ μεγαλειώδη ἔναστρον κόσμον.
3 ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν σου τοῦ καταλῦσαι ἐχθρὸν καὶ ἐκδικητήν.3 Από τα στόματα και αυτών ακόμη των νηπίων και θηλαζόντων παιδίων ήκουσας και ακούεις τέλειον ύμνον πίστεως και δοξολογίας προς σέ, εις πείσμα των μεγάλων απίστων εχθρών σου και εις καταζευτελισμόν και εξουδένωσιν εκείνου, ο οποίος τολμά να παρουσιασθή εχθρός και αντίδικός σου.3 Ὄχι μόνον οἱ ὥριμοι καὶ ἐχέφρονες ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ νήπια καὶ τὰ μικρά, ποὺ ἀκόμη θηλάζουν, ἀνυμνοῦν τὸ μεγαλεῖον τῆς δημιουργίας σου. Ἀπὸ τὰ στόματά των ἐποίησας τέλειον ὕμνον τῆς δόξης σου, διὰ νὰ ἀποστομωθῇ καὶ ἐξευτελισθῇ μὲ αὐτὸν κάθε ἐχθρὸς ποὺ μὲ πεῖσμα καὶ γεμᾶτος τυφλὴν ἐκδίκησιν ἐπιμένει νὰ ἀρνῆται τὴν τελειότητά σου.
4 ὅτι ὄψομαι τοὺς οὐρανούς, ἔργα τῶν δακτύλων σου, σελήνην καὶ ἀστέρας, ἃ σὺ ἐθεμελίωσας·4 Οταν ανυψώνω τα βλέμματά μου στους ουρανούς και βλέπω τα αναρίθμητα υπέροχα εκεί δημιουργήματά σου, τα οποία χωρίς κόπον σαν με τα δάκτυλα απλώς των χειρών σου έκαμες, την σελήνην δηλαδή και τους αστέρας, τα οποία συ εστερέωσες στο απέραντον χάος του ουρανού, διερωτώμαι και λέγω·4 Ὅταν βλέπω τοὺς οὐρανίους κόσμους, τὰ ἔργα ποὺ μὲ τόσην εὐκολίαν συνετέλεσας μὲ μόνα τὰ δάκτυλά σου, χωρὶς νὰ παραστῇ ἀνάγκη, ὅπως ἐργασθῇ δι’ αὐτὰ καὶ ἡ παντοδύναμος χείρ σου ὅταν βλέπω τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας, τοὺς ὁποίους ὡς εἰς θεμέλιον ἀσφαλὲς ἐστερέωσας καὶ ἐτακτοποίησας, σκέπτομαι τότε καὶ ἀνακράζω:
5 τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνῄσκῃ αὐτοῦ; ἢ υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν;5 τι είναι αυτός ο άνθρωπος, ο τόσον μικρός και αφανής εμπρός στο μεγαλοπρεπές σύμπαν σου, ώστε συ να καταδέχεσαι να τον ενθυμήσαι; Η τι είναι κάθε απόγονος του ανθρώπου, ώστε συ τόσον πατρικώς και ιδιαιτέρως να φροντίζης δι' αυτόν;5 Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ τόσον μικρὸς καὶ ἀφανὴς ἐμπρὸς εἰς τὸ μεγαλειῶδες σύμπαν, ὥστε νὰ καταδέχεσαι σὺ νὰ τὸν ἐνθυμῆσαι; Ἤ τί εἶναι κάθε ἀπόγονος ἀνθρώπου, ὥστε νὰ φροντίζῃς σὺ καὶ νὰ μεριμνᾷς ὅλως ἰδιαιτέρως δι' αὐτόν;
6 ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν,6 Τον εδημιούργησες ολίγον κατώτερον από τους αγγέλους, με δόξαν όμως και τιμήν τον έχεις στεφανώσει,6 Τὸν ἔπλασας ὀλίγον τι κατώτερον ἀπὸ τοὺς ἀσωμάτους ἀγγέλους, ἀφοῦ τὸν ἐπροίκισες μὲν μὲ τὴν εἰκόνα σου, τοῦ ἔδωκες ὅμως καὶ ὑλικὸν σῶμα. Ἀλλὰ τὸν ἐστεφάνωσες συγχρόνως μὲ δόξαν καὶ τιμήν, διότι τὸν ἀνέδειξας κυρίαρχον ὅλης τῆς φύσεως.
7 καὶ κατέστησας αὐτὸν ἐπὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου· πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ,7 διότι τον εγκατέστησες και τον ανεκήρυξες βασιλέα εις όλα τα έργα των χειρών σου, εις όλα τα επίγεια δημιουργήματά σου.7 Ἐπὶ ὅλων τῶν ἐπὶ γῆς κτισμάτων σου ἐγκατέστησας αὐτὸν βασιλέα. Ὑπέταξες ὅλα κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας του.
8 πρόβατα, καὶ βόας ἁπάσας, ἔτι δὲ καὶ τὰ κτήνη τοῦ πεδίου,8 Τα πάντα υπέταξες κάτω από την εξουσίαν του, όχι μόνον τα κατοικίδια ζώα, πρόβατα και όλα τα βόϊδια, αλλά και αυτά ακόμη τα άγρια θηρία της υπαίθρου·8 Ὄχι μόνον τὰ ἥμερα κτήνη, ποὺ διατρέφει διὰ τὰς ἀνάγκάς του, τὰ πρόβατα δηλαδὴ καὶ ὅλα τὰ βώδια, ἀλλὰ ἀκόμη ὑπέταξας εἰς αὐτὸν καὶ τὰ ἄγρια ζῶα τοῦ ἀγροῦ,
9 τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοὺς ἰχθύας τῆς θαλάσσης, τὰ διαπορευόμενα τρίβους θαλασσῶν.9 τα ταχύτατα πτηνά, που διασχίζουν τους ουρανούς, τα αναρίθμητα ψάρια της θαλάσσης, τα μεγάλα κήτη, τα οποία τρέχουν δια των υδατίνων δρόμων των ωκεανών.9 καθὼς καὶ τὰ πετεινά, ποὺ πετοῦν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ τὰ ψάρια ποὺ ζοῦν εἰς τὰς θαλάσσας καὶ τὰ μεγάλα κήτη ποὺ διασχίζουν τοὺς ὠκεανούς.
10 Κύριε ὁ Κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ!10 Κυριε ο Κυριος ημών, πόσον λαμπρόν και μεγαλειώδες προβάλλεται το πανένδοξον όνομά σου εις όλην την γην!10 Κύριε, σὺ ποὺ ὁρίζεις καὶ ἐξουσιάζεις ὅλους μας, ἀνεκφράστως θαυμαστὸν εἶναι τὸ ὄνομά σου, ἐν μέσῳ ὅλων τῶν ἐπὶ γῆς ἀνθρώπων.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα,

δόξα Σοι, ὁ Θεός (γ')

Κύριε, ἐλέησον (γ')

Δόξα ... Καὶ νῦν ...


Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                              🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 2🔹« 9 ~ 16 »




              🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

           🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός Θ'🔸
                            (9)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν κρυφίων τοῦ υἱοῦ· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 - ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου·2 Θα σε δοξολογήσω Κυριε, με όλην μου την καρδίαν, θα διηγηθώ με ευγνωμοσύνην όλα τα θαυμαστά σου έργα.2 Θὰ σὲ δοξάσω καὶ θὰ σὲ εὐχαριστήσω, Κύριε, μὲ ὅλην τὴν καρδίαν μου καὶ μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μου, θὰ διηγηθῶ ὅλα τὰ θαυμαστὰ ἔργα τῆς δημιουργικῆς δυνάμεως καὶ προνοίας σου, καθὼς καὶ τῆς πατρικῆς προστασίας σου, ποὺ ἔδειξες καὶ εἰς ἐμέ.
3 εὐφρανθήσομαι καὶ ἀγαλλιάσομαι ἐν σοί, ψαλῶ τῷ ὀνόματί σου, ῞Υψιστε.3 Θα πλημμυρίσω από χαράν και αγαλλίασιν αναλογιζόμενος την πατρικήν σου παντοδύναμον προστασίαν. Θα ψάλλω ύμνους δοξολογίας προς το πάντιμον όνομά σου, Υψιστε Κυριε.3 Θὰ εὐφρανθῶ καὶ θὰ γεμίσω ἀπὸ ἀγαλλίασιν, σκεπτόμενος τὸ μεγαλεῖον σου καὶ τὴν θαυμαστὴν πρόνοιάν σου· θὰ ψάλω ὕμνον δοξολογίας εἰς τὸ ὄνομά σου, Ὕψιστε.
4 ἐν τῷ ἀποστραφῆναι τὸν ἐχθρόν μου εἰς τὰ ὀπίσω, ἀσθενήσουσι καὶ ἀπολοῦνται ἀπὸ προσώπου σου,4 Οταν κατετροπώθησαν και πανικόβλητοι ετράπησαν εις φυγήν οι εχθροί μου, συνετρίβη η δύναμίς των. Αυτοί εξηφανίσθησαν, εχάθησαν εξ ολοκλήρου, μόλις εφάνη το προστατευτικόν δι' εμέ, το ωργισμένον δι' εκείνους, πρόσωπόν σου.4 Ὅταν κατετροπώθησαν καὶ ἐστράφησαν εἰς τὰ ὀπίσω οἱ ἐχθροί μου, συνετρίβη ἡ δύναμίς των καὶ ἐξηφανίσθησαν, ἐχάθησαν ἐξ ὁλοκλήρου, μόλις ἐπεφάνη προστατευτικὸν δι' ἐμὲ τὸ ἐξωργισμένον πρόσωπόν σου.
5 ὅτι ἐποίησας τὴν κρίσιν μου καὶ τὴν δίκην μου, ἐκάθισας ἐπὶ θρόνου ὁ κρίνων δικαιοσύνην.5 Διότι συ, ως δίκαιος και παντοδύναμος κριτής, έκρινες την υπόθεσίν μου, έκαμες δίκην υπέρ εμού. Εκάθισες στον βασιλικόν δικαστικόν σου θρόνον, συ ο οποίος κρίνστους πάντας και τα πάντα με δικαιοσύνην.5 Διότι Σὺ ἔκρινες καὶ ἐδίκασες τὴν ὑπόθεσίν μου· ἐκάθισες ἐπὶ θρόνου δικαστικοῦ Σὺ ποὺ δικάζεις ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἀποδίδεις εἰς πάντα ἀδικούμενον τὸ δίκαιόν του.
6 ἐπετίμησας ἔθνεσι, καὶ ἀπώλετο ὁ ἀσεβής· τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐξήλειψας εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.6 Εβγαλες καταδικαστικήν απόφασιν κατά των εθνών αυτών, τους ήλεγξες δια τας παρανομίας των και κατεστράφησαν οι ασεβείς αυτοί. Το όνομά των, που δι' άλλους μεν είχε καταντήσει φόβητρον, δι' άλλους δε αξιοζήλευτον, το έσβησες άπαξ δια παντός, ώστε να μη ακουσθή ποτε πλέον.6 Ἤρκεσαν αἱ ἐπιπλήξεις σου κατὰ τῶν ἐθνῶν διὰ νὰ χαθῇ καὶ ἀπολεσθῇ κάθε ἀσεβής. Ἐξηφάνισες καὶ ἔσβησες τὸ ὄνομά του διὰ παντός, εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
7 τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ῥομφαῖαι εἰς τέλος, καὶ πόλεις καθεῖλες· ἀπώλετο τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ μετ᾿ ἤχου,7 Αι πολεμικαί θανατηφόροι μεγάλαι σπάθαι του εχθρού αυτού και αι άλλαι πολεμικαί μηχαναί κατεστράφησαν εξ ολοκλήρου· τας ωχυρωμένας του πόλεις κατεκρήμνισες και η ανάμνησίς του εξηφανίσθη μετά βοής.7 Τοῦ ἐχθροῦ συνετρίβησαν καὶ ἐχάθησαν τελείως αἱ μάχαιραι καὶ τὰ πολεμικά του ὅπλα καὶ κατεκρήμνισες Σὺ τὰς ὠχυρωμένας πόλεις καὶ τὰ φρούριά του. Ὅπως δὲ ἐν σεισμῷ σφοδροτάτῳ ὑπερύψηλὸν οἰκοδόμημα καταρρέει ἐν μιᾷ στιγμῇ μετὰ πατάγου, ἔτσι ἀχάθη καὶ ἡ ἐνθύμησις τοῦ ὀνόματός του.
8 καὶ ὁ Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα μένει. ἡτοίμασεν ἐν κρίσει τὸν θρόνον αὐτοῦ,8 Ο Κυριος όμως και απειροτέλειος Θεός μένει στον αιώνα. Ητοίμασε και έχει πάντοτε έτοιμον τον βασιλικόν θρόνον της δικαίας του κρίσεως.8 Ἀλλ’ ἂν ἡ δύναμις καὶ τὸ κράτος τοῦ ἀσεβοῦς τόσον γρήγορα παρέρχεται καὶ ἑξαφανίζεται, ὁ Κύριος μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Ἐτοίμασε τὸν θρόνον του διὰ νὰ δικάσῃ.
9 καὶ αὐτὸς κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ, κρινεῖ λαοὺς ἐν εὐθύτητι.9 Αυτός θα κρίνη και θα δικάση την οικουμένην με δικαιοσύνην, θα κρίνη τους λαούς της γης με απροσωποληψίαν και ευθύτητα.9 Καὶ θὰ δικάσῃ μὲ δικαιοσύνην ὁλόκληρον τὴν οἰκουμένην θὰ δικάσῃ μὲ εὐθύτητα καὶ χωρὶς προσωποληψίαν ἢ ὀπισθοβουλίαν τοὺς λαοὺς ὅλων τῶν γενεῶν καὶ ὅλων τῶν ἐθνῶν.
10 καὶ ἐγένετο Κύριος καταφυγὴ τῷ πένητι, βοηθὸς ἐν εὐκαιρίαις ἐν θλίψεσι·10 Ετσι ο Κυριος έγινε καταφύγιον δια τους πτωχούς και τους αδυνάτους. Βοηθός αυτών εις την κατάλληλον στιγμήν, όταν αυτοί ευρίσκωνται υπό το κράτος θλίψεων και αδικιών.10 Καὶ ἔγινεν ὁ Κύριος καταφύγιον εἰς τὸν δυστυχῆ καὶ τεταπεινωμένον, ὁ ὁποῖος ἐλπίζει εἰς αὐτόν. Ἀνεδείχθη βοηθός του ἐπικαίρως, ὅταν αἱ θλίψεις ἐπέπεσαν κατ’ αὐτοῦ σφοδραὶ καὶ ἀπειλητικαὶ καὶ ἡ θεία προστασία του ἦτο ἐπειγόντως ἀναγκαία.
11 καὶ ἐλπισάτωσαν ἐπὶ σοὶ οἱ γινώσκοντες τὸ ὄνομά σου, ὅτι οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἐκζητοῦντάς σε, Κύριε.11 Εις σέ, λοιπόν, ας έχουν στηριγμένας τας ελπίδας των όσοι σε εγνώρισαν, διότι συ δεν εγκαταλείπεις ποτέ εκείνους, οι οποίοι μετά πόθου σε ζητούν και προς σε καταφεύγουν.11 Ἀφοῦ λοιπὸν Σὺ εἶσαι τὸ καταφύγιον καὶ ἡ βοήθεια τῶν τεταπεινωμένων εὐσεβῶν, ἂς στηρίξουν ὁλόκληρον τὴν ἐλπίδα των εἰς Σὲ ὅσοι ἐγνώρισαν τὸ ὄνομά σου καὶ ἔλαβον πεῖραν τῆς ἀπείρου τελειότητος καὶ ἀγαθότητός σου. Ἂς ἐλπίσουν οὗτοι εἰς Σέ, διότι δὲν ἐγκατέλιπες ἀβοηθήτους καὶ ἀπροστατεύτους, Κύριε, ἐκείνους ποὺ σὲ ζητοῦν μὲ πόθον καὶ ἐγκαρτέρησιν.
12 ψάλατε τῷ Κυρίῳ, τῷ κατοικοῦντι ἐν Σιών, ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ,12 Ψαλατε, λοιπόν, όλοι ύμνους δοξολογίας και ευχαριστίας προς τον Κυριον, ο οποίος μένει στον ιερόν τόπον, εις την Σιών. Διαλαλήσατε εις όλα τα έθνη τα μεγαλουργήματα αυτού.12 Ψάλατε ὕμνον καὶ δοξολογίαν εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὴν Σιὼν καὶ εἰς τὸν ἐν αὐτῇ ναόν του. Καταστήσατε γνωστὰ καὶ διακηρύξατε εἰς τὰ ἔθνη τὰ κατορθώματα καὶ μεγαλουργήματά του.
13 ὅτι ἐκζητῶν τὰ αἵματα αὐτῶν ἐμνήσθη, οὐκ ἐπελάθετο τῆς κραυγῆς τῶν πενήτων.13 Διότι ο Κυριος, ο εκδικητής των αθώων αιμάτων και τιμωρός των εγκληματιών, ενεθυμήθη τους αδικηθέντας, εμακροθύμησε δια τον εγκληματίαν, αλλά δεν ελησμόνησε την ικεσίαν των δεομένων προς αυτόν πτωχών και αδυνάτων και αδικουμένων.13 Διότι αὐτὸς ποὺ ζητεῖ νὰ ἐκδικηθῇ διὰ τὰ ἀδικοχαμένα αἵματα τῶν δούλων του, ἐνεθυμήθη καὶ δὲν ἐλησμόνησεν αὐτά· ὅσον καὶ ἂν ἐδείχθη μακρόθυμος καὶ ἀνέβαλε τὴν ὀργήν του, δὲν ἐξέχασε τὰς δεήσεις καὶ τὰς ἐπικλήσεις τῶν πτωχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀδύνατοι καὶ ἔρημοι ἀπὸ πᾶσαν ἀνθρωπίνην βοήθειαν ἐστήριξαν τεταπεινωμένοι τὴν ἐλπίδα των εἰς αὐτόν.
14 ἐλέησόν με, Κύριε, ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ ὑψῶν με ἐκ τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου,14 Ελέησε με, Κυριε, ίδε τον εξευτελισμόν, τον οποίον υπέστην εκ μέρους των εχθρών μου. Συ, ο οποίος συνεχώς από θανασίμους κινδύνους με σώζεις, συ που με αρπάζεις από αυτάς άκομα τας πύλας του θανάτου, και μου χαρίζεις δόξαν,14 Ἐλέησόν με, Κύριε· ἴδε εἰς ποῖον ἐξευτελισμὸν καὶ εἰς ποίαν ταπείνωσιν κατήντησα ἕνεκα τοῦ ἀδίκου κατατρεγμοῦ τῶν ἐχθρῶν μου. Ἴδε σύ, ποὺ εἰς στιγμὰς ἐσχάτου κινδύνου μὲ ἀναρπάζεις μετ’ ἐνδόξου ἰσχύος ἀπὸ αὐτὰς τὰς πύλας τοῦ θανάτου καὶ προλαμβάνεις τὴν καταστροφήν μου.
15 ὅπως ἂν ἐξαγγείλω πάσας τὰς αἰνέσεις σου ἐν ταῖς πύλαις τῆς θυγατρὸς Σιών. ἀγαλλιάσομαι ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου.15 δείξε και τώρα την προστασίαν σου, δια να διαλαλήσω, ελεύθερος πλέον και ασφαλής, όλας τας δοξολογίας σου εις τας πύλας της Σιών, την οποίαν ως θυγατέρα σου αγαπάς. Τοτε εγώ θα πλημμυρίσω από αγαλλιασιν δια την σωτηρίαν, που θα μου έχης δώσει.15 Δεῖξε καὶ τώρα τὴν προστασίαν σου εἰς ἑμέ, διὰ νὰ διαλαλῶ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην ὅλους τοὺς ὕμνους σου εἰς τὰς πύλας τῆς Ἱερουσαλήμ, τὴν ὁποίαν Σύ, ὡς ἄλλην θυγατέρα σου, ἐθεμελίωσες καὶ ἐλάμπρυνες. Δὲν θὰ δειχθῶ ἀγνώμων, Κύριε ἀλλὰ διὰ τὴν σωτηρίαν, τῆς ὁποίας θὰ μὲ ἀξιώσῃς, γεμᾶτος ἀγαλλίασιν καὶ χαρὰν θὰ σὲ εὐχαριστήσω.
16 ἐνεπάγησαν ἔθνη ἐν διαφθορᾷ, ᾗ ἐποίησαν, ἐν παγίδι ταύτῃ, ᾗ ἔκρυψαν, συνελήφθη ὁ ποὺς αὐτῶν.16 Τα εχθρικά όμως ειδωλολατρικά έθνη εβυθίσθησαν και εκόλλησαν στον βόρβορον, ώστε να είναι βεβαία πλέον η καταστροφή των, διότι εις την παγίδα, την οποίαν με πολλήν τέχνην εσκέπασαν, δια να συλλάβη τα ανύποπτα αθώα θύματά των, εις αυτήν, ως εις άλλο δόκανον, επιάστηκαν τα ιδικά των πόδια.16 Οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι ἔσκαψαν ὀλέθριον βόθρον κατὰ τοῦ λαοῦ σου. Ἀλλ’ ἔπεσαν αὐτοὶ καὶ ἐκόλλησαν εἰς τὸ βάθος τοῦ βορβόρου, ὥστε ἡ καταστροφή των θὰ ἐπέλθῃ βεβαία. Καὶ ὅ,τι ἐμηχανεύοντο κατὰ τῶν δούλων σου, τὸ ἔπαθον οἱ ἴδιοι. Διότι εἰς τὴν παγίδα αὐτήν, τὴν ὁποίαν μὲ πολλὴν τέχνην ἐκάλυψαν, ὥστε νὰ παραμένῃ κεκρυμμένη εἰς τὰ ἀνύποπτα θύματά των, ἐπιάσθησαν ὡς εὐς ἄλλο δόκανον τὰ ἰδικά των πόδια.
17 γινώσκεται Κύριος κρίματα ποιῶν, ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτοῦ συνελήφθη ὁ ἁμαρτωλός. (ᾠδὴ διαψάλματος).17 Με τα θαυμαστά αυτά έργα της δικαιοσύνης σου γίνεται υλοφάνερον και γνωστόν εις όλον τον κόσμον, ότι ο Κυριος πάντοτε δικαίας κρίσεις και αποφάσεις λαμβάνει και εφαρμόζει. Εφερεν εν τη δικαιοσύνη του έτσι τα πράγματα ο Κυριος, ώστε ο αμαρτωλός συλλαμβάνεται ο ίδιος εις τα παγιδευτικά έργα, που έχει στήσει δια τους άλλους.17 Οὕτω καθίσταται ὁλοφάνερον καὶ πασίγνωστον, ὅτι ὁ Κύριος ποιεῖ πάντοτε δικαίας κρίσεις καὶ ἀποφάσεις. Ἰδοὺ καὶ τώρα ὅτι συνελήφθη ὁ ἁμαρτωλὸς εἰς τὰ παγιδευτικά του ἔργα, καὶ παρεσκεύασε μὲ τὰς ἰδικάς του χεῖρας τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ.
18 ἀποστραφήτωσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην, πάντα τὰ ἔθνη τὰ ἐπιλανθανόμενα τοῦ Θεοῦ,18 Ας καταδικασθούν και ας ριφθούν εις τας οδύνας του άδου οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, όλα τα ειδωλολατρικά έθνη, τα οποία λησμονούν και καταφρονούν τον Θεόν.18 Εἴθε νὰ ριφθοῦν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν Ἅδην, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀποβράσματα, καὶ εἴθε νὰ ὑποστοῦν ἐκεῖ τὰς τρομερωτέρας τιμωρίας· ἐκεῖ ἂς ἐγκλεισθοῦν ὅλοι οἰ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι, οἱ ὁποῖοι λησμονοῦν τὸν Θεὸν καὶ δὲν συγκροτοῦνται ἀπὸ τὸν φόβον του.
19 ὅτι οὐκ εἰς τέλος ἐπιλησθήσεται ὁ πτωχός, ἡ ὑπομονὴ τῶν πενήτων οὐκ ἀπολεῖται εἰς τέλος.19 Διότι δεν θα λησμονηθή μέχρι τέλους ο πτωχός και αδύνατος, που πιστεύει και ελπίζει στον Θεόν. Η ελπίδα προς τον Θεόν και η υπομονή, την οποίαν δείχνουν κατά το διάστημα των θλίψεών των οι πένητες, δεν θα χαθή, δεν θα μείνη μέχρι τέλους χωρίς ικανοποίησιν εκ μέρους του Θεού.19 Διότι δὲν θὰ λησμονηθῇ μέχρι τέλους ὁ εὐλαβὴς πτωχός, ποὺ ὡς μόνον πλοῦτον καὶ ἐλπίδα του ἔχει τὸν Θεόν. Ἡ ὑπομονή, τὴν ὁποίαν δεικνύουν μὲ μαρτυρικὴν ἐγκαρτέρησιν οἱ ἐλπίζοντες εἰς τὸν Κύριον πτωχοί, δὲν θὰ χαθῇ καὶ δὲν θὰ μείνῃ μέχρι τέλους ἄνευ ἀνταποδόσεως καὶ ἰκανοποιήσεως.
20 ἀνάστηθι, Κύριε, μὴ κραταιούσθω ἄνθρωπος, κριθήτωσαν ἔθνη ἐνώπιόν σου.20 Σηκω επάνω, Κυριε, δίκαιος και ισχυρός, και ας μη υψώνεται και μεγαλοφρονή ο άδικος και εξευτελισμένος άνθρωπος. Ας κριθούν και ας δικασθούν ενώπιόν σου όλα τα ασεβή έθνη.20 Σήκω ἐπάνω, Κύριε ἀρκετὰ ἐμακροθύμησας· ἄς μὴ σφετερίζεται πλέον ὁ εὐτελὴς καὶ τιποτένιος ἄνθρωπος τὸ κράτος καὶ τὴν δύναμίν σου, παρουσιαζόμενος αὐτὸς κραταιὸς καὶ ἀκαταγώνιστος ἐν μέσῳ τῶν δούλων σου. Ἂς κριθοῦν ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός σου καὶ ἂς ὑποστοῦν τὰς ποινὰς τῆς δικαίας ἀποφάσεώς σου οἱ ἐθνικοί.
21 κατάστησον, Κύριε, νομοθέτην ἐπ᾿ αὐτούς, γνώτωσαν ἔθνη ὅτι ἄνθρωποί εἰσιν. (διάψαλμα).21 Θέσε επάνω εις αυτά αυστηρόν νομοθέτην, που θα τους δεσμεύη με τους δικαίους νόμους και θα τους κρίνη οσάκις τους παραβαίνουν. Από την ιδικήν σου δικαίαν και παντοδύναμον παρέμβασιν, ας μάθουν οι ειδωλολάτραι, οι εθνικοί, ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά ασθενείς και ανόητοι άνθρωποι.21 Ἐγκατάστησον ἐπ’ αὐτῶν ἡγεμόνα καὶ διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλῃ ὡς χαλινὸν καὶ ὁδηγὸν εἰς αὐτοὺς τὸν φόβον τοῦ νόμου σου. Ἂς μάθουν διὰ τῆς ἰσχυρᾶς παρεμβάσεως καὶ ἐκδικήσεώς σου οἱ θεοποιοῦντες τὸν ἑαυτόν τους ἐθνικοί, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀσθενεῖς καὶ τιποτένιοι ἄνθρωποι.
22 (Μασ. 10 1-18) ῾Ινατί, Κύριε, ἀφέστηκας μακρόθεν, ὑπερορᾷς ἐν εὐκαιρίαις ἐν θλίψεσιν;22 (Μασ. 10 1-18) Διατί, Κυριε, έχεις σταθή εις την παρούσαν περίστασιν μακράν από ημάς; Διατί δεν μας προσέχεις τώρα, που ευρισκόμεθα εις περιστάσεις θλίψεων;22 Διατί, Κύριε, ἔχεις σταθῇ μακρὰν ἀπὸ ἡμᾶς; Διατὶ σηκώνεις ἐπάνω τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ φαίνεσαι σὰν νὰ μὴ μᾶς βλέπῃς καὶ νὰ μὴ μᾶς προσέχης ἐν μέσῳ τῶν κρίσιμων περιστάσεων καὶ θλίψεων, ἀπὸ τὰς ὁποίας εἴμεθα κυκλωμένοι;
23 ἐν τῷ ὑπερηφανεύεσθαι τὸν ἀσεβῆ ἐμπυρίζεται ὁ πτωχός, συλλαμβάνονται ἐν διαβουλίοις, οἷς διαλογίζονται.23 Καίεται μέσα στο καμίνι θλίψεως και αγωνίας ο ενάρετος πτωχός, εις καιρόν που υπερηφανεύεται αλαζονικά δια την επικράτησίν του ο αμαρτωλός. Συλλαμβάνονται οι ταλαίπωροι πτωχοί εις τας παγίδας, τας οποίας με πανουργίαν ετοιμάζουν εναντίον των οι αμαρτωλοί.23 Εἰς καιρὸν ποὺ ὑπερηφανεύεται διὰ τὴν ἐπικράτησίν του καὶ συμπεριφέρεται μὲ ἀσυγκράτητον ἀλαζονείαν καὶ ἀγερωχίαν ὁ ἀσεβής, καίεται εἰς κάμινον θλίψεως καὶ ἀγωνίας ὁ ἐνάρετος πτωχός, ποὺ ὡς μόνον πλοῦτον καὶ ἐλπίδα του ἔχει τὴν προστασίαν σου. Συλλαμβάνονται οἱ ταλαίπωροι πτωχοὶ εἰς τὰς περιτέχνους παγίδας, τὰς ὁποίας μὲ πανουργίαν πολλὴν ἐτοιμάζουν κατ’ αὐτῶν οἱ ἁμαρτωλοί.
24 ὅτι ἐπαινεῖται ὁ ἁμαρτωλὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, καὶ ὁ ἀδικῶν ἐνευλογεῖται·24 Στενοχωρείται ο δίκαιος, διότι βλέπει να καυχάται και να θαυμάζεται από τους ομοίους του ο αμαρτωλός. Βλέπει να εκπληρώνονται αι αμαρτωλαί επιθυμίαι της ψυχής εκείνου και να καλοτυχίζεται ο άδικος από τους ομοίους του.24 Διότι ἐπαινεϊται ὃ ἁμαρτωλὸς ἒν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς ψυχῆς αὐτοῦ,
25 παρώξυνε τὸν Κύριον ὁ ἁμαρτωλός· κατὰ τὸ πλῆθος τῆς ὀργῆς αὐτοῦ οὐκ ἐκζητήσει· οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς ἐνώπιον αὐτοῦ.25 Με αυτήν όμως την συμπεριφοράν του ο αμαρτωλός, όταν λέγη ότι δεν θα ζητήση ευθύνας δια τας αμαρτίας και τας αδικίας του ο Θεός, εξώργισεν εναντίον του τον Κυριον. Ο αμαρτωλός ζη, ως εάν δεν υπάρχη ενώπιόν του και ως εάν δεν τον βλέπη ο Θεός!25 Ἐξώργισεν ὑπερβολικὰ τὸν Κύριον ὁ ἁμαρτωλός, διότι λέγει μέσα του: Κάμνει τὸν ὠργισμένον ὁ Θεός, ἀλλ’ εἶναι φαινομενικαὶ αἱ ἀπειλαί του. Δὲν θὰ ζητήσῃ εὐθύνας διὰ τὰς ἁμαρτίας καὶ ἀδικίας μου. Ἀλλοίμονον! Δὲν αἰσθάνεται ποτὲ ἐμπρός του ὁ ἁμαρτωλὸς τὴν θείαν παρουσίαν καὶ ζῇ ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχε δι' αὐτὸν Θεός.
26 βεβηλοῦνται αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ ἐν παντὶ καιρῷ, ἀνταναιρεῖται τὰ κρίματά σου ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ κατακυριεύσει·26 Εις κάθε στιγμήν και ώραν είναι ρυπαροί και βρωμεροί οι δρόμοι της ζωής του. Καταφρονεί και καταπατεί ασυστόλως τα προστάγματα και τας εντολάς σου εμπρός εις τα μάτια σου και φαντάζεται εν τη αλαζονία του ότι θα επικρατήση εναντίον όλων των εχθρών του, οι οποίοι εχθροί του είναι οι ιδικοί σου φίλοι.26 Αἱ πράξεις του εἶναι βδελυραὶ καὶ βρωμεραὶ καὶ εἰς κάθε περίστασιν ρυπαρὸς καὶ μολυσμένος εἶναι ὁ δρόμος τῆς ζωῆς του. Καταφρονεῖ καὶ ἀθετεῖ ἀσυστόλως τὰ προστάγματα καὶ τὰς ἐντολάς σου. Λόγῳ τῶν προσωρινῶν ἐπιτυχιῶν του φαντάζεται ἐν τῇ ἀλαζονείᾳ του, ὅτι θὰ κυριαρχήσῃ ἐπὶ ὅλων τῶν ἐχθρῶν του, τῶν ἰδικῶν σου φίλων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς μισεῖ.
27 εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐ μὴ σαλευθῶ, ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἄνευ κακοῦ.27 Διότι είπεν από μέσα του· “δεν θα μετακινηθώ ποτέ από κανένα, η ευτυχία μου είναι μόνιμος. Εγώ και οι απόγονοί μου θα ζήσωμεν χωρίς θλίψεις”.27 Διότι εἶπε μέσα εἰς τὴν καρδίαν του· Δὲν θὰ μετακινηθῶ ἀπὸ κανένα. Ἡ εὐτυχία μου εἶναι μόνιμος καὶ διαρκής. Ἐγὼ καὶ οἱ ἀπόγονοί μου, ὅλαι αἱ γενεαὶ ποὺ θὰ προέλθουν ἐξ ἐμοῦ θὰ παραμείνωμεν ἄνευ θλίψεως, μακρὰν οἰουδήποτε κακοῦ.
28 οὗ ἀρᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ γέμει καὶ πικρίας καὶ δόλου, ὑπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ κόπος καὶ πόνος.28 Ετσι σκέπτεται εκείνος, του οποίου το στόμα είναι γεμάτο από κατάραν εναντίον του Θεού, από πικρίαν και δολιότητα κατά του πλησίον του. Εκείνος, κάτω από την γλώσσαν του οποίου φωληάζει και ξεχύνεται η κακότης και η μοχθηρία.28 Οὕτω σκέπτεται αὐτός, τοῦ ὁποίου τὸ στόμα εἶναι γεμᾶτον ἀπὸ κατάραν καὶ βλασφημίαν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ πικρίαν καὶ δολιότητα κατὰ τοῦ πλησίον. Κάτω ἀπὸ τὴν γλῶσσαν του ὑπάρχει διαρκῶς ἡ κακεντρέχεια καὶ τὸ δηλητήριον τοῦ κόπου καὶ τοῦ πόνου, διὰ νὰ πικραίνη καὶ καταπιέζῃ μὲ αὐτὸ τὸν εὐσεβῆ καὶ ἐλπίζοντα ἐπὶ τὸν Θεὸν πτωχόν.
29 ἐγκάθηται ἐνέδρᾳ μετὰ πλουσίων, ἐν ἀποκρύφοις τοῦ ἀποκτεῖναι ἀθῷον· οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν πένητα ἀποβλέπουσιν·29 Στήνει ενέδραν και παραμονεύει μαζή με άλλους πλουσίους, στήνει καρτέρι εις αποκρύφους τόπους, δια να φονεύση τον αθώον διαβάτην. Οι οφθαλμοί του κακοποιού αυτού στρέφονται άγριοι και απειλητικοί εναντίον του πτωχού και ανυπερασπίστου ανθρώπου.29 Κάθηται μὲ ἐπιμονὴν εἰς ἐνέδραν καὶ καρτέρι, κρυμμένος μὲ ἄλλους πλουσίους ἐξ ἐκείνων ποὺ παχύνονται μὲ τὸ αἷμα τοῦ πτωχοῦ παραμονεύει διὰ νὰ φονεύσῃ ἄνθρωπον ἀθῶον, ποὺ δὲν τοῦ ἔπταισεν εἰς τίποτε. Τὰ μάτια του, σὰν μάτια τίγρεως καρφωμένα είς τὸ θήραμά της, παρακολουθοῦν ἐξ ἀποστάσεως τὸν πτωχὸν καὶ περιμένει πότε θὰ πλησιάσῃ οὗτος ἀνύποπτος διὰ νὰ τοῦ ἐπιτεθῇ.
30 ἐνεδρεύει ἐν ἀποκρύφῳ ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ, ἐνεδρεύει τοῦ ἁρπάσαι πτωχόν, ἁρπάσαι πτωχὸν ἐν τῷ ἑλκύσαι αὐτόν·30 Παραμονεύει εις αποκρύφους τόπους, όπως το ληοντάρι παραφυλάττει κρυμμένο μέσα εις την φωλεάν του, ενεδρεύει, δια να αρπάση τον πτωχόν, να αρπάση τον πτωχόν παρασύρων αυτόν με απατηλούς τρόπους.30 Κρυμμένος παραμονεύει, ὅπως ὁ λέων παραφυλάττει σκυμμένος μέσα εἰς τὴν φωλεάν του ἐνεδρεύει διὰ νὰ ἁρπάσῃ τὸν πτωχόν, ναὶ νὰ ἁρπάσῃ τὸν πτωχόν, ἀφοῦ μὲ τρόπον ἀπατηλὸν τὸν προσελκύσῃ πλησίον του.
31 ἐν τῇ παγίδι αὐτοῦ ταπεινώσει αὐτόν, κύψει καὶ πεσεῖται ἐν τῷ αὐτὸν κατακυριεῦσαι τῶν πενήτων.31 Εις την ενέδραν, που στήνει συμμαζεύεται, σκύβει, εξαπλώνεται κάτω στο έδαφος, δια να μπορέση με τον τρόπον αυτόν να ορμήση αιφνιδίως και κατακυριεύση τους ταλαιπωρημένους πτωχούς.31 Εἰς τὴν παγίδα ποὺ ἔχει στήσει, θὰ τὸν ταπεινώσῃ, θὰ σκύψῃ, θὰ συμμαζευθῇ καὶ θὰ πέσῃ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, μεταχειριζόμενος πᾶν ὕπουλον μέσον διὰ νὰ κυριαρχήσῃ ἐπὶ τῶν πτωχῶν καὶ νὰ καταδουλώσῃ αὐτούς.
32 εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· ἐπιλέλησται ὁ Θεός, ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ μὴ βλέπειν εἰς τέλος.32 Είπε από μέσα του σύμφωνα με την επιθυμίαν της πονηράς καρδίας του· “ο Θεός μας ελησμόνησε, εγύρισε αλλού το πρόσωπόν του και δεν μας βλέπει καθόλου”.32 Θὰ μετέλθῃ πᾶσαν ἀσυνειδησίαν, διότι εἶπεν εἰς τὴν καρδίαν του· Ἔχει ξεχάσει, ἐλησμόνησε τελείως ὁ Θεός. Δὲν ἐνδιαφέρεται, ἔστρεψεν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπόν του, διὰ νὰ μὴ βλέπῃ πλέον τίποτε.
33 ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός μου, ὑψωθήτω ἡ χείρ σου, μὴ ἐπιλάθῃ τῶν πενήτων.33 Σηκω, Κυριε και Θεέ μου, εν τη δικαιοσύνη σου. Ας υψωθή η παντοδύναμος δεξιά σου και ας πέση τιμωρός εναντίον εκείνων. Μη λησμονής τους ταλαιπωρημένους, τους πτωχούς.33 Σήκω ἐπάνω καὶ κινήσου εἰς ἐκδίκησιν, Κύριε ὁ Θεός μου· ἂς σηκωθῇ ὑψηλὰ ἡ χείρ σου, διὰ νὰ καταπέσῃ βαρεῖα κατὰ τῶν ἀσεβῶν· μὴ λησμονήσῃς παντοτεινὰ καὶ μέχρι τέλους τοὺς πτωχούς, οἱ ὁποῖοι μόνον πλοῦτον καὶ ἐλπίδα ἔχουν τὴν προστασίαν σου.
34 ἕνεκεν τίνος παρώργισεν ὁ ἀσεβὴς τὸν Θεόν; εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἐκζητήσει.34 Διατί επροκάλεσε οξείαν την οργήν ο ασεβής; Διότι είπεν από μέσα του, σύμφωνα με τους πόθους της πονηράς καρδίας του· “ο Θεός δεν ζητεί λογαριασμόν και δεν μας καταλογίζει ευθύνας δια τας πράξεις μας”!34 Διὰ ποῖον λόγον παρώργισεν ὁ ἀσεβὴς τὸν Θεόν; Τὸν παρώργισε διότι ἐσχημάτισε τὸ φρόνημα καὶ εἶπε καθ’ ἑαυτόν· ὁ Θεὸς δὲν θὰ ζητήσῃ πλέον λόγον δι' ὅσα ἀδικῶ.
35 βλέπεις, ὅτι σὺ πόνον καὶ θυμὸν κατανοεῖς τοῦ παραδοῦναι αὐτοὺς εἰς χεῖράς σου· σοὶ ἐγκαταλέλειπται ὁ πτωχός, ὀρφανῷ σὺ ᾖσθα βοηθός.35 Αλλά συ, Κυριε, τα βλέπεις όλα· όχι μόνον τας εξωτερικάς πράξστου ανθρώπου, αλλά και αυτάς τας σκέψεις και επιθυμίας των καρδιών. Γνωρίζεις τόσον τους πόνους και τας θλίψστου πτωχού όσον και τον θηριώδη θυμόν του ασεβούς. Τα βλέπεις όλα, δια να παραδώσης εν τη δικαιοσύνη σου τους ασεβείς εις την τιμωρόν δεξιάν σου. Εις την ιδικήν σου όμως προστασίαν έχει ελπίσει και έχει εγκαταλειφθή ο πτωχός. Του ορφανού συ είσαι βοηθός.35 Τὰ βλέπεις ὅλα σὺ καὶ δὲν σοῦ διαφεύγει τίποτε. Δὲν παρακολουθεῖς μόνον τὰς ἐξωτερικὰς πράξεις, ἀλλὰ παρακολουθεῖς καὶ αὐτὰ τὰ μυστικὰ ἐλατήρια καὶ τὰς ἀποκρύφους τῶν καρδιῶν μας σκέψεις. Καὶ δι’ αὐτὸ γνωρίζεις ἐπακριβῶς τόσον τοὺς πόνους καὶ τὰς θλίψεις τοῦ πτωχοῦ, ὅσον καὶ τὸν ἄσπλαγχνον θυμὸν τοῦ ἀσεβοῦς. Βλέπεις καὶ παρακολουθεῖς ὅλα προσεκτικῶς διὰ νὰ παραδώσῃς ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου τοὺς ἀσεβεῖς εἰς τὰς ἀδυσωπήτους τιμωρίας τῶν χειρῶν σου. Εἰς τὴν προστασίαν σου καὶ μόνον ἔχει ἐγκαταλειφθῇ ὁ πτωχός, εἰς τὸν ὀρφανὸν σὺ εἶσαι βοηθός.
36 σύντριψον τὸν βραχίονα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ πονηροῦ, ζητηθήσεται ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ, καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ.36 Συντριψε συ την καταπιεστικήν δύναμιν του αμαρτωλού και του πονηρού ανθρώπου. Εξάλειψε αυτόν και τας κακάς του πράξεις, ώστε, εάν αναζητηθή το κακόν που έκαμε, να μη ευρεθή ούτε αυτός ούτε εκείνο.36 Σύντριψε σὺ τὴν καταπιεστικὴν δύναμιν τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ πονηροῦ· θὰ ζητηθῇ τὸ κακὸν καὶ ἡ ἁμαρτία ποὺ ἔκαμε καὶ δὲν θὰ εὑρεθῇ, διότι θὰ ἔχῃ ἑξαφανισθῆ μαζὶ μὲ ἐκεῖνον.
37 βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, ἀπολεῖσθε ἔθνη ἐκ τῆς γῆς αὐτοῦ.37 Μονον ο αιώνιος Κυριος θα βασιλεύση στους αιώνας των αιώνων. Σεις οι ειδωλολάτραι θα εξολοθρευθήτε από την γην του Κυρίου.37 Θὰ βασιλεύση ὁ Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. Σεῖς δὲ οἱ ἐθνικοί, ποὺ λατρεύετε τὰ εἴδωλα, θὰ χαθῆτε ἀπὸ τὴν γῆν, ἡ ὁποία εἶναι ἰδική του.
38 τὴν ἐπιθυμίαν τῶν πενήτων εἰσήκουσε Κύριος, τὴν ἑτοιμασίαν τῆς καρδίας αὐτῶν προσέσχε τὸ οὖς σου38 Ο Κυριος ήκουσε την δικαίαν επιθυμίαν των πτωχών ανθρώπων. Και το αυτί του το έτεινε προσεκτικόν στους δικαίους πόθους της καρδίας των.38 Τὴν ἐπιθυμίαν τῶν πτωχῶν εἱσήκουσεν ὁ Κύριος. Εἰς τοὺς πόθους τῆς καρδίας των ἐπρόσεξε, Κύριε, τὸ οὖς σου,
39 κρῖναι ὀρφανῷ καὶ ταπεινῷ, ἵνα μὴ προσθῇ ἔτι μεγαλαυχεῖν ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς.39 Ανέλαβεν αυτός, να κρίνη με δικαιοσύνην επί της υποθέσεως του ορφανού και του πτωχού ανθρώπου, να τους υπερασπίση εν τη παντοδυναμία του, ώστε να μη τολμήση πλέον κανείς άνθρωπος επί της γης να αλαζονευθή εις βάρος αυτών και του Θεού.39 διὰ νὰ κάμῃς δικαίαν κρίσιν ὑπέρ του ὀρφανοῦ καὶ ταπεινοῦ, ὥστε νὰ μὴ τολμήσῃ πλέον νὰ μεγαλαυχῇ καὶ νὰ ἐπιδεικνύῃ ἀλαζονικῶς τὸ ἀνάστημά του οἰοσδήποτε ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός Ι'🔸
                             (10)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 11) Ἐπὶ τῷ Κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;1 (Μασ. 11) Εγώ έχω στηρίζει την πεττοίθησιν και την ελπίδα μου στον παντοδύναμον Κυριον και πως σεις μου λέγετε· “φύγε, μετανάστευσε από εδώ, πέταξε σαν στρουθίον τρομαγμένον εις τα βουνά, δια να εύρης εκεί την σωτηρίαν σου;”1 Επὶ τοῦ παντοδυνάμου Κυρίου ἔχω στηρίξει τὴν πεποίθησιν καὶ ἐλπίδα μου. Καὶ πῶς σεῖς λέγετε εἰς ἐμέ: Φεῦγε καὶ γίνε μετανάστης, πέταξε σὰν στρουθίον τρομαγμένον εἰς τὰ ὄρη, ζητῶν ἐκεῖ τὴν σωτηρίαν σου;
2 ὅτι ἰδοὺ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐνέτειναν τόξον, ἡτοίμασαν βέλη εἰς φαρέτραν τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν σκοτομήνῃ τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ.2 Φυγε, μου λέγουν, διότι οι αμαρτωλοί άνθρωποι έχουν ετοιμάσει τα βέλη των, δια να τα εκτοξεύσουν με μανίαν από τον σκοτεινόν τόπον, που ενεδρεύουν, εναντίον των απονηρεύτων και εναρέτων ανθρώπων.2 Φεῦγε τὸ γρηγορώτερον, διότι ἰδοὺ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐτέντωσαν τὰ τόξα των, ἐτοίμασαν εἰς τὴν φαρέτραν βέλη ἀκονισμένα καὶ φαρμακερὰ διὰ νὰ τοξεύσουν μὲ λύσσαν καιροφυλακτοῦντες εἰς ἀπόκρυφα καὶ ἀθέατα καρτερία τοὺς ἐναρέτους καὶ ἀπονηρεύτους ἀνθρώπους.
3 ὅτι ἃ σὺ κατηρτίσω, αὐτοὶ καθεῖλον· ὁ δὲ δίκαιος τί ἐποίησε;3 Ολα όσα, συ Κυριε, σοφώς και δικαίως έχεις νομοθετήσει, αυτοί τα κρημνίζουν και τα καταπατούν. Και επάνω εις την αλαζονείαν των ερωτούν· “ποίον είναι λοιπόν το κέρδος του δικαίου; Κανένα”.3 Οἱ κόποι σου ἀποβαίνουν ἄσκοποι, διότι ὅσα σὺ ὁ δίκαιος μὲ κόπους πολλοὺς ἐπεμελήθης ἀρτίως καὶ τελείως νὰ οἰκοδομήσῃς, αὐτοὶ ἐν τῇ κακίᾳ καὶ τῷ φθόνῳ των τὰ κατεκρήμνισαν. Τί κατώρθωσε λοιπὸν μὲ τοὺς μόχθους αὐτοῦ ὁ δίκαιος; Αὐτὰ σεῖς, ὦ ὀλιγόπιστοι, μοῦ λέγετε.
4 Κύριος ἐν ναῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· Κύριος ἐν οὐρανῷ ὁ θρόνος αὐτοῦ. οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν πένητα ἀποβλέπουσι, τὰ βλέφαρα αὐτοῦ ἐξετάζει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων.4 Ο Κυριος όμως ευρίσκεται ακατανίκητος στον ουρανόν και στον ιερόν ναόν του. Ο Κυριος έχει στήσει τον δικαστικόν του θρόνον υψηλά στον ουρανόν. Από εκεί οι οφθαλμοί του βλέπουν με προσοχήν και με ευμένειαν τον ταλαιπωρούμενον πτωχόν. Διεισδυτικά εξετάζουν και διακρίνουν τους υιούς των ανθρώπων.4 Ἀλλ' ὁ Κύριος ζῇ καὶ ὑπάρχει εἰς τὸν ἐν οὐρανοῖς ἅγιον καὶ ὑπερκόσμιον ναόν του. Ἔχει ὁ Κύριος τὸν θρόνον του εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου κανὲν βέλος δὲν δύναται νὰ φθάσῃ. Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ τὰ μάτια του βλέπουν μὲ προστατευτικὴν εὐμένειαν τὸν πτωχόν, ποὺ ἐλπίζει εἰς αὐτὸν καὶ τὰ βλέφαρά του ἐξετάζουν καὶ διακρίνουν τοὺς ἀπογόνους τῶν ἀνθρώπων.
5 Κύριος ἐξετάζει τὸν δίκαιον καὶ τὸν ἀσεβῆ, ὁ δὲ ἀγαπῶν τὴν ἀδικίαν μισεῖ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν.5 Ο Κυριος εξετάζει και ξεχωρίζει με ακρίβειαν, χωρίς καμμίαν πλάνην, τον δίκαιον και τον ασεβή. Οποιος δε αγαπά την αδικίαν και επιμένει εις αυτήν, αυτός μισεί και βλάπτει κυρίως τον εαυτόν του.5 Ὁ Κύριος ἐξετάζει καὶ διαχωρίζει μὲ ἀκρίβειαν καὶ χωρὶς τὴν παραμικρὰν πλάνην τὸν δίκαιον καὶ τὸν ἀσεβῆ. Ὁποῖος δὲ ἀγαπᾷ τὴν ἀδικίαν καὶ οὐχὶ ἐξ ἀδυναμίας, ἀλλ' ἀπὸ ἔρωτα πρὸς αὐτὴν ἐνεργεῖ τὸ κακόν, αὐτὸς μισεῖ καὶ βλάπτει μόνον τὸν ἑαυτόν του.
6 ἐπιβρέξει ἐπὶ ἁμαρτωλοὺς παγίδας, πῦρ καὶ θεῖον καὶ πνεῦμα καταιγίδος ἡ μερὶς τοῦ ποτηρίου αὐτῶν.6 Ο Κυριος θα εξαπολύση, ωσάν βροχήν, και θα γεμίση με ολεθρίας παγίδας τον δρόμον των αμαρτωλών ανθρώπων, θα ρίψη εναντίον των φωτιάν και θειάφι, θα εξαπολύση βίαιον και ορμητικόν άνεμον, δια να αναρριπίζη την φλόγα. Αυτό θα είναι το ποτήριον της οργής του Θεού κατάπικρον εναντίον των αμαρτωλών ανθρώπων.6 Ὁ Κύριος θὰ ἑξαπολύσῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν σὰν βροχὴν ὀλεθρίους παγίδας ἐπὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Θὰ ρίψῃ κατ' αὐτῶν φωτιὰ καὶ θειάφι, ποὺ δὲν σβήνει εὔκολα, καὶ ἄνεμον βίαιον καὶ σφοδρόν, διὰ να τὰ ἀναφυσᾷ καὶ τὰ ἀναρριπίζῃ. Αὐτὰ θ’ ἀποτελοῦν τὸ καταστρεπτικὸν μερίδιον ποὺ θὰ γεμίζῃ τὸ ποτήριον, τὸ ὁποῖον οἱ ἀμαρτωλοὶ θὰ ἀναγκασθοῦν νὰ πίουν.
7 ὅτι δίκαιος Κύριος, καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησεν, εὐθύτητας εἶδε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ.7 Διότι ο Κυριος είναι δίκαιος και αγαπά δικαιοσύνας, στρέφει τους οφθαλμούς του με ιλαρότητα και ευμένειαν στους ευθείς και αγαθούς ανθρώπους.7 Διότι ὁ Κύριος εἶναι δίκαιος καὶ δικαιοσύνας ἀγαπᾷ, στρέφει τὸ πρόσωπόν του ἱλαρὸν καὶ εὐμενὲς εἰς τοὺς εὐθεῖς καὶ ἀγαθούς.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός ΙΑ'🔸
                             (11)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῆς ὀγδόης· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 12) Σῶσόν με, Κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος, ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων.2 (Μασ. 12) Σώσε μέ, Κυριε, από την κακίαν και τους κακούς, που με περιβάλλουν, διότι δεν έχει απομείνει πλέον άνθρωπος ενάρετος επάνω εις την γην. Σπάνιοι είναι οι ειλικρινείς και αληθινοί λόγοι μεταξύ των ανθρώπων.2 Σῶσε μέ, Κύριε, διότι ἐξηφανίσθη καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον ἐπὶ τῆς γῆς ἄνθρωπος ἐνάρετος καὶ ἀφωσιωμένος εἰς σέ. Σῶσε με, διότι ἔγιναν ὀλιγοσταὶ καὶ σπάνιαι καὶ περιφρονημέναι ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων αἱ ἀλήθειαι καὶ οἱ εἰλικρινεῖς καὶ ἀνυπόκριτοι λόγοι.
3 μάταια ἐλάλησεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, χείλη δόλια ἐν καρδίᾳ, καὶ ἐν καρδίᾳ ἐλάλησε κακά.3 Λογια ψευδή και επιβλαβή ανταλλάσσει ο καθένας με τον πλησίον του. Από την αμαρτωλήν καρδίαν των βγαίνουν δια του στόματός των δολιότητες. Ογκος κακίας υπάρχει εις την καρδίαν των, την οποίαν εκφράζουν με πανουργίαν τα χείλη των.3 Μάταια καὶ λόγια ψεύδους καὶ ἀπάτης λαλεῖ ὁ καθένας των πρὸς τὸν ἄλλον. Ἡ ὑποκρισία καὶ ἡ ἀπάτη κυριαρχοῦν. Γλυκὰ καὶ ἐλκυστικὰ λόγια λέγουν μὲ τὰ δόλια χείλη των, ἀλλ' ἡ διπροσωπία των εἶναι φοβερά. Ἡ καρδία των εἶναι διπλῆ καὶ κρύπτει εἰς τὰ βάθη της τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον σκεπάζουν ἐπιδεξίως μὲ τὰς ἐκφράσεις τῶν χειλέων.
4 ἐξολοθρεύσαι Κύριος πάντα τὰ χείλη τὰ δόλια καὶ γλῶσσαν μεγαλοῤῥήμονα.4 Είθε να εξολοθρεύση ο Κυριος όλα τα δόλια και απατηλά χείλη, τας γλώσσας των διπροσώπων αυτών ανθρώπων, που καυχησιολογούν και κομπάζουν·4 Εἴθε νὰ ἐξολοθρεύσῃ ὁ Κύριος ὅλα τὰ χείλη τὰ δόλια καὶ ἀπατηλὰ καὶ τὰς γλώσσας τῶν διπροσώπων αὐτῶν, ποὺ κομπάζουν καὶ μεγαλαυχοῦν ἀλαζονικῶς,
5 τοὺς εἰπόντας· τὴν γλῶσσαν ἡμῶν μεγαλυνοῦμεν, τὰ χείλη ἡμῶν παρ᾿ ἡμῖν ἐστι· τίς ἡμῶν Κύριός ἐστιν;5 όλους εκείνους, οι οποίοι είπαν· “θα δοξάσωμεν και θα αναδείξωμεν την γλώσσαν μας με την ευφράδειάν μας. Τα χείλη μας είναι εις την απόλυτον διάθεσίν μας. Ποιός είναι Κυριος επάνω από ημάς; Ημείς και κανείς άλλος”.5 λέγοντες· τὴν γλῶσσαν μας θὰ ἀναδείξωμεν ὑψηλὴν καὶ μεγάλην καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν πολλὰ καὶ θαυμαστὰ διὰ τῆς εὐγλωττίας ἠμῶν. Ἐξουσιάζομεν τὰ χείλη μας καὶ ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅ,τι θέλομεν μὲ αὐτά. Ποῖος δύναται νὰ γίνῃ κύριός μας καὶ νὰ κλείσῃ τὸ στόμα μας; Ἀπολύτως κανείς.
6 ἀπὸ τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ ἀπὸ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων, νῦν ἀναστήσομαι, λέγει Κύριος· θήσομαι ἐν σωτηρίῳ, παῤῥησιάσομαι ἐν αὐτῷ.6 Εις την αλαζονείαν όμως και αφροσύνην αυτήν ο Κυριος απήντησεν· “εξ αιτίας της καταδυναστεύσεως των πτωχών από τους αμαρτωλούς πλουσίους, εξ αιτίας των στεναγμών των πενήτων, που καταπιέζονται, τώρα αμέσως θα εγερθώ, λέγει ο Κυριος, θα θέσω εις ασφαλή και σωτήριον τόπον τον καταπιεζόμενον πτωχόν και χάριν αυτού θα δείξω εις τα μάτια όλων την λαμπράν και ακατανίκητον δικαιοσύνην μου”.6 Ἀλλ' εἰς τὴν ἄφρονα ταύτην ἀλαζονείαν τῶν ἀσεβῶν, ἰδοὺ τί ἀπαντᾷ ὁ Κύριος· ἐξ αἰτίας τῆς κακοπαθείας τῶν πτωχῶν καὶ ἕνεκα τοῦ στεναγμοῦ τῶν ἐλπιζόντων εἰς ἐμὲ πενήτων, τὰ ὁποῖα βλέπω καὶ ἀκούω συνεχῶς, θὰ σηκωθῶ τώρα καὶ θὰ κινηθῶ εἰς δρᾶσιν καὶ ἐκδίκησιν, λέγει ὁ Κύριος. Θὰ θέσω τὸν καταπιεζόμενον πτωχὸν εἰς τόπον ἀσφαλῆ καὶ σωτήριον, ἀπρόσβλητον ἀπὸ τὰς ἐπιβουλὰς τῶν ἀσεβῶν καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ ἐμφανίσω εἰς τὰ ὄμματα πάντων λαμπρὰν καὶ περιφανῆ τὴν δικαιοσύνην καὶ δύναμίν μου, τὴν ὁποίαν κρύπτει τώρα ἡ πολλὴ μακροθυμία μου.
7 τὰ λόγια Κυρίου λόγια ἁγνά, ἀργύριον πεπυρωμένον, δοκίμιον τῇ γῇ κεκαθαρισμένον ἑπταπλασίως.7 Αυτά τα λόγια του Κυρίου, όπως και όλα τα λόγια του, είναι καθαρά, αγνά, απηλλαγμένα από κάθε ψεύδος, όμοια προς τον άργυρον που επυρακτώθη και εχωνεύθη στον κλίβανον της γης, και είναι τελείως καθαρός.7 Ποῖος θὰ δοκιμάσῃ ἀμφιβολίαν διὰ τοὺς λόγους αὐτούς; Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου εἶναι λόγια καθαρά, ἁγνὰ καὶ ἀπηλλαγμένα ἀπὸ πᾶσαν νοθείαν ψεύδους, ὅμοια πρὸς ἄργυρον, ποὺ ἐπυρακτώθη καὶ ἐχωνεύθη εἰς κλίβανον τῆς γῆς, καὶ ἐδοκιμάσθη ἡ καθαρότης του καὶ ἔχει καθαρισθῆ τελείως.
8 σύ, Κύριε, φυλάξαις ἡμᾶς καὶ διατηρήσαις ἡμᾶς ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ εἰς τὸν αἰῶνα.8 Συ, Κυριε, είθε να μας προφυλάξης από τους κακούς και το κακόν, να μας διατηρήσης καθαρούς και αβλαβείς μέσα εις την πονηράν αυτήν γενεάν τώρα και στους αιώνας των αιώνων.8 Σύ, Κύριε, εἴθε νὰ μᾶς φυλάξῃς καὶ νὰ μᾶς διατηρήσῃς ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὴν πονηρὰν αὐτὴν γενεὰν καὶ τώρα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν αἰῶνα.
9 κύκλῳ οἱ ἀσεβεῖς περιπατοῦσι· κατὰ τὸ ὕψος σου ἐπολυώρησας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων.9 Τριγύρω μας περιπατούν οι ασεβείς με δολιότητα. Συ όμως δεν αδιαφορείς δια τους υιούς των ανθρώπων. Οσον είναι το ύψος της δόξης σου, τόση είναι και η μεγάλη φροντίς και προσοχή σου δι' αυτούς.9 Περιπατοῦν τριγύρω μας οἱ ἀσεβεῖς καὶ μᾶς ἐκύκλωσαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη. Σὺ ὅμως δὲν ὀλιγωρεῖς καὶ δὲν ἀδιαφορεῖς διὰ τὰ πλάσματά σου, ἀλλ' ὅσον εἶναι τὸ ὕψος σου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον τὰ παρακολουθεῖς, τόσον εἶναι μεγάλη καὶ ἡ φροντὶς καὶ προσοχή σου διὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΙΒ'🔸
                            (12)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 13) ΕΩΣ πότε, Κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος; ἕως πότε ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ;2 (Μασ. 13) Εως πότε, Κυριε, θα με λησμονής εντελώς; Εως πότε θα αποστρέφης, σα να αδιαφορής δια την θλίψιν μου, το πρόσωπόν σου από εμέ;2 Εως πότε, Κύριε, θὰ μὲ ἔχῃς λησμονημένον ἐντελῶς; Ἕως πότε θὰ ἀποστρέφῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ ἐμέ, σὰν νὰ μὴ σ' ἐνδιαφέρῃ καθόλου ἡ δυστυχία μου;
3 ἕως τίνος θήσομαι βουλὰς ἐν ψυχῇ μου, ὀδύνας ἐν καρδίᾳ μου ἡμέρας καὶ νυκτός; ἕως πότε ὑψωθήσεται ὁ ἐχθρός μου ἐπ᾿ ἐμέ;3 Εως πότε, Κυριε, θα καταρτίζω μέσα μου σχέδια λυτρώσεώς μου από τους εχθρούς μου, και όμως θα δοκιμάζη ημέραν και νύκτα η καρδία μου οδύνας, διότι θα βλέπη αυτά να ναυαγούν, ώστε να μένω έτσι εκτεθειμένος εις κινδύνους; Εως πότε θα υψώνεται απειλητικός και θα θριαμβεύη εναντίον μου ο εχθρός;3 Ἕως πότε θὰ συλλαμβάνω σχέδια καὶ ἀποφάσεις εἰς τὴν ψυχήν μου καὶ θὰ δοκιμάζῃ ἡ καρδία μου θλίψεις καὶ ὀδύνας ἀναζητοῦσα νυχθημερὸν τρόπον σωτηρίας καὶ μέσον ἀσφαλείας ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ τὰς περιπετείας μου; Ἕως πότε ὁ ἐχθρός μου θὰ ὑψώνεται ἰσχυρότερος καὶ ἀπειλητικώτερος κατ’ ἐμοῦ καὶ θὰ κινδυνεύω νὰ ποδοπατηθῶ τεταπεινωμένος ἀπὸ αὐτόν;
4 ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριε ὁ Θεός μου· φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον,4 Ρίψε ένα βλέμμα συμπαθείας προς εμέ, και άκουσε την προσευχήν μου Κυριε, ο Θεός μου. Αναζωογόνησε το φως των οφθαλμών μου, το οποίον από το βάρος των μεγάλων και πολυαρίθμων θλίψεων πρόκειται να σβήση. Μη επιτρέψης να κλείσουν οριστικώς τα μάτια μου και κοιμηθώ τον ύπνον του θανάτου·4 Ρῖψε τὸ βλέμμα σου πατρικὸν καὶ συμπαθὲς ἐπ’ ἐμέ, καὶ εἰσάκουσον τὴν προσευχήν μου, Κύριε, ποὺ εἶσαι ὁ μόνος Θεός μου. Φώτισε τὰ μάτια μου τὰ βυθισμένα εἰς σκότος θλίψεων καὶ συμφορῶν, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου κινδυνεύω νὰ καταληφθῶ ἀπὸ τὸν θανατηφόρον ὕπνον τῆς ἀπογνώσεως καὶ ἁμαρτίας.
5 μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· ἴσχυσα πρὸς αὐτόν· οἱ θλίβοντές με ἀγαλλιάσονται, ἐὰν σαλευθῶ.5 δια να μη είπη με πολλήν χαιρεκακίαν ο εχθρός μου· “υπερίσχυσα εναντίον του και τον ενίκησα”. Οι εχθροί μου, που με θλίβουν, θα χαρούν πάρα πολύ, εάν κλονισθώ και πέσω.5 Δός μου φωτισμὸν καὶ θάρρος ἐλπίδος, διὰ νὰ μὴ εἴπῃ μεγαλαυχῶν καὶ ἐπαιρόμενος ὁ ἐχθρός μου· τὸν κατενίκησα καὶ ὑπερίσχυσα αὐτοῦ. Αὐτοί, ποὺ τώρα μὲ θλίβουν, θὰ σκιρτήσουν ἀπὸ ἀγαλλίασιν, ἐὰν κλονισθῶ καὶ ἀνατραπῶ.
6 ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ ἐλέει σου ἤλπισα, ἀγαλλιάσεται ἡ καρδία μου ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου· ᾄσω τῷ Κυρίῳ τῷ εὐεργετήσαντί με καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ ῾Υψίστου.6 Εγώ όμως έχω στηρίξει την ελπίδα μου εις σέ. Η καρδία μου θα αισθανθή απερίγραπτον χαράν, όταν συ ευδοκήσης και μου στείλης την ποθητήν σωτηρίαν. Τοτε εγώ θα τραγουδώ ύμνους ευχαριστίας προς σε τον ευεργέτην και Κυριον μου, και θα συνθέσω ύμνους δοξολογίας εις δόξαν του ονόματος Κυρίου του Υψίστου.6 Ἐγὼ ὅμως ἔχω στηριγμένην τὴν ἐλπίδα μου εἰς τὸ ἔλεός σου. Καὶ ἂν αὐτοὶ χαίρουν τώρα, διότι περιμένουν τὴν πτῶσιν μου, ἔχω ἀκλόνητον πεποίθηση καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ καρδία μου θὰ γεμίσῃ ἀγαλλίασιν, διότι σὺ θὰ μὲ σώσῃς. Ἄσματα εὐγνωμοσύνης θὰ τονίσω εἰς τὸν Κύριον, ποὺ μὲ εὐηργέτησε, καὶ ὕμνους δοξολογίας θὰ ψάλω εἰς τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΙΓ'🔸
                            (13)
 
Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 14) ΕΙΠΕΝ ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός. διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασιν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός.1 (Μασ. 14) Ο εσκοτισμένος από την αμαρτίαν μωρός και ασεβής άνθρωπος, είπεν από μέσα του, σύμφωνα με την επιθυμίαν της αμαρτωλής καρδίας του· “δεν υπάρχει Θεός”. Αυτός όμως και οι όμοιοί του διεφθάρησαν μέσα εις την αμαρτωλότητά των. Εγιναν μισητοί από τον Θεόν και από τους ευσεβείς ανθρώπους. Το κακόν διεδόθη τόσον πολύ, ώστε δεν υπάρχει κανείς, που να πράττη σήμερον το αγαθόν. Δεν υπάρχει ούτε ένας.1 Εἶπεν εἰς τὸ βάθος τοῦ ἐσωτερικοῦ του ὁ σκοτισθεῖς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ εἰς ἀφροσύνην πωρώσεως καταντήσας ἄνθρωπος· Δὲν ὑπάρχει Θεός. Αὐτὸς καὶ οἱ ὅμοιοί του διεφθάρησαν καὶ μὲ τὴν ἁμαρτωλὴν καὶ ἀδιόρθωτον διαγωγήν των ἔγιναν βδελυκτοὶ καὶ μισητοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων. Καὶ τόσον πολὺ διεδόθη τὸ κακόν, ὥστε δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ πράττῃ τὸ ἀγαθόν, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας.
2 Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν.2 Ο Κυριος έσκυψεν από το ύψος του ουρανού και έρριψε το βλέμμα του, δια να ίδη τους υιούς των ανθρώπων, δια να ίδη εάν υπάρχη κανείς μεταξύ αυτών, που να έχη επίγνωσιν Θεού η να επικαλήται με πίστιν τον Θεόν και προσπαθή να ευαρεστή εις αυτόν.2 Ὁ Κύριος ἔσκυψεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἔρριψε τὰ βλέμματά του κάτω εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν ὑπάρχῃ μεταξύ των κανεὶς μὲ σύνεσιν ποὺ νὰ γνωρίζῃ τὸν Θεὸν ἢ νὰ ποθῇ καὶ νὰ ἐπικαλῆται αὐτὸν προσπαθῶν μὲ τὰς ἐναρέτους πράξεις του νὰ εὐαρεστήσῃ εἰς αὐτόν.
3 πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός [τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὑτῶν ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν, ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει, ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν· οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.].3 Αλλοίμονον! Ολοι εξετράπησαν από την ευθείαν οδόν. Εξηχρειώθησαν και διεφθάρησαν. Δεν υπάρχει κανείς, που να πράττη το αγαθόν. Δεν υπάρχει ούτε ένας. Ο λάρυγξ των, σαν ανοικτός τάφος, αναδίδει δυσώδεις αναθυμιάσεις. Με τας πονηράς των γλώσσας επινοούν και εκφράζουν δόλια ψεύδη και φαρμακεράς συκοφαντίας. Δηλητήριον φαρμακερών ασπίδων υπάρχει κάτω από τα χείλη των. Το στόμα των είναι γεμάτον από κατάρας εναντίον του Θεού και από δολιότητας και πικρίας εναντίον των ανθρώπων. Τα πόδια των τρέχουν με ταχύτητα, δια να χύσουν αίμα. Εις τους δρόμους της ζωής των και εις τας πράξεις των σπείρουν συντρίμματα και ταλαιπωρίας εναντίον αθώων. Εσωτερικήν ειρήνην και ειρηνικήν ζωήν με τους άλλους εξ αιτίας της αμαρτωλότητος των δεν εγνώρισαν. Δεν υπάρχει φόβος Θεού ενώπιόν των.3 Φεῦ! Ὅλοι ἐξετράπησαν ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ κατήντησαν εἰς ἑξαχρείωσιν καὶ διαφθοράν. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ πράττῃ τὸ ἀγαθὸν δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας. Ὁ λάρυγξ των σὰν τάφος ἀνοικτὸς ἀναδίδων μολυσματικὴν δυσωδίαν, μόνον λόγους βλασφημίας καὶ ἀκολασίας ἐκβάλλει μὲ τὰς συκοφαντικὰς καὶ ψευδολόγους γλώσσας των πλάττουν ψεύδη δόλια καὶ φαρμακερὰς ἐπινοήσεις. Δηλητήριον φαρμακερῶν ἀσπίδων ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὰ χείλη των. Τὸ στόμα των εἶναι γεμᾶτον ἀπὸ κατάραν καὶ βλασφημίαν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ δολιότητα καὶ πικρίαν κατὰ τῶν ἀνθρώπων. Τὰ πόδια των εἶναι ἀκούραστα καὶ τρέχουν γρήγορα διὰ να χύσουν αἷμα. Εἰς τοὺς δρόμους των καὶ εἰς τὰς πράξεις των σπείρουν συντρίμματα καὶ καταπιέσεις καὶ ἀθλιότητας. Ζωὴν δὲ εἰρηνικὴν καὶ ἥσυχον δὲν ἐγνώρισαν οὔτε διὰ τὸν ἑαυτόν τους οὔτε διὰ τοὺς ἄλλους. Δὲν ὑπάρχει φόβος Θεοῦ εἰς τὰ μάτια τῆς ψυχῆς των.
4 οὐχὶ γνώσονται πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν; οἱ ἐσθίοντες τὸν λαόν μου βρώσει ἄρτου τὸν Κύριον οὐκ ἐπεκαλέσαντο.4 Δεν θα βάλουν, λοιπόν, ποτέ γνώσιν και δεν θα συνετισθούν όλοι αυτοί, που εργάζονται την παρανομίαν; Οι πωρωμένοι αυτοί, που κατατρώγουν τον λαόν μου, με τόσην ασυνειδησίαν σαν να πρόκειται περί συνήθους άρτου; Δεν επεκαλέσθησαν ποτέ τον Κυριον. Δεν εγνώρισαν, τι είναι προσευχή.4 Δὲν θὰ συνετισθοῦν λοιπὸν καὶ δὲν θὰ βάλουν ποτὲ μυαλὸ ὅλοι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐργάζονται τὴν ἀνομίαν; Δὲν θὰ συνέλθουν ἐπὶ τέλους καὶ δὲν θὰ σωφρονισθοῦν; Αὐτοὶ ποὺ κατατρώγουν τὸν λαόν μου μὲ τόσην εὐχαρίστησιν καὶ ἀσυνειδησίαν, σὰν νὰ ἔτρωγον συνήθη ἄρτον, δὲν ἐπεκαλέσθησαν ποτὲ τὸν Κύριον καὶ εἶναι ἄγνωστος εἰς αὐτοὺς ἡ προσευχή.
5 ἐκεῖ ἐδειλίασαν φόβῳ, οὗ οὐκ ἦν φόβος, ὅτι ὁ Θεὸς ἐν γενεᾷ δικαίᾳ.5 Εκυριεύθησαν όμως από πανικόν και δειλίαν εκεί, όπου δεν υπήρχε τίποτε το φοβερόν. Και τούτο, διότι ο Κυριος μόνον εις την γενεάν των δικαίων ναι προστάτης και όχι στους αμαρτωλούς.5 Ἀλλὰ διὰ τοῦτο κυριευθέντες ἀπὸ δεισιδαιμονίας, κατεπτοήθησαν ἀπὸ ἀνύπαρκτα φαντάσματα καὶ κατελήφθησαν ἀπὸ φόβον ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχε τίποτε τὸ φοβερόν. Καὶ πῶς νὰ μὴ τρομάξουν; Ὁ Θεὸς δὲν ἦτο μετ' αὐτῶν. Διότι μόνον εἰς τὴν γενεὰν τῶν δικαίων παραμένει ὁ Κύριος, ἀφήνων ἐρήμους καὶ ἀπροστατεύτους τοὺς ἀρνουμένους αὐτόν.
6 βουλὴν πτωχοῦ κατῃσχύνατε, ὁ δὲ Κύριος ἐλπὶς αὐτοῦ ἐστι.6 Εξευτελίζετε σεις και εμπαίζετε τας σκέψεις και τας αποφάσστου πτωχού, διότι στηρίζει τας ελπίδας του στον Κυριον.6 Ἐξευτελίζετε καὶ χλευάζετε τὰ φρονήματα καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ πτωχοῦ, ἐπειδὴ ὡς μόνην ἐλπίδα του ἔχει τὸν Κύριον καὶ πρὸς μόνον αὐτὸν μετὰ πίστεως καταφεύγει.
7 τίς δώσει ἐκ Σιὼν τὸ σωτήριον τοῦ ᾿Ισραήλ; ἐν τῷ ἐπιστρέψαι Κύριον τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀγαλλιάσεται ᾿Ιακὼβ καὶ εὐφρανθήσεται ᾿Ισραήλ.7 Ποιός, λοιπόν, θα έλθη από την Σιών, δια να δώση την σωτηρίαν στον ισραηλιτικόν λαόν; Θα δοθή εις αυτούς η σωτηρία, όταν ο Κυριος επαναφέρη τους ανθρώπους του λαού του από την αιχμαλωσίαν, θα σκιρτήσουν από αγαλλίασιν οι απόγονοι αυτοί του Ιακώβ. Θα ευφρανθούν αι καρδίαι των Ισραηλιτών.7 Ποῖος θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν Σιὼν διὰ νὰ δώσῃ τὴν σωτηρίαν εἰς τὸν Ἰσραήλ! Οὐδεὶς ἄλλος παρὰ μόνος ὁ Θεός. Ὅταν δὲ ὁ Κύριος κατευοδώσῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ λαοῦ του ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας, θὰ σκιρτήσουν ἀπὸ ἀγαλλίασιν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰακὼβ καὶ θὰ γεμίσουν εὐφροσύνην αἱ καρδίαι τῶν Ἰσραηλιτῶν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΙΔ'🔸
                            (14)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 15) ΚΥΡΙΕ, τίς παροικήσει ἐν τῷ σκηνώματί σου; ἢ τίς κατασκηνώσει ἐν ὄρει ἁγίῳ σου;1 (Μασ. 15) Κυριε, ποιός είναι άξιος να φιλοξενηθή, έστω και επ' ολίγον, στο εν τη Ιερουσαλήμ κατοικητήριόν σου; Η ποιός είναι άξιος να στήση την σκηνήν του στο άγιον σου όρος, όπου υπάρχει ο ναός σου;1 Κύριε, ποῖος εἶναι ἄξιος ἔστω καὶ ὡς φιλοξενούμενος νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ ἐπὶ γῆς κατοικητήριόν σου; Ἢ ποῖος θὰ θεωρηθῇ ἱκανὸς νὰ στήσῃ τὴν σκηνήν του εἰς τὸ ἅγιον σου ὄρος καὶ εἰσερχόμενος εἰς τὸν ναόν σου νὰ λατρεύσῃ πρεπόντως τὴν μεγαλειότητά σου;
2 πορευόμενος ἄμωμος καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην, λαλῶν ἀλήθειαν ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ,2 Μονον ο άμεμπτος και ακατηγόρητος. Εκείνος ο οποίος εργάζεται και εφαρμόζει δικαιοσύνην, ο οποίος αγαπά την αλήθειαν με όλην του την καρδίαν και αυτήν μόνον λέγει.2 Ἐκεῖνος ὅστις συμπεριφέρεται καὶ πολιτεύεται μὲ ἄμεμπτον διαγωγὴν καὶ ἐργάζεται τὴν τελείαν ἁρετήν, τοῦ ὁποίου τὸ ἐσωτερικὸν κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ὥστε αὐτὴν εἰλικρινῶς νὰ ἀγαπᾷ καὶ αὐτὴν πάντοτε ὡς περίσσευμα τῆς καρδίας του νὰ λαλῇ.
3 ὃς οὐκ ἐδόλωσεν ἐν γλώσσῃ αὐτοῦ, οὐδὲ ἐποίησε τῷ πλησίον αὐτοῦ κακὸν καὶ ὀνειδισμὸν οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ τοῖς ἔγγιστα αὐτοῦ.3 Εκείνος, που δεν έπλεξε δόλιον σχέδια με την γλώσσαν του και δεν έκαμε ποτέ κάτι κακόν προς τον πλησίον του, ούτε ενέπαιξε ποτέ η εδυσφήμησε τους γύρω του ανθρώπους.3 Ἐκεῖνος εἶναι ἄξιος νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπλεξε δόλους μὲ τὴν γλῶσσαν του, οὔτε ἔκαμε ποτὲ κακὸν εἰς τὸν πλησίον του καὶ δὲν ἐπεριγέλασε τοὺς ὁπωσδήποτε ἀτυχοῦντας ἀδελφούς του, οὐδὲ διέδωκε δυσφημήσεις καὶ ἀτιμωτικὰς κατηγορίας καὶ διαβολὰς κατ’ αὐτῶν.
4 ἐξουδένωται ἐνώπιον αὐτοῦ πονηρευόμενος, τοὺς δὲ φοβουμένους τὸν Κύριον δοξάζει· ὁ ὀμνύων τῷ πλησίον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἀθετῶν·4 Αυτός, στους οφθαλμούς του οποίου θεωρείται ανάξιος και εξουδενωμένος εκείνος, που βαδίζει τον δρόμον της πονηρίας, ενώ εξ αντιθέτου τιμώνται και δοξάζονται από αυτόν εκείνοι, που φοβούνται τον Κυριον. Αυτός έχει το δικαίωμα παρά του Θεού να εισέλθη στον ναόν Κυρίου· αυτός που δίδει τιμίας και ενόρκους υποσχέσεις στον πλησίον του και ποτέ δεν τας παραβαίνει, αλλά τας τηρεί με ακρίβειαν.4 Θεωρεῖται ὑπ' αὐτοῦ ἀνάξιος προσοχῆς καὶ συναναστροφῆς καὶ ἐστερημένος τιμῆς καθένας ποὺ πονηρεύεται καὶ πράττει τὸ κακόν, Ἔστω καὶ ἂν εἶναι πλούσιος καὶ κατὰ κόσμον ἔνδοξος καὶ ἐπιφανής, σέβεται δὲ καὶ τιμᾷ μόνον τοὺς φοβουμένους τὸν Κύριον, Ἔστω καὶ ἂν εἶναι οὖτοι πτωχοὶ καὶ κατὰ κόσμον ἄσημοι. Ἐκεῖνος θὰ γίνῃ δεκτὸς εἰς τὸ κατοικητήριον τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος δίδει ἐνόρκους ὑποσχέσεις εἰς τὸν πλησίον του καὶ δὲν τὰς ἀθετεῖ, ἀλλὰ μὲ φόβον Θεοῦ παραμένει πιστὸς εἰς τοὺς ὅρκους του.
5 τὸ ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπὶ τόκῳ καὶ δῶρα ἐπ᾿ ἀθῴοις οὐκ ἔλαβεν. ὁ ποιῶν ταῦτα, οὐ σαλευθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.5 Αυτός, ο οποίος δεν δανείζει τα χρήματά του με τόκον και δεν δέχεται δώρα, δια να εκδώση καταδικαστικάς αποφάσεις εις βάρος αθώων ανθρώπων. Ο άνθρωπος, που πράττει αυτά, δεν θα σαλευθή ποτέ ούτε ενώπιον και τον μεγαλυτέρων κινδύνων.5 Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἐξεμεταλλεύθη ποτὲ τὸν πτωχὸν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐδάνεισεν ἀτόκως τὰ χρήματά του καὶ δὲν ἔλαβε ποτὲ δῶρα διὰ νὰ βλάψῃ καὶ ἀδικήσῃ τοὺς ἀθώους. Ἐκεῖνος ποὺ πράττει αὐτά, θὰ παραμείνῃ αἰωνίως ἀσάλευτος καὶ ἀκλόνητος ἐν μέσῳ οἰωνδήποτε προσβολῶν καὶ κινδύνων.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΙΕ'🔸
                            (15)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Στηλογραφία τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 16) ΦΥΛΑΞΟΝ με, Κύριε, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα.1 (Μασ. 16) Φυλαξέ με, Κυριε, από κάθε κακόν, διότι εγώ εις σε έχω στηρίξει τας ελπίδας μου.1 Φύλαξέ με καὶ προστάτευσέ με, Κύριε, διότι εἰς σὲ ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου.
2 εἶπα τῷ Κυρίῳ· Κύριός μου εἶ σύ, ὅτι τῶν ἀγαθῶν μου οὐ χρείαν ἔχεις.2 Είπα δια της προσευχής προς σε τον Κυριον· “συ είσαι ο Κυριος μου και συ ωσάν ανενδεής, που είσαι, δεν έχεις ανάγκην από τα ιδικά μου υλικά αγαθά”.2 Εἶπα εἰς τὸν Κύριον σὺ εἶσαι ὁ πραγματικὸς κυρίαρχος καὶ δεσπότης μου, διότι δὲν ἔχεις ἀνάγκην τῶν δώρων μου καὶ τῶν θυσιῶν μου, ἀλλ’ ὅ,τι ἀγαθὸν καὶ ἂν ἔχω, σὺ μοῦ τὸ ἔδωκες καὶ εἶναι ἰδικόν σου.
3 τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος, πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς.3 Προς χάριν των εναρέτων και ευσεβών ανθρώπων, που ζουν εις την χώραν του, δηλαδή εις την γην της επαγγελίας, μεγάλα και θαυμαστά έργα έκαμεν ο Κυριος. Ολαι αι αποφάσστου, αι ευμενείς και ευάρεστοι δι' αυτούς, που τηρούν το θέλημά του, ευρίσκονται ανάμεσά των.3 Εἰς τοὺς εὐσεβὲς καὶ ἁγίους ἀνθρώπους, ὅσοι ζοὺν ἐν τῇ χώρᾳ τῆς Παλαιστίνης, ἡ ὁποία κατ’ ἐξόχην εἶναι ἰδική του, μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἐποίησεν ὁ Κύριος· ὅλα τὰ θελήματά του κυριαρχοῦν μεταξὺ αὐτῶν· αὐτὰ διακυβερνοῦν τὴν ζωήν των καὶ ἐξυψώνουν αὐτοὺς εἰς λαμπρὰ σκεύη τῶν χαρίτων καὶ μεγαλουργημάτων του.
4 ἐπληθύνθησαν αἱ ἀσθένειαι αὐτῶν, μετὰ ταῦτα ἐτάχυναν· οὐ μὴ συναγάγω τὰς συναγωγὰς αὐτῶν ἐξ αἱμάτων, οὐδ᾿ οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διὰ χειλέων μου.4 Επληθύνθησαν, βέβαια, πάρα πολύ αι θλίψεις και αι ταλαιπωρίαι αυτών, αλλά γρήγορα διελύθησαν και εξηφανίσθησαν. Δεν θα συναθροίσω ποτέ κατά κανένα λόγον και τρόπον εις λατρευτικάς συγκεντρώσεις ανθρώπους μολυσμένους με αίματα αθώων ανθρώπων η με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών. Ποτέ δεν θα αναφέρω εις τα χείλη μου, ούτε καν και θα ενθυμηθώ, τα ονόματα των ασεβών ανθρώπων και των ειδωλολατρικών των θεών.4 Ἐπλήθυναν πολὺ αἱ θλίψεις καὶ αἱ περιπέτειαί των, γρήγορα ὅμως παρῆλθον καὶ ταχέως οὗτοι ἀπηλλάγησαν ἀπ’ αὐτῶν. Δὲν θὰ συναθροίσω ποτὲ καὶ κατ' οὐδένα λόγον λατρευτικὸς συνάξεις ἀπὸ ἀνθρώπους μολυσμένους μὲ ἅλματα ἀνθρώπων ἢ εἰδωλολατρικῶν θυσιῶν. Τῶν ἀσεβῶν τούτων καὶ τῶν μισητῶν θεῶν των τὰ ὀνόματα δὲν θὰ τὰ ἐνθυμηθῶ οὐδὲ θὰ τὰ ἀναφέρω μὲ τὰ χείλη μου.
5 Κύριος μερὶς τῆς κληρονομίας μου καὶ τοῦ ποτηρίου μου· σὺ εἶ ὁ ἀποκαθιστῶν τὴν κληρονομίαν μου ἐμοί.5 Ο Κυριος είναι δι' εμέ το πολύτιμον μερίδιον της κληρονομίας μου. Το ποτήριον, από το οποίον πίνω την γλυκείαν χαράν. Συ, Κυριε, είσαι εκείνος, ο οποίος θα με αποκαταστήσης και θα με επαναφέρης χαίροντα εις την ποθητήν πατρίδα.5 Οὐδὲ ἐγὼ θὰ συγκαταλεχθῶ μὲ αὐτούς. Ὁ Κύριος εἶναι τὸ μερίδιον τῆς πολυτίμου κληρονομίας, ποὺ μοῦ ἔλαχεν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς πατέρας μου παρέλαβον· αὐτὸς εἶναι τὸ γλυκύτατον πνευματικὸν περιεχόμενον τοῦ ποτηρίου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πίνω καὶ τὸ ὁποῖον εὐφραίνει καὶ ἰκανοποιεῖ πλήρως τὴν ψυχήν μου. Σὺ εἶσαι, ὁ ὁποῖος θὰ μὲ καταστήσῃς εὐτυχῆ εἰς τὴν κληρονομίαν μου καὶ θὰ μὲ ἐπαναφέρῃς εἰς τὴν ποθητὴν καὶ αἰωνίαν πατρίδα.
6 σχοινία ἐπέπεσέ μοι ἐν τοῖς κρατίστοις· καὶ γὰρ ἡ κληρονομία μου κρατίστη μοί ἐστιν.6 Και το μερίδιον, που μου έτυχε σαν να εμετρήθη με ακριβείς μετροταινίας, είναι άπυ τα πλέον καλά. Πράγματι η κληρονομία μου είναι αρίστη.6 Ὡς διὰ γεωμετρικῶν σχοινίων μετρηθὲν μοῦ ἔλαχε μερίδιον ἀπὸ τὰ πλέον καλύτερα. Πράγματι δὲ ἡ κληρονομία μου εἶναι ἑξαιρετικῶς λαμπρά. Διότι τί ἄλλο ὑπάρχει καλύτερον ἀπὸ τὴν Σιὼν καὶ τί πολυτιμότερον ἀπὸ τὴν θρησκείαν, ποὺ ἐκληρονόμησα ἀπὸ τοὺς πατέρας μου;
7 εὐλογήσω τὸν Κύριον τὸν συνετίσαντά με· ἔτι δὲ καὶ ἕως νυκτὸς ἐπαίδευσάν με οἱ νεφροί μου.7 Κατά το διάστημα της ημέρας θα δοξολογήσω και θα υμνήσω τον Κυριον, ο οποίος μου εχάρισε σύνεσιν. Αλλά και κατά το διάστημα της νυκτός η φωνή της συνειδήσεώς μου και οι πόθοι της καρδίας μου με παιδαγωγούν προς τον Κυριον, ώστε αυτόν να θεωρώ πλούτον και στήριγμά μου.7 Θὰ δοξολογήσω καὶ θὰ ὑμνήσω τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐνέπνευσε τὸ συνετὸν φρόνημα νὰ θεωρῶ αὐτὸν πολύτιμον κληρονομίαν μου καὶ εἰς αὐτὸν νὰ στηρίξω τὴν εὐτυχίαν μου. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐσωτερικοὶ τῆς συνειδήσεώς μου νυγμοὶ καὶ αἱ συναισθηματικοὶ κινήσεις τῆς καρδίας μου μὲ συμβουλεύουν καὶ μὲ παιδαγωγοῦν κατὰ τὴν ἡσυχίαν τῆς νυκτὸς τὸν Κύριον νὰ θεωρῶ πλοῦτον μου καὶ στήριγμά μου.
8 προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ.8 Ημέραν και νύκτα έβλεπα και βλέπω τον Κυριον μου πάντοτε εμπρός μου. Τον βλέπω ότι είναι εις τα δεξιά μου, έτοιμος να με προστατεύση, δια να μη ταραχθώ από οιονδήποτε φόβον η κίνδυνον.8 Βλέπω τὸν Κύριον πάντοτε ἐμπρός μου· συναισθάνομαι τὴν πρόνοιαν του διὰ παντός· τὸν βλέπω ὅτι εἶναι εἰς τὰ δεξιά μου ἕτοιμος νὰ μὲ προστατεύσῃ διὰ νὰ μὴ ταραχθῶ καὶ κλονισθῶ ἀπὸ φόβον ἢ κίνδυνον οἰονδήποτε.
9 διὰ τοῦτο ηὐφράνθη ἡ καρδία μου, καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσά μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ᾿ ἐλπίδι,9 Δια τούτο ακριβώς και ευφράνθη η καρδία μου, η δε γλώσσα μου ελάλησε λόγους αγαλλιάσεως, ακόμη δε και το σώμα μου, όταν αποθάνω, θα αποτεθή στον τάφον με την ελπίδα της αναστάσεως.9 Διότι δὲ τὸν αἰσθάνομαι βοηθὸν καὶ προστάτην εἰς τὸ πλευράν μου, δι' αὐτὸ εὐφράνθη ἡ καρδία μου καὶ ἡ γλῶσσα μου μεγάλης χαρᾶς ἐλάλησε λόγους, ἀκόμη δὲ καὶ τὸ σῶμα μου, ὅταν θὰ ἀποθάνω, θὰ ἀποτεθῇ εἰς τὸν τάφον μὲ ἐλπίδα σὰν εἰς σκηνὴν ἀναπαύσεως.
10 ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν.10 Διότι συ ο Θεός μου δεν θα εγκαταλείψης την ψυχήν μου στον άδην, ώστε να φυλακισθή δια παντός εις αυτόν, ούτε θα επιτρέψης, εγώ αφωσιωμένος εις σε να δοκιμάσω την φθοράν και αποσύνθεσιν του τάφου. Θα με αναστήσης.10 Διότι δὲν θὰ ἐγκαταλείψῃς τὴν ψυχήν μου εἰς τὸν Ἅδην, ὥστε νὰ ἐγκλεισθῇ ἐν αὐτῷ διὰ παντός, οὔτε θὰ ἐπιτρέψῃς ὁ ἀφωσιωμένος εἰς σὲ νὰ δοκιμάσῃ τοῦ τάφου τὴν φθορὰν καὶ ἀποσύνθεσιν.
11 ἐγνώρισάς μοι ὁδοὺς ζωῆς· πληρώσεις με εὐφροσύνης μετὰ τοῦ προσώπου σου, τερπνότητες ἐν τῇ δεξιᾷ σου εἰς τέλος.11 Εκαμες γνωστούς εις εμέ τους δρόμους και τους τρόπους της μακαρίας και ευλογημένης ζωής. Θα με χόρτασης χαράν και αγαλλίασιν, όταν με αξιώσης να ίδω το ένδοξον πρόσωπόν σου· εις την παντοδύναμον και πανάγαθον δεξιάν σου υπάρχουν πάντοτε δια τους εκλεκτούς σου, Κυριε, τέλειαι και ατελείωτοι τέρψεις και χαραί.11 Μοῦ ἐγνωστοποίησες δρόμους καὶ τρόπους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὸν τάφον ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ μακαρίαν ζωήν. Θὰ μὲ χορτάσῃς εὐφροσύνην, ὅταν ἴδω καὶ ἀπολαύσω τὸ πρόσωπόν σου. Εἰς τὴν δεξιάν σου ὑπάρχουν διὰ τοὺς ἐκλεκτούς σου τερπνότητες τέλειαι καὶ πλήρως ἰκανοποιοῦσαι τὰς ψυχάς των.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΙΣΤ'🔸
                            (16)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Προσευχὴ τοῦ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 17) ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ, Κύριε, τῆς δικαιοσύνης μου, πρόσχες τῇ δεήσει μου, ἐνώτισαι τὴν προσευχήν μου οὐκ ἐν χείλεσι δολίοις.1 (Μασ. 17) Καμε δεκτήν, Κυριε, την δικαίαν αίτησιν της προσευχής μου· δώσε προσοχήν εις την δέησίν μου, με ώτα ευμενή άκουσε την προσευχήν μου, την οποίαν εγώ τώρα απευθύνω προς σε με χείλη άδολα και ειλικρινή.1 Εἰσάκουσον, Κύριε, τὸ δίκαιον αἴτημά μου. Εὐδόκησον να προσέξῃς τὴν παράκλησιν καὶ ἱκεσίαν μου. Ἄκουσον μὲ ὦτα εὐμενῆ τὴν προσευχήν, τὴν ὁποίαν σοῦ ἀπευθύνω μὲ χείλη εἰλικρινῆ καὶ ἐλεύθερα ἀπὸ δόλον.
2 ἐκ προσώπου σου τὸ κρῖμά μου ἐξέλθοι, οἱ ὀφθαλμοί μου ἰδέτωσαν εὐθύτητας.2 Από σε προσωπικώς ποθώ και παρακαλώ να εκδοθή η δικαία απόφασις υπέρ εμού και έτσι τα μάτιά μου να ιδούν την επικράτησιν των δικαίων αποφάσεών σου.2 Ἡ περὶ ἑμοῦ κρίσις καὶ ἀπόφασις ἂς ἐξέλθῃ καὶ ἂς ἐκδοθῇ αὐτοπροσώπως ἀπὸ σέ, ποὺ κρίνεις δικαίως καὶ εὐθέως. Οἱ ὄψθαλμοί μου, οἱ ὁποῖοι ματαίως ἀναζητοῦν τὸ δίκαιον καὶ ὀρθὸν ἐπὶ τῆς γῆς, ἂς ἴδουν τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἀπροσωπολήπτων καὶ δικαίων ἀποφάσεών σου.
3 ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία.3 Εξήτασας τα βάθη της καρδίας μου, όταν με επεσκέφθης κατά τας νυκτερινάς ώρας της αυτοεξετάσεώς μου. Ωσάν χρυσόν στο χωνευτήριον με υπέβαλες στο πυρ των δοκιμασιών και εις όλα αυτά δεν ευρέθη μέσα μου καμμία αδικία εναντίον ουδενός.3 Ἐρεύνησες καὶ ἐξήτασες τὰ βάθη τῆς καρδίας μου. Μὲ ἐπεσκέφθης κατὰ τὴν νύκτα, ὅτε καταμόνος καὶ ἐν ἡσυχίᾳ συνεκέντρωνα τὸν νοῦν εἰς τὰς ἀδικίας καὶ τὰς ἐπιβουλὰς τῶν ἐχθρῶν μου καὶ εἰς τὸν σάλον τῶν περιπετειῶν καὶ κινδύνων μου. Μὲ ἀφῆκες εἰς τὸ πῦρ τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν βασανιστικῶν τούτων σκέψεων ὡς εἰς ἄλλο χωνευτήριον νὰ δοκιμασθῶ, καὶ δὲν εὑρέθη μέσα μου σκέψις ἄδικος καὶ ἐμπαθής.
4 ὅπως ἂν μὴ λαλήσῃ τὸ στόμα μου τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων, διὰ τοὺς λόγους τῶν χειλέων σου ἐγὼ ἐφύλαξα ὁδοὺς σκληράς.4 Δια να μη λαλή το στόμα μου τίποτε σχετικόν με τα πονηρά έργα των ανθρώπων και δια να τηρώ τους λόγους και τα παραγγέλματα του στόματός σου, Κυριε, εγώ εβάδισα τας δυσκόλους και πλήρεις ταλαιπωρίας οδούς του θείου σου θελήματος.4 Ἐπὶ τῷ σκοπῷ δὲ τοῦ να μὴ δοκιμάσω διὰ τοῦ στόματός μου τὰ πονηρὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ νὰ συμμορφοῦμαι πρὸς τοὺς λόγους καὶ τὰ παραγγέλματα τῶν χειλέων σου, Κύριε, ἐγὼ ἐφύλαξα τὰς δυσκόλους καὶ τραχείας ὁδοὺς τοῦ καθήκοντος.
5 κατάρτισαι τὰ διαβήματά μου ἐν ταῖς τρίβοις σου, ἵνα μὴ σαλευθῶσι τὰ διαβήματά μου.5 Καθοδήγησε και προσάρμοσε πλήρως τα βήματα της ζωής μου στους δρόμους των εντολών σου, δια να μη κλονισθούν ποτέ αι πορείαι μου.5 Συμμόρφωσε πλήρως τὸν βίον μου καὶ τὴν διαγωγήν μου, ὥστε νὰ βαδίζω πάντοτε εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν ἐντολῶν σου, διὰ νὰ μὴ κλονισθοῦν ποτὲ οἱ πόδες μου καὶ ὀλισθήσω μακρὰν τοῦ θελήματός σου.
6 ἐγὼ ἐκέκραξα, ὅτι ἐπήκουσάς μου, ὁ Θεός· κλῖνον τὸ οὖς σου ἐμοὶ καὶ εἰσάκουσον τῶν ῥημάτων μου.6 Εγώ φωνάζω τώρα προς σε, Κυριε, διότι είμαι βέβαιος ότι με έχεις ακούσει και με ακούεις. Κλίνε, λοιπόν, το αυτί σου ευμενές εις την φωνήν μου και άκουσε τα λόγια των προσευχών μου.6 Ἐγὼ μὲ πόθον πολὺν καὶ πίστιν ἀκλόνητον ἐφώναζα καὶ σὲ ἐπεκαλέσθην, διότι πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν ἑπήκουσας, ὦ Θεέ, τὴν προσευχήν μου. Σκύψε ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ τὸ οὖς σου πρὸς ἐμὲ καὶ ἄκουσε τοὺς λόγους τῆς δεήσεώς μου, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς σου ἀναπέμπω.
7 θαυμάστωσον τὰ ἐλέη σου, ὁ σῴζων τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σὲ ἐκ τῶν ἀνθεστηκότων τῇ δεξιᾷ σου.7 Φανέρωσέ μου κατά ένα τρόπον θαυμαστόν το έλεός σου προς εμέ, συ ο οποίος τους ελπίζοντας εις σε τους σώζεις από τους εχθρούς σου, από εκείνους οι οποίοι αντιτάσσονται εις την παντοδύναμον δεξιάν σου.7 Φανέρωσε κατὰ τρόπον θαυμαστὸν τὰ ἐλέη σου καὶ πάλιν, σὺ ποὺ πάντοτε σώζεις τοὺς ἐλπίζοντας εἰς σὲ ἀπὸ τὰς ἐπιβουλὰς καὶ τὰς καταδιώξεις τῶν ἀνθισταμένων εἰς τὴν πανίσχυρον δεξιάν σου.
8 φύλαξόν με ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ· ἐν σκέπῃ τῶν πτερύγων σου σκεπάσεις με8 Φυλαξέ με ως κόρην οφθαλμού, σκέπασέ με κάτω από την ακατανίκητον προστασίαν των πτερύγων σου, όπως η όρνις σκεπάζει τους νεοσσούς της.8 Προφύλαξέ με σὰν κόρην ὀφθαλμοῦ· περιφρούρησέ με, ὅπως οἱ ἄνθρωποι φυλάττουν τὰ μάτια των ἢ ὅ,τι προσφιλὲς καὶ πολύτιμον ἔχουν. Σκέπασέ με ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς κραταιᾶς σου δυνάμεως καὶ προστασίας, ὅπως σκεπάζει ἡ ὄρνιθα τὰ μικρὰ πουλιά της, κρύπτουσα αὐτὰ ἀπὸ τὸν προσεγγίζοντα ἐπίβουλον τῆς ζωῆς των.
9 ἀπὸ προσώπου ἀσεβῶν τῶν ταλαιπωρησάντων με. οἱ ἐχθροί μου τὴν ψυχήν μου περιέσχον·9 Διαφύλαξέ με από τους ασεβείς ανθρώπους, οι οποίοι έως τώρα με έχουν ταλαιπωρήσει. Αυτοί οι εχθροί μου, Κυριε, με περιεκύκλωσαν από όλα τα σημεία και απειλούν την ζωήν μου.9 Οὕτω καὶ σύ, Κύριε, προστάτευσέ με ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἀσεβῶν, ποὺ μὲ ἐταλαιπώρησαν καὶ μὲ ἐβασάνισαν. Ἰδοὺ οἱ ἐχθροί μου μὲ ἐκύκλωσαν δι' ἐπιβουλῶν καὶ ἐνεδρῶν, τὰς ὁποίας μοῦ ἔχουν στήσει παντοῦ ὅπου καὶ ἂν στραφῶ.
10 τὸ στέαρ αὐτῶν συνέκλεισαν, τὸ στόμα αὐτῶν ἐλάλησεν ὑπερηφανίαν.10 Εκλεισαν τελείως τα σπλάγχνα των και έγινε σκληρά η καρδία των ανθρώπων αυτών απέναντί μου. Το στόμα αυτών ελάλησε λόγους αλαζονικούς και θρασείς εναντίον μου.10 Ἐκλείσθη ἀπὸ πάχος ἀναισθησίας ὁλόκληρος ἡ καρδία των καὶ ἐγένετο σκληρά. Τὸ στόμα των ἐλάλησε λόγους θρασεῖς καὶ ὑπερηφάνους.
11 ἐκβαλόντες με νυνὶ περιεκύκλωσάν με, τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἔθεντο ἐκκλῖναι ἐν τῇ γῇ.11 Αφού με έβγαλαν έξω και με εδίωξαν από την πατρίδα μου, με περιεκύκλωσαν με μοχθηρίαν και έστρεψαν ολόγυρά των τα βλέμματά των με φονικήν διάθεσιν εναντίον μου πως θα με ξαπλώσουν νεκρόν κάτω εις την γην.11 Ἀφοῦ μὲ ἔβγαλαν ἔξω καὶ μὲ ἀπεδίωξαν ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ τὸν οἶκον μου, μὲ περιεκύκλωσαν. Πρὸς ἓν καὶ μόνον σημεῖον ἔστρεψαν τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ ὅλην τῶν τὴν προσοχήν, πῶς να μὲ ἑξαπλώσουν κατὰ γῆς καὶ ἐντὸς αὐτῆς να μὲ θάψουν.
12 ὑπέλαβόν με ὡσεὶ λέων ἕτοιμος εἰς θήραν καὶ ὡσεὶ σκύμνος οἰκῶν ἐν ἀποκρύφοις.12 Με εθεώρησαν και με αντίκρυσαν, όπως ο λέων αντικρύζει το θύμα του και είναι έτοιμος να επιτεθή εναντίον του θηράματός του· σαν νεαρό ορμητικό ληοντάρι, που ενεδρεύει εις αποκρύφους τόπους, δια να συλλάβη την λείαν του.12 Μὲ ἐξέλαβον ὡς λείαν καὶ ὡς θήραμα· μὲ ἀντίκρυσαν σὰν λέων ἐτοιμασμένος διὰ νὰ ἐφορμήσῃ πρὸς σύλληψιν τοῦ θηράματός του καὶ σὰν μικρὸν λεοντάριον ποὺ δὲν ἠσκήθη εἰς τὸ κυνήγιον καὶ δὲν ἐθάρρευσεν ἀκόμη, δι' αὐτὸ δὲ κρύπτεται καὶ παραμονεύει, προκειμένου νὰ ἁρπάσῃ ἀσφαλῶς τὴν λείαν του.
13 ἀνάστηθι, Κύριε, πρόφθασον αὐτοὺς καὶ ὑποσκέλισον αὐτούς, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ ἀσεβοῦς, ρομφαίαν σου ἀπὸ ἐχθρῶν τῆς χειρός σου.13 Σηκω επάνω, Κυριε, και πρόφθασέ τους, πριν με θανατώσουν. Βαλε τους τρικλοποδιά, ρίξε τους κάτω στο χώμα και γλύτωσε την ζωήν μου από τον ασεβή αρχηγόν των, τον Σαούλ. Παρε στο χέρι σου την ρομφαίαν εναντίον των εχθρών, που ανθίστανται εις σέ.13 Ἀρκετὰ ἐμακροθύμησας, Κύριε σήκω ἐπάνω καὶ κατάφθασέ τους προτοῦ μὲ θανατώσουν· πεδίκλωσε τους καὶ ἀνάτρεψέ τους. Γλύτωσε ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ τὴν ψυχήν μου. Γλύτωσέ την ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, διότι αὐτὴ εἶναι ρομφαῖα καὶ ὅπλον τῆς χειρός σου, ἀντιτασσομένη διὰ τῆς βοηθείας σου κατὰ παντὸς ἀσεβοῦς καὶ μισοῦντος τὸν νόμον σου.
14 Κύριε, ἀπὸ ὀλίγων ἀπὸ γῆς διαμέρισον αὐτοὺς ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν, καὶ τῶν κεκρυμμένων σου ἐπλήσθη ἡ γαστὴρ αὐτῶν, ἐχορτάσθησαν υἱῶν (* Αλλη γραφή· ὑείων), καὶ ἀφῆκαν τὰ κατάλοιπα τοῖς νηπίοις αὐτῶν.14 Ω, Κυριε, από τους ολίγους ευσεβείς ξεχώρισε και απομάκρυνε το πλήθος των ασεβών. Διασκόρπισέ τους εις την γην, ενώ ευρίσκονται ακόμη εις την παρούσαν ζωήν. Υλόφρονες και λαίμαργοι, καθώς είναι, εγέμισαν την κοιλίαν των δε όσα αγαθά, συ έχεις αποκρύψει εις τα βάθη της γης και της θαλάσσης. Εχόρτασαν από χριρινά απαγορευμένα κρέατα και αφού οι ίδιοι έφαγαν και έπιαν και εχρρτάσθησαν, αφήκαν τα υπολείμματα του συμποσίου των εις τα νήπιά των.14 Ὦ Κύριε, χώρισε τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβῶν ἀπὸ τοὺς ὀλίγους ἐκλεκτούς σου. Ἀποχώρισε αὐτοὺς ἀπὸ τὴν γῆν, ἤδη ἀπὸ τῆς παρούσης τῶν ζωῆς. Δὲν ἀπήλαυσαν μόνον τὰ κοινὰ ἀγαθά, μὲ τὰ ὁποῖα τρέφονται ὅλοι. Ἀλλ’ ἐγέμισεν ἡ κοιλία των καὶ μὲ ὅσα ἔχεις ἀποκρύψει εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης, τῶν ὁποίων τοὺς θησαυροὺς ἐξέχωσαν καὶ ἀνείλκυσαν. Ἀπέκτησαν ἀπογόνους πολλοὺς καὶ ἐχόρτασαν τὰ μάτια των ἀπὸ τὸ νὰ βλέπουν πλῆθος υἱῶν (Ὑπάρχει καὶ ἡ διάφορος γραφή: <ὑείων> = <χοιρινῶν κρεάτων>, ἅτινα κατὰ τὸν νόμον ἀπηγορεύοντο ὡς ἀκάθαρτα καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τρώγωνται). Καὶ ἀφοῦ οἱ ἴδιοι ἔφαγον καὶ ἔπιον καὶ ἐθησαύρισαν, ἀφῆκαν τὰ ὑπολείμματα τοῦ πλούτου των εἰς τὰ νήπιά των.
15 ἐγὼ δὲ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ σου, χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου.15 Εγώ όμως θα εργασθώ την αρετήν και με αυτήν θα αξιωθώ της χαράς να ίδω το πρόσωπόν σου, θα χορτάση η ψυχή μου, όταν θα βλέπω, Κυριε, την δόξαν σου.15 Ἰδικός μου ὅμως πλοῦτος εἶναι ἡ ἀρετή. Καὶ μὲ αὐτὴν θὰ παρουσιασθῶ καὶ θὰ ἐμψανισθῶ ἐμπρός σου, θὰ χορτασθῶ δὲ τότε, ὅταν ἀπαύστως θὰ βλέπω καὶ ἀκορέστως θὰ ἀπολαμβάνω τὴν δόξαν τοῦ θείου προσώπου σου.

 

                              🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα,

δόξα Σοι, ὁ Θεός (γ')

Κύριε, ἐλέησον (γ')

Δόξα ... Καὶ νῦν ...


Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                              🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
              🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 3🔹« 17 ~ 23 »



             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός ΙΖ'🔸
                              (17)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· τῷ παιδὶ Κυρίου τῷ Δαυΐδ, ἃ ἐλάλησεν τῷ Κυρίῳ τοὺς λόγους τῆς ᾠδῆς ταύτης ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐῤῥύσατο αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ χειρὸς πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ καὶ ἐκ χειρὸς Σαούλ,11
2 (Μασ. 18) καὶ εἶπεν· - Ἀγαπήσω σε, Κύριε, ἡ ἰσχύς μου.2 (Μασ. 18) Παντοτε θα σε αγαπώ, Κυριε, σέ, ο οποίος είσαι η ακατανίκητος ισχύς μου.2 Σὲ ἀγαπῶ καὶ θὰ σὲ ἀγαπῶ ὁλονὲν περισσότερον. Κύριε, Σέ, ὁ ὁποῖος εἶσαι ἡ ἀκαταγώνιστος δύναμις καὶ ἐνίσχυσίς μου.
3 Κύριος στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου καὶ ρύστης μου. ῾Ο Θεός μου βοηθός μου, ἐλπιῶ ἐπ᾿ αὐτόν, ὑπερασπιστής μου καὶ κέρας σωτηρίας μου καὶ ἀντιλήπτωρ μου.3 Ο Κυριος είναι το ασάλευτον θεμέλιον, επί του οποίου ακλόνητος έχω στερεωθή. Είναι το οχυρόν καταφύγιόν μου και ο σωτήρ μου. Ο Θεός είναι ο βοηθός μου και εις αυτόν εγώ θα ελπίζω πάντοτε. Αυτός είναι ο υπερασπιστής μου, η ισχυρά δύναμις, η οποία, ως ακατανίκητος παράταξις, εξασφαλίζει την σωτηρίαν μου. Αυτός είναι ο ταχύς προστάτης μου εις κάθε περίστασιν.3 Ὁ Κύριος εἶναι ἡ ἀσάλευτος πέτρα, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀκλονήτως ἐστερεώθην, καὶ τὸ ὀχυρὸν καταφύγιόν μου καὶ ὁ ἐλευθερωτής μου. Ὁ Θεὸς εἶναι βοηθός μου καὶ θὰ ἐλπίζω πάντοτε εἰς αὐτόν· Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπερασπιστής μου καὶ ἡ ἰσχυρὰ δύναμις, ἡ ὁποία ὡς ἄλλο κέρας ἑξασφαλίζει τὴν σωτηρίαν μου. Αὐτὸς μὲ προστατεύει καὶ τρέχει εἰς ἀντίληψίν μου.
4 αἰνῶν ἐπικαλέσομαι τὸν Κύριον καὶ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου σωθήσομαι.4 Με ύμνους δοξολογίας και ευχαριστίας θα ζητήσω εις βοηθειάν μου τον Κυριον, και με την προστασίαν του θα σωθώ από τους εχθρούς μου.4 Δι' αὐτὸ μὲ ὕμνους εὐχαριστιῶν καὶ δοξολογίας θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν Κύριον, ὅταν θὰ κινδυνεύω, καὶ ἀσφαλῶς θὰ σωθῶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου.
5 περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με.5 Ωσάν αφόρητοι πόνοι τοκετού με περιέσφιξαν κίνδυνοι θανάτου, τους οποίους παράνομοι άνθρωποι εξαπέλυσαν, ωσάν ορμητικούς χειμάρρους, εναντίον μου και με συνεκλόνισαν.5 Μὲ εἶχαν κυκλώσει οἱ πόνοι καὶ ἡ ἀγωνία τοῦ θανάτου, κίνδυνοι δέ, τοὺς ὁποίους ἄνθρωποι ἄνομοι καὶ πονηροὶ ἐξαπέλυσαν σὰν ὁρμητικοὺς χειμάρρους κατ’ ἐμοῦ, μὲ ἔρριψαν εἰς ταραχὴν μεγάλην.
6 ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου.6 Συνταρακτικαί και θανάσιμοι αγωνίαι άδου με έχουν περικυκλώσει, με επρόφθασαν παγίδες, αι οποίαι έκρυπτον τον θάνατον.6 Μὲ περιεκύκλωσαν φόβοι καὶ συνταρακτικαὶ ἀγωνίαι ἐκ τοῦ κινδύνου, ποὺ διέτρεξα νὰ μὲ καταπίῃ ὁ Ἅδης καὶ μὲ ἐπρόφθασαν παγίδες, ποὺ ἐνέκρυπτον τὸν θάνατον, καὶ ἐκινδύνευσα νὰ πιασθῶ εἰς αὐτάς.
7 καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν Κύριον καὶ πρὸς τὸν Θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ.7 Αλλά εν μέσω της μεγάλης αυτής οδύνης μου επεκαλέσθην δια της προσευχής τον Κυριον και με κραυγήν μεγάλην εφώναξα προς τον Θεόν. Ο δε Θεός ήκουσε την φωνήν μου από την εις ουρανούς κατοικίαν του και η κραυγή της αγωνίας μου έφθασεν ενώπιόν του, εισήλθεν εις τα ώτα του.7 Καὶ ἐν μέσῳ τῆς μεγάλης θλίψεώς μου ἐπεκαλέσθην τὸν Κύριον καὶ μὲ πόθον πολὺν ἐφώναξα πρὸς τὸν Θεόν μου ἤκουσε τὴν φωνήν μου ἀπὸ τὴν ἐν οὐρανοῖς ἁγίαν κατοικίαν του καὶ ἡ γοερὰ κραυγή μου ἔφθασεν ἐνώπιόν του καὶ εἰσῆλθεν εἷς τὰ ὦτα αὐτοῦ.
8 καὶ ἐσαλεύθη καὶ ἔντρομος ἐγενήθη ἡ γῆ, καὶ τὰ θεμέλια τῶν ὀρέων ἐταράχθησαν καὶ ἐσαλεύθησαν, ὅτι ὠργίσθη αὐτοῖς ὁ Θεός.8 Ηλθεν εις βοήθειάν μου. Εσείσθη και ήρχισε να τρέμη ολόκληρος η γη, τα θεμέλια των ορέων συνεταράχθησαν και εκλονίσθησαν διότι ωργίσθη εναντίον αυτών ο Θεός.8 Καὶ μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως εἶδον τὴν ἀθέατον εἰς τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμοὺς εἰκόνα τῆς καταβάσεως καὶ παρουσίας του. Ἐσείσθη καὶ ἤρχισε νὰ τρέμη ὁλόκληρος ἡ γῆ καὶ τὰ βουνὰ συνεταράχθησαν ἐκ θεμελίων. Διότι ὠργίσθη κατ’ αὐτῶν ὁ Θεός.
9 ἀνέβη καπνὸς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ καὶ πῦρ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καταφλεγήσεται, ἄνθρακες ἀνήφθησαν ἀπ᾿ αὐτοῦ.9 Ως καπνός ηφαιστείου ανέβη υψηλά ο θυμός του, φωτιάν και λάβαν ηφαιστείου ήναψεν η παρουσία του και εις αναμμένα κάρβουνα μετεβλήθησαν όλα τα γύρω από αυτόν.9 Ἐσηκώθη ὑψηλὰ καπνὸς ἀπὸ τὴν ὀργήν του καὶ θὰ φουντώσῃ πῦρ καταστρεπτικὸν εὐθὺς ὡς ἐμφανισθῇ τὸ πρόσωπόν του, εἰς ἀναμμένα κάρβουνα μετεβλήθησαν ὅλα ἐνώπιόν του, θὰ κατακαῇ κάθε τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιπέσῃ ἡ τιμωρὸς ὀργή του.
10 καὶ ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη, καὶ γνόφος ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ.10 Εχαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβη εις την γην. Μαύρον σκοτεινόν νέφος απλώνεται κάτω από τους πόδας του.10 Καὶ ἐχαμήλωσε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβη καὶ σκοτεινὸν σύννεφον ἀπλώνεται κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας του, διότι μυστηριώδης, ἀνεξερεύνητος καὶ ἀκατάληπτος εἶναι ἡ φύσις του.
11 καὶ ἐπέβη ἐπὶ Χερουβὶμ καὶ ἐπετάσθη, ἐπετάσθη ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων.11 Ανέβη και εκάθισεν, ωσάν επάνω εις ουράνιον άρμα, επί των Χερουβίμ και επετούσεν. Επέταξε γρήγορα και έτρεχε, σαν να εφέρετο επί πτερύγων ανέμων.11 Καὶ ὡς βασιλεὺς ἀνέβη καὶ ἐκάθισεν ὡς ἐπὶ ἅρματος οὐρανίου ἐπὶ τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐπέταξεν, ἐπέταξε γρήγορα σὰν νὰ ἐφέρετο ἀπὸ πτερὰ ἀνέμων. Εἶναι ὁ Κύριος τοῦ ὑπερφυσικοῦ καὶ τοῦ φυσικοῦ κόσμου, δι’ αὐτὸ δὲ καὶ διακονεῖται ἀπὸ τὰς οὐρανίους καὶ ἐγκοσμίους δυνάμεις, αἵτινες εὐπειθῶς ὑπείκουν εἰς τὰ κελεύσματά του.
12 καὶ ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ· κύκλῳ αὐτοῦ ἡ σκηνὴ αὐτοῦ, σκοτεινὸν ὕδωρ ἐν νεφέλαις ἀέρων.12 Σκότος ήπλωσεν ολόγυρά του και απέκρυψε το άπειρον μεγαλείον του. Γυρω του ηπλώθη η σκηνή του κατασκευασμένη όχι από υφάσματα και δέρματα, αλλά από σκοτεινά νέφη βροχής, τα οποία μεταφέρονται από τους πνέοντας ανέμους.12 Εἰς σκότος μυστηρίου ἐκρύβη τὸ ἀπροσπέλαστον μεγαλεῖον του. Τριγύρω του ἐξηπλώθη ἡ σκηνή του, ὄχι ἀπὸ ὑφάσματα καὶ δέρματα, ὡς αἱ ἀνθρώπιναι σκηναί, ἀλλ’ ἀπὸ σκοτεινὰ καὶ γεμᾶτα νερὸ σύννεφα, ποὺ ὑψοῦνται μετέωρα εἰς τὸν ἀέρα καὶ μεταφέρονται ἀπὸ τοὺς πνέοντας ἀνέμους.
13 ἀπὸ τῆς τηλαυγήσεως ἐνώπιον αὐτοῦ αἱ νεφέλαι διῆλθον, χάλαζα καὶ ἄνθρακες πυρός.13 Από την απαστράπτουσαν λαμπρότητα της θείας παρουσίας του επερνούσαν τα σύννεφα και εξαπελύθησαν χάλαζα και οι κεραυνοί, αναμμένα κάρβουνα, εναντίον των εχθρών του.13 Ἀπὸ τὴν ἐκτυφλωτικὴν καὶ πανταχοῦ ἀπαστράπτουσαν λαμπρότητα τῆς παρουσίας του ἐπέρασαν κατακόκκινα τὰ σύννεφα καὶ ἑξαπελύθησαν χάλαζα καὶ ἀναμμένα κάρβουνα πρὸς ἑξαφανισμὸν τῶν ἐχθρῶν του.
14 καὶ ἐβρόντησεν ἐξ οὐρανοῦ Κύριος, καὶ ὁ ῞Υψιστος ἔδωκε φωνὴν αὐτοῦ·14 Ο Κυριος έστειλεν από τον ουρανόν τας βροντάς του με τους κεραυνούς του. Ο Υψιστος αφήκε να ακουσθή η τρομερά φωνή του εναντίον των εχθρών του.14 Καὶ ἐβρόντησεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ὁ Κύριος καὶ ὁ Ὕψιστος ἀφῆκε τὴν τρομερὰν φωνήν του.
15 ἐξαπέστειλε βέλη καὶ ἐσκόρπισεν αὐτοὺς καὶ ἀστραπὰς ἐπλήθυνε καὶ συνετάραξεν αὐτούς.15 Εξαπέστειλε τα ιδικά του πύρινα βέλη και τους διεσκόρπισε· πλήθος από αστραπάς και βροντάς και κεραυνούς και τους συνετάραξε.15 Ἐξέπεμψε κατ’ αὐτῶν τὰ βέλη του καὶ τοὺς ἐσκόρπισε· ἐξαπέλυσε κατ’ αὐτῶν πλῆθος ἀστραπῶν καὶ συνετάραξεν ἐν ἀσυγκρατήτῳ πανικῷ τὴν ἄνομον καὶ ἀσεβῆ παράταξίν των.
16 καὶ ὤφθησαν αἱ πηγαὶ τῶν ὑδάτων, καὶ ἀνεκαλύφθη τὰ θεμέλια τῆς οἰκουμένης ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου, Κύριε, ἀπὸ ἐμπνεύσεως πνεύματος ὀργῆς σου.16 Σαν να εστέγνωσαν τα ύδατα της γης, ώστε εφάνησαν αι πηγαί των υδάτων και αι κοίται των ποταμών, οι πυθμένες των ωκεανών και αυτά τα θεμέλια της γης, από τον δριμύν έλεγχόν σου, Κυριε, από μίαν και μόνην πνοήν της συνταρακτικής οργής σου.16 Καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς ὕδατα διὰ μιᾶς ἐξητμίσθησαν, ὥστε ἐφάνησαν οἱ ἀπεξηραμμένοι πυθμένες τῶν πηγῶν των, καὶ ἐξεσκεπάσθησαν τόσον πολύ οἱ βυθοὶ τῶν θαλασσῶν καὶ τῶν ὠκεανῶν, ὥστε γυμνὰ καὶ ξηρὰ ἀνεφάνησαν τὰ θεμέλια τῆς οἰκουμένης ἀπὸ τὴν ἐπιτίμησίν σου, Κύριε, ἀπὸ ἐν καὶ μόνον φύσημα τῆς τρομερὰς ὀργής σου.
17 ἐξαπέστειλεν ἐξ ὕψους καὶ ἔλαβέ με, προσελάβετό με ἐξ ὑδάτων πολλῶν.17 Και εν μέσω της τρομεράς αυτής αναστατώσεως ο Κυριος ήπλωσε το χέρι του από τον ουρανόν, με έπιασε και με έφερε πλησίον του, με ανέσυρεν από τους πολλούς κινδύνους, οι οποίοι σαν πολλά ύδατα απειλούσαν να πνίξουν την ζωήν μου.17 Καὶ ἐν μέσῳ τῆς τρομερᾶς ταύτης καταστροφῆς ἐγὼ διετηρήθην σῶος. Ἔστειλεν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ ἁγίου ὕψους του τὸν ἄγγελόν του καὶ μὲ ἐπῆρε, μὲ ἐπῆρε στοργικῶς καὶ μὲ ἔσωσεν ἀπὸ ὕδατα πολλά, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκινδύνευον νὰ πνιγῶ.
18 ρύσεταί με ἐξ ἐχθρῶν μου δυνατῶν, καὶ ἐκ τῶν μισούντων με, ὅτι ἐστερεώθησαν ὑπὲρ ἐμέ.18 Με εγλύτωσε και θα με γλυτώση ο Κυριος από τους ισχυρούς εχθρούς μου, οι οποίοι με μισούν, οσονδήποτε ισχυρότεροι από εμέ και αν είναι αυτοί.18 Μὲ ἐγλύτωσεν ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες μὲ ἐμίσουν καὶ ἀσφαλῶς θὰ μὲ ἐξώντωναν, διότι εἶχον ἐνισχυθῆ καὶ στερεωθῆ πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἐμέ.
19 προέφθασάν με ἐν ἡμέρᾳ κακώσεώς μου, καὶ ἐγένετο Κύριος ἀντιστήριγμά μου19 Αυτοί με επρόφθασαν αιφνιδίως εις τας πλέον κρισίμους και περιπετειώδεις στιγμάς της ζωής μου, αλλά ο Κυριος υπήρξε το στήριγμά μου και ο υπερασπιστής μου εναντίον αυτών.19 Μὲ ἐπρόφθασαν εἰς ἡμέραν, ποὺ ὑπέφερα πολὺ καὶ οἱ κυκλοῦντες μὲ κίνδυνοι εἶχον καταλήξει εἰς τὸ ἀπροχώρητον, καὶ ὁ Κύριος ἔγινε τὸ κατ’ αὐτῶν στήριγμά μου καὶ ἡ ἀκαταμάχητος προστασία μου.
20 καὶ ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, ρύσεταί με, ὅτι ἠθέλησέ με.20 Από την στενόχωρον θέσιν μου με έβγαλεν εις άνεσιν και αναψυχήν. Με εγλύτωσεν από τους εχθρούς, διότι με ηγάπησεν.20 Καὶ ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν μου μὲ ἐξήγαγεν εἰς πλάτος ἀνακουφίσεως καὶ ἀσφαλείας. Καὶ μὲ ἐγλύτωσε, θὰ μὲ γλυτώσῃ δὲ καὶ εἰς τὸ μέλλον, διότι ὡς εὔσπλαγχνος καὶ ἐλεήμων μὲ ἠγάπησε.
21 καὶ ἀνταποδώσει μοι Κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἀνταποδώσει μοι,21 Ο Κυριος έτσι με αντήμειψε δια την αθωότητά μου. Συμφωνα με την καθαρότητα των χειρών μου ο Κυριος μου ανταπέδωσε και θα μου ανταποδώση αμοιβάς και ευεργεσίας,21 Καὶ θὰ μοῦ ἀνταποδώσῃ ὁ Κύριος σύμφωνα μὲ τὴν πρόθεσιν καὶ τὴν προσπάθειάν μου να πορεύωμαι κατὰ τὸ θέλημά του καὶ νὰ προοδεύω εἰς πᾶσαν ἀρετήν· καὶ σύμφωνα μὲ τὴν διάθεσιν καὶ φροντίδα μου, ὅπως φυλάξω τὰς χεῖρας μου ἁγνὰς καὶ καθαρὰς ἀπὸ πᾶσαν δολιότητα καὶ ἀδικίαν, θὰ μὲ ἀνταμείψῃ ὁ Κύριος.
22 ὅτι ἐφύλαξα τὰς ὁδοὺς Κυρίου καὶ οὐκ ἠσέβησα ἀπὸ τοῦ Θεοῦ μου,22 διότι εγώ εφύλαξα τας εντολάς του Κυρίου, δεν ησέβησα απέναντι του Θεού μου.22 Διότι ἐφύλαξα τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου καὶ δὲν ἠσέβησα ποτὲ εἰς τὸν Θεόν μου.
23 ὅτι πάντα τὰ κρίματα αὐτοῦ ἐνώπιόν μου, καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ οὐκ ἀπέστησαν ἀπ᾿ ἐμοῦ.23 Διότι πάντοτε είχα και έχω προ οφθαλμών τας δικαίας του κρίσεις και ποτέ αι εντολαί του δεν απεμακρύνθησαν από την σκέψιν και την καρδίαν μου.23 Διότι δὲν ἐλησμόνησα ποτέ, ἀλλ' εἶχα πάντοτε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου ὅλας τὰς δικαίας κρίσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ Θεὸς καὶ δι’ ἄτομα καὶ διὰ λαοὺς ὁλοκλήρους, καὶ ὅσα δικαιοῦται ὡς Κύριος καὶ δημιουργός μας νὰ ἀξιοῖ ὅπως φυλάττῃ ὁ καθένας μας, δὲν ἔφυγαν ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν μου καὶ ἀπὸ τὴν καρδίαν μου.
24 καὶ ἔσομαι ἄμωμος μετ᾿ αὐτοῦ καὶ φυλάξομαι ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου.24 Ημην και θα είμαι άμωμος και ειλικρινής απέναντί του και θα προφυλαχθώ από κάθε αμαρτίαν.24 Καὶ ὅπως εἰς τὸ παρελθὸν οὕτω καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶμαι πάντοτε ἄμεμπτος εἰς τὰς μετ’ αὐτοῦ σχέσεις μου· καὶ θὰ προφυλάττωμαι πάντοτε ἀπὸ τὴν ἀνομίαν, ἡ ὁποία λόγῳ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἔγινε πλέον ἰδική μου καὶ δευτέρα φύσις μου.
25 καὶ ἀνταποδώσει μοι Κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ.25 Ο Κυριος θα μου ανταποδώση, σύμφωνα με τον αγώνα μου να ζω κατά το θέλημά του και σύμφωνα με την προσπάθειάν μου να διατηρώ τας χείρας μου αγνάς και καθαράς ενώπιον των οφθαλμών του.25 Καὶ θὰ μοῦ ἀνταποδώσῃ ὁ Κύριος σύμφωνα μὲ τὴν πρόθεσιν καὶ προσπάθειάν μου νὰ πορεύωμαι κατὰ τὸ θέλημά του καὶ νὰ προοδεύω εἰς πᾶσαν ἀρετήν, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν σπουδήν μου ὅπως φυλάξω τὰς χεῖρας μου ἁγνὰς καὶ καθαρὰς ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν του, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν καὶ ἐποπτεύουν τὰ πάντα.
26 μετὰ ὁσίου ὅσιος ἔσῃ, καὶ μετὰ ἀνδρὸς ἀθῴου ἀθῷος ἔσῃ,26 Συ, Κυριε, προς τον αφωσιωμένον εις σε θα φέρεσαι με στοργήν και αγάπην. Προς τον αθώον και ηθικώς άμεμιττον θα δείχνεσαι αθώος και άμεμπτος.26 Ὦ Κύριε, ὅπως συμπεριφέρονται πρὸς σὲ οἱ ἄνθρωποι, τοιοῦτος καὶ σὺ δεικνύεσαι πρὸς αὐτούς. Εἰς τὸν ἀφωσιωμένον εἰς σὲ καὶ τὸν φιλεύσπλαγχνον, ὅσιος καὶ φιλεύσπλαγχνος θὰ παρουσιάζεσαι πάντοτε καὶ σύ. Πρὸς τὸν ἀθῷον καὶ ἠθικῶς ἄμεμπτον, ἀθῷος καὶ ἄμεμπτος θὰ δεικνύεσαι καὶ σύ.
27 καὶ μετὰ ἐκλεκτοῦ ἐκλεκτὸς ἔσῃ καὶ μετὰ στρεβλοῦ διαστρέψεις.27 Με τον εκλεκτόν θα είσαι συ πάντοτε εκλεκτός. Απέναντι όμως του διεστραμμένου ανθρώπου θα αλλάζης τρόπον και θα φαίνεται στρεβλή η ιδική σου ευθεία και δικαία συμπεριφορά.27 Καὶ μὲ τὸν ἐκλεκτὸν ἐκλεκτὸς θὰ εἶσαι πάντοτε καὶ σύ. Καὶ ἀπέναντι τοῦ στρεβλοῦ καὶ διεστραμμένου ἀνθρώπου, ἀνάποδος θὰ ἐμφανισθῇ καὶ ἡ ἰδική σου εὐθεῖα καὶ δικαία ἐν πᾶσι συμπεριφορά.
28 ὅτι σὺ λαὸν ταπεινὸν σώσεις καὶ ὀφθαλμοὺς ὑπερηφάνων ταπεινώσεις.28 Διότι συ τον ταπεινωμένον και το έλεός σου ζητούντα λαόν τον σώζεις και τον ευλογείς πάντοτε. Ενῷ τους αλαζονικούς οφθαλμούς των υπερηφάνων τους αναγκάζεις να χαμηλώσουν κατησχυμμένοι εις την γην.28 Διότι σὺ τὸν τεταπεινωμένον καὶ ἐπικαλούμενον τὴν προστασίαν σου λαόν, τὸν σώζεις καὶ τὸν εὐλογεῖς πάντοτε, ἐνῷ τοὺς ὀφθαλμοὺς ποὺ μὲ ἀγερωχίαν σηκώνουν ὑψηλὰ οἱ ὑπερήφανοι, τοὺς ταπεινώνεις καὶ τοὺς ἑξαναγκάζεις νὰ χαμηλώνουν ἐντροπιασμένοι πρὸς τὴν γῆν.
29 ὅτι σὺ φωτιεῖς λύχνον μου, Κύριε ὁ Θεός μου, φωτιεῖς τὸ σκότος μου.29 Συ, Κυριε, ανεζωογόνησες και θα αναζωογονής τον λύχνον της ζωής μου. Συ, Κυριε ο Θεός μου, έρριψες το φως της χαράς και διέλυσες το σκοτάδι της δυστυχίας μου.29 Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐξακολουθῇς σύ, Κύριε ὁ Θεός μου, νὰ χύνῃς ἔλαιον εὐημερίας καὶ χαρᾶς εἰς τὸν λύχνον τῆς ὑπάρξεώς μου, σὺ θὰ φωτίζῃς καὶ θ’ ἀποδιώκῃς ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς ζωῆς μου τὸ σκότος τῆς συμφορᾶς, τῆς πλάνης καὶ τοῦ θανάτου.
30 ὅτι ἐν σοὶ ῥυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος.30 Με την δύναμίν σου πάντοτε θα σώζωμαι από τους κινδύνους και τους πειρασμούς και με την βοήθειάν σου θα υπερπηδώ κάθε ανυπέρβλητον δια τας ανθρωπίνας δυνάμεις τείχος, κάθε δυσκολίαν.30 Διότι διὰ τῆς βοηθείας σου θὰ γλυτώνω καὶ θὰ ἀπαλλάσσωμαι ἀπὸ οἰονδήποτε πειρασμὸν καὶ μὲ τὴν προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν σοῦ τοῦ Θεοῦ μου θὰ ὑπερπηδῶ κάθε ἐμπόδιον καὶ δυσκολίαν, ποὺ ὡς ἄλλο ἀνυπέρβλητον τεῖχος θὰ παρεμβάλλεται εἰς τὴν πορείαν μου.
31 ὁ Θεός μου, ἄμωμος ἡ ὁδὸς αὐτοῦ, τὰ λόγια Κυρίου πεπυρωμένα, ὑπερασπιστής ἐστι πάντων τῶν ἐλπιζόντων ἐπ᾿ αὐτόν.31 Ο δρόμος και ο τρόπος της ενεργείας του Θεού μου είναι άμεμπτα. Τα λόγια του Κυρίου είναι, πυρ, που φωτίζει και κατακαίει. Είναι υπεραπιστής όλων εκείνων, οι οποίοι ελπίζουν εις αυτόν.31 Τοῦ Θεοῦ μου αἱ μέθοδοι καὶ αἱ οἰκονομίαι εἶναι ἄμεμπτοι αἱ ὑποσχέσεις καὶ αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ Κυρίου ἔχουν δοκιμασθῇ καὶ εὑρέθησαν ὑπὸ τῆς πείρας τῶν γενεῶν πάντοτε ἀληθεύουσαι. Τὸ ὑπεσχέθη καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ὑπερασπιστὴς ὅλων ὅσοι ἐλπίζουν εἰς αὐτόν. Εἶναι δὲ ἡ ὑπεράσπισις καὶ βοήθειά του ἀκαταγώνιστος.
32 ὅτι τίς Θεὸς πλὴν τοῦ Κυρίου, καὶ τίς Θεὸς πλὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν;32 Διότι, ποιός άλλος Θεός είναι αληθινός και πραγματικός εκτός του Κυρίου μας; Και ποιός Θεός είναι τόσον ισχυρός και αγαθός πλην του Θεού μας;32 Διότι ποῖος ἄλλος εἶναι Θεὸς ἐκτὸς τοῦ Κυρίου; Καὶ ποῖος ἄλλος εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ πανίσχυρος ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ μας;
33 ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν καὶ ἔθετο ἄμωμον τὴν ὁδόν μου·33 Αυτός ο αληθινός και παντοδύναμος Θεός με περιέζωσε με μεγάλην και ακατανίκητον δύναμιν, με ανέδειξεν άμεμπτον και καθαρόν στους δρόμους της ζωής μου.33 Ὁ Θεὸς μὲ περιβάλλει τριγύρω ὁλόκληρον ὡς διὰ ζώνης μὲ δύναμιν ἀκαταγώνιστον καὶ αὐτὸς κατέστησεν ἄμεμπτον τὸν δρόμον τῆς ζωῆς μου, ἐλεύθερον ἀπὸ κάθε δυσχέρειαν καὶ σκάνδαλον.
34 καταρτιζόμενος τοὺς πόδας μου ὡσεὶ ἐλάφου καὶ ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἱστῶν με·34 Αυτός κάμνει ευκίνητα τα πόδια μου, τους δίδει την ταχύτητα της ελάφου, ώστε με ευκολίαν να υπερπηδώ κινδύνους και δυσκολίας. Αυτός με ανεβάζει εις τα όρη τα υψηλά, ασφαλή από κάθε απειλήν.34 Αὐτὸς καταρτίζει καὶ ἐνδυναμώνει τοὺς πόδας μου, δίδων εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκινησίαν καὶ ταχύτητα τῆς ἐλάφου, ὥστε εὐχερῶς νὰ ὑπερπηδῶ τοὺς κινδύνους, καὶ αὐτὸς μὲ ἀναβιβάζει εἰς ὅρη ὑψηλὰ καὶ εἰς ἀσφαλεῖς ἀπὸ κάθε ἀπειλὴν τόπους.
35 διδάσκων χεῖράς μου εἰς πόλεμον καὶ ἔθου τόξον χαλκοῦν τοὺς βραχίονάς μου·35 Αυτός γυμνάζει και διδάσκει τα χέρια μου, να πολεμούν νικηφόρως. Κατέστησε τους βραχίονάς μου ευκινήτους και ισχυρούς ωσάν χάλκινον τόξον.35 Αὐτὸς γυμνάζει καὶ ἀσκεῖ τὰς χεῖρας μου νὰ πολεμοῦν νικηφόρως καὶ κατέστησε τοὺς βραχίονάς μου δυνατοὺς καὶ ἀθραύστους ὡς νὰ ἦσαν τόξον χαλκοῦν εὐλύγιστον καὶ ἀσύντριπτον.
36 καὶ ἔδωκάς μοι ὑπερασπισμὸν σωτηρίας, καὶ ἡ δεξιά σου ἀντελάβετό μου, καὶ ἡ παιδεία σου ἀνώρθωσέ με εἰς τέλος, καὶ ἡ παιδεία σου αὐτή με διδάξει.36 Συ, Κυριε, ηυδόκησες να με υπερασπίσης απέναντι των εχθρών μου και να μου χαρίσης την σωτηρίαν. Η προστατευτική δεξιά σου με υπεβάστασε, η πατρική σου παιδαγωγία και καθοδήγησις με ανώρθωσε τελείως. Αυτή η παιδαγωγία σου, Κυριε, θα εξακολουθή να με διδάσκη.36 Καὶ ηὐδόκησας, Κύριε, νὰ μὲ ὑπερασπίσῃς ὁπλίζων με δι' ἀσπίδος σωτηρίας. Καὶ ἡ δεξιά σου μὲ ὑπεβάστασε καὶ μὲ ἐκράτησε ἀπὸ τὴν χεῖρα, καὶ ἡ πατρικὴ παιδαγωγία καὶ καθοδήγησίς σου μὲ συμβουλὰς ἢ καὶ τιμωρίας μὲ ἐσήκωσεν ὄρθιον καὶ μὲ διώρθωσε τελείως. Καὶ ἡ παιδεία σου αὐτὴ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ μὲ διδάσκῃ.
37 ἐπλάτυνας τὰ διαβήματά μου ὑποκάτω μου, καὶ οὐκ ἠσθένησαν τὰ ἴχνη μου.37 Ανοιξες δρόμους πλατείς και ασφαλείς εις την πορείαν της ζωής μου, Κυριε, και δεν εκουράσθησαν ούτε εξησθένησαν τα πέλματά μου.37 Σὺ ἀπεμάκρυνας τὰς παγίδας καὶ τὰ σκάνδαλα ποὺ μοῦ ἐπροκάλουν στενοχωρίας καὶ κινδύνους καὶ οὕτω κατέστησας εὐρυχώρους καὶ πλατεῖς κάτωθι τῶν ποδῶν μου τοὺς τόπους τῶν περασμάτων μου, καὶ δὲν ἐκουράσθησαν οὐδὲ ἐξησθένησαν τὰ πέλματά μου.
38 καταδιώξω τοὺς ἐχθρούς μου καὶ καταλήψομαι αὐτοὺς καὶ οὐκ ἀποστραφήσομαι, ἕως ἂν ἐκλίπωσιν·38 Κατεδίωξα τους εχθρούς μου και τους κατέφθασα, ενώ έφευγαν πανικόβλητοι, και δεν εγύρισα οπίσω, μέχρις ότου εκείνοι εξωντώθησαν και εξέλιπον.38 Κατεδίωξα τοὺς ἐχθρούς μου καὶ τοὺς κατέφθασα φεύγοντας ἐν πανικῷ καὶ δὲν ἔστρεψα ὀπίσω ἕως ὅτου ἐξωντώθησαν καὶ ἐξέλιπον.
39 ἐκθλίψω αὐτούς, καὶ οὐ μὴ δύνωνται στῆναι, πεσοῦνται ὑπὸ τοὺς πόδας μου.39 Τους συνέθλιψα με την δύναμίν σου και δεν ημπόρεσαν να σταθούν, αλλ' έπεσαν κάτω από τα πόδιά μου.39 Τοὺς ἔσφιγξα καὶ τοὺς ἔλειωσα κυριολεκτικῶς καὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ σταθοῦν, ἀλλ’ ἔπεσαν κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας μου.
40 καὶ περιέζωσάς με δύναμιν εἰς πόλεμον, συνεπόδισας πάντας τοὺς ἐπανισταμένους ἐπ᾿ ἐμὲ ὑποκάτω μου.40 Συ από όλα τα σημεία με ενέδυσες με δύναμιν, δια να πολεμώ πάντοτε νικηφόρως. Περιέπλεξες τα πόδια των και έπεσαν κάτω από τα πόδια μου όλοι εκείνοι, οι οποίοι επαναστατούν εναντίον μου.40 Καὶ μὲ ἔζωσες τριγύρω μὲ δύναμιν διὰ νὰ πολεμῶ νικηφόρως, τοὺς ἐπεδίκλωσες καὶ ἔπεσαν ὑπὸ τοὺς πόδας μου ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπαναστατοῦν ἐναντίον μου.
41 καὶ τοὺς ἐχθρούς μου ἔδωκάς μοι νῶτον καὶ τοὺς μισοῦντάς με ἐξωλόθρευσας.41 Ετρεψες εις φυγήν τους εχθρούς μου. Πανικόβλητοι εγύρισαν προς εμέ την πλάτην των. Παρέδωκες εις ολοκληρωτικήν καταστροφήν εκείνους, οι οποίοι με εμισούσαν.41 Καὶ ἔτρεψας εἰς φυγὴν τοὺς ἐχθρούς μου, οἱ ὁποῖοι πανικόβλητοι ἔστρεψαν πρὸς ἑμὲ τὰ νῶτα των, καὶ παρέδωκας εἰς καταστροφὴ καὶ ὁλοτελῆ ὄλεθρον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐμίσουν.
42 ἐκέκραξαν, καὶ οὐκ ἦν ὁ σῴζων, πρὸς Κύριον, καὶ οὐκ εἰσήκουσεν αὐτῶν.42 Και επάνω εις την απέλπιδα φυγήν και τον πανικόν των εκραύγασαν ζητούντες την βοήθειάν σου, αλλά δεν υπήρχε δι' αυτούς σωτήρ. Εκραξαν προς σε, αλλά δεν τους εισήκουσες.42 Καὶ ἐν τῇ ἀπελπισία των ἐφώναξαν ζητοῦντες τὴν βοηθειάν σου καὶ δὲν ὑπῆρξε σωτὴρ δι' αὐτούς·μὲ ἀγωνιώδη κραυγὴν ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸν Κύριον, καὶ δὲν τοὺς εἰσήκουσε.
43 καὶ λεπτυνῶ αὐτοὺς ὡσεὶ χνοῦν κατὰ πρόσωπον ἀνέμου, ὡς πηλὸν πλατειῶν λεανῶ αὐτούς.43 Με την ιδικήν σου βοήθειαν τους συνέτριψα. Τους έκαμα σαν ανάλαφρο χνούδι, το οποίον διασκορπίζει ο άνεμος. Τους επολτοποίησα ωσάν την λάσπην, που πατούν οι άνθρωποι εις τας πλατείας.43 Καὶ τοὺς συνέτριψα σὰν λεπτὸν χνοῦδι ποὺ τὸ φυσᾷ καὶ τὸ σκορπίζει ὁ ἄνεμος· τοὺς καταπάτησα καὶ τοὺς μετέβαλα εἰς ψιλὴν σκόνην, σὰν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν μετατρέπεται ἡ λάσπη, ποὺ καταπατεῖται εἰς τοὺς πλατεῖς καὶ πολυσυχνάστους δρόμους.
44 ρύσῃ με ἐξ ἀντιλογίας λαοῦ, καταστήσεις με εἰς κεφαλὴν ἐθνῶν. λαός, ὃν οὐκ ἔγνων, ἐδούλευσέ μοι,44 Με εγλύτωσες, γλύτωσέ με και στο μέλλον από αντιθέσεις και εμφυλίους πολέμους του ισραηλιτικού λαού. Με εγκατέστησες κυρίαρχον και εις άλλα- ειδωλολατρικά- έθνη. Λαός, τον οποίον δεν εγνώριζα προηγουμένως, έγινεν υποτελής εις εμέ.44 Μὲ ἐγλύτωσες(Εἰς τὸ ἑβραϊκὸν πρωτοτύπον ἐκφέρεται εἰς ἀόριστον, καθὼς καὶ τὸ ἐπακολουθοῦν <καταστήσεις με>. ) ἀπὸ τὰς ἐμφυλίους διαμάχας τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ συγγενεῖς τοῦ Σαοὺλ ἐζήτουν νὰ διαιρέσουν. Σὺ μὲ ἐγκατέστησας ἀρχηγὸν καὶ κεφαλὴν ἐθνῶν, ὥστε νὰ κυριαρχῶ ἐπὶ τῶν γειτονικῶν βασιλέων. Λαὸς μακρυνός, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον γνωρίσει ποτέ, ὑπεδουλώθη εἰς ἐμὲ καὶ μοῦ προσέφερε φόρον ὑποταγῆς.
45 εἰς ἀκοὴν ὠτίου ὑπήκουσέ μου· υἱοὶ ἀλλότριοι ἐψεύσαντό μοι,45 Οταν ήκουσε την φήμην των κατορθωμάτων και της δόξης μου, έγινεν υπήκοός μου. Ξένοι λαοί ένεκα φόβου υπεκρίθησαν φιλίαν και υποταγήν εις εμέ.45 Εὐθὺς ὡς ἤκουσε περὶ ἐμοῦ καὶ ἡ περὶ τῶν νικῶν μου φήμη ἔφθασεν εἰς τὰ ὦτα του, ἔγινεν ὑπήκοός μου. Υἱοὶ ἀλλογενεῖς καὶ ξένοι ἐκ φόβου ὑπεκρίθησαν εἰς ἑμὲ τὸν φίλον καὶ ἐξ ἀνάγκης ὑπετάγησαν.
46 υἱοὶ ἀλλότριοι ἐπαλαιώθησαν καὶ ἐχώλαναν ἀπὸ τῶν τρίβων αὐτῶν.46 Αλλοεθνείς λαοί εχρηστεύθησαν σαν παλαιά εφθαρμένα ενδύματα, σαν χωλοί εσκόνταφταν στους δρόμους των.46 Υἱοὶ ἀλλοεθνεῖς κατέστησαν ἄχρηστοι ὡς πεπαλαιωμένα καὶ μαραμένα φύλλα καὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ σταθοῦν ἀκλόνητοι εἰς τοὺς πόδας των, ἀλλ’ ὡς χωλοὶ ἐσκόνταπτον καὶ ἐτρίκλιζον εἰς τοὺς δρόμους των.
47 ζῇ Κύριος, καὶ εὐλογητὸς ὁ Θεός μου καὶ ὑψωθήτω ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου,47 Ο Κυριος όμως ζη και θριαμβεύει. Ας είναι δοξασμένος και ευλογημένος ο Θεός μου και ας υψώνεται και ας υμνολογήται ο Θεός της σωτηρίας μου,47 Ζῇ εἰς τὸν αἰῶνα ὁ Κύριος. Καὶ εἶναι ἄξιος νὰ εὐλογῆται καὶ νὰ δοξάζεται ὁ Θεός μου. Καὶ ἂς ἀνυμνηθῇ τὸ ὕψος καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ, ὅστις μὲ ἔσωσεν.
48 ὁ Θεὸς ὁ διδοὺς ἐκδικήσεις ἐμοί, καὶ ὑποτάξας λαοὺς ὑπ᾿ ἐμέ,48 διότι ο Θεός μου εξεδικήθη τους εχθρούς μου και υπέταξε λαούς ολοκλήρους κάτω από τα πόδιά μου.48 Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μὲ ὑπερασπίζει ἐκδικούμενος τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ὁ ὁποῖος ὑπέταξεν εἰς ἐμὲ λαούς,
49 ὁ ῥύστης μου ἐξ ἐχθρῶν μου ὀργίλων, ἀπὸ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ᾿ ἐμὲ ὑψώσεις με, ἀπὸ ἀνδρὸς ἀδίκου ρῦσαί με.49 Αυτός με εγλύτωσεν από εχθρούς γεμάτους οργήν και μανίαν εναντίον μου. Συ, Κυριε, με ανέδειξες νικητήν, με ανύψωσες και με εδόξασες απέναντι εκείνων, οι οποίοι είχαν επαναστατήσει εναντίον μου. Λυτρωσέ με και στο μέλλον από κάθε άνδρα δόλιον και άδικον.49 αὐτὸς εἶναι ὁ ἐλευθερωτὴς καὶ ρύστης μου ἀπὸ ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι γεμᾶτοι ὀργὴν καὶ ἀσυγκράτητον λύσσαν παραφέρονται κατ’ ἐμοῦ· Σὺ θὰ μὲ ὑψώσῃς νικητὴν κατ' ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπαναστατοῦν κατ’ ἐμοῦ· ἀπὸ ἄνδρα ἄδικον καὶ μοχθηρὸν γλύτωσέ με.
50 διὰ τοῦτο ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἔθνεσι, Κύριε, καὶ τῷ ὀνόματί σου ψαλῶ,50 Δι' όλα αυτά, Κυριε, θα σε δοξολογώ και θα σε ευγνωμονώ. Μεταξύ των εθνών θα ψάλλω και θα υμνολογώ το όνομά σου.50 Διὰ τοῦτο θὰ σὲ εὐχαριστήσω καὶ θὰ σὲ δοξολογήσω ἐνώπιον πολλῶν ἐθνῶν. Κύριε, καὶ θὰ ψάλω ὕμνους εἰς τὸ Ὄνομά σου.
51 μεγαλύνων τὰς σωτηρίας τοῦ βασιλέως αὐτοῦ, καὶ ποιῶν ἔλεος τῷ χριστῷ αὐτοῦ, τῷ Δαυΐδ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ ἕως αἰῶνος.51 Δοξολογίας και ευχαριστίας θα αναπέμπω προς τον Θεόν μου, ο οποίος επραγματοποίησε μεγαλειώδεις σωτηρίας υπέρ του βασιλέως, που Αυτός τον ανέδειξε και ο οποίος δεικνύει πάντοτε έλεος στον βασιλέα, που έχρισεν, στον Δαυίδ και στους απογόνους του, εις όλας τας κατόπιν γενεάς.51 Αἴνους θὰ ἀναπέμψω εἰς δόξαν Θεοῦ, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε μεγαλειώδεις καὶ ἐκπληκτικὰς σωτηρίας ὑπὲρ τοῦ βασιλέως, ποὺ αὐτὸς ἀνέδειξε, καὶ ὁ ὁποῖος δεικνύει ἔλεος εἰς τὸν ὑπ’ αὐτοῦ χρισθέντα, εἰς τὸν Δαβὶδ καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους του εἰς αἰωνίας γενεᾶς.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός ΙΗ'🔸
                             (18)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 19) Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα.2 (Μασ. 19) Οι ουρανοί με την αρμονίαν και το κάλλος των διηγούνται εις κάθε άνθρωπον την δόξαν και την σοφίαν του Θεού. Ο ουρανός, που σαν στερεός θόλος περιβάλλει την γην, διακηρύττει, ότι είναι έργον του παντοδυνάμου και πανσόφου δημιουργού.2 Οἱ οὐρανοὶ διὰ τῆς μεγαλοπρεποῦς ἁρμονίας καὶ τοῦ κάλλους των διηγοῦνται εἰς πάντα νοήμονα ἄνθρωπον τὴν ἔνδοξον σοφίαν καὶ δύναμιν τοῦ δημιουργήσαντος αὐτοὺς Θεοῦ. Τὴν ὑπερθαύμαστον δὲ κτίσιν, τὴν ὁποίαν ἐποίησαν αἱ χεῖρες του, ἐξαγγέλλει ὁ οὐρανός, ποὺ ὡς ἀπέραντος στερεωμένος θόλος ἐκτείνεται ὑπεράνω ἠμῶν.
3 ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ῥῆμα, καὶ νὺξ νυκτὶ ἀναγγέλλει γνῶσιν.3 Καθε ημέρα βροντοφωνεί εις την επομένην ημέραν και κάθε νυξ αναγγέλλει εις την άλλην νύκτα την γνώσιν δια την ύπαρξιν του απειροτελείου Δημιουργού.3 Καὶ ἡ σιωπηλὴ αὐτὴ τοῦ ἐνάστρου οὐρανοῦ μαρτυρία περὶ τοῦ δημιουργοῦ του εἶναι ἄπαυστος καὶ συνεχής. Ἑκάστη ἡμέρα ἀντηχεῖ καὶ διακηρύττει πολυσήμαντον λόγον εἰς τὴν ἐπακολουθοῦσαν ἡμέραν, καὶ ἑκάστη νὺξ μεταδίδει εἰς τὴν ἐπερχομένην νύκτα τὴν περὶ Θεοῦ Δημιουργοῦ γνῶσιν.
4 οὐκ εἰσὶ λαλιαὶ οὐδὲ λόγοι, ὧν οὐχὶ ἀκούονται αἱ φωναὶ αὐτῶν·4 Οι λόγοι, τους οποίους διαλαλούν οι ουρανοί, δεν είναι σιωπηλοί λόγοι από εκείνους, των οποίων αι φωναί δεν ακούονται παντού.4 Αἱ λαλιαὶ δὲ καὶ οἱ λόγοι, οἵτινες ἐκβάλλονται ἀπὸ τὴν σιγηλὴν τοῦ οὐρανοῦ τάξιν καὶ ἁρμονίαν, δὲν εἶναι λαλιαὶ καὶ λόγοι, τῶν ὁποίων δὲν ἀκούονται αἱ φωναί.
5 εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν.5 Τουναντίον, εις ολόκληρον την γην εξήλθε και ακούεται η φωνή των. Εφθασαν και εις τα πέρατα της οικουμένης οι λόγοι των.5 Ἀλλ’ ὡς ἄλλος μουσικὸς καὶ ἁρμονικὸς φθόγγος ἀντηχοῦν καθ’ ὅλην τὴν γῆν καὶ τὰ λόγια των φθάνουν εἰς τὰς ἐσχατιὰς καὶ τὰ πλέον μεμακρυσμένα ὅρια τῆς οἰκουμένης. Εἰς τρόπον ὥστε δὲν ὑπάρχει ἔθνος καὶ γλῶσσα, ποὺ νὰ μὴ κατανοοῦν τί σημαίνουν καὶ τί ἐννοοῦν αἱ λαλιαὶ καὶ οἱ λόγοι αὐτοί.
6 ἐν τῷ ἡλίῳ ἔθετο τὸ σκήνωμα αὐτοῦ· καὶ αὐτὸς ὡς νυμφίος ἐκπορευόμενος ἐκ παστοῦ αὐτοῦ, ἀγαλλιάσεται ὡς γίγας δραμεῖν ὁδὸν αὐτοῦ.6 Ο Θεός το φως το απρόσιτον, τον ήλιον, έκαμεν ιδιαίτερον ενδιαίτημά του. Τον διατάσσει να ανατέλλη λαμπρός ωσάν νυμφίος, που εξέρχεται λαμπροστολισμένος από τον νυμφικόν του θάλαμον. Ωσάν γίγας και ακούραστος δρομεύς, με αγαλλίασιν και χωρίς ποτέ να αποκάμη δια μέσου των αιώνων, διατρέχει κάθε ημέραν τον από ανατολών έως δυσμών δρόμον του.6 Εἰς τὸν ἥλιον ὁ οἰκῶν τὸ ἀπρόσιτον φῶς Θεὸς ἐγκατέστησε τὴν σκηνήν του (Κατὰ τὸ Ἑβραϊκόν: Εἰς τὸν οὐρανὸν ἔθετο τὸ σκήνωμα τοῦ ἡλίου ὁ Κύριος). Καὶ ἀνατέλλει τὸ λαμπρὸν τοῦτο ἄστρον ὡς νυμφίος, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν νυμφικήν του παστάδα στολισμένος μὲ ἐκθαμβωτικὰ καὶ ἀπαστράπτοντα ἐνδύματα. Καὶ ὅμοιος πρὸς γίγαντα καὶ δρομέα ἀκούραστον μετ’ ἀγαλλιάσεως καὶ χωρὶς διὰ μέσου τῶν αἰώνων νὰ ἀποκάμῃ ποτέ, προχωρεῖ να διατρέξῃ καθ’ ἑκάστην τὸν ἀπὸ ἀνατολῶν μέχρι δυσμῶν δρόμον του.
7 ἀπ᾿ ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἔξοδος αὐτοῦ, καὶ τὸ κατάντημα αὐτοῦ ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἀποκρυβήσεται τῆς θέρμης αὐτοῦ.7 Από το ένα άκρον του ουρανού γίνεται η έξοδός του και στο άλλο άκρον του ουρανού τελειώνει η πορεία του. Και δεν υπάρχει κανείς, ο οποίος θα ημπορέση, να διαφύγη την θερμότητά του.7 Ἀπὸ τὸ ἐν ἄκρον τοῦ οὐρανοῦ ἐξέρχεται κατὰ τὴν πρωΐαν καὶ ἕως τὸ ἄλλο ἄκρον τοῦ οὐρανοῦ ἐκτείνεται ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον θὰ διατρέξῃ καὶ ἐκεῖ εὑρίσκεται τὸ τέρμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ. Καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀποκρυβῇ ἀπὸ τὴν θερμότητά του.
8 ὁ νόμος τοῦ Κυρίου ἄμωμος, ἐπιστρέφων ψυχάς· ἡ μαρτυρία Κυρίου πιστή, σοφίζουσα νήπια.8 Παραπάνω όμως από τα μεγαλεία, που διηγούνται οι ουρανοί, υπάρχει ο νόμος του Κυρίου, ο άμεμπτος, ο οποίος επιστρέφει πλανωμένας ψυχάς στον δρόμον της σωτηρίας, στον δρόμον του Θεού. Αι εντολαί του Κυρίου, που υπάρχουν εις αυτόν, είναι αληθιναί και πισταί, γεμάται σοφίαν, ικαναί να αναδείξουν σοφά και αυτά ακόμη τα νήπια.8 Ἀλλ’ ὑπὲρ τὴν γνῶσιν καὶ ἀποκάλυψιν τὴν ὁποίαν περὶ Θεοῦ μᾶς μεταδίδουν οἱ οὐρανοί, ὑψοῦται φωτεινοτέρα ἡ ἐν τῷ θείῳ νόμῳ ἀποκάλυψις. Ὁ ὑπὸ τοῦ Κυρίου δοθεὶς εἰς τὸν Ἰσραὴλ νόμος εἶναι ἄμεμπτος καὶ πάσης ἐλλείψεως καὶ πλάνης ἐλεύθερος, δι’ αὐτὸ δὲ ἔχει καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐπιστρέφῃ τὰς πεπλανημένας ψυχάς, φωτίζων καὶ καθοδηγὼν αὐτάς. Αἱ ἐν αὐτῷ μαρτυρούμεναι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλαί, αἱ ἀμοιβαὶ καὶ αἱ τιμωρίαι εἶναι κατὰ πάντα ἀξιόπιστοι καὶ θὰ πραγματοποιηθοῦν ἐπακριβῶς. Αἱ ἀπονήρευτοι δι’ αὐτὸ καὶ ἁπλαῖ ψυχαί, ποὺ στηρίζονται εἰς αὐτὰς μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης, σοφίζονται καὶ συνετίζονται ὑπ’ αὐτῶν.
9 τὰ δικαιώματα Κυρίου εὐθέα, εὐφραίνοντα καρδίαν· ἡ ἐντολὴ Κυρίου τηλαυγής, φωτίζουσα ὀφθαλμούς·9 Αι εντολαί του Κυρίου είναι αληθιναί και τέλειαι. Ευφραίνουν την καρδίαν εκείνου, που τας τηρεί. Σκαρπίζουν μέχρι των πλέον μακρυνών περάτων άπλετον το φως και φωτίζουν τους οφθαλμούς των ανθρώπων.9 Τὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου, τῶν ὁποίων τὴν τήρησιν δικαιοῦται νὰ ἀξιοῖ παρ’ ἡμῶν, δὲν εἶναι σκληρὰ καὶ καταθλιπτικά, ἀλλὰ δίκαια καὶ εὐθέα, χαροποιοῦν δὲ καὶ εὐφραίνουν τὴν καρδίαν τοῦ τηροῦντος αὐτά. Ἡ ἐντολὴ Κυρίου σκορπίζει ἄπλετον φῶς καὶ μακρόθεν ἀκόμη φωτίζει τοὺς ὀφθαλμοὺς παντὸς καλοπροαιρέτου ἀνθρώπου, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὸ σκότος τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας.
10 ὁ φόβος Κυρίου ἁγνός, διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος· τὰ κρίματα Κυρίου ἀληθινά, δεδικαιωμένα ἐπὶ τὸ αὐτό,10 Το ιερόν δέος, που διεγείρει εις τας καρδίας των ανθρώπων ο νάμος του Κυρίου και ο ευλαβής φόβος είναι αγνός, ανόθευτος από πλάνην. Εχει αιωνίαν ισχύν και κύρος. Αι κρίσεις και αι αποφάσστου Κυρίου, που περιέχονται εις αυτόν, είναι αληθιναί και επιμαρτυρούνται ως δίκαιαι δια μέσου των αιώνων.10 Ὁ διεγείρων εἰς τὰς ψυχὰς σωτήριον καὶ εἰρηνικὸν φόβον νόμος τοῦ Κυρίου εἶναι ἁγνός, ἀνόθευτος ἀπὸ πλάνην, δι’ αὐτὸ δὲ καὶ δὲν καταλύεται ποτέ, ἀλλ’ ἔχει αἰωνίαν τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος αὐτοῦ. Αἱ ἐν αὐτῷ κρίσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ Κυρίου ἐνσωματώνουν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ ὡς τοιαῦται ἐδικαιώθησαν ὑπὸ τῆς συμφώνου πείρας τῶν αἰώνων, ἥτις ἀπέδειξε πόσον εἶναι ἀληθεῖς.
11 ἐπιθυμητὰ ὑπὲρ χρυσίον καὶ λίθον τίμιον πολὺν καὶ γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον.11 Τα λόγια του Κυρίου δια τους καλοπροαίρετους ανθρώπους είναι επιθυμητά περισσότερον από τον χρυσόν και από πλήθος πολυτίμων λίθων. Είναι γλυκύτερα από το μέλι και από την κηρήθραν.11 Δι’ αὐτὸ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδοκίμασαν τὰ πνευματικά των θέλγητρα καὶ τὰς ὠφελείας των, εἶναι καὶ ἐπιθυμηταὶ περισσότερον ἀπὸ τὸ χρυσίον καὶ ἀπὸ πλῆθος πολυτίμων λίθων καὶ πολὺ γλυκύτεραι ἀπὸ τὸ μέλι καὶ τὴν κηρήθραν.
12 καὶ γὰρ ὁ δοῦλός σου φυλάσσει αὐτά· ἐν τῷ φυλάσσειν αὐτὰ ἀνταπόδοσις πολλή.12 Εγώ εδοκίμασα την γλυκύτητά των, διότι ο δούλος σου, Κυριε, φυλάσσει αυτά τα κρίματά σου. Οποιος τα φυλάσσει, θα έχη μεγάλην ανταπόδοσιν και αμοιβήν.12 Ἐδοκίμασα τοῦτο καὶ ἐγώ. Διότι ὁ δοῦλος σου, Κύριε, φυλάσσει τὰ κρίματά σου αὐτά, ὅποιος δὲ φυλάσσει ταῦτα θὰ ἔχῃ ἀνταπόδοσιν καὶ ἀμοιβὴν πολλήν.
13 παραπτώματα τίς συνήσει; ἐκ τῶν κρυφίων μου καθάρισόν με.13 Αδύνατον όμως να τηρήση κανείς εξ ολοκλήρου τον Νομον σου. Ποιός ημπορεί να γνωρίση τα παραπτώματα, εις τα οποία και χωρίς να το θέλωμεν υποπίπτομεν; Από τα απόκρυφα αυτά παραπτώματα, που εγώ ίσως δεν τα γνωρίζω και ούτε θέλω ποτέ να έλθουν εις δημοσιότητα, καθάρισόν με, Κυριε.13 Πόσον ὅμως παρουσιαζόμεθα ἐλλιπεῖς ἐν τῇ τηρήσει τοῦ νόμου σου! Ἀληθῶς, ποῖος δύναται νὰ γνωρίσῃ τὰ παραπτώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀκουσίως καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῇ ὑποπίπτει; Ἐκ τῶν κρυφίων τούτων παραπτωμάτων μου, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, καθάρισόν με, Κύριε.
14 καὶ ἀπὸ ἀλλοτρίων φεῖσαι τοῦ δούλου σου· ἐὰν μή μου κατακυριεύσωσι, τότε ἄμωμος ἔσομαι καὶ καθαρισθήσομαι ἀπὸ ἁμαρτίας μεγάλης.14 Και από ξένα προς τον Νομον σου αισθήματα και έργα προφύλαξε εμέ, τον δούλον σου. Εάν αυτά δεν με κυριεύσουν, τότε εγώ θα είμαι άμεμπτος και έτσι θα διατηρηθώ καθαρός από μεγάλας πτώσεις.14 Καὶ ἀπὸ αἰσθημάτων καὶ κλίσεων ξένων καὶ ἄλλο τριῶν πρὸς τὸν νόμον σου προφύλαξε καὶ λυπήσου τὸν δοῦλον σου. Ἐὰν δὲν μὲ αἰχμαλωτίσουν ταῦτα καὶ δὲν μὲ κυριεύσουν, τότε θὰ εἶμαι ἄμεμπτος καὶ θὰ διατηρηθῶ καθαρὸς ἀπὸ μεγάλας ἁμαρτίας καὶ παρεκτροπάς.
15 καὶ ἔσονται εἰς εὐδοκίαν τὰ λόγια τοῦ στόματός μου καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου ἐνώπιόν σου διὰ παντός, Κύριε, βοηθέ μου καὶ λυτρωτά μου.15 Τοτε θα είναι ευχάριστοι εις σε και ευπρόσδεκτοι οι λόγοι της προσευχής μου και αι ευλαβείς σκέψεις και οι ιεροί πόθοι της καρδίας μου θα είναι ως θυσία ευπρόσδεκτος και παντοτεινή ενώπιόν σου, Κυριε, βοήθέ μου και λυτρωτά μου.15 Καὶ εἴθε νὰ εἶναι εὐάρεστοι ἐνώπιόν σου οἱ ἱκετευτικοὶ λόγοι τοῦ στόματός μου καὶ νὰ εὐδοκήσῃς νὰ εἰσακούσῃς αὐτούς. Εἴθε καὶ ἡ εὐσεβὴς μελέτη τῆς καρδίας μου, αἱ εὐλαβεῖς σκέψεις καὶ πόθοι αὐτῆς, νὰ εἶναι ὡς θυσία εὐπρόσδεκτος καὶ παντοτεινὴ ἐνώπιόν σου, Κύριε, βοηθέ μου καὶ λυτρωτά μου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός ΙΘ'🔸
                              (19)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 20) ΕΠΑΚΟΥΣΑΙ σου Κύριος ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως, ὑπερασπίσαι σου τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ᾿Ιακώβ.2 (Μασ. 20) Είθε ω βασιλεύ να εισακούση ο Κυριος την δέησίν σου κατά την ημέραν αυτήν της μεγάλης θλίψεως· είθε το παντοδύναμον όνομα του Θεού του ισραηλιτικού λαού να σε υπερασπίση εναντίον των εχθρών μας.2 Εἴθε νὰ εἰσακούσῃ ὁ Κύριος τὴν δέησίν σου, ὡ βασιλεῦ, κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν τῆς ἐθνικῆς δοκιμασίας, ὅτε ἐκκινεῖς εἰς πόλεμον, εἴθε νὰ σὲ ὑπερασπίσῃ ὁ Θεὸς τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι πύργος καταφυγῆς καὶ προστασία κραταιὰ καὶ ὁ ὁποῖος ὑπερήσπισε καὶ προστάτευσε τὸν Ἰακώβ.
3 ἐξαποστείλαι σοι βοήθειαν ἐξ ἁγίου καὶ ἐκ Σιὼν ἀντιλάβοιτό σου.3 Είθε να σου στείλη ο Κυριος βοήθειαν από τον ιερόν του ναόν και να σε προστατεύση από το όρος Σιών.3 Εἴθε νὰ σοῦ ἀποστείλῃ βοήθειαν ἀπὸ τὸ ἅγιόν του θυσιαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου τοῦ προσέφερες θυσίαν, καὶ ἀπὸ τὸ ὄρος Σιών, ὅπου ἔχει κτισθῇ ὁ ναός του, νὰ σὲ βοηθήσῃ καὶ νὰ σὲ προστατεύσῃ.
4 μνησθείη πάσης θυσίας σου καὶ τὸ ὁλοκαύτωμά σου πιανάτω. (διάψαλμα).4 Είθε να ενθυμηθή και να δεχθή ευμενώς όλας τας αιματηράς και αναιμάκτους θυσίας, που του προσέφερες, και να θεωρήση παχύ και ευάρεστον το θύμα, το οποίον αφήκες ολόκληρον να καή επάνω στο θυσιαστήριόν του.4 Εἴθε νὰ ἐνθυμηθῇ εὐμενῶς πάσας τὰς θυσίας, ποὺ τοῦ προσέφερες, καὶ νὰ εὕρῃ παχὺ καὶ εὐάρεστον εἰς αὐτὸν τὸ θῦμα, ποὺ τὸ ἀφῆκες νὰ καῇ ὁλόκληρον εἰς τὸ θυσιαστήριόν του.
5 δῴη σοι Κύριος κατὰ τὴν καρδίαν σου καὶ πᾶσαν τὴν βουλήν σου πληρώσαι.5 Είθε ο Κυριος να σου δώση σύμφωνα με τας αγίας επιθυμίας της καρδίας σου και να εκπληρώση κάθε αγαθήν επιθυμίαν και απόφασίν σου, χαρίζων εις σε νίκην εναντίον των εχθρών σου.5 Εἴθε νὰ σοῦ δώσῃ ὁ Κύριος σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας σου καὶ ὅλα τὰ σχέδιά σου, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ νὰ νικήσῃς τοὺς ἐχθρούς σου, νὰ τὰ ἐκπληρώσῃ, ἐπιστέφων αὐτὰ διὰ πλήρους ἐπιτυχίας.
6 ἀγαλλιασόμεθα ἐν τῷ σωτηρίῳ σου καὶ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα. πληρώσαι Κύριος πάντα τὰ αἰτήματά σου.6 Τοτε όλοι θα ευφρανθώμεν και θα χαρώμεν δια την σωτήριον αυτήν νίκην. Και στο όνομα και με την δύναμιν του απείρου Θεού μας θα αναδειχθώμεν μεγάλοι και ένδοξοι. Είθε λοιπόν ο Κυριος να εκπληρώση όλα τα αιτήματα της προσευχής σου”.6 Ὅλον τὸ ἔθνος θὰ χαρῶμεν καὶ θὰ σκιρτήσωμεν διὰ τὴν νίκην καὶ σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν προστατευόμενος ἀπὸ τὸν Θεὸν θὰ μᾶς φέρῃς καὶ διὰ τοῦ ἀκαταγωνίστου ὀνόματος τοῦ Θεοῦ θὰ ἀναδειχθῶμεν ἔνδοξοι καὶ μεγάλοι. Εἴθε νὰ ἐκπληρώσῃ ὁ Κύριος ὅλα ὅσα προσευχόμενος ἐζήτησες ἀπὸ αὐτόν.
7 νῦν ἔγνων ὅτι ἔσωσε Κύριος τὸν χριστὸν αὐτοῦ· ἐπακούσεται αὐτοῦ ἐξ οὐρανοῦ ἁγίου αὐτοῦ· ἐν δυναστείαις ἡ σωτηρία τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ.7 Τωρα εγώ ο ιερεύς, που προσφέρω την ικετήριον αυτήν θυσίαν, έχω την εσωτερικήν πληροφορίαν και εγνώρισα καλά, ότι ο Κυριος θα σώση οπωσδήποτε τον βασιλέα, τον οποίον αυτός έχρισε. Θα ακούση και θα κάμη δεκτά τα αιτήματα της προσευχής του από τον ένδοξον ουράνιον θρόνον του. Με θαυματουργικάς επεμβάσεις της παντοδυνάμου δεξιάς του θα μας δώση την σωτηρίαν και τον θρίαμβον.7 Τώρα, ὅτε ἡ θυσία ἐγένετο, ἐπληροφορήθην ἐγὼ ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος τὴν προσέφερα, ὅτι ὁ Κύριος ἔσωσε καὶ ἐχάρισε τὴν νίκην εἰς αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἔχρισε βασιλέα. Θὰ εἰσακούσῃ τὴν προσευχήν του ἀπὸ τὸ ἐν οὐρανοῖς ἅγιον κατοικητήριόν του, τοῦ ὁποίου ἡ Σιὼν εἶναι σκιῶδες σύμβολον. Διὰ πράξεων καὶ ἐπεμβάσεων θαυμαστὴς δυνάμεως θὰ συντελεσθῇ ἡ νίκη καὶ σωτηρία, τὴν ὁποίαν ἡ δεξιὰ τοῦ Κυρίου θὰ μᾶς χαρίσῃ.
8 οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα.8 Εκείνοι μεν οι εχθροί επέρχονται εναντίον μας με πολεμικά άρματα και με το φοβερόν ιππικόν των. Ημείς όμως με το παντοδύναμον όνομα του Κυρίου και Θεού μας θα θριαμβεύσωμεν εναντίον των.8 Αὐτοὶ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μας ἐπέρχονται ἐναντίον μας μὲ ἅρματα καὶ ἁμάξας πολεμικὰς καὶ οἱ ἄλλοι πάλιν ὁρμοῦν ἐναντίον μας μὲ ἵππους. Ὅλην τὴν ὑλικὴν δύναμιν συνήθροισαν πρὸς ἐξόντωσίν μας. Ἠμεῖς ὅμως ἐλπίζωμεν εἰς τὸν Θεὸν καὶ διὰ τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν μᾶς παρέχει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας, θὰ ἀναδειχθῶμεν ἔνδοξοι καὶ μεγάλοι.
9 αὐτοὶ συνεποδίσθησαν καὶ ἔπεσαν, ἡμεῖς δὲ ἀνέστημεν καὶ ἀνωρθώθημεν.9 Και ιδού ότι αυτοί επεδικλώθησαν, εσκόνταψαν και έπεσαν, ημείς όμως εσηκώθημεν επάνω, εστάθημεν όρθιοι και έχομεν κάτω από τα πόδια μας νικημένους τους εχθρούς μας.9 Αὐτοὶ ἐπεδικλώθησαν καὶ ἔπεσαν κατὰ γῆς ταπεινωμένοι καὶ νικημένοι, ἠμεῖς δὲ ἐσηκώθημεν ἐπάνω θαρραλέοι καὶ ἐστάθημεν ὄρθιοι ἔχοντες ὑπὸ τοὺς πόδας ἠμῶν τοὺς ἐχθρούς μας.
10 Κύριε, σῶσον τὸν βασιλέα, καὶ ἐπάκουσον ἡμῶν, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλεσώμεθά σε.10 Κυριε, σώσον τον βασιλέα και άκουσε την προσευχήν μας εις οιανδήποτε ημέραν και αν σε επικαλεσθώμεν ευλαβώς και με πίστιν.10 Κύριε, σῶσον τὸν βασιλέα καὶ ἐπάκουσέ μας εἰς οἰανδήποτε ἡμέραν θὰ σὲ ἐπικαλεσθῶμεν εὐλαβῶς καὶ μετὰ πίστεως.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός Κ'🔸
                              (20)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 21) ΚΥΡΙΕ, ἐν τῇ δυνάμει σου εὐφρανθήσεται ὁ βασιλεὺς καὶ ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου ἀγαλλιάσεται σφόδρα.2 (Μασ. 21) Κυριε, ο βασιλεύς ευφραίνεται και θα ευφραίνεται χάρις εις την δύναμιν και την ενίσχυσιν, την οποίαν συ του έδωσες. Θα πλημμυρίζη από πολλήν και μεγάλην αγαλλίασιν δια την από τους εχθρούς μας σωτηρίαν και δια την υγείαν, την οποίαν συ του εχάρισες.2 Κύριε, εὐφραίνεται καὶ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εὐφραίνεται ὁ βασιλεὺς χάρις εἰς τὴν δύναμιν καὶ ἐνίσχυσιν, τὴν ὁποίαν τοῦ παρέσχες· καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν ἡ βοήθειά σου τοῦ ἐξησφάλισε, σκιρτᾷ καὶ θὰ σκιρτᾷ ἀπὸ ἀγαλλίασιν μεγάλην.
3 τὴν ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας αὐτοῦ ἔδωκας αὐτῷ καὶ τὴν θέλησιν τῶν χειλέων αὐτοῦ οὐκ ἐστέρησας αὐτόν. (διάψαλμα).3 Εδωκες εις αυτόν ο,τι επεθύμησεν η καρδία του και δεν τον υστέρησες από εκείνο, δια το οποίον με τα ίδια του τα χείλη σε παρεκάλεσε.3 Ὅ,τι ἐπεθύμησεν ἡ καρδία του τοῦ τὸ ἔδωκες καὶ δὲν τὸν ἐστέρησες ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον μὲ τὴν προσευχὴν τῶν χειλέων του σὲ παρεκάλεσε.
4 ὅτι προέφθασας αὐτὸν ἐν εὐλογίαις χρηστότητος, ἔθηκας ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ στέφανον ἐκ λίθου τιμίου.4 Μάλλον δε και πριν σε παρακαλέση έσπευσες συ και τον επρόλαβες με τας ευλογίας των ωφελίμων και αγαθών δωρεών σου. Τον εδόξασες και έθεσες εις την κεφαλήν του λαμπρόν βασιλικόν στέμμα με πολυτίμους λίθους.4 Διότι ἐπρόλαβες αὐτὸν καὶ προτοῦ ἐκεῖνος σοῦ ζητήσῃ, τοῦ προσέφερες εὐλογίας χρηστῶν καὶ ἀγαθῶν δωρεῶν· τὸν ἐδόξασες καὶ ἔθεσες ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του στέμμα βασιλικὸν λαμποκοποῦν ἀπὸ πολυτίμους λίθους.
5 ζωὴν ᾐτήσατό σε, καὶ ἔδωκας αὐτῷ, μακρότητα ἡμερῶν εἰς αἰῶνα αἰῶνος.5 Σου εζήτησε ζώην και του εχάρισες πλήθος ημερών, εις αυτόν και στους απογόνους του εις αιώνα αιώνος.5 Σοῦ ἐζήτησε ζωὴν καὶ ἐχάρισες μακροβιότητα καὶ πλῆθος ἡμερῶν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνούς του, ὥστε αἱ γενεαί του νὰ διαδέχωνται αἰωνίως ἡ μία τὴν ἄλλην.
6 μεγάλη ἡ δόξα αὐτοῦ ἐν τῷ σωτηρίῳ σου, δόξαν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐπιθήσεις ἐπ᾿ αὐτόν·6 Μεγάλη είναι η δόξα, την οποίαν συ του εξησφάλισες με την σωτήριον βοήθειάν σου. Οπως δε τώρα, έτσι και στο μέλλον θα περιβάλλης αυτόν με δόξαν και μεγαλοπρέπειαν.6 Εἶναι μεγάλη ἡ δόξα, τὴν ὁποίαν τοῦ ἐξησφάλισεν ἡ σωτηριώδης βοήθεια καὶ συμμαχία σου ὅπως δὲ τώρα, οὕτω καὶ εἰς τὸ μέλλον μὲ δόξαν καὶ μεγαλοπρέπειαν θὰ τὸν περιβάλλῃς, ὥστε λαμπρὸς καὶ δοξασμένος νὰ εἶναι πάντοτε ὁ βασιλικός του θρόνος.
7 ὅτι δώσεις αὐτῷ εὐλογίαν εἰς αἰῶνα αἰῶνος, εὐφρανεῖς αὐτὸν ἐν χαρᾷ μετὰ τοῦ προσώπου σου.7 Διότι θα δίδης εις αυτόν και τους απογόνους του συνεχώς και ακαταπαύστως ευλογίαν. Θα τον ευφραίνης και θα τον πλημμυρίζης από απερίγραπτον χαράν δια της επικοινωνίας, που θα έχη με σέ.7 Διότι θὰ τοῦ δίδῃς ἀκαταπαύστως εὐλογίαν, ὥστε νὰ εἶναι ἔνδοξος καὶ εὐτυχισμένος διὰ παντός, θὰ τὸν εὐφραίνῃς μὲ τὴν χαράν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ γεμίζῃς τὴν καρδίαν του, ἐπιβλέπων εἰς αὐτὸν μὲ εὐμενὲς τὸ πρόσωπόν σου.
8 ὅτι ὁ βασιλεὺς ἐλπίζει ἐπὶ Κύριον καὶ ἐν τῷ ἐλέει τοῦ ῾Υψίστου οὐ μὴ σαλευθῇ.8 Διότι ο βασιλεύς έχει στηρίξει τας ελπίδας του εις σέ, τον Κυριον, και χάρις στο έλεος του Θεού του Υψίστου δεν θα κλονισθή ποτέ, αλλά θα μείνη σταθερός και αμετακίνητος εις τον θρόνον του.8 Καὶ θὰ παρέχῃς εἰς αὐτὸν τὰς χαρίτας καὶ δωρεάς σου αὐτάς, διότι ὁ βασιλεὺς ἐστήριξε τὴν ἐλπίδα του ὄχι εἰς στρατεύματα καὶ εἰς κοσμικοὺς συμμάχους, ἀλλ’ εἰς τὸν Κύριον καὶ τὴν προστασίαν αὐτοῦ· χάρις δὲ εἰς τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθειαν τοῦ Ὑψίστου θὰ παραμείνῃ ἀσάλευτος καὶ ἀήττητος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του.
9 εὑρεθείη ἡ χείρ σου πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς σου, ἡ δεξιά σου εὕροι πάντας τοὺς μισοῦντάς σε.9 “Είθε, ω βασιλεύ, η χείρ σου στιβαρά να ευρεθή εμπρός και εναντίον όλων των εχθρών σου. Είθε η δεξιά σου να συλλάβη όλους εκείνους, οι οποίοι σε μισούν.9 Εἴθε, ὦ βασιλεῦ, ἡ χείρ σου νὰ εὑρεθῇ ἐμπρὸς εἰς ὅλους τοὺς ἐχθρούς σου, πατάσσουσα καὶ συντρίβουσα αὐτούς· εἴθε ἡ δεξιά σου νὰ συλλάβῃ ὅλους, ὅσοι σὲ μισοῦν.
10 θήσεις αὐτοὺς εἰς κλίβανον πυρὸς εἰς καιρὸν τοῦ προσώπου σου· Κύριος ἐν ὀργῇ αὐτοῦ συνταράξει αὐτούς, καὶ καταφάγεται αὐτοὺς πῦρ.10 Οταν το πρόσωπόν σου θα είναι αναμμένον από την δικαίαν οργήν σου εναντίον αυτών, θα τους ρίψη εις την πυράν ωσάν ξύλα μέσα εις αναμμένον κλίβανον. Ο Κυριος και Θεός δια σου θα συνταράξη όλους αυτούς και θα τους καταφάγη το πυρ.10 Εἴθε εἰς καιρὸν ποὺ θὰ φανῇ ἐξωργισμένον κατ’ αὐτῶν τὸ πρόσωπόν σου νὰ τοὺς ρίψῃς ὡς ἄλλα ξύλα καιόμενα εἰς κλίβανον, παραδίδων αὐτοὺς εἰς καταστροφὴν ὁ Κύριος διὰ τῆς ὀργής του θὰ τοὺς ταράξῃ ὅλους, σκορπίζων εἰς αὐτοὺς τὸν πανικόν, καὶ φωτιὰ θὰ καταφάγῃ αὐτούς.
11 τὸν καρπὸν αὐτῶν ἀπὸ τῆς γῆς ἀπολεῖς καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν ἀπὸ υἱῶν ἀνθρώπων,11 Τον καρπόν της κοιλίας των, τα παιδιά των, θα τα εξαφανίσης από την χώραν των, όπως επίσης και όλους τους απογόνους των ανάμεσα από τους υιούς των ανθρώπων.11 Τοὺς υἱούς των θὰ τοὺς ἐξοντώσῃς καὶ θὰ τοὺς ἐξαφανίσῃς ἀπὸ τὴν γῆν καὶ ὅλους τοὺς ἀπογόνους των θὰ τοὺς ἐξαλείψῃς, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν καὶ νὰ μὴ μνημονεύωνται πλέον μεταξὺ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων.
12 ὅτι ἔκλιναν εἰς σὲ κακά, διελογίσαντο βουλάς, αἷς οὐ μὴ δύνωνται στῆναι.12 Διότι εξύφαναν και κατήρτισαν πονηρά σχέδια εναντίον σου. Συνέλαβαν δολίας σκέψεις και αποφάσεις, τας οποίας όμως δεν ημπόρεσαν να πραγματοποιήσουν.12 Διότι ἔθεσαν εἰς κίνησιν καὶ ὡς ἄλλα δίκτυα ἐξήπλωσαν δόλια καὶ καταστρεπτικὰ σχέδια κατὰ σοῦ, συνέλαβον πανούργους ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας κατ’ οὐδένα λόγον θὰ μπορέσουν νὰ στήσουν καὶ νὰ πραγματοποιήσουν.
13 ὅτι θήσεις αὐτοὺς νῶτον· ἐν τοῖς περιλοίποις σου ἑτοιμάσεις τὸ πρόσωπον αὐτῶν.13 Διότι συ, πολεμών εναντίον αυτών νικηφόρως, θα τους αναγκάσης, να στρέψουν τις πλάτες των και να φύγουν πανικόβλητοι. Με ολίγους στρατιώτας σου θα τους αντιμετωπίσης κατά πρόσωπον και θα τους τρέψης εις φυγήν”.13 θὰ τρέψῃς αὐτοὺς εἰς φυγὴν καὶ θὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃς νὰ σοῦ στρέψουν κατῃσχυμμένοι τὰ νῶτα· διὰ τῶν ὑπολοίπων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι σὲ περικυκλοῦν ὡς σωματοφύλακές σου, θὰ ἑτοιμάσῃς τὴν ἀντιμετώπισιν καὶ ἐξόντωσιν τοῦ προσώπου των.
14 ὑψώθητι, Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου· ᾄσομεν καὶ ψαλοῦμεν τὰς δυναστείας σου.14 Κυριε και Θεέ μου, με την ακατανίκητον δύναμίν σου ας υψωθής και ας δοξασθής ισχυρός και ανίκητος ενώπιον των εχθρών μας. Ημείς θα αναπέμψωμεν ωδάς δια του στόματος και ψαλμούς με τα μουσικά μας όργανα δοξολογούντες και ευχαριστούντες σε δια τα μεγάλα και αξιοθαύμαστα αυτά έργα σου.14 Δεῖξε διὰ τῆς δυνάμεώς σου, Κύριε, πόσον εἶσαι μέγας καὶ ὑψηλός· θὰ ἀναπέμψωμεν ᾆσμα δοξολογίας καὶ θὰ ψάλωμεν ὕμνους διὰ τὰ κατορθώματα τῆς ἀκαταμαχήτου δυνάμεώς σου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΚΑ'🔸
                              (21)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἑωθινῆς· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 22) Ο ΘΕΟΣ, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλιπές με; μακρὰν ἀπὸ τῆς σωτηρίας μου οἱ λόγοι τῶν παραπτωμάτων μου.2 (Μασ. 22) Θεέ μου Θεέ μου, δώσε προσοχήν στον πόνον μου. Διατί με έχεις εγκαταλείψει; Βλέπω, ότι η σωτηρία μου είναι πολύ μακράν. Εχω βυθισθή εις απύθμενον βάθος οδύνης, και συ δεν ακούεις τας θρηνώδεις κραυγάς της προσευχής μου.2 Θεέ μου, Θεέ μου, δῶσε προσοχὴν εἰς ἐμέ· διατὶ μὲ ἐγκατέλιπες καὶ μὲ ἐστέρησες τῆς παρηγορίας σου καὶ τῆς ἐνισχύσεώς σου; Παρέπεσα εἰς λάκκον θλίψεως καὶ ὀδύνης καὶ οἱ λόγοι καὶ στεναγμοί μου, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τὸ βάθος τῆς πτώσεώς μου ταύτης ἐκβάλλω, ἀπέχουν μακρὰν ἀπὸ τὴν σωτηρίαν μου, καὶ σὺ ὁ σώζων Θεὸς δὲν ἀκούεις αὐτούς.
3 ὁ Θεός μου, κεκράξομαι ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτός, καὶ οὐκ εἰς ἄνοιαν ἐμοί.3 Θεέ μου, φωνάζω προς σε όλην την ημέραν, χωρίς όμως και να εισακούωμαι. Κράζω όλην την νύκτα, χωρίς ποτέ από κανένα να χαρακτηρισθή ως παραλογισμός και ανοησία η εναγώνιος αυτή προσευχή μου.3 Ὦ Θεέ μου, θὰ φωνάζω εἰς σὲ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ δὲν θὰ μὲ εἰσακούῃς· θὰ φωνάζω καὶ κατὰ τὴν νύκτα καὶ κανεὶς ἐχέφρων δὲν θὰ μοῦ καταλογίσῃ ἀνοησίαν δι' αὐτό.
4 σὺ δὲ ἐν ἁγίῳ κατοικεῖς, ὁ ἔπαινος τοῦ ᾿Ισραήλ.4 Και όμως αισθάνομαι ότι συ είσαι κοντά μου, διότι κατοικείς στον ιερόν τόπον της σκηνής σου, εις την Σιών. Συ είσαι η δόξα και το καύχημα του λαού σου του ισραηλιτικού.4 Καὶ ὅμως σὺ δὲν εἶσαι μακράν, κατοικεῖς εἰς τὰ ἅγια καὶ ἄδυτα τοῦ ναοῦ σου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου σὲ ἐπαινεῖ καὶ σὲ ἀνυμνεῖ ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ.
5 ἐπὶ σοὶ ἤλπισαν οἱ πατέρες ἡμῶν, ἤλπισαν, καὶ ἐῤῥύσω αὐτούς·5 Εις σε είχαν στηρίξει τας ελπίδας των οι πρόγονοί μας. Εις σε ήλπισαν και συ, ανταμείβων την πίστιν των, τους απήλλαξες από τους κινδύνους.5 Εἰς σὲ ἐστήριξαν τὰς ἐλπίδας των οἱ πατέρες μας· ἤλπισαν εἰς σὲ καὶ τοὺς ἐγλύτωσες ἀπὸ τόσους κινδύνους.
6 πρὸς σὲ ἐκέκραξαν καὶ ἐσώθησαν, ἐπὶ σοὶ ἤλπισαν καὶ οὐ κατῃσχύνθησαν.6 Προς σε έκραξαν εκείνοι με όλην των την δύναμιν και εσώθησαν από τα κακά και τους κινδύνους, που τους απειλούσαν. Εις σε εστήριξαν τας ελπίδας των και δεν εντροπιάσθησαν δι' αυτό, αλλά εδικαιώθησαν.6 Πρὸς σὲ εἰς τὰς θλίψεις καὶ ἀνάγκας των ἐφώναξαν μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς ζητοῦντες τὴν βοήθειάν σου καὶ δι’ αὐτῆς ἐσώθησαν· ναί, εἰς σὲ ἤλπισαν καὶ δὲν ἐντροπιάσθησαν ὡς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σαθρᾶς στηρίζονται βάσεως.
7 ἐγὼ δέ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος, ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ.7 Εγώ όμως είμαι άθλιος ωσάν ένας σκώληξ, δεν είμαι καν άνθρωπος. Εγινα χλευασμός και περίγελως των ανθρώπων. Σαν μια τιποτένια ύπαρξις θεωρούμαι από τον λαόν.7 Ἀντιθέτως ὅμως πρὸς τὴν τόσην βοήθειαν καὶ προστασίαν, τὴν ὁποίαν ἀπήλαυσαν οἱ πρόγονοί μας, ἐγώ, ὁ ἐλπίζων ὡς ἐκεῖνοι εἰς σέ, κατήντησα εἰς ἐσχάτην ἀθλιότητα. Δὲν εἶμαι πλέον ἄνθρωπος, ἀλλὰ περιφρονημένος καὶ σιχαμερὸς σκώληξ, ποὺ κινδυνεύω νὰ καταπατηθῶ καὶ συνθλίβω ἀπὸ τὸν πρῶτον τυχόντα κατήντησα ὁ περίγελως καὶ ὁ χλευασμὸς τῶν ἀνθρώπων καὶ ὡς τιποτένιαν ὕπαρξιν λαὸς ὁλόκληρος μὲ ἐξουθενεῖ.
8 πάντες οἱ θεωροῦντές με ἐξεμυκτήρισάν με, ἐλάλησαν ἐν χείλεσιν, ἐκίνησαν κεφαλήν·8 Ολοι όσοι με βλέπουν με εμπαίζουν και με σαρκάζουν· με υβρίζουν και με βλασφημούν, κινούν ειρωνικώς και απειλητικώς την κεφαλήν των λέγοντες·8 Ὅλοι ὅσοι μὲ βλέπουν, μὲ περιψρονοῦν καὶ μὲ περιγελοῦν, λέγουν ὑβριστικοὺς καὶ βλασφήμους κατ’ ἐμοῦ λόγους μὲ τὰ χείλη των, κινοῦν τὴν κεφαλήν των κακεντρεχῶς καὶ μὲ πικρὰν εἰρωνείαν.
9 ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον, ῥυσάσθω αὐτόν· σωσάτω αὐτόν, ὅτι θέλει αὐτόν.9 “ισχυρίζεται ότι έχει στηρίξει τας ελπίδας του στον Κυριον. Αν αυτό είναι αληθινόν, ας τον σώση ο Θεός από τον θάνατον. Ας τον σώση, διότι αυτός ισχυρίζετο, ότι ο Κυριος τον θέλει, ότι ο Κυριος τον αγαπά ιδιαιτέρως”.9 Λέγουν· ἐστήριξε τὴν ἐλπίδα του καὶ τὴν πεποίθησίν του εἰς τὸν Κύριον· ἂς τὸν γλυτώσῃ λοιπὸν τώρα ἀπὸ τὸν ἀτιμωτικὸν θάνατόν του. Ἂς ἔλθῃ νὰ τὸν σώσῃ Ἐκεῖνος, διότι μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ Κύριος τὸν ἤθελε καὶ τὸν ἠγάπα ὡς ἰδικόν του.
10 ὅτι σὺ εἶ ὁ ἐκσπάσας με ἐκ γαστρός, ἡ ἐλπίς μου ἀπὸ μαστῶν τῆς μητρός μου·10 Και όμως εγώ αισθάνομαι και έχω την βεβαιότητα ότι αγαπώμαι από σε, διότι συ είσαι εκείνος, ο οποίος με ανέσπασες από την κοιλίαν της μητρός μου και με έφερες στον κόσμον. Συ είσαι η ελπίς μου από αυτής ακόμα της βρεφικής μου ηλικίας, όταν εθήλαζα το γάλα της μητρός μου.10 Ἀλλ’ ὅσα καὶ ἂν λέγουν αὐτοί, ἐγὼ εἶμαι πράγματι καὶ ἀληθείᾳ ἰδικός σου. Διότι σὺ εἶσαι ἐκεῖνος, ποὺ μὲ ἔβγαλες ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός μου καὶ ᾠκονόμησας τὴν ὑπερφυσικὴν γέννησίν μου· Σὺ εἶσαι ἡ ἐλπίς μου ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν νήπιον ἀκόμη ἐθήλαζα τὸ γάλα τῆς μητρός μου.
11 ἐπὶ σὲ ἐπεῤῥίφην ἐκ μήτρας, ἐκ κοιλίας μητρός μου Θεός μου εἶ σύ·11 Και έμβρυον, όταν ακόμη ευρισκόμην εις την κοιλίαν της μητρός μου, εις σε είχα επιρριφθή με πίστιν. Ναι, Κυριε, από της εποχής, που ήμούν εις την κοιλίαν της μητρός μου, συ είσαι ο Θεός μου και σωτήρ μου.11 Ὅταν ἀκόμη ἤμην ἔμβρυον, εἰς σὲ καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῆς προνοίας σου εἶχον ἐπιρριφθῆ, ἀφ’ ὅτου ἤμην εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός μου, σὺ εἶσαι ὁ προστάτης Θεός μου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ποτὲ δὲν ἐχωρίσθην.
12 μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι θλῖψις ἐγγύς, ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ βοηθῶν.12 Μη, λοιπόν, απομακρυνθής και τώρα από εμέ, διότι ευρίσκομαι εις μεγάλην θλίψιν και δεν υπάρχει κανείς να μου δώση βοήθειαν.12 Μὴ ἀπομακρυνθῇς καὶ τώρα ἀπὸ ἐμέ, ἀλλ’ ἀναδείχθητι καὶ πάλιν βοηθός μου καὶ προστάτης μου. Διότι ἡ θλῖψις μὲ ἐπλησίασε καὶ μὲ συσφίγγει πανταχόθεν· διότι δὲν ἔχω κανένα βοηθὸν καὶ εἶμαι ἐγκαταλελειμμένος.
13 περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με·13 Οι εχθροί μου με έχουν περικυκλώσει, ωσάν άγριοι μόσχοι. Από παντού με έχουν περισφίγξει σαν δυνατοί μαινόμενοι ασυγκράτητοι ταύροι.13 Μὲ περιεκύκλωσαν οἱ ἐχθροί μου σὰν ἀγέλη μόσχων ἀτιθάσων, καὶ μὲ ἔχουν κλείσει αἰχμάλωτόν των οἱ αἱμοχαρεῖς καὶ ἄγριοι ἀντίπαλοί μου σὰν ταῦροι θρεμμένοι καὶ ἀσυγκράτητοι.
14 ἤνοιξαν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν ὡς λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος.14 Ηνοιξαν εναντίον μου διάπλατα φοβερόν το στόμα των σαν άγρια ληοντάρια, τα οποία ωρυόμενα αρπάζουν με μανίαν το θύμα των.14 Ἤνοιξαν τὰ στόματά των νὰ μὲ καταβροχθίσουν σὰν λέων πειναλέος, ὁ ὁποῖος μὲ σφοδρότητα ὁρμᾷ νὰ ἁρπάση τὴν λείαν του καὶ ἐκβάλλει τὴν τρομακτικὴν κραυγήν του.
15 ὡσεὶ ὕδωρ ἐξεχύθην, καὶ διεσκορπίσθη πάντα τὰ ὀστᾶ μου, ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου·15 Από τους τρομερούς και αβάστακτους πόνους παρέλυσα. Εγινα σαν το νερό, που χύνεται ασκόπως κατά γης. Σαν να εξεκλειδώθησαν αι αρθρώσεις μου, σαν να διεσκορπίσθησαν τα οστά μου. Η καρδία μου μέσα στο στήθος μου είναι ωσάν κερί, το οποίον λυώνει από την φωτιάν.15 Οἱ πόνοι παρέλυσαν τὰς σάρκας μου καὶ κινδυνεύουν αὗται νὰ διαλυθοῦν καὶ νὰ χυθοῦν εἰς τὸ χῶμα σὰν τὸ νερό. Τὰ κόκκαλά μου ἔφυγαν ἀπὸ τὰς ἀρθρώσεις των καὶ κινδυνεύουν ὅλα νὰ διασκορπισθοῦν· ἡ καρδία μου ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη φλόγα τῆς θλίψεως καὶ τῆς ὀδύνης ἔγινε σὰν κηρὸς ποὺ λειώνει ἐν τῷ μέσῳ τοῦ στήθους καὶ τῶν ἐντοσθίων μου.
16 ἐξηράνθη ὡσεὶ ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου, καὶ ἡ γλῶσσά μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου, καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με.16 Σαν πήλινο σκεύος, το οποίον χωρίς νερό ξηραίνεται στον φλογερόν ήλιον, έτσι εξηράνθη και εξέλιπεν η δύναμίς μου. Η γλώσσα μου από την δίψαν, που με κατακαίει και την αγωνίαν, εκόλλησεν στον λάρυγγά μου. Και συ, Κυριε, φαίνεται σαν να με άφησες, να φθάσω στο χώμα του βαθέος τάφου.16 Σὰν σκεῦος πήλινον καὶ χωρὶς νερό, ποὺ τὸ κατακαίει φλογερὸς ἥλιος, οὕτως ἐξηράνθη καὶ ἐξέλιπεν ἡ δύναμίς μου, καὶ ἡ γλῶσσά μου ἀπὸ τὴν δίψαν καὶ τὴν ἀγωνίαν ἐκόλλησεν εἰς τὸν λάρυγγά μου. Καὶ σύ, ποὺ κυβερνᾷς τὰ πάντα καὶ χωρὶς τὸ θέλημά σου δὲν γίνεται τίποτε, ἐπέτρεψες νὰ καταπέσω εἰς τὸ χῶμα τοῦ τάφου καὶ τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς πρόκειται νὰ μὲ καταλάβῃ.
17 ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με, ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας.17 Διότι ιδού, οι εχθροί μου σαν αγέλη αγρίων κυνών με έχουν περικυκλώσει. Ο συρφετός αυτός των κακούργων ανθρώπων σαν με φοβερά καρφιά έχουν διατρυπήσει τα χέρια μου και τα πόδια μου.17 Διότι μὲ περιεκύκλωσαν ἐχθροὶ πολλοὶ λυσσασμένοι σὰν σκύλοι, μὲ περιτριγύρισαν σύναξις ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν ὡς κύριον ἔργον των τὸ πονηρὸν καὶ κακόν. Μὲ τὰ τρυπήματα τῶν καρφιῶν ἔσκαψαν καὶ ἤνοιξαν πληγὰς εἰς τὰς χεῖρας μου καὶ τοὺς πόδας μου.
18 ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου, αὐτοὶ δὲ κατενόησαν καὶ ἐπεῖδόν με.18 Από την εξάντλησιν και την αδυναμίαν, εις την οποίαν έχω καταντήσει, υμπορούν όλοι να διακρίνουν και να μετρούν τα οστά του σώματός μου. Οι εχθροί μου με χαιρεκακίαν πολλήν κατέστησαν τον πόνον μου και τον σπαραγμόν μου.18 καθὼς μὲ ἔβλεπον τεντωμένον ἐπὶ τοῦ ξύλου μὲ τὴν σάρκα διαφανῆ καὶ ἰσχνὴν ἀπὸ τὰς πληγὰς καὶ μαστιγώσεις καὶ μὲ τὰ μέλη κινδυνεύοντα νὰ ἐξαρθρωθοῦν, διέκριναν χωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ ἐμέτρησαν ὅλα τὰ ὀστᾳ μου· καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἐπόνουν καὶ ὠδυνώμην, αὐτοὶ διέκριναν καλὰ τοῦτο καὶ ηὐχαρίστουν τὴν δρᾶσιν των μὲ τοὺς σπαραγμοὺς καὶ τοὺς τιναγμοὺς τοῦ σώματός μου.
19 διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.19 Εμοιράσθησαν μεταξύ των τα ενδύματά μου και δια το ακριβώτερον ένδυμά μου- τον άρραφον χιτώνα- έβαλαν κλήρον, ποιός θα το πάρη.19 Ἐμοίρασαν μεταξύ των τὰ ἐνδύματά μου καὶ διὰ τὸ κυριώτερον καὶ ἀκριβώτερον ροῦχόν μου ἔρριψαν κλῆρον, ἵνα δι' αὐτοῦ κριθῇ ποῖος θὰ τὸ πάρῃ.
20 σὺ δέ, Κύριε, μὴ μακρύνῃς τὴν βοήθειάν μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, εἰς τὴν ἀντίληψίν μου πρόσχες.20 Συ όμως, Κυριε, μη βραδύνης να με βοηθήσης. Μη αναβάλλης αλλά ελά εις την βοήθειάν μου.20 Σὺ ὅμως, Κύριε, μὴ ἀναβάλλῃς καὶ μὴ ἀπομακρύνῃς τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν περιμένω νὰ μοῦ παράσχῃς. Σπεῦσον εἰς ἐνίσχυσιν καὶ προστασίαν μου.
21 ρῦσαι ἀπὸ ῥομφαίας τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐκ χειρὸς κυνὸς τὴν μονογενῆ μου·21 Γλύτωσε, Κυριε, την ζωήν μου από την ρομφαίαν, την οποίαν με μανίαν υψώνουν και ετοιμάζονται να καταφέρουν εναντίον μου οι εχθροί μου. Την μονάκριβον και πολύτιμον ψυχήν μου γλύτωσέ την, Κυριε, από την μανίαν του λαού, ο οποίος ωσάν λυσσασμένος σκύλος ορμά εναντίον μου.21 Γλύτωσε ἀπὸ τὴν κινουμένην κατ' ἐμοῦ σπάθην τὴν ζωήν μου καὶ ἀπὸ τὴν βιαίαν ἐπίθεσιν τοῦ λυσσῶντος ὡς κύων λαοῦ τὴν μονάκριβον καὶ πολύτιμον ψυχήν μου.
22 σῶσόν με ἐκ στόματος λέοντος καὶ ἀπὸ κεράτων μονοκερώτων τὴν ταπείνωσίν μου.22 Σώσε με από τους εχθρούς μου, οι οποίοι σαν ληοντάρι πεινασμένο ανοίγουν άγριον το στόμα των, δια να με καταβροχθίσουν. Εμέ, που έχω δυθισθή εις τόσην ταπείνωσιν και εξουδένωσιν, γλύτωσέ με από τους επιτιθεμένους εναντίον μου με μανίαν ζώου μονοκέρωτος.22 Σῶσον με ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου, οἵτινες ὡς λέων πειναλέος ἀνοίγουν τὸ στόμα των, ὅπως μὲ καταβροχθίσουν. Γλύτωσέ με τὸν τεταπεινωμένον ἀπὸ τοὺς ἐπιτιθεμένους κατ’ ἐμοῦ μὲ μανίαν ζώου ἔχοντος ἑν μόνον κέρας καὶ εἰς αὐτὸ συγκεντροῦντος τὴν φοβερὰν δύναμίν του.
23 διηγήσομαι τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε.23 Εάν, Κυριε, με σώσης, και πιστεύω απολύτως ότι θα με σώσης, θα διηγούμαι τα μεγαλεία σου στους αδελφούς μου τους Ισραηλίτας. Εν μέσω συναθροίσεως λαού πολλού θα σε δοξολογώ.23 Ἀλλ’ εὐλογημένος καὶ δοξασμένος νὰ εἶσαι, ὦ Θεέ μου. Διότι ἡ μόνωσις καὶ ἡ ἐγκατάλειψίς μου αὐτὴ δὲν θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολύ. Λυτρούμενος θαυμαστῶς ὑπὸ τῆς δεξιᾶς σου, θὰ καταστήσω γνωστὸν τὸ ὄνομά σου εἰς τὰ πλήθη τῶν ἀδελφῶν μου, ἐν μέσῳ συνάξεως μεγάλης θὰ σὲ ὑμνήσω.
24 οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, αἰνέσατε αὐτόν, ἅπαν τὸ σπέρμα ᾿Ιακώβ, δοξάσατε αὐτόν, φοβηθήτωσαν αὐτὸν ἅπαν τὸ σπέρμα ᾿Ισραήλ,24 Σεις, που φοβείσθε τον Κυριον, δοξάσατέ τον. Ολοι οι απόγονοι του Ισραήλ υμνολογήσατέ τον. Λατρεύσατέ τον με φόβον όλοι οι Ισραηλίται,24 Ὅσοι φοβεῖσθε τὸν Κύριον, αἰνέσατε καὶ ὑμνήσατε αὐτόν, ὅλοι οἱ ἀποτελοῦντες τοὺς ἀληθινοὺς καὶ πνευματικοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακὼβ δοξάσατέ τον· μὲ εὐλάβειαν βαθεῖαν καὶ μὲ ἔμφοβον σεβασμὸν προσκυνήσατέ τον ὅλος ὁ νέος Ἰσραὴλ τῆς χάριτος.
25 ὅτι οὐκ ἐξουδένωσεν οὐδὲ προσώχθισε τῇ δεήσει τοῦ πτωχοῦ, οὐδὲ ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτὸν εἰσήκουσέ μου.25 διότι ο Κυριος δεν κατεφρόνησε και δεν παρέβλεψε με δυσφορίαν ως ενοχλητικήν την δέησιν εμού του πτωχού και εξευτελισμένου ούτε και εγύρισεν αλλού το πρόσωπόν του, αλλά όταν με πίστιν έκραξα προς αυτόν, ήκουσε και εδέχθη την προσευχήν μου.25 Διότι δὲν ἀφῆκε νὰ ἐκμηδενισθῆ ὁ ἐλπίζων καὶ ἔχων ἐστραμμένα τὰ βλέμματά του εἰς αὐτὸν πτωχός, οὔτε ἐβαρύνθη ὡς ἐνοχλητικὴν τὴν δέησίν του, οὔτε ἔστρεψε μὲ ἀδιαφορίαν τὸ πρόσωπόν του ἀπὸ ἐμὲ διὰ νὰ μὴ μὲ βλέπῃ. Καὶ ὅταν ἐν μέσῳ τῆς θλίψεώς μου ἐφώναξα πρὸς αὐτὸν ζητῶν τὴν βοήθειάν του, μὲ εἰσήκουσε.
26 παρὰ σοῦ ὁ ἔπαινός μου ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ, τὰς εὐχάς μου ἀποδώσω ἐνώπιον τῶν φοβουμένων αὐτόν.26 Λυτρωμένος με την δύναμίν σου, Κυριε, και ασφαλής, από σε θα πάρω την έμπνευσιν, δια να σε υμνολογήσω ανάμεσα εις πολύν λαόν. Τα τάματα, που έχω κάμει όταν σε επεκαλούμην να με σώσης, θα τα εκπληρώσω σαν ιεράν υποχρέωσιν ενώπιον όλων εκείνων, που σέβονται το Ονομά σου.26 Ἀπὸ σὲ θὰ μοῦ δοθῇ καὶ τὸ θέμα καὶ ἡ ἱκανότης καὶ πᾶσα ἡ ἔμπνευσις νὰ σὲ ἐπαινέσω καὶ νὰ σὲ ὑμνήσω ἀξίως τοῦ μεγαλείου σου, ἐν μέσῳ συνάξεως πολυπληθοῦς θὰ σὲ δοξολογήσω διακηρύττων τὴν θαυμαστὴν ἐπέμβασίν σου. Τὰς ὑποσχέσεις καὶ τὰ ταξίματα, ποὺ σοῦ ἔκαμα, ὅταν σὲ ἐπεκαλούμην νὰ μὲ σώσῃς, θὰ τὰς ἐκπληρώσω ὡς ἱερὰν ὀφειλὴν ἐνώπιον τῶν φοβουμένων τὸ ὄνομά σου.
27 φάγονται πένητες καὶ ἐμπλησθήσονται, καὶ αἰνέσουσι Κύριον οἱ ἐκζητοῦντες αὐτόν· ζήσονται αἱ καρδίαι αὐτῶν εἰς αἰῶνα αἰῶνος.27 Πλουσίαν θυσίαν ευγνωμοσύνης, υλικήν και πνευματικήν, θα προσφέρω προς σε δια την σωτηρίαν, που μου έδωσες. Από αυτήν θα φάγουν οι πτωχοί και θα χορτάσουν υλικώς και πνευματικώς και θα δοξολογήσουν τον Κυριον όλοι εκείνοι, που με προσευχήν και πίστιν τον επιζητούν. Με την ιεράν αυτήν τροφήν της θυσίας μου θα ζήσουν αι ψυχαί των εις αιώνας αιώνων.27 Εὐχαριστήριον θυσίαν διασώσεως θὰ σοῦ προσφέρω, θυσίαν εὐάρεστον εἰς σὲ καὶ ἐξ αὐτῆς θὰ φάγουν οἱ πτωχοὶ ποὺ ἔχουν σὲ μόνην τῶν ἐλπίδα καὶ θὰ χορτασθοῦν, καὶ θὰ ἀναπέμψουν ὕμνον πρὸς τὸν Κύριον ὅσοι τὸν ποθοῦν καὶ ζητοῦν νὰ ἐνωθοῦν μετ’ αὐτοῦ. Διὰ τῆς βρώσεως αὐτῆς θὰ ζήσουν αἱ ψυχαί των αἰωνίως.
28 μνησθήσονται καὶ ἐπιστραφήσονται πρὸς Κύριον πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον αὐτοῦ πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν,28 Και αυτά ακόμη τα ειδωλολατρικά έθνη θα ενθυμηθούν τον Κυριον. Ολοι οι εις τα πέρατα της γης κατοικούντες λαοί θα πέσουν ενώπιόν του και θα προσκυνήσουν αυτόν όλαι αι φυλαί της γης.28 Θὰ ἐνθυμηθοῦν τὸν Κύριον καὶ τὰ λησμονήσαντα αὐτὸν ἔθνη, καὶ θὰ ἐπιστραφοῦν ἀπὸ τοὺς ψευδοθεούς, ποὺ λατρεύουν, πρὸς τὸν ἀληθινὸν Κύριον ὅλοι οἰ κατοικοῦντες τὴν γῆν, μὴ ἐξαιρουμένων μηδὲ τῶν εἰς τὰς ἐσχατιὰς αὐτῆς διαμενόντων βαρβάρων. Καὶ θὰ προσκυνήσουν ἐνώπιον αὐτοῦ ὅλαι αἱ φυλαὶ καὶ οἰκογένειαι τῶν ἐθνῶν.
29 ὅτι τοῦ Κυρίου ἡ βασιλεία, καὶ αὐτὸς δεσπόζει τῶν ἐθνῶν.29 Διότι στον Κυριον ανήκει δικαιωματικώς και απολύτως η βασιλεία επί πάντων και αυτός είναι ο μόνος, που δικαιούται να δεσπόζη και δεσπόζει επάνω εις όλα τα έθνη.29 Διότι πράγματι ἡ βασιλεία ἐπὶ τῶν ἐθνῶν δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς μονάρχας καὶ δυνάστας, οἵτινες φαίνονται ἤδη ὅτι κατέχουν αὐτήν, ἀλλ’ εἰς τὸν Κύριον, καὶ μόνος αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπέρτατος κυρίαρχος καὶ δεσπότης τῶν ἐθνῶν.
30 ἔφαγον καὶ προσεκύνησαν πάντες οἱ πίονες τῆς γῆς, ἐνώπιον αὐτοῦ προπεσοῦνται πάντες οἱ καταβαίνοντες εἰς γῆν. καὶ ἡ ψυχή μου αὐτῷ ζῇ,30 Από το συμπόσιον αυτό της πνευματικής θυσίας θα φάγουν και θα προσκυνήσουν τον Κυριον όλοι οι άρχοντες και οι μεγάλοι του κόσμου. Ενώπιόν του θα πέσουν με σεβασμόν και θα προσκυνήσουν με ευγνωμοσύνην και όλοι οι ταλαιπωρημένοι θνητοί, που έχουν καταπέσει μέχρι του εδάφους και καταπατούνται από τους ισχυρούς της γης. Η ψυχή μου, ολόκληρος η ύπαρξίς μου ζη και υπάρχει δι' αυτόν, δια να τον υπηρετή και να τον δοξάζη.30 Ἔφαγον ἐκ τῆς θυσίας μου καὶ προσεκύνησαν τὸν Κύριον ὅλοι οἱ παχυνθέντες ἀπὸ τὴν εὐμάρειαν τοῦ πλούτου καὶ τῆς εὐφροσύνης ἄρχοντες καὶ ἔνδοξοι τῆς γῆς. Ἐνώπιον αὐτοὺ θὰ πέσουν ὑποδεχόμενοι εὐλαβῶς αὐτὸν ὅλοι οἱ ἄσημοι καὶ κακοτυχισμένοι, ποὺ ἔχουν καταπέσει μέχρι τοῦ ἐδάφους τῆς γῆς καὶ καταπατοῦνται ἀπὸ τοὺς τυράννους των, ἀλλὰ τώρα θὰ εὔρουν καὶ αὐτοὶ τὴν σωτηρίαν των παρ’ αὐτῷ. Καὶ ἡ ψυχή μου, ἡ ὕπαρξίς μου ὁλόκληρος ζῇ καὶ ὑπάρχει δι' αὐτὸν διὰ νὰ τὸν ὑπηρετῇ καὶ τῷ εἶναι ἀφωσιωμένη.
31 καὶ τὸ σπέρμα μου δουλεύσει αὐτῷ· ἀναγγελήσεται τῷ Κυρίῳ γενεὰ ἡ ἐρχομένη,31 Και οι απόγονοί μου θα τον υπηρετήσουν με πίστιν, η γενεά αυτή των ευσεβών ανθρώπων, που πρόκειται να έλθη, θα αναγγελθή στον εν ουρανοίς Κυριον ως λαός ιδικός του.31 Καὶ οἱ πνευματικοί μου ἀπόγονοι, ὅσοι διὰ τῆς πρὸς ἐμὲ πίστεως θὰ γίνουν τέκνα καὶ ἀδελφοί μου, θὰ ἀναδειχθοῦν πιστοὶ καὶ ἐν πᾶσιν εὐπειθεῖς καὶ πρόθυμοι δοῦλοι του. Ἡ γενεὰ αὐτή, τῆς ὁποίας ἡ ἔλευσις ἐπίκειται καὶ ἡ ὁποία θὰ ἀναβλαστήσῃ ἐκ τοῦ παθήματός μου, νὰ ἀναγγελθῇ εἰς τὸν ἐν οὐρανοῖς Κύριον ὡς ἀνήκουσα ἐξ ὁλοκλήρου εἰς αὐτόν.
32 καὶ ἀναγγελοῦσι τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ λαῷ τῷ τεχθησομένῳ, ὃν ἐποίησεν ὁ Κύριος.32 Θα αναγγείλουν και θα καταστήσουν γνωστήν την δικαιοσύνην του στον λαόν, ο οποίος πρόκειται να γεννηθή από το πάθημα και τον θρίαμβον του οσίου του, λαόν τον οποίον ανεγέννησε και ανέδειξεν ο Κυριος.32 Καὶ θὰ καταστήσουν γνωστὴν τὴν δικαιοσύνην τοῦ Κυρίου εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ γεννηθῇ ἐκ τοῦ παθήματος τοῦ θριαμβεύσαντος ἤδη ὁσίου, καὶ ἡ γέννησίς του αὐτὴ θὰ συντελεσθῇ διὰ νέας δημιουργικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὴν νέαν ταύτην κτίσιν αὐτοῦ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΚΒ'🔸
                             (22)

1) Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει.
2) εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με,
3) τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. 
ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
4) ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν.
5) ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον.
6) καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΚΓ'🔸
                             (23)

1) Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ.
2) αὐτὸς ἐπὶ θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτὴν καὶ ἐπὶ ποταμῶν ἡτοίμασεν αὐτήν.
3) τίς ἀναβήσεται εἰς τὸ ὄρος τοῦ Κυρίου καὶ τίς στήσεται ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ;
4) ἀθῷος χερσὶ καὶ καθαρὸς τῇ καρδίᾳ, ὃς οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ ματαίῳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ οὐκ ὤμοσεν ἐπὶ δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ.
5) οὗτος λήψεται εὐλογίαν παρὰ Κυρίου καὶ ἐλεημοσύνην παρὰ Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ.
6) αὕτη ἡ γενεὰ ζητούντων τὸν Κύριον, ζητούντων τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ.
7) ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
8) τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;
Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ.
9) ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
10) τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;
Κύριος τῶν δυνάμεων αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα,

δόξα Σοι, ὁ Θεός (γ')

Κύριε, ἐλέησον (γ')

Δόξα ... Καὶ νῦν ...


Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
              🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 4🔹«24~31»



              🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΚΔ'🔸
                            (24)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 25) ΠΡΟΣ σέ, Κύριε, ἦρα τὴν ψυχήν μου, ὁ Θεός μου.1 (Μασ. 25) Προς σέ, Κυριε, που είσαι ο Θεός μου, ανύψωσα τον νουν και την καρδίαν μου, αφού τα απέσπασα από τας ματαιότητας του κόσμου τούτου.1 Πρὸς σέ, Κύριε, ὕψωσα τὴν ψυχήν μου, ἀφοῦ ἀπέσπασα αὐτὴν ἀπὸ τὰ γήϊνα· πρὸς σὲ ἀνέτεινα τὰς πνευματικάς μου δυνάμεις, διότι σὺ εἶσαι ἀληθὴς Θεὸς καὶ ὁ Θεὸς ὁ ἰδικός μου.
2 ἐπὶ σοὶ πέποιθα· μὴ καταισχυνθείην, μηδὲ καταγελασάτωσάν με οἱ ἐχθροί μου.2 Εις σε έχω στηρίξει την πεποίθησίν μου. Μη επιτρέψης ποτέ, Κυριε, και παρασυρθώ εις αμαρτίαν και κατεξευτελισθώ εις την παρούσαν ζωήν. Ούτε και να γίνω αντικείμενον χλευασμού και ονειδισμού εκ μέρους των εχθρών μου.2 Εἰς σὲ ἐστήριξα τὴν ὅλην πεποίθησίν μου· Σὲ παρακαλῶ προστάτευσέ με καὶ μὴ ἐπιτρέψῃς νὰ ἐντροπιασθῶ ποτὲ εἰς τὴν ζωήν μου, οὔτε να καταστῶ περίγελως τῶν ἐχθρῶν μου.
3 καὶ γὰρ πάντες οἱ ὑπομένοντές σε οὐ μὴ καταισχυνθῶσιν· αἰσχυνθήτωσαν οἱ ἀνομοῦντες διακενῆς.3 Ζητώ αυτήν την χάριν από σέ, διότι βλέπω ότι όλοι όσοι υπομένουν δοκιμασίας και περιμένουν με πίστιν από σε την βοήθειαν, δεν θα καταισχυνθούν. Εξ αντιθέτου θα κατεντροπιασθούν εκείνοι, οι οποίοι εκτρέπονται εις παρανομίας, χωρίς μάλιστα και να αποκομίζουν κανένα κέρδος από αυτάς.3 Καὶ ζητῶ ταῦτα ἀπὸ σέ, διότι ὅλοι ὅσοι καρτερικῶς καὶ ἐν ὑπομονῇ ἀναμένουν εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ περιστάσεις των τὴν βοήθειάν σου, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐντροπιασθοῦν διὰ τῆς διαψεύσεως τῶν ἐλπίδων ποὺ ἐστήριξαν εἰς σέ· ἂς ἐντροπιασθοῦν, ὄχι ἐγὼ καὶ οἱ στηρίζοντες τὴν πεποίθησίν των εἰς σέ, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἰ ὁποῖοι μὲ δόλους καὶ ψεύδη παρανομοῦν ματαίως, χωρὶς εἰς τὸ τέλος τίποτε νὰ ὠφελοῦνται ἀπὸ αὐτά.
4 τὰς ὁδούς σου, Κύριε, γνώρισόν μοι, καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με.4 Καμε γνωστάς, Κυριε, εις εμέ τας οδούς των εντολών σου, δίδαξέ με με τον ιδικόν σου φωτισμόν και με την ιδικήν σου παιδαγωγίαν τους δρόμους της θεαρέστου ζωής.4 Κατάστησόν μου, Κύριε, γνωστοὺς τοὺς δρόμους τῶν ἐντολῶν σου καὶ τοῦ θελήματός σου, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους εἰς σέ, καὶ δίδαξέ με διὰ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς παιδαγωγίας σου τοὺς τρόπους τῆς ἁγιοπρεποῦς πολιτείας, ἵνα συμπεριφέρωμαι ἀπαρεγκλίτως εἰς πᾶσαν περίστασιν κατ’ αὐτούς.
5 ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου καὶ δίδαξόν με, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ σωτήρ μου, καὶ σὲ ὑπέμεινα ὅλην τὴν ἡμέραν.5 Οδήγησέ με στο να γνωρίσω και να δεχθώ την αλήθειάν σου. Διδαξέ με, ώστε να εννοήσω βαθύτατα και να παραδεχθώ ακλόνητα, ότι συ είσαι ο Θεός μου και ο σωτήρ μου. Δι' αυτό και όλην την ημέραν και όλας τας ημέρας της ζωής μου ελπίζω και περιμένω από σε βοήθειαν.5 Ὁδήγησέ με εἰς τὸ νὰ γνωρίσω καὶ ἐγκολπωθῶ τὴν ἐν τῷ νόμῳ σου ἀλήθειαν καὶ δίδαξόν με εἰς κατανόησιν καὶ ἐφαρμογὴν αὐτῆς, διότι σὺ εἶσαι ὁ Θεός, ποὺ μὲ σώζεις ἀπὸ πάντα κίνδυνον σωματικὸν καὶ πνευματικόν, καὶ δι' αὐτὸ μετὰ καρτερίας σὲ περιμένω καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, μὴ ἀμφιβάλλων, ὅτι θὰ σπεύσῃς καὶ τώρα εἰς βοήθειάν μου.
6 μνήσθητι τῶν οἰκτιρμῶν σου, Κύριε, καὶ τὰ ἐλέη σου, ὅτι ἀπὸ τοῦ αἰῶνός εἰσιν.6 Ενθυμήσου, Κυριε, και στείλε και προς εμέ τους οικτιρμούς σου και τα ελέη σου. Ανεξάντλητα και αιώνια είναι τα ελέη σου, τα οποία έδειξες στους προγόνους μας, στον λαόν του Ισραήλ.6 Ἐνθυμήσου τοὺς οἰκτιρμούς σου, Κύριε, καὶ τὰ ἐλέη, τὰ ὁποῖα ἐπέδειξες πλούσια εἰς τοὺς προγόνους μας. Δὲν εἶναι χθεσινὰ ταῦτα, ἀλλὰ πρὸ αἰώνων πολλῶν δεικνύεσαι εὔσπλαγχνος καὶ ἐλεήμων πρὸς τὸν λαόν σου, τὸν Ἰσραήλ.
7 ἁμαρτίας νεότητός μου καὶ ἀγνοίας μου μὴ μνησθῇς· κατὰ τὸ ἔλεός σου μνήσθητί μου, σύ, ἕνεκεν χρηστότητός σου, Κύριε.7 Της νεότητός μας τας αμαρτίας, όπως και τας άλλας, τας οποίας εξ αγνοίας διέπραξα, μη τας ενθυμηθής, Κυριε. Να με ενθυμηθής σύμφωνα με το άπειρον έλεός σου, διότι είναι απέραντος η καλωσύνη σου, Κυριε.7 Μὴ ἐνθυμηθῇς τὰς ἁμαρτίας, ὅσας ἀπὸ κουφότητα καὶ ἀπειρίαν νεανικήν, καθὼς καὶ ὅσας ἐξ ἐνόχου ἀγνοίας διέπραξα· σύμφωνα μὲ τὸ ἔλεος τὸ ὁποῖον πρὸς ὅλους τοὺς μετανοοῦντας ἁμαρτωλοὺς δεικνύεις, ἐνθυμήσου καὶ ἐμέ, Κύριε, διὰ τὴν καλωσύνην καὶ ἀγαθότητα, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἁμαρτωλοὺς εὐεργετεῖς.
8 χρηστὸς καὶ εὐθὴς ὁ Κύριος· διὰ τοῦτο νομοθετήσει ἁμαρτάνοντας ἐν ὁδῷ.8 Αγαθός και ευεργετικός και δίκαιος προς όλους είναι ο Κυριος. Δι' αυτό θα διδάσκη και θα καθοδηγή με τον Νομον του τους αμαρτάνοντας, δια να επιστρέψουν στον δρόμον της αρετής.8 Εὐεργετικὸς πρὸς ὅλους καὶ δίκαιος εἶναι ὁ Κύριος· δι’αὐτὸ θὰ διδάσκῃ καὶ θὰ καθοδηγῇ διὰ τοῦ νόμου του τοὺς ἁμαρτάνοντας, ὅπως ἐπιστρέψουν εἰς τὴν εὐθεῖαν τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν ἐντολῶν του ὁδόν.
9 ὁδηγήσει πραεῖς ἐν κρίσει, διδάξει πραεῖς ὁδοὺς αὐτοῦ.9 Θα οδηγή πάντοτε ο Κυριος τους πράους και ευθείς στον δρόμον της αρετής και εις φωτισμένην ζωήν. Θα διδάξη τους πράους και ταπεινούς τας οδούς των εντολών του.9 Θὰ ὁδηγῇ πάντοτε τοὺς πράους καὶ ταπεινοὺς ἀνθρώπους νὰ πολιτεύωνται μὲ σύνεσιν καὶ διαυγῆ σκέψιν, θὰ διδάξῃ τοὺς πράους τὸν δρόμον τῶν ἐντολῶν του, καθὼς καὶ τὰς πανσόφους μεθόδους, τὰς ὁποίας χρησιμοποιεῖ πρὸς σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.
10 πᾶσαι αἱ ὁδοὶ Κυρίου ἔλεος καὶ ἀλήθεια τοῖς ἐκζητοῦσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ.10 Ολαι αι εντολαί του Κυρίου, αι οποίαι αναφέρονται εις ρύθμισιν της ζωής μας, είναι γεμάται από την ευσπλαγχνίαν του και την αξιοπιστίαν του εις εκείνους, οι οποίοι ενδιαφέρονται και ζητούν να μάθουν το θέλημά του και όλας τας εντολάς του.10 Γεμᾶται εὐσπλαγχνίαν, ἔλεος καὶ οἰκτιρμοὺς εἶναι αἱ μέθοδοι, τὰς ὁποίας ὁ Κύριος μεταχειρίζεται πρὸς ἐπιστροφήν τοῦ ἁμαρτωλοῦ· αὐτὴ ἡ ἀλάθεια ἐνσωματοῦται εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἔδωκεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ πληροφοροῦνται διὰ τῆς πείρας περὶ τούτου ὅσοι μὲ πόθον καὶ εἰλικρίνειαν ψυχῆς ἐρευνοῦν τὴν διαθήκην καὶ τὰς μαρτυρίας τοῦ Κυρίου, προσπαθοῦντες νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς αὐτά.
11 ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, καὶ ἱλάσῃ τῇ ἁμαρτίᾳ μου, πολλὴ γάρ ἐστι.11 Δια το Ονομά σου, ελεήμων Κυριε, και προς δόξαν της αγαθότητός σου συγχώρησε τας αμαρτίας μου, αι οποίαι είναι πολλαί και μεγάλαι.11 Διὰ τὸ ὄνομά σου, Κύριε, πρὸς δόξαν τῆς χρηστότητος καὶ τῆς φιλανθρωπίας, μὲ τὰ ὁποῖα εἶσαι γνωστὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, φανοῦ ἵλεως καὶ συγχώρησον τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἶναι πολύ.
12 τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον; νομοθετήσει αὐτῷ ἐν ὁδῷ, ᾗ ᾑρετίσατο.12 Ποιός είναι ο άνθρωπος, ο οποίος πράγματι ευλαβείται και σέβεται τον Κυριον; Εις αυτόν θα δώση Νομον ο Κυριος, δια να καθοδηγήται στον δρόμον, τον οποίον έχει εκλέξει.12 Ποῖος ἄνθρωπος φοβεῖται καὶ σέβεται ἐκ καρδίας τὸν Κύριον; Θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος νόμον καὶ κανόνα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ὁδηγῆται, διὰ ν' ἀκολουθῇ τὸν δρόμον καὶ τὴν ζωήν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ καταστῇ εὐάρεστος πρὸς αὐτόν.
13 ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσεται, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ κληρονομήσει γῆν.13 Η ψυχή του ανθρώπου αυτού θα αναπαύεται ανάμεσα εις πλούσια αγαθά και οι απόγονοί του θα κληρονομούν και θα κατέχουν πάντοτε την γην των προγόνων των.13 Ἡ ζωὴ καὶ ἡ ὕπαρξίς του θὰ καταυλισθῇ καὶ θὰ ἀναπαυθῇ εἰς ἀγαθὰ καὶ εἰς εὐτυχίαν, καὶ οἱ ἀπόγονοί του θὰ κληρονομήσουν τὴν εὐλογημένην γῆν τῆς ἐπαγγελίας.
14 κραταίωμα Κύριος τῶν φοβουμένων αὐτόν, καὶ ἡ διαθήκη αὐτοῦ δηλώσει αὐτοῖς.14 Ο Κυριος είναι η κραταιά και ακατανίκητος δύναμις αυτών, που τον φοβούνται. Αυτήν την αλήθειαν μαρτυρεί και θα μαρτυρή η διαθήκη, την οποίαν έκαμε προς αυτούς.14 Ὁ Κύριος γίνεται κραταιὰ ἐνίσχυσις τῶν φοβουμένων αὐτὸν καὶ ἀποδεικνύει τοῦτο φανερὰ ἡ διαθήκη, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς αὐτοὺς καὶ διὰ τῆς ὁποίας μὲ ρητὰς καὶ ἀδιαψεύστους ὑποσχέσεις ἀνέλαβε τὴν προστασίαν αὐτῶν.
15 οἱ ὀφθαλμοί μου διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον, ὅτι αὐτὸς ἐκσπάσει ἐκ παγίδος τοὺς πόδας μου.15 Δια τούτο οι οφθαλμοί μου είναι πάντοτε εστραμμένοι προς τον Κυριον, διότι αυτός θα αποσπάση και θα ελευθερώση τα πόδια μου από την παγίδα.15 Οἱ ὀφθαλμοί μου εἶναι διαρκῶς ἐστραμμένοι πρὸς τὸν Κύριον, τὸν ὁποῖον γεμᾶτος ἐλπίδα ἱκετεύω καὶ παρακαλῶ, διότι αὐτὸς θὰ ἐκμηδενίσῃ τὰς κατ’ ἐμοῦ ἐπιβουλὰς καὶ θὰ ἀποσπάσῃ ἐξ οἰασδήποτε παγίδος τοὺς πόδας μου, ὥστε οὔτε νὰ κινδυνεύσω σωματικῶς, οὔτε εἰς τὸ κακὸν νὰ συλληφθῶ.
16 ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, ὅτι μονογενὴς καὶ πτωχός εἰμι ἐγώ.16 Κυριε, ρίψε ευσπλαγχνικόν το βλέμμα σου προς εμέ και ελέησέ με, διότι είμαι μόνος και ταλαιπωρημένος εις την ζωήν.16 Ρῖψε τὸ βλέμμα σου σπλαγχνικὸν καὶ προστατευτικὸν πρὸς ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, διότι εἶμαι ἐγκαταλελειμμένος καὶ ἀπομονωμένος, ὡς πτωχὸς δὲ καὶ ἔρημος στεροῦμαι πάσης βοηθείας, μόνην ἐλπίδα ἔχων σέ.
17 αἱ θλίψεις τῆς καρδίας μου ἐπληθύνθησαν· ἐκ τῶν ἀναγκῶν μου ἐξάγαγέ με.17 Αι θλίψεις της καρδίας μου έχουν πληθυνθή και βαρυνθή. Βγάλε με και λύτρωσέ με από τας στενοχώρους αυτάς περιστάσεις.17 Αἱ θλίψεις, ποὺ καταπληγώνουν τὴν καρδίαν μου, ἐπλήθυναν καὶ ἔγιναν πολλαί· ἀπὸ τὰς στενοχωρίας μου βγάλε με καὶ ὁδήγησέ με εἰς ἄνεσιν καὶ ἀναψυχήν.
18 ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον μου καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου.18 Ιδε, Κυριε, την ταπείνωσιν, εις την οποίαν έχω καταπέσει και τον μόχθον, από τον οποίον βαρύνομαι, και συγχώρησε όλας μου τας αμαρτίας.18 Ἴδε πόσον ἐταπεινώθην· ἴδε τὸν μόχθον καὶ τοὺς στεναγμούς μου· καὶ διὰ τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸν κόπον μου αὐτὸν συγχώρησε, σὲ παρακαλῶ, ὅλας τὰς ἁμαρτίας μου, ξ αἰτίας τῶν ὁποίων τιμωροῦμαι.
19 ἴδε τοὺς ἐχθρούς μου, ὅτι ἐπληθύνθησαν καὶ μῖσος ἄδικον ἐμίσησάν με.19 Ιδέ ακόμη, Κυριε, και τους εχθρούς μου, διότι πάρα πολύ επληθύνθησαν, και με ένα άδικον φοβερόν μίσος με έχουν μισήσει.19 Ἴδε ὅτι ηὐξήθησαν εἰς μέγα πλῆθος οἱ ἐχθροί μου καὶ χωρὶς ἐγὼ νὰ τοὺς βλάψω εἰς τίποτε μὲ μισοῦν ἀδίκως.
20 φύλαξον τὴν ψυχήν μου καὶ ῥῦσαί με· μὴ καταισχυνθείην, ὅτι ἤλπισα ἐπὶ σέ.20 Φυλαξε την ζωήν μου από τας επιβουλάς αυτών των εχθρών και γλύτωσέ με. Μη επιτρέψης να εντροπιασθώ και κατεξευτελισθώ από αυτούς, διότι εγώ έχω στηρίξει εις σε την ελπίδα της βοηθείας μου.20 Φύλαξε τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τὰς ἐπιβουλάς των καὶ γλύτωσέ με· μὴ ἐπιτρέψῃς, σὲ παρακαλῶ, νὰ ἐντροπιασθῶ ἀπὸ αὐτούς, διὸ εἰς σέ, τοῦ ὁποίου ἡ βοήθεια εἶναι ἀκαταγώνιστος καὶ κραταιά, ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου.
21 ἄκακοι καὶ εὐθεῖς ἐκολλῶντό μοι, ὅτι ὑπέμεινά σε, Κύριε.21 Απονήρευτοι και ευθείς άνθρωποι, ξένοι προς κάθε δολιότητα και κακίαν με ακολουθούσαν πιστώς, διότι εγώ, Κυριε, υπέμεινα και επέμεινα ελπίζων εις σέ.21 Ἀπονήρευτοι καὶ εὐθεῖς ἄνθρωποι, ξένοι πρὸς τοὺς δόλους, τὴν κακίαν καὶ τὰς ἀδικίας, μὲ ἠκολούθουν καὶ συνεδέοντο μαζί μου στενῶς, διότι ἐπέμεινα μεθ' ὑπομονῆς πολλῆς ἐλπίζων εἰς σέ. Ἂς μὴ ἀποθαρρυνθοῦν καὶ ἂς μὴ ἐντροπιασθοῦν μαζί μου καὶ οἱ δοῦλοι σου αὐτοί, διὰ τῆς διαψεύσεως τῶν ἐλπίδων μας.
22 λύτρωσαι, ὁ Θεός, τὸν ᾿Ισραὴλ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ.22 Δια να ενθαρρυνθούν και στερεωθούν και αυτοί εις την προς σε πίστιν, γλύτωσέ με, Κυριε, από θλίψεις και κινδύνους και όχι μόνον εμέ αλλά ολόκληρον τον Ισραηλιτικόν λαόν από όλας τας θλίψστου.22 Ἐλευθέρωσε, Θεέ μου, μαζὶ μὲ ἡμᾶς καὶ ὁλόκληρον τὸν ἰσραηλιτικὸν λαὸν ἀπὸ ὅλας τὰς θλίψεις του.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΚΕ'🔸
                            (25)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τοῦ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 26) ΚΡΙΝΟΝ με, Κύριε, ὅτι ἐγὼ ἐν ἀκακίᾳ μου ἐπορεύθην καὶ ἐπὶ τῷ Κυρίῳ ἐλπίζων, οὐ μὴ ἀσθενήσω.1 (Μασ. 26) Κρίνόν με, Κυριε, ότι εγώ εν ακακία μου επορεύθην και επί τω Κυρίω ελπίζων ου μη ασθενήσω.1 Γενοῦ κριτῆς μου, Κύριε, καὶ ἀπόδος δικαιοσύνην εἰς ἐμέ. Ζητῶ τοῦτο ἀπὸ Σέ, διότι προσεπάθησα νὰ πολιτεύωμαι μὲ ἁπλότητα καὶ ἀγαθότητα ψυχῆς καὶ δι' αὐτὸ αἱ ἐλπίδες, ποὺ ἐστήριξα εἰς τὸν Κύριον, δὲν θὰ διαψευσθοῦν καὶ δὲν θὰ καταντήσω εἰς ἀδυναμίαν ἔναντι τῶν ἐχθρῶν μου.
2 δοκίμασόν με, Κύριε, καὶ πείρασόν με, πύρωσον τοὺς νεφρούς μου καὶ τὴν καρδίαν μου.2 Δοκιμασον με, Κυριε, και πείρασόν με, πύρωσον τους νεφρούς μου και την καρδίαν μου.2 Ὑπόβαλέ με, Κύριε, εἰς τὴν δοκιμασίαν τῶν θλίψεων, καὶ πείρασόν με μὲ τοὺς βαρυτέρους πειρασμούς, διὰ τῶν ὁποίων ἐπειράσθησαν οἱ ἐκλεκτοί σου καὶ δόκιμοι ἄνδρες, ἐξέτασε τὸ ἐσωτερικόν μου καὶ τὴν καρδίαν μου σὰν μέσα εἰς κάμινον καὶ φωτιὰν δοκιμάζων αὐτά.
3 ὅτι τὸ ἔλεός σου κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μού ἐστι, καὶ εὐηρέστησα ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου.3 Οτι το έλεός σου κατέναντι των οφθαλμών μου εστι, και ευηρέστησα εν τη αληθεία σου.3 Ζητῶ μετὰ παρρησίας τὴν δοκιμασίαν καὶ ἐξέτασίν σου αὐτήν, διότι ἔχω διαρκῶς πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου τὸ ἔλεός σου, τὸ ὁποῖον ἐκχύνεις πλούσιον εἰς τοὺς ἐλπίζοντας εἰς σέ, καὶ δι' αὐτὸ εὐηρέστησα εἰς σὲ συμμορφωθεῖς πρὸς τὴν ἀλήθειάν σου.
4 οὐκ ἐκάθισα μετὰ συνεδρίου ματαιότητος καὶ μετὰ παρανομούντων οὐ μὴ εἰσέλθω·4 Ουκ εκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος και μετά παρανομούντων ου μη εισέλθω·4 Δὲν ἔλαβα μέρος εἰς συνέδρια καὶ συσκέψεις ἀνθρώπων ἀρεσκομένων εἰς τὴν ματαιότητα καὶ τὸ ψεῦδος, καὶ δὲν θὰ εἰσέλθω μαζὶ μὲ παρανομοῦντας διὰ νὰ συσκεφθῶ καὶ συνεργασθῶ μὲ αὐτούς.
5 ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων καὶ μετὰ ἀσεβῶν οὐ μὴ καθίσω.5 εμίσησα εκκλησίαν πονηρευομένων και μετά ασεβών ου μη καθίσω.5 Ἐμίσησα ἀπὸ καρδίας πᾶσαν σύναξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι σχεδιάζουν καὶ μηχανεύονται ἔργα πονηρά, καὶ δὲν θὰ καθίσω ποτὲ μὲ ἀσεβεῖς ἀνθρώπους συναποτελῶν μέλος τῆς συντροφίας των.
6 νίψομαι ἐν ἀθῴοις τὰς χεῖράς μου καὶ κυκλώσω τὸ θυσιαστήριόν σου, Κύριε,6 Νιψομαι εν αθώοις τας χείράς μου και κυκλώσω το θυσιαστήριόν σου, Κυριε,6 Θὰ νίψω μαζὶ μὲ τοὺς ἀθῴους τὰς χεῖρας μου εἰς δήλωσιν τῆς ἁγνότητος καὶ καθαρότητος αὐτῶν ἀπὸ πάσης ἀδικίας, καὶ θὰ ἀκολουθήσω, Κύριε, εὐλαβῶς τὴν λιτανευτικὴν πομπὴν τῶν ἱερέων γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριόν σου,
7 τοῦ ἀκοῦσαί με φωνῆς αἰνέσεώς σου καὶ διηγήσασθαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου.7 του ακούσαί με φωνής αινέσεως κοι διηγήσασθαι πάντα τα θαυμάσιά σου.7 διὰ νὰ ἀκούσω τὴν φωνὴν τῶν ὑμνούντων σε καὶ δοξολογούντων λευϊτῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ διηγηθῶ καὶ ἐγὼ ὅλα τὰ θαυμαστά σου ἔργα καὶ νὰ συνενώσω καὶ τὴν ἰδικήν μου φωνὴν πρὸς αἶνον τῆς δόξης σου.
8 Κύριε, ἠγάπησα εὐπρέπειαν οἴκου σου καὶ τόπον σκηνώματος δόξης σου.8 Κυριε, ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου σου και τόπον σκηνώματος δόξης σου.8 Κύριε, ἐπόθησα μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μου νὰ εὐπρεπίζω καὶ νὰ κατακοσμῶ τὸν οἶκόν σου καὶ τὸν τόπον τὸν ἱερόν, εἰς τὸν ὁποῖον κατασκηνώνει ἐν σχήματι φωτεινῆς καὶ ἐκθαμβωτικῆς νεφέλης ἡ δόξα σου ἡ πληροῦσα αὐτὸν λαμπρότητος.
9 μὴ συναπολέσῃς μετὰ ἀσεβῶν τὴν ψυχήν μου καὶ μετὰ ἀνδρῶν αἱμάτων τὴν ζωήν μου,9 Μη συναπολέσης μετά ασεβών την ψυχήν μου και μετά ανδρών αιμάτων την ζωήν μου,9 Ἀφοῦ λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἱερὸς πόθος καταφλέγει τὴν καρδίαν μου, μὴ συγκαταστρέψῃς μετ’ ἀνθρώπων, ποὺ δὲν σὲ σέβονται, τὴν εὐλαβουμένην καὶ σεβομένην σε ψυχήν μου, καὶ μὴ ἑξαφανίσῃς τὴν ζωήν μου μετ' ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται εἰς τοὺς φόνους καὶ ἔχουν αἱμοβόρα αἰσθήματα.
10 ὧν ἐν χερσὶν ἀνομίαι, ἡ δεξιὰ αὐτῶν ἐπλήσθη δώρων.10 ων εν χερσίν ανομίαι, η δεξιά αυτών επλήσθη δώρων.10 Εἰς τὰς χεῖρας των αὐτοὶ ἔχουν ἀνομίας καὶ ἐγκλήματα πολλά, καὶ ἡ δεξιά των χεὶρ εἶναι γεμάτη ἀπὸ δῶρα, τὰ ὁποῖα χωρὶς καμμίαν τύψιν ἐλάμβανον ἑκάστοτε, διὰ νὰ στραγγαλίσουν τὸ δίκαιον καὶ καταδικάσουν τὸν ἀθῷον.
11 ἐγὼ δὲ ἐν ἀκακίᾳ μου ἐπορεύθην· λύτρωσαί με καὶ ἐλέησόν με.11 Εγώ δε εν ακακία μου επορεύθην· λύτρωσαί με και ελέησόν με.11 Ἀντιθέτως ἐγὼ ἐπολιτεύθην καὶ συμπεριεφέρθην χωρὶς πονηρίαν καὶ μὲ τὴν συνήθη μου εὐθύτητα καὶ καλοσύνην. Γλύτωσέ με, Κύριε, ἀπὸ τὰς πονηρίας καὶ τοὺς δόλους των, καὶ δεῖξε πρὸς ἐμὲ τὸ ἔλεός σου.
12 ὁ πούς μου ἔστη ἐν εὐθύτητι· ἐν ἐκκλησίαις εὐλογήσω σε, Κύριε.12 Ο πούς μου έστη εν ευθύτητι· εν εκκλησίαις ευλογήσω σε, Κυριε.12 Οἱ πόδες μου δὲν ἐβγῆκαν οὔτε σπιθαμὴν ἔξω ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν ὁδόν, ἀλλ' ἐστάθησαν μακρὰν ἀπὸ κάθε σκολιότητα καὶ πονηρίαν εἰς τὸν εὐθὺν δρόμον τοῦ θελήματός σου. Δι’ αὐτὸ ἐλεούμενος ἀπὸ σὲ θὰ σὲ εὐλοῶ καὶ θὰ σὲ δοξολογῶ, Κύριε, ἐν μέσῳ συνάξεων πολυπληθῶν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΚΣΤ'🔸
                             (26)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τοῦ Δαυΐδ· πρὸ τοῦ χρισθῆναι.
1 (Μασ. 27) ΚΥΡΙΟΣ φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου· τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου· ἀπὸ τίνος δειλιάσω;1 (Μασ. 27) Ο Κυριος είναι το φως μου μέσα στο σκοτάδι και εις την άγνοιαν της παρούσης ζωής. Ο Κυριος είναι ο σωτήρ μου. Ποιόν λοιπόν έχω να φοβηθώ; Κανένα. Ο Κυριος υπερασπίζει την ζωήν μου από κάθε κίνδυνον. Από τας απειλάς ποίου έχω να δειλιάσω;1 Ο Κύριος εἶναι φωτισμός μου, διότι μὲ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἀγνοίας καὶ ἀπὸ τὰ μαῦρα σύννεφα τῆς θλίψεως καὶ ἀπελπισίας. Ὁ Κύριος εἶναι Σωτήριov. Ποῖον λοιπὸν θὰ φοβηθῶ, ἐφ’ ὅσον ἔχω τοιοῦτον προστάτην; Ὁ Κύριος εἶναι ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου· ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς καὶ τὰς ἐπιθέσεις τίνος ἐχθροῦ θὰ δειλιάσω;
2 ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ᾿ ἐμὲ κακοῦντας τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας μου, οἱ θλίβοντές με καὶ οἱ ἐχθροί μου, αὐτοὶ ἠσθένησαν καὶ ἔπεσαν.2 Ενῷ με επλησίαζον ορμητικοί οι κακοποιοί άνθρωποι, δια να με κατασπαράξουν και σαν άγρια θηρία να καταφάγουν τας σάρκας μου, αυτοί, που με έθλιβαν και με τέτοιας εχθρικάς διαθέσεις επήρχοντο εναντίον μου, εκλονίσθησαν και έπεσαν συντετριμμένοι κάτω στο χώμα. Τους είχε κτυπήσει ο Κυριος μου και σωτήρ μου.2 Καθ’ ὃν χρόνον ἐπλησίαζον νὰ μὲ καταφθάσουν οἱ ἐπιπεσόντες κατ' ἐμοῦ κακοποιοί, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ μὲ κατασπαράξουν καὶ ὡς ἄγρια θηρία νὰ καταβροχθίσουν τὰς σάρκας μου, αὐτοὶ ποὺ μὲ ἔθλιβον καὶ μὲ τόσον ἐχθρικὰς διαθέσεις ἐπήρχοντο κατ’ ἑμοῦ, ἐκλονίσθησαν καὶ κατέπεσαν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἡττημένοι, σὰν νὰ ἐπλήγησαν ὑπὸ τῆς ἀοράτου δυνάμεως τοῦ Σωτῆρος μου.
3 ἐὰν παρατάξηται ἐπ᾿ ἐμὲ παρεμβολή, οὐ φοβηθήσεται ἡ καρδία μου· ἐὰν ἐπαναστῇ ἐπ᾿ ἐμὲ πόλεμος, ἐν ταύτῃ ἐγὼ ἐλπίζω.3 Εάν, λοιπόν, και παραταχθή ολόκληρον στράτευμα εναντίον μου, δεν θα δειλιάση καθόλου η καρδία μου. Και εάν εξεγερθή πόλεμος εναντίον μου, και εις την περίπτωσιν αυτήν εγώ θα έχω στηριγμένας τας ελπίδας μου στον Κυριον.3 Κατόπιν λοιπὸν τῆς θαυμαστῆς ταύτης διασώσεώς μου καὶ ἐὰν ἀκόμη παραταχθῇ κατ’ ἐμοῦ ὁλόκληρος στρατιά, δὲν θὰ φοβηθῇ ἡ καρδία μου· καὶ ἐὰν πόλεμος σηκωθῇ κατ' ἐμοῦ, πάλιν καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐγὼ δὲν θὰ παύσω νὰ ἐλπίζω.
4 μίαν ᾐτησάμην παρὰ Κυρίου, ταύτην ἐκζητήσω· τοῦ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, τοῦ θεωρεῖν με τὴν τερπνότητα Κυρίου καὶ ἐπισκέπτεσθαι τὸν ναὸν τὸν ἅγιον αὐτοῦ.4 Μιαν παράκλησιν δια της προσευχής υπέβαλα στον Κυριον. Μιαν χάριν του εζήτησα και του ζητώ· να κατοικώ στον οίκον του Κυρίου όλας τας ημέρας της ζωής μου, δια να βλέπω και να απολαμβάνω τα θέλγητρα του Θεού μου και να επισκέπτωμαι, ως ευλαβής και ταπεινός λάτρης, τον άγιον ναόν του.4 Μίαν αἴτησιν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Κύριον, αὐτὴν τὴν χάριν θὰ τοῦ ζητήσω μὲ ὅλην τὴν καρδίαν μου· νὰ κατοικῶ ἐντὸς τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, νὰ μελετῶ καὶ νὰ βλέπω μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μου τὰ θαυμαστὰ ἔργα τῆς προστατευτικῆς δυνάμεως καὶ ἀγαθότητος τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα μαζὶ μὲ τὴν λατρείαν του πληροῦν τερπνότητος τὴν καρδίαν μου, καὶ νὰ ἐπισκέπτωμαι τακτικὰ ὡς ταπεινὸς λάτρης τὸν ἅγιον Ναόν του.
5 ὅτι ἔκρυψέ με ἐν σκηνῇ αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ κακῶν μου, ἐσκέπασέ με ἐν ἀποκρύφῳ τῆς σκηνῆς αὑτοῦ, ἐν πέτρᾳ ὕψωσέ με.5 Αυτοί οι πόθοι πλημμυρίζουν την καρδίαν μου, διότι εις περίοδον μεγάλων κινδύνων ο Κυριος με έκρυψε και με ησφάλισεν εις την σκηνήν του Μαρτυρίου του. Και ως εάν ήμην εις υψηλόν βράχον με ανύψωσεν ασφαλή, με εδόξασε, με έσωσε.5 Θὰ ἤμην δὲ ἀχάριστος, ἐὰν δὲν εἶχον τὸν πόθον αὐτόν. Διότι ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἡμέραν, ποὺ κίνδυνοι καὶ κακὰ πολλὰ μὲ ἐκύκλωσαν καὶ ἐκινδύνευα νὰ θανατωθῶ, μὲ ἔκρυψεν ἐντὸς τῆς σκηνῆς αὐτοῦ, μοῦ παρέσχε σκέπην καὶ προστασίαν ἀσφαλῆ μέσα εἰς τὸ μυστικὸν καὶ ἀπόκρυφον μέρος τῆς σκηνῆς του, καὶ μὲ ὕψωσεν ὑπεράνω τῶν ἐπελθόντων κατ’ ἐμοῦ κινδύνων ἐπὶ πέτρας ὑψηλῆς, στερεᾶς καὶ ἀπροσβλήτου.
6 καὶ νῦν ἰδοὺ ὕψωσε κεφαλήν μου ἐπ᾿ ἐχθρούς μου· ἐκύκλωσα καὶ ἔθυσα ἐν τῇ σκηνῇ αὐτοῦ θυσίαν ἀλαλαγμοῦ, ᾄσομαι καὶ ψαλῶ τῷ Κυρίῳ.6 Και τώρα, πιστεύω εις την παντοδύναμον προστασίαν του και διακηρύττω ότι ανύψωσε την κεφαλήν, μου εναντίον των εχθρών μου με ανέδειξεν ανώτερόν των. Δι' αυτό και εις ευλαβή λιτανείαν θα κάμω κύκλον περί το θυσιαστήριόν του, θα προσφέρω εις την Σκηνήν του ευχαριστήριον θυσίαν με αλαλαγμούς χαράς, θα τραγουδώ τα μεγαλεία του και θα παίζω μουσικά όργανα προς δόξαν του Κυρίου μου.6 Καὶ τώρα δύναμαι νὰ προείπω καὶ διὰ τὸ μέλλον μετὰ βεβαιότητος, ὅτι ἀνύψωσε τὴν κεφαλήν μου ἐπὶ τῶν ἐχθρῶν μου καὶ μὲ κατέστησεν ὑπέρτερον καὶ ἀνώτερον ἀπὸ αὐτούς. Κατόπιν δὲ τούτου θὰ κυκλώσω (Εἰς τὸ Ἑβραϊκὸν τὰ ρήματα εἰς μέλλοντα χρόνον) ἐν λιτανευτικῇ πομπῇ τὸ θυσιαστήριον καὶ θὰ προσφέρω εἰς τὴν σκηνὴν αὐτοῦ θυσίαν εὐχαριστήριον μετ’ ἀλαλαγμῶν εὐγνώμονος θριάμβου· θὰ ἀναπέμψω αἶνον καὶ θὰ ψάλω δοξολογίαν εἰς τὸν Κύριον.
7 εἰσάκουσον, Κύριε, τῆς φωνῆς μου, ἧς ἐκέκραξα· ἐλέησόν με καὶ εἰσάκουσόν μου.7 Κυριε, άκουσε την φωνήν της προσευχής μου, με την οποίαν κραυγάζω τώρα προς σέ. Ελέησέ με και κάμε δεκτήν την παράκλησίν μου.7 Εἰσάκουσον, Κύριε, τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου, τὴν ὁποίαν μὲ πόθον καὶ θερμότητα πολλὴν σοῦ ἀπευθύνω. Ἐλέησέ με καὶ ἄκουσε εὐμενῶς τὴν προσευχήν μου.
8 σοὶ εἶπεν ἡ καρδία μου· ἐξεζήτησέ σε τὸ πρόσωπόν μου· τὸ πρόσωπόν σου, Κύριε, ζητήσω.8 Προς σε στρέφεται η καρδία μου και λέγει· Σε τον Κυριον ποθώ και αναζητώ πάντοτε. Με πόθον, Κυριε, η καρδία μου αναζητεί και θα αναζητή το πρόσωπόν σου, την επικοινωνίαν σου.8 Μὲ πόνον πολὺν φωνάζει πρὸς σὲ ἡ καρδία μου λέγουσα: Τὸν Κύριον μὲ πόθον πολὺν θὰ ζητήσω. Σὲ ἐζήτησεν ὁλόκληρος ἡ λογική μου ὕπαρξις. Σὲ ἱκέτευσα ἐπιμόνως, μὲ τὸ πρόσωπόν μου ἐστραμμένον εἰς σέ· τὸ πρόσωπόν σου, Κύριε, ζητῶ μετὰ πόθου.
9 μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ μὴ ἐκκλίνῃς ἐν ὀργῇ ἀπὸ τοῦ δούλου σου· βοηθός μου γενοῦ, μὴ ἀποσκορακίσῃς με καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς με, ὁ Θεός, ὁ σωτήρ μου.9 Μη γυρίσης αλλού το πρόσωπόν σου από εμέ. Μη απομακρυνθής ωργισμένος από εμέ τον δούλόν σου. Γινε βοηθός μου. Μη με αποπέμψης ως ενοχλητικόν και φορτικόν. Θεέ μου και σωτήρα μου, μη με εγκαταλείψης.9 Μὴ δείξῃς ἀποστροφὴν πρὸς ἐμὲ ἀποστερών με τῆς εὐμενείας τοῦ προσώπου σου καὶ μὴ ἀπομακρυνθῇς θυμωμένος ἀπὸ τὸν δοῦλον σου· γίνε καὶ πάλιν βοηθός μου· μὴ μὲ ἀποδιώξῃς ὡς ὀχληρὸν καὶ φορτικόν, καὶ μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς, ὡ Θεέ, ποὺ εἶσαι ὁ μόνος Σωτήρ μου.
10 ὅτι ὁ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δὲ Κύριος προσελάβετό με.10 Διότι ενώ ο πατήρ μου και η μητέρα μου με εγκατέλειψαν, ο Κυριος με προσέλαβε και με ανέλαβεν υπό την προστασίαν του.10 Ὁ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου, ἀδύνατοι καὶ αὐτοὶ νὰ μὲ ὑπερασπισθοῦν, μὲ ἀφῆκαν ἀβοήθητον καὶ ἔρημον, ὡς νὰ ἤμην ὀρφανός, ὁ Κύριος ὅμως μὲ ἐπῆρε πλησίον του καὶ ἔγινε δι’ ἐμὲ περισσότερον ἀπὸ πατέρας.
11 νομοθέτησόν με, Κύριε, ἐν τῇ ὁδῷ σου καὶ ὁδήγησόν με ἐν τρίβῳ εὐθείᾳ ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου.11 Γινε συ, Κυριε, ο νομοθέτης μου. Διδαξέ με τον δρόμον των εντολών σου, οδήγησέ με εις την ευθείαν οδόν των εντολών σου ένεκα των εχθρών, που με απειλούν.11 Γενοῦ εἰς ἐμὲ νομοθέτης, Κύριε· δίδαξόν με τὴν ὁδὸν τῶν ἐντολῶν σου καὶ ὁδήγησέ με εἰς δρόμον εὐθὺν καὶ ἀσφαλῆ, ἐλεύθερον ἀπὸ τὰς παγίδας καὶ ἐπιβουλὰς τῶν δολερῶν ἐχθρῶν μου.
12 μὴ παραδῷς με εἰς ψυχὰς θλιβόντων με, ὅτι ἐπανέστησάν μοι μάρτυρες ἄδικοι, καὶ ἐψεύσατο ἡ ἀδικία ἑαυτῇ.12 Μη με παραδώσης εις τα χέρια εκείνων, οι οποίοι έχουν σκοπόν να με καταθλίψουν. Διότι κατά τον καιρόν αυτόν εσηκώθησαν εναντίον μου συκοφάνται, διετύπωσαν ψευδείς κατηγορίας και συκοφαντίας εναντίον μου, δια να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά των.12 Μὴ μὲ παραδώσῃς αἰχμάλωτον εἰς τὰς ἀσπλάγχνους ψυχὰς αὐτῶν, ποὺ μὲ θλίβουν, διότι ἐσηκώθησαν κατ’ ἐμοῦ μάρτυρες ἀδίκως κατηγοροῦντες με, καὶ οἱ κυριαρχούμενοι ὑπὸ τῆς ἀδικίας ἄνθρωποι ἐψεύσθησαν κατ' ἐμοῦ χάριν τοῦ ἑαυτοῦ των καὶ τῶν ἀδίκων συμφερόντων των.
13 πιστεύω τοῦ ἰδεῖν τὰ ἀγαθὰ Κυρίου ἐν γῇ ζώντων.13 Εγώ όμως πιστεύω, ότι θα σωθώ από τους κινδύνους, που με απειλούν. Θα ζήσω και θα ίδω τα αγαθά του Κυρίου εις την γην αυτήν μαζή με τους άλλους ανθρώπους.13 Πιστεύω νὰ ἴδω καὶ νὰ ἀπολαύσω τὰ ἀγαθὰ τοῦ Κυρίου εἰς τὴν γῆν τῆς τελειοτέρας καὶ μακαριωτέρας ζωῆς, τῆς ὁποίας οἱ κληρονόμοι ζοῦν πάντοτε, χωρὶς νὰ ἀποθνήσκουν ποτέ.
14 ὑπόμεινον τὸν Κύριον· ἀνδρίζου, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία σου, καὶ ὑπόμεινον τὸν Κύριον.14 Ω ψυχή μου, υπόμεινε και επίμενε στο θέλημα του Κυρίου. Περίμενε τον Κυριον, έχε θάρρος, ας ενισχύεται η καρδία σου. Υπόμεινε τον Κυριον εις τας θλίψεις σου και περίμενε την λυτρωτικήν επέμβασίν του.14 Ἀνάμεινον μεθ’ ὑπομονῆς τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου, ἀπομάκρυνον πᾶσαν δειλίαν καὶ πληρώθητι ἀνδρείας καὶ ἂς μὴ χάνῃ τὸ θάρρος της, ἀλλ’ ἂς κραταιοῦται ἡ καρδία σου. Καὶ ἐξακολούθει μετ' ἐγκαρτερήσεως νὰ ἀναμένῃς τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΚΖ'🔸
                             (27)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τοῦ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 28) ΠΡΟΣ σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, ὁ Θεός μου, μὴ παρασιωπήσῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ, μήποτε παρασιωπήσῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον.1 (Μασ. 28) Προς σε, Κυριε, συνεχώς δια της προσευχής μου κραυγάζω. Συ, ο Θεός μου, μη κωφεύσης και μη αντιπαρέλθης με σιωπήν την αίτησίν μου. Διότι, όταν αδιαφορήσης και δεν απαντήσης εις εμέ, θα γίνω όμοιος με ένα από τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι ρίπτονται νεκροί στον βαθύν τάφον.1 Πρὸς σέ, Κύριε, διὰ προσευχῆς θερμῆς καὶ παρατεταμένης φωνάζω· ὦ Θεέ μου, μὴ ἀντιπαρέλθῃς ἀπὸ ἐμὲ σιωπηλὸς χωρὶς νὰ δώσῃς καμμίαν ἀπόκρισιν εἰς τὴν δέησίν μου. Μὴ γένοιτο ποτὲ νὰ ἀδιαφορήσῃς καὶ νὰ κωφεύσῃς εἰς ἐμέ, διότι τότε θὰ γίνω ὅμοιος πρὸς τοὺς νεκρούς, οἱ ὁποῖοι κατέρχονται εἰς τὸν τάφον.
2 εἰσάκουσον τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ δέεσθαί με πρὸς σέ, ἐν τῷ αἴρειν με χεῖράς μου πρὸς ναὸν ἅγιόν σου.2 Καμε δεκτήν την φωνήν της δεήσεώς μου, την ώραν που με υψωμένα ευλαβώς τα χέριά μου προς τον άγιον ναόν σου σου απευθύνω εκ βάθους καρδίας ολόθερμον ικεσίαν.2 Ἄκουσε μετ’ εὐμενείας τὴν φωνὴν τῆς προσευχῆς καὶ παρακλήσεως, τὴν ὁποίαν σοῦ ἀπευθύνω, ὅταν ἱκετευτικῶς προσεύχωμαι πρὸς σέ, ὅταν ὑψώνω τὰς χεῖρας μου ἔχων τὸ σῶμα μου καὶ τὸ ἐσωτερικόν μου ὁλόκληρον ἐστραμμένα πρὸς τὸ ἱερώτατον μέρος, τὸ πάνσεπτον καὶ ἄβατον τοῦ ἁγίου ναοῦ σου.
3 μὴ συνελκύσῃς μετὰ ἁμαρτωλῶν τὴν ψυχήν μου καὶ μετὰ ἐργαζομένων ἀδικίαν μὴ συναπολέσῃς με τῶν λαλούντων εἰρήνην μετὰ τῶν πλησίον αὐτῶν, κακὰ δὲ ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν.3 Μη με σύρης και μη με καταδικάσης εις όλεθρον μαζή με τους αμαρτωλούς ανθρώπους· με εκείνους, οι οποίοι ως έργον των και σκοπόν της ζωής έχουν, το να αδικούν. Αυτοί είναι δίβουλοι και διπρόσωποι. Ειρηνικούς και φιλικούς λόγους ομιλούν προς τους γύρωτων, σχεδιάζουν όμως κακά έργα μέσα εις τας καρδίας των.3 Μὴ ἐπιτρέψῃς νὰ συμπαρασυρθῶ εἰς τὸν ὄλεθρον μαζὶ μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ νὰ συγκαταστραφῶ μὲ ἐκείνους, ποὺ ὡς ἔργον των ἔχουν νὰ ἀδικοῦν, οἱ ὁποῖοι εἶναι διπρόσωποι καὶ λαλοῦν λόγους εἰρηνικοὺς καὶ φιλικοὺς πρὸς τοὺς πλησίον τους, σχεδιάζουν ὅμως κακὰ μέσα εἰς τὰς καρδίας των.
4 δὸς αὐτοῖς, Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν καὶ κατὰ τὴν πονηρίαν τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτῶν· κατὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτῶν δὸς αὐτοῖς, ἀπόδος τὸ ἀνταπόδομα αὐτῶν αὐτοῖς.4 Δώσε, Κυριε, εις αυτούς σύμφωνα με τα έργα των, σύμφωνα με την πονηρίαν και την πανουργίαν των εγκληματικών των σχεδίων και ενεργειών. Δώσε εις αυτούς σύμφωνα με τα κακά έργα των, που διαπράττουν με τα ίδια των τα χέρια. Πλήρωσέ τους και ανταπόδωσέ τους ως μισθόν και ποινήν αυτό, που αρμόζει εις τας αμαρτωλάς των πράξεις.4 Δῶσε τους, Κύριε, σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα των καὶ σύμφωνα μὲ τὴν πονηρίαν καὶ πανουργίαν τῶν κακεντρεχῶν σχεδίων καὶ ἐγκληματικῶν ἐνεργειῶν των· σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα τῶν μολυσμένων χειρῶν των δῶσε εἰς αὐτοὺς τὴν τιμωρίαν, ποὺ τοὺς ἀξίζει. Πλήρωσέ τους καὶ ἀνταπόδωσέ τους τὸν μισθὸν καὶ τὴν ποινὴν ποὺ ἁρμόζει εἰς τὰς πράξεις των.
5 ὅτι οὐ συνῆκαν εἰς τὰ ἔργα Κυρίου καὶ εἰς τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ· καθελεῖς αὐτοὺς καὶ οὐ μὴ οἰκοδομήσεις αὐτούς.5 Διότι αυτοί δεν ηθέλησαν να μελετήσουν και κατανοήσουν τα έργα της παντοδυναμίας και δικαιοσύνης του Κυρίου, τα έργα των χειρών του. Θα τους κατακρημνίσης, θα τους αφήσης στο χώμα συντετριμμένους και δεν θα τους ανεγείρης ποτέ πλέον.5 Διότι δὲν ἐνδιεφέρθησαν νὰ κατανοήσουν τὰ ἔργα τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἐν τῇ ἱστορίᾳ δικαιοκρισίας τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ παρακινηθοῦν εἰς φόβον καὶ εὐλάβειαν πρὸς αὐτόν. Δὲν ἔδωκαν καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰ φέροντα τὴν σφραγῖδα τῆς ἀγαθότητος ἔργα τῶν χειρῶν τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ προτραποῦν εἰς τὸ νὰ ἀπόσχουν τῶν πονηρῶν ἔργων των. Δι’ αὐτὸ θὰ τοὺς κατακρημνίσῃς καὶ θὰ μείνουν διὰ παντὸς κατεστραμμένοι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς, ὅπως καὶ πάλιν οἰκοδομήσῃς καὶ ἀνεγείρῃς αὐτούς.
6 εὐλογητὸς Κύριος, ὅτι εἰσήκουσε τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου.6 Ας είναι ευλογημένος και δοξασμένος ο Κυριος, διότι ήκουσε και εδέχθη με ευμένειαν την φωνήν της δεήσεώς μου.6 Ἄξιος εἶναι νὰ εὐλογῆται καὶ νὰ δοξάζεται ὁ Κύριος, διότι ἤκουσεν εὐμενῶς καὶ ἐδέχθη τὴν φωνὴν τῆς ἱκετευτικῆς προσευχῆς μου.
7 Κύριος βοηθός μου καὶ ὑπερασπιστής μου· ἐπ᾿ αὐτῷ ἤλπισεν ἡ καρδία μου, καὶ ἐβοηθήθην, καὶ ἀνέθαλεν ἡ σάρξ μου· καὶ ἐκ θελήματός μου ἐξομολογήσομαι αὐτῷ.7 Ο Κυριος έγινε βοηθός μου και υπερασπιστής μου. Η καρδία μου εστήριξεν εις αυτόν την ελπίδα της. Δι' αυτό δε και έλαβα στοργικήν βοήθειαν από εκείνον. Το ταλαιπωρημένον και κατεξηντλημένον σώμα μου ανεζωογονήθη. Δια τούτο με όλην μου την θέλησιν και επιθυμίαν θα τον δοξολογήσω.7 Ὁ Κύριος ἐγένετο βοηθός μου καὶ ὑπερασπιστής μου· ἡ καρδία μου ἐστήριξε ὁλόκληρον τὴν ἐλπίδα της εἰς αὐτὸν καὶ δι’ αὐτὸ ἔτυχον στοργικῆς βοηθείας καὶ προστασίας. Καὶ τὸ καταβεβλημένον ἀπὸ τὴν πολλὴν στενοχωρίαν σῶμα μου ἀνέλαβε καὶ ἀνεζωογονήθη· καὶ ὁλοψύχως καὶ μὲ ὅλην μου τὴν θέλησιν θὰ τὸν δοξολογήσω.
8 Κύριος κραταίωμα τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν σωτηρίων τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ ἐστι.8 Ο Κυριος είναι η ακατανίκητος δύναμις και κραταιά βοήθεια του λαού του. Αυτός είναι ο υπερασπιστής του, ώστε με πολλούς και διαφόρους τρόπους και εις πολλάς περιστάσεις εχάρισε την σωτηρίαν στον βασιλέα, τον οποίον ο ίδιος έχρισε.8 Ὁ Κύριος εἶναι ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ κραταιὰ βοήθεια τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξε καὶ τὸν ἔχει ἰδικόν του, διότι αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ ὑπερασπιστής, ὅστις ποικιλοτρόπως καὶ εἰς πολλὰς περιστάσεις ἐχάρισε τὴν σωτηρίαν εἰς τὸν χρισθέντα ὑπ’ αὐτοῦ βασιλέα.
9 σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου καὶ ποίμανον αὐτοὺς καὶ ἔπαρον αὐτοὺς ἕως τοῦ αἰῶνος.9 Σώσε τον λαόν σου τον ισραηλιτικόν και ευλόγησε αυτούς, τους οποίους εξεχώρισες ανάμεσα από τα άλλα έθνη ως ιδικήν σου κληρονομίαν και τους εξέλεξες, δια να ανήκουν εις σέ. Ως στοργικός ποιμήν προστάτευσέ τους, κυβέρνησέ τους, διάθρεψέ τους, πάρε τους υπό την προστασίαν σου δια παντός.9 Σῶσον τὸν λαόν σου τὸν Ἰσραήλ, Κύριε, καὶ εὐλόγησον τοὺς ὑπηκόους σου τούτους, τοὺς ὁποίους ὡς κλῆρον ἰδικόν σου ἐξεχώρισες ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ τοὺς ἐξέλεξες, ἵνα ἀνήκουν εἰς σέ. Καὶ ὡς ποιμὴν στοργικὸς καὶ προνοητικὸς προστάτευσέ τους καὶ κυβέρνησέ τους καὶ σήκωσέ τους εἰς τοὺς στοργικούς σου ὤμους ἔχων αὐτοὺς ὑπὸ τὴν διαρκῆ καὶ ἄπαυστον καὶ ἀτελεύτητον προστασίαν σου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΚΗ'🔸
                            (28)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· ἐξοδίου σκηνῆς.
1 (Μασ. 29) ΕΝΕΓΚΑΤΕ τῷ Κυρίῳ, υἱοὶ Θεοῦ, ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ υἱοὺς κριῶν, ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ δόξαν καὶ τιμήν,1 (Μασ. 29) Σεις οι ιερείς του Κυρίου προσφέρατε προς τον Κυριον, προσφέρατε αμνούς θυσίαν προς τον Κυριον. Προσφέρατε με τας ευλαβείς αυτάς θυσίας δόξαν και τιμήν προς τον Κυριον.1 Προσφέρατε εἰς τὸν Κύριον, ὦ ἄγγελοι, οἵτινες πρὸ τῶν ἀνθρώπων ἠξιώθητε νὰ εἶσθε κατὰ χάριν υἱοὶ τοῦ Θεοῦ· προσφέρατε εἰς τὸν Κύριον λογικὰς καὶ πνευματικὰς θυσίας ἀρεστὰς εἰς αὐτόν, ὡς oἱ προσφερόμενοι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τοῦ γηΐνου θυσιαστηρίου ἀμνοί, ποὺ ἐγεννήθησαν προσφάτως ἀπὸ κριοὺς ὡρίμους. Προαφέρατε εἰς τὸν Κύριον δόξαν καὶ τιμήν.
2 ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ δόξαν ὀνόματι αὐτοῦ, προσκυνήσατε τῷ Κυρίῳ ἐν αὐλῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ.2 Προσφέρατε προς τυν Κυριον την αρμόζουσαν στο μεγαλοπρεπές Ονομά του δόξαν. Προσκυνήσατε αυτόν εις την ιεράν αυλήν της Σκηνής του.2 Προαφέρατε εἰς τὸν Κύριον δόξαν πρέπουσαν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ· Κλίνατε εὐλαβῶς γόνυ καὶ προσκυνήσατε τὸν Κύριον εἰς τὸν ἐν οὐρανοῖς θρόνον του, ἔνθα καὶ αἱ ἅγιαι βασιλικαὶ αὐλαί του.
3 φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν.3 Φωνή Κυρίου αντηχεί επάνω από τα πυκνά, τα φορτωμένα με νερά σύννεφα. Ο μέγας και ένδοξος Θεός εξαπέλυσε τας βροντάς. Ο Κυριος υψώνεται υπεράνω από τας ανυπολογίστους ποσότητας των υδάτων, που υπάρχουν εις τα νέφη.3 Φωνὴ Κυρίου ἀντηχεῖ ὑπεράνω τῶν εἰς πυκνὰ σύννεφα συσσωρευμένων ὑδάτων. Ὁ μέγας καὶ ἔνδοξος Θεὸς ἐξαπέλυσε βροντάς. Ὁ Κύριος ὑψοῦται ὑπεράνω ἀνυπολογίστων ποσοτήτων ὕδατος ἀποθηκευμένων εἰς σύννεφα.
4 φωνὴ Κυρίου ἐν ἰσχύϊ, φωνὴ Κυρίου ἐν μεγαλοπρεπείᾳ.4 Φωνή Κυρίου ισχυρά! Φωνή Κυρίου ακούεται μεγαλοπρεπεστάτη.4 Φωνὴ Κυρίου βροντᾷ ἰσχυρά· φωνὴ Κυρίου ἀκούεται μεγαλοπρεπεστάτη·
5 φωνὴ Κυρίου συντρίβοντος κέδρους, καὶ συντρίψει Κύριος τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου5 Φωνή Κυρίου βροντά, καθ' ον χρόνον οι κεραυνοί του συντρίβουν τα πανύψηλα κέδρα· και θα συντρίψη ο Κυριος με τους κεραυνούς του τας κέδρους του Λιβάνου.5 Φωνὴ Κυρίου βροντᾷ συνοδεύουσα κεραυνούς, μὲ τοὺς ὁποίους συντρίβει ἐν μιᾷ στιγμῇ τὰ ὑψηλὰ καὶ πελώρια δένδρα τῶν κέδρων, καὶ θὰ συντρίψῃ ὁ Κύριος μὲ τοὺς κεραυνούς του τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου.
6 καὶ λεπτυνεῖ αὐτὰς ὡς τὸν μόσχον τὸν Λίβανον, καὶ ὁ ἠγαπημένος ὡς υἱὸς μονοκερώτων.6 Θα λεπτύνη και θα μεταβάλη εις σκόνιν το τεράστιον δάσος, που σκεπάζει τον Λιβανον, όπως εις σκόνιν μετέβαλε τον χρυσούν μόσχον. Αλλά ο ηγαπημένος στον Θεόν λαός του Ισραήλ εν μέσω αυτών των καταιγίδων και καταστροφών παραμένει απτόητος σαν ισχυρός νεαρός υιός του μονοκέρωτος.6 Καὶ θὰ λεπτύνῃ τὸ καλύπτον τὸν Λίβανον τεράστιον δάσος σὰν τὸν χρυσοῦν μόσχον, ποὺ κατεσκεύασαν ἄλλοτε οἱ Ἰουδαῖοι εἰς τὸ Χωρήβ, καὶ ὁ ἠγαπημένος Ἰσραὴλ ἐν μέσῳ τῶν καταιγίδων καὶ καταστροφῶν αὐτῶν παραμένει ἀπτόητος καὶ ἰσχυρὸς ὡς νεαρὸς ἀπόγονος ζώου, φέροντος ἐπὶ τοῦ μετώπου ἕνα κέρας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συγκεντρώνεται ἡ ὅλη δύναμίς του.
7 φωνὴ Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός,7 Η φωνή αυτή του Κυρίου, η βροντή, που έρχεται μετά την αστραπήν, διασχίζει και ανακόπτει φλόγα πυρός·7 Φωνὴ Κυρίου βροντὴ ἰσχυρά, ἡ ὁποία ἐπακολουθεῖ εἰς τὴν ἀστραπὴν καὶ διακόπτει διὰ τῆς βροντῆς του ταύτης ὁ Κύριος τὴν φλόγα τοῦ πυρός, ἡ ὁποία ἐκπηδᾷ ἀπὸ τὰ νέφη.
8 φωνὴ Κυρίου συσσείοντος ἔρημον καὶ συσσείσει Κύριος τὴν ἔρημον Κάδης.8 η φωνή του Κυρίου συνταράσσει την έρημον και θα συνταράξη Κυριος την έρημον Καδης.8 Φωνὴ Κυρίου σείοντος τὴν ἔρημον καὶ θὰ σείσῃ διὰ τῆς βροντῆς ὁ Κύριος ὁλόκληρον τὴν ἔρημον τῆς Κάδης, ποὺ ἐκτείνεται κατὰ μῆκος τῆς μεσημβρινῆς ὄχθης τοῦ Ἰορδάνου.
9 φωνὴ Κυρίου καταρτιζομένη ἐλάφους, καὶ ἀποκαλύψει δρυμούς· καὶ ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν.9 Αι βρονταί με την θύελλαν τρομάζουν τας εγκύους ελάφους και κινούν αυτάς εις προώρους τοκετούς. Απογυμνώνουν δάση ολόκληρα, ώστε να φαίνωνται οι γυμνοί βράχοι. Και ταύτα, εις στιγμήν κατά την οποίαν στον ναόν του Κυρίου, πάντες οι πιστοί, ήρεμοι δοξάζουν τον Θεόν.9 Φωνὴ Κυρίου τρομάζουσα ἔγκυους ἐλάφους καὶ φέρουσα διὰ προώρου τοκετοῦ εἰς ὕπαρξιν νεαρὰς ἐλάφους. Καὶ ἀποψιλώνει μὲ τὰς βιαίας θυέλλας δάση ἀποσπῶσα τὰ φυλλώματα τῶν δένδρων καὶ ξεσκεπάζουσα τὸ πρὸ ὀλίγου καλυπτόμενον ὑπ' αὐτῶν ἔδαφος. Καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅστις ἀποτελεῖ τὸν ἀχειροποίητον αὐτοῦ ναόν, πᾶν στόμα ἀγγέλου ἀναπέμπει δόξαν πρὸς αὐτόν.
10 Κύριος τὸν κατακλυσμὸν κατοικιεῖ, καὶ καθιεῖται Κύριος βασιλεὺς εἰς τὸν αἰῶνα.10 Ο Κυριος έχει την κατοικίαν του στον κατακλυσμόν των υδάτων, θα καθήση μεγαλοπρεπής εν μέσω των μαινομένων στοιχείων της φύσεως, βασιλεύς αιώνιος και κυβερνήτης πάντων, εμψύχων και αψύχων.10 Βροχὴ ραγδαία ἐπακολουθεῖ. Ἀλλ’ ὁ Κύριος ἔχει τὴν κατοικίαν του ἐν τῷ κατακλυσμῷ. Καὶ θὰ καθίσῃ ἀπρόσβλητος καὶ μεγαλοπρεπὴς ὁ Κύριος ἒν μέσῳ τῆς ραγδαίας βροχῆς καὶ τῶν μαινομένων τῆς φύσεως στοιχείων, βασιλεὺς αἰώνιος κυβερνῶν τὰ στοιχεῖα ταῦτα καὶ κατὰ τὸ θέλημά του κατευθύνων αὐτά.
11 Κύριος ἰσχὺν τῷ λαῷ αὐτοῦ δώσει, Κύριος εὐλογήσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ.11 Ο Κυριος θα δώση δύναμιν στον λαόν του, κατά τας κρισίμους περιστάσεις. Ο Κυριος θα ευλογήση τον λαόν του, ώστε να ζη ειρηνικός παρ' όλας τας δυσκολίας και τας περιπετείας, που θα του δημιουργή το περιβάλλον.11 Ὁ Κύριος δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ὄλεθρον κατὰ τοῦ λαοῦ του, ἀλλὰ θὰ δώσῃ δύναμιν καὶ προστατευτικὴν ἐνίσχυσιν εἰς αὐτόν. Ὁ Κύριος θὰ εὐλογήσῃ τὸν λαόν του, χαρίζων εἰς αὐτὸν τὴν ποθητὴν εἰρήνην.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΚΘ'🔸
                              (29)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς ᾠδῆς τοῦ ἐγκαινισμοῦ τοῦ οἴκου· Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 30) ΥΨΩΣΩ σε, Κύριε, ὅτι ὑπέλαβές με καὶ οὐκ εὔφρανας τοὺς ἐχθρούς μου ἐπ᾿ ἐμέ.2 (Μασ. 30) Θα σε δοξολογήσω και θα σε υπερυψωσω με ευγνωμοσύνην, Κυριε, διότι με υπεβάστασες και με εστήριξες και δεν επέτρεψες να ευφρανθούν οι εχθροί μου από ενδεχομένην πτώσιν και καταστροφήν μου.2 Θὰ ἀνυμνήσω, Κύριε, καὶ θὰ διακηρύξω εὐγνωμόνως τὸ ὑψηλὸν μεγαλεῖον σου, διότι μὲ ὑπεβάστασας, καὶ ὑφαπλώσας τὴν προστατευτικήν σου χεῖρα προέλαβες τὴν πτῶσίν μου, καὶ δὲν ἐπέτρεψες νὰ εὐφρανθοῦν οἱ ἐχθροί μου βλέποντες τὴν καταστροφήν μου.
3 Κύριε ὁ Θεός μου, ἐκέκραξα πρὸς σέ, καὶ ἰάσω με·3 Κυριε ο Θεός μου, εφώναξα προς σε με όλην μου την δύναμιν από την κλίνην της ασθενείας μου και συ με εθεράπευσες.3 Κύριε ὁ Θεός μου, ἐφώναξα πρὸς σὲ ἀπὸ τὴν κλίνην τῆς ἀρρωστίας μου καὶ μὲ ἰάτρευσες.
4 Κύριε, ἀνήγαγες ἐξ ᾅδου τὴν ψυχήν μου, ἔσωσάς με ἀπὸ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον.4 Από αυτόν τον άδην ανέβασες και επανέφερες την ψυχήν μου. Με έσωσες και δεν αφήκες να συγκαταριθμηθώ με τους νεκρούς, οι οποίοι οδηγούνται στον τάφον.4 Καὶ ὅταν ἡ ἀσθένεια μὲ ἔφερεν εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ Ἅδου, σύ, Κύριε, ἀνέβασες ἀπ' ἐκεῖ τὴν ψυχήν μου, μοῦ ἔδωκες τὴν ὑγείαν καὶ μὲ ἔσωσες, ὥστε να μὴ συγκαταριθμηθῶ μὲ τοὺς καταβαίνοντας εἰς τὸν λάκκον τοῦ τάφου νεκρούς.
5 ψάλατε τῷ Κυρίῳ, οἱ ὅσιοι αὐτοῦ, καὶ ἐξομολογεῖσθε τῇ μνήμῃ τῆς ἁγιωσύνης αὐτοῦ·5 Ας δοξολογήσουν και ας ευχαριστήσουν τον Κυριον μαζή μου όλοι, όσοι είναι αφοσιωμένοι εις αυτόν. Να διατηρήτε ζωηράν στον νουν και την καρδίαν σας την ανάμνησιν της αγιότητός του και της απείρου τελειότητος και να δοξολογήτε το άγιον Ονομά του.5 Ψάλατε ὕμνους πρὸς τὸν Κύριον μαζὶ μὲ ἐμὲ οἱ ἀφωσιωμένοι καὶ παρρησίαν ἔχοντες πρὸς αὐτόν, καὶ διατηροῦντες εἰς τὸν νοῦν σας ζωηρὰν τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἁγιότητος καὶ ἀπείρου τελειότητός του, δοξολογεῖτε τὸ ὄνομά του τὸ ἅγιον καὶ κραταιόν.
6 ὅτι ὀργὴ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ, καὶ ζωὴ ἐν τῷ θελήματι αὐτοῦ· τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμὸς καὶ εἰς τὸ πρωΐ ἀγαλλίασις.6 Δοξολογήσατέ τον, διότι, σαν δίκαιος που είναι, αφήνει να εκσπάση η αγανάκτησίς του και να εκδηλωθή ως οργή και τιμωρία κατά των ασεβών. Αλλά και από το θέλημά του και την ευσπλαγχνίαν του χορηγείται η ζωή και το έλεος στους αγαπώντας αυτόν, διότι είναι πανάγαθος και ελεήμων. Εάν το βράδυ θα διανυκτερεύη μαζή σας, σαν παροδικός επισκέπτης, ο κλαυθμός, την πρωΐαν όμως θα έλθη από τον Κυριον η χαρά και η ευφροσύνη.6 Δοξολογήσατέ τον, διότι ναὶ μὲν ἐν τῇ ἐκσπάσει τῆς ἐσωτερικῆς ἀγανακτήσεώς του ἐκδηλοῦται ἡ ὀργὴ ὡς τιμωρία κατὰ τῶν ἀσεβῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ θελήματός του καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας του χορηγεῖται ζωὴ καὶ ἔλεος εἰς τοὺς ἀγαπῶντας αὐτόν. Ἐνῷ ὅμως τὸ ἑσπέρας συνδιανυκτερεύει μαζί μας ὡς διαβαίνων ἐπισκέπτης μας ὁ κλαυθμός, ὁ Κύριος δέχεται τὸ δάκρυον τῆς μετανοίας μας, καὶ τὸ πρωῒ μὲ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου μᾶς ἐπισκέπτεται ἡ ἀγαλλίασις.
7 ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ εὐθηνίᾳ μου· οὐ μὴ σαλευθῶ εἰς τὸν αἰῶνα.7 Ανόητος εγώ, βυθισμένος εις τα πλούσια υλικά αγαθά, είπα εν τη ανοησία μου. Δεν θα μετακινηθώ από την κατάστασιν αυτήν της ευτυχίας.7 Ἐγὼ δὲ ὁ ἀνόητος, μεθυσμένος ἀπὸ τὴν ματαιότητα, εἶπα ὅταν διετέλουν ἐν εὐημερία· δὲν θὰ σαλευθῶ ποτὲ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ θὰ ἀπολαμβάνω παντοτεινὰ τὰ ἀγαθὰ τῆς εὐτυχίας μου.
8 Κύριε, ἐν τῷ θελήματί σου παρέσχου τῷ κάλλει μου δύναμιν· ἀπέστρεψας δὲ τὸ πρόσωπόν σου καὶ ἐγενήθην τεταραγμένος.8 Κυριε, ελησμόνησα ότι συ με την καλωσύνην σου μου έδωσες δύναμιν εις ο,τι καλόν έχω. Πικραμμένος όμως συ από την ματαιοφροσύνην μου έστρεψες αλλού το πρόσωπόν σου. Και εγώ τότε περιέπεσα εις ταραχήν και σύγχυσιν.8 Ἐλησμόνησα, Κύριε, ὅτι ἐπειδὴ σὺ ἐν τῇ ἀγαθότητί σου τὸ ἠθέλησες, ἔδωκας δύναμιν εἰς τὴν εὐπρέπειαν καὶ ἀκμὴν τοῦ σώματός μου καὶ εἰς σὲ ὀφείλω καὶ τὴν ὑγείαν μου καὶ τὴν ρώμην καὶ πᾶσαν τὴν λαμπρότητά μου. Ἔστρεψας διὰ τοῦτο ἀηδιασμένος τὸ πρόσωπόν σου νὰ μὴ μὲ βλέπῃς καὶ ἀμέσως ἔγινα τεταραγμένος καὶ μετέπεσα εἰς δυστυχίαν.
9 πρὸς σέ, Κύριε, κεκράξομαι, καὶ πρὸς τὸν Θεόν μου δεηθήσομαι.9 Προς σε, λοιπόν, Κυριε, κράζω· προς σε τον Θεόν μου απευθύνω και θα απευθύνω την δέησιν αυτήν.9 Μετανοῶ ὅμως. Καὶ εἰς τὸ μέλλον πρὸς σέ, Κύριε, θὰ φωνάζω καὶ πρὸς τὸν Θεόν μου θὰ ἀπευθύνω τὴν δέησίν μου.
10 τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν; μὴ ἐξομολογήσεταί σοι χοῦς ἢ ἀναγγελεῖ τὴν ἀλήθειάν σου;10 Ποία ωφέλεια θα προέλθη, εάν χύσω το αίμά μου και καταβώ εις την αποσύνθεσιν του τάφου; Μηπως από το χώμα του τάφου το αποσυντεθειμένον σώμα μου θα αναπέμψη εις σε δοξολογίαν η θα διακηρύξη και θα διαλαλήση την αλήθειάν σου;10 Λυπήσου με, Κύριε, καὶ μὴ παρατείνῃς τὴν ὀργήν σου κατ' ἐμοῦ. Ποία ὠφέλεια θὰ προέλθῃ, ἐὰν χυθῇ τὸ αἷμα μου καὶ ἐὰν ἐγὼ καταβῶ εἰς τὴν φθορὰν καὶ διάλυσιν τοῦ τάφου; Μήπως τοῦ τάφου μου τὸ χῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον κινδυνεύει νὰ διαλυθῇ ἡ γλῶσσα καὶ τὸ στόμα μου, θὰ σοῦ ἀναπέμψῃ δοξολογίας, ἢ μήπως τοῦτο θὰ διακηρύξῃ τὰς θείας ἀληθείας σου;
11 ἤκουσε Κύριος, καὶ ἠλέησέ με, Κύριος ἐγενήθη βοηθός μου.11 Αφησε με, λοιπόν, Κυριε εις την ζωήν. Ο Κυριος ήκουσε την προσευχήν μου και με ηλέησεν. Ο Κυριος έγινε και πάλιν βοηθός μου.11 Ἤκουσεν ὁ Κύριος τὴν προσευχήν μου καὶ μὲ ἠλέησεν, ὁ Κύριος ἔγινε βοηθός μου.
12 ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί, διέῤῥηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην,12 Ζυ, Κυριε, μετέβαλες τον θρήνον μου εις χαράν, έσχισες τον τρίχινον σάκκον, που φορούσα εις ένδειξιν του πένθους και της ταπεινώσεώς μου, και με επλημμύρισες και με περιέβαλες με ευφροσύνην·12 Μετέστρεψες τὸν θρῆνον καὶ τὸν κοπετόν μου εἰς χαράν, ἔσχισες τὸ τρίχινον ἔνδυμα ποὺ λόγῳ τοῦ πένθους καὶ τῆς ταπεινώσεώς μου εἶχον περιβληθῆ καὶ μὲ ἔζωσας γύρωθεν μὲ εὐφροσύνην.
13 ὅπως ἂν ψάλῃ σοι ἡ δόξα μου καὶ οὐ μὴ κατανυγῶ. Κύριε ὁ Θεός μου, εἰς τὸν αἰῶνα ἐξομολογήσομαί σοι.13 δια να ψάλη έτσι προς σε ύμνους δοξολογίας και ευγνωμοσύνης η ψυχή μου και να μη κυριευθώ από λύπην και παραμελήσω την δοξολογίαν σου. Κυριε και Θεέ μου, πάντοτε θα σε δοξολογώ.13 Διὰ νὰ σοῦ ψάλῃ ἐν εὐγνωμοσύνῃ ὕμνους ἡ ψυχή μου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ πολύτιμον συστατικὸν καὶ τὴν δόξαν τῆς ὑπάρξεώς μου. Καὶ δὲν θὰ κυριευθῶ ἀπὸ λύπην, ὥστε ἐξ ἀθυμίας νὰ κλείσω τὸ στόμα μου καὶ νὰ διακόψω τοὺς πρὸς σὲ ὕμνους μου. Κύριε ὁ Θεός μου, ἀδιακόπως καὶ εἰς τὸν αἰῶνα θὰ σὲ δοξολογῶ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός Λ'🔸
                             (30)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· ἐκστάσεως.11
2 (Μασ. 31) ΕΠΙ σοί, Κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα· ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ῥῦσαί με καὶ ἐξελοῦ με.2 (Μασ. 31) Εις σέ, Κυριε, έχω στηρίξει και στηρίζω τας ελπίδας μου. Μη επιτρέψης ποτέ και ντροπιασθώ με την διάψευσιν αυτών. Εν ονόματι της δικαιοσύνης σου γλύτωσέ με και βγάλε με από τους κινδύνους και κατατρεγμούς.2 Εἰς σέ, Κύριε, ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου· εἴθε νὰ μὴ ἐντροπιασθῶ ποτὲ διαψευδόμενος εἰς αὐτάς. Ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης σου γλύτωσέ με καὶ ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ τοὺς ἀδίκους πειρασμοὺς καὶ κατατρεγμούς μου.
3 κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου, τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με· γενοῦ μοι εἰς Θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με.3 Σκύψε προς εμέ με καλωσύνην, Κυριε, πλησίασε το αυτί σου κοντά μου και άκουσε με ευμένειαν την προσευχήν μου. Σπεύσε γρήγορα να με βγάλης από την δυσκολίαν, εις την οποίαν ευρίσκομαι. Γινε δι' εμέ Θεός υπερασπιστής, οικία ασφαλής, όπου δύναμαι να καταφύγω, δια να σωθώ.3 Πλησίασε πρὸς ἐμὲ τὸ οὖς σου καὶ ἀκροάσθητί με εὐμενῶς· σπεῦσον γρήγορα νὰ μὲ ἐλευθερώσῃς· γενοῦ δι’ ἐμὲ Θεὸς ὑπερασπιστὴς καὶ οἶκος καταφυγῆς καὶ φρούριον ἀσφαλείας διὰ νὰ μὲ σώσῃς.
4 ὅτι κραταίωμά μου καὶ καταφυγή μου εἶ σὺ καὶ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὁδηγήσεις με καὶ διαθρέψεις με·4 Διότι οχύρωμά μου κραταιόν και καταφύγιόν μου απόρθητον είσαι συ. Και χάρις στο φιλεύσπλαγχνον Ονομά σου, θα με οδηγήσης ως στοργικός προστάτης εις τόπους ασφαλείς και θα με διαθρέψης.4 Διότι ὀχύρωμά μου κραταιὸν καὶ ἀπρόσβλητον καταφύγιόν μου εἶσαι σύ, καὶ διὰ τὸ εὐσπλαγχνικώτατον καὶ ἀποπνέον ἀγαθότητα ὄνομά σου θὰ μὲ ὁδηγήσῃς ὡς καλὸς ποιμὴν εἰς ἀσφαλεῖς τόπους ζωῆς καὶ θὰ μὲ διαθρέψῃς·
5 ἐξάξεις με ἐκ παγίδος ταύτης, ἧς ἔκρυψάν μοι, ὅτι σὺ εἶ ὁ ὑπερασπιστής μου, Κύριε.5 Θα με προφυλάξης και θα με βγάλης σώον από την κρυφή παγίδα, που μου έχουν στήσει δολίως οι εχθροί μου, δια να με συλλάβουν. Διότι συ είσαι, Κυριε, ο υπερασπιστής μου.5 θὰ μὲ ἐξαγάγῃς σῶον καὶ χωρὶς νὰ πάθω τίποτε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀφανῆ παγίδα, ποὺ μοῦ ἔστησαν κρυφίως οἱ ἐχθροί μου διὰ νὰ μὲ συλλάβουν εἰς αὐτὴν διότι σὺ εἶσαι ὁ ὑπερασπιστής μου, Κύριε.
6 εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου· ἐλυτρώσω με, Κύριε ὁ Θεὸς τῆς ἀληθείας.6 Εις την ακαταγώνιστον δεξιάν σου θα εμπιστευθώ την ψυχήν μου, διότι έως τώρα πολλές φορές, Κυριε, με εγλύτωσες, συ ο Θεός της αληθείας, που τηρείς τας υποσχέσεις σου.6 Εἰς τὴν ἀκαταγώνιστον δύναμιν τῶν χειρῶν σου θὰ ἐμπιστευθῶ τὴν ψυχήν μου· ἡ πεῖρα μου μὲ βεβαιώνει ὅτι δὲν θὰ διαψευσθῶ ἀπὸ τὴν στοργικὴν μέριμνάν σου. Πλειστάκις εἰς τὸ παρελθὸν μὲ ἐλύτρωσες, Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι Θεὸς τῆς ἀληθείας καὶ οὐδέποτε διεψεύσθησαν αἱ ὑποσχέσεις σου, οὐδὲ ἠγάπησας ποτὲ τοὺς λαλοῦντας καὶ λατρεύοντας τὸ ψεῦδος.
7 ἐμίσησας τοὺς διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενῆς· ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ Κυρίῳ ἤλπισα.7 Εμίσησες όλους εκείνους, οι οποίοι προσέχουν και λατρεύουν τας ματαιότητας των ειδώλων, χωρίς και να βλέπουν κανένα κέρδος από αυτά. Εγώ όμως αντιθέτως προς αυτούς εστήριξα και στηρίζω τας ελπίδας μου στον Κυριον.7 Ἐμίσησας τοὺς μετ’ ἐπιμελείας προσέχοντας καὶ λατρεύοντας τὰς ματαιότητας τῶν εἰδώλων, χωρὶς καμμίαν πραγματικὴν ὠφέλειαν νὰ ἀποκομίζουν ἐξ αὐτῶν. Ἐγὼ ὅμως ἀντιθέτως πρὸς τούτους ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου εἰς τὸν Κύριον.
8 ἀγαλλιάσομαι καὶ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ ἐλέει σου, ὅτι ἐπεῖδες τὴν ταπείνωσίν μου, ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου8 Θα γεμίσω από αγαλλίασιν, θα πλημμυρίσω από χαράν και ευφροσύνην, όταν απολαύσω το έλεός σου. Είμαι δε βέβαιος ότι θα μου στείλης το έλεός σου, διότι και στο παρελθόν πολλές φορές επέβλεψες με καλωσύνην και συμπάθειαν εις την ταπείνωσίν μου και έσωσες από τους κινδύνους και τας ανάγκας την ψυχήν μου.8 Θὰ σκιρτήσω ἀπὸ ἀγαλλίασιν καὶ θὰ πληρωθῶ ἀπὸ εὐφροσύνην, ὅταν τύχω τοῦ ἐλέους σου. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ ἐκχύσῃς τοῦτο εἰς ἐμέ. Διότι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν πολλάκις ἐπέβλεψες πλήρης οἰκτιρμῶν καὶ συμπαθείας εἰς τὴν ταπείνωσίν μου καὶ ἔσωσας ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς τὴν ψυχήν μου.
9 καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου.9 Δεν επέτρεψες να περικυκλωθώ και εγκλεισθώ αιχμάλωτος εις τα χέρια των εχθρών μου. Εις ανοικτόν, ευρύχωρον τόπον εστήριξες ακλόνητα τα πόδια μου.9 Καὶ δὲν ἐπέτρεψες νὰ περικυκλωθῶ καὶ να συλληφθῶ αἰχμάλωτος εἰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν μου. Εἰς τόπον ἀνοικτὸν καὶ εὐρύχωρον, ὥστε νὰ κινοῦμαι ἐν αὐτῷ ἐλευθέρως καὶ ἀσφαλῶς, ἔστησας ἀκλονήτους τοὺς πόδας μου.
10 ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι θλίβομαι· ἐταράχθη ἐν θυμῷ ὁ ὀφθαλμός μου, ἡ ψυχή μου καὶ ἡ γαστήρ μου.10 Ελέησέ με, Κυριε, διότι θλίβομαι. Εταράχθη η λειτουργία του οφθαλμού μου και εθόλωσε από την δικαίαν σου οργήν. Η ψυχή μου και τα σωθικά μου ανεστατώθησαν εντός μου.10 Ἐλεησόν με, Κύριε, διότι θλίβομαι. Κλαίω συνεχῶς διὰ τὸν κατ’ ἐμοῦ θυμόν σου καὶ ἀπὸ τὰ πολλὰ δάκρυά μου μὲ ἐπόνεσαν καὶ ἐθόλωσαν τὰ μάτια μου. Ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχή μου καὶ τὸ σῶμα μου μετὰ τῆς ἀποστρεφομένης τὴν τροφὴν γαστρός μου ἐταράχθησαν καὶ ταῦτα.
11 ὅτι ἐξέλιπεν ἐν ὀδύνῃ ἡ ζωή μου καὶ τὰ ἔτη μου ἐν στεναγμοῖς· ἠσθένησεν ἐν πτωχείᾳ ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ἐταράχθησαν.11 Διότι επέρασε και έφθασεν έως τέλους ολόκληρος η ζωη μου με θλίψεις και πόνους, και τα έτη μου επέρασαν με στεναγμούς. Λογω των πολλών ταλαιπωριών μου εκλονίσθη και αδυνάτισεν η σωματική μου δύναμις. Τα οστά μου εταράχθησαν και κινδυνεύουν να εξαρθρωθούν.11 Διότι κατηναλώθη ἡ ζωή μου ὁλόκληρος μὲ θλίψεις καὶ πόνους, καὶ τὰ ἔτη μου παρῆλθον μὲ στεναγμούς. Λόγῳ τῶν πολλῶν στερήσεων καὶ κακοπαθειῶν μου, ἐκλονίσθη καὶ ἀδυνάτισεν ἡ ρώμη καὶ ἡ δύναμις τοῦ σώματός μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ἐκλονίσθησαν καὶ κινδυνεύουν νὰ ἐξαρθρωθοῦν. Δὲν ἔχω δύναμιν νὰ περιπατήσω καὶ κινδυνεύω νὰ σωριασθῶ κατὰ γῆς.
12 παρὰ πάντας τοὺς ἐχθρούς μου ἐγενήθην ὄνειδος καὶ τοῖς γείτοσί μου σφόδρα, καὶ φόβος τοῖς γνωστοῖς μου· οἱ θεωροῦντες με ἔξω ἔφυγον ἀπ᾿ ἐμοῦ.12 Εγινα περίγελως και εξουθένωμα εις όλους τους εχθρούς μου. Οι γείτονές μου με εχλεύασαν ανυπόφορα και έχω φθάσει μέχρι του σημείου, ώστε να προκαλώ φόβον στους γνωστούς μου, οι οποίοι και με αποφεύγουν.12 Διότι εἰς ὅλους τοὺς ἐχθρούς μου ἔγινα περιγέλως καὶ ἐξουθένημα. Καὶ οἱ γείτονές μου μὲ περιεφρόνησαν καὶ μὲ ὠνείδισαν ὑπερβολικά. Καὶ κατήντησα νὰ προκαλῶ φόβον εἰς τοὺς γνωστούς μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀποφεύγουν διὰ νὰ μὴ καταδιωχθοῦν καὶ αὐτοί· οἱ ξένοι δέ, ποὺ μὲ βλέπουν ἔξω καὶ μὲ συναντοῦν εἰς τοὺς δρόμους, φεύγουν μακρυὰ ἀπὸ ἐμὲ διὰ νὰ μὴ τοὺς ὑποψιασθοῦν ὡς φίλους μου.
13 ἐπελήσθην ὡσεὶ νεκρὸς ἀπὸ καρδίας, ἐγενήθην ὡσεὶ σκεῦος ἀπολωλός.13 Ελησμονήθην από την καρδίαν των φίλων μου, σαν να είμαι πλέον νεκρός. Εγινα σαν σπασμένο αγγείον, το οποίον απορρίπτεται άχρηστον στους δρόμους.13 Ἐλησμονήθην ἀπὸ τὰς καρδίας τῶν φίλων μου, ὡσὰν νὰ ἤμην πεθαμένος, ἔγινα σὰν ἀγγεῖον τεθραυόμενον καὶ ἄχρηστον, τὸ ὁποῖον ἀπορρίπτεται εἰς τοὺς δρόμους.
14 ὅτι ἤκουσα ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν· ἐν τῷ ἐπισυναχθῆναι αὐτοὺς ἅμα ἐπ᾿ ἐμὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο.14 Και επί πλέον ήκουσα συκοφαντίας ανθρώπων, οι οποίοι, κατοικούν γύρω μου. Ολοι αυτοί συνεκεντρώθησαν εναντίον μου και απεφάσισαν να μου πάρουν την ζωήν.14 Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κατάστασίν μου αὐτὴν δὲν μὲ ἀφήνουν ἥσυχον. Διότι ἤκουσα κατηγορίας καὶ διαβολὰς πολλῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν τριγύρω μου. Ὅταν αὐτοὶ συνήχθησαν εἰς συμβούλιον καὶ σύσκεψιν κατ' ἐμοῦ, ἀπεφάσισαν καὶ ἐμηχανεύθησαν νὰ μοῦ ἀφαιρέσουν τὴν ζωήν.
15 ἐγὼ δὲ ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, Κύριε, εἶπα· σὺ εἶ ὁ Θεός μου.15 Εγώ όμως ήλπισα εις σέ, Κυριε. Εγώ είπα μετά πίστεως και θάρρους· συ είσαι ο Θεός μου.15 Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκεῖνοι συνελάμβανον σχέδιον φονικόν, ἐγὼ εἰς σέ, Κύριε, ἐστήριξα τὴν ἐλπίδα μου· εἶπα μετὰ πεποιθήσεως καὶ θάρρους: Σὺ εἶσαι ὁ Θεός μου.
16 ἐν ταῖς χερσί σου οἱ κλῆροί μου*· ρῦσαί με ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν μου καὶ ἐκ τῶν καταδιωκόντων με. (* ῎Αλλη γραφή· οἱ καιροί μου.)16 Εις τα χέρια σου υπάρχουν αι τύχαι μου. Απάλλαξέ με από τα χέρια αυτών των εχθρών μου, που με καταδιώκουν.16 Εἰς τὰς χεῖρας σου εὑρίσκονται αἱ τύχαι μου καὶ σὺ κανονίζεις τί θὰ μοῦ συμβῇ. Σὺ διευθύνεις τὰς ἐν τῷ βίῳ ἑκάστου μεταβολάς. Γλύτωσέ με ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν μου καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μὲ καταδιώκουν.
17 ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου, σῶσόν με ἐν τῷ ἐλέει σου.17 Ας λάμψη το πρόσωπόν σου με το φως της καλωσύνης και του ελέους σου εις εμέ τον δούλόν σου, και σώσε με όχι δια την αξίαν μου, αλλά δια το έλεός σου.17 Ἐπίλαμψον εὐμενὲς καὶ χαριτόβρυτον τὸ πρόσωπόν σου ἐπ’ ἐμὲ τὸν δοῦλον σου, σῶσον με ἐκχύνων πρὸς ἐμὲ τὸ ἔλεός σου.
18 Κύριε, μὴ καταισχυνθείην, ὅτι ἐπεκαλεσάμην σε· αἰσχυνθείησαν οἱ ἀσεβεῖς καὶ καταχθείησαν εἰς ᾅδου.18 Κυριε, μη παραχωρήσης ποτέ, να εντροπιασθώ, διότι σε και μόνον εγώ δια της προσευχής έχω επικαλεσθή και εις σε εστήριξα τας ελπίδας μου. Ας εντροπιασθούν όμως οι ασεβείς και ας κρημνισθούν εις τα βάθη του άδου.18 Κύριε, μὴ ἐπιτρέψῃς ποτὲ νὰ ἐντροπιασθῶ, διότι σὲ καὶ μόνον ἐπεκαλέσθην καὶ εἰς σὲ ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου. Ἂς ἐντροπιασθοῦν οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἂς κατακρημνισθοῦν εἰς τὰ βάθη τοῦ Ἅδου.
19 ἄλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ δόλια τὰ λαλοῦντα κατὰ τοῦ δικαίου ἀνομίαν ἐν ὑπερηφανίᾳ καὶ ἐξουδενώσει.19 Βουβά και αμίλητα ας γίνουν τα χείλη των, από τα οποία βγαίνει δόλος και πονηρία και τα οποία λαλούν εναντίον του δικαίου παρανομίας με αλαζονείαν και θράσος, που εζουδενώνει τα πάντα.19 Ἂς γίνουν βωβὰ καὶ ἄλαλα τὰ χείλη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα βγαίνει δόλος καὶ πονηρία, καὶ τὰ ὁποῖα λαλοῦν κατὰ τοῦ δικαίου ἀδικίαν καὶ παρανομίαν μεθ’ ὑπερηφανείας καὶ θρασύτητος, ποὺ περιφρονεῖ καὶ ἐξουδενώνει τὰ πάντα.
20 ὡς πολὺ τὸ πλῆθος τῆς χρηστότητός σου, Κύριε, ἧς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις σε, ἐξειργάσω τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ σὲ ἐναντίον τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων.20 Ποσον μέγα είναι το πλήθος της αγαθότητος και καλωσύνης σου, Κυριε, το οποίον επιφυλάσσεις δι' εκείνους, που σε φοβούνται, και έχεις ετοιμάσει να το δώσης εις εκείνους, οι οποίοι με θάρρος ενώπιον όλων των ανθρώπων ελπίζουν εις σέ!20 Πάρα πολὺ εἶναι τὸ πλῆθος τῆς καλωσύνης σου καὶ τῆς εὐεργετικότητός σου, Κύριε, τὸ ὁποῖον ἔχεις ἀποθησαυρίσει ὡς εἰς ἀπόκρυφον ταμεῖον, ἵνα ἐξ αὐτοῦ ἐν καιρῷ χορηγεῖς εἰς τοὺς φοβουμένους σε. Ὁποῖον πλῆθος ἀγαθῶν ἐπ’ εὐεργεσίᾳ τῶν ἐλπιζόντων εἰς σὲ συνετέλεσας καὶ ἐπραγματοποίησας δημοσίᾳ καὶ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου, διδάσκων καὶ τούτους ποὺ πρέπει νὰ στηρίζουν τὰς ἐλπίδας των.
21 κατακρύψεις αὐτοὺς ἐν ἀποκρύφῳ τοῦ προσώπου σου ἀπὸ ταραχῆς ἀνθρώπων, σκεπάσεις αὐτοὺς ἐν σκηνῇ ἀπὸ ἀντιλογίας γλωσσῶν.21 Θα κρύψης αυτούς ασφαλώς εις απόκρυφον καταφύγιον της θείας σου προστασίας, όπου και θα προφυλαχθούν από την άδικον οργήν και επίθεσιν των πονηρών ανθρώπων. Θα τους σκεπάσης μέσα εις την Σκηνήν σου, ώστε να μη θίγωνται καθόλου από ελεεινάς συκοφαντίας φαρμακερών γλωσσών.21 Θὰ κρύψῃς ἀσφαλῶς τοὺς ἐλπίζοντας εἰς σὲ εἰς ἀπόκρυφον καταφύγιον τῆς θεϊκῆς σου παρουσίας καὶ προστασίας, ὅπου θὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τὴν ταραχὴν τῶν ἀνθρωπίνων προσβολῶν καὶ ἐπιθέσεων· θὰ τοὺς σκεπάσῃς μέσα εἰς τὴν σκηνὴν τῆς θείας ἐπισκέψεως καὶ προνοίας σου, ὥστε νὰ μὴ θίγωνται ἀπὸ τὰς ἀντιλογίας καὶ συκοφαντίας φαρμακερῶν γλωσσῶν.
22 εὐλογητὸς Κύριος, ὅτι ἐθαυμάστωσε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐν πόλει περιοχῆς.22 Ας είναι δοξοσμένος ο Κυριος, διότι κατά τρόπον θαυμαστόν έδειξεν εις εμέ το έλεός του, και με έσωσε, ως εάν ευρισκόμην μέσα εις οχυράν και απόρθητον πόλιν.22 Ἂς εἶναι εὐλογημένος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος κατὰ τρόπον θαυμαστὸν ἐπέδειξε εἰς ἐμὲ τὸ ἔλεος του, καὶ μὲ ἐπεριφρούρησε σὰν εἰς πόλιν τειχογυρισμένην καὶ ἀπόρθητον.
23 ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· ἀπέῤῥιμμαι ἀπὸ προσώπου τῶν ὀφθαλμῶν σου. διὰ τοῦτο εἰσήκουσας τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ.23 Και όμως εγώ εις στιγμάς παραζάλης και ολιγοπιστίας είχα πει· έχω, λοιπόν, απορριφθή μακράν από τα μάτια σου. Συ όμως ήκουσες την πονεμένην φωνήν της παρακλήσεώς μου, όταν εκραύγασα προς σέ.23 Καὶ ὅμως ἐγὼ εἶχον εἴπει ἐν τῇ παραζάλῃ καὶ μικροψυχία μου: Ἔχω ἀπορριφθῆ μακρὰν τῶν ὀφθαλμῶν σου, ἀπαξιοῖς δὲ καὶ νὰ μὲ βλέπῃς. Σὺ δέ, διὰ νὰ μὲ ἐπαναφέρῃς εἰς ὀρθὰς σκέψεις καὶ διὰ νὰ μὲ διδάξῃς νὰ μὴ δειλιῶ καὶ μικροψυχῶ, εἰσήκουσας τὴν φωνὴν τῆς προσευχῆς μου, ὅταν μὲ κραυγὰς ὀδύνης ἐφώναζον πρὸς σέ.
24 ἀγαπήσατε τὸν Κύριον πάντες οἱ ὅσιοι αὐτοῦ, ὅτι ἀληθείας ἐκζητεῖ Κύριος καὶ ἀνταποδίδωσι τοῖς περισσῶς ποιοῦσιν ὑπερηφανίαν.24 Ολοι σεις οι ευσεβείς αγαπήσατε τον Κυριον, διότι ο Κυριος ευαρεστείται εις την αλήθειαν και ανταποδίδει την πρέπουσαν τιμωρίαν εις εκείνους, οι οποίοι φέρονται και ενεργούν με πλεονάζουσαν αλαζονείαν και θράσος.24 Ἀγαπήσατε μὲ ὅλην τὴν καρδίαν σας τὸν Κύριον ὅλοι οἱ ἀφωσιωμένοι εἰς αὐτόν, διότι ὁ Κύριος ἀρέσκεται εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἀναδεικνύων αὐτὴν ἐν μέσῳ τῶν συκοφαντιῶν καὶ τῶν ψευδολογιῶν τῶν ἀνθρώπων ἀνταποδίδει τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετ’ ἀσυγκρατήτου ὑπερηφανείας καὶ μετὰ θρασείας ἀλαζονείας περιφρονοῦν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ πτωχοὺς καὶ καταπατοῦν τὸ δίκαιόν των.
25 ἀνδρίζεσθε, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία ὑμῶν, πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ Κύριον.25 Να έχετε γενναίον και ανδρείον φρόνημα και η καρδία όλων εκείνων, οι οποίοι ελπίζουν στον Κυριον, ας γίνεται κραταιά και ατρόμητος.25 Ἔχετε πάντοτε ἀνδρεῖον καὶ ἀκατάβλητον φρόνημα καὶ ἂς γίνεται κραταιὰ καὶ ἄφοβος ἡ καρδία σας, ὅλοι ὅσοι ἐλπίζετε εἰς τὸν Κύριον.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΛΑ'🔸
                             (31)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ· συνέσεως.
1 (Μασ. 32) ΜΑΚΑΡΙΟΙ ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι·1 (Μασ. 32) Τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι, των οποίων έχουν συγχωρηθή από τον Θεόν αι ανομίαι και έχουν σκεπασθή, ώστε να μη φαίνωνται καθόλου, αι αμαρτίαι.1 Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων συνεχωρήθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸν αἱ ἀνομίαι καὶ τῶν ὁποίων ἐσκεπάσθησαν, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται πλέον διόλου, αἱ ἁμαρτίαι.
2 μακάριος ἀνήρ, ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν, οὐδέ ἐστιν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ δόλος.2 Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος, στον οποίον ο Κυριος δεν θα καταλογίση αμαρτίαν, δια να του ζητήση ευθύνας και ούτε υπάρχει στο στόμα του δόλος και υποκρισία, αλλά μόνον ειλικρίνεια και ευθύτης.2 Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος δὲν θὰ λογαριάσῃ ἁμαρτίαν, ὥστε να ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ αὐτόν, οὔτε ὑπάρχει εἰς τὸ στόμα του δόλος καὶ ὑποκρισία, ἀλλ' εἶναι εἰλικρινεῖς καὶ ἄδολοι αἱ πρὸς τὸν Θεὸν δεήσεις του πρὸς ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν του.
3 ὅτι ἐσίγησα, ἐπαλαιώθη τὰ ὀστᾶ μου ἀπὸ τοῦ κράζειν με ὅλην τὴν ἡμέραν·3 Εγώ όμως, διότι δεν μετενόησα ειλικρινώς, αλλά απεσιώπησα την αμαρτίαν μου, δι' αυτό επάληωσαν και αδυνάτισαν τα οστά μου· περιέπεσα εις ατονίαν, όταν έκραζα στενάζων και οδυρυμένος όλην την ημέραν.3 Διότι δὲ ἐγὼ δὲν μετενόησα εἰλικρινῶς καὶ ἐσιώπησα ἀποφυγὼν να ἐξομολογηθῶ πρὸς σὲ τὴν ἁμαρτίαν μου, δι’ αὐτὸ συνετρίβησαν τὰ ὀστᾶ μου καὶ ἐκλονισθη ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμός μου, ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ἔκραξα στενάζων καὶ ὀδυρόμενος ὅλην τὴν ἡμέραν.
4 ὅτι ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐβαρύνθη ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ χείρ σου, ἐστράφην εἰς ταλαιπωρίαν ἐν τῷ ἐμπαγῆναί μοι ἄκανθαν. (διάψαλμα).4 Ημέραν και νύκτα βαρεία έπεσεν επάνω μου η τιμωρός δεξιά σου, Κυριε. Εβυθίσθην ολόκληρος εις πόνον και ταλαιπωρίαν, διότι σαν αιχμηρά και οδυνηρά άκανθα ενεπήχθη εις εμέ η αμαρτία και η ενόχη μου.4 Διότι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα ἐπέπεσε βαρεῖα ἡ χείρ σου ἐπ’ ἐμὲ καὶ ᾐσθανόμην πολὺ τὰς ἐκ τῶν τύψεων καὶ τῶν ἀπειλῶν καὶ ἐκδηλώσεων τῆς ὀργῆς σου τιμωρίας. Ὁλόκληρος ἐνέπεσα εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ ἐταλαιπωρήθην, διότι ὡς ἄκανθα αἰχμηρὰ καὶ ὀδηνηρὰ ἐνεπήχθη εἰς ἐμὲ ὁ ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς συναισθήσεως τῆς ἐνοχῆς μου πόνος.
5 τὴν ἁμαρτίαν μου ἐγνώρισα καὶ τὴν ἀνομίαν μου οὐκ ἐκάλυψα· εἶπα· ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου. (διάψαλμα).5 Αλλά μετενόησα. Εξωμολογήθην στον Κυριον την αμαρτίαν μου. Την έκαμα εις αυτόν γνωστήν και δεν συνεκάλυψα πλέον ούτε απέκρυψα την ανομίαν μου. Είπα με όλη μου την καρδία· Θα εξομολογηθώ με ειλικρίνειαν την ανομίαν μου στον Κυριον, και θα κατηγορήσω δι' αυτήν τον εαυτόν μου. Τοτε αμέσως συ, Κυριε, συνεχώρησες την ασέβειαν και εξήλειψες την ενοχήν της καρδίας μου.5 Ἀλλ’ ἔλαβα ἐπὶ τέλους τὴν σωστικὴν ἀπόφασιν. Ἐξωμολογήθην εἰς τὸν Κύριον καὶ κατέστησα εἰς αὐτὸν γνωστὴν τὴν ἁμαρτίαν μου καὶ δὲν ἐκάλυψα οὐδὲ ἀπέκρυψα τὴν ἀνομίαν μου. Μὲ ἀπόφασιν σταθερὰν καὶ ἀμετάκλητον εἶπα· θὰ εἴπω καθαρὰ εἰς τὸν Κύριον τὴν ἁμαρτίαν μου μὴ δικαιολογῶν, ἀλλὰ καταδικάζων τὸν ἑαυτόν μου. Καὶ ὅταν ἔλαβα τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἀμέσως σὺ ἀφῆκες καὶ συνεχώρησας ὁλόκληρον τὴν ἀσέβειαν, τὴν ὁποίαν ἡ καρδία μου παραδοθεῖσα εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἀπετόλμησε κατὰ σοῦ.
6 ὑπὲρ ταύτης προσεύξεται πρὸς σὲ πᾶς ὅσιος ἐν καιρῷ εὐθέτῳ· πλὴν ἐν κατακλυσμῷ ὑδάτων πολλῶν πρὸς αὐτὸν οὐκ ἐγγιοῦσι.6 Ακριβώς διότι συ τόσον έλεος δεικνύεις απέναντί μας, δι' αυτό θα προσευχηθή προς σε κάθε ευσεβής και όσιος στον πρέποντα καιρόν. Και όταν ως άλλος κατακλυσμός υδάτων συμφοραί και πειρασμοί επιπέσουν γύρω του, αυτός με την ιδικήν σου συμπαράστασιν θα προστατευθή από αυτάς, ώστε να μη τον εγγίσουν καν.6 Διότι δὲ παρέχεις μακροθύμως καὶ πατρικῶς τὴν ἄφεσιν ταύτην, δι’ αὐτὸ θὰ προσευχηθῇ πρὸς σὲ πᾶς εὐσεβὴς καὶ ὅσιος εἰς τὸν πρέποντα τῆς μετανοίας καιρόν, ὅταν δὲν θὰ ἔχῃ παρέλθει ἡ εὐκαιρία νὰ εἰσακουσθῇ ἀπὸ σέ. Καὶ ὅταν δὲ συμφοραὶ καὶ πειρασμοὶ ὡς κατακλυσμὸς ὑδάτων πολλῶν ἐπιπέσουν κατ’ αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῶν προσευχῶν θὰ προστατευθῇ ἀπὸ αὐτὰς καὶ δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ τὸν ἐγγίσουν.
7 σύ μου εἶ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με· τὸ ἀγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με ἀπὸ τῶν κυκλωσάντων με. (διάψαλμα).7 Συ είσαι η καταφυγή μου και η παρηγορία μου στον καιρόν της θλίψεως, που με στενοχωρεί. Συ είσαι η αγαλλίασις και η χαρά της ψυχής μου. Γλύτωσέ με από τους πειρασμούς και τους κινδύνους, που με έχουν περικυκλώσει.7 Σὺ εἶσαι ἡ καταφυγή μου καὶ ἡ παρηγορία μου ἀπὸ τὴν θλῖψιν, ἡ ὁποία μὲ στενοχωρεῖ. Σύ, ποὺ εἶσαι ἡ ἀγαλλίασις τῆς ψυχῆς μου, γλύτωσέ με ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ποὺ μὲ ἐκύκλωσαν.
8 συνετιῶ σε καὶ συμβιβῶ σε ἐν ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ πορεύσῃ, ἐπιστηριῶ ἐπὶ σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου.8 Ακούω να απαντάς εις εμέ, Κυριε, και να μου λέγης· Θα σε φωτίζω και θα σε καθοδηγώ στον δρόμον, που πρέπει να βαδίζης. Θα στηρίζω ευμενώς εις σε τους οφθαλμούς μου.8 Καὶ σὺ εἰς τὴν ἐπίκλησίν μου αὐτὴν μὲ πολλὴν στοργήν μου ἀπαντᾷς: Δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ σὲ συνετίζω καὶ νὰ σὲ συνοδεύω εἰς τὴν ὁδὸν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βαδίζῃς. Οἱ ὀφθαλμοί μου δὲν θὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ σέ, ἀλλὰ θὰ εἶναι προσηλωμένοι καὶ ἐστηριγμένοι ἐπὶ σοῦ διὰ νὰ σὲ προφυλάττω.
9 μὴ γίνεσθε ὡς ἵππος καὶ ἡμίονος, οἷς οὐκ ἔστι σύνεσις, ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξαις τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρὸς σέ.9 Λοιπόν, σεις οι άνθρωποι με γίνεσθε όμοιοι με τον ίππον και τον ημίονον, στους οποίους δεν υπάρχει καθόλου σύνεσις. Και όπως με σιδερένιο φίμωτρο και χαλινάρι συσφίγγονται αι σιαγόνες των αγρίων αυτών ζώων, ετσι και συ, Κυριε, ας σφίξης με το χαλινάρι των θλίψεων και με τας πολλάς τιμωρίας ας περιορίσης τους αμαρτωλούς, οι οποίοι μένουν αμετανόητοι και δεν θέλουν να πλησιάσουν προς σέ.9 Ἀκούσατε καὶ σεῖς, ἁμαρτωλοί, φωνὴν καὶ ἔλεγχον ποὺ θὰ σᾶς σώσῃ. Μὴ γίνεσθε ἀτίθασοι καὶ πείσμονες καὶ εἰς τὸ κακὸν ἀσυγκράτητοι σὰν τὸν ἵππον καὶ τὸν ἡμίονον, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται λογικοῦ καὶ συνέσεως καὶ δι' αὐτὸ ἀχαλίνωτοι παραφέρονται ἀπὸ τὰς ἀσυγκρατήτους ὁρμάς των καὶ τὴν ἀδάμαστον δυστροπίαν των. Καὶ ὡς ἐκείνων διὰ σιδηροῦ φιμώτρου καὶ χαλινοῦ συσφίγγονται αἱ σιαγόνες, διὰ νὰ συγκρατῆται καὶ δαμάζεται ἡ ἄτακτος ὁρμή των, οὕτω καὶ αὐτῶν, ποὺ δὲν σὲ πλησιάζουν, ἂς συσφιγχθοῦν καὶ ἂς περιορισθοῦν διὰ τοῦ χαλινοῦ τῶν θλίψεων καὶ τῶν πολλῶν τιμωριῶν ἡ ἀτίθασος βούλησις καὶ τὸ ἀκατανίκητον πεῖσμα.
10 πολλαὶ αἱ μάστιγες τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τὸν δὲ ἐλπίζοντα ἐπὶ Κύριον ἔλεος κυκλώσει.10 Πολλαί είναι αι συμφοραί και αι μάστιγες των αμαρτωλών· τον ελπίζοντα όμως στον Κυριον θα περικυκλώση και θα περιφρουρήση το θείον έλεος.10 Πολλαὶ εἶναι αἱ δυστυχίαι καὶ αἱ συμφοραί, μὲ τὰς ὁποίας ὁ Κύριος μαστιγώνει καὶ παιδεύει τὸν ἁμαρτωλόν. Ἐκεῖνον ὅμως ποὺ ἐλπίζει εἰς τὸν Κύριον, θὰ τὸν περικυκλώσῃ τὸ θεῖον ἔλεος.
11 εὐφράνθητε ἐπὶ Κύριον καὶ ἀγαλλιᾶσθε, δίκαιοι, καὶ καυχᾶσθε, πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ.11 Σεις, λοιπόν, οι πιστοί και δίκαιοι γεμίσατε από χαράν, πλημμυρίσατε από αγαλλιασιν εν Κυρίω, και τον Κυριον να έχετε καύχημα σας όλοι, όσοι έχετε ευθείαν και ειλικρινη την καρδίαν.11 Σεῖς δέ, πιστοὶ καὶ δίκαιοι, τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος κατέστησε μακαρίους διὰ τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν σας, χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, καὶ τὸν Κύριον ἔχετε ὡς καύχημά σας ὅλοι, ὅσοι ἔχετε εὐθεῖαν τὴν καρδίαν σας.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                           🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 5🔹«32~36»



             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας 
καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΛΒ'🔸
                             (32)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 33) ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ, δίκαιοι, ἐν Κυρίῳ· τοῖς εὐθέσι πρέπει αἴνεσις.1 (Μασ. 33) Σκιρτήσατε από αγαλλιασιν σεις οι δίκαιοι, με χαράν που προέρχεται από τον Κυριον. Εις σας τους ευθείς και ειλικρινείς απέναντι Θεού και ανθρώπων είναι πρέπον και αρμόζον να δοξολογήτε με αγαλλίασιν τον Κυριον.1 Ανακράξατε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ σκιρτήσατε ἀπὸ ἁγίαν χαρὰν διὰ τὸν Κύριον, τὸν προστάτην καὶ θριαμβευτήν σας, σεῖς οἱ δίκαιοι, ποὺ πιστεύετε καὶ ἐλπίζετε εἰς αὐτόν· εἰς σᾶς τοὺς εὐθεῖς καὶ εἰλικρινῶς ἀφωσιωμένους εἰς αὐτὸν ἁρμόζει νὰ ὑμνήσετε τὸν Κύριον.
2 ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ἐν κιθάρᾳ, ἐν ψαλτηρίῳ δεκαχόρδῳ ψάλατε αὐτῷ.2 Δοξολογήσατε τον Κυριον με κιθάραν, με δεκάχορδον ψαλτήριον παίξατε αρμονικούς ύμνους προς χάριν αυτού.2 Δοξολογήσατε τὸν Κύριον μὲ κιθάραν, μὲ ψαλτήριον τέλειον ἔχον δέκα χορδάς, ψάλατε ὕμνους εἰς αὐτόν.
3 ᾄσατε αὐτῷ ᾆσμα καινόν, καλῶς ψάλατε αὐτῷ ἐν ἀλαλαγμῷ.3 Υμνήσατέ τον με άσμα νέον. Παίξατε προς χάριν αυτού με μεγάλον ενθουσιασμόν αρμονικά μέλη με τα μουσικά σας όργανα.3 Ὑμνήσατέ τον μὲ ὕμνον νέον, εἰδικῶς διὰ τὴν νέαν θαυμαστὴν ἐπέμβασιν καὶ προστασίαν του τονισμένον, ἐπιμελῶς καὶ ὁλοψύχως ψάλατε ὕμνον πρὸς αὐτὸν μὲ φωνὴν ἐνθουσιώδη, ἐπινίκειον καὶ πανηγυρικήν.
4 ὅτι εὐθὴς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, καὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πίστει·4 Υμνήσατέ τον, διότι ο λόγος του Κυρίου είναι ευθύς και αληθινός. Ολα τα έργα του έχουν αποδειχθή αξιόπιστα σύμφωνα με τας υποσχέσεις, που έχει δώσει.4 Ἁρμόζει σεὶς οἱ εὐθεῖς να τὸν ἀνυμνῆτε, διότι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι δίκαιος καὶ πλήρης εὐθύτητος· αἱ ὑποσχέσεις του εἶναι βέβαιαι καὶ ἀμετάθετοι καὶ δὲν διαψεύδονταί ποτέ, καὶ ὅλα ὅσα πράττει ἀνταποκρίνονται πιστῶς πρὸς ὅσα ὑπεσχέθη·
5 ἀγαπᾷ ἐλεημοσύνην καὶ κρίσιν, τοῦ ἐλέους Κυρίου πλήρης ἡ γῆ.5 Ο Κυριος αγαπά και εφαρμόζει την δικαιοσύνην του αλλά και το έλεός του. Η γη είναι γεμάτη από το έλεος της αγαθότητός του.5 εἶναι δὲ φυσικὸν ὁ Κύριος νὰ τηροῦν τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ. Διότι ἀγαπᾷ να ἐκχύνῃ τὸ ἔλεός του εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ νὰ κρίνῃ ἐν δικαιοσύνῃ αὐτούς, ἕνεκα δὲ τούτου δὲν λησμονεῖ ποτὲ τὰς ὑποσχέσεις του, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς αὐτὰς πατάσσει τοὺς ἀδικοῦντας καὶ καταπιέζοντας πάντα ἐλπίζοντα ἐπ' αὐτόν. Διότι διατηρεῖ τὰς ὑποσχέσεις του πιστῶς, δι’αὐτο καὶ ἡ γῆ εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὸ ἔλεος καὶ τὰς δωρεὰς τοῦ Κυρίου.
6 τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν·6 Με μόνον τον λόγον του έγιναν και εστερεώθησαν οι ουρανοί. Με απλήν πνοήν του στόματός του εδημιουργήθησαν τα απειροπληθή άστρα και η συνεκτική μεταξύ των και η εντός ενός εκάστου από αυτά, απεριόριστος δύναμις.6 Μὲ μόνον τὸν λόγον καὶ τὴν προσταγὴν τοῦ Κυρίου ἐστηρίχθησαν στερεὶ οἱ οὐρανοί· καὶ μὲ τὸ ἁπλοῦν φύσημα τοῦ στόματός του ἐδημιουργήθησαν τὰ ἀπειροπληθῆ ἄστρα ὡς στρατιὰ δυνατή, ἁρμονικῶς συντεταγμένη. Ποῖος εἶναι τόσον δυνατὸς ὅσον ὁ παντοδύναμος Κύριος;
7 συνάγων ὡσεὶ ἀσκὸν ὕδατα θαλάσσης, τιθεὶς ἐν θησαυροῖς ἀβύσσους.7 Συγκεντρώνει ο Θεός και περικλείει τα ύδατα εις τας κοίτας των θαλασσών με όσην ευκολίαν ο άνθρωπος βάζει ύδωρ στο ασκί. Αυτός θέτει και ασφαλίζει τα απύθμενα ύδατα των ωκεανών εις τας απεράντους αβύσσους, όπως μέσα εις τα θησαυροφυλάκια ασφαλίζονται οι θησαυροί των ανθρώπων.7 Συνάζει καὶ περιορίζει τὰ ὕδατα τῶν θαλασσῶν μὲ ὅσην εὐκολίαν καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐγκλείει ἐντὸς ἀσκοῦ ὕδωρ, καὶ ἐνέκλεισεν εἰς ἀποθήκας τὰ νερὰ τῶν ὠκεανῶν καὶ τῶν ἀπεράντων θαλασσῶν, ὅπως μέσα εἰς ταμεῖον κλείονται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων θησαυροί.
8 φοβηθήτω τὸν Κύριον πᾶσα ἡ γῆ, ἀπ᾿ αὐτοῦ δὲ σαλευθήτωσαν πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην·8 Τον παντοδύναμον, λοιπόν, αυτόν Κυριον ας φοβηθή όλος ο κόσμος. Ενώπιόν του ας συγκλονισθούν και ας συγκινηθούν βαθύτατα όλοι οι κάτοικοι της οικουμένης.8 Τὸν παντοδύναμον Κύριον, ὁ ὁποῖος τόσα θαυμαστὰ καὶ καταπληκτικὰ ἐργάζεται, ἂς φοβηθῇ πᾶσα ἡ γῆ, πρὸ αὐτοῦ δὲ ἂς σαλευθοῦν ἐν τρόμῳ καὶ εὐλαβείᾳ ὅλοι ὅσοι κατοικοῦν εἰς τὴν οἰκουμένην.
9 ὅτι αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν.9 Διότι αυτός λόγον είπε μόνον, και έγιναν όλα εκ του μηδενός. Αυτός έδωσεν εντολήν και εκτίσθησαν τόσον στερεά και ωραία όλα τα δημιουργήματά του.9 Διότι αὐτὸς εἶπε λόγον μόνον, καὶ ὅλα ἔγιναν ἐκ τοῦ μηδενός· αὐτὸς ἔδωκε ἐντολήν, καὶ ἀμέσως ἐπὶ τῷ προστάγματι αὐτοῦ ἐκτίσθησαν τὰ πάντα.
10 Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων·10 Ο Κυριος διαλύει και εκμηδενίζει τας σκέψεις και τας αποφάσεις των αμαρτωλών εθνών και ματαιώνει τα κακόβουλα σχέδια των πονηρών αρχόντων.10 Καὶ ἐὰν ἔθνη εἰδωλολατρικὰ λάβουν ἀποφάσεις κακάς, ὁ Κύριος ματαιώνει καὶ διασκορπίζει αὐτὰς ὡς ἄχυρον καὶ ὡς καπνόν, ἐκμηδενίζει δὲ καὶ ματαιώνει τὰ μεθ' ὑπολογισμοῦ καὶ σκέψεως πολλῆς καταστρωθέντα ἐπίβουλα καὶ ὀλέθρια σχέδια λαῶν καὶ τὰς ἀποφάσεις, ποὺ ἔλαβον ἄρχοντες στηριχθέντες ἐπὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς δυνάμεως αὐτῶν.
11 ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.11 Το θέλημα του Κυρίου παραμένει πάντοτε ισχυρόν και ακλόνητον. Και τα πάνσοφα σχέδια της θείας βουλής του πραγματοποιούνται εις τας γενεάς των γενεών,11 Ἡ ἀπόφασις ὅμως καὶ τὸ θέλημα τοῦ προστάτου παντὸς ἐλπίζοντος εἰς αὐτὸν Κυρίου παραμένει ἀπρόσβλητον καὶ ἀδιάσειστον εἰς τὸν αἰῶνα, χωρὶς να εἶναι δυνατὸν να ἀνατραπῇ ἡ ἐμποδισθῇ παρ’ οὐδενός· καὶ οἱ ἀπόκρυφοι λογισμοὶ τοῦ ἀπείρου του νοῦ, οἱ σχεδιάζοντες τὴν σωτηρίαν τῶν ἐκλεκτῶν του, πραγματοποιοῦνται εἰς γενεᾶς γενεῶν, χωρὶς κανεὶς νὰ δύναται νὰ ἀντισταθῇ εἰς αὐτούς.
12 μακάριον τὸ ἔθνος, οὗ ἐστι Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ, λαός, ὃν ἐξελέξατο εἰς κληρονομίαν ἑαυτῷ.12 Τρισευτυχισμένον και ευλογημένον από τον Θεόν είναι το έθνος εκείνο, το οποίον έχει ως Κυριον του τον αληθινόν Θεόν. Μακάριος ο λαός, τον οποίον εξέλεξεν ο Κυριος ως ιδικήν του κληρονομία.12 Μακάριον διὰ τοῦτο εἶναι τὸ ἰσραηλιτικὸν ἔθνος, τοῦ ὁποίου ὁ Κύριος εἶναι ὁ λατρευόμενος ὑπ’ αὐτοῦ Θεός, μακάριος εἶναι ὁ λαός, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξεν ὁ Κύριος ὡς κληρονομίαν καὶ λαὸν ἰδικόν του, διὰ νὰ προνοῇ ἰδιαιτέρως δι’ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν χρησιμοποιῇ ὡς ὄργανον τῶν σωτηρίων βουλῶν του.
13 ἐξ οὐρανοῦ ἐπέβλεψεν ὁ Κύριος, εἶδε πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων·13 Ο Κυριος από τον ουρανόν έρριψε και ρίπτει τα βλέμματά του επάνω εις την γην και βλέπει όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι κατοικούν εις αυτήν.13 Ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἔρριψεν ὁ Κύριος τὸ βλέμμα του πρὸς τὰ κάτω, εἶδεν ὡς παντεπόπτης ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὸ ὄμμα του οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ.
14 ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου αὐτοῦ ἐπέβλεψεν ἐπὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν,14 Από το μεγαλοπρεπές ουράνιον κατοικητήριόν του έρριψε το βλέμμα του και είδεν όλους τους κατοίκους της γης.14 Ἀπὸ τῆς μεγαλοπρεπῶς καὶ ἀσαλεύτως ἐτοιμασμένης ἐν οὐρανοῖς κατοικίας του ἔρριψε τὸ παντέφορον βλέμμα του εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς γῆς καὶ παρακολουθεῖ τούτους καὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν.
15 ὁ πλάσας κατὰ μόνας τὰς καρδίας αὐτῶν, ὁ συνιεὶς πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν.15 Αυτός μόνος, χωρίς την βοήθειαν κανενός, έπλασε τας καρδίας των. Αυτός κατανοεί εις όλον το βάθος και πλάτος τα έργα των ανθρώπων και τα κίνητρα αυτών.15 Τὰ παρακολουθεῖ ἀλανθάστως, Αὐτὸς ποὺ μόνος καὶ χωρὶς τὴν βοήθειαν οὐδενὸς ἔπλασε τὰς καρδίας αὐτῶν καὶ ὁ ὁποῖος κατανοεῖ τὰ ἔργα των γνωρίζων καὶ αὐτὰ τὰ μυστικὰ ἐλατήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προῆλθον ταῦτα.
16 οὐ σῴζεται βασιλεὺς διὰ πολλὴν δύναμιν, καὶ γίγας οὐ σωθήσεται ἐν πλήθει ἰσχύος αὐτοῦ.16 Κανείς βασιλεύς δεν σώζεται με την μεγάλην του στρατιωτικήν δύναμιν και κανείς γίγας δεν ημπορεί ποτέ να σωθή με την μεγάλην του σωματικήν ισχύν.16 Τοιοῦτος Θεὸς παντεπόπτης, παγγνώστης καὶ παντοδύναμος, εἶναι ὁ μόνος δυνατὸς νὰ σώζῃ καὶ νὰ νικᾷ. Βασιλεὺς δὲν σώζεται διὰ τὴν πολλήν του στρατιωτικὴν δύναμιν, καὶ οἱοσδήποτε ἐμπειροπόλεμος γίγας δὲν θὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν μεγάλην σωματικήν του ρώμην καὶ ἀντοχήν, ἐὰν δὲν σώσῃ αὐτοὺς ὁ Θεός.
17 ψευδὴς ἵππος εἰς σωτηρίαν, ἐν δὲ πλήθει δυνάμεως αὐτοῦ οὐ σωθήσεται.17 Το ιππικόν είναι ανίκανον και μάταιον να σώση άλλους, αλλά και κανείς δεν ημπορεί να σωθή όσην μεγάλην δύναμιν και αν διαθέτη.17 Ψευδὴς καὶ ἀπατηλὴ ἀποδεικνύεται ἡ ἐλπίς, τὴν ὁποίαν στηρίζει τις ἐπὶ τοῦ ἱππικοῦ, καὶ δὲν θὰ σωθῇ ὁ παλαιῶν καὶ ἀγωνιζόμενος διὰ τοῦ πλήθους τῆς δυνάμεώς του.
18 ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτὸν τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ,18 Η σωτηρία από τον Κυριον μόνον προέρχεται. Ιδού οι οφθαλμοί του Κυρίου βλέπουν στοργικώς όλους, όσοι τον σέβονται, όλους όσοι ελπίζουν στο έλεός του,18 Μόνος σωτὴρ καὶ ρύστης εἶναι ὁ Θεός. Ἰδοὺ δὲ οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Κυρίου διευθύνονται μετ’ ἀγρύπνου στοργῆς ἐπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται αὐτὸν καὶ ἐλπίζουν εἰς τὸ ἔλεός του.
19 ρύσασθαι ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς αὐτῶν καὶ διαθρέψαι αὐτοὺς ἐν λιμῷ.19 δια να γλυτώση από πρόωρον η άδικον θάνατον την ζωήν των και να τους τροφοδοτήση και τους θρέψη εις περίοδον λιμού.19 Παρακολουθεῖ τούτους ὁ Κύριος ἕτοῖμος νὰ γλυτώσῃ τὴν ζωήν των ἀπὸ βίαιον καὶ ἄδικον θάνατον καὶ νὰ τοὺς διαθρέψῃ εἰς καιρὸν στερήσεως καὶ πείνης.
20 ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὑπομενεῖ τῷ Κυρίῳ, ὅτι βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς ἡμῶν ἐστιν·20 Η ψυχή μας, λοιπόν, με υπομονήν και ελπίδα ακλόνητον θα περιμένη την προστασίαν του Κυρίου, διότι αυτός είναι ο βοηθός και υπερασπιστής μας.20 Αἱ ψυχαί μας λοιπὸν μεθ' ὑπομονῆς καὶ ἐλπίδος ἀκλονήτου θὰ ἀναμείνουν τὴν προστασίαν τοῦ Κυρίου, διότι αὐτὸς εἶναι βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστής μας.
21 ὅτι ἐν αὐτῷ εὐφρανθήσεται ἡ καρδία ἡμῶν, καὶ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ ἠλπίσαμεν.21 Διότι εις αυτόν τον στοργικόν υπερασπιστήν και σωτήρα θα ευφρανθή η καρδία μας και στο Ονομά του το άγιον, που έχομεν ελπίσει και θα εξακολουθούμεν να ελπίζωμεν.21 Διότι λόγῳ τῆς βοηθείας ποὺ μᾶς παρέχει καὶ τῆς προνοίας ποὺ λαμβάνει δι’ ἠμᾶς, θὰ εὐφρανθοῦν αἱ καρδίαι μας, καὶ εἰς τὸ ὄνομά του τὸ ἅγιον ἠλπίσαμεν καὶ θὰ ἑξακολουθῶμεν νὰ ἐλπίζωμεν.
22 γένοιτο, Κύριε, τὸ ἔλεός σου ἐφ᾿ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ.22 Είθε, Κυριε, να εκχυθή και να μείνη πλούσιον εις ημάς το έλεός σου, όπως και ημείς με ακλόνητον πίστιν και πεποίθησιν έχομεν ελπίσει εις σέ.22 Εἴθε, Κύριε, νὰ ἐκχυθῇ ἐφ’ ἡμᾶς τὸ ἔλεός σου δαψιλὲς καὶ ἄφθονον, καθὼς ἀκλονήτως καὶ μετὰ πόθου ἠλπίσαμεν εἰς σέ, χωρὶς νὰ ἀποκάμωμεν ἀναμένοντες τὴν βοήθειάν σου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΛΓ'🔸
                             (33)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ᾿Αβιμέλεχ, καὶ ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ ἀπῆλθεν.11
2 (Μασ. 34) ΕΥΛΟΓΗΣΩ τὸν Κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου.2 (Μασ. 34) Θα δοξολογώ τον Κυριον εις κάθε περίστασιν της ζωής μου, ευμενή η δυσμενή, και έτσι η δοξολογία του θα ευρίσκεται πάντοτε εις το στόμα μου.2 Θὰ εὐλογῶ τὸν Κύριον εἰς πᾶσαν περίστασιν καὶ εὐκαιρίαν, πάντοτε καὶ ἀκαταπαώστως ὁ αἶνος καὶ ἡ ἀνάμνησίς του θὰ πληροῖ τὸ στόμα μου.
3 ἐν τῷ Κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πρᾳεῖς, καὶ εὐφρανθήτωσαν.3 Η ψυχή μου στον Κυριον θα έχη το καύχημά της και τον έπαινόν της. Ας το ακούσουν αυτό όσοι με υπομονήν και πραότητα βαστάζουν την θλίψιν των και ας σκιρτήσουν από χαράν, διότι θα τους ελεήση ο Κυριος.3 Ἡ ψυχή μου καύχημά της θὰ ἔχῃ τὸν Κύριον, ὅστις μοῦ ἐφάνη προστάτης καὶ μὲ καθιστᾷ περιφανῆ· ὅσοι μεθ' ὑπομονῆς καὶ πραότητος βαστάζουν τὴν δυστυχίαν των, ἂς ἀκούσουν τοῦτο καὶ ἂς σκιρτήσουν ἀπὸ χαράν, διότι καὶ αὐτοὺς θὰ ἐλεήσῃ καὶ θὰ σώσῃ ὁ Κύριος, ὅπως ἠλέησε καὶ ἐμέ.
4 μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί, καὶ ὑψώσωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό.4 Δοξολογήσατε μαζή μου τον Κυριον όλοι οι δίκαιοι. Ολοι μαζή ας ανυμνολογήσωμεν και ας διαλαλήσωμεν με αίνους το άπειρον μεγαλείον του Ονόματός του.4 Ὑμνήσατε μετ’ ἐμοῦ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου, καὶ ἂς διακηρύξωμεν ὅλοι μαζὶ τὸ ἀνέκφραστον ὕψος τῆς ἀπείρου τελειότητος, ποὺ ἐκφράζει τὸ ὄνομά του.
5 ἐξεζήτησα τὸν Κύριον, καὶ ἐπήκουσέ μου καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεών μου ἐῤῥύσατό με.5 Με πόθον παρεκάλεσα τον Κυριον και εκείνος ήκουσεν ευμενώς την παράκλησίν μου και με εγλύτωσεν από όλας τας θλίψεις μου.5 Μὲ πόθον πολὺν ἐζήτησα τὴν βοήθειαν καὶ προστασίαν τοῦ Κυρίου καὶ μὲ ἤκουσεν εὐμενῶς, καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς θλίψεις, ποὺ ὑπέφερα τότε, μὲ ἐγλύτωσε.
6 προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε, καὶ τὰ πρόσωπα ὑμῶν οὐ μὴ καταισχυνθῇ.6 Ελάτε, λοιπόν, προς αυτόν όλοι οι θλιμμένοι, δια να πάρετε το φως της χαράς· και ας είσθε βέβαιοι, ότι τα θλιμμένα πρόσωπά σας δεν θα εντροπιαστούν, διότι δεν θα διαψευσθούν αι ελπίδες σας.6 Σεῖς, ποὺ εἶσθε τώρα κατηφεῖς καὶ σκυθρωποὶ ἀπὸ τὸ σκοτεινὸν σύννεφον τῶν θλίψεών σας, πλησιάσατε πρὸς αὐτὸν μετὰ πίστεως καὶ ἀσφαλῶς τότε θὰ γίνῃ ἡ ὄψις σας ἐκ τῆς παρ’ αὐτοῦ παρηγορίας καὶ χαρᾶς φωτεινή, εὔθυμος καὶ χαρωπή, καὶ τὰ ἐστραμμένα πρὸς αὐτὸν μετ’ ἐλπίδος πρόσωπά σας κατ’ οὐδένα λόγον θὰ ἐντροπιασθοῦν, διότι αἱ προσδοκίαι σας δὲν πρόκειται νὰ διαψευσθοῦν.
7 οὗτος ὁ πτωχὸς ἐκέκραξε καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτοῦ καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ ἔσωσεν αὐτόν.7 Ιδού, αυτός ο πτωχός, όπως και κάθε πτωχός και αδύνατος, έκραξε με πίστιν προς τον Κυριον, και ο Κυριος εδέχθη ευμενώς την δέησίν του και τον έσωσεν από όλας τας θλίψστου.7 Ἰδοὺ αὐτὸς ἐγὼ ὁ πτωχὸς καὶ τεταπεινωμένος ἐφώναξα, καὶ ὁ Κύριος μὲ ἤκουσε μὲ εὐμένειαν καὶ στοργήν, καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς θλίψεις μου μὲ ἔσωσε.
8 παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν καὶ ῥύσεται αὐτούς.8 Αγγελος Κυρίου θα στρατοπεδεύη γύρω και θα περιφρουρή όσους σέβονται τον Κυριον και θα τους γλυτώση από τους κινδύνους, στους οποίους έχουν εκτεθή.8 Ὡς στρατιὰ ἀκατανίκητος ὁ ἄγγελος Κυρίου θὰ περικυκλώσῃ διὰ τῆς ἀκαταμαχήτου δυνάμεώς του ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν φοβοῦνται, καὶ θὰ τοὺς γλυτώσῃ ἀπὸ κάθε κίνδυνον.
9 γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος· μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐλπίζει ἐπ᾿ αὐτόν.9 Δοκιμάστε προσωπικώς και θα πεισθήτε, ότι ο Κυριος είναι αγαθός και ευεργετικός. Μακάριος είναι ο άνθρωπος, ο οποίος εις αυτόν στηρίζει τας ελπίδας του.9 Δοκιμάσατε διὰ τῆς πείρας σας καὶ πείσθητε διὰ τῶν πραγμάτων περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικὸς καὶ προστάτης τῶν ἐπικαλουμένων αὐτὸν ὁ Κύριος. Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐλπίζει εἰς αὐτόν.
10 φοβήθητε τὸν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν ὑστέρημα τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.10 Σεβασθήτε και ευλαβηθήτε, λοιπόν, τον Κυριον όλοι οι άγιοι, οι αφιερωμένοι εις αυτόν, διότι δεν θα επιτρέψη να στερηθούν από τίποτε εκείνοι, οι οποίοι τον σέβονται.10 Ὅλοι οἰ εὐσεβεῖς καὶ ἀφιερωμένοι πρὸς τὸν Κύριον, κατανοοῦντες τὴν ἀγαθότητα καὶ τὸ μεγαλεῖον του, εὐλαβηθῆτε αὐτόν, καὶ ἀποδώσατε εἰς αὐτὸν βαθὺν καὶ εὐγνώμονα τὸν σεβασμὸν καὶ τὸν φόβον σας, διότι ὅσοι τὸν σέβονται καὶ τὸν φοβοῦνται, οὐδεμίαν στέρησιν καὶ ἀνάγκην θὰ δοκιμάσουν.
11 πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ. (διάψαλμα).11 Εξ αντιθέτου, πλούσιοι στο παρελθόν επτώχευσαν και θα πτωχεύσουν και θα πεινάσουν, ενώ εκείνοι οι οποίοι μετά πίστεως παρακαλούν τον Κυριον και ζητούν την προστασίαν του, δεν θα στερηθούν από κανένα αγαθόν.11 Πλούσιοι, οἱ ὁποῖοι ἐστήριζον τὴν πεποίθησίν των εἰς τὰ πλούτη των καὶ ἐξήρτων ἀπὸ αὐτὰ τὴν εὐτυχίαν των, κατήντησαν εἰς πτωχείαν καὶ ἐπείνασαν, αὐτοὶ ὅμως ποὺ ἐστήριξαν τὰς ἐλπίδας των εἰς τὸν Κύριον καὶ ἐζήτησαν μετὰ πόθου αὐτόν, δὲν θὰ στερηθοῦν, οὔτε θὰ λιγοστεύσῃ εἰς αὐτοὺς πᾶν ἀγαθόν.
12 δεῦτε, τέκνα, ἀκούσατέ μου· φόβον Κυρίου διδάξω ὑμᾶς.12 Ελάτε, λοιπόν, τέκνα μου, και ακούσατέ με. Θα σας διδάξω να σέβεσθε και να ευλαβήσθε τον Θεόν.12 Ἔλθετε σεῖς, ποὺ εἶσθε διατεθειμένοι νὰ διδαχθῆτε ἀπὸ ἐμὲ ὡς τέκνα ἀπὸ τὸν πατέρα των, καὶ ἀκούσατε τὰς στοργικὰς συμβουλάς μου. Θὰ σᾶς διδάξω νὰ φοβῆσθε τὸν Κύριον καὶ μὲ εὐλάβειαν πολλὴν νὰ ὑπακούετε εἰς αὐτόν.
13 τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ θέλων ζωήν, ἀγαπῶν ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθάς;13 Ποιός άνθρωπος θέλει να ζήση ζωήν καλήν και μακράν; Ποιός αγαπά να ίδη ευτυχισμένας τας ημέρας της ζωής του;13 Ποῖος ἄνθρωπος θέλει νὰ ζήσῃ ζωὴν μακρὰν καὶ εἰρηνικὴν καὶ νὰ ἀπολαύσῃ ἡμέρας ἀνέσεως καὶ εὐτυχίας;
14 παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον.14 Συ, που ποθείς και θέλεις τούτο, σταμάτησε την γλώσσάν σου από τας κακολογίας και κλείσε τα χείλη σου, ώστε να μη λαλούν δολιότητας.14 Σύ, ποὺ ποθεῖς τοῦτο, παῦσε τὴν γλῶσσαν σου ἀπὸ κακολογίας πικρὰς καὶ κλεῖσε τὰ χείλη σου, διὰ νὰ μὴ λαλοῦν κατασκευάσματα δόλια καὶ συκοφαντικὰς πρὸς καταστροφὴν τοῦ πλησίον ἐπινοήσεις.
15 ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν, ζήτησον εἰρήνην καὶ δίωξον αὐτήν.15 Φυγε μακρυά από κάθε κακόν, κάμε το αγαθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου. Ζητησε την ειρήνην με τον εαυτόν σου και με τους άλλους, και επιδίωξέ την με κάθε τρόπον.15 Ἀπομακρύνθητι ἀπὸ πᾶν εἶδος κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθὸν γινόμενος εὐεργετικὸς πρὸς ὅλους· ζήτησε νὰ ἔχῃς εἰρήνην μὲ τὸν πλησίον καὶ μὲ τὴν συνείδησίν σου, καὶ ἐπιδίωξε διὰ συνεχῶν προσπαθειῶν ὁλονὲν ἀνανεουμένων νὰ ἐπιτύχῃς αὐτήν.
16 ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους, καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν.16 Τα μάτια του Κυρίου στρέφονται με ευμένειαν προς τους δικαίους και τα αυτιά του με προσοχήν ακούουν την δέησίν των.16 Οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Κυρίου μετὰ πολλῆς στοργῆς καὶ ἐνδιαφέροντος εἶναι ἐστραμμένοι ἐπὶ τῶν δικαίων, καὶ τὰ ὦτα του εἶναι ἀνοικτὰ διὰ νὰ ἀκούσουν τὴν δέησίν των.
17 πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακὰ τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν.17 Αντιθέτως, ωργισμένον το πρόσωπον του Κυρίου έχει στραφή εναντίον των πονηρών ανθρώπων, δια να τους εξολοθρεύση από την γην και να σβήση και αυτήν ακόμη την ανάμνησίν των.17 Τοὐναντίον δὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου εἶναι ἐστραμμένον μετ’ ὀργῆς κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πράττουν κακὰ καὶ παράνομα ἔργα, διὰ νὰ ἐξολοθρεύσῃ αὐτοὺς καὶ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὴν γῆν καὶ πᾶσαν ἀνάμνησιν τοῦ ὀνόματός των.
18 ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν, καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτῶν ἐῤῥύσατο αὐτούς.18 Εκραξαν με θερμήν προσευχήν προς τον Κυριον οι δίκαιοι και ο Κυριος εισάκουσε με ευμένειαν την δέησίν των και τους απήλλαξεν από όλας τας θλίψεις των.18 Ἐφώναξαν οἱ δίκαιοι καὶ ὁ Κύριος τοὺς ἠκροάσθη εὐμενῶς, καὶ ἀπὸ ὅλας των τὰς θλίψεις τοὺς ἐγλύτωσε.
19 ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τὴν καρδίαν καὶ τοὺς ταπεινοὺς τῷ πνεύματι σώσει.19 Ο Κυριος είναι πλησίον, συμπαραστάτης και βοηθός, εις όλους εκείνους, που είναι συντετριμμένοι ψυχικώς από τας θλίψεις και θα σώση αυτούς, οι οποίοι έχουν αποκτήσει το ταπεινόν φρόνημα.19 Ὁ Κύριος εἶναι πλησίον καὶ παρὰ τὸ πλευρὸν ἐκείνων, οἵτινες εἶναι συντετριμμένοι κατὰ τὴν καρδίαν ἀπὸ τὰς θλίψεις, τὰς ὁποίας καρτερικῶς ὑπομένουν, καὶ θὰ σώσῃ ὅσους ἔχουν τεταπεινωμένον τὸ φρόνημα ἀπὸ τὴν παιδαγωγίαν τῶν ἀλλεπαλλήλων δεινῶν καὶ συμφορῶν.
20 πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος·20 Πολλαί είναι πράγματι αι θλίψεις των δικαίων. Και από όλας αυτάς θα τους απαλλάξη ο Κυριος.20 Πολλαὶ εἶναι αἱ θλίψεις, ποὺ θὰ δοκιμάσουν εἰς τὸν βίον των οἱ δίκαιοι, καὶ ἀπὸ ὅλας αὐτὰς θὰ τοὺς γλυτώσῃ ὁ Κύριος.
21 φυλάσσει Κύριος πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν, ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ συντριβήσεται.21 Ο Κυριος προφυλάσσει όλα τα οστά αυτών, ώστε κανένα από αυτά να μη πάθη ουδέ την παραμικροτέραν βλάβην.21 Ἐξωτερικαὶ καὶ ἐντελῶς ἐπιπόλαιαι θὰ εἶναι αἱ βλάβαι, τὰς ὁποίας τυχὸν τὸ σῶμα των θὰ ὑποστῇ ἐκ τῶν ταλαιπωριῶν των. Ὁ Κύριος φυλάσσει ὅλα τὰ ὀστᾶ των, ὥστε ἡ βλάβη τῶν δικαίων νὰ μὴ εἶναι βαθεῖα καὶ ἀνεπανόρθωτος. Οὔτε ἓν ἀπὸ αὐτὰ δὲν θὰ συντριβῇ.
22 θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός, καὶ οἱ μισοῦντες τὸν δίκαιον πλημμελήσουσι.22 Εξ αντιθέτου όμως ο θάνατος των αμαρτωλών είναι κακός και οδυνηρός. Οσοι δε μισούν τον δίκαιον θα περιπέσουν εις ολέθρια σφάλματα, δια τα οποία θα κατακριθούν και θα τιμωρηθούν από τον Θεόν.22 Ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν θὰ εἶναι ἐπαίσχυντος καὶ κακὸς καὶ ἡ ἰδία αὐτῶν πονηρία θὰ συντελέσῃ τὴν κατάρρευσίν των. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μισοῦν τὸν δίκαιον, θὰ ἀστοχήσουν καὶ θὰ ἐξαφανισθοῦν.
23 λυτρώσεται Κύριος ψυχὰς δούλων αὐτοῦ, καὶ οὐ μὴ πλημμελήσουσι πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπ᾿ αὐτόν.23 Ο Θεός θα απαλλάξη την ζωήν των δούλων του από τους κινδύνους και δεν θα αποτύχουν εις την ζωήν των όλοι, όσοι ελπίζουν εις αυτόν.23 Ὁ Κύριος θὰ σώσῃ τὰς ψυχὰς τῶν δούλων του καὶ κατ' οὐδένα λόγον θὰ ἀποτύχουν, οὐδὲ θὰ πέσουν ἔξω ὅλοι ὅσοι στηρίζουν τὰς ἐλπίδας των εἰς αὐτόν.

 

            🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΛΔ'🔸
                           (34)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 35) ΔΙΚΑΣΟΝ, Κύριε, τοὺς ἀδικοῦντάς με, πολέμησον τοὺς πολεμοῦντάς με.1 (Μασ. 35) Δικασε και τιμώρησε, Κυριε, αυτούς, οι οποίοι με αδικούν. Πολέμησε αυτούς, οι οποίοι με πολεμούν και ζητούν να με εξοντώσουν.1 Γενοῦ σύ, Κύριε, κριτὴς καὶ δικαστὴς αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀδικοῦν καὶ μὲ καταδιώκουν· πολέμησον σὺ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι μὲ πολεμοῦν καὶ ζητοῦν τὴν ἐξόντωσίν μου.
2 ἐπιλαβοῦ ὅπλου καὶ θυρεοῦ καὶ ἀνάστηθι εἰς τὴν βοήθειάν μου,2 Αρπαξε στο παντοδύναμον χέρι σου όπλον και ασπίδα, σήκω επάνω και έλα εις βοήθειάν μου.2 Λάβε εἰς τὰς χεῖρας σου ὅπλον καὶ ἀσπίδα καὶ σήκω ἐπάνω διὰ νὰ σπεύσῃς εἰς βοήθειάν μου.
3 ἔκχεον ῥομφαίαν καὶ σύγκλεισον ἐξ ἐναντίας τῶν καταδιωκόντων με· εἶπον τῇ ψυχῇ μου· Σωτηρία σού εἰμι ἐγώ.3 Βγάλε από την θήκην της γυμνήν την ρομφαίαν και κλείσε από όλα τα σημεία τον δρόμον αυτών, οι οποίοι με καταδιώκουν. Πες εις την ψυχήν μου· Μη δειλιάζης, διότι εγώ είμαι η σωτηρία σου.3 Σρε ἀπὸ τὴν θήκην της καὶ γύμνωσε τὴν σπάθην σου καὶ φράξε τὸν δρόμον των, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ διαφύγουν οἱ διῶκται μου, ἀλλὰ νὰ εὑρεθοῦν ἀντιμέτωποι πρὸς σέ· εἰπὲ εἰς τὴν ψυχήν μου· μὴ δειλιᾷς καὶ μὴ ἀνησυχῇς· εἶμαι ἐγὼ ἡ σωτηρία σου.
4 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ λογιζόμενοί μοι κακά.4 Ας καταισχυνθούν και ας κατεντροπιασθούν εκείνοι, οι οποίοι ζητούν να αφαιρέσουν την ζωήν μου. Ας στραφούν προς τα οπίσω τρεπόμενοι εις άτακτον φυγήν και ας κατεντροπιασθούν εκείνοι, οι οποίοι μελετούν και αποφασίζουν κακά εναντίον μου.4 Ἂς καταισχυνθοῦν καὶ ἂς ἐντραποῦν οἱ ζητοῦντες τὴν ζωήν μου· ἂς στραφοῦν εἰς τὰ ὀπίσω τρεπόμενοι εἰς ἄτακτον φυγὴν καὶ ἂς πληρωθοῦν ἀπὸ ἐντροπήν, κατανικώμενοι καὶ κυριευόμενοι ἀπὸ πανικόν, αὐτοὶ ποὺ σχεδιάζουν καὶ διανοοῦνται κακὰ ἐναντίον μου.
5 γενηθήτωσαν ὡσεὶ χνοῦς κατὰ πρόσωπον ἀνέμου, καὶ ἄγγελος Κυρίου ἐκθλίβων αὐτούς·5 Ας γίνουν σαν κονιορτός στο ισχυρόν φύσημα του ανέμου. Αγγελος Κυρίου ας επέλθη εναντίον αυτών ποδοπατών και συνθλίβων τον ένα επάνω στον άλλον.5 Ἂς γίνουν ὅ,τι γίνεται καὶ τὸ χνοῦδι εἰς τὸ σφοδρὸν φύσημα τοῦ ἀνέμου, φεύγοντες προτροπάδην καὶ ἀσυγκράτητοι ὑπὸ τὴν ἰσχυρὰν πνοὴν τῆς δυνάμεως τοῦ Κυρίου. Καὶ ἂς ἐπέλθῃ κατ’ αὐτῶν ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὁποῖος νὰ τοὺς ἀποδιώκῃ καὶ να τοὺς σπρώχνῃ πιέζων καὶ ποδοπατῶν τὸν ἕνα ἐπὶ τοῦ ἄλλου στριμωγμένους.
6 γενηθήτω ἡ ὁδὸς αὐτῶν σκότος καὶ ὀλίσθημα, καὶ ἄγγελος Κυρίου καταδιώκων αὐτούς·6 Ας γίνη ο δρόμος κατά την πανικόβλητον άτακτον φυγήν των σκοτάδι και ολίσθημα, ώστε ούτε να βλέπουν ούτε και να ημπορούν να βαδίσουν ασφαλώς, άγγελος δε Κυρίου ας τους καταδιώκη συνεχώς·6 Ἂς γίνῃ ὁ δρόμος των κατὰ τὴν ἄτακτον φυγήν των σκοτεινὸς καὶ ὀλισθηρός, ὥστε οὔτε φῶς νὰ ἔχουν διὰ νὰ τοὺς καθοδηγῇ, οὔτε οἱ πόδες των νὰ εὑρίσκουν ἔδαφος στερεὸν διὰ νὰ στηριχθοῦν. Καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἂς τοὺς καταδιώκῃ ἄγγελος Κυρίου.
7 ὅτι δωρεὰν ἔκρυψάν μοι διαφθορὰν παγίδος αὐτῶν, μάτην ὠνείδισαν τὴν ψυχήν μου.7 διότι, χωρίς εγώ να πταίσω τίποτε εις αυτούς, έστησαν κρυφίως δολίαν παγίδα με τον σκοπόν να πέσω εις λάκκον θανάτου, στον τάφον. Χωρίς καμμίαν αιτίαν και αφορμήν με ύβρισαν και με εχλεύασαν.7 Διότι ἀναιτίως καὶ χωρὶς νὰ λάβουν ἀπὸ ἐμὲ καμμίαν ἀφορμὴν κατέκρυψαν πρὸς ἐξόντωσίν μου ὀλεθρίαν παγίδα, ἐντὸς λάκκου θανατηφόρου κεκαλυμμένην. Ἄνευ λόγου μὲ συκοφαντικὰς καὶ ἐξοντωτικὰς κατηγορίας περιύβρισαν καὶ ἐκακολόγησαν τὴν ψυχήν μου.
8 ἐλθέτω αὐτῷ παγίς, ἣν οὐ γινώσκει, καὶ ἡ θήρα, ἣν ἔκρυψε, συλλαβέτω αὐτόν, καὶ ἐν τῇ παγίδι πεσεῖται ἐν αὐτῇ.8 Ο αρχηγός των ας πέση και ας συλληφθή εις αφανή παγίδα, την οποίαν δεν γνωρίζει. Και η παγίς, την οποίαν έκρυψε δι' εμέ, ας συλλάβη αυτόν τον ίδιον. Ας πέση εις την παγίδα αυτήν, που έστησε δι' εμέ.8 Ἂς εὕρῃ αὐτόν, ποὺ τοὺς ὑποκινεῖ καὶ εἶναι ἀρχηγός των, παγὶς κρυφία, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἀντιληφθῇ διὰ νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ αὐτήν, καὶ ἡ ὀλεθρία ἐπιβουλή, τὴν ὁποίαν σὰν ἄλλο δόκανον ἔκρυψε διὰ νὰ μὲ συλλάβῃ ὡς θήραμα, ἂς συλλάβῃ αὐτόν, καὶ εἰς τὴν παγίδα αὐτήν, ποὺ ἔστησε δι' ἐμέ, ἂς πέσῃ ὁ ἴδιος.
9 ἡ δὲ ψυχή μου ἀγαλλιάσεται ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, τερφθήσεται ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ αὐτοῦ.9 Η ιδική μου ψυχή θα γέμιση από αγαλλίασιν δια την προστασίαν του Κυρίου, θα χαρή, θα δοκιμάση μεγάλην τέρψιν δια την σωτηρίαν, που μου εχαρισεν.9 Ἡ ἰδική μου δὲ ψυχὴ δὲν θὰ χαρῇ κακεντρεχῶς διὰ τὴν καταστροφήν των, ἀλλὰ θὰ πληρωθῇ ἀγαλλιάσεως διὰ τὴν προστασίαν τοῦ Κυρίου, θὰ χαρῇ καὶ θὰ δοκιμάσῃ μεγάλην τέρψιν διὰ τὴν σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐχάρισε.
10 πάντα τὰ ὀστᾶ μου ἐροῦσι· Κύριε, τίς ὅμοιός σοι; ρυόμενος πτωχὸν ἐκ χειρὸς στερεωτέρων αὐτοῦ καὶ πτωχὸν καὶ πένητα ἀπὸ τῶν διαρπαζόντων αὐτόν.10 Ολα τα οστά μου, τα έως τώρα συντετριμμένα από την θλίψιν, αναζωογονημένα θα είπουν· Κυριε, ποιός άλλος είναι όμοιος με σέ; Κανείς. Συ είσαι εκείνος, ο οποίος σώζστον αδύνατον πτωχόν από τα χέρια των ισχυροτέρων και τον ταλαιπωρημένον και ενδεή άνθρωπον από εκείνους, που αρπάζουν τα υπάρχοντά του.10 Ὅλα τὰ ὀστᾶ μου, τὰ συντετριμμένα ἤδη ἀπὸ τὴν πολλὴν θλῖψιν καὶ ὀδύνην, θὰ ἀνασκιρτήσουν καὶ μὲ τὰς δυνάμεις μου ὅλας ἀποκατεστημένας πλέον θὰ εἴπω· Κύριε, ποῖος ἄλλος εἶναι ὅμοιος πρὸς σέ; Οὐδείς. Παραμένεις δὲ μόνος σύ, ὁ ὁποῖος σώζεις τὸν πτωχὸν καὶ ἀπροστάτευτον ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δυνατωτέρων του, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἀδυνατεῖ νὰ ἀνατρέψῃ. Σὺ καὶ τὸν πτωχόν, τὸν στερούμενον πάσης βοηθείας καὶ προστασίας ἀνθρωπίνης, πρὸς σὲ δὲ καὶ μόνον ἐλπίζοντα, σὺ σώζεις αὐτὸν ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι τὸν διαρπάζουν.
11 ἀναστάντες μοι μάρτυρες ἄδικοι, ἃ οὐκ ἐγίνωσκον, ἐπηρώτων με.11 Οταν εδικάζετο η κατ' εμού κατηγορία των, εσηκώθησαν εναντίον μου μάρτυρες ασυνείδητοι και συκοφάνται. Και με ερωτούσαν δια σφάλματα και παραπτώματα, δια τα οποία ούτε ιδέαν είχα.11 Ὅταν ἀνεκρίνετο ἡ κατ’ ἐμοῦ κατηγορία, ἐσηκώθησαν κατ' ἐμοῦ μάρτυρες ἀσυνείδητοι καὶ συκοφάνται, καὶ περὶ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἰδέαν, μὲ ἠρώτων μετ' ἐπιμονῆς μὲ τὸν σκοπὸν νὰ μὲ φέρουν εἰς σύγχυσιν καὶ νὰ μὲ περιπλέξουν.
12 ἀνταπεδίδοσάν μοι πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ ἀτεκνίαν τῇ ψυχῇ μου.12 Μου ανταπέδιδαν κακά αντί των ευεργεσιών, που τους είχα κάμει, και πικράν θλίψιν ωσάν εκείνην, που γεύεται η ολομόναχη άτεκνος γυναίκα.12 Μοῦ ἀνταπέδιδον κακὰ ἀντὶ τῶν εὐεργεσιῶν, τὰς ὁποίας εἶχον ἀπολαύσει ἀπὸ ἐμέ, καὶ τόσην θλῖψιν ἐπροξένουν εἰς τὴν ψυχήν μου, ὅσην δοκιμάζει γυνὴ δυστυχής, ἔρημος ἀπὸ τέκνα καὶ ἐγκαταλελειμμένη ἀπροστάτευτος καὶ μόνη.
13 ἐγὼ δὲ ἐν τῷ αὐτοὺς παρενοχλεῖν μοι ἐνεδυόμην σάκκον καὶ ἐταπείνουν ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἡ προσευχή μου εἰς κόλπον μου ἀποστραφήσεται.13 Εγώ όμως, όταν αυτοί με κατέθλιβον με τας συκοφαντίας των, εφορούσα το σάκκινον ένδυμα του πένθους και του πόνου. Εταλαιπωρούσα με νηστείαν την ζωήν μου και η προσευχή μου, αν δεν ωφελήση εκείνους εξ αιτίας της σκληροκαρδίας των, θα γίνη οπωσδήποτε δεκτή από σε και θα επιστρέψη σωτήριος και αγαθοποιός εις εμέ.13 Ἐγὼ ὅμως, καθ’ ὃν χρόνον αὐτοὶ μὲ παρηνώχλουν, ἐφόρουν ὑπὲρ αὐτῶν τὸν τρίχινον τοῦ πένθους σάκκον ζητῶν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δι’αὐτούς, καὶ μὲ ἀσιτίαν ἐταπείνωνα τὴν ψυχήν μου, καὶ ἡ ὑπὲρ αὐτῶν ἐν συντριβῇ καὶ ταπεινώσει γινομένη προσευχή μου, ἐφ' ὅσον αὐτοὶ δὲν ὠφελοῦντο ἐξ αὐτῆς, θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τοὺς ἰδικούς μου κόλπους φέρουσα εἰς ἐμὲ τὰ ἀγαθά, τῶν ὁποίων αὐτοὶ ἀπεδείχθησαν ἀνάξιοι.
14 ὡς πλησίον, ὡς ἀδελφῷ ἡμετέρῳ οὕτως εὐηρέστουν· ὡς πενθῶν καὶ σκυθρωπάζων, οὕτως ἐταπεινούμην.14 Εφερόμην προς τον καθένα από αυτούς ως προς φίλον μου και αδελφόν μου. Σαν άνθρωπος, που πενθεί και γίνεται κατηφής δια τον θάνατον προσφιλούς προσώπου, έτσι και εγώ τόσον πολύ14 Ἐφερόμην πρὸς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν ὡς πρὸς πλησίον, ὡς πρὸς ἀδελφὸν ἰδικόν μου· μὲ τόσην καλωσύνην προσεπάθουν νὰ τοὺς εὐχαριστήσω σὰν ἄνθρωπος ποὺ πένθει καὶ πονεῖ καὶ σκυθρωπάζει διὰ τὴν ἀπώλειαν προσφιλοῦς προσώπου, τόσον πολὺ ἐταπεινούμην καὶ παρουσιαζόμην πρὸς αὐτοὺς συντετριμμένος.
15 καὶ κατ᾿ ἐμοῦ εὐφράνθησαν καὶ συνήχθησαν, συνήχθησαν ἐπ᾿ ἐμὲ μάστιγες, καὶ οὐκ ἔγνων, διεσχίσθησαν καὶ οὐ κατενύγησαν.15 Εκείνοι όμως εχαιρεκακούσαν εις βάρος μου. Συνηθροίσθησαν εναντίον μου, δια να με κτυπήσουν ανελέητα. Εγώ δε ούτε καν και υπωπτεύθην την συνωμοσίαν των. Διεσκορπίσθησαν όμως από τον Θεόν, και όμως δεν μετενόησαν. Δεν ησθάνθησαν κανένα κέντημα της συνειδήσεώς των.15 Καὶ αὐτοὶ ἀντιθέτως εὐφράνθησαν εἰς βάρος μου, ὅταν μὲ εἶδον δυστυχοῦντα, καὶ ἐμαζεύθησαν· συνήχθη σὰν ὡς μάστιγες κατ' ἐμοῦ διὰ νὰ μὲ δέρουν ἀνηλεῶς. Καὶ ἐγὼ δὲν εἶχον ἰδέαν οὔτε κἀν ὑπωπτεύθην, ὅτι οὖτοι θὰ ἐστρέφοντο κατ' ἐμοῦ. Διεσκορπίσθησαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ διελύθησαν. Καὶ ὅμως δὲν μετενόησαν καὶ δὲν ἠσθάνθησαν κανὲν κέντημα καὶ νυγμὸν συμπαθείας εἰς τὰ στήθη των ὑπὲρ ἐμοῦ.
16 ἐπείρασάν με, ἐξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμῷ, ἔβρυξαν ἐπ’ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας αὐτῶν.16 Με επείραζαν, με περιγελούσαν με πολλήν καταφρόνησιν. Ετριζαν με αγριότητα εναντίον μου τα δόντια των.16 Μὲ ἐπείραζαν καὶ μὲ περιεγέλων μὲ πολλὴν καταφρόνησιν, ἔτριζον ἀγρίως κατ’ ἐμοῦ τοὺς ὀδόντας των, δεικνύοντες οὕτω τὰς φονικὰς ἐναντίον μου διαθέσεις των.
17 Κύριε, πότε ἐπόψῃ; ἀποκατάστησον τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῆς κακουργίας αὐτῶν, ἀπὸ λεόντων τὴν μονογενῆ μου.17 Κυριε, πότε θα επιβλέψης εις τα κακουργήματα των πονηρών ανθρώπων; Επανάφερε εις την χαρουμένην και ασφαλή κατάστασιν την ζωήν μου. Γλύτωσέ με από την κακουργίαν εκείνων. Περιφρούρησε την μίαν και μόνην ζωήν μου από τους εχθρούς μου, οι οποίοι σαν λέοντες ορμούν εναντίον μου.17 Κύριε, πότε θὰ εὐδοκήσῃς νὰ ρίψῃς πρὸς τὰ κάτω τὰ ὄμματά σου διὰ νὰ ἴδῃς πόσα ἐγκλήματα ἀποτολμοῦν οὗτοι; Κύριε, ἔγινα σὰν νεκρὸς λόγῳ τῆς κακουργίας των. Ἐπανάφερε σὺ τὴν λιπόθυμον καὶ κινδυνεύουσαν νὰ σβήσῃ ζωήν μου· ἀπόσπασον ἀπὸ τὰ σκληρὰ στόματα τῶν λεόντων τὴν ψυχήν μου, τὸ μονάκριβον καὶ πολύτιμον αὐτὸ συστατικὸν τῆς ὑπάρξεώς μου.
18 ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἐκκλησίᾳ πολλῇ, ἐν λαῷ βαρεῖ αἰνέσω σε.18 Τοτε εγώ θα σε δοξολογήσω με ευγνωμοσύνην πολλήν εν μέσω πολυαρίθμου συγκεντρώσεως. Εν μέσω πυκνοτάτου ακροατηρίου θα αναπέμψω προς σε ευχαριστήριους δοξολογίας.18 Θὰ εὐχαριστήσω τότε καὶ θὰ δοξολογήσω εὐγνωμόνως τὸ ὄνομά σου ἐν μέσῳ συναθροίσεως πολυαρίθμου, ἐν μέσῳ πυκνοτάτου πλήθους λαοῦ θὰ σοῦ ἀναπέμψω ὕμνον.
19 μὴ ἐπιχαρείησάν μοι οἱ ἐχθραίνοντές μοι ἀδίκως, οἱ μισοῦντες με δωρεὰν καὶ διανεύοντες ὀφθαλμοῖς.19 Ας μη χαιρεκακήσουν εις βάρος μου εκείνοι, οι οποίοι με εχθρεύονται αδίκως. Αυτοί, οι οποίοι τρέφουν αδικαιολόγητον μίσος εναντίον μου όσοι με νεύματα των πονηρών οφθαλμών συνεννοούνται, δια να με εξοντώσουν.19 Ἂς μὴ χαροῦν διὰ τὴν καταστροφήν μου αὐτοί, ποὺ ἀδίκως καὶ χωρὶς ἀφορμὴν μὲ ἐχθρεύονται, αὐτοὶ ποὺ μὲ μισοῦν ἀναιτίως καὶ μὲ τὰ νεύματα τῶν ὀφθαλμῶν των συνεννοοῦνται ὅπως μὲ ἐξοντώσουν.
20 ὅτι ἐμοὶ μὲν εἰρηνικὰ ἐλάλουν καὶ ἐπ᾿ ὀργὴν δόλους διελογίζοντο.20 Διότι δόλιοι αυτοί, με την γλώσσαν των ωμιλούσαν ειρηνικούς και καλούς λόγους προς εμέ. Εσωτερικώς όμως, λόγω του μίσους των, εσκέπτοντο δολιότητας εναντίον μου.20 Εἶναι πολὺ δόλιοι καὶ ἀσυνείδητοι. Διότι εἰς ἐμὲ μὲν ὡμίλουν μὲ γλῶσσαν εἰρηνικὴν καὶ φιλικήν, μέσα των ὅμως καὶ ἰδιαιτέρως λόγῳ τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ μίσους, ποὺ ὑπέκρυπτον κατ’ ἐμοῦ, ἐσκέπτοντο καὶ ἐπινοοῦσαν σχέδια δολερά.
21 καὶ ἐπλάτυναν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν, εἶπαν· εὖγε, εὖγε, εἶδον οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν.21 Ηνοιξαν διάπλατα το απύλωτον στόμα των και είπαν· Ωραία, θαυμάσια! Είδαν τα μάτια μας την καταστροφήν αυτού.21 Καὶ ἤνοιξαν πλατὺ καὶ ἀχαλίνωτον κατ’ ἐμοῦ τὸ στόμα των, κατηγοροῦντες με ἀσυγκράτητα καὶ χωρὶς συστολήν· εἶπαν· μπράβο, τί ὡραῖα! Εἶδαν οἱ ὀφθαλμοί μας τὴν καταστροφήν του, ποὺ ἐποθούσαμεν τόσον πολύ.
22 εἶδες, Κύριε, μὴ παρασιωπήσῃς, Κύριε, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ·22 Βλέπεις, Κυριε, την μοχθηρίαν των. Μη την αντιπαρέλθης σιωπών. Και, Κυριε μη απομακρυνθής από εμέ, μη με εγκαταλείψης στον κίνδυνον.22 Εἶδες, Κύριε, τὴν μοχθηρίαν των καὶ τὴν κακουργίαν των. Μὴ παρασιωπήσῃς, Κύριε, καὶ μὴ ἀντιπαρέλθῃς σιωπηλὸς καὶ ἀδιάφορος ἀπ’ ἐμοῦ. Κύριε, μὴ φύγῃς μακρὰν ἀπὸ ἐμέ.
23 ἐξεγέρθητι, Κύριε, καὶ πρόσχες τῇ κρίσει μου, ὁ Θεός μου καὶ ὁ Κύριός μου, εἰς τὴν δίκην μου.23 Σηκω επάνω, Κυριε, δώσε προσοχήν εις την δικαίαν μου υπόθεσιν. Συ, ο Θεός μου και ο Κυριος μου, έλα συνήγορος και υπερασπιστής μου εις την αντιδικίν μου αυτήν.23 Σήκω ἐπάνω. Κύριε, καὶ εὐδόκησον νὰ δείξῃς προσοχὴν καὶ ἐνδιαφέρον εἰς τὴν δικαίαν ὑπόθεσίν μου Σὺ εἶσαι ὁ Θεὸς καὶ ὁ Κύριός μου· λαβὲ ἐνδιαφέρον νὰ μὲ δικάσῃς καὶ νὰ μὲ ὑπερασπισθῇς.
24 κρῖνόν με, Κύριε, κατὰ τὴν δικαιοσύνην σου, Κύριε ὁ Θεός μου, καὶ μὴ ἐπιχαρείησάν μοι.24 Κρίνε και δίκασέ με, δίκασε Κυριε, σύμφωνα με την δικαιοσύνην σου. Κυριε και Θεέ μου, μη επιτρέψης να καταδικασθώ αδίκως και χαρούν έτσι μοχθηράν χαράν εις βάρος μου οι εχθροί μου.24 Ἐξέτασέ με, σύ, Κύριε, καὶ δίκασέ με σύμφωνα μὲ τὴν δικαιοσύνην σου. Κύριε, πρὸς σὲ καταφεύγω, τὸν ὁποῖον λατρεύω ὡς μόνον Θεόν μου. Καὶ κράζω πρὸς σὲ ταπεινῶς: Ἂς μὴ χαροῦν εἰς βάρος μου οἱ ἐχθροί μου.
25 μὴ εἴποισαν ἐν καρδίαις αὐτῶν· εὖγε, εὖγε τῇ ψυχῇ ἡμῶν· μηδὲ εἴποιεν· Κατεπίομεν αὐτόν.25 Ας μη είπουν· Εύγε μας, εύγε εις την ψυχήν μας· τον εξωλοθρεύσαμεν. Ας μη είπουν ότι τον εφάγαμεν και τον εξηφανίσαμεν πλέον οριστικώς.25 Εἴθε νὰ μὴ εἴπουν μέσα εἰς τὰς καρδίας των, αἱ ὁποῖαι ποθοῦν τὴν ἐξόντωσίν μου· εὖγε, τί ὡραῖα! Ἂς χαρῇ ἡ ψυχή μας, διότι ἐπετεύχθη ὁ πόθος της. Μήτε νὰ εἴπουν· κατεπίομεν αὐτόν, ποὺ μᾶς ἦτο τόσον μισητός.
26 αἰσχυνθείησαν καὶ ἐντραπείησαν ἅμα οἱ ἐπιχαίροντες τοῖς κακοῖς μου, ἐνδυσάσθωσαν αἰσχύνην καὶ ἐντροπὴν οἱ μεγαλοῤῥημονοῦντες ἐπ᾿ ἐμέ.26 Ας καταισχυνθούν και ας κατεντροπιασθούν όλοι μαζή, όσοι δοκιμάζουν μοχθηράν χαράν δια τας δυστυχίας μου. Ας περιβληθούν, ωσάν μόνιμον ένδυμά των, αισχύνην και εντροπήν οι αλαζόνες, οι οποίοι κομπορρημονούν εναντίον μου.26 Ἂς καταισχυνθοῦν καὶ ἂς ἐντραποῦν ὅλοι τους μαζί, ὅσοι χαίρουν διὰ τὰς συμφοράς μου καὶ τὴν δυστυχίαν μου. Ἂς σκεπασθοῦν καὶ ἂς περιβληθοῦν ὡς ἔνδυμα καταισχύνην καὶ ἐντροπὴν αὐτοὶ ποὺ ὑβριστικῶς καὶ ἀλαζονικῶς λέγουν πολλὰ καὶ περιφρονητικὰ κατ’ ἐμοῦ.
27 ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν οἱ θέλοντες τὴν δικαιοσύνην μου καὶ εἰπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ θέλοντες τὴν εἰρήνην τοῦ δούλου αὐτοῦ.27 Ας γεμίσουν δε αγαλλίασιν και ας ευφρανθούν αυτοί, οι οποίοι θέλουν και επιθυμούν να μου αποδοθή η δικαιοσύνη και η ειρήνη. Και ας λέγουν πάντοτε όλοι, όσοι θέλουν την ειρήνην και ευτυχίαν του δούλου σου· Ας είναι δοξασμένος ο Κυριος.27 Ἂς πληρωθοῦν ἀγαλλιάσεως καὶ ἂς εὐφρανθοῦν οἱ θέλοντες νὰ μοῦ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν τὴν ἠρεμίαν καὶ εἰρήνην τοῦ δούλου τοῦ Κυρίου, ἂς κράξουν διὰ παντός· δεδοξασμένος ἂς εἶναι ὁ Κύριος καὶ ἂς ἀνυμνῆται τὸ μεγαλεῖον τοῦ ὀνόματός του.
28 καὶ ἡ γλῶσσά μου μελετήσει τὴν δικαιοσύνην σου, ὅλην τὴν ἡμέραν τὸν ἔπαινόν σου.28 Τοτε ο νους μου θα μελετά και η γλώσσα μου θα διηγήται την προς εμέ δικαιοσύνην σου. Ολην δε την ημέραν θα σου αναπέμπη δοξολογίαν και ευχαριστίαν.28 Καὶ ἡ γλῶσσα μου θὰ μελετᾷ καὶ δὲν θὰ παύῃ νὰ ἐκδιηγῆται τὴν δικαιοσύνην, ποὺ ἐπέδειξας εἰς τὴν ὑπὲρ ἐμοῦ κρίσιν σου, συνεχῶς καὶ ὅλην τὴν ἡμέραν θὰ ἀναπέμπῃ καὶ δὲν θὰ διακόπτῃ τὸν αἶνον καὶ τὴν δοξολογίαν, ἡ ὁποία σοῦ ἀνήκει.

 

            🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΛΕ'🔸
                           (35)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· τῷ δούλῳ Κυρίου τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 36) ΦΗΣΙΝ ὁ παράνομος τοῦ ἁμαρτάνειν ἐν ἑαυτῷ, οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ·2 (Μασ. 36) Λέγει από μέσα του ο παράνομος, που έχει πάρει πλέον την απόφασιν να αμαρτάνη· Δεν υπάρχει φόβος Θεού ενώπιόν του. Δεν φοβείται την δικαίαν κρίσιν του Θεού.2 Λέγει καθ’ ἑαυτὸν καὶ μὲ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του ἔχει λάβει ἀπόφασιν ὁ παράνομος ὥστε νὰ ἁμαρτάνῃ· δὲν ὑπάρχει φόβος Θεοῦ ἐμπρός του, καὶ δὲν ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ κριτήριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κληθῇ νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὰς πράξεις του.
3 ὅτι ἐδόλωσεν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ εὑρεῖν τὴν ἀνομίαν αὐτοῦ καὶ μισῆσαι.3 Διέστρεψε δολίως και εθόλωσε τα πάντα ενώπιόν του, ώστε δεν είναι δυνατόν πλέον να διακρίνη αυτός την αμαρτίαν και να την αποστραφή με αποτροπιασμόν.3 Διότι ἐνόθευσε καὶ διέστρεψε τὰ πάντα ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνῃ καὶ νὰ εὕρῃ τὴν ἀνομίαν του καὶ νὰ μισήσῃ αὐτήν.
4 τὰ ῥήματα τοῦ στόματος αὐτοῦ ἀνομία καὶ δόλος, οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι τοῦ ἀγαθῦναι·4 Οι λόγοι, οι οποίοι βγαίνουν από το στόμα του, είναι παρανομία και δολιότης. Δεν ηθέλησε να συνέλθη, να συνετισθή και να πράξη κάτι το αγαθόν.4 Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ στόμα του, εἶναι γεμᾶτοι ἀνομίαν καὶ δόλον, δὲν ἠθέλησεν οὔτε ἐσκέφθη νὰ συνέλθῃ εἰς ἑαυτὸν καὶ νὰ ἀποκτήσῃ σύνεσιν καὶ φρόνησιν, ὥστε νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἀγαθόν.
5 ἀνομίαν διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ, παρέστη πάσῃ ὁδῷ οὐκ ἀγαθῇ, κακίᾳ δὲ οὐ προσώχθισε.5 Και κατά την νύκτα ακόμη, που ευρίσκεται επάνω εις την κλίνην του, εσκέπτετο παρανομίας. Εις κάθε κακόν δρόμον ήτο παρών. Ουδέποτε απετροπιάσθη και εμίσησε το κακόν.5 Καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν νύκτα, ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν κοίτην του, ἀντὶ νὰ σκέπτεται τὸν Θεὸν καὶ νὰ ζητῇ τὸ ἔλεός του διὰ τὰς παραβάσεις τῆς ἡμέρας, διαλογίζεται καὶ σχεδιάζει ἀδικίαν καὶ ἀνομίαν κατὰ τοῦ πλησίον· εὑρέθη ἐμπρὸς παρὼν πάντοτε καὶ πρωτοστατῶν εἰς κάθε δρόμον πονηρόν· καὶ ἡ πώρωσίς του ἔφθασεν εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ ἀποτροπιάζεται τὴν κακίαν καὶ νὰ μὴ τὴν χορταίνῃ ποτέ.
6 Κύριε, ἐν τῷ οὐρανῷ τὸ ἔλεός σου, καὶ ἡ ἀλήθειά σου ἕως τῶν νεφελῶν·6 Κυριε, μέχρι του ουρανού απλώνεται το μέγα έλεός σου και η αλήθεια των λόγων σου και η αξιοπιστία των υποσχέσεών σου φθάνει έως τα νέφη του ουρανού.6 Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἶναι ἀπεριόριστον, καὶ ἁπλοῦται εἰς τὸν οὐρανὸν ἀκαταμέτρητον καὶ μόνος ὁ οὐρανὸς δύναται νὰ τὸ περιλάβῃ· καὶ ἡ ἀλήθειά σου καὶ ἡ πιστὴ τήρησις τῶν ἐπαγγελιῶν σου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀδιάψευστον τῶν κρίσεών σου καὶ τῶν λόγων σου φθάνουν μέχρι τῶν νεφελῶν.
7 ἡ δικαιοσύνη σου ὡς ὄρη Θεοῦ, τὰ κρίματά σου ὡσεὶ ἄβυσσος πολλή· ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε.7 Η δικαιοσύνη σου είναι ασάλευτος και αιωνία, όπως τα όρη του Θεού. Αι κρίσεις σου και αι δίκαιαι αποφάσεις σου είναι ανεξερεύνητοι, όπως τα βάθη των ωκεανών. Συ, Κυριε, σώζεις ανθρώπους και ζώα.7 Ἡ δικαιοσύνη σου ὑψοῦται ἄσειστος καὶ ἀσάλευτος καὶ αἰώνια σὰν τὰ θεόκτιστα καὶ πανύψηλα ὄρη· τὰ σχέδιά σου καὶ αἱ σοφαὶ κρίσεις σου, διὰ τῶν ὁποίων κυβερνᾶται ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν λαῶν, εἶναι ἀνεξερεύνητοι, καθὼς τῶν ὠκεανῶν αἱ βαθεῖαι ἄβυσσοι· διὰ τῆς πανσόφου καὶ ἀγαθῆς προνοίας σου σώζεις ὄχι μόνον τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ τὰ κτήνη καὶ τὴν κατωτέραν ταύτην δημιουργίαν σου.
8 ὡς ἐπλήθυνας τὸ ἔλεός σου, ὁ Θεός· οἱ δὲ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐν σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἐλπιοῦσι.8 Ποσον μέγα, συνεχές και ακατάληπτον έδειξες τα έλεός σου, Θεέ μου! Ολοι οι άνθρωποι έχουν τας ελπίδας των εις την σκέπην των πτερύγων σου.8 Θεέ μου, πόσον μέγα καὶ ἀνυπολόγιστον εἰς πλῆθος εἶναι τὸ ἔλεός σου. Ἐξαιρέτως ὅμως οἱ ἀπόγονοι τῶν ἀνθρώπων θὰ στηρίζουν τὴν ἐλπίδα των εἰς τὴν προστασίαν τῆς βοηθείας σου, ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ σκεπασθῶσιν ἐν ἀσφαλείᾳ, ὅπως ὑπὸ τὰς στοργικὰς πτέρυγας τῆς ὄρνιθος τὰ μικρὰ πουλιά της.
9 μεθυσθήσονται ἀπὸ πιότητος οἴκου σου, καὶ τὸν χειμάῤῥουν τῆς τρυφῆς σου ποτιεῖς αὐτούς·9 Θα χορτάσουν αυτοί και θα μεθύσουν από την πλουσιωτάτην τράπεζαν των αγαθών του οίκου σου. Θα τους ποτίσης με την απερίγραπτον τρυφήν των πνευματικών σου απολαύσεων, αι οποίαι ρέουν πλούσιοι ως άλλος χείμαρρος.9 Θὰ χορτασθοῦν καὶ θὰ μεθύσουν ἀπὸ τὴν ἀφθονίαν καὶ τὸν πλοῦτον τῆς τραπέζης τοῦ οἴκου σου καὶ θὰ τοὺς ποτίσῃς μὲ τὴν τρυφὴν τῶν ἀρρήτων σου πνευματικῶν ἀπολαύσεων, ποὺ ἡ ἀφθονία της ὁμοιάζει πρὸς ἀσυγκράτητον ρεῦμα χειμωνιάτικου ποταμοῦ.
10 ὅτι παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς, ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς.10 Διότι συ είσαι η πηγή της ζωής και με το ιδικόν σου φως θα ίδωμεν το αληθινόν φως.10 Ναὶ θὰ χορτασθοῦν καὶ θὰ μεθύσουν, διότι εἰς τὰ βάθη τῶν κόλπων σου ὑπάρχει ἡ ἀνεξάντλητος πηγὴ πάσης ζωῆς καὶ σὺ εἶσαι ὁ μόνος ζωοδότης. Διὰ τοῦ φωτός σου, ὅταν τοῦτο ἐπιλάμψῃ εἰς τὴν διάνοιάν μας, θὰ ἴδωμεν τὸ φῶς ποὺ θὰ μᾶς παρηγορῇ καὶ θὰ μᾶς καθοδηγῇ καὶ θὰ μᾶς γεμίζῃ θάρρος καὶ ἐλπίδα.
11 παράτεινον τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε καὶ τὴν δικαιοσύνην σου τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ.11 Απλωσε και εξακολούθει να παρέχης πάντοτε πλούσιον το έλεός σου εις όλους, όσοι σε γνωρίζουν. Δώσε την δικαιοσύνην σου στους ανθρώπους, τους ευθείς και ειλικρινείς κατά την καρδίαν.11 Ἑξακολούθησε νὰ ἐκχύνῃς καὶ νὰ παρέχῃς ἀδιάκοπα τὸ ἔλεός σου εἰς ὅσους ἔχουν τὴν ἀληθῆ γνῶσιν περὶ σοῦ, καὶ προστάτευε μὲ τὴν δικαιοσύνην σου τοὺς εὐθεῖς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ μὴ τρέφοντας δόλους εἰς αὐτήν.
12 μὴ ἐλθέτω μοι ποὺς ὑπερηφανίας, καὶ χεὶρ ἁμαρτωλοῦ μὴ σαλεύσαι με.12 Εις εμέ δε ας μη πέση επάνω μου το πόδι του υπερηφάνου, δια να μη με καταπατήση, και το χέρι του αμαρτωλού ας μη με συγκλονίση και με διώξη.12 Ἂς μὴ ἐπέλθῃ κατ’ ἐμοῦ ποὺς ἁμαρτωλοῦ καὶ ὑπερηφάνου διὰ νὰ μὲ καταπατήσῃ, καὶ χεὶρ ἁμαρτωλοῦ ἂς μὴ ἐξεγερθῇ κατ’ ἐμοῦ διὰ νὰ μὲ μετακινήσῃ ἀπὸ τὸν οἶκον μου ἐξόριστον καὶ φυγάδα.
13 ἐκεῖ ἔπεσον πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ἐξώσθησαν καὶ οὐ μὴ δύνωνται στῆναι.13 Ιδού, εκεί κατεκρημνίσθησαν όλοι όσοι εργάζονται την ανομίαν. Απωθήθησαν και εξεδιώχθησαν, ώστε να μη μπορούν πλέον να σταθούν όρθιοι εις τα πόδια των.13 Ἰδοὺ ἐκεῖ! Κατεκρημνίσθησαν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους οἰκτρῶς ὅλοι, ὅσοι ἐργάζονται τὴν ἀνομίαν. Ἐξώσθησαν ἀπὸ τὰς θέσεις των καὶ δὲν δύνανται κατ’ οὐδένα λόγον νὰ σταθοῦν ὄρθιοι.

 

            🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΛΣΤ'🔸
                            (36)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 37) ΜΗ ΠΑΡΑΖΗΛΟΥ ἐν πονηρευομένοις μηδὲ ζήλου τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν·1 (Μασ. 37) Μη ζηλεύης και μη ποθής την φαινομενικήν ευτυχίαν εκείνων, οι οποίοι σκέπτονται το πονηρόν. Μη ζηλεύης εκείνους, οι οποίοι πράττουν την ανομίαν,1 Μὴ ἐρεθίζεσαι ἐκ φθόνου καὶ μὴ παρακινῆσαι πρὸς μίμησιν τῶν πονηρευομένων, μηδὲ ζήλευε βλέπων τὴν εὐτυχίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέσα εἰς τὴν παρανομίαν.
2 ὅτι ὡσεὶ χόρτος ταχὺ ἀποξηρανθήσονται καὶ ὡσεὶ λάχανα χλόης ταχὺ ἀποπεσοῦνται.2 διότι αυτοί γρήγορα σαν το χορτάρι θα ξηρανθούν. Και σαν την πρασίνην χλόην θα μαρανθούν και θα πέσουν στο έδαφος.2 Ἡ εὐτυχία των εἶναι προσωρινή. Διότι γρήγορα σὰν χορτάρι θὰ ἀποξηρανθοῦν καὶ σὰν τὴν πρασίνην χλόην ταχέως θὰ μαρανθοῦν.
3 ἔλπισον ἐπὶ Κύριον καὶ ποίει χρηστότητα καὶ κατασκήνου τὴν γῆν, καὶ ποιμανθήσῃ ἐπὶ τῷ πλούτῳ αὐτῆς.3 Στήριξε την ελπίδα σου στον Κυριον, πράττε το αγαθόν και έτσι ασφαλής και ειρηνικός θα κατοικήσης εις την γην της Επαγγελίας, και από τον καλόν ποιμένα, τον Θεόν, θα ποιμανθής με στοργήν και θα απολαύσης τον πλούτον της χώρας, όπου κατοικείς.3 Στήριξε τὴν ἐλπίδα σου εἰς τὸν Κύριον καὶ ἐργάζου τὸ ἀγαθὸν εἰς ὅλους, καὶ τότε ἀφόβως καὶ ἀσφαλῶς θὰ κατοικήσῃς εἰς τὴν εὐλογημένην γῆν τῆς ἐπαγγελίας, καὶ ὁ Κύριος ὡς καλὸς ποιμὴν θὰ σὲ ποιμάνῃ καὶ θὰ σὲ διαθρέψῃ μὲ τὸν πλοῦτον της.
4 κατατρύφησον τοῦ Κυρίου, καὶ δώσει σοι τὰ αἰτήματα τῆς καρδίας σου.4 Εντρύφημά σου και χαρά σου ας είναι ο Κυριος και αυτός θα σου δώση κάθε αγαθόν υλικόν και πνευματικόν, που ποθεί η καρδία σου.4 Ἀπόλαυσε τὸν Κύριον διὰ τῆς πρὸς αὐτὸν ἀγάπης καὶ ἀφωσιωμένης λατρείας, καὶ θὰ σοῦ δώσῃ Ἐκεῖνος ὅ,τι ποθεῖ καὶ ζητεῖ ἡ καρδία σου.
5 ἀποκάλυψον πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου καὶ ἔλπισον ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ αὐτὸς ποιήσει5 Φανερόν ενώπιον του Θεού με πλήρη εμπιστοσύνην να έχης πάντοτε τον δρόμον της ζωής σου. Εχε εις αυτόν τας ελπίδας σου και αυτός θα πράξη εις σε εκείνο, το οποίον σε συμφέρει και σε χαροποιεί.5 Φανέρωσε πρὸς τὸν Κύριον μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης τὸν δρόμον καὶ τὰς ἐπιδιώξεις καὶ ἀνάγκας τῆς ζωῆς σου καὶ ἔλπισον εἰς αὐτὸν καὶ αὐτὸς θὰ κάμῃ ἐκεῖνα ποὺ ζητεῖς καὶ χρειάζεσαι.
6 καὶ ἐξοίσει ὡς φῶς τὴν δικαιοσύνην σου καὶ τὸ κρῖμά σου ὡς μεσημβρίαν.6 Θα φανερώση και θα προβάλη αυτός το δίκαιόν σου λαμπρόν ωσάν το φως, και θα κάμη ολοφωτον την δικαίαν του κρίσιν υπέρ σου, ωσάν τον μεσημβρινόν ήλιον.6 Καὶ θὰ φανερώσῃ αὐτὸς τὸ δίκαιόν σου περίλαμπρον σὰν τὸ φῶς, καὶ θὰ παρουσιάσῃ τὴν περὶ σοῦ δικαίαν ψῆφον καὶ κρίσιν του φαεινὴν καὶ ἀπαστράπτουσαν, ὅπως εἶναι ὁ ἥλιος τὸ μεσημέρι.
7 ὑποτάγηθι τῷ Κυρίῳ καὶ ἱκέτευσον αὐτόν· μὴ παραζήλου ἐν τῷ κατευοδουμένῳ ἐν τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐν ἀνθρώπῳ ποιοῦντι παρανομίαν.7 Να υποταχθής στον Κυριον και αυτόν να παρακαλής θερμώς δια της προσευχής σου. Μη αφήσης να καταλάβη ποτέ την καρδίαν σου η ζήλεια και ο φθόνος δια τον άνθρωπον, που ευδοκιμεί εις την ζωήν του, ο οποίος όμως πράττει παρανομίας.7 Δείκνυε ὑποταγὴν πρὸς τὸν Κύριον καὶ μετ’ ἐλπίδος καὶ ἐμπιστοσύνης παρακάλει αὐτόν· μὴ παροξύνεσαι καὶ μὴ ζηλεύῃς διὰ τὸν εὐδοκιμοῦντα καὶ προοδεύοντα εἰς τὸν δρόμον τῆς ζωῆς τοῦ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐργάζεται τὴν παρανομίαν.
8 παῦσαι ἀπὸ ὀργῆς καὶ ἐγκατάλιπε θυμόν, μὴ παραζήλου ὥστε πονηρεύεσθαι·8 Παύσε να αγανακτής δι' αυτόν. Αφησε κατά μέρος κάθε θυμόν. Πρόσεξε, μη τον ζηλεύης, ώστε και συ να σκέπτεσαι πονηρά, όπως εκείνος.8 Παῦσον νὰ ὀργίζεσαι ἀγανακτῶν ἐπὶ τῇ εὐτυχίᾳ τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ ἄφησε κάθε θυμόν, ἀκόμη καὶ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ διεγείρεται μέσα σου, ὅταν βλέπῃς τοὺς ἀσεβεῖς ἐκ τῆς εὐτυχίας τῶν ἀποθρασυνομένους. Πρόσεξε μήπως παρασυρθῇς ἀπὸ ζήλειαν, ὥστε καὶ σὺ νὰ πονηρεύεσαι, καθὼς ἐκεῖνοι.
9 ὅτι οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται, οἱ δὲ ὑπομένοντες τὸν Κύριον αὐτοὶ κληρονομήσουσι γῆν.9 Διότι όλοι αυτοί, οι οποίοι σκέπτονται το πονηρόν και πράττουν το κακόν, θα εξολοθρευθούν. Οσοι όμως με πίστιν στον Κυριον υπομένουν τας θλίψεις και αναμένουν από τον Κυριον την λύτρωσιν, αυτοί θα έχουν ως παντοτεινήν και ασφαλή κληρονομίαν των την γην και τα αγαθά της.9 Διότι αὐτοί, ποὺ πράττουν τὸ κακόν, θὰ ἐξολοθρευθοῦν, αὐτοὶ δὲ ποὺ μὲ ὑπομονητικὴν ἐλπίδα προσμένουν τὴν προστασίαν τοῦ Κυρίου, θὰ κληρονομήσουν τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς.
10 καὶ ἔτι ὀλίγον καὶ οὐ μὴ ὑπάρξῃ ὁ ἁμαρτωλός, καὶ ζητήσεις τὸν τόπον αὐτοῦ, καὶ οὐ μὴ εὕρῃς·10 Καμε υπομονήν· ολίγος καιρός ακόμη θα περάση και ο αμαρτωλός, του οποίου συ σήμερον την ευτυχίαν ημπορεί να ζηλεύης, δεν θα υπάρχη πλέον. Θα αναζητήσης τον τόπον, στον οποίον αυτός είχε ζήσει ευτυχής, και δεν θα τον εύρης.10 Μὴ ζηλεύσῃς τὴν εὐτυχίαν τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Περίμενε, καὶ ὀλίγος καιρὸς θὰ παρέλθῃ ἀκόμη, καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτός, ποὺ τώρα εὐτυχεῖ, δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ θὰ ζητήσῃς τὸν τόπον ποὺ κατεῖχε περίβλεπτος καὶ δὲν θὰ τὸν εὕρης.
11 οἱ δὲ πραεῖς κληρονομήσουσι γῆν καὶ κατατρυφήσουσιν ἐπὶ πλήθει εἰρήνης.11 Εξ αντιθέτου αυτοί οι οποίοι είναι πράοι και έγιναν πράοι δια μέσου των θλίψεων, θα είναι οι παντοτεινοί κληρονόμοι της γης της Επαγγελίας. Θα εντρυφούν εις τα πλούσια αγαθά της και θα ζουν με πολλήν ειρήνην.11 Αὐτοὶ ὅμως ποὺ διὰ τῆς δοκιμασίας τῶν θλίψεων ἐταπεινώθησαν καὶ ἔγιναν πρᾶοι, θὰ κληρονομήσουν τὴν γῆν μὴ ἐξαφανιζόμενοι ἀδόξως ἐξ αὐτῆς ὡς οἱ ἀσεβεῖς, καὶ θὰ ἀπολαύσουν ἐν τρυφῇ τὰ ἀγαθά της γεμᾶτοι εἰρήνην.
12 παρατηρήσεται ὁ ἁμαρτωλὸς τὸν δίκαιον καὶ βρύξει ἐπ᾿ αὐτὸν τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ·12 Με μίσος εις την καρδίαν θα παρατηρήση ο αμαρτωλός τον δίκαιον και θα τρίξη με μανίαν τους οδόντας του εναντίον αυτού.12 Μὲ ἀπέχθειαν θὰ παρατηρήσῃ τὸν δίκαιον ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ θὰ τρίξῃ μὲ μανίαν τοὺς ὀδόντάς του, ζητῶν εἰ δυνατὸν νὰ μασήσῃ τὰς σάρκας του.
13 ὁ δὲ Κύριος ἐκγελάσεται αὐτόν, ὅτι προβλέπει ὅτι ἥξει ἡ ἡμέρα αὐτοῦ.13 Ο Κυριος όμως θα γελάση εις βάρος του αμαρτωλού, διότι προβλέπει, ότι θα έλθη η ημέρα της τιμωρίας του και του αφανισμού του.13 Ὁ Κύριος ὅμως γελάσῃ εἰς βάρος τοῦ ἁμαρτωλοῦ· διότι προβλέπει ὅτι ἀσφαλῶς θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς καταδίκης του καὶ τοῦ ἀφανισμοῦ του.
14 ρομφαίαν ἐσπάσαντο οἱ ἁμαρτωλοί, ἐνέτειναν τόξον αὐτῶν τοῦ καταβαλεῖν πτωχὸν καὶ πένητα, τοῦ σφάξαι τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ·14 Εγύμνωσαν την σπάθην των οι αμαρτωλοί. Ετέντωσαν το τόξον των, δια να κτυπήσουν με αυτό και ρίψουν κατά γης νεκρόν τον ταλαιπωρημένον και τον πτωχόν, και με την μάχαιράν των να σφάξουν όλους εκείνους, οι οποίοι έχουν ευθείαν και ειλικρινή την καρδίαν.14 Ἐγύμνωσαν τὸ ξίφος των οἱ ἁμαρτωλοί, ἕτοιμοι νὰ πλήξουν ἐκ τοῦ πλησίον τὸν δίκαιον, καὶ ἐτέντωσαν τὸ τόξον των, ἵνα ἀπὸ μακρὰν κτυπήσουν καὶ ρίψουν κάτω τὸν πτωχὸν καὶ ἀπροστάτευτον, ποὺ μόνην ἐλπίδα του ἔχει τὸν Θεόν, καὶ ἶνα μὲ τὴν μάχαιράν των σφάξουν τοὺς μὴ ἔχοντας δόλον καὶ πονηρίαν εἰς τὴν καρδίαν των.
15 ἡ ρομφαία αὐτῶν εἰσέλθοι εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν καὶ τὰ τόξα αὐτῶν συντριβείη.15 Η ρομφαία των θα εισέλθη και θα διαπεράση την ιδικήν των καρδίαν, τα δε τόξα των θα συντριβούν.15 Ἡ μάχαιρά των εἴθε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς καρδίας των, καὶ εἴθε νὰ συντριβοῦν τὰ τόξα των. Ἂς ματαιωθοῦν αἱ ἐπιβουλαί των, καὶ ἂς πέσουν αὐτοὶ εἰς τὸν λάκκον, ποὺ ἔσκαψαν πρὸς ὄλεθρον τοῦ δικαίου.
16 κρεῖσσον ὀλίγον τῷ δικαίῳ ὑπὲρ πλοῦτον ἁμαρτωλῶν πολύν·16 Το ολίγον, αλλά τίμιον, του δικαίου ανθρώπου είναι πολυτιμότερον από τα πολλά πλούτη των αμαρτωλών.16 Τί σημαίνει, ἐὰν οἱ ἁμαρτωλοὶ πρὸς καιρὸν πλουτοῦν; Τὸ ὀλίγον, ποὺ ἔχει ὁ δίκαιος, εἶναι πολὺ προτιμότερον καὶ πολὺ καλύτερον δι’ αὐτόν, παρὰ ὁ πολὺς πλοῦτος τῶν ἁμαρτωλῶν.
17 ὅτι βραχίονες ἁμαρτωλῶν συντριβήσονται, ὑποστηρίζει δὲ δικαίους ὁ Κύριος.17 Διότι οι βραχίονες των αμαρτωλών, που φαίνονται σήμερον τόσον ισχυροί, θα συντριβούν μετ' ολίγον. Ο δε Θεός υποστηρίζει και υπερασπίζει τους δικαίους.17 Διότι οἱ βραχίονες τῶν ἁμαρτωλῶν, ποὺ φαίνονται τώρα ἰσχυροί, θὰ συντριβοῦν, καὶ θὰ ἐξαφανισθῇ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἐπιρροή των, τοὺς δικαίους ὅμως ὑποστηρίζει ὁ Θεός, καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ ἄθραυστος καὶ ἀκαταγώνιστος δύναμίς των.
18 γινώσκει Κύριος τὰς ὁδοὺς τῶν ἀμώμων, καὶ ἡ κληρονομία αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται·18 Ο Κυριος γνωρίζει πολύ καλά και εκτιμά τους δρόμους της ζωής των δικαίων και ειλικρινών ανθρώπων. Και με την προστασίαν Του η κληρονομία των εις την γην των πατέρων των θα είναι παντοτεινή από γενεάς εις γενεάν.18 Παρακολουθεῖ στοργικῶς καὶ γνωρίζει ὁ Κύριος τὴν ὅλην ζωὴν τῶν εὐσεβῶν καὶ ἀμέμπτων μεθ’ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν καὶ περισπασμῶν της, καὶ ἡ κληρονομία των εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας θὰ εἶναι παντοτεινὴ διαβιβαζομένη εἰς τοὺς ἀπογόνους των ἐπὶ αἰῶνας μακρούς.
19 οὐ καταισχυνθήσονται ἐν καιρῷ πονηρῷ καὶ ἐν ἡμέραις λιμοῦ χορτασθήσονται.19 Δεν θα εντροπιασθούν αυτοί εις περιστάσεις δυσκόλους, αλλά τουναντίον και εις εποχήν λιμού θα χορτάσουν.19 Δὲν θὰ ἐντροπιασθοῦν διαψευδομένων τῶν ἐλπίδων των εἰς καιροὺς δυσκολίας καὶ κινδύνων, καὶ εἰς ἡμέρας πείνης καὶ στερήσεων θὰ χορτασθοῦν.
20 ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπολοῦνται, οἱ δὲ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίου ἅμα τῷ δοξασθῆναι αὐτοὺς καὶ ὑψωθῆναι ἐκλείποντες ὡσεὶ καπνὸς ἐξέλιπον.20 Ενῷ εξ αντιθέτου οι αμαρτωλοί θα εξολοθρευθούν. Οι εχθροί αυτοί του Κυρίου αμέσως μόλις δοξασθούν ανερχόμενοι εις μεγάλα αξιώματα και πλούτη, θα εξαφανισθούν, όπως διαλύεται και εξαφανίζεται ο καπνός.20 Διότι οἱ ἁμαρτωλοὶ θὰ ἐξολοθρευθοῦν, καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίου εὐθὺς ὡς δοξασθοῦν καὶ ὑψωθοῦν, ἀμέσως μετὰ βραχεῖαν καὶ προσωρινὴν λάμψιν ἐκλείψουν σὰν ἀποπνικτικός, ἀλλὰ καὶ συντόμως διαλυόμενος καπνός.
21 δανείζεται ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ οὐκ ἀποτίσει, ὁ δὲ δίκαιος οἰκτείρει καὶ δίδωσιν·21 Θα πτωχύνη ο αμαρτωλός πλούσιος. Θα ευρεθή εις την ανάγκην να ζητήση δάνειον δεν θα ημπορέση όμως λόγω της πτωχείας του να το αποδώση. Ο δίκαιος όμως, πλούσιος με τα δώρα του Θεού, θα συμπαθή πάντοτε τους πτωχούς και τους έχοντας ανάγκην, και θα δίδη προς αυτούς βοήθειαν.21 Εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ ὁ χθὲς βαθύπλουτος ἁμαρτωλός, καὶ δὲν θὰ ἠμπορέσῃ λόγῳ τῆς ἐσχάτης ἀνεχείας του νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος του, ὁ δίκαιος ὅμως θὰ συμπαθῇ καὶ θὰ ἐλεῇ τοὺς στερουμένους καὶ πτωχούς, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔχῃ πάντοτε, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ δίδῃ καὶ νὰ συντρέχῃ αὐτούς.
22 ὅτι οἱ εὐλογοῦντες αὐτὸν κληρονομήσουσι γῆν, οἱ δὲ καταρώμενοι αὐτὸν ἐξολοθρευθήσονται.22 Διότι όσοι με τα λόγια και με τα έργα των δοξάζουν τον Κυριον, θα κληρονομήσουν την γην με τα αγαθά της. Εκείνοι όμως, οι οποίοι τον βλασφημούν, θα εξολοθρευθούν.22 Διότι οἰ εὐλογοῦντες καὶ δοξάζοντες τὸν Θεὸν θὰ κληρονομήσουν τὴν γῆν καὶ τὰ ἀγαθά της, αὐτοὶ δὲ ποὺ καταρῶνται αὐτὸν καὶ τὸν βλασφημοῦν, θὰ ἐξολοθρευθοῦν.
23 παρὰ Κυρίου τὰ διαβήματα ἀνθρώπου κατευθύνεται, καὶ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ θελήσει σφόδρα·23 Από τον Κυριον σταθερώς και ασφαλώς κατευθύνονται τα βήματα της ζωής του αγαθού ανθρώπου προς επιτυχίαν και ευτυχίαν, διότι τον τρόπον της ζωής του εγκρίνει και αποδέχεται πλήρως ο Κυριος.23 Ἀπὸ τὸν Κύριον διευθύνονται πρὸς ἐπιτυχίαν αἱ λεπτομέρειαι καὶ τύχαι τῆς ζωῆς τοῦ ἀγαθοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὴν ὅλην πορείαν τοῦ βίου τοῦ θὰ εὐλογῇ καὶ θὰ ἀποδέχεται ὁ Θεὸς κατευοδώνων αὐτήν, ὥστε πάντοτε νὰ εἶναι ἀρεστὴ ἐνώπιόν του.
24 ὅταν πέσῃ, οὐ καταῤῥαχθήσεται, ὅτι Κύριος ἀντιστηρίζει χεῖρα αὐτοῦ.24 Και όταν ακόμη ο αγαθός άνθρωπος πέση, δεν θα ραγίση, δεν θα συντριβή, διότι ο Κυριος θα τον υποβαστάση, θα τον συγκρατήση από το χέρι.24 Ὅταν ὁ δίκαιος προσκρούσῃ κάπου καὶ πέσῃ, δὲν θὰ ραγίσῃ καὶ δὲν θὰ συντριβῇ, διότι ὁ Κύριος θέτει ὑποκάτω τὴν χεῖρα του καὶ τὸν ὑποβαστάζει.
25 νεώτερος ἐγενόμην καὶ γὰρ ἐγήρασα καὶ οὐκ εἶδον δίκαιον ἐγκαταλελειμμένον, οὐδὲ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ζητοῦν ἄρτους·25 Υπήρξα νέος και τώρα εγήρασα. Καθ' όλον δε αυτό το διάστημα της ζωής μου δεν είδον δίκαιον άνθρωπον να εγκαταλείπεται από τον Θεόν, ούτε τους απογόνους των να ζητιανεύουν ψωμί.25 Ὑπῆρξα νεώτερος ἄλλοτε καὶ ἐγήρασα βεβαίως τώρα, ἀλλὰ δὲν εἶδα ὁ δίκαιος νὰ δυστυχῆ καὶ νὰ εἶναι ἔρημος καὶ ἐγκαταλελειμμένος, οὔτε εἶδα τοὺς ἀπογόνους του νὰ ψωμοζητοῦν.
26 ὅλην τὴν ἡμέραν ἐλεεῖ καὶ δανείζει ὁ δίκαιος, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἰς εὐλογίαν ἔσται.26 Ολας τας ημέρας της ζωής του συμπαθεί ο δίκαιος τους έχοντας ανάγκην και τους ελεεί. Και όμως παρ' όλα δσα δίδει, οι απόγονοί του δεν θα στερηθούν, αλλά θα ζουν μέσα εις τας ευλογίας του Θεού.26 Ὅλην τὴν ἡμέραν ὁ δίκαιος ἐξακολουθεῖ νὰ δίδῃ ἐλεημοσύνην καὶ νὰ δανείζῃ τοὺς εἰς στενόχωρον ἀνάγκην εὑρισκομένους, καὶ ὅμως οἱ ἀπόγονοί του δὲν εὐρεθοῦν εἰς ἔνδειαν καὶ χρηματικὴν στενοχώριαν, ἀλλὰ θὰ ἀπολαμβάνουν τὰς θείας εὐλογίας.
27 ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθὸν καὶ κατασκήνου εἰς αἰῶνα αἰῶνος·27 Τραβήξου μακρυά από το κακόν και πράττε πάντοτε το καλόν. Τοτε θα κατοικήσης μονίμως και ασφαλώς εις την ιεράν γην των πατέρων σου,27 Ἀπομακρύνθητι ἀπὸ τὸ κακὸν καὶ κάμε τὸ ἀγαθὸν γινόμενος εὐεργετικὸς πρὸς ὅλους, καὶ ὡς ἀνταμοιβὴν θὰ ἔχῃς ὅτι θὰ κατασκήνωσῃς παντοτεινὰ καὶ αἰωνίως εἰς τὰς οὐρανίους σκηνάς.
28 ὅτι Κύριος ἀγαπᾷ κρίσιν καὶ οὐκ ἐγκαταλείψει τοὺς ὁσίους αὐτοῦ, εἰς τὸν αἰῶνα φυλαχθήσονται· ἄνομοι δὲ ἐκδιωχθήσονται, καὶ σπέρμα ἀσεβῶν ἐξολοθρευθήσεται.28 διότι ο Κυριος αγαπά την δικαίαν κρίσιν. Και δια τούτο δεν θα εγκαταλείψη ποτέ τους αφωσιωμένους εις αυτόν, αλλά θα τους προστατεύη. Και έτσι αυτοί κάτω από την θείαν προστασίαν θα διαφυλάσσωνται πάντοτε ασφαλείς. Εξ αντιθέτου οι παράνομοι θα εξολοθρευθούν και θα εκδιωχθούν από τον τόπον των. Και οι απόγονοι ακόμη των ασεβών ανθρώπων θα εξολοθρευθούν.28 Θὰ ἔχῃς δὲ τὴν ἀνταπόδοσιν ταύτην, διότι ὁ Κύριος εἶναι φιλοδίκαιος καὶ ἀγαπᾷ νὰ κρίνῃ δικαίως, καὶ δὲν θὰ ἐγκαταλείψῃ ἀπροστατεύτους τοὺς ἀφωσιωμένους εἰς αὐτόν· θὰ διαφυλαχθοῦν οὗτοι ὑπὸ τῆς προνοίας τοῦ αἰωνίως· οἱ ἄνομοι ὅμως καὶ οἱ φαῦλοι θὰ ἐκδιωχθοῦν καὶ οἱ ἀπόγονοι τῶν ἀσεβῶν θὰ ἐξολοθρευθοῦν.
29 δίκαιοι δὲ κληρονομήσουσι γῆν καὶ κατασκηνώσουσιν εἰς αἰῶνα αἰῶνος ἐπ᾿ αὐτῆς.29 Οι δε δίκαιοι θα είναι οι παντοτεινοί κληρονόμοι της γης της Επαγγελίας και εις αυτήν θα εγκατασταθούν μονίμως εις αιώνας αιώνων.29 Ἀντιθέτως οἱ δίκαιοι θὰ λάβουν ὡς κληρονομίαν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας καὶ τὰ ἀγαθά της, καὶ διὰ τῶν ὁλονὲν διαδεχομένων ἀλλήλους ἀπογόνων των θὰ κατοικήσουν ἐπ' αὐτῆς εἰς μακροὺς αἰῶνας.
30 στόμα δικαίου μελετήσει σοφίαν, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ λαλήσει κρίσιν.30 Από το στόμα του δικαίου ανθρώπου θα εξέρχωνται αι σοφαί σκέψεις και κρίσεις της διανοίας του, και η γλώσσα του θα λαλή πάντοτε το δίκαιον και το ορθόν.30 Ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ δικαίου θὰ ἀκούεται σοφία, διότι θὰ βγαίνουν πάντοτε ἀπὸ αὐτὸ τὰ ὅσα οὗτος ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ διδάσκεται, καθὼς καὶ ἡ γλῶσσα του θὰ λαλῇ πάντοτε τὰ ὀρθὰ καὶ τὰ ὑπὸ τῆς ἀληθείας καὶ εὐθείας κρίσεως ἐμπνεόμενα.
31 ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ, καὶ οὐχ ὑποσκελισθήσεται τὰ διαβήματα αὐτοῦ.31 Ο νόμος του Θεού είναι χαραγμένος μονίμως εις την καρδίαν του. Δια τούτο δεν θα υποσκελισθή από κανένα ορατόν η αόρατον εχθρόν και δεν θα σκοντάψη εις τα βήματα της ζωής του.31 Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ του εἶναι χαραγμένος μέσα εἰς τὴν καρδίαν του καὶ δὲν θὰ σκοντάψῃ οὔτε εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰς σκέψεις του, οὔτε εἰς τὴν ἐξωτερικὴν συμπεριφοράν του.
32 κατανοεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς τὸν δίκαιον καὶ ζητεῖ τοῦ θανατῶσαι αὐτόν,32 Ο αμαρτωλός παραμονεύει τον δίκαιον και ζητεί ευκαιρίαν να τον θανατώση.32 Παρακολουθεῖ καὶ παραμονεύει ὁ ἁμαρτωλὸς τὸν δίκαιον, λαμβάνων πλήρη γνῶσιν τῶν κινήσεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ, καὶ ζητεῖ νὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν διὰ νὰ τὸν θανατώσῃ.
33 ὁ δὲ Κύριος οὐ μὴ ἐγκαταλίπῃ αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, οὐδὲ μὴ καταδικάσηται αὐτόν, ὅταν κρίνηται αὐτῷ.33 Ο Κυριος όμως δεν θα εγκαταλείψη και δεν θα αφήση αβοήθητον τον δίκαιον εις τα χέρια του αμαρτωλού. Ούτε θα τον αφήση να καταδικασθή, όταν θα κρίνεται εν αντιδικία με τον επιβουλευθέντα αυτόν αμαρτωλόν.33 Ὁ Κύριος ὅμως κατ' οὐδένα λόγον δὲν θὰ τὸν ἐγκαταλίπῃ νὰ περιέλθῃ εἰς τὰς χεῖρας καὶ τὴν ἐξουσίαν ἐκείνου, οὔτε θὰ καταδικάσῃ ὁ Κύριος τὸν δίκαιον, ὅταν θὰ κρίνεται μετὰ τοῦ ἐπιβουλευθέντος αὐτὸν ἁμαρτωλοῦ.
34 ὑπόμεινον τὸν Κύριον καὶ φύλαξον τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ ὑψώσει σε τοῦ κατακληρονομῆσαι γῆν· ἐν τῷ ἐξολοθρεύεσθαι ἁμαρτωλοὺς ὄψει.34 Δείξε υπομονήν, περίμενε με ελπίδα την επέμβασιν και προστασίαν του Κυρίου. Φυλαξε και ζήσε σύμφωνα με τας εντολάς του. Και αυτός θα σε δοξάση, θα σε αναδείξη μέγαν, ώστε να κληρονομήσης την γην της Επαγγελίας και τα αγαθά της. Θα ίδης δε με τα ίδια σου τα μάτια τους αμαρτωλούς, όταν θα εξολοθρεύονται, από τον Κυριον.34 Ἀνάμεινον μετὰ καρτερικῆς ἐλπίδος τὴν ἐπέμβασιν καὶ προστασίαν τοῦ Κυρίου, καὶ φύλαξον τὰ προστάγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα μᾶς παρήγγειλε νὰ συμπεριφερώμεθα καὶ νὰ βαδίζωμεν· καὶ πολὺ σύντομα θὰ σὲ ὑψώσῃ καὶ θὰ σὲ ἀναδείξῃ μέγαν, διὰ νὰ κληρονομήσῃς τὴν γῆν καὶ τὰ ἀγαθά της ἀπολαμβάνων πᾶσαν εὐτυχίαν ἐν αὐτῇ· θὰ ἴδῃς δὲ μὲ τοὺς ἰδίους σου ὀφθαλμοὺς τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅταν θὰ ἐξολοθρεύωνται.
35 εἶδον τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου·35 Είδα τον ασεβή να ακμάζη, να υπερυψώνεται πανίσχυρος, να ψηλώνη ωσάν τα αιωνόβια κέδρα του Λιβάνου.35 Εἶδον τὸν ἀσεβῆ νὰ ἀκμάζῃ, νὰ ὑπερυψοῦται πανίσχυρος καὶ νὰ ἐξαπλώνῃ τὴν ἐπιρροήν του σὰν τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου.
36 καὶ παρῆλθον, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν, καὶ ἐζήτησα αὐτόν, καὶ οὐχ εὑρέθη ὁ τόπος αὐτοῦ.36 Μολις όμως επέρασα πάλιν από εκεί και ιδού, αυτός δεν υπήρχε πλέον. Εγύρισα πίσω, ανεζήτησα να τον εύρω, αλλά δεν ημπόρεσα να εύρω ούτε τον τόπον, στον οποίον προηγουμένως κατοικούσε.36 Καὶ μόλις ἐπρόφθασα νὰ περάσω ἀπ' ἐκεῖ, καὶ ἰδοὺ οὗτος ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἐκλείψει. Καὶ ἐπέρασα ἐκ νέου καὶ ἐζήτησα αὐτὸν καὶ δὲν εὑρέθη ὄχι μόνον αὐτός, ἀλλ’ οὔτε ὁ τόπος, ποὺ εὑρίσκετο προτήτερα ὑψωμένος καὶ ἀγέρωχος. Κάθε ἴχνος του ἐχάθη.
37 φύλασσε ἀκακίαν καὶ ἴδε εὐθύτητα, ὅτι ἐστὶν ἐγκατάλειμμα ἀνθρώπῳ εἰρηνικῷ·37 Προσπάθει συ να είσαι άκακος. Βλέπε πάντοτε μπροστά σου τον ευθύν δρόμον του Θεού, διότι ο ειρηνικός άνθρωπος θα αφήση οπίσω του μνήμην αγαθήν και ευτυχισμένους απογόνους.37 Προσπάθει νὰ εἶσαι ἄκακος καὶ ἀπονήρευτος καὶ βλέπε πάντοτε τὸν εὐθὺν δρόμον τῆς ἀρετῆς μὴ ἀπομακρυνόμενος ποτὲ ἀπὸ αὐτόν· διότι ὁ εἰρηνικὸς ἄνθρωπος θὰ ἀφήσῃ πάντοτε ὀπίσω του καὶ φήμην καλὴν καὶ ἀπογόνους εὐτυχισμενους καὶ τιμῶντας τὴν μνήμην του.
38 οἱ δὲ παράνομοι ἐξολοθρευθήσονται ἐπὶ τὸ αὐτό, τὰ ἐγκαταλείμματα τῶν ἀσεβῶν ἐξολοθρευθήσονται.38 Οι παράνομοι όμως θα εξολοθρευθούν όλοι μαζή. Θα διαλυθούν και θα εξαφανισθούν τα υπολείμματα από τα πλούτη των, το όνομά των και οι απόγονοί των.38 Οἱ παράνομοι ὅμως θὰ ἐξολοθρευθοῦν ὅλοι μαζί, καὶ μετ' αὐτῶν θὰ ἐξολοθρευθοῦν ὅ,τι θὰ ἀφήσουν ὀπίσω τους οἱ ἀσεβεῖς, καὶ τὰ πλούτη καὶ ἡ φήμη των καὶ οἱ ἀπόγονοί των.
39 σωτηρία δὲ τῶν δικαίων παρὰ Κυρίου, καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν ἐν καιρῷ θλίψεως,39 Βεβαία όμως και ασφαλής θα έλθη από τον Κυριον η σωτηρία των δικαίων διότι αυτός είναι ο υπερασπιστής των στον καιρόν των θλίψεων και των δοκιμασιών των.39 Ἀντιθέτως ἡ σωτηρία τῶν δικαίων εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βεβαία, διότι συντελεῖται αὕτη ἀπὸ τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὑπερασπιστής των ἐν καιρῷ θλίψεως.
40 καὶ βοηθήσει αὐτοῖς Κύριος καὶ ῥύσεται αὐτοὺς καὶ ἐξελεῖται αὐτοὺς ἐξ ἁμαρτωλῶν καὶ σώσει αὐτούς, ὅτι ἤλπισαν ἐπ᾿ αὐτόν.40 Ο Κυριος θα βοηθήση τους δικαίους. Θα τους απαλλάξη από τας θλίψεις και τας συμφοράς και θα τους γλυτώση από τα χέρια των αμαρτωλών. Θα τους σώση, διότι αυτοί εις εκείνον εστήριξαν τας ελπίδας των.40 Καὶ θὰ τοὺς βοηθήσῃ ὁ Κύριος καὶ θὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἐκ κακῶν συμφορῶν καὶ θὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς· καὶ θὰ τοὺς σώσῃ, διότι ἐστήριξαν τὴν ἐλπίδα των εἰς αὐτόν.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
           🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 6🔹«37~45»



             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΛΖ'🔸
                             (37)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· εἰς ἀνάμνησιν περὶ τοῦ σαββάτου.11
2 (Μασ. 38) ΚΥΡΙΕ, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με.2 (Μασ. 38) Κυριε, μη με ελέγξης και μη, επάνω εις την δικαίαν οργήν σου, με τιμωρήσης δια τας πράξεις μου. Μη χρησιμοποίησης την παιδαγωγικήν σου ράβδον οργισμένος εναντίον μου.2 Κύριε, μὴ μὲ ἐλέγξῃς καὶ μὴ κολάσῃς θυμωμένος τὰς πράξεις μου, μηδὲ χρησιμοποιήσῃς τὴν παιδαγωγικὴν μάστιγά σου ὠργισμένος κατ’ ἐμοῦ.
3 ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι, καὶ ἐπεστήριξας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου·3 Διότι τα βέλη των πόνων και των τιμωριών έχουν εμμηχθή μέσα στο σώμα μου και βαρύ έχεις αφήσει να πέση επάνω μου το παντοδύναμο χέρι σου.3 Διότι ἤδη τὰ βέλη τῶν πόνων καὶ τιμωριῶν σου ἔχουν ἐμπηχθῆ ἐντὸς τοῦ σώματός μου, καὶ κατέφερες βαρεῖαν κατ’ ἐμοῦ τὴν τιμωρὸν χεῖρα σου.
4 οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου.4 Δεν υπάρχει κανένα μέλος του σώματός μου υγιές, εξ αιτίας της δικαίας οργής σου εναντίον μου. Δεν υπάρχει γαλήνη και ανάπαυσις εις τα κόκκαλά μου εξ αιτίας των δύο μεγάλων αμαρτιών μου.4 Δὲν ὑπάρχει μέλος ὑγιὲς εἰς τὴν σάρκα μου ἕνεκα τῆς κατ’ ἐμοῦ ὀργῆς σου, δὲν ὑπάρχει εὐστάθεια καὶ ἡσυχία εἰς τὰ ὀστᾶ μου ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν, τὰς ὁποίας διέπραξα καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις καὶ αἱ συνέπειαι μὲ ταράττουν καὶ κλονίζουν ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμόν μου.
5 ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ.5 Διότι αι αμαρτίαι μου αυταί είναι τόσον μεγάλαι, ώστε ωσάν πελώρια κύματα επλημμύρισαν επάνω από το κεφάλι μου και ως βαρύ φορτίον καταθλίβουν και καταπιέζουν την ψυχήν μου.5 Διότι αἱ ἀνομίαι μου ὡς κύματα πυκνὰ ὑψοῦνται ὑπὲρ τὴν κεφαλήν μου καὶ μὲ ἐσκέπασαν ὁλόκληρον διὰ νὰ μὲ πνίξουν· σὰν φορτίον ἀνυπόφορον καὶ συντριπτικὸν μὲ πιέζουν καὶ ἔπεσαν βαρεῖαι ἐπ' ἐμοῦ.
6 προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου·6 Τα εξ αιτίας της αφροσύνης μου τραύματα των αμαρτιών μου εβρώμισαν και εσάπησαν.6 Τὰ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν μου τραύματα ἐβρώμησαν καὶ ἐσάπισαν ἕνεκα τῆς ἀφροσύνης, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξα ἁμαρτήσας, καὶ ἀνθρωπίνως δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἰατρευθοῦν.
7 ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην.7 Εχω ταλαιπωρηθή και καταβληθή. Ελύγισαν τα γόνατά μου, εκυρτώθην τελείως. Ολην την ημέραν σύρω μετά δυσκολίας τα βήματά μου, σκυθρωπός και λυπημένος.7 Εἶμαι ταλαιπωρημένος καὶ βασανισμένος, κατεβλήθην δὲ καὶ ἐκυρτώθην τελείως, ὅλην τὴν ἡμέραν σύρω τὰ βήματά μου σκυθρωπὸς καὶ λυπημένος.
8 ὅτι αἱ ψόαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου·8 Διότι οι νεφροί μου, το κέντρον αυτό των επιθυμιών, εγέμισαν από έλκη και πόνους, τα οποία προκαλούν την αηδίαν και περιφρόνησιν. Δεν υπάρχει μέρος υγιές εις την σάρκα μου.8 Διότι οἱ νεφροί μου, ποὺ εἶναι τὸ κέντρον τοῦ ἐπιθυμητικοῦ τῆς ψυχῆς, ἐγέμισαν ἀπὸ πόνους καὶ ἕλκη, ἅτινα προκαλοῦν τὴν ἀηδίαν καὶ περιφρόνησῃ, καὶ δὲν ὑπάρχει ὑγιὲς μέρος εἰς τὴν σάρκα μου.
9 ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου.9 Εκακοπάθησα και εταλαιπωρήθην και εξηυτελίσθην πάρα πολύ. Βαθείς και συνεχείς αναστεναγμοί βγαίνουν από την οδυνωμένην καρδίαν μου, ωσάν βρυχηθμοί λέοντος πληγωμένου.9 Ἐκακοπάθησα καὶ ἐταλαιπωρήθην πάρα πολύ· καὶ ἀπὸ τὴν καρδίαν μου ἐξέρχονται βαθεῖς καὶ μεγάλοι στεναγμοὶ ὡσὰν βρυχηθμοὶ λέοντος πληγωμένου.
10 Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη.10 Κυριε, ολοφάνερη εμπρός σου είναι η επιθυμία μου, η επιθυμία της σωτηρίας. Ο δε κατάπικρος στεναγμός της καρδίας μου δεν είναι άγνωστος και κρυμμένος από σέ.10 Κύριε, ἔμπροσθέν σου ὑπάρχει κατάδηλος ἡ ἐπιθυμία μου· γνωρίζεις σὺ ὅτι ἐπιθυμῶ τὴν σωτηρίαν μου· καὶ δὲν εἶναι κρυμμένοι ἀπὸ σὲ οἱ στεναγμοί μου καὶ αἱ προκαλοῦσαι αὐτοὺς θλίψεις μου.
11 ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ.11 Η καρδία μου είναι ταραγμένη. Παλλει με ορμήν. Η ψυχική και η σωματική δύναμίς μου με εγκατέλιπε και το φως των οφθαλμών μου και αυτό σβήνει πλέον· το έχασα, δεν το έχω πλέον.11 Ἡ καρδία μου πάλλει βιαίως καὶ εἶναι τεταραγμένη· ἡ δύναμις τοῦ σώματός μου μὲ ἐγκατέλιπε καὶ εἶμαι τελείως ἐξηντλημένος· ἀπὸ τοὺς κλαυθμούς μου δὲ καὶ τὰς ἀϋπνίας καὶ αὐτὸ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου σβήνει καὶ δὲν εἶναι πλέον μετ’ ἐμοῦ.
12 οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν·12 Οι φίλοι μου και όλοι οι γνωστοί μου με επλησίασαν, αλλά εσταμάτησαν εις απόστασιν, και οι πλησιέστεροι από τους συγγενείς μου εστάθησαν πολύ μακράν. Κανείς δεν προθυμοποιείται να με βοηθήση.12 Οἱ φίλοι μου καὶ πάντες οἱ γνωστοί μου ἐπλησίασαν πρὸς στιγμὴν ἀπέναντί μου, ἀλλὰ μόλις μὲ ἀντίκρυσαν ἐσταμάτησαν οἰκτείροντές με καὶ ταλανίζοντες, χωρὶς νὰ μοῦ παρέχουν χεῖρα βοηθείας. Καὶ οἱ πλησιέστατοι ἐκ τῶν συγγενῶν καὶ οἰκείων μου ἐστάθησαν πολὺ μακράν.
13 καὶ ἐξεβιάζοντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας, καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν.13 Μέσα στον πόνον μου και την εγκατάλειψίν μου αυτήν οι εχθροί μου φέρονται απέναντί μου με βιαιότητα και σκληρότητα. Εκείνοι οι οποίοι επιζητούν τον θάνατόν μου, εκείνοι που θέλουν και ευφραίνονται εις την δυστυχίαν μου, ελάλησαν λόγους συκοφαντικούς και ολεθρίους εναντίον μου. Χαιρεκακούν δια την κατάστασίν μου. Συγχρόνως δε καταστρώνουν δόλια σχέδια και στήνουν παγίδας ολέθρου όλην την ημέραν, δια να με εξοντώσουν.13 Καὶ ἐκ τῆς ἐγκαταλείψεως ταύτης ἀναθαρρήσαντς συμπεριεφέροντο βιαίως καὶ σκληρῶς οἱ ἐπιζητοῦντες τὴν ζωήν μου καὶ οἱ θέλοντες τὸν θάνατόν μου· καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν τὴν δυστυχίαν μου ἐλάλησαν λόγους συκοφαντικοὺς καὶ ὀλεθρίους κατ’ ἐμοῦ, ἐπιχαίροντες διὰ τὴν κατάστασίν μου, συγχρόνως δὲ ἐσχεδίαζον καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν δόλους καὶ παγίδας πρὸς ἐξόντωσίν μου.
14 ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ·14 Αλλά εγώ, ως εάν ήμην κωφός, δεν ήκουα όσα εκείνοι έλεγαν εναντίον μου. Ως εάν ήμουν βωβός και άλαλος, ωσάν να μη ημπορούσα να ανοίξω το στόμα μου, δεν απαντούσα καθόλου εις αυτούς.14 Ἀντιθέτως ἐγὼ ὡς νὰ ἤμην κωφός, δὲν ἤκουον ὅσα ἔλεγον ἐκεῖνοι, καὶ σὰν ἄλαλος μὴ ἔχων φωνὴν καὶ μὴ ἀνοίγων τὸ στόμα μου, δὲν ἀπεκρινόμην διόλου.
15 καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς.15 Και έγινα έτσι σαν άνθρωπος, που δεν ακούει καθόλου και που δεν έχει στο στόμα του δικαίας αντιρρήσεις και λόγους αποστομωτικούς εναντίον εκείνων, που τον κατηγορούν.15 Καὶ ἔγινα σὰν ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἀκούει διόλου, καὶ ποὺ δὲν ἔχει εἰς τὸ στόμα του ἀντιρρήσεις καὶ λόγους ἀποστομωτικοὺς κατὰ τῶν κατηγόρων του.
16 ὅτι ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰκακούσῃ, Κύριε ὁ Θεός μου.16 Δεν απαντώ στους εχθρούς μου, διότι εγώ εις σε έχω στηρίξει τας ελπίδας μου, Κυριε. Εχω πεποίθησιν ότι θα ακούσης ευμενώς την προσευχήν μου και θα σπεύσης εις την βοήθειάν μου.16 Δὲν ὁμιλῶ καὶ δὲν ἀπολογοῦμαι, διότι ἔχω στηρίξει ἐπὶ σοῦ τὰς ἐλπίδας μου, Κύριε. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θὰ εἰσακούσῃς, Κύριε ὁ Θεός μου, τὴν προσευχήν μου καὶ θὰ σπεύσῃς εἰς βοήθειάν μου.
17 ὅτι εἶπα· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου· καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλοῤῥημόνησαν.17 Δια τούτο και είπα από μέσα μου· Βοήθησέ μέ, Κυριε, και μη επιτρέψης να δοκιμάσουν μοχθηράν χαράν εις βάρος μου οι εχθροί μου, ούτε να κομπορρημονούν, εάν με βλέπουν να τρικλίζω κάτω από το βάρος της θλίψεως.17 Δι’ αὐτὸ δὲ εἶπα κατ’ ἐμαυτόν· Βοήθησέ με, Κύριε, μήπως χαροῦν εἰς βάρος μου καὶ διὰ τὴν δυστυχίαν μου οἱ ἐχθροί μου, καὶ μήπως, ὅταν κλονισθοῦν οἱ πόδες μου καὶ πέσω ἡττημένος, εἴπουν λόγους κομπαστικοὺς καὶ ἐξευτελιστικοὺς κατ’ ἐμοῦ.
18 ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός.18 Διότι εγώ είμαι πρόθυμος να υποστώ τας δικαίας τιμωρίας σου δια την αμαρτίαν μου. Ο δε φοβερός πόνος δια την πτώσιν μου είναι πάντοτε ενώπιόν μου, δεν παύει να διατρυπά την καρδίαν μου.18 Λυπήσου με, Κύριε· διότι ἐγώ, μολονότι ἡμάρτησα, εἶμαι πρόθυμος καὶ ἕτοιμος νὰ ὑποστῶ τὴν διὰ τὰς παρεκτροπάς μου τιμωρίαν καὶ νὰ μαστιγωθῶ δι’ αὐτάς, ὁ πόνος δὲ καὶ ἡ συντριβή, τὰ ὁποῖα μοῦ προκαλεῖ ἡ ἀνάμνησις τῆς ἁμαρτίας μου, εἶναι πάντοτε ἐνώπιόν μου καὶ δὲν παύουν ποτὲ ἀπὸ τοῦ νὰ κεντοῦν καὶ κατανύσσουν τὴν καρδίαν μου.
19 ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου.19 Συντετριμμένος από το βάρος της ενοχής μου θα εξομολογηθώ ενώπιον όλων την αμαρτίαν μου και θα καταβάλω κάθε προσπάθειαν να απαλλαγώ από αυτήν, και ουδέποτε πλέον να την επαναλάβω.19 Ὡς ἐκ τούτου θὰ ἀναγγείλω καὶ θὰ ἐξομολογηθῶ δημοσία τὴν ἁμαρτίαν μου καὶ θὰ φροντίσω μετ’ ἀγωνιώδους καὶ ἐντόνου φροντίδος πρὸς ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καὶ πρὸς βελτίωσίν μου ἠθικήν.
20 οἱ δὲ ἐχθροί μου ζῶσι καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ, καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισοῦντές με ἀδίκως·20 Οι εχθροί μου όμως ζουν, είναι υγιείς, κινούνται δραστηρίως, είναι ισχυρότεροί μου. Και αυτοί οι οποίοι με μισούν αδίκως, έχουν πληθυνθή.20 Οἱ ἐχθροί μου ὅμως. Κύριε, εἶναι γεμᾶτοι ζωὴν καὶ δρᾶσιν κατ’ ἐμοῦ· καὶ ἔγιναν ἰσχυρότεροι καὶ κραταιότεροι ἀπὸ ἐμέ, ἐπλήθυναν δὲ πολὺ ἐκεῖνοι ποὺ μὲ μισοῦν ἀδίκως καὶ χωρὶς ἀφορμήν.
21 οἱ ἀνταποδιδόντες μοι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν ἐνδιέβαλλόν με, ἐπεὶ κατεδίωκον ἀγαθωσύνην.21 Αυτοί, οι οποίοι ανταποδίδουν εις εμέ κακόν αντί του καλού, που τους έκαμα, με συκοφαντούν, διότι εγώ θέλω πάντοτε το αγαθόν, το σύμφωνον με το θέλημά σου.21 Αὐτοὶ τοὺς ὁποίους εὐηργέτησα καὶ οἱ ὁποῖοι τώρα μου ἀνταποδίδουν κακὸν ἀντὶ καλοῦ, ποὺ τοὺς ἔκαμα, μὲ διαβάλλουν καὶ μὲ κατηγοροῦν εἰς τὸν λαόν, καὶ ἔγιναν ἀντίπαλοί μου οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι ἐπιδιώκω νὰ εἶμαι καλὸς καὶ νὰ πράττω τὸ ἀγαθὸν πρὸς ὅλους (Προστίθεται ἐνιαχοῦ: Καὶ ἀπέρριψάν με τὸν ἀγαπητὸν ὡσεὶ νεκρὸν ἐβδελυγμένον. = Καὶ τοῦτο ἐποίουν εἰς ἐμὲ τόν ποτε ἀγαπητὸν εἰς αὐτούς, ἐνῷ τώρα μὲ ἀπέρριψαν σὰν νεκρὸν σιχαμένον).
22 μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ·22 Μη με εγκαταλίπης, Κυριε και Θεέ μου, μη απομακρύνεσαι από εμέ.22 Μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς, λοιπόν, Κύριε, ἀπροστάτευτον· ὦ Θεέ μου, μὴ φύγῃς μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐλθὲ παρὰ τὸ πλευρόν μου.
23 πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου.23 Σπεύσε, Κυριε, εις την βοήθειάν μου, συ που είσαι η μοναδική μου σωτηρία.23 Σπεῦσον εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε, Σὺ ποὺ εἶσαι ἡ σωτηρία μου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΛΗ'🔸
                            (38)


Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, τῷ ᾿Ιδιθούν· ᾠδὴ τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 39) ΕΙΠΑ· φυλάξω τὰς ὁδούς μου τοῦ μὴ ἁμαρτάνειν με ἐν γλώσσῃ μου· ἐθέμην τῷ στόματί μου φυλακὴν ἐν τῷ συστῆναι τὸν ἁμαρτωλὸν ἐναντίον μου.2 (Μασ. 39) Είπα και απεφάσισα· να προσέχω όλην την συμπεριφοράν και διαγωγήν μου, ώστε να μη αμαρτάνω με την γλώσσαν μου, παραπονούμενος δια το πλήθος των δοκιμασιών μου και επικρίνων τας μυστηριώδεις, αλλά τόσον αγαθάς, βουλάς του Κυρίου. Απεφάσισα να θέσω φραγμόν εις τα χείλη μου και να μη εκφράσω κανένα παράπονον, καμμίαν κατάκρισιν, όταν ο αμαρτωλός σταθή απειλητικός ενώπιόν μου.2 Εἶπα κατ' ἐμαυτὸν καὶ ἀπεφάσισα νὰ προοέχω εἰς τὴν ὅλην συμπεριφορὰν καὶ διαγωγήν μου, διὰ νὰ μὴ ἁμαρτάνω διὰ τῆς γλώσσης μου, ἐπικρίνων τὰς μυστηριώδεις καὶ οὐχὶ σπανίως δυσεξιχνιάστους ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καὶ παραπονούμενος διὰ τὸ πλῆθος τῶν δοκιμασιῶν μου. Ἔθεσα λοιπὸν φραγμὸν καὶ χαλινὸν εἰς τὸ στόμα μου, ὅταν συνηντώμην μετὰ ἁμαρτωλοῦ, διὰ νὰ μὴ δώσω εἰς αὐτὸν λαβήν, ὅπως μεμφθῇ τὸν Θεὸν καὶ βλασφημήσῃ αὐτὸν ὡς ἀνίκανον νὰ προστατεύσω τοὺς ἰδικούς του.
3 ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν, καὶ τὸ ἄλγημά μου ἀνεκαινίσθη.3 Θεληματικώς έγινα κωφός και άλαλος ενώπιον του πονηρού ανθρώπου. Ετήρησα ταπεινωμένος απόλυτον σιωπήν, ακόμη και περί διαθέσεων και λόγων και πράξεών μου αγαθών. Η κατάθλιψις και ο πόνος όμως της ψυχής μου έτσι ανεζωογονήθη και ηυξήθη.3 Κωφάλαλος κατήντησα, καὶ μὲ ταπείνωσιν πολλὴν ἐτήρησα σιγὴν ἀκόμη περὶ λόγων καὶ πραγμάτων ἀγαθῶν, διὰ νὰ μὴ δώσω οἰανδήποτε ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀσεβῆ νὰ βλασφημήσῃ. Καὶ ἐκ τῆς τοιαύτης στάσεως καὶ συμπεριφορᾶς μου τὸ ἄλγος καὶ ἡ πίεσις τῆς ψυχῆς μου ηὔξησε καὶ ἀνενεώθη.
4 ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου, καὶ ἐν τῇ μελέτῃ μου ἐκκαυθήσεται πῦρ. ἐλάλησα ἐν γλώσσῃ μου·4 Φωτιά άναψε μέσα εις την καρδία μου. Ερευνών το πρόβλημα της ευτυχίας των ασεβών και της φαινομενικής εγκαταλείψεως των δικαίων ησθάνθην να καίη πυρκαϊά μέσα μου. Τοτε πλέον ωμίλησεν η γλώσσα μου και είπα προς τον Κυριον·4 Ἠρεθίσθη ἡ καρδία μου εἰς τὸ ἐσωτερικόν μου· ἢναψε φωτιὰ μέσα μου ἀπὸ τὴν μελέτην, ποὺ ἔκαμα ἐπὶ τῆς φαινομενικῆς ἐγκαταλείψεως τῶν δικαίων καὶ τῆς εὐδοκιμήσεως τῶν ἀσεβῶν, αἱ φλόγες τοῦ πυρὸς αὐτοῦ ηὐξήθησαν καὶ αἱ βασανίζουσαι τὴν καρδίαν μου ἀπορίαι ἐπολλαπλασιάσθησαν. Καὶ ἔλυσα τότε τὴν γλῶσσαν μου καὶ ἀπευθυνόμενος ὄχι εἰς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἰς τὸν μόνον δυνάμενον νὰ σοφίζῃ τὰς διανοίας Κύριον, εἶπα:
5 γνώρισόν μοι, Κύριε, τὸ πέρας μου καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν μου, τίς ἐστιν, ἵνα γνῶ τί ὑστερῶ ἐγώ.5 Σε παρακαλώ, Κυριε, κατάστησε εις εμέ γνωστόν, πότε θα έλθη το τέρμα της ζωής μου και ποίος είναι ο αριθμός των ημερών μου, δια να εννοήσω κατά το διάστημα αυτό και να αναπληρώσω το υστέρημά μου.5 Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, κατάστησον εἰς ἐμὲ γνωστὸν πότε θὰ ἐπέλθῃ τὸ τέλος τῆς ζωῆς μου καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν μου, διὰ νὰ μάθω πόσος χρόνος ζωῆς βασανισμένης μου ὑπολείπεται ἀκόμη καὶ πόσας δοκιμασίας πρόκειται ἀκόμη νὰ ὑποστῶ, μήπως παρηγορηθῶ ἀπὸ τὸ πλησιάζον τέλος μου.
6 ἰδοὺ παλαιστὰς ἔθου τὰς ἡμέρας μου, καὶ ἡ ὑπόστασίς μου ὡσεὶ οὐθὲν ἐνώπιόν σου· πλὴν τὰ σύμπαντα ματαιότης, πᾶς ἄνθρωπος ζῶν. (διάψαλμα).6 Μετρημέναι και πολύ ολίγαι είναι αι ημέραι μου και η ζωη μου, ως ένα τίποτε είναι εμπρός εις την αιωνιότητά σου. Τα πάντα εις την ζωήν του ανθρώπου είναι μάταια. Και αυτός ο άνθρωπος είναι ματαιότης.6 Ἰδοὺ μὲ πολὺ μικρὸν μέτρον, ποὺ μόλις φθάνει τὸ ἐν τρίτον τῆς σπιθαμῆς, μετροῦνται αἱ ἡμέραι, ποὺ μοῦ ὤρισες νὰ ζήσω. Πολὺ ὀλίγαι λοιπὸν μου ὑπολείπονται ἀκόμη καὶ ἡ ὅλη ὕπαρξις καὶ ζωή μου εἶναι σὰν τὸ μηδὲν ἔμπροσθεν σοῦ τοῦ ἀνάρχου καὶ αἰωνίου. Ὁμολογουμένως δὲ κατὰ πάσας τὰς ἐπόψεις του καὶ κατὰ σύμπαντα τὸν βίον αὐτοῦ καὶ τὴν δρᾶσιν του ἐξεταζόμενος κάθε ἄνθρωπος καὶ πᾶσα ἡ ζωὴ αὐτοῦ εἶναι ματαιότης.
7 μέντοιγε ἐν εἰκόνι διαπορεύεται ἄνθρωπος, πλὴν μάτην ταράσσεται· θησαυρίζει καὶ οὐ γινώσκει τίνι συνάξει αὐτά.7 Πράγματι σαν μια σκιώδης εικών, που εντός ολίγου σβήνει, πορεύεται ο άνθρωπος δια μέσου του ορατού αυτού κόσμου. Δεν θέλει όμως να παραδεχθή αυτήν την αλήθειαν, δια τούτο ταράσσεται και κοπιάζει και μοχθεί. Θησαυρίζει και δεν γνωρίζει εις ποίον θα αφήση τους θησαυρούς του, όταν θα αποθάνη.7 Ναί, ἀληθῶς· ὡσὰν σκιώδης εἰκών, ποὺ μετ’ ὀλίγον σβήνει, πορεύεται διὰ μέσου τοῦ ὁρατοῦ τούτου κόσμου καὶ διαβαίνει δι’ αὐτοῦ ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλ’ ὄμως μὴ συνετιζόμενος ὑπὸ τῆς ματαιότητος καὶ βραχύτητος τῆς ζωῆς, ταράττεται καὶ καταλαμβάνεται ἀπὸ ἀνωφελεῖς καὶ βασανιστικὰς φροντίδας, μάτην μοχθῶν καὶ κοπιάζων. Θησαυρίζει καὶ δὲν γνωρίζει διὰ ποῖον συνάζει τὰ ἀγαθὰ ταῦτα καὶ ποῖος θὰ κληρονομήσῃ αὐτά.
8 καὶ νῦν τίς ἡ ὑπομονή μου; οὐχὶ ὁ Κύριος; καὶ ἡ ὑπόστασίς μου παρὰ σοί ἐστιν.8 Και τώρα, λοιπόν, αφού τόσον βραχύς είναι ο βίος και μάταιαι αι προσπάθειαι των ανθρώπων, τι περιμένω εδώ εγώ; Ποιά είναι και ποία πρέπει να είναι η ελπίς μου; Ελπίς μου δεν είναι ο Κυριος; Βεβαίως. Εις σέ, Κυριε, εναποθέτω με εμπιστοσύνην όλην μου την ύπαρξιν.8 Καὶ τώρα λοιπόν, ἀφοῦ ὁ βίος εἶναι τόσον βραχὺς καὶ εἰς μάτην ἀποβαίνουν αἱ προσπάθειαι τῶν ἀνθρώπων, τὶ περιμένω ἐγὼ ἐδῶ καὶ ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐλπίς μου; Δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὁ Κύριος ἡ μόνη προσδοκία μου καὶ πρὸς αὐτὸν νὰ στηριχθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐλπίς μου; Ναί, διότι καὶ ἂν ὑπάρχω, σύ μου ἔδωκες τὴν ὕπαρξιν, καὶ ὁλόκληρον τὸ εἶναι μου ἀπὸ σὲ ἐξαρτᾶται καὶ σὺ εἶσαι τὸ στήριγμά μου.
9 ἀπὸ πασῶν τῶν ἀνομιῶν μου ῥῦσαί με, ὄνειδος ἄφρονι ἔδωκάς με.9 Συγχώρησε όλας τας αμαρτίας μου, διότι εξ αιτίας αυτών επέτρεψες, να γίνω περίγελως των ασεβών ανθρώπων.9 Καὶ διὰ νὰ γίνω λοιπὸν ἀρεστὸς ἐνώπιόν σου, ὥστε νὰ μὴ τιμωροῦμαι ἀπὸ σέ, ἀλλὰ νὰ ἀπολαμβάνω τὴν προστασίαν σου, ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ ὅλας τὰς ἀνομίας μου, διότι ἐξ αἰτίας τούτων παρεχώρησας νὰ καταντήσω περίγελως καὶ ἐμπαιγμὸς παντὸς ἀσεβοῦς καὶ ἀνοήτου.
10 ἐκωφώθην καὶ οὐκ ἤνοιξα τὸ στόμα μου, ὅτι σὺ ἐποίησας.10 Εγινα κωφός και αμίλητος, δεν ήνοιξα το στόμα μου, δια να παραπονεθώ, διότι συ επέτρεψες να έλθουν εις βάρος μου αι δοκιμασίαι και αι θλίψεις αυταί.10 Ἔγινα θεληματικῶς κωφάλαλος καὶ δὲν ἤνοιξα τὸ στόμα μου διὰ νὰ παραπονεθῶ ἢ νὰ εἴπω λόγον ἐπικρίσεως δι’ ὅσα μοῦ συμβαίνουν διότι σὺ ἐπέτρεψας ταῦτα καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἰς τὸ τέλος θὰ μοῦ ἀποβοῦν εἰς καλόν.
11 ἀπόστησον ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς μάστιγάς σου· ἀπὸ γὰρ τῆς ἰσχύος τῆς χειρός σου ἐγὼ ἐξέλιπον.11 Απομάκρυνε από εμέ τας δικαίας μαστιγώσεις σου, παύσε πλέον να με τιμωρής, διότι είναι πολύ ισχυρά τα παιδαγωγικά κτυπήματα, που καταφέρει το παντοδύναμόν σου χέρι, ώστε κινδυνεύω να σβήσω.11 Ἀπομάκρυνε τὰς μαστιγώσεις σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ παῦσε πλέον νὰ μὲ τιμωρῇς, διότι εἶναι τόσον ἰσχυρὰ τὰ κτυπήματα, ποὺ μοῦ δίδει ἡ χείρ σου, καὶ τόσον βαρεῖαι αἱ θλίψεις καὶ αἱ δοκιμασίαι μὲ τὰς ὁποίας μὲ παιδαγωγεῖς, ὥστε ἐγὼ κινδυνεύω νὰ ἀφανισθῶ.
12 ἐν ἐλεγμοῖς ὑπὲρ ἀνομίας ἐπαίδευσας ἄνθρωπον καὶ ἐξέτηξας ὡς ἀράχνην τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· πλὴν μάτην ταράσσεται πᾶς ἄνθρωπος. (διάψαλμα).12 Με τιμωρίας παιδαγωγείς τον άνθρωπον εξ αιτίας των αμαρτιών του. Ωσάν ιστόν αράχνης εύθραυστον κάνεις την ζωήν του. Χωρίς την βοήθειάν σου, κάθε άνθρωπος ματαίως ταράσσεται και κοπιάζει και θησαυρίζει.12 Μὲ ἐπιτιμήσεις καὶ τιμωρίας παιδαγωγεῖς πρὸς διόρθωσίν του τὸν ἄνθρωπον διὰ τὴν ἀνομίαν καὶ παραβάσῃ τοῦ νόμου σου, εἰς τὴν ὁποίαν παρεσύρθη, ἀλλὰ καὶ μόνοι οἱ ἔλεγχοί σου μεταβάλλουν αὐτὸν εἰς ράκος, καὶ σὰν ἀράχνην διαλύεις τὴν ζωήν του καὶ ὅλην,τὴν δύναμιν αὐτοῦ. Εἶναι τόσον ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος ὁ ἄνθρωπος, ὥστε μακρὰν ἀπὸ σὲ ὅσα καὶ ἂν κάνῃ, ματαίως καὶ χωρὶς μόνιμόν τι ὄφελος καὶ ἀποτέλεσμα ἀνησυχεῖ καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ προσπαθειῶν ταράττεται.
13 εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, Κύριε, καὶ τῆς δεήσεώς μου, ἐνώτισαι τῶν δακρύων μου· μὴ παρασιωπήσῃς, ὅτι πάροικος ἐγώ εἰμι παρὰ σοὶ καὶ παρεπίδημος καθὼς πάντες οἱ πατέρες μου.13 Ακουσε, λοιπόν, Κυριε, την προσευχήν μου. Δέξαι την δέησίν μου, ίδε τα δάκρυά μου, άκουσε τους λυγμούς των θρήνων μου. Μη κωφεύσης, διότι προσωρινός και ξένος είμαι εις την γην αυτήν, όπως και οι πρόγονοί μου.13 Εὐδόκησον, Κύριε, νὰ ἀκούσῃς τὴν προσευχήν μου καὶ τὴν παράκλησιν καὶ ἱκεσίαν μου. Ἂς ἔμβουν εἰς τὰ ὦτα σου καὶ ἂς ἀκουσθοῦν ἀπὸ αὐτὰ οἱ λυγμοὶ καὶ οἱ ἐκσπῶντες εἰς γοερὰς κραυγὰς κλαυθμοί μου. Μὴ σιωπήσῃς παραβλέπων τὰ δάκρυά μου καὶ παρατρέχων τοὺς θρήνους μου. Διότι, ὅπως ὅλοι οἱ πατέρες μου, οὕτω καὶ ἐγὼ εἶμαι ξένος, προσωρινῶς διαμένων ἐν τῇ γῇ, φιλοξενούμενος ἀπὸ σὲ καὶ μὴ ἔχων μόνιμον πατρίδα πουθενὰ ἐν τῷ κόσμῳ.
14 ἄνες μοι, ἵνα ἀναψύξω πρὸ τοῦ με ἀπελθεῖν καὶ οὐκέτι μὴ ὑπάρξω.14 Αφησέ με, έστω και επ' ολίγον· πάψε να με τιμωρής, δια να ανακουφισθώ και να εύρω κάποιαν αναψυχήν, πριν η φύγω από την ζωήν αυτήν, οπότε και δεν θα υπάρχω πλέον επί της γης.14 Παῦσε νὰ μὲ τιμωρῇς καὶ ἄφες με ἐπ' ὀλίγον, διὰ νὰ ἀνακουφισθῶ καὶ λάβω κάποιαν ἀναψυχὴν προτοῦ νὰ ἀπέλθω ἐκ τῆς ζωῆς ταύτης, ὁπότε πλέον δὲν θὰ ὑπάρχω ἐπὶ τῆς γῆς.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΛΘ'🔸
                            (39)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 40) ΥΠΟΜΕΝΩΝ ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου2 (Μασ. 40) Με πολλήν υπομονήν και ελπίδα κατά το διάστημα της θλίψεώς μου επερίμενα την βοήθειαν παρά του Κυρίου. Και ο Κυριος με επρόσεξεν, εδέχθη ευμενώς την δέησίν μου.2 Μετ' ἐγκαρτερήσεως πολλῆς ἀνέμεινα τὴν βοήθειαν καὶ προστασίαν τοῦ Κυρίου, χωρὶς νὰ παύσω ἐλπίζων εἰς αὐτόν, καὶ ἔδωκε προσοχὴν εἰς ἐμὲ καὶ ἤκουσε τὴν δέησιν καὶ παράκλησίν μου.
3 καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ἰλύος καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνε τὰ διαβήματά μου3 Με ανέσυρεν από τον λάκκον, όπου εταλαιπωρούμην, έβγαλε τα πόδια μου από το τέλμα, στο οποίον είχα βυθισθήήκαί κολλήσει, και τα ετοποθέτησεν στον στερεόν βράχον. Καθωδήγησεν έπειτα την πορείαν της ζωής μου στον ορθόν και ασφαλή δρόμον της προόδου.3 Καὶ μὲ ἀνείλκυσεν ἀπὸ τὸν λάκκον, ὅπου ἐταλαιπωρούμην, καὶ ἀπὸ τὴν λάσπην τοῦ βούλκου, ὅπου δὲν ἠδυνάμην νὰ εὔρω ἔδαφος στερεὸν διὰ νὰ πατήσω, καὶ ἐστήριζεν ὀρθίους τοὺς πόδας μου, στερεώσας αὐτοὺς εἰς ἀσάλευτον πέτραν, καὶ μὲ ὡδήγησε νὰ βαδίζω εἰς εὐθὺν καὶ ἀπλανῆ δρόμον. Εἰς δυστυχίαν ἀφόρητον βυθισμένον, ὅπου ἐκινδύνευον να πνιγῶ, μὲ ἠλευθέρωσε καὶ μὲ ἠσφάλισε καὶ μὲ ἐνίσχυσε εἰς σταδιοδρομίαν λαμπρὰν καὶ ἀκούραστον.
4 καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ Θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ Κύριον.4 Εθεσεν στο στόμα μου νέον άσμα, ύμνον δοξολογίας και ευχαριστίας προς αυτόν δια τας πολλάς, παλαιάς και νέας, ευεργεσίας του. Πολλοί άνθρωποι θα ιδούν τα θαυμαστά έργα του, θα ευλαβηθούν τον Κυριον και θα στηρίξουν εις αυτόν τας ελπίδας των.4 Καὶ ἔβαλεν ἐντὸς τοῦ στόματός μου ἐκ τοῦ πλεονασμοῦ τῆς πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνης μου ὕμνον νέον, συνταχθέντα ἐπίτηδες διὰ τὰς νέας εὐεργεσίας τὰς γενομένας εἰς ἐμέ· ὕμνον τὸν ὁποῖον θὰ ψάλω εἰς τὸν Θεόν μας. Θὰ ἴδουν πολλοὶ τὰ ὅσα ὅ Θεὸς εἰργάσθη πρὸς σωτηρίαν μου καὶ θὰ καταληφθοῦν ἀπὸ εὐλαβῆ φόβον καὶ σεβασμὸν πρὸς αὐτόν, καὶ θὰ παρακινηθοῦν νὰ στηρίξουν τὴν ἐλπίδα των εἰς τὸν Κύριον.
5 μακάριος ἀνήρ, οὗ ἐστι τὸ ὄνομα Κυρίου ἐλπὶς αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐπέβλεψεν εἰς ματαιότητας καὶ μανίας ψευδεῖς.5 Τρισευτυχισμένος και ευλογημένος είναι ο άνθρωπος, ο οποίος έχει την ελπίδα του στον Θεόν και δεν έρριξε τα μάτια του στον μάταιον πλούτον, εις την δόξαν, εις τας μανίας και εξάλλους ψευδοπροφητείας μάγων και μάντεων.5 Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς ἐλπίδα του τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν δύναμιν καὶ ἀγαθότητα, τὰ ὁποῖα ὑπονοεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, καὶ δὲν ἔρριψε τὸ βλέμμα του, οὐδὲ ἔδωκε προσοχὴν εἰς εἰδωλικὰς ματαιότητας καὶ εἰς μανίας καὶ ἐκστάσεις μαντικὰς καὶ ψευδεῖς.
6 πολλὰ ἐποίησας σύ, Κύριε ὁ Θεός μου, τὰ θαυμάσιά σου, καὶ τοῖς διαλογισμοῖς σου οὐκ ἔστι τίς ὁμοιωθήσεταί σοι· ἀπήγγειλα καὶ ἐλάλησα, ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ ἀριθμόν.6 Συ, Κυριε και Θεέ μου, πολλά θαυμαστά έργα έκαμες και κανείς από τους ανθρώπους η τους ψευδείς θεούς δεν ημπορεί να συγκριθή προς σέ, ως προς τας πανσόφους και παναγάθους σκέψεις και βουλάς σου. Ανήγγειλα και διελάλησα αυτάς. Υπερβαίνουν όμως κάθε αριθμόν και υπολογισμόν.6 Ἀντιθέτως πρὸς τὰς ἀνισχύρους ταύτας τῶν εἰδώλων ματαιότητας, σὺ Κύριε, πολλὰ ἔχεις πράξει θαυμάσια καὶ ἔνδοξα ἔργα προνοίας ὑπὲρ τῶν ἐλπιζόντων εἰς σέ, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὅμοιός σου ποὺ να δύναται νὰ συγκριθῇ πρὸς σὲ εἰς τὰς ὑπὲρ ἡμῶν προνοητικὰς σκέψεις καὶ βουλάς σου. Πολλάκις διηγήθην τὰ θαυμάσιά σου ταῦτα καὶ ὡμίλησα περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπερβαίνουν εἰς πλῆθος πάντα ἀριθμὸν καὶ εἶναι ἀναρίθμητα.
7 θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι· ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ ἐζήτησας.7 Γεμάτος ευγνωμοσύνην ηθέλησα να σου προσφέρω θυσίαν, αλλά συ ούτε αιματηράν ούτε αναίμακτον θυσίαν η άλλας προσφοράς ηθέλησες. Μου έδωσες τέλειον σώμα, προικισμένον με λογικήν και αθάνατον ψυχήν, δια να σου το προσφέρω ευάρεστον θυσίαν. Αυτό εζήτησες και όχι θυσίας ζώων καιομένας εξ ολοκλήρου στο θυσιαστήριον, ούτε εξιλαστήριους περί αμαρτίας θυσίας.7 Ἐξ εὐγνωμοσύνης ἠθέλησα νὰ σοῦ προσφέρω θυσίας· ἀλλ’ οὔτε αἱματηρὰν θυσίαν, οὔτε ἀναίμακτον προσφορὰν καρπῶν ἢ ἄλλων δώρων ἠθέλησας. Μοῦ ἔδωκες δὲ τέλειον καὶ προικισμένον μὲ νοῦν σῶμα (Ἄλλη γραφή: Ὠτία = <ὑπακοὴν αἰτηθεὶς μόνον καὶ εὐλάβειαν ἐμαυτὸν προσήγαγον> (Ἀνώνυμος). <Τῇ ὑπακοῇ τῇ ἐμῇ ἠρκέσθης> (Θεοδωρος Μοψουεστίας), ὅπως καθαγιάζω τοῦτο διὰ τῆς πρὸς σὲ ὑπακοῆς· θυσίας κατακαιομένας ὁλοκλήρους ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ θυσίας ἐξιλαστικὰς προσφερομένας περὶ ἁμαρτίας δὲν ἐζήτησας.
8 τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῦ·8 Οταν εγνώρισα το θέλημά σου και τι ζητείς από εμέ, τότε είπα· ιδού εγώ έρχομαι να τεθώ υπό τας διαταγάς σου. Εν περιλήψει εις τα βιβλίον του Νομου είναι γραμμένον δι' εμέ, πως θα ευαρεστήσω εις σέ.8 Καὶ ὅταν ἀντελήφθην εἰς τί ἀρέσκεσαι καὶ τί ζητεῖς ἀπὸ ἐμέ, τότε εἶπον ἰδοὺ ἐγὼ ἔρχομαι, ἵνα τεθῶ εἰς τὰς διαταγάς σου. Εἰς τὸ ἐντυλισσόμενον εἰς ρόλον χειρόγραφον τῆς Γραφῆς ἔχει γραφῆ δι’ ἐμέ, πῶς θὰ εὐαρεστήσω εἰς σέ.
9 τοῦ ποιῆσαι τὸ θέλημά σου, ὁ Θεός μου, ἐβουλήθην καὶ τὸν νόμον σου ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου.9 Πρέπει, δηλαδή, να εκτελώ το θέλημά σου, ω Θεέ μου. Επόθησα και ηθέλησα τον Νομον σου με όλην την καρδίαν μου, με όλα μου τα σπλάγχνα, Κυριε.9 Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἠθέλησα καὶ ἀπεφάσισα νὰ ἐκτελέσω τὸ θέλημά σου, ὦ Θεέ μου, καὶ ἐπόθησα τὸν νόμον σου τόσον πολύ, ὥστε φέρω αὐτὸν ἐν μέσῳ τῶν σπλάγχνων μου, ἵνα τὴν ὅλην ὕπαρξίν μου ἐμπνέῃ καὶ κινῇ.
10 εὐηγγελισάμην δικαιοσύνην ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ· ἰδοὺ τὰ χείλη μου οὐ μὴ κωλύσω· Κύριε, σὺ ἔγνως.10 Εκήρυξα πρας όλους, εις μεγάλας συγκεντρώσεις λαών, την δικαιοσύνην σου. Ιδού, ούτε ημπόδισα ούτε θα σφαλίσω ποτέ τα χείλη μου, να διακηρύττουν αυτά. Κυριε, συ γνωρίζστούτο.10 Ἐπὶ πλέον ἐξήγγειλα δημοσίᾳ καὶ ἐν μεγάλῃ συνάξει τὸ χαρμόσυνον μήνυμα τῆς σωτηρίου δικαιοσύνης, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς κυβερνᾷς καὶ μᾶς σώζεις. Ἰδοὺ δὲν ἠμπόδισα οὐδὲ θὰ ἐμποδίσω τὰ χείλη μου, ὥστε να μὴ διακηρύξουν τὰς χάριτάς σου Κύριε, σὺ γνωρίζεις τοῦτο.
11 τὴν δικαιοσύνην σου οὐκ ἔκρυψα ἐν τῇ καρδίᾳ μου, τὴν ἀλήθειάν σου καὶ τὸ σωτήριόν σου εἶπα, οὐκ ἔκρυψα τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἀπὸ συναγωγῆς πολλῆς.11 Ποτέ δεν έκρυψα μέσα εις την καρδίαν μου και δεν παρεσιώπησα την δικαιοσύνην σου. Αλλά την αλήθειαν των λόγων σου και την αξιοπιστίαν των υποσχέσεών σου και την σωτηρίαν, που μου εχάρισες, την ανήγγειλα. Δεν απέκρυψα το έλεός σου και την αλήθειάν σου από σύναξιν πολλού λαού.11 Δὲν ἔκρυψα μέσα εἰς τὴν καρδίαν μου, ὥστε νὰ τὴν γνωρίζω μόνος ἐγώ, ἀλλὰ διελάλησα τὴν δικαιοσύνην σου, μὲ τὴν ὁποίαν πατάσσεις τὸ κακὸν καὶ προστατεύεις τοὺς ἀδικουμένους, ὡμίλησα καὶ ἀφηγήθην περὶ τῆς ἀληθείας σου, ἡ ὁποία διαλάμπει εἰς τὸ ἀψευδὲς τῶν ὑποσχέσεών σου καὶ εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν αὐτῶν, καθὼς καὶ περὶ τῆς σωτηρίας, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς βοηθείας καὶ προστασίας σου παρέχεις· δὲν ἐτήρησα σιγὴν καὶ δὲν ἀπέκρυψα τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἀπὸ σύναξιν πολυπληθῆ, ἀλλ’ ἐνώπιον αὐτῆς διεκήρυξα εὐγνωμόνως καὶ ἀνύμνησα αὐτά.
12 σὺ δέ, Κύριε, μὴ μακρύνῃς τοὺς οἰκτιρμούς σου ἀπ᾿ ἐμοῦ· τὸ ἔλεός σου καὶ ἡ ἀλήθειά σου διαπαντὸς ἀντιλάβοιντό μου.12 Συ λοιπόν, Κυριε, μη απομακρύνης από εμέ το έλεός σου και την ευσπλαγχνίαν σου. Το έλεός σου και η αλήθειά σου ας με συγκρατούν και ας με ενισχύουν πάντοτε.12 Σὺ δέ, Κύριε, ὅπως εἰς τὸ παρελθὸν μὲ ἠλέησας, οὕτω καὶ τώρα, μὴ ἀπομακρύνῃς ἀπὸ ἐμὲ τοὺς οἰκτιρμούς σου καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου. Τὸ ἔλεός σου καὶ ἡ φιλαλήθειά σου, ἡ ἀποδεικνυομένη εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τῶν ὑποσχέσεών σου, εἴθε πάντοτε νὰ μὲ ὑποστηρίζουν καὶ νὰ μὲ συγκρατοῦν.
13 ὅτι περιέσχον με κακά, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, κατέλαβόν με αἱ ἀνομίαι μου, καὶ οὐκ ἠδυνήθην τοῦ βλέπειν· ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου, καὶ ἡ καρδία μου ἐγκατέλιπέ με.13 Διότι με εκύκλωσαν πολλαί συμφοραί, αναρίθμητοι. Επεσαν επάνω μου αι τιμωρίαι δια τας ανομίας μου και κινδυνεύω να χάσω το φως των οφθαλμών μου. Αι αμαρτίαι μου επληθύνθησαν περισσότερον από τας τρίχας της κεφαλής μου και ο ιερός ενθουσιασμός και το σθένος της καρδίας μου με έχουν εγκαταλείψει.13 Διότι μὲ ἐκύκλωσαν δυστυχίαι καὶ δεινὰ ἀναρίθμητα, ἔπεσαν ἐπάνω μου καὶ μὲ κατακρατοῦν αἱ ἀνομίαι μου, καὶ τόσον πολὺ πνίγομαι καὶ σκοτίζομαι ἀπὸ αὐτάς, ὥστε δὲν ἠμπορῶ νὰ βλέπω καὶ κινδυνεύω νὰ χάσω τὸ φῶς μου· ἔγιναν εἰς πλῆθος πολὺ περισσότεραι ἀπὸ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου καὶ ἡ καρδία μου ἔχασε τὸ θάρρος της καὶ τὴν αἰσθάνομαι νὰ μὲ ἐγκαταλείπῃ.
14 εὐδόκησον, Κύριε, τοῦ ρύσασθαί με· Κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι πρόσχες.14 Ευδόκησε λοιπόν, Κυριε, να με λυτρώσης από την κατάστασιν αυτήν. Κυριε, σπεύσε εις την βοήθειάν μου.14 Εὐδόκησον, Κύριε, νὰ μὲ ἀπολυτρώσῃς· Κύριε, μὴ ἀναβάλῃς, ἀλλὰ τρέξε γρήγορα εἰς τὴν βοήθειάν μου,
15 καταισχυνθείησαν καὶ ἐντραπείησαν ἅμα οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξᾶραι αὐτήν· ἀποστραφείησαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθείησαν οἱ θέλοντές μοι κακά·15 Ας καταισχυνθούν και ας εντροπιασθούν όλοι μαζή αυτοί, που ζητούν να αφαιρέσουν την ζωήν μου. Ας στρέψουν πανικόβλητοι τα νώτα των και ας τραπούν κατεντροπιασμένοι εις φυγήν, όσοι θέλουν την συμφοράν μου και την καταστροφήν μου.15 Εἴθε νὰ καταισχυνθοῦν καὶ νὰ ἐντροπιασθοῦν ὅλοι μαζὶ ὅσοι ζητοῦν τὴν ζωήν μου διὰ νὰ ἀφαιρέσουν καὶ ἀφανίσουν ταύτην. Ἂς ὀπισθοχωρήσουν καὶ ἂς ἐντροπιασθοῦν ὅσοι θέλουν νὰ εὐχαριστοῦνται εἰς τὴν δυστυχίαν μου καὶ τὴν ἀπώλειάν μου.
16 κομισάσθωσαν παραχρῆμα αἰσχύνην αὐτῶν οἱ λέγοντές μοι· εὖγε, εὖγε.16 Ας πάρουν αμέσως ως μισθόν της κακότητός των την εντροπήν, αυτοί οι οποίοι επιχαίρουν δια τας συμφοράς μου και λέγουν εύγε, εύγε.16 Ἂς ἀποκομίσουν ἀμέσως ὡς μισθὸν τῆς χαιρεκακίας των ἐντροπὴν καὶ ὄνειδος οἱ ἐπὶ τῇ δυστυχίᾳ μου λέγοντες· θαυμάσια, ὡραῖα!
17 ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν ἐπὶ σοὶ πάντες οἱ ζητοῦντές σε, Κύριε, καὶ εἰπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ ἀγαπῶντες τὸ σωτήριόν σου.17 Ας πλημμυρίσουν δε από αγαλλίασιν και χαράν κοντά σου εκείνοι, οι οποίοι σε ποθούν και σε επικαλούνται. Αυτοί, οι οποίοι σε αγαπούν και από σε περιμένουν και παίρνουν την σωτηρίαν των, ας λέγουν πάντοτε δοξασμένος ας είναι ο Κυριος.17 Ἂς σκιρτήσουν ἀπὸ χαρὰν καὶ ἂς εὐφρανθοῦν διὰ τὴν ὑπὸ σοῦ παρεχομένην εἰς αὐτοὺς προστασίαν, ὅσοι σὲ ζητοῦν καὶ σὲ ἐπικαλοῦνται, Κύριε, καὶ ὅλοι ὅσοι ποθοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν τὴν ἀπὸ τῆς βοηθείας σου σωτηρίαν, ἂς κράζουν πάντοτε καὶ ἀκαταπαύστως. Ἄς μεγαλύνεται καὶ ἂς δοξάζεται ὁ Κύριος.
18 ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης, Κύριος φροντιεῖ μου. βοηθός μου καὶ ὑπερασπιστής μου εἶ σύ· ὁ Θεός μου, μὴ χρονίσῃς.18 Εγώ δε είμαι πτωχός και άθλιος. Ελπίζω όμως και πιστεύω ακλόνητα ότι ο Κυριος θα φρρντίση δι' εμέ. Συ, Κυριε, είσαι βοηθός και υπερασπιστής μου. Μη αργοπορήσης να με βοηθήσης εις την περίστασίν μου αυτήν.18 Ἐγὼ δὲ εἶμαι πτωχὸς καὶ ἄθλιος, ἀλλὰ δὲν ἀπελπίζομαι οὔτε δυσανασχετῷ, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ Κύριος θὰ φροντίσῃ δι’ ἐμέ. Βοηθός μου καὶ ὑπερασπιστής μου εἶσαι σύ· ὦ Θεέ μου, μὴ βραδύνῃς, ἀλλὰ σπεῦσον εἰς βοήθειαν καὶ προστασίαν μου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός Μ'🔸
                            (40)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 41) ΜΑΚΑΡΙΟΣ ὁ συνιῶν ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα· ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ ρύσεται αὐτὸν ὁ Κύριος.2 (Μασ. 41) Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος, που κατανοεί την θέσιν του πτωχού και του πένητος, τον συμπαθεί και ενδιαφέρεται δι' αυτόν. Αυτόν εις ημέραν δύσκολον θα τον βοηθήση ο Κυριος δι' αυτήν την καλωσύνην του.2 Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος λαμβάνει ἐνδιαφέρον καὶ κατανοεῖ τὴν δύσκολον θέσιν τοῦ πτωχοῦ καὶ στερουμένου τῶν πάντων· ἐν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὔρουν καὶ αὐτὸν πόνοι καὶ ἀσθένειαι καὶ συμφοραί, θὰ τὸν λυτρώσῃ καὶ θὰ τὸν σώσῃ ὁ Κύριος.
3 Κύριος διαφυλάξαι αὐτὸν καὶ ζήσαι αὐτὸν καὶ μακαρίσαι αὐτὸν ἐν τῇ γῇ καὶ μὴ παραδῷ αὐτὸν εἰς χεῖρας ἐχθρῶν αὐτοῦ.3 Ο Κυριος θα τον διαφύλαξη από κάθε κίνδυνον. Θα του χαρίση μακρότητα ζωής και ασφάλειαν. Θα τον καταστήση ευτυχισμένον και χαρούμενον στον κόσμον αυτόν και δεν θα τον παραδώση ποτέ εις τα χέρια των εχθρών του.3 Εὔχομαι, ἀλλ' εἶμαι συγχρόνως βέβαιος, ὅτι ὁ Κύριος θὰ τὸν διαφύλαξῃ, καὶ θὰ τὸν διατηρήσῃ εἰς τὴν ζωὴν καὶ θὰ τὸν καταστήσῃ μακαριστὸν καὶ εὐτυχῆ ἐν τῇ γῇ, καὶ δὲν θὰ τὸν παραδώσῃ εἰς τὰς χεῖρας καὶ τὴν ἐξουσίαν τῶν ἐχθρῶν του.
4 Κύριος βοηθήσαι αὐτῷ ἐπὶ κλίνης ὀδύνης αὐτοῦ· ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ ἔστρεψας ἐν τῇ ἀῤῥωστίᾳ αὐτοῦ.4 Ο Κυριος θα τον βοηθήση να εγερθή υγιής από την κλίνην του. Ναι, Κυριε, θα μεταβάλης το στρώμα του, όπου κατάκειται ασθενής και πονών, εις κλίνην ανέσεως, όπου υγιής θα αναπαύεται.4 Ὁ Κύριος θὰ τὸν βοηθήσῃ εἰς περίπτωσιν ποὺ θὰ κατάκειται ἐπὶ τῆς κλίνης πονῶν καὶ ὑποφέρων· θὰ μεταστρέψῃ ἐξ ὁλοκλήρου καὶ τελείως τὴν στρωμνὴν καὶ κοίτην του κατὰ τὴν ἀσθένειάν του καὶ ἀπὸ νοσηρᾶς θὰ μεταβάλῃ αὐτὴν εἰς ὑγιεινήν.
5 ἐγὼ εἶπα· Κύριε, ἐλέησόν με, ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι.5 Εγώ, κατά το διάστημα της ασθενείας μου, προσηυχήθην και είπα προς τον Θεόν· Κυριε, ελέησόν με. Θεράπευσε την ζωήν μου από την ασθένειάν της, διότι εις σε ημάρτησα και εξ αιτίας της αμαρτίας μου ησθένησα.5 Ἐγὼ δὲ προσευχόμενος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀσθενείας μου εἶπον· Κύριε, ἐλεησόν με. Τὸ σῶμα μου πάσχει, διότι πάσχει καὶ ἡ ψυχή μου. Σὲ παρακαλῶ, ἰάτρευσε πρωτίστως τὴν ψυχήν μου, διότι ἡμάρτησα εἰς σέ.
6 οἱ ἐχθροί μου εἶπαν κακά μοι· πότε ἀποθανεῖται, καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ;6 Οι εχθροί μου είπαν λόγια κακεντρεχή και πονηρά εναντίον μου· Ποτε θα αποθάνη και θα σβήση αυτός και το όνομά του από την γην;6 Οἱ ἐχθροί μου εἶπον ἐναντίον μου λόγους κακοὺς καὶ πονηρούς. Εἶπαν: Ἄχ, πότε θὰ ἀποθάνῃ καὶ θὰ ἐξαφανισθῇ τὸ ὄνομά του;
7 καὶ εἰσεπορεύετο τοῦ ἰδεῖν, μάτην ἐλάλει· ἡ καρδία αὐτοῦ συνήγαγεν ἀνομίαν ἑαυτῷ, ἐξεπορεύετο ἔξω καὶ ἐλάλει ἐπὶ τὸ αὐτό.7 Και εάν κανείς από τους κακεντρεχείς αυτούς ανθρώπους εισήρχετο στον οίκόν μου, τάχα προς επίσκεψίν μου, έλεγε προς εμέ λόγια δόλια και υποκριτικά. Συγχρόνως δε η καρδία του συνήθροιζε και εσχεδίαζε συκοφαντίας και διαβολάς, αι οποίαι τελικώς θα εξεσπούσαν εις βάρος του. Εβγαινεν έξω από το δωμάτιόν μου και συζητούσε κακά εναντίον μου.7 Καὶ ἂν εἰσήρχετο κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τὸ δωμάτιόν μου, διὰ νὰ ἴδῃ τὴν πορείαν τῆς ἀσθενείας μου, ἐλάλει μάταια καὶ προσποιητὰ λόγια. Καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἡ καρδία του συνήθροιζε νέον ὑλικὸν συκοφαντίας καὶ δυσφημίας, μὲ τὸ ὁποῖον ηὔξανε τὴν ἀνομίαν του. Ἐξήρχετο ἔξω τοῦ δωματίου καὶ τῆς οἰκίας μου καὶ ἐλάλει σπερμολογίας καὶ δυσφημίας εἰς τοὺς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνηγμένους ἐχθρούς μου.
8 κατ᾿ ἐμοῦ ἐψιθύριζον πάντες οἱ ἐχθροί μου, κατ᾿ ἐμοῦ ἐλογίζοντο κακά μοι·8 Εψιθύριζαν όλοι αυτοί οι εχθροί μου εναντίον μου. Διελογίζοντο πάντοτε κακά εις βάρος μου.8 Ἐναντίον μου ἐψιθύριζον καὶ ἐκρυφομίλουν ὅλοι οἱ ἐχθροί μου· κατ' ἐμοῦ διελογίζοντο καὶ ἐσχεδίαζον κακά.
9 λόγον παράνομον κατέθεντο κατ᾿ ἐμοῦ· μὴ ὁ κοιμώμενος οὐχὶ προσθήσει τοῦ ἀναστῆναι;9 Λογους ψευδείς και αντιθέτους προς τον νόμον του Θεού έθεταν εις κυκλοφορίαν εναντίον μου και έλεγαν· Μηπως και δεν πρόκειται ποτέ να σηκωθή πλέον υγιής, αυτός ο ασθενής, που κατάκειται και κοιμάται εις την κλίνην του;9 Λόγον συκοφαντικὸν καὶ φήμην διαβολῆς, ἁμαρτωλὰς καὶ ἐνόχους διαδόσεις ἐβεβαίωσαν δημοσίᾳ κατ' ἐμοῦ λέγοντες· Μήπως δὲν πρόκειται πλέον νὰ σηκωθῇ ὑγιὴς αὐτὸς ποὺ κατάκειται ἐπὶ κλίνῃς καὶ κοιμᾶται λόγῳ ἀσθενείας; Μήπως ἦλθεν ἤδη ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του;
10 καὶ γὰρ ὁ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης μου, ἐφ᾿ ὃν ἤλπισα, ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ᾿ ἐμὲ πτερνισμόν.10 Οχι δε μόνον οι εχθροί μου, αλλά και ο επιστήθιος φίλος μου, στον οποίον είχα στηρίξει τας ελπίδας μου, αυτός ο οποίος έτρωγε εις την τράπεζάν μου το φάγητόν μου, κατέφερε εναντίον μου μεγάλον λάκτισμα.10 Καὶ τί παράδοξον, ἐὰν αὐτοὶ λέγουν τοιαῦτα, ἀφοῦ ὁ ἐγκάρδιος φίλος, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον συνδεθῆ μὲ ὅρκους εἰρήνης καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐστήριξα, τὰς ἐλπίδας μου καὶ ἔτρεφον πᾶσαν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτόν, τὸν ὁποῖον εἶχον ὁμοτράπεζόν μου καὶ ἔτρωγεν ἀπὸ τοὺς ἄρτους μου, ὕψωσεν ὅσον τοῦ ἦτο δυνατὸν ὑψηλότερα τὴν πτέρναν του καὶ κατέφερεν ἐναντίον ἐμοῦ λάκτισμα βίαιον καὶ κτηνῶδες.
11 σὺ δέ, Κύριε, ἐλέησόν με καὶ ἀνάστησόν με, καὶ ἀνταποδώσω αὐτοῖς.11 Συ λοιπόν, Κυριε, ελέησέ με, σπλαγχνίσου με, σήκωσέ με από την κλίνην της ασθενείας μου, και εγώ θα ανταποδώσω τα πρέποντα εις εκείνους, που με αδικούν.11 Σὺ ὅμως, Κύριε, εὐσπλαγχνίσου με καὶ δεῖξε τὸ ἔλεός σου εἰς ἐμέ. Σήκωσέ με ὑγιῆ ἀπὸ τὴν κλίνην καὶ τότε ὡς βασιλεύς, χρισμένος ἀπὸ σὲ διὰ νὰ σὲ ἀντιπροσωπευω καὶ διαχειρίζωμαι τὴν δικαιοσύνην σου, θὰ ἀνταποδώσω εἰς αὐτοὺς σύμφωνα μὲ τὰ πονηρά τους ἔργα·
12 ἐν τούτῳ ἔγνων ὅτι τεθέληκάς με, ὅτι οὐ μὴ ἐπιχαρῇ ὁ ἐχθρός μου ἐπ᾿ ἐμέ.12 Με αυτό το θαυμαστόν έργον του ελέους σου θα έχω πεισθή, ότι απολαμβάνω την εύνοιάν σου. Χαρις εις αυτό δεν θα καταστραφώ και δεν θα χαρή εις βάρος μου ο εχθρός μου.12 Οὕτω καὶ μόνον θὰ μάθω ὅτι ἀπολαύω τῆς εὐνοίας σου καὶ μὲ θέλεις νὰ βασιλεύω, διότι ἂν πράγματι μὲ θέλῃς, δὲν θὰ χαρῇ ὁ ἐχθρός μου χαιρεκάκως ἐπὶ τῇ πτώσει καὶ τῷ ἀφανισμῷ μου.
13 ἐμοῦ δὲ διὰ τὴν ἀκακίαν ἀντελάβου, καὶ ἐβεβαίωσάς με ἐνώπιόν σου εἰς τὸν αἰῶνα.13 Συ, δια την αθωότητά μου αυτήν, με εστήριξες στο παρελθόν και θα με υποστήριξης και τώρα. Την βοήθειάν σου αυτήν εις εμέ θα την καταστήσης μόνιμον και εις όλας τας επερχομένας γενεάς.13 Εἶμαι ὅμως βέβαιος περὶ τῆς προστασίας σου καὶ δύναμαι ὁμιλῶν περὶ αὐτῆς ὡς περὶ γεγονότος τετελεσμένου νὰ διακηρύττω ὅτι, ἐπειδὴ εἶμαι ἄκακος καὶ δὲν ἔβλαψα ποτὲ κανένα, σύ, διὰ τὴν ἀκακίαν μου αὐτὴν μὲ ὑπεστήριξας καὶ μὲ ἐβοήθησας καὶ μὲ κατέστησας ἔμπροσθέν σου βέβαιον καὶ ἀμετακίνητον μετὰ τῶν ἀπογόνων μου διὰ παντὸς καὶ αἰωνίως.
14 εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς ᾿Ισραὴλ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ εἰς τὸν αἰῶνα. γένοιτο, γένοιτο.14 Ας είναι δοξασμένος ο Κυριος, ο Θεός του ισραηλιτικού λαού, στους αιώνας των αιώνων. Αμήν, αμήν.14 Ἂς εἶναι εὐλογημένος ὁ Κύριος, τὸν ὁποῖον ὁ Ἰσραὴλ λατρεύει ὡς τὸν μόνον Θεόν του ἀπὸ τοῦ αἰῶνος τῆς παρούσης ζωῆς καὶ εἰς τὸν ἀτελεύτητον αἰῶνα τοῦ μέλλοντος· γένοιτο, γένοιτο.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΜΑ'🔸
                             (41)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· εἰς σύνεσιν τοῖς υἱοῖς Κορέ.11
2 (Μασ. 42) ΟΝ ΤΡΟΠΟΝ ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ, ὁ Θεός.2 (Μασ. 42) Οπως η διψασμένη έλαφος ποθεί πολύ και τρέχει εις τας πηγάς των καθαρών υδάτων, έτσι και η ψυχή μου ποθεί σέ, ω Θεέ μου.2 Καθὼς ἔλαφος διψασμένη τρέχει μὲ πόθον πολὺν πρὸς τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτω καὶ ἡ ψυχή μου, ὦ Θεέ μου, σὲ ἐπιποθεῖ καὶ μὲ ἀχόρταστον δίψαν ἐπιζητεῖ νὰ ἐπικοινωνήσῃ μετὰ σοῦ καὶ νὰ ἀπολαύσῃ τὴν παρηγορίαν σου.
3 ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα· πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;3 Μεγάλην δίψαν ησθάνθη και αισθάνεται η ψυχή μου δια σε τον αιωνίως ζώντα, τον πραγματικόν Θεόν. Ποτε λοιπόν θα αξιωθώ της χαράς να έλθω και να ίδω τον ναόν, τον ιερόν τόπον της παρουσίας σου, του Θεού μου;3 Μὲ δίψαν καὶ ἐπιθυμίαν ἰσχυρὰν ἐπόθησεν ἡ ψυχή μου τὸν Θεόν, ὅστις δὲν εἶναι νεκρὸς ὅπως τὰ εἴδωλα, ἀλλ’ εἶναι ἰσχυρὸς καὶ ζωντανός, καὶ πηγὴ ποὺ χορταίνει καὶ μεταδίδει ζωὴν εἰς τὴν ψυχήν. Πότε ψεύγων ἀπὸ τὸν τόπον αὐτὸν τῆς ἐξορίας καὶ ἀπὸ τὴν χώραν τῶν εἰδώλων θὰ ἀξιωθῶ ἐπιστρέφων εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ νὰ ἔλθω εἰς τὸν ναὸν καὶ νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, λαμβάνων μέρος εἰς τὴν λατρείαν αὐτοῦ;
4 ἐγενήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν· ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;4 Επέρασα περιπετείας και θλίψεις. Τα δάκρυά μου έγιναν δι' εμέ φαγητόν μου ημέραν και νύκτα, διότι οι εχθροί έλεγαν εναντίον μου κάθε ημέραν· Που είναι ο Θεός σου;4 Ἔγιναν εἰς ἐμὲ ἄρτος καὶ μόνη τροφή μου νύκτα καὶ ἡμέραν τὰ δάκρυα ποὺ χύνω συνεχῶς, ὅταν ἐν μέσῳ τῆς δυστυχίας μου μοῦ λέγουν μερικοί· Ποὺ εἶναι ὁ Θεός σου; Διατὶ δὲν σπεύδει τώρα εἰς βοήθειάν σου;
5 ταῦτα ἐμνήσθην καὶ ἐξέχεα ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν ψυχήν μου, ὅτι διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος.5 Αυτόν ενεθυμήθην και η ψυχή μου εξεχύθη εις θερμήν προσευχήν. Πιστεύω ότι θα αξιωθώ της μεγάλης τιμής και χαράς να περάσω και πάλιν από τον ιερόν χώρον της θαυμαστής Σκηνής του Μαρτυρίου σου, από τον ιερόν ναόν του Θεού μου, με φωνήν αγαλλιάσεως και δοξολογίας, με εορταστικούς ψαλμούς και ύμνους.5 Ἔφερα εἰς τὴν ἐνθύμησίν μου γλυκείας ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος, καὶ ἀνεκουφίσθην ἀπὸ τὰς ἐλπίδας καὶ συναισθήματα ποὺ προεκλήθησαν ἀπὸ αὐτὰς καὶ ἐξεχύθησαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου καὶ ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις αὐτὰς τοῦ παρελθόντος παρεκινήθην νὰ ἴδω ἐκ νέου μὲ τὸν νοῦν μου, ὅτι θὰ διέρχωμαι καὶ πάλιν διὰ μέσου τοῦ τόπου τῆς θαυμαστῆς σκηνῆς τοῦ Κυρίου, μέχρι τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀβάτου καὶ ἁγιωτάτου, μὲ τοὺς λοιποὺς προσκυνητὰς ἐν μέσῳ χαρμοσύνων ψαλμωδιῶν καὶ δοξολογιῶν καὶ ἐορταστικοῦ ἐνθουσιασμοῦ.
6 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου, καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.6 Διατί λοιπόν, ω ψυχή μου, είσαι περίλυπος; Διατί αναταράσσεσαι εξ ολοκλήρου από αυτά, που ακούεις; Εχε την ελπίδα σου στον Θεόν, διότι θα έλθη πάλιν η ημέρα, κατά την οποίαν θα τον δοξολογήσω ως σωτήρα μου και Θεόν μου. Η ψυχή μου εταράχθη και πάλιν εντός μου.6 Διατὶ εἶσαι περίλυπος, ὦ ψυχή μου; Καὶ διατί μὲ τοὺς στεναγμούς σου μὲ συνταράσσεις; Ἔλπισον εἰς τὸν Θεόν, διότι ἀσφαλῶς θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὸν δοξολογήσω εὐγνωμόνως· Αὐτὸν ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ σωτηρία τῆς προσωπικότητάς μου καὶ ὁ μόνος Θεὸς ποὺ λατρεύω καὶ προσκυνῶ.
7 πρὸς ἐμαυτὸν ἡ ψυχή μου ἐταράχθη· διὰ τοῦτο μνησθήσομαί σου ἐκ γῆς ᾿Ιορδάνου καὶ ᾿Ερμωνιείμ, ἀπὸ ὄρους μικροῦ.7 Δια τούτο από την περιοχήν αυτήν, που ευρίσκομαι, κοντά στον Ιορδάνην, από τας κορυφάς του όρους Ερμών, από τον μικρόν λόφον, ενθυμούμαι και πάλιν σε και ζητώ παρηγορίαν από την ανάμνησίν σου.7 Ἀλλὰ συγκρίνουσα τὰς λαμπρὰς ταύτας ἀναμνήσεις πρὸς τὴν θλιβερὰν εἰκόνα τοῦ παρόντος ἡ ψυχή μου μέσα μου ἐταράχθη καὶ πάλιν. Ἵνα λοιπὸν ἐνισχυθῶ, θὰ σὲ ἐνθυμηθῶ, Κύριε, ἀπὸ τὴν περιοχὴν τῶν πηγῶν τοῦ Ἰορδάνου καὶ ἀπὸ τὰς κορυφὰς τοῦ Ἑρμῶν καὶ ἀπὸ τὸ Μικρὸν Ὄρος, ὅπου εἶμαι τώρα ἐξόριστος καὶ φυγάς, ζητῶν παρηγορίαν ἀπὸ τὴν ἀνάμνησίν σου.
8 ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται εἰς φωνὴν τῶν καταῤῥακτῶν σου, πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον.8 Οπως εδώ τα ύδατα του Ιορδάνου σαν κύματα έρχονται και σαν να επικαλήται το ένα το άλλο, όπως ακούεται η βοή των καταρρακτών, που ξεχύνονται από το όρος Ερμών, έτσι επήλθαν και επέρχονται εναντίον μου αλλεπάλληλα όλα τα αγριεμένα κύματα της δικαίας σου οργής, αι συμφοραί μου.8 Εἰς αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπον, ὅπου ὁ Ἰορδάνης ὁρμητικὸς ἐκχύνεται πρὸς τὰ κάτω καὶ αἱ βροχαὶ προσθέτουν διαρκῶς καὶ νέους ὄγκους ὑδάτων εἰς τὸ ρεῦμα του, ἡ μία ἄβυσσος καὶ τεραστία ποσότης τοῦ ὕδατος ἐπιπίπτουσα ἐπὶ τῆς ἄλλης ἀβύσσου φαίνεται σὰν νὰ καλῇ αὐτὴν καὶ νὰ τῆς ὁμιλῇ, διὰ νὰ ἀντηχῇ οὕτω ἡ βοὴ τῶν καταρρακτῶν, ποὺ γίνονται ἀπὸ τὰ συνεχῶς ρεοντα ὕδατά σου· οὕτω καὶ τὰ δεινὰ ἀλλεπάλληλα ἦλθον καὶ ἐμοῦ καὶ σὰν μετεωριζόμενα ὕδατα αἱ δοκιμασίαι τῆς παιδείας σου καὶ σὰν κύματα σφοδρὰ καὶ ὁρμητικὰ ἐπέρασαν ἐπάνω μου.
9 ἡμέρας ἐντελεῖται Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ, καὶ νυκτὸς ᾠδὴ αὐτῷ παρ᾿ ἐμοί, προσευχὴ τῷ Θεῷ τῆς ζωῆς μου.9 Αλλά ο Κυριος θα με βοηθήση, θα αποστείλη εις εμέ το έλεός του, θα με επισκεφθή κάποιον ημέραν και κατά την επακολουθούσαν νύκτα θα αναπέμψω ευχαριστηριον ωδήν, προσευχήν, προς τον Θεόν και Κυριον της ζωής μου.9 Ἀλλὰ καὶ τώρα ὁ Θεὸς θὰ μὲ ἐλεήσῃ. Εἰς κάποιαν ἡμέραν ὄχι μακρυνὴν ὁ Θεὸς θὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸ ἔλεός του νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην νύκτα ᾠδὴ εὐχαριστιῶν θὰ ἐκχυθῇ ἀπὸ ἐμέ, προσευχὴ δοξολογίας εὐγνώμονος πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλω τὴν ζωήν μου.
10 ἐρῶ τῷ Θεῷ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ· διατί μου ἐπελάθου; καὶ ἱνατί σκυθρωπάζων πορεύομαι ἐν τῷ ἐκθλίβειν τὸν ἐχθρόν μου;10 Θα είπω τότε, όπως λέγω και τώρα, στον Κυριον· Συ είσαι ο προστάτης μου, διατί έως τώρα με ελησμόνησες; Διατί να διέρχωμαι τας ημέρας μου κατηφής και πενθών και ο εχθρός μου να με καταθλίβη;10 Θὰ εἴπω πρὸς τὸν Θεόν· εἶσαι ὁ προστάτης καὶ βοηθός μου· διατὶ μὲ ἐλησμόνησες; Καὶ διατὶ νὰ περνῶ τὰς ἡμέρας μου μὲ σκυθρωπότητα καὶ θλῖψιν, καθ’ ὃν χρόνον μὲ καταπιέζει ὁ ἐχθρός μου μὲ τὰς εἰρωνείας του καὶ τοὺς χλευασμούς του;
11 ἐν τῷ καταθλᾶσθαι τὰ ὀστᾶ μου ὠνείδιζόν με οἱ ἐχθροί μου, ἐν τῷ λέγειν αὐτούς μοι καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου;11 Ενῷ από την πολλήν ταλαιπωρίαν και οδύνην συντρίβονται τα οστά μου, οι εχθροί μου με υβρίζουν, με εμπαίζουν και μου λέγουν κάθε ημέραν· Που είναι λοιπόν ο Θεός σου, δια να σε σώση;11 Ἐνῷ τσακίζονται τὰ ὀστᾶ μου καὶ συντρίβονται αἱ δυνάμεις τοῦ σώματός μου ἀπὸ τὴν ταλαιπωρίαν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν, μὲ περιγελοῦν καὶ μὲ ὀνειδίζουν οἱ ἐχθροί μου. Παραλύω ὁλόκληρος, ὅταν αὐτοὶ μοῦ λέγουν καθ’ ἐκάστην ἡμέραν· Ποὺ εἶναι ὁ Θεός σου; Διατί σὲ ἀφῆκεν ἀβοήθητον;
12 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.12 Διατί, λοιπόν, είσαι τόσον λυπημένη, ω ψυχή μου; Διατί με συγκλονίζεις; Εχε την ελπίδα σου στον Θεόν, διότι θα έλθη και πάλιν ημέρα, που θα δοξολογήσω τον Κυριον, τον σωτήρα μου και Θεόν μου, στον ιερόν ναόν του.12 Διατί εἶσαι βουτηγμένη εἰς τὴν λύπην, ὦ ψυχή μου; Καὶ διατί μὲ συνταράσσεις; Στήριξε τὰς ἐλπίδας σου εἰς τὸν Θεόν, διότι ἀσφαλῶς θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὐχαριστήσω καὶ θὰ δοξολογήσω αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ σωτηρία τῆς προσωπικότητάς μου καὶ ὁ μόνος Θεὸς ποὺ λατρεύω καὶ ἐπικαλοῦμαι.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΜΒ'🔸
                            (42)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 43) ΚΡΙΝΟΝ με, ὁ Θεός, καὶ δίκασον τὴν δίκην μου ἐξ ἔθνους οὐχ ὁσίου· ἀπὸ ἀνθρώπου ἀδίκου καὶ δολίου ῥῦσαί με.1 (Μασ. 43) Κυριε και Θεέ μου, συ ο δίκαιος κριτής, κάμε την δικαίαν υπέρ εμού κρίσιν σου, δίκασε την υπόθεσίν μου εναντίον ενός έθνους ανοσίου και ξένου προς σέ. Γλύτωσέ με και σώσε με από κάθε άδικον και δόλιον άνθρωπον.1 Κάμε τὴν δικαίαν ὑπὲρ ἐμοῦ κρίσιν σου, ὦ Θεέ, ἐκδίκασον τὴν δικαίαν ὑπόθεσίν μου κατὰ ἔθνους, ποὺ δὲν ἀνήκει καὶ δὲν εἶναι ἀφωσιωμένον εἰς σέ, ἀλλ’ εἶναι ἀποξενωμένον ἀπὸ τὴν διαθήκην τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ· γλύτωσέ με καὶ σῶσέ με ἀπὸ κάθε ἄνθρωπον ἄδικον καὶ δόλιον.
2 ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς κραταίωμά μου· ἱνατί ἀπώσω με; καὶ ἱνατί σκυθρωπάζων πορεύομαι ἐν τῷ ἐκθλίβειν τὸν ἐχθρόν μου;2 Διότι συ, ω Θεέ μου, είσαι η κραταιά προστασία μου και δύναμις. Διατί φαίνεται, σαν να με απώθησες από κοντά σου; Διατί με εγκατέλειψες, ώστε εγώ να διέρχομαι τας ημέρας μου σκυθρωπός και θλιμμένος, καθ' ον χρόνον με καταβαρύνει και με καταπατεί ο εχθρός μου;2 Διότι σύ, ὦ Θεέ μου, εἶσαι ἡ κραταιὰ προστασία μου, καὶ διὰ τῆς ἰδικῆς σου βοηθείας κρατύνομαι καὶ ἀναδεικνύομαι ἰσχυρός. Διατί μὲ ἀπώθησες καὶ μὲ ἔσπρωξες ἀπὸ κοντά σου; Καὶ διατί μὲ ἐγκατέλιπες, ὥστε σκυθρωπὸς καὶ τεθλιμμένος νὰ περνῶ τὰς ἡμέρας μου, καθ' ὃν χρόνον μὲ καταπιέζει καὶ μὲ καταπατεῖ μὲ τὰς εἰρωνείας του ὁ ἐχθρός μου;
3 ἐξαπόστειλον τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτά με ὡδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου.3 Στείλε το λυτρωτικόν και χαρμόσυνον ιδικόν σου φως. Δείξε γρήγορα την αλήθειάν σου, τήρησε τας υποσχέσεις σου περί της σωτηρίας μου. Το ιδικόν σου φως και η αλήθειά σου με ωδήγησαν ασφαλώς και θα με φέρουν στο άγιον όρος, εις τα σκηνώματα τα ιδικά σου.3 Ἐξαπόστειλον τὸ χαρμόσυνον φῶς τῆς ἐπισκέψεως καὶ βοηθείας σου, ποὺ θὰ μὲ βγάλῃ ἀπὸ τὸ σκότος τῆς δυστυχίας μου. Δεῖξε γρήγορα καὶ τὴν φιλαλήθειάν σου, ἡ ὁποία θὰ φανερωθῇ ἀψευδὴς διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ὑποσχέσεών σου. Τὸ φῶς τῆς βοηθείας σου καὶ ἡ πιστότης σου καὶ ἡ φιλαλήθειά σου ἐν ταῖς ἐπαγγελίαις σου, αὐτὰ θὰ μὲ ὁδηγήσουν ἀσφαλῶς καὶ θὰ μὲ φέρουν εἰς τὸ ἅγιον ὄρος σου Σιὼν καὶ εἰς τὰ ἐπ’ αὐτοῦ σκηνώματά σου.
4 καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου· ἐξομολογήσομαί σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ Θεός, ὁ Θεός μου.4 Θα εισέλθω στο θυσιαστήριον του Θεού μου, θα παρουσιασθώ προς τον Θεόν μου, ο οποίος ευφραίνει και ανακαινίζει την νεότητά μου. Θα σε δοξολογήσω με ύμνους κιθάρας, ω Κυριέ μου και Θεέ μου.4 Καὶ θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εὐφραίνει τὴν ὕπαρξίν μου καὶ μὲ τὰ σκιρτήματα τῆς πνευματικῆς χαρᾶς ποὺ θὰ μοῦ μεταδίδη, θὰ μὲ κάμῃ καὶ πάλιν νέον. Θὰ σὲ ἀνυμνήσω μὲ κιθάραν, ὦ Θεέ μου, ποὺ μόνον σὲ προσκυνῶ καὶ λατρεύω καὶ σὲ ἔχω Θεὸν ἰδικόν μου.
5 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.5 Λοιπόν, διατί, ω ψυχή μου, είσαι περίλυπος; Διατί με συνταράσσεις και με συγκλονίζεις; Στήριξε τας ελπίδας σου στον Θεόν, διότι αυτός ασφαλώς θα έλθη βοηθός σου, και τότε θα δοξολογήσω αυτόν, ο οποίος είναι η σωτηρία μου και ο Θεός μου.5 Διατί εἶσαι γεμάτη ἀπὸ λύπην, ὦ ψυχή μου; Καὶ διατί μὲ ταράσσεις καὶ μὲ συγκλονίζεις ὁλόκληρον; Στήριξον τὴν ἐλπίδα σου εἰς τὸν Θεόν, διότι ἀσφαλῶς θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὐχαριστήσω καὶ θὰ δοξολογήσω αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ σωτηρία τῆς προσωπικότητάς μου καὶ ὁ Θεός μου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΜΓ'🔸
                            (43)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· τοῖς υἱοῖς Κορὲ εἰς σύνεσιν ψαλμός.11
2 (Μασ. 44) Ο ΘΕΟΣ, ἐν τοῖς ὠσὶν ἡμῶν ἠκούσαμεν, καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν ἀνήγγειλαν ἡμῖν ἔργον, ὃ εἰργάσω ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν, ἐν ἡμέραις ἀρχαίαις.2 (Μασ. 44) Με τα αυτιά μας, ω Θεέ, ηκούσαμεν, όταν ακόμη είμεθα παιδιά, και οι πατέρες μας σύμφωνα με την εντολήν σου μας διηγήθησαν το θαυμαστόν έργον, το οποίον συ εις εκείνας τας ημέρας των έκαμες.2 Μὲ τὰ αὐτιά μας, ὦ Θεέ, ἠκούσαμεν, ὅταν ἤμεθα ἀκόμη μικρὰ παιδιὰ καὶ οἱ πατέρες μας σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν, ποὺ τοὺς ἔδωκες, μᾶς ἀφηγήθησαν τὸ θαυμαστὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον εἰργάσθης κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτῶν ὑπὸ τὰ ὄμματά των, κατὰ τὰς παλαιὰς καὶ ἀλησμονήτους ἐκείνας ἡμέρας.
3 ἡ χείρ σου ἔθνη ἐξωλόθρευσε, καὶ κατεφύτευσας αὐτούς, ἐκάκωσας λαοὺς καὶ ἐξέβαλες αὐτούς.3 Η παντοδύναμος δεξιά σου εξωλόθρευσε τα κατοικούντα την Χαναάν αμαρτωλά ειδωλολατρικά έθνη και κατεφύτευσας εις την Χαναάν ως μονίμους κατοίκους της αυτούς. Ετιμώρησες εν τη δικαιοσύνη σου λαούς ασεβείς και τους εξεδίωξες από την γην της Επαγγελίας.3 Ἡ ἀκαταγώνιστος δύναμις τῆς χειρός σου ἐξωλόθρευσε τὰ κατοικοῦντα ἐν τῇ γῇ Χαναὰν εἰδωλολατρικὰ ἔθνη καὶ ἐγκατέστησας τοὺς πατέρας μας ἐκεῖ ὡς ἄλλο ριζοβολημένον δένδρον, ἐκακοποίησας λαοὺς ἀσεβεῖς καὶ τοὺς ἐξεδίωξας ἀπὸ τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας.
4 οὐ γὰρ ἐν τῇ ῥομφαίᾳ αὐτῶν ἐκληρονόμησαν γῆν, καὶ ὁ βραχίων αὐτῶν οὐκ ἔσωσεν αὐτούς, ἀλλ᾿ ἡ δεξιά σου καὶ ὁ βραχίων σου καὶ ὁ φωτισμὸς τοῦ προσώπου σου, ὅτι ηὐδόκησας ἐν αὐτοῖς.4 Οι πρόγονοί μας δεν κατέκτησαν με την ρομφαίαν των ως κληρονομίαν των παντοτεινήν την γην Χαναάν. Δεν τους έσωσε κατά τας μάχας εναντίον των ειδωλολατρικών εθνών η δύναμις του βραχίονός των, αλλά η παντοδύναμος δεξιά σου, Κυριε, και ο ιδικός σου βραχίων, η προσωπική σου εμφάνισις και εύνοια, αυτά τους έσωσαν. Διότι συ από τον εαυτόν σου ευδόκησες να τους προσφέρης την γην Χαναάν.4 Διότι οὐχὶ μὲ τὴν ρομφαίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐμάχοντο, κατέκτησαν οἱ προπάτορές μας ὡς μόνιμον κληρονομίαν των τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, καὶ δὲν ἔσωσεν αὐτοὺς εἰς τὰς μάχας των κατὰ τῶν ἐθνῶν ἡ δύναμις τοῦ βραχίονός των, ἀλλ' ἡ δεξιά σου χεὶρ καὶ ὁ ἰδικός σου βραχίων καὶ ὁ ἀπὸ τοῦ ἱλαροῦ καὶ προστατευτικοῦ προσώπου σου προερχόμενος φωτισμὸς καὶ ἡ χαροποιοῦσα εὔνοιά σου, αὐτὰ τοὺς ἔσωσαν, διότι τοὺς ἠγάπησες καὶ εὐηρεστήθης νὰ προστατεύσῃς καὶ εὐεργετήσῃς αὐτούς.
5 σὺ εἶ αὐτὸς ὁ Βασιλεύς μου καὶ ὁ Θεός μου ὁ ἐντελλόμενος τὰς σωτηρίας ᾿Ιακώβ·5 Συ ο ίδιος είσαι και σήμερον ο ιδικός μου βασιλεύς και Θεός, ο οποίος διέταξες και επραγματοποιήθησαν νικηφόροι πόλεμοι του Ισραήλ κατά το παρελθόν.5 Σὺ ὁ ἴδιος, ὅστις ἦσο βασιλεὺς καὶ Θεὸς ἐκείνων, εἶσαι καὶ ἰδικός μου βασιλεὺς καὶ Θεός, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐντολῆς καὶ προσταγῆς σου ἐχάρισας τὰς νίκας καὶ τὰς σωτηρίας εἰς τὸν ἀπὸ τοῦ Ἰακὼβ καταγόμενον λαόν σου.
6 ἐν σοὶ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν κερατιοῦμεν καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἐξουδενώσομεν τοὺς ἐπανισταμένους ἡμῖν.6 Δια σου και τώρα θα συντρίψωμεν και θα καταβάλωμεν τους εχθρούς μας και εν τω ονόματί σου θα εκμηδενίσωμεν εκείνους, οι οποίοι επέρχονται εναντίον μας.6 Διὰ τῆς ἰσχύος καὶ βοηθείας σου θὰ διαπεράσωμεν ὡσὰν μὲ δυνατὰ κέρατα καὶ θὰ καταβάλωμεν τοὺς ἐχθρούς μας, καὶ ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομά σου καὶ μὲ τὴν πεποίθησίν μας ἀκλόνητον εἰς αὐτὸ θὰ ἐκμηδενίσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεγείρονται ἐναντίον μας.
7 οὐ γὰρ ἐπὶ τῷ τόξῳ μου ἐλπιῶ, καὶ ἡ ρομφαία μου οὐ σώσει με·7 Δεν στηρίζω εγώ σήμερον τας ελπίδας μου στο τόξον μου, ούτε πιστεύω ότι η ρομφαία μου θα με σώση, αλλά Συ θα με σώσης.7 Διότι δὲν θὰ στηρίξω τὴν ἐλπίδα μου εἰς τὸ τόξον, μὲ τὸ ὁποῖον πολεμῶ, καὶ δὲν θὰ μὲ σώσῃ ἡ σπάθη, τὴν ὁποίαν φέρω ἐπὶ τῶν χειρῶν μου.
8 ἔσωσας γὰρ ἡμᾶς ἐκ τῶν θλιβόντων ἡμᾶς καὶ τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς κατῄσχυνας.8 Διότι και στο παρελθόν συ μας διέσωσες από εκείνους, οι οποίοι μας κατέθλιβαν, και κατεξηυτέλισες εκείνους, οι οποίοι μας εμισούσαν.8 Διότι ἐκ τοῦ παρελθόντος γνωρίζω, ὅτι σὺ μᾶς ἔσωσας ἀπὸ τοὺς ξένους ποὺ μᾶς ἔθλιβον καὶ μᾶς κατεπίεζον, καὶ σὺ παρέδιδες εἰς ἐπαίσχυντον ἧτταν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐμίσουν.
9 ἐν τῷ Θεῷ ἐπαινεθησόμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἐξομολογηθησόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα. (διάψαλμα).9 Εις σέ, λοιπόν, τον παντοδύναμον και πανάγαθον Θεόν θα καυχώμεθα όλας τας ημέρας της ζωής μας και θα δοξολογούμεν την παντοδυναμίαν σου ακαταπαύστως.9 Θὰ καυχηθῶμεν καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μας διότι τοιοῦτον ἔχομεν Θεὸν καὶ θὰ δοξάζωμεν τὸ ὄνομά σου ἀκαταπαύστως εἰς τὸν αἰῶνα.
10 νυνὶ δὲ ἀπώσω καὶ κατῄσχυνας ἡμᾶς καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ, ὁ Θεός, ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν.10 Τωρα όμως μας έσπρωξες μακρυά σου και μας εντρόπιασες εις τα μάτια των άλλων λαών. Δεν εκστρατεύεις πλέον, ω Θεέ μου, μαζή με τας στρατιωτικάς δυνάμεις μας.10 Τώρα ὅμως μᾶς ἔσπρωξες μακράν σου καὶ μᾶς κατεντρόπιασες καὶ δὲν θὰ ἐξέλθῃς πλέον, ὦ Θεέ, μετὰ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων μας, σύμμαχος καὶ προστάτης καὶ ἀρχηγός μας.
11 ἀπέστρεψας ἡμᾶς εἰς τὰ ὀπίσω παρὰ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, καὶ οἱ μισοῦντες ἡμᾶς διήρπαζον ἑαυτοῖς.11 Παρεχώρησες να γυρίσωμεν νικημένοι τις πλάτες προ των εχθρών μας και εκείνοι, που μας εμισούσαν, μας ελαφυραγωγούσαν, δια να θησαυρίζουν εις βάρος μας.11 Παρεχώρησας νὰ στρέψωμεν νικημένοι τὰ νῶτα πρὸ τῶν ἐχθρῶν μας καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐμίσουν μᾶς ἐλαφυραγώγουν πρὸς θησαυρισμόν των.
12 ἔδωκας ἡμᾶς ὡς πρόβατα βρώσεως καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσι διέσπειρας ἡμᾶς·12 Μας παρέδωκες στους εχθρούς μας σαν πρόβατα προωρισμένα εις σφαγήν και εις βρώσιν. Μας διεσκόρπισες μεταξύ των ειδωλολατρικών εθνών αιχμαλώτους.12 Μᾶς παρέδωκας εἰς τοὺς ἐχθρούς μας σὰν πρόβατα προωρισμένα νὰ σφαγοῦν καὶ καταφαγωθοῦν, καὶ μᾶς διεσκόρπισας αἰχμαλώτους μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῦν ἐθνῶν.
13 ἀπέδου τὸν λαόν σου ἄνευ τιμῆς, καὶ οὐκ ἦν πλῆθος ἐν τοῖς ἀλαλάγμασιν αὐτῶν.13 Επέτρεψες να πωληθή ο λαός σου δια το τίποτε, σαν άχρηστοι και χωρίς καμμίαν αξίαν δούλοι. Και όλα αυτά, καθ' ον χρόνον δεν ήτο πολύ το πλήθος εκείνων, οι οποίοι με αλαλαγμούς επετέθησαν εναντίον μας και μας κατενίκησαν.13 Ἐπέτρεψας νὰ πωληθῇ ὁ λαός σου ἀντὶ μηδαμινοῦ τιμήματος, σὰν ἄχρηστοι καὶ χωρὶς καμμίαν ἀξίαν δοῦλοι καὶ ἐπάθαμεν ὅλα αὐτὰ εἰς καιρὸν ποὺ δὲν ἦτο πολὺ τὸ πλῆθος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀλαλαγμοὺς ἐπέπεσαν καθ’ ἡμῶν καὶ μᾶς κατενίκησαν.
14 ἔθου ἡμᾶς ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, μυκτηρισμὸν καὶ χλευασμὸν τοῖς κύκλῳ ἡμῶν·14 Παρεχώρησες να γίνωμεν εμπαιγμός στους γειτονικούς μας λαούς. Χλευασμός και περίγελως εις τα τριγύρω από ημάς έθνη.14 Παρεχώρησας νὰ γίνωμεν ὄνειδος εἰς τοὺς γειτονικούς μας λαούς, χλεύη καὶ περιγέλως καὶ ἐμπαιγμὸς εἰς τὰ τριγύρω μας ἔθνη, τοὺς Ἐδωμίτας, Ἀμμωνίτας καὶ Μωαβίτας.
15 ἔθου ἡμᾶς εἰς παραβολὴν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, κίνησιν κεφαλῆς ἐν τοῖς λαοῖς.15 Παροιμιώδης κατήντησεν η τρομερά κατάπτωσίς μας μεταξύ των ειδωλολατρικών εθνών, των οποίων οι λαοί κινούν εμπαικτικώς τας κεφαλάς των δια την καταστροφήν μας.15 Κατήντησε παροιμιώδης καὶ μῦθος ἡ κατάπτωσις καὶ ταπείνωσίς μας εἰς τὰ στόματα τῶν ἐθνικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ περιπτώσεων μεγάλου ἐξευτελισμοῦ καὶ δυστυχίας λέγουν: Ἔπαθον ὁποῖα καὶ οἱ Ἰσραηλῖται. Καὶ οἱ πλέον μεμακρυσμένοι λαοὶ κινοῦν τὰς κεφαλάς των οἰκτείροντες καὶ ἐλεεινολογοῦντες ἠμᾶς.
16 ὅλην τὴν ἡμέραν ἡ ἐντροπή μου κατεναντίον μού ἐστι, καὶ ἡ αἰσχύνη τοῦ προσώπου μου ἐκάλυψέ με16 Καθ' όλην αυτήν την περίοδον, ο εξευτελισμός του ταπεινωμένου λαού ευρίσκεται προ των οφθαλμών μου και η έντροπή μου έχει απλωθή και έχει σκεπάσει το πρόσωπόν μου16 Ἡμέρα δὲν παρέρχεται, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ εἶναι ἐμπρός μου ἡ ἐντροπή, ποὺ αἰσθάνομαι δι’ ἐμὲ καὶ τὸ ἔθνος μου, καὶ ἡ καταισχύνῃ, ποὺ μὲ ἀναγκάζει νὰ ρίπτω κάτω κατακόκκινον τὸ πρόσωπόν μου, μὲ κατεπλάκωσε καὶ μὲ ἐσκέπασεν ὁλόκληρον,
17 ἀπὸ φωνῆς ὀνειδίζοντος καὶ καταλαλοῦντος, ἀπὸ προσώπου ἐχθροῦ καὶ ἐκδιώκοντος.17 Και τούτο εξ αιτίας των εμπαιγμών από εκείνους, οι οποίοι μας υβρίζουν και μας περιφρονούν, εξ αιτίας της καταφρονήσεως, η οποία διαγράφεται έντονα στο πρόσωπον και το βλέμμα των εχθρών μας και των καταδιωκόντων ημάς.17 λόγῳ τῆς ὀνειδιστικῆς καὶ περιφρονητικῆς φωνῆς τοῦ καθενὸς ποὺ μᾶς ὑβρίζει καὶ μᾶς κατηγορεῖ, λόγῳ τοῦ ἀγριωποῦ καὶ γεμάτου περιφρόνησιν προσώπου καὶ τῶν λοξῶν βλεμμάτων τοῦ ἐχθροῦ καὶ του καταδιώκοντος ἡμᾶς.
18 ταῦτα πάντα ἦλθεν ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ οὐκ ἐπελαθόμεθά σου καὶ οὐκ ἠδικήσαμεν ἐν τῇ διαθήκῃ σου,18 Ολα αυτά τα δεινά εξέσπασαν εναντίον μας, και όμως ημείς δεν σε ελησμονήσαμεν. Δεν κατεπατήσαμεν τον νόμον σου και την διαθήκην σου.18 Ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ ἐπῆλθον καθ’ ἡμῶν, καὶ ὅμως δὲν σὲ ἐλησμονήσαμεν, καὶ δὲν παρεβιάσαμεν τὴν διαθήκην, ποὺ συνῆψας μετὰ τοῦ Ἀβραάμ.
19 καὶ οὐκ ἀπέστη εἰς τὰ ὀπίσω ἡ καρδία ἡμῶν καὶ ἐξέκλινας τὰς τρίβους ἡμῶν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ σου.19 Η καρδία μας δεν απεμακρύνθη από σέ. Συ όμως, Κυριε, επέτρεψες με τας θλίψεις αυτάς να χάσωμεν τον δρόμον μας και να παρεκκλίνωμεν από τον ιδικόν σου δρόμον.19 Καὶ δὲν ἐστράφη πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ μακρὰν ἀπὸ σὲ ἡ καρδία μας· καὶ ἐξ αἰτίας τῶν ἀλγεινῶν, ποὺ ἐπέτρεψας νὰ μᾶς συμβοῦν, μᾶς ἀφῆκες νὰ χάσωμεν τὸν δρόμον μας καὶ νὰ ἐκτραπῶμεν ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου εὐθεῖαν ὁδόν.
20 ὅτι ἐταπείνωσας ἡμᾶς ἐν τόπῳ κακώσεως, καὶ ἐπεκάλυψεν ἡμᾶς σκιὰ θανάτου.20 Διότι μας εταπείνωσες στον τόπον αυτόν της ταλαιπωρίας και υποδουλώσεως. Εκεί μας εκάλυψεν η ζοφερά σκια του θανάτου.20 Διότι μᾶς ἐταπείνωσας εἰς τόπον κακοπαθείας καὶ ὑποδουλώσεως καὶ ὡς ἄλλο σάβανον μᾶς ἐκάλυψαν τὰ σκότη καὶ οἱ κίνδυνοι τοῦ θανάτου.
21 εἰ ἐπελαθόμεθα τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ εἰ διεπετάσαμεν χεῖρας ἡμῶν πρὸς Θεὸν ἀλλότριον,21 Εάν είχαμεν λησμονήσει το όνομα του Θεού μας, εάν είχαμεν υψώσει ικετευτικάς τας χείρας προς άλλον θεόν ψευδή ειδωλολατρικόν,21 Ἐὰν εἴχαμεν λησμονήσει τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας καὶ ἐὰν ἐσηκώσαμεν ἱκετευτικὰς τὰς χεῖρας μας πρὸς Θεὸν ξένον καὶ ψευδῆ,
22 οὐχὶ ὁ Θεὸς ἐκζητήσει ταῦτα; αὐτὸς γὰρ γινώσκει τὰ κρύφια τῆς καρδίας.22 ο Θεός μας δεν θα είχε αντιληφθή τούτο και δεν θα μας εζητούσε τον λόγον; Αυτός γνωρίζει και τα πλέον απόκρυφα αισθήματα και βουλεύματα των καρδιών μας.22 δὲν θὰ ἀντελαμβάνετο τοῦτο ὁ Θεός, διὰ νὰ μᾶς ζητήσῃ ἀκριβῆ λόγον διὰ τὴν εἰδωλολατρίαν μας ταύτην; Ἀσφαλῶς ναί. Διότι αὐτὸς γνωρίζει καὶ τὰς ἀποκρύφους σκέψεις καὶ διαθέσεις πάσης καρδίας.
23 ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς.23 Αλλ' ημείς, Κυριε, προς χάριν σου υφιστάμεθα θανάσιμα μαρτύρια όλην την ημέραν. Εθεωρήθημεν ως πρόβατα συρόμενα εις την σφαγήν.23 Ἀλλ’ ἠμεῖς ὄχι μόνον τοιοῦτον τι δὲν ἐπράξαμεν, ἀλλὰ μαρτυροῦμεν διὰ τὸ ὄνομά σου. Διότι ἕνεκα τῆς πρὸς σὲ πίστεώς μας ὑφιστάμεθα κατὰ πρόθεσιν θάνατον καθημερινῶς, ἕτοιμοι πάντοτε νὰ ἀποθάνωμεν διὰ σέ. Ἐθεωρήθημεν σὰν πρόβατα συρόμενα πρὸς σφαγήν.
24 ἐξεγέρθητι· ἱνατί ὑπνοῖς, Κύριε; ἀνάστηθι καὶ μὴ ἀπώσῃ εἰς τέλος.24 Σηκω επάνω. Διατί φαίνεται ότι κοιμάσαι, Κυριε; Σηκω και μη μας σπρώχνης μακρυά από κοντά σου, δια να μη καταστραφώμεν εξ ολοκλήρου.24 Σήκω ἐπάνω διὰ νὰ κάμῃς ἐκδίκησιν καὶ νὰ μᾶς βοηθήσῃς, Κύριε. Διατὶ φαίνεσαι σὰν νὰ κοιμᾶσαι, ἀδιαφόρων διὰ τὸ κατάντημά μας; Σήκω καὶ μὴ μᾶς σπρώχνῃς ἀπὸ κοντά σου ὡς ἀνεπιθυμήτους καὶ ἀπεχθεῖς εἰς τὸ διηνεκές.
25 ἱνατί τὸ πρόσωπόν σου ἀποστρέφεις; ἐπιλανθάνῃ τῆς πτωχείας ἡμῶν καὶ τῆς θλίψεως ἡμῶν;25 Διατί γυρίζεις αλλού το πρόσωπόν σου; Λησμονείς την δυστυχίαν και την θλίψιν μας;25 Διατὶ στρέφεις μὲ ἀδιαφορίαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπόν σου διὰ νὰ μὴ μᾶς βλέπῃς; Διατὶ λησμονεῖς τὴν ἀθλιότητά μας καὶ τὴν θλῖψιν μας;
26 ὅτι ἐταπεινώθη εἰς χοῦν ἡ ψυχὴ ἡμῶν, ἐκολλήθη εἰς γῆν ἡ γαστὴρ ἡμῶν.26 Σπλαγχνίσου μας, Κυριε, διότι η ζωη μας κατέπεσεν στο χώμα του τάφου. Η κοιλία μας εκολλήθη στο έδαφος και εποδοπατήθημεν από τους εχθρούς μας.26 Θλιβόμεθα πολύ. Διότι κατέπεσεν εἰς τὸ χῶμα ἐξηντλημένη ἡ ψυχή μας καὶ ἐκόλλησαν εἰς τὴν γῆν τὰ σπλάγχνα μας λόγῳ τῆς καταπιέσεως καὶ καταπατήσεως, ποὺ ὑφιστάμεθα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας.
27 ἀνάστα, Κύριε, βοήθησον ἡμῖν καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.27 Σηκω, Κυριε, βοήθησέ μας, και γλύτωσέ μας εις δόξαν του αγίου σου Ονόματος.27 Σήκω, Κύριε· βοήθησέ μας καὶ ἐλευθέρωσέ μας, διὰ τὸ ὄνομά σου καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΜΔ'🔸
                            (44)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ἀλλοιωθησομένων· τοῖς υἱοῖς Κορὲ εἰς σύνεσιν· ᾠδὴ ὑπὲρ τοῦ ἀγαπητοῦ.11
2 (Μασ. 45) ΕΞΗΡΕΥΞΑΤΟ ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν, λέγω ἐγὼ τὰ ἔργα μου τῷ βασιλεῖ, ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου.2 (Μασ. 45) Από την γεμάτην ιερά αισθήματα καρδίαν μου υπερεξεχείλισε και εξεπήγασε λόγος έξοχος, ωραίος, σωτήριος. Ναι· απαγγέλλω εγώ το ποίημά μου στον βασιλέα. Η γλώσσά μου θα μεταβληθή εις πένναν ταχογράφου γραμματέως, δια να εκφράση τα ιερά συναισθήματα της καρδίας μου.2 Απὸ τὴν γεμάτην θεῖον ἐνθουσιασμὸν καὶ ἔμπνευσιν καρδίαν μου ὑπερεξεχείλισε καὶ ἀνεπήδησε λόγος ἔξοχος καὶ σωτήριος καὶ καλλιεπής. Λέγω καὶ ἀπαγγέλλω ἐγὼ τὸ ἔργον καὶ τὸ ποίημα, ὅπερ συνέταξα, εἰς τὸν βασιλέα Μεσσίαν ψάλλων αὐτό. Ἡ γλῶσσα μου κινεῖται σὰν κάλαμος γραφέως ταχυγράφου, σπεύδουσα νὰ ἐκφράσῃ τὰ πλημμυρούντα τὴν καρδίαν μου συναισθήματα.
3 ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, ἐξεχύθη χάρις ἐν χείλεσί σου· διὰ τοῦτο εὐλόγησέ σε ὁ Θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα.3 Είσαι συ, ω Χριστέ και Μεσσία, ωραιότατος. Η ωραιότης σου υπερβαίνει όλας τας καλλονάς των ανθρώπων. Ιδιαιτέρα χάρις έχει χυθή στους λόγους των χειλέων σου. Δια τούτο ο Θεός σε ηυλόγησε, σου έδωσε χάριτας και δωρεάς εις όλους τους αιώνας.3 Ὡραῖος εἶσαι κατὰ τὸ κάλλος τοῦ προσώπου καὶ τοῦ ὅλου σώματος περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. Ἡ πλεονάζουσα εἰς τὸ ἐσωτερικόν σου χάρις ἐχύθη πρὸς τὰ ἔξω ἄφθονος καὶ εἰς τὰ χείλη σου αἰχμαλωτίζουσα μὲ τὴν γοητευτικὴν πειθὼ καὶ εὐγενῆ γλυκύτητα καὶ προσήνειάν σου. Δι' αὐτὸ δὲ καὶ σὲ ηὐλόγησεν ὁ Θεός, ὥστε ἡ ἐπιρροὴ καὶ κυριαρχία σου νὰ εἶναι αἰωνία.
4 περίζωσαι τὴν ρομφαίαν σου ἐπὶ τὸν μηρόν σου, δυνατέ, τῇ ὡραιότητί σου καὶ τῷ κάλλει σου4 Ζώσε γύρω από τη μέσην σου και κρέμασε παρά τον μηρόν σου την ρομφαίαν σου, ω δυνατέ, ώστε αυτή να είναι ο επί πλέον οπλισμός εις την ωραιότητά σου και το κάλλος σου.4 Ζώσθητι γύρωθεν τῆς ὀσφύος σου τὴν ρομφαίαν σου, ὥστε νὰ πίπτῃ αὕτη ἐπὶ τοῦ μηροῦ σου, ὦ δυνατὲ καὶ ἀνδρειότατε, καὶ ἂς εἶναι αὕτη πρόσθετος ὁπλισμός σου μαζὶ μὲ τὴν ὡραιότητά σου καὶ τὸ κάλλος σου, ὥστε διὰ μὲν τούτων νὰ ἑλκύῃς καὶ νὰ θέλγῃς τοὺς εὐδιαθέτους καὶ τοὺς φίλους σου, διὰ δὲ τῆς ρομφαίας νὰ πατάσσῃς τοὺς ἐχθρούς σου.
5 καὶ ἔντεινον καὶ κατευοδοῦ καὶ βασίλευε ἕνεκεν ἀληθείας καὶ πρᾳότητος καὶ δικαιοσύνης, καὶ ὁδηγήσει σε θαυμαστῶς ἡ δεξιά σου.5 Τέντωσε το τόξον σου και προχώρει με επιτυχίαν. Στήσε το βασίλειον της αληθείας σου, της πραότητος και της δικαιοσύνης. Και ασφαλώς η παντοδύναμος δεξιά σου θα σε οδηγήση εις θαυμαστά κατορθώματα.5 Καὶ τέντωσε τὸ τόξον σου καὶ προχώρει ἀνεμποδίστως καὶ ἀκατασχέτως, καὶ κατανικῶν τὰ ἄτακτα στοιχεῖα βασίλευε πρὸς κατίσχυσιν τῆς θείας ἀληθείας καὶ πρὸς ἐπικράτησιν τῆς πραότητος καὶ εἰρήνης καθὼς καὶ τοῦ δικαίου. Καὶ ἀσφαλῶς ἡ δύναμις τῆς δεξιᾶς σου θὰ σὲ ὁδηγήσῃ εἰς θαυμαστὰ καὶ ἔνδοξα κατορθώματα.
6 τὰ βέλη σου ἠκονημένα, δυνατέ —λαοὶ ὑποκάτω σου πεσοῦνται— ἐν καρδίᾳ τῶν ἐχθρῶν τοῦ βασιλέως.6 Τα βέλη σου, ω δυνατέ, είναι ακονισμένα και αιχμηρά. Πλήθος από τους εχθρούς σου θα πέσουν νεκροί κάτω εις την γην, διότι αυτά θα εμπηγνύωνται εις τας καρδίας των εχθρών του βασιλέως.6 Τὰ βέλη σου εἶναι ἀκονισμένα, ὦ δυνατὲ καὶ ἀήττητε. Καὶ ὅταν θὰ τὰ ἐκτοξεύῃς, θὰ πίπτουν κάτω ἀπὸ τὸ ἅρμα σου πληγωμένοι καὶ κτυπημένοι λαοὶ καὶ πλήθη πολλά. Θὰ ἐμπήγνυνται ταῦτα εἰς τὰς καρδίας τῶν ἐχθρῶν τοῦ βασιλέως.
7 ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, ράβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου.7 Ο βασιλικός σου θρόνος, ω Θεέ Χριστέ μου, θα παραμένη ακλόνητος εις όλους τους αιώνας και η βασιλική σου ράβδος θα είναι εξουσία ευθύτητος και δικαιοσύνης.7 Ὁ θρόνος σου, ὦ Μεσσία καὶ Θεέ, θὰ παραμένῃ ἀκλόνητος εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας, τὸ σκῆπτρον σου καὶ ἡ βασιλική σου ἐξουσία εἶναι σκῆπτρον καὶ ἐξουσία εὐθύτητος καὶ δικαιοσύνης.
8 ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν· διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου.8 Ηγάπησες την δικαιοσύνην και εμίσησες την παρανομίαν. Δια τούτο, ω Θεέ Χριστέ μου, ο Θεός πατήρ σου σε έχρισε με πνευματικόν χρίσμα αγαλλιάσεως, ασυγκρίτως ανώτερον από το χρίσμα του ελαίου, με το οποίον εχρίοντο οι ιερείς, οι προφήται και οι βασιλείς, αυτοί που συμβρλικώς μετείχον εις ομοίαν χρίσιν με την ιδικήν σου.8 Ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀδικίαν. Δι' αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς καὶ πατήρ σου, ὦ Θεέ, σοῦ ἔδωκεν ἀμέτρητον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ σὲ ἔχρισε μὲ τὸ πνευματικὸν ἐκεῖνο χρῖσμα, ποὺ φέρει ἀγαλλίασιν εἰς τοὺς χρισμένους, καὶ ἐξέχυσε τοῦτο εἰς σὲ πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἐκείνους τοὺς βασιλεῖς καὶ τοὺς προφήτας καὶ ἀρχιερεῖς, ὅσοι μετέχουν μαζὶ μὲ σὲ εἰς τὴν χρῖσιν ταύτην.
9 σμύρνα καὶ στακτὴ καὶ κασσία ἀπὸ τῶν ἱματίων σου ἀπὸ βάρεων ἐλεφαντίνων, ἐξ ὧν εὔφρανάν σε.9 Ευώδη μύρα, σμύρνα, αρωματώδες δάκρυ πολυτίμου δένδρου και κασία, εκπέμπουν την ευωδίαν των από τα ιμάτιά σου, τα οποία μόλις τώρα εξήχθησαν από πολύτιμα κιβώτια ελεφαντοστού και σε ηύφραναν με την γλυκείαν ευωδίαν των.9 Εὐώδη μύρα, σμύρνα καὶ ἄρωμα ποὺ κατὰ σταγόνας πίπτει καὶ συλλέγεται ἐκ πολυτίμου δένδρου, καὶ κασία ἐκπέμπουν τὴν εὐωδίαν των ἀπὸ τὰ ἱμάτιά σου, τὰ ὁποῖα μόλις τὰ ἔβγαλαν ἀπὸ ἀνάκτορα δι’ ἐλεφαντοστοῦ περιενδεδυμένα, σὲ ηὔφραναν διὰ τῆς γλυκείας ἀποπνοίας των.
10 θυγατέρας βασιλέων ἐν τῇ τιμῇ σου· παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη.10 Πριγκίπισσαι, θυγατέρες βασιλέων, αποτελούν την τιμητικήν συνοδείαν σου. Εις τα δεξιά σου μεγαλοπρεπής ίσταται η βασίλισσα, στολισμένη και φέρουσα φόρεμα υφασμένον με χρυσάς κλωστάς και ποικίλα κεντήματα και χρώματα.10 Ἠγεμονίδες καὶ θυγατέρες βασιλέων ἀποτελοῦν τὴν τιμητικὴν συνοδείαν σου. Καὶ ἐκ δεξιῶν σου ἐξόχως τιμημένη ὑπὸ σοῦ παρέστη ἡ βασίλισσα Ἐκκλησία σου, μὲ ἱματισμὸν ἀρετῶν καὶ ἄλλων χαρίτων τοῦ Πνεύματος διάχρυσον περιβεβλημένη καὶ πολυποίκιλον στολισμὸν φοροῦσα.
11 ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου·11 Συ, ω μελλόνυμφος κόρη, άκουσε την συμβουλήν μου. Κλίνε το αυτί σου, ώστε να ακούη με προσοχήν και να δέχεται τας εντολάς του και λησμόνησε εντελώς τον λαόν, στον οποίον μέχρι τώρα ανήκες, και αυτόν ακόμη τον πατρικόν σου οίκον.11 Ἄκουσε σύ, ὦ θυγάτερ, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃς Νύμφη καὶ Σύζυγος τοῦ Μεσσίου· ἄκουσε τὰς συμβουλὰς ἐμοῦ τοῦ πρεσβύτου· ἴδε τὴν δόξαν τοῦ κατηγλαϊσμένου περιβάλλοντός σου. Κλῖνον τὸ οὖς σου εὐήκοον εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ Βασιλέως καὶ ξέχασε ἐντελῶς τὸν λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἕως τώρα ἀνῆκες, καθὼς καὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου. Λησμόνησε ἐξ ὁλοκλήρου τὸ παρελθόν σου διὰ νὰ ἀφοσιωθῇς εἰς τὸν νέον οἶκον σου καὶ εἰς τὸν νέον λαόν σου.
12 καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου, ὅτι αὐτός ἐστι Κύριός σου,12 Τοτε ο βασιλεύς νυμφίος σου θα αγαπήση το κάλλος σου. Επειδή όμως αυτός είναι και ο Κυριος σου,12 Καὶ τότε ὁ Βασιλεὺς Νυμφίος θὰ ἐπιθυμήσῃ τὴν καλλονήν σου. Μὴ λησμονήσῃς ὅμως ποτὲ ὅτι αὐτὸς δὲν παύει νὰ εἶναι καὶ Κύριός σου,
13 καὶ προσκυνήσεις αὐτῷ. καὶ θυγάτηρ Τύρου ἐν δώροις· τὸ πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ.13 θα προσκυνήσης αυτόν. Η περίφημος και πλουσιωτάτη Τυρος θα αποστείλη, τιμής ένεκεν, πολλά δώρα. Οι πλούσιοι άρχοντες των λαών θα ζητούν ικετευτικώς, ώσαν εις λιτανείαν, την εύνοιαν του προσώπου σου.13 καὶ ὀφείλεις προσκύνησιν εἰς αὐτόν. Ἡ πλουσιωτάτη καὶ ἐξακουστὴ πόλις τῆς Τύρου ἦλθε δι’ ἀντιπροσώπων της καὶ ἔφερε δῶρα εἰς σέ· καὶ οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ καὶ οἱ ἄρχοντές του θὰ ἔλθουν διὰ νὰ ζητήσουν ἱκετευτικοὺς τὴν εὐμένειαν καὶ εὔνοιαν τοῦ προσώπου σου.
14 πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν, ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη.14 Ολη η δόξα της νύμφης, η οποία είναι θυγάτηρ του βασιλέως, προέρχεται από τον πλούσιον εσωτερικόν στολισμόν της αρετής και των πνευματικών της χαρίτων. Με κροσσωτόν χρυσοκέντητον ένδυμα είναι περιβεβλημένη και στολισμένη.14 Ὅλη ἡ δόξα τῆς Νύμφης, ἡ ὁποία εἶναι συγχρόνως καὶ θυγάτηρ γεννηθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Νυμφίου Βασιλέως, προέρχεται ἀπὸ τὸν ἐσωτερικὸν στολισμὸν τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν χαρίτων της, μὲ κροσσωτὸν χρυσοκέντητον ἔνδυμα εἶναι περιβεβλημένη καὶ στολισμένη.
15 ἀπενεχθήσονται τῷ βασιλεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς, αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονταί σοι·15 Θα προσαχθούν στον βασιλέα παρθένοι, αι οποίαι θα ακολουθούν οπίσω από αυτήν ως τιμητική της συνοδεία. Αι φίλαι της, που την συνοδεύουν, θα προσαχθούν εις σε τον βασιλέα και νυμφίον.15 Θὰ προσαχθοῦν πρὸς τὸν βασιλέα παρθένοι ἀκολουθοῦσαι ὀπίσω ἀπὸ αὐτήν· αἱ φίλαι της αἱ συνοδεύουσαι αὐτὴν θὰ προσαχθοῦν εἰς σὲ τὸν βασιλέα.
16 ἀπενεχθήσονται ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἀγαλλιάσει, ἀχθήσονται εἰς ναὸν βασιλέως.16 Ούτως αι δύο μεγαλοπρεπείς πομπαί, νυμφίου και νύμφης, θα προχωρούν με χαράν και αγαλλίασιν και θα φθάσουν στο ανάκτορον του βασιλέως νυμφίου.16 θὰ προσαχθοῦν μὲ σκιρτήματα καὶ ᾄσματα πνευματικῆς εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως· θὰ ὁδηγηθοῦν εἰς τὰ ἀνάκτορα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ κατοικία καὶ ὁ ναὸς τοῦ Βασιλέως.
17 ἀντὶ τῶν πατέρων σου ἐγενήθησαν υἱοί σου· καταστήσεις αὐτοὺς ἄρχοντας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.17 Ω βασίλισσα, αντί των προγόνων σου τους οποίους εγκατέλειψες και ηρνήθης, θα είναι τώρα εις την θέσιν αυτών τα τέκνα σου, τα οποία εγεννήθησαν εις σε από τον πνευματικόν σου γάμον με τον νυμφίον Χριστόν. Θα αναδείξης και θα καταστήσης αυτούς άρχοντας εις ολόκληρον την γην.17 Ἀντὶ τῶν προγόνων σου, τοὺς ὁποίους ἐγκατέλιπες καὶ ἠρνήθης, καὶ εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν θὰ εἶναι τὰ τέκνα σου, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν εἰς σὲ ἐκ τοῦ πνευματικοῦ σου γάμου μετὰ τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ· θὰ ἀναδείξῃς καὶ θὰ ἐγκαταστήσῃς αὐτοὺς ἄρχοντας ἐφ' ὁλοκλήρου τῆς γῆς.
18 μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ· διὰ τοῦτο λαοὶ ἐξομολογήσονταί σοι εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.18 Ω βασιλεύ, θα μνημονεύω και θα διαλαλώ το Ονομά σου εις τας γενεάς των γενεών. Δια τούτο λαοί και φυλαί διάφοροι θα σε υμνολογούν ακατοπταύστως στον αιώνα του αιώνος.18 Θὰ μνημονεύω, ὦ βασιλεῦ, καὶ θὰ διαλαλῶ τὸ ὄνομά σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν· διὰ τοῦτο γνωρίζοντες αὐτὸ λαοὶ καὶ φυλαὶ καὶ γλῶσσαι διάφοροι θὰ σὲ ἀνυμνοῦν ἀπαύστως καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΜΕ'🔸
                             (45)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ὑπὲρ τῶν υἱῶν Κορέ, ὑπὲρ τῶν κρυφίων ψαλμός.11
2 (Μασ. 46) Ο ΘΕΟΣ ἡμῶν καταφυγὴ καὶ δύναμις, βοηθὸς ἐν θλίψεσι ταῖς εὑρούσαις ἡμᾶς σφόδρα.2 (Μασ. 46) Ο Θεός μας στο παρελθόν υπήρξε το απόρθητον καταφύγιόν μας, η ακατανίκητος δύναμίς μας, ο βοηθός εις τας μεγάλας θλίψεις, αι οποίαι μας είχαν εύρει.2 Ο Θεὸς εἶναι ἡ καταφυγή μας καὶ ἡ δύναμίς μας, εἶναι ὁ πανίσχυρος βοηθός μας εἰς τὰς θλίψεις ποὺ μᾶς εὗρον.
3 διὰ τοῦτο οὐ φοβηθησόμεθα ἐν τῷ ταράσσεσθαι τὴν γῆν καὶ μετατίθεσθαι ὄρη ἐν καρδίαις θαλασσῶν.3 Δια τούτο δεν θα φοβηθώμεν και τώρα, έστω και αν συγκλονίζεται εκ θεμελίων όλη η γη, και βουνά ολόκληρα αποσπώνται και βυθίζωνται στο μέσον των ωκεανών.3 Διὰ τοῦτο καὶ ἂν ἀκόμη ἐπισυμβοῦν αἱ κατὰ τὴν συντέλειαν ἀνατροπαί, δὲν θὰ φοβηθῶμεν, ὅταν ἐκ θεμελίων θὰ σείεται ἡ γῆ καὶ θὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴν θέσιν των βουνὰ ὁλόκληρα διὰ νὰ μεταθέτωνται ἐν μέσῳ τῶν θαλασσῶν.
4 ἤχησαν καὶ ἐταράχθησαν τὰ ὕδατα αὐτῶν, ἐταράχθησαν τὰ ὄρη ἐν τῇ κραταιότητι αὐτοῦ. (διάψαλμα).4 Εστω και αν ταραχθούν και βουΐζουν τα ύδατα των θαλασσών, και αν αναστατωθούν τα όρη με την τρομεράν δύναμιν του Κυρίου, ημείς δεν θα φοβηθώμεν.4 Ἔστω ὅτι ἐβούϊξαν καὶ ἐταράχθησαν ἀφρίζοντα εἰς ἀλλεπάλληλα καὶ τεράστια κύματα τὰ ὕδατά των. Ἔστω ὅτι ἐσείσθησαν τὰ ὅρη διὰ τῶν κραταιῶν μεταβολῶν καὶ ἀναστατώσεων, τὰς ὁποίας ἐργάζεται ὁ Θεός. Ἠμεῖς δὲν θὰ φοβηθῶμεν.
5 τοῦ ποταμοῦ τὰ ὁρμήματα εὐφραίνουσι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ· ἡγίασε τὸ σκήνωμα αὐτοῦ ὁ ῞Υψιστος.5 Η Ιερουσαλήμ κατά τον καιρόν αυτόν της αναταραχής των στοιχείων θα διατηρηθή εν ασφαλεία. Τα ρεύματα του ποταμού, ο οποίος ρέει πλησίον της, ευφραίνουν την πόλιν του Θεού, την οποίαν ο Υψιστος ηγίασε, δια να είναι ιερός τόπος κατοικίας του.5 Ἡ Ἱερουσαλὴμ ὅμως κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον θὰ διατηρηθῇ ἐν ἀσφαλείᾳ. Τὰ ρεύματα καὶ οἱ κατεβασιὲς τοῦ ποταμοῦ, ποὺ εέει πλησίον της, εὔφραινουν τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ Ὕψιστος ἡγίασε διὰ νὰ εἶναι σκήνωμα καὶ κατοικητήριόν του.
6 ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ οὐ σαλευθήσεται· βοηθήσει αὐτῇ ὁ Θεὸς τὸ πρὸς πρωΐ πρωΐ.6 Ο Θεός κατοικεί εν τω μέσω αυτής και την προστατεύει, ώστε να μη σαλευθή. Ταχέως στον κατάλληλον καιρόν και αποτελεσματικώς θα την βοηθήση ο Κυριος.6 Ὁ Θεὸς παραμένει ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ λόγῳ τῆς εἰς αὐτὴν προστασίας του, δὲν θὰ σαλευθῇ αὕτη, ἀλλὰ θὰ μείνῃ σώα καὶ ἀσφαλής. Τάχιστα καὶ ἐγκαιρότατα θὰ βοηθήσῃ αὐτὴν ὁ Κύριος.
7 ἐταράχθησαν ἔθνη, ἔκλιναν βασιλεῖαι· ἔδωκε φωνὴν αὐτοῦ, ἐσαλεύθη ἡ γῆ.7 Εταράχθησαν τα έθνη εναντίον της Ιερουσαλήμ, εκινήθησαν εναντίον της βασίλεια ολόκληρα, αλλά ο Κυριος εξαπέλυσεν εκ των άνω φωνήν και εβροντησε και εσείσθη ολόκληρος η γη.7 Ἐταράχθησαν κατὰ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἔθνη· μετεκινήθησαν κατ’ αὐτῆς βασίλεια ὁλόκληρα· ἀλλ' ὁ Κύριος ἐξαπέλυσεν ἄνωθεν φωνὴν καὶ ἐβρόντησε καὶ ἐσείσθη ὁλόκληρος ἡ γῆ.
8 Κύριος τῶν δυνάμεων μεθ᾿ ἡμῶν, ἀντιλήπτωρ ἡμῶν ὁ Θεὸς ᾿Ιακώβ. (διάψαλμα).8 Ο Κυριος όλων των δυνάμεων του ουρανού και της γης είναι μαζή μας. Προστάτης μας είναι αυτός ούτος ο Θεός του πατριάρχου μας Ιακώβ.8 Ὁ Κύριος τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων εἶναι μαζί μας· ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακὼβ εἶναι ὁ βοηθὸς καὶ προστάτης μας.
9 δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ἃ ἔθετο τέρατα ἐπὶ τῆς γῆς.9 Ελάτε όλοι και ίδετε τα μεγάλα έργα του Θεού. Τα θαυμαστά τρόπαια, τα οποία έστησεν εις την χώραν μας.9 Ἔλθετε λαοὶ καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου, τὰ ὅσα καταπληκτικὰ καὶ θαυμαστὰ ὡς ἄλλα τρόπαια ἔστησεν ἐπὶ τῆς γῆς.
10 ἀνταναιρῶν πολέμους μέχρι τῶν περάτων τῆς γῆς τόξον συντρίψει καὶ συνθλάσει ὅπλον καὶ θυρεοὺς κατακαύσει ἐν πυρί.10 Αυτός είναι που καταπαύει τους πολέμους έως εις τα πέρατα της γης της Επαγγελίας. Συντρίβει τα τόξα των εχθρών, σπάζει τα όπλα των και κατακαίει τας μεγάλας ασπίδας των με φωτιά.10 Κατέπαυσεν ὁλοτελῶς τοὺς πολέμους μέχρι τῶν ἐσχατιῶν τῆς εὐλογημένης γῆς τῆς ἐπαγγελίας. Τελειωτικῶς καὶ ὁριστικῶς θὰ συντρίψῃ κάθε τόξον καὶ θὰ τσακίσῃ κάθε ὅπλον πολεμικὸν καὶ θὰ κατακαύσῃ εἰς τὸ πῦρ τὰς ἀσπίδας.
11 σχολάσατε καὶ γνῶτε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός· ὑψωθήσομαι ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὑψωθήσομαι ἐν τῇ γῇ.11 Αφήσατε κατά μέρος κάθε βιοτικόν περισπασμόν και μάθετε ότι εγώ είμαι ο αληθινός Θεός. Θα δοξασθώ δε και μεταξύ των άλλων εθνών, θα μεγαλυνθώ εις όλην την οικουμένην.11 Ἐλευθερωθῆτε παντὸς περισπασμοῦ καὶ μὲ ἤρεμον διάνοιαν προσέξατε καὶ μάθετε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός, ποὺ κρατῶ εἰς χεῖρας μου καὶ διευθύνω τὰ πάντα· θὰ ὑψωθῶ μέγας καὶ κραταιὸς καὶ θαυμαστὸς ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, θὰ ὑπερυψωθῶ ἀνώτερος ἀπὸ τὴν γῆν καὶ ἀπὸ τοὺς κατοίκους αὐτῆς, ἰσχυρότερος πάντων καὶ κυρίαρχων ἐπὶ πάντων.
12 Κύριος τῶν δυνάμεων μεθ᾿ ἡμῶν, ἀντιλήπτωρ ἡμῶν ὁ Θεὸς ᾿Ιακώβ.12 Ο Κυριος των αγγελικών δυνάμεων είναι μαζή μας, ο Θεός του Ιακώβ αυτός είναι ο βοηθός και προστάτης μας.12 Ὁ Κύριος τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων εἶναι μαζί μας· ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακὼβ εἶναι ὁ βοηθὸς καὶ προστάτης μας.

 

                             🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                             🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 7🔹«46~54»



             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας  καταπατήσαντες, 
πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΜΣΤ'🔸
                             (46)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ὑπὲρ τῶν υἱῶν Κορὲ ψαλμός.11
2 (Μασ. 47) ΠΑΝΤΑ τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας, ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως.2 (Μασ. 47) Ολα τα έθνη χειροκροτήσατε. Ζητωκραυγάσατε και αλαλάξατε προς δόξαν του Θεού με φωνήν μεγάλης χαράς.2 Όλα τὰ ἔθνη χειροκροτήσατε, ἐπευφημήσατε καὶ κραυγάσατε θριαμβευτικῶς πρὸς τιμὴν τοῦ Θεοῦ μὲ φωνὴν πλεοναζούσης χαρᾶς.
3 ὅτι Κύριος ὕψιστος, φοβερός, βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.3 Διότι ο Κυριος είναι ο Υψιστος Θεός, φοβερός, μέγας βασιλεύς ολοκλήρου της οικουμένης.3 Διότι ὁ Κύριος εἶναι Ὕψιστος, φοβερός, βασιλεὺς μέγας ἐφ’ ὅλης τῆς γῆς.
4 ὑπέταξε λαοὺς ἡμῖν καὶ ἔθνη ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν·4 Υπεδούλωσεν εις ημάς άλλους λαούς, έθνη ειδωλολατρικά υπέταξε κάτω από τους πόδας μας.4 Ὑπέταξεν ὁλοκλήρους λαοὺς εἰς ἡμᾶς καὶ ὑπεδούλωσεν ὑπὸ τοὺς πόδας μας ἔθνη.
5 ἐξελέξατο ἡμῖν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ, τὴν καλλονὴν ᾿Ιακώβ, ἣν ἠγάπησεν. (διάψαλμα).5 Εδιάλεξε και έδωκεν εις ημάς ως μόνιμον πατρίδα την ιδικήν του κληρονομίαν, την ωραιοτάτην αυτήν χώραν του ισραηλιτικού λαού, την οποίαν πολύ ηγάπησεν.5 Ἐξέλεξε τὴν γῆν τῆς Παλαιστίνης, ὡς τόπον ξεχωρισμένον πρὸς λατρείαν του καὶ ἐγκατάστασιν τῆς σκηνῆς του. Καὶ δὲν ἐκράτησε ταύτην δι' ἑαυτόν, ἀλλ’ ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὴν κληρονομίαν του ταύτην, τὴν γῆν δηλαδὴ τῆς ἐπαγγελίας, ἥτις κατέστη ἡ καλλονὴ καὶ τὸ ἐγκαλλώπισμα τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος τόσον πολὺ τὴν ἠγάπησε.
6 ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος.6 Ενίκησεν ο Θεός και ανέβη στον ουρανόν εν μέσω αλαλαγμών. Ανέβη ο Κυριος, ενώ αι σάλπιγγες αντηχούσαν θριαμβευτικά θούρια.6 Καὶ ἀφοῦ κατενίκησε τὰ ἔθνη καὶ ὑπέταξε ταῦτα εἰς ἡμᾶς, θριαμβευτὴς κατὰ πασῶν τῶν ἐναντίων δυνάμεων, ἀνέβη ὁ Θεὸς καὶ πάλιν εἰς τὸν οὐρανὸν ἐν μέσῳ ἀλαλαγμῶν, ἀνῆλθεν ὁ Κύριος, ἐνῷ σάλπιγγες ἀντήχουν χαρμοσύνως.
7 ψάλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν, ψάλατε, ψάλατε τῷ βασιλεῖ ἡμῶν, ψάλατε,7 Ψαλατε ύμνους στον Θεόν μας, ψάλατε, ψάλατε με μουσικά όργανα εγκωμιάζοντες τον βασιλέα μας.7 Ψάλατε ὕμνον εἰς τὸν Θεόν μας. Ψάλατε. Ψάλατε ἐγκωμιάζοντες τὸν βασιλέα μας· ψάλατε.
8 ὅτι βασιλεὺς πάσης τῆς γῆς ὁ Θεός, ψάλατε συνετῶς.8 Ψαλατε, διότι ο Θεός μας είναι βασιλεύς όλου του κόσμου. Ψαλατε προς αυτόν με επίγνωσιν του μεγαλείου του.8 Διότι ὁ Θεὸς εἶναι βασιλεὺς ὁλοκλήρου τῆς γῆς· ψάλατε ὄχι μόνον ἐντέχνως καὶ μουσικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀναλογιζόμενοι τὸ μέγεθος τῆς χάριτός του, μὲ συγκεντρωμένην τὴν προσοχὴν τοῦ νοῦ σας καὶ μὲ πλήρη κατανόησιν καὶ παρακολούθησιν τῶν ὕμνων σας.
9 ἐβασίλευσεν ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ ἔθνη, ὁ Θεὸς κάθηται ἐπὶ θρόνου ἁγίου αὐτοῦ.9 Ο Θεός μας εβασίλευσε και θα βασιλεύση εις όλα τα ειδωλολατρικά έθνη. Ο Θεός κάθεται επάνω στον άγιον, τον υπέρλαμπρον ουράνιον θρόνον του.9 Ὁ Θεὸς ἐβασίλευσεν ἐπὶ τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐλάτρευον τὰ εἴδωλα· ὁ Θεὸς κάθηται ἐπὶ τοῦ ἁγίου θρόνου του βασιλεὺς ὅλης τῆς γῆς.
10 ἄρχοντες λαῶν συνήχθησαν μετὰ τοῦ Θεοῦ ῾Αβραάμ, ὅτι τοῦ Θεοῦ οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς σφόδρα ἐπήρθησαν.10 Οι άρχοντες των λαών συνήχθησαν ενώπιον του Θεού του Αβραάμ, διότι του Θεού δούλοι είναι οι κραταιοί αυτοί άρχοντες του κόσμου και δια τούτο πλησίον του Θεού εξυψώθησαν και εδοξάσθησαν πάρα πολύ.10 Οἱ ἄρχοντες τῶν λαῶν συνηθροίσθησαν καὶ συνηνώθησαν μετὰ τοῦ Θεοῦ Ἀβραὰμ καὶ εἰς αὐτὸν ἀφωσιώθησαν καὶ ψυχικῳς παρεδόθησαν. Διότι εἰς τὸν Θεὸν πλέον ἀνήκουν καὶ αὐτοῦ δοῦλοι εἶναι οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς. Ἐξ αἰτίας δὲ τῆς ὑποταγῆς των ταύτης ἐξυψώθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν ὑπερβαλλόντως.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΜΖ'🔸
                             (47)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ψαλμὸς ᾠδῆς τοῖς υἱοῖς Κορέ· δευτέρα σαββάτου.11
2 (Μασ. 48) ΜΕΓΑΣ Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα ἐν πόλει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἐν ὄρει ἁγίῳ αὐτοῦ,2 (Μασ. 48) Μέγας είναι, ο Κυριος και άξιος να υμνολογήται ακαταπαύστως με το παραπάνω από όλους μας εις την πόλιν του και στον ιερόν λόφον της Σιών·2 Μέγας εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὑπεράξιος νὰ ὑμνηταὶ ἐν τῇ πόλει τοῦ Θεοῦ μας, εἰς τὸ ἅγιόν του ὄρος Σιών,
3 εὐρίζῳ ἀγαλλιάματι πάσης τῆς γῆς. ὄρη Σιών, τὰ πλευρὰ τοῦ Βορρᾶ, ἡ πόλις τοῦ βασιλέως τοῦ μεγάλου.3 στο ασφαλώς και ακλονήτως ριζωμένον αγαλλίαμα αυτό όλου του κόσμου. Ποσον ωραία είναι τα υψώματά σου, Σιών! Μαλιστα τα προς βορράν υψωμένα πλευρά του, όπου είναι ο ναός και κάτω από αυτά η Ιερουσαλήμ, η πόλις του μεγάλου βασιλέως.3 τὸ ὁποῖον ὡς πηγὴ τῆς εὐσεβείας καὶ ὡς τόπος τῆς λατρείας τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ εἶναι καλῶς ριζωμένον καὶ στερεωμένον ἀγαλλίαμα καὶ χαρὰ ὅλης τῆς γῆς, Ὤ! τὰ ὑψώματα τοῦ ὄρους Σιών, τὰ βόρεια πλευρά του, ὅπου ἐπὶ τοῦ λόφου Μορία ὑψοῦται ὁ ναὸς καὶ ὑποκάτω ἐκτείνεται ἡ πόλις τοῦ μεγάλου βασιλέως, ἡ ἁγία Ἱερουσαλήμ.
4 ὁ Θεὸς ἐν τοῖς βάρεσιν αὐτῆς γινώσκεται, ὅταν ἀντιλαμβάνηται αὐτῆς.4 Ο Θεός καθιστά γνωστήν και εμφανή την παρουσίαν του στους οχυρούς πλουσίους πύργους της πόλεως, όταν προσφέρη την έγκαιρον βοήθειάν του και προστασίαν εις αυτήν.4 Ὁ Θεὸς κάμνει γνωστὴν τὴν παρουσίαν καὶ ἀκαταγώνιστον προστασίαν του εἰς τὰ πυργωτὰ οἰκοδομήματα καὶ τὰ ἀνάκτορά της, ὅταν προσφέρῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἔγκαιρον βοήθειαν καὶ ὑποστήριξίν του.
5 ὅτι ἰδοὺ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς συνήχθησαν, ἤλθοσαν ἐπὶ τὸ αὐτό·5 Διότι ιδού, οι βασιλείς της γης συνεκεντρώθησαν από τας διαφόρους χώρας. Εισήλθον όλοι μαζή εις τα σύνορα της Ιουδαίας, έφθασαν απέναντι της Ιερουσαλήμ.5 Διότι, ἰδοὺ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, ποὺ τρέφουν ἐχθρικὰς διαθέσεις κατ' αὐτῆς, συνήχθησαν ἀπὸ διάφορα μέρη εἰς κοινὸν στρατόπεδον καὶ διέβησαν τὰ ἰουδαϊκὰ σύνορα ὅλοι μαζί, διὰ νὰ τὴν κυριεύσουν.
6 αὐτοὶ ἰδόντες οὕτως ἐθαύμασαν, ἐταράχθησαν, ἐσαλεύθησαν,6 Μολις όμως αντίκρυσαν την πόλιν, κατεπλάγησαν, εταράχθησαν, συνεκλονίσθησαν,6 Ἀλλὰ μόνον εἶδον αὐτὴν ἀπὸ μακρὰν καὶ ἀπὸ τὴν θέαν τῆς κατεπλάγησαν, ἐταράχθησαν καὶ συνεκλονίσθησαν.
7 τρόμος ἐπελάβετο αὐτῶν, ἐκεῖ ὠδῖνες ὡς τικτούσης.7 τρόμος τους κατέλαβε. Εδοκίμασαν πόνους, ωσάν εκείνους που αισθάνεται η επίτοκος γυνή.7 Τρόμος ἐκυρίευσεν αὐτούς. Ἐκεῖ ἐνώπιον τῆς ἁγίας πόλεως κατελήφθησαν ἀπὸ ἀγωνίαν, καὶ ἀπὸ τὰς τιμωρίας, ποὺ ἐξαπέλυσε κατ’ αὐτῶν ὁ Θεός, ἐδοκίμασαν πόνους, ὁμοίους πρὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὑποφέρει ἡ γυναῖκα ὅταν γεννᾷ.
8 ἐν πνεύματι βιαίῳ συντρίψεις πλοῖα Θαρσίς.8 Θα τους συντρίψης, συ Κυριε, με την δύναμίν σου, όπως με τον ορμητικόν άνεμον συντρίβεις τα περίφημα πλοία, τα οποία πλέουν εις την Θαρσίς, έως εις τα άκρα της Μεσογείου.8 Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἀντισταθῇ εἰς σέ; Θὰ τοὺς συντρίψῃς, καθὼς μὲ τὸν βίαιον ἐξ ἀνατολῶν ἄνεμον συντρίβεις τὰ ὑπερμεγέθη πλοῖα τῆς πόλεως Θαρσίς, ποὺ κεῖται πρὸς τὰς ἀνατολικὰς ἀκτὰς τῆς Ἰσπανίας.
9 καθάπερ ἠκούσαμεν, οὕτω καὶ εἴδομεν ἐν πόλει Κυρίου τῶν δυνάμεων, ἐν πόλει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ὁ Θεὸς ἐθεμελίωσεν αὐτὴν εἰς τὸν αἰῶνα. (διάψαλμα).9 Καθώς ηκούσαμεν να μας διηγούνται οι πρόγονοί μας, έτσι είδαμεν σήμερον εις την πόλιν αυτήν του Κυρίου και βασιλέως των ουρανίων και επιγείων δυνάμεων, εις την πόλιν του Θεού μας. Είδομεν μεγάλα πράγματα. Ο Θεός έχει θεμελιώσει την Ιερουσαλήμ, δια να μένη ακλόνητος στον αιώνα.9 Καθὼς ἠκούσαμεν νὰ μᾶς διηγοῦνται οἱ πατέρες μας τὰ μεγαλουργήματά σου, οὕτω καὶ εἴδομεν μὲ τοὺς ἰδικούς μας ὀφθαλμοὺς νὰ γίνεται ἐν τῇ πόλει τοῦ Κυρίου τῶν οὐρανίων δυνάμεων, ἐν τῇ πόλει τοῦ Θεοῦ μας, τῇ ἁγία Ἱερουσαλήμ. Ὁ Θεὸς τὴν ἐστερέωσε ὥστε νὰ μένῃ ἀπόρθητος αἰωνίως.
10 ὑπελάβομεν, ὁ Θεός, τὸ ἔλεός σου ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ σου.10 Από την προσωπικήν μας πείραν εγνωρίσαμεν, ω Θεέ μας, το έλεός σου, να πραγματοποιή θαυμαστά έργα εν μέσω του λαού σου.10 Ἐγνωρίσαμεν ἐκ πείρας καὶ ἀντελήφθημεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, ὦ Θεέ, τὸ ἔλεός σου νὰ θαυματουργῇ ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ σου.
11 κατὰ τὸ ὄνομά σου, ὁ Θεός, οὕτω καὶ ἡ αἴνεσίς σου ἐπὶ τὰ πέρατα τῆς γῆς· δικαιοσύνης πλήρης ἡ δεξιά σου.11 Οπως το όνομά σου, ω Θεέ, είναι μέγα και φοβερόν, έτσι πρέπει και η δοξολογία σου κατά παρόμοιον τρόπον να ακουσθή έως εις τα πέρατα της γης. Η παντοδύναμος δεξιά σου είναι γεμάτη από δικαίας αμοιβάς αλλά και δικαίας τιμωρίας.11 Ὅπως τὸ ὄνομά σου, ὦ Θεέ, εἶναι μέγα καὶ φοβερόν, οὕτω καὶ ὁ εἰς σὲ ὀφειλόμενος ὕμνος θὰ ἐξαπλωθῇ καὶ θὰ ἀντηχῇ ἕως τὰς ἐσχατιὰς τῆς γῆς. Ἡ δεξιά σου εἶναι γεμάτη ἀπὸ δικαιοσύνην καὶ ἀπονέμει πάντοτε τὸ δίκαιον εἰς ἐκείνους ποὺ ἀδικοῦνται καὶ προσβάλλονται ἀπὸ ἀδίκους ἐχθρούς.
12 εὐφρανθήτω τὸ ὄρος Σιών, ἀγαλλιάσθωσαν αἱ θυγατέρες τῆς ᾿Ιουδαίας ἕνεκεν κριμάτων σου, Κύριε.12 Ας ευφρανθή, λοιπόν, ο λόφος Σιών δια την προστασίαν, που απολαμβάνει εκ μέρους σου. Ας πλημμυρίσουν, Κυριε, από χαράν και αγαλλίασιν αι πόλεις της Ιουδαίας δια τας δικαίας αυτάς επί των λαών κρίσεις και αποφάσεις σου.12 Ἂς εὐφρανθῇ ἐπὶ τῇ προστασίᾳ ταύτῃ τοῦ Κυρίου τὸ ὄρος τῆς Σιών· ἂς σκιρτήσουν ἀπὸ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν αἱ γύρω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ θυγατέρες πόλεις τῆς Ἰουδαίας, Κύριε, διὰ τὰς δικαίας ταύτας ἐπὶ τῶν λαῶν κρίσεις σου.
13 κυκλώσατε Σιὼν καὶ περιλάβετε αὐτήν, διηγήσασθε ἐν τοῖς πύργοις αὐτῆς,13 Σεις δε οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ περιτριγυρίσατε με χαράν την πόλιν σας, κυττάξατέ την και μετρήσατε ένα προς ένα τους πύργους, οι οποίοι με την δύναμιν του Θεού διεφυλάχθησαν ακέραιοι και σώοι.13 Σεῖς ποὺ διὰ θαύματος ἐσώθητε, ἐξέλθετε ἀπὸ τὰ τείχη καὶ περιτριγυρίσατε τὴν λυτρωθεῖσαν ἐκ τῆς ἐπιδρομῆς Σιών. Κυττάξατέ την μὲ καύχησιν καὶ μὲ ὑπερηφάνειαν καὶ χορτάσατέ την μὲ τὰ ὄμματά σας. Καταμετρήσατε καὶ ἐξετάσατε ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς πύργους της. Πῶς διεφυλάχθησαν ὅλοι ἀβλαβεῖς!
14 θέσθε τὰς καρδίας ὑμῶν εἰς τὴν δύναμιν αὐτῆς καὶ καταδιέλεσθε τὰς βάρεις αὐτῆς, ὅπως ἂν διηγήσησθε εἰς γενεὰν ἑτέραν.14 Αναλογισθήτε την δύναμίν της και κατανοήσατε, πόσον είναι ισχυρά. Περιεργασθήτε με ακόμη μεγαλυτέραν προσοχήν ένα προς ένα τους υπερηφάνους πύργους των θησαυρών, δια να διηγηθήτε αυτά και εις την άλλην γενεάν, η οποία και θα σας διαδεχθή·14 Συγκεντρώσατε τὸν νοῦν σας εἰς τὴν δύναμίν της καὶ κατανοήσατε πόσον εἶναι ἰσχυρά. Μοιράσατε μεταξύ σας πρὸς ἐξέτασιν τοὺς πύργους της καὶ τὰ ἀνάκτορά της καὶ περιεργάσθητε μὲ περισσοτέραν ἀκρίβειαν τὰ διάφορα τμήματα καὶ διαμερίσματα ἐνὸς ἐκάστου ἀπὸ αὐτά, διὰ νὰ διηγηθῆτε καὶ εἰς τὴν ἄλλην γενεάν, ποὺ θὰ σᾶς διαδεχθῇ,
15 ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· αὐτὸς ποιμανεῖ ἡμᾶς εἰς τοὺς αἰῶνας.15 να διηγηθήτε ότι ο Θεός μας είναι εκείνος, ο οποίος έστειλε την σωτηρίαν μας. Ο Θεός μας, ο ζων στους αιώνας των αιώνων, αυτός θα μας προστατεύη και θα μας καθοδηγή δια παντός.15 ὅτι ὁ ἐργασθεὶς τὴν θαυμαστὴν ἀπολύτρωσίν μας εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι Θεός μας καὶ τώρα καὶ μετὰ τὸν θάνατόν μας, αἰωνίως καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. Αὐτὸς θὰ μᾶς ποιμάνῃ εἰς γενεᾶς γενεῶν, ἀτελευτήτως.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΜΗ'🔸
                              (48)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· τοῖς υἱοῖς Κορὲ ψαλμός.11
2 (Μασ. 49) ΑΚΟΥΣΑΤΕ ταῦτα, πάντα τὰ ἔθνη, ἐνωτίσασθε πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην,2 (Μασ. 49) Ολα τα έθνη αυτά τα οποία θα σας πω. Ανοίξατε τα αυτιά σας και ακροασθήτε με προσοχήν όλοι οι κάτοικοι της γης,2 Ακούσατε τὰ ὅσα θὰ εἴπω, πάντες ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητος καὶ καταγωγῆς· ἀκούσατέ τα ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἔθνη· βάλετε τὰ εἰς τὰ αὐτιά σας ὅλοι ὅσοι κατοικεῖτε εἰς τὴν οἰκουμένην.
3 οἵ τε γηγενεῖς καὶ οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ἐπὶ τὸ αὐτὸ πλούσιος καὶ πένης.3 οι εντόπιοι κάθε περιοχής και οι άλλοι άνθρωποι, όλοι μαζή πλούσιοι και πτωχοί.3 Τόσον οἱ ἐντόπιοι, ὅσον καὶ οἱ εἰς κάθε μέρος τῆς γῆς ἄνθρωποι, ὅλοι μαζὶ προσέλθετε ἐδῶ, πλούσιοι καὶ πένητες.
4 τὸ στόμα μου λαλήσει σοφίαν καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν·4 Το στόμα μου θα λαλήση σοφίαν, βαθειά και εμπεριστατωμένη μελέτη της καρδίας και του νου μου θα εκφρασθή με λόγους γεμάτους σύνεσιν.4 Τὸ στόμα μου θὰ λαλήσῃ σοφίαν καὶ ἡ βαθεῖα καὶ μελετημένη σκέψις τῆς καρδίας μου θὰ ἐξωτερικευθῇ εἰς λόγους γεμάτους φρόνησιν καὶ σύνεσιν.
5 κλινῶ εἰς παραβολὴν τὸ οὖς μου, ἀνοίξω ἐν ψαλτηρίῳ τὸ πρόβλημά μου.5 Εγώ ο ίδιος θα κλίνω το αυτί μου εις τας αληθείας, τας οποίας το Πνεύμα του Θεού υπό μορφήν παραβολής μου εμπνέει. Με την μουσικήν αρμονίαν του ψαλτηρίου θα εκθέσω το σκοτεινόν και δύσκολον πρόβλημα, που θα διαπραγματευθώ.5 Θὰ κλίνω τὸ οὖς μου εἰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας τὸ Πνεῦμα ὑπὸ μορφὴν παραβολῆς μοῦ ἐμπνέει, καὶ θὰ ἐξηγήσω τῇ συνοδείᾳ ψαλτηρίου καὶ τῆς μουσικῆς ἁρμονίας αὐτοῦ τὸ σκοτεινὸν καὶ δύσκολον πρόβλημα καὶ θέμα, ποὺ θὰ διαπραγματευθῶ.
6 ἱνατί φοβοῦμαι ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ; ἡ ἀνομία τῆς πτέρνης μου κυκλώσει με.6 Διατί να φοβούμαι κατά τας ημέρας των δοκιμασιών και των κινδύνων; Μονον η ιδική μου αμαρτία και ο κακός τρόπος της ζωής μου ημπορεί να με βλάψη, αλλά δεν μου καταμαρτυρεί κάτι τέτοιο η συνείδησίς μου.6 Πρὸς τί νὰ φοβοῦμαι κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῆς πενίας μου; Φοβοῦμαι μήπως αὐτοὶ ποὺ συστηματικῶς ἀσκοῦν τὴν ἀνομίαν, ὑπούλως παραμονεύοντες διὰ νὰ πλήξουν τὴν ἐκτεθειμένην καὶ ἀπροφύλακτον πτέρναν μου, μὲ κυκλώσουν ἐπὶ τέλους καὶ ἐπιτύχουν τὴν ἐξόντωσίν μου.
7 οἱ πεποιθότες ἐπὶ τῇ δυνάμει αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῷ πλήθει τοῦ πλούτου αὐτῶν καυχώμενοι,7 Αλλοι είναι, που ζητούν την εξοντωσίν μου· εκείνοι που έχουν πεποίθησιν εις την δύναμίν των, αυτοί που καυχώνται δια τον πολύν αυτών πλούτον.7 Ποῖοι δὲ εἶναι αὐτοί; Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στηρίζουν τὴν πεποίθησιν των εἰς τὴν κοινωνικὴν αὐτῶν δύναμιν καὶ ἐπιρροὴν καὶ οἱ ὁποῖοι καυχῶνται διὰ τὸ πολὺ πλῆθος τοῦ πλούτου τω
8 ἀδελφὸς οὐ λυτροῦται, λυτρώσεται ἄνθρωπος; οὐ δώσει τῷ Θεῷ ἐξίλασμα ἑαυτοῦ8 Θα αντικρύησουν όμως και αυτοί τον θάνατον, από τον οποίον ούτε ο στοργικώτερος αδελφός δεν ημπορεί να τους σώση. Πως λοιπόν είναι δυνατόν να τους γλυτώση ο οποιοσδήποτε ξένος άνθρωπος; Κανείς δεν ημπορεί να προσφέρη προς τον Θεόν εξιλεωτικήν προσφοράν, δια να διαφύγη τον θάνατον·8 Θὰ ἀντικρύσουν καὶ αὐτοὶ τὸν θάνατον. Καὶ ἀπὸ αὐτὸν οὐδὲ ὁ προσφιλέστατος ἀδελφὸς ἠμπορεῖ νὰ ἐλευθερώσῃ καὶ ἐξαγοράσῃ αὐτούς. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ ὁ οἱοσδήποτε ξένος καὶ ἄγνωστος ἄνθρωπος; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ ἄνθρωπος προσφορὰν εἰς τὸν Θεόν, μὲ τὴν ὁποίαν νὰ καταπραΰνη αὐτὸν καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ εὐμενῆ ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ του πρὸς παράτασιν τῆς ζωῆς του.
9 καὶ τὴν τιμὴν τῆς λυτρώσεως τῆς ψυχῆς αὐτοῦ. καὶ ἐκοπίασεν εἰς τὸν αἰῶνα9 να προσφέρη τίμημα, δια να εξαγοράση την ζωήν του από τον θάνατον, έστω και αν εκοπίασεν εις όλην του την ζωήν, ώστε να θησαυρίση πολλά χρήματα,9 Εἶναι ἀδύνατον ὁ ἄνθρωπος νὰ προσφέρῃ τίμημα, μὲ τὸ ὁποῖον νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν ζωήν του, ἔστω καὶ ἂν ἐκοπίασε εἰς τὸν αἰῶνα, ὥστε νὰ θησαυρίσῃ χρήματα πολλά, τὰ ὁποῖα νὰ προσφέρῃ
10 καὶ ζήσεται εἰς τέλος· οὐκ ὄψεται καταφθοράν,10 δια να ζήση παντοτεινά ευτυχής μέχρι τέλους. Ο ασεβής δεν θα θελήση να ίδη και να εννοήση την φθοράν του ανθρώπου δια του θανάτου,10 διὰ νὰ ζήσῃ παντοτεινὰ καὶ μέχρι τέλους. Δὲν θὰ ἴδῃ λοιπὸν τὴν φθορὰν καὶ διάλυσιν τοῦ μνήματος ἡ ὁποία περιμένει ὅλους,
11 ὅταν ἴδῃ σοφοὺς ἀποθνήσκοντας. ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἄφρων καὶ ἄνους ἀπολοῦνται καὶ καταλείψουσιν ἀλλοτρίοις τὸν πλοῦτον αὐτῶν,11 έστω και αν βλέπη και αυτούς ακόμη τους σοφούς να αποθνήσκουν. Κατά τον ίδιον τρόπον, ο άφρων ασεβής και ο ανόητος αμαρτωλός θα αποθάνουν και θα αφήσουν τα πλούτη των εις τα χέρια ξένων.11 ὅταν θὰ ἴδῃ καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς σοφοὺς νὰ ἀποθνήσκουν, χωρὶς ἡ σοφία καὶ ἐπιστήμη των νὰ βοηθῇ αὐτοὺς εἰς τίποτε ἔναντι τοῦ θανάτου!! Ἐξ ἴσου καὶ ὁ ἀνόητος καὶ μωρὸς θὰ ἐξαφανισθοῦν ἀπὸ τὴν γῆν καὶ θὰ ἀφήσουν εἰς ξένους τὸν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον τόσον ἐκοπίασαν διὰ νὰ ἀποκτήσουν.
12 καὶ οἱ τάφοι αὐτῶν οἰκίαι αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα, σκηνώματα αὐτῶν εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. ἐπεκαλέσαντο τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν.12 Οι τάφοι των θα είναι αι παντοτειναί κατοικίαι των. Αυτή θα είναι η κατασκήνωσίς των, εις την οποίαν θα μένουν εις όλας τας γενεάς. Κατέγραψαν ανοήτως επ' ονόματί των τα κτήματα και τα οικόπεδά των νομίζοντες ότι έτσι θα τα κατέχουν αιωνίως.12 Καὶ ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ὁ παρών αἰών, οἱ τάφοι των θὰ εἶναι αἱ παντοτειναὶ κατοικίαι των· αὐτοὶ θὰ εἶναι οἱ σκηναί των, εἰς τὰς ὁποίας θὰ διαμένουν καθ’ ὅλας τὰς γενεᾶς. Ἐπέγραψαν λοιπὸν ἀνοήτως τὰ ὀνόματά των ἐπὶ τῶν κτημάτων καὶ οἰκοπέδων των, νομίζοντες ὅτι θὰ κατεῖχον αὐτὰ αἰωνίως.
13 καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς.13 Ταλαίπωρος άνθρωπος! Ενῷ έχει τιμήν και αξίαν, ως λογικόν δημιούργημα του Θεού, δεν κατενόησε τούτο. Αλλά ήλθε και ετάχθη εις την θέσιν των ανοήτων κτηνών, έγινεν όμοιος με αυτά κατά την ανοησίαν και την ζωήν.13 Ταλαίπωρος ὁ ἄνθρωπος! Ἐνῷ ἔχει τιμὴν καὶ ἀξίαν, ὡς δημιουργηθεὶς κατ’ εἰκόνα Θεόν, δὲν ἀντελήφθη καὶ δὲν κατενόησε τοῦτο· κατέρριψε καὶ ἐξίσωσε τὸν ἑαυτόν του πρὸς τὰ κτήνη τὰ ἀνόητα, τὰ μὴ ἔχοντα νοῦν καὶ λογικόν, ὅπως αὐτός, καὶ ὡμοιώθη πρὸς αὐτά, ὡς κτῆνος ζῶν καὶ αὐτὸς καὶ ὡς κτῆνος ἀποθνήσκων.
14 αὕτη ἡ ὁδὸς αὐτῶν σκάνδαλον αὐτοῖς, καὶ μετὰ ταῦτα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν εὐδοκήσουσι. (διάψαλμα).14 Αυτός είναι ο τρόπος της ζωής των αμαρτωλών, που τους εξομοιώνει με τα κτήνη και γίνεται εις αυτούς πρόσκομμα δια την αρετήν και αιτία της καταστροφής των. Και παρ' όλα αυτά, αφού αυτοί αποθάνουν, παρουσιάζονται άλλοι ασεβείς, οι οποίοι τους επαινούν με τα λόγια των, εγκρίνουν την διαγωγήν και την ζωήν των και θέλουν να τους μιμηθούν.14 Αὐτὴ εἶναι ἡ συμπεριφορά των καὶ ὁ ἐν γένει τρόπος τῆς ζωῆς των, ποὺ τοὺς ἐξομοιώνει πρὸς τὰ κτήνη, καὶ γίνεται εἰς αὐτοὺς σκάνδαλον καὶ ἐμπόδιον πρὸς ἀρετὴν καὶ αἰτία καταστροφῆς των. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα διὰ τοῦ στόματός των ἐκδηλώνουν εὐαρέσκειαν καὶ ἱκανοποίησιν διὰ τὴν κατάστασίν των.
15 ὡς πρόβατα ἐν ᾅδῃ ἔθεντο, θάνατος ποιμανεῖ αὐτούς· καὶ κατακυριεύσουσιν αὐτῶν οἱ εὐθεῖς τὸ πρωΐ, καὶ ἡ βοήθεια αὐτῶν παλαιωθήσεται ἐν τῷ ᾅδῃ, ἐκ τῆς δόξης αὐτῶν ἐξώσθησαν.15 Σαν πρόβατα προς σφαγήν τους έρριψεν ο Θεός στον άδην. Ο θάνατος ως άλλος κακός ποιμήν θα τους οδηγή εκεί. Εξ άλλου πολύ σύντομα οι προς το παρόν αφανείς και πτωχοί δίκαιοι θα αναδειχθούν υπέρτεροί των και κύριοί των και η βοήθεια, την οποίαν εκείνοι αντλούσαν από τα πλούτη των, θα αποδειχθή εντελώς άχρηστος μέσα στον άδην. Από την επίγειον δόξαν και μεγαλοπρέπειάν των εξεδιώχθησαν και απεγυμνώθησαν.15 Σὰν πρόβατα παχυνόμενα διὰ νὰ σφαγοῦν ἔθεσαν οἱ ἴδιοι ἑαυτοὺς ἐντὸς τοῦ Ἅδου· ὁ θάνατος θὰ ποιμάνῃ αὐτοὺς εἰς αἰωνίους βασάνους καθοδηγῶν τούτους· καὶ πολὺ γρήγορα οἱ πρὸς τὸ παρὸν ἀφανεῖς καὶ πτωχοὶ δίκαιοι θὰ ἀναδειχθοῦν κύριοι καὶ ὑπέρτεροί των, καὶ ἡ βοήθεια τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι ἤντλουν ἀπὸ τὰ πλούτη των καὶ τὴν ἄλλην ἐπιρροήν των ἐν τῇ ἐπιγείῳ ζωῇ, θὰ παλαιωθῇ καὶ ὡς ράκος θὰ ἀχρηστευθῇ ἐν τῷ Ἅδῃ. Ἐκ τῆς ἐν τῷ βίῳ τούτῳ δόξῃς τῶν ἀπεδιώχθησαν καὶ ἀπεγυμνώθησαν.
16 πλὴν ὁ Θεὸς λυτρώσεται τὴν ψυχήν μου ἐκ χειρὸς ᾅδου, ὅταν λαμβάνῃ με. (διάψαλμα).16 Αλλά ως προς εμέ, ο Θεός θα ελευθερώση την ψυχήν μου από την εξουσίαν του άδου, όταν θα με παραλάβη από την παρούσαν ζωήν.16 Πλὴν ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἐμέ, ὁ Θεὸς θὰ ἐλευθερώσῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Ἅδου, ὅταν θὰ μὲ παραλάβῃ ἀπὸ τὴν παροῦσαν ζωήν.
17 μὴ φοβοῦ, ὅταν πλουτήσῃ ἄνθρωπος καὶ ὅταν πληθυνθῇ ἡ δόξα τοῦ οἴκου αὐτοῦ·17 Μη καταπλήσσεσαι, λοιπόν, και μη ταράσσεσαι ψυχικώς, όταν ο ασεβής άνθρωπος πλουτίζη, δταν μεγαλώνη η δόξα του οίκου του.17 Μὴ πτοῆσαι καὶ μὴ ξιππάζεσαι, ὅταν εἷς ἄνθρωπος πλουτήσῃ ἢ ὅταν αὐξηθῇ μεγάλως ἡ δόξα τοῦ οἴκου του.
18 ὅτι οὐκ ἐν τῷ ἀποθνήσκειν αὐτὸν λήψεται τὰ πάντα, οὐδὲ συγκαταβήσεται αὐτῷ ἡ δόξα αὐτοῦ.18 Διότι, όταν θα αποθάνη, τίποτε δεν θα πάρη μαζή του από τα πλούτη του, ούτε η δόξα του θα κατεβή μαζή με αυτόν στον άδην.18 Διότι, ὅταν θὰ ἀποθάνῃ, δὲν θὰ παραλάβῃ μαζί του τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά, οὔτε ἡ δόξα του θὰ συγκαταβῇ μετ’ αὐτοῦ εἰς τὸν τάφον καὶ δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ αὐτὸν καὶ μετὰ θάνατον.
19 ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ εὐλογηθήσεται· ἐξομολογήσεταί σοι, ὅταν ἀγαθύνῃς αὐτῷ.19 Εφ' όσον βέβαια ζη τον παρόντα επιγειον βίον, θα επαινήται από τους κόλακας, αυτός δε ο ίδιος θα επαινέση και σέ, όταν θα εκτραπής εις κολακείας και επαίνους προς αυτόν.19 Καθ’ ὅσον ἡ ὕπαρξίς του μόνον ἐν τῇ προσκαίρῳ ταύτῃ ζωῇ θὰ ἐπαινῆται καὶ θὰ μακαρίζεται ἀπὸ τοὺς ὁμοίους του καὶ κόλακάς του. Τότε δὲ καὶ μόνον θὰ σὲ ἐπαινέσῃ καὶ αὐτός, ὅταν καὶ σὺ λέγῃς περὶ αὐτοῦ ἀγαθὰ καὶ ἐπαίνους καὶ ὄχι ὅταν σὲ βλέπῃ νὰ ἀσκῇς τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀρετήν.
20 εἰσελεύσεται ἕως γενεᾶς πατέρων αὐτοῦ, ἕως αἰῶνος οὐκ ὄψεται φῶς.20 Θα αποθάνη όμως και θα μεταβή να συναντήση τους προγόνους του. Ποτέ πλέον δεν θα ίδη το φως του ηλίου.20 Θὰ εἰσέλθῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὸν Ἅδην, προχωρῶν ἕως ἐκεῖ ποὺ θὰ συναντήσῃ τὴν ἀποθανοῦσαν γενεὰν τῶν προγόνων του, καὶ αἰωνίως πλέον δὲν θὰ ἴδῃ τὸ ἡλιακὸν φῶς.
21 καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς.21 Ταλαίπωρος άνθρωπος! Ενῷ έχει πάρει από τον Θεόν την ανυπολόγιστον τιμήν της λογικής του φύσεως, δεν εσυνετίσθη, αλλά έταξε τον εαυτόν του εις την θέσιν των ανοήτων κτηνών, έγινε όμοιος με αυτά κατά τον τρόπον της ζωής και τα ένστικτα.21 Ὤ! τὸν ταλαίπωρον ἄνθρωπον! Ἐνῷ εἶχε τιμὴν καὶ ἀξίαν ὡς φέρων ἐν ἑαυτῷ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δὲν κατενόησε τοῦτο. Ἐξισώθη πρὸς τὰ ἀνόητα καὶ ἄλογα κτήνη καὶ ὡμοιώθη πρὸς αὐτά.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΜΘ'🔸
                              (49)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ ᾿Ασάφ.
1 (Μασ. 50) ΘΕΟΣ θεῶν Κύριος ἐλάλησε καὶ ἐκάλεσε τὴν γῆν ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν.1 (Μασ. 50) Ο αιώνιος και απειροτέλειος Θεός, ο Κυριος όλων των καττά χάριν Θεών, των αρχόντων και δικαστών της γης, προσκαλεί όλην την οικουμένην από ανατολών μέχρι δυσμών.1 Άκουε, λαὲ τοῦ Ἰσραήλ! Ἦλθε πλέον ὁ καιρὸς καὶ περνᾷς τὸν Ἰορδάνην, διὰ νὰ εἰσέλθῃς εἰς τὴν Χαναὰν καὶ νὰ κληρονομήσῃς χώρας, ποὺ τὰς κατέχουν ἔθνη μεγάλα καὶ πολὺ πιὸ δυνατὰ ἀπὸ σᾶς· πόλεις μεγάλας καὶ ὠχυρωμένας μὲ τείχη ὑψηλά, ποὺ φθάνουν ἕως τὸν οὐρανόν. Ο Θεὸς τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγέλων καὶ κατὰ χάριν Θεῶν, ὁ Κύριος ἐλάλησε καὶ προσεκάλεσεν αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦν εἰς τὴν γῆν ἀπὸ τὴν μίαν ἄκραν της ἕως τὴν ἄλλην, ἀπὸ ἀνατολῶν μέχρι δυσμῶν.
2 ἐκ Σιὼν ἡ εὐπρέπεια τῆς ὡραιότητος αὐτοῦ,2 Ακτινοβολείται από την Σιών η ασύλληπτος λαμπρότης και ωραιότης της απείρου τελειότητός του.2 Ἐξέλαμψεν ἀπὸ τὴν Σιὼν ἡ ἔκπαγλος λαμπρότης τῆς ἀπείρου τελειότητος καὶ ὡραιότητός του.
3 ὁ Θεὸς ἐμφανῶς ἥξει, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ παρασιωπήσεται· πῦρ ἐνώπιον αὐτοῦ καυθήσεται, καὶ κύκλῳ αὐτοῦ καταιγὶς σφόδρα.3 Ο Κυριος έρχεται ολοφάνερα με το μεγαλείον της δόξης του. Δεν θα τηρήση πλέον σιωπήν. Καυστικόν πυρ προπορεύεται έμπροσθέν του. Και καταιγίς μεγάλη εκσπά ολόγυρά του.3 Ὁ Θεὸς θὰ ἔλθῃ φανερά, μετὰ δόξης πολλῆς· ἔρχεται ὁ Θεός μας καὶ δὲν θὰ τηρήσῃ πλέον σιωπήν· πῦρ καταφλέγον καὶ καταναλίσκον θὰ κατακαίεται ἐνώπιόν του, καὶ τριγύρω του καταιγὶς μεγάλη καὶ τρομερὰ θὰ ἐκσπᾷ.
4 προσκαλέσεται τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ τὴν γῆν τοῦ διακρῖναι τὸν λαὸν αὐτοῦ·4 Προσκαλεί ως μάρτυρας τον ουρανόν άνω και την γην κάτω, προκειμένου να στήση δικαστήριον και να δικάση τον λαόν του.4 Θὰ προσκαλέσῃ ὡς μάρτυρας ἐν τῷ κριτηρίῳ του ἀπ' ἐπάνω τὸν οὐρανὸν καὶ κάτωθεν τὴν γῆν, ἐπειδὴ ἐμφανίζεται διὰ νὰ κρίνῃ τὸν λαόν του.
5 συναγάγετε αὐτῷ τοὺς ὁσίους αὐτοῦ, τοὺς διατιθεμένους τὴν διαθήκην αὐτοῦ ἐπὶ θυσίαις,5 Σεις οι άγγελοι συναθροίσατε, λοιπόν, ενώπιόν του τους αγίους του, τους εκλεκτούς Ισραηλίτας, οι οποίοι έδειξαν την αγαθήν διάθεσίν των με τας ευλαβείς θυσίας τότε, που εδέχθησαν την διαθήκην του στο όρος Σινά.5 Συναθροίσατε, ὦ ἄγγελοι, ἐνώπιόν του τοὺς ἀφιερωμένους εἰς αὐτὸν Ἰσραηλίτας, οἱ ὁποῖοι διὰ θυσιῶν ἐπεβεβαίωσαν καὶ ἀπεδέχθησαν τὴν διαθήκην του.
6 καὶ ἀναγγελοῦσιν οἱ οὐρανοὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς κριτής ἐστι. (διάψαλμα).6 Οι ουρανοί θα καταθέσουν ως μάρτυρες δια την δικαιοσύνην του, διότι αυτός είναι τώρα ο υπέρτατος δικαστής.6 Καὶ ἀφοῦ τοὺς συναθροίσετε ὅλους, θὰ διακηρύξουν οἱ οὐρανοὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, διότι αὐτὸς ὁ δίκαιος Θεὸς εἶναι κριτῆς καὶ δικαστὴς εἰς τὸ δικαστήριον αὐτό, ποὺ τώρα συνεκροτήθη.
7 ἄκουσον, λαός μου, καὶ λαλήσω σοι, ᾿Ισραήλ, καὶ διαμαρτύρομαί σοι· ὁ Θεὸς ὁ Θεός σού εἰμι ἐγώ.7 Ο Κυριος ομιλεί. Ακουσε, λαέ μου, διότι θα ομιλήσω προς σέ, ισραηλιτικέ λαέ· δώσε προσοχήν, διότι θα διαμαρτυρηθώ εντόνως προς σέ. Εγώ, που ομιλώ, είμαι ο Θεός όλου του κόσμου και ιδιαιτέρως ο ιδικός σου Θεός.7 Ὁ Θεὸς ἤδη λαλεῖ καὶ ἰδοὺ τί ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς κρίσεώς του λέγει· Ἄκουσε, λαέ μου, καὶ θὰ σοῦ ὁμιλήσω· ἄκουσε Ἰσραήλ, καὶ θὰ προβῶ εἰς ἔντονον μαρτυρίαν πρὸς σέ· ὁ Κυρίαρχος τῶν πάντων Θεός, ὁ ἰδιαιτέρως προστατεύσας σε Θεός σου εἶμαι ἐγώ.
8 οὐκ ἐπὶ ταῖς θυσίαις σου ἐλέγξω σε, τὰ δὲ ὁλοκαυτώματά σου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διαπαντός.8 Δεν θα σε ελέγξω δια τας διαφόρους θυσίας σου. Τα ολοκαυτώματά σου, που προσφέρονται προς εμέ, ευρίσκονται πάντοτε ενώπιόν μου.8 Βεβαίως δὲν θὰ σὲ ἐλέγξω διὰ τὰς θυσίας σου, τὰ ζῶα δέ, ποὺ προσφέρεις ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου διὰ να καοῦν ὁλόκληρα εἰς αὐτὸ πρὸς λατρείαν μου, εἶναι ἐνώπιόν μου πάντοτε, καθ’ ὅσον συνεχῶς προσφέρονται ὑπὸ σοῦ.
9 οὐ δέξομαι ἐκ τοῦ οἴκου σου μόσχους οὐδὲ ἐκ τῶν ποιμνίων σου χιμάρους.9 Αλλά δεν έχω ανάγκην να δεχθώ μόσχους από τον οίκον σου και τράγους από τα κοπάδια σου.9 Ἀλλὰ δὲν προσέφερες καὶ πνευματικωτέρας θυσίας εἰς ἐμέ. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θὰ δεχθῶ ὡς θυσίαν εὐάρεστον εἰς ἐμὲ μόσχους, οἱ ὁποῖοι τρέφονται εἰς τὸν οἶκον σου, οὔτε τράγους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ ποίμνια ἰδικά σου.
10 ὅτι ἐμά ἐστι πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ, κτήνη ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ βόες·10 Διότι όλα τα άγρια θηρία των δασών είναι ιδικά μου, όπως και τα κατοικίδια ζώα, τα οποία βόσκουν εις τα όρη, και οι βόες, όλα είναι ιδικά μου.10 Διότι τοιαῦτα ζῶα ἔχω ἀναρίθμητα. Ἰδικά μου εἶναι ὅλα τὰ ἄγρια θηρία τοῦ δάσους, καθὼς καὶ τὰ ἥμερα κτήνη ποὺ βόσκουν εἰς τὰ ὅρη καὶ οἱ βόες.
11 ἔγνωκα πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὡραιότης ἀγροῦ μετ᾿ ἐμοῦ ἐστιν.11 Εγώ γνωρίζω πολύ καλά τα πάντα. Είμαι ο Κυριος επί των πτηνών του ουρανού και η ωραία πολύχρωμος βλάστησις του αγρού ευρίσκεται πάντοτε εις την κυριότητά μου.11 Ἐγνώρισα ὡς ἰδιοκτησίαν μου τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἡ ὡραία βλάστησις καὶ καρποφορία παντὸς ἀγροῦ ὑπάρχει ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μου καὶ εἰς τὴν διάθεσίν μου.
12 ἐὰν πεινάσω, οὐ μή σοι εἴπω· ἐμὴ γάρ ἐστιν ἡ οἰκουμένη καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.12 Εάν θα πεινάσω, δεν πρόκειται να σου είπω να μου δώσης φαγητόν, διότι ιδική μου είναι όλη η γη και όλα εκείνα, από τα οποία αυτή είναι γεμάτη.12 Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι κάποτε θὰ πεινάσω, δὲν θὰ σοῦ εἴπω, δός μου νὰ φάγω, διότι εἶναι ἰδική μου ἡ οἰκουμένη καὶ ὅλα ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα αὕτη εἶναι γεμάτη.
13 μὴ φάγομαι κρέα ταύρων, ἢ αἷμα τράγων πίομαι;13 Μηπως έχω εγώ ανάγκην να φάγω κρέατα ταύρων και να πίω αίμα τράγων; Οχι βέβαια.13 Ἀλλὰ μήπως ἐγὼ θὰ πεινάσω ποτέ, ὥστε νὰ ἔχω ἀνάγκην, ὅπως φάγω κρέατα ταύρων ἢ ὅπως πίω αἵματα τράγων;
14 θῦσον τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως καὶ ἀπόδος τῷ ῾Υψίστῳ τὰς εὐχάς σου·14 Δι' αυτό συ πρόσφερε στον Θεόν σου ως θυσίαν την δοξολογίαν και εκπλήρωσε όλα τα τάματα, που έχεις τάξει προς αυτόν.14 Αὐτὸ ποὺ ἠμπορεῖς πράγματι ὡς ἰδικόν σου νὰ μοῦ προσφέρῃς, εἶναι αἱ πνευματικοὶ θυσίαι. Θυσίασε λοιπὸν εἰς τὸν Θεὸν θυσίαν δοξολογίας ἐκ ψυχῆς εὐγνώμονος προερχομένην καὶ ὅ,τι ἐν ὥραις κινδύνου ηὐχήθης καὶ ἔταξας εἰς τὸν Ὕψιστον ἐκπλήρωσέ το ὡς χρέος ἱερόν.
15 καὶ ἐπικάλεσαί με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου, καὶ ἐξελοῦμαί σε, καὶ δοξάσεις με. (διάψαλμα).15 Επικάλεσαί με εις περίοδον θλίψεως και εγώ θα σε απαλλάξω από αυτήν και συ ευγνωμονών θα με δοξολογήσης.15 Καὶ στηρίζων ὁλόκληρον τὴν πεποίθησιν καὶ ἐλπίδα σου εἰς ἐμέ, ἐπικαλέσθητί με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου καὶ θὰ σὲ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰ δεινά σου καὶ θὰ μὲ δοξάσῃς.
16 τῷ δὲ ἁμαρτωλῷ εἶπεν ὁ Θεός· ἱνατί σὺ διηγῇ τὰ δικαιώματά μου καὶ ἀναλαμβάνεις τὴν διαθήκην μου διὰ στόματός σου;16 Εις δε τον αμαρτωλόν είπεν ο Θεός· Διατί συ τολμάς και διηγείσαι τους νόμους και τας εντολάς μου και παίρνεις στο αμαρτωλόν στόμα σου την διαθήκην μου, την οποίαν συ καταπατείς;16 Καὶ ταῦτα μὲν εἶπεν ὁ Θεὸς εἰς τοὺς περιορίζοντας τὴν εὐσέβειάν των μόνον εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους καὶ τὰς ζωοθυσίας. Εἰς τὸν ἁμαρτωλὸν ὅμως καὶ ὑποκριτήν, ὁ ὁποῖος ἀναπαυόμενος μὲ τὸ φρόνημα, ὅτι μελετᾷ καὶ διδάσκει τὸν νόμον, παραβαίνει συστηματικῶς τοῦτον, εἶπεν ὁ Θεός· Διατί σὺ παρουσιάζεσαι ὡς διδάσκαλος τοῦ νόμου καὶ ἐκδιηγεῖσαι τὰς ἐν αὐτῷ ἐντολὰς καὶ δικαιώματά μου, τὰ ὁποῖα σὺ παραβαίνεις; Καὶ διατὶ σὺ λαμβάνεις εἰς τὸ στόμα σου τὴν διαθήκην μου περιοριζόμενος μόνον εἰς τὸ νὰ ὁμιλῇς περὶ αὐτῆς;
17 σὺ δὲ ἐμίσησας παιδείαν καὶ ἐξέβαλες τοὺς λόγους μου εἰς τὰ ὀπίσω.17 Συ εμίσησες την διορθωτικήν παιδαγωγίαν μου και πετάς προς τα οπίσω με περιφρόνησιν τους λόγους μου.17 Ὁμιλεῖς περὶ τῶν ἐντολῶν μου, ἀλλὰ ἐμίσησας πᾶσαν παιδαγωγίαν καὶ νουθεσίαν καὶ καθοδήγησιν ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἀπορρίπτεις ἐν τῇ πράξει μετὰ περιφρονήσεως τοὺς λόγους μου, στρέφων τὰ νῶτα σου πρὸς αὐτούς.
18 εἰ ἐθεώρεις κλέπτην, συνέτρεχες αὐτῷ, καὶ μετὰ μοιχοῦ τὴν μερίδα σου ἐτίθεις.18 Εάν έβλεπες κλέπτην έτρεχες και συ μαζή του ως συνεργός του· συμμετείχες δε εις τας αθλιότητας των μοιχών.18 Ἐὰν ἔβλεπες κλέπτην τινά, ἔτρεχες καὶ σὺ μαζί του συνεργὸς εἰς τὴν κλοπήν, καὶ μὲ οἱονδήποτε μοιχὸν εἶχες καὶ σὺ τὸ μερίδιόν σου ἀκολασταίνων μετ’ αὐτοῦ.
19 τὸ στόμα σου ἐπλεόνασε κακίαν, καὶ ἡ γλῶσσά σου περιέπλεκε δολιότητα·19 Το στόμα σου είναι απύλωτον εις πλήθος κακιών, η δε γλώσσα σου εξυφαίνει πάντοτε δολιότητας.19 Τὸ στόμα σου τὸ ἄφηνες ἀχαλίνωτον εἰς τὴν κακίαν, ὥστε αὕτη νὰ ἐκχειλίζῃ ἐν αὐτῷ, καὶ ἡ γλῶσσα σου περιέπλεκεν ἐπινοήσεις πανούργους καὶ δολερὰς πρὸς παγίδευσιν καὶ συκοφαντίαν τοῦ πλησίον.
20 καθήμενος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου κατελάλεις καὶ κατὰ τοῦ υἱοῦ τῆς μητρός σου ἐτίθεις σκάνδαλον.20 Καθήμενος αργός κατηγορούσες και δυσφημούσες τον αδελφόν σου και εναντίον του υιού της μητρός σου, εναντίον του αδελφού σου, έστηνες παγίδας και έθετες προσκόμματα, δια να σκοντάψη και πέση.20 Καθήμενος, σὰν νὰ μὴ εἶχες ἄλλο τι νὰ κάμῃς, κατελάλεις κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου δυσφήμων αὐτόν, καὶ κατὰ τοῦ υἱοῦ τῆς μητρός σου, ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς ὁποίας ἐξῆλθες καὶ σὺ καὶ ἐκεῖνος, ἡτοίμαζες παγίδας καὶ ἐμπόδια διὰ νὰ σκοντάψῃ καὶ καταπέσῃ.
21 ταῦτα ἐποίησας, καὶ ἐσίγησα· ὑπέλαβες ἀνομίαν, ὅτι ἔσομαί σοι ὅμοιος· ἐλέγξω σε καὶ παραστήσω κατὰ πρόσωπόν σου τὰς ἁμαρτίας σου.21 Αυτά έπραξες και εγώ έδειξα μακροθυμίαν και εσιώπησα. Ενόμισες όμως παραλόγως και παρανόμως, ότι θα είμαι όμοιος με σέ. Θα έλθη όμως η στιγμή, οπότε θα σε ελέγξω και θα φανερώσω ενώπιόν σου και ενώπιον των άλλων τας αμαρτίας σου, δια να σε εξευτελίσω.21 Ταῦτα ἐποίησας καὶ ἐγὼ δὲν ὕψωσα τὴν ράβδον μου κατὰ σοῦ, ἀλλ’ ἐσιώπησα μακροθύμων. Ἐνόμισα μωρῶς καὶ ἀνόμως ὅτι θὰ εἶμαι ὅμοιός σου, καὶ ὅτι θεωρητικῶς μόνον ἐνδιαφέρομαι περὶ τῆς ἠθικῆς. Θὰ σὲ ἐλέγξω δι’ αὐτὸ καὶ θὰ σὲ θεατρίσω καὶ θὰ παρουσιάσω ἐμπρός σου καὶ κατὰ πρόσωπον τὰς ἁμαρτίας σου καὶ τὸ βδελυρὸν ποῖον σου.
22 σύνετε δὴ ταῦτα, οἱ ἐπιλανθανόμενοι τοῦ Θεοῦ, μήποτε ἁρπάσῃ, καὶ οὐ μὴ ᾖ ὁ ρυόμενος.22 Εννοήσατε, λοιπόν, όλα αυτά όσοι λησμονείτε τον Θεόν, μήπως και σας αρπάση εις τας χείρας της η θεία δικαιοσύνη, οπότε δεν θα υπάρχη κανείς να σας γλυτώση.22 Κατανοήσατε ταῦτα ὅσοι λησμονεῖτε τὸν Θεόν, μήπως σᾶς ἁρπάση εἰς τὰς χεῖρας του, ὁπότε πλέον κανεὶς δὲν θὰ δύναται νὰ σᾶς γλυτώσῃ ἀπὸ αὐτάς.
23 θυσία αἰνέσεως δοξάσει με, καὶ ἐκεῖ ὁδός, ᾗ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου.23 Θυσία δοξολογίας από αγνήν καρδίαν αρκεί να με δοξάση πράγματι· και αυτός είναι ο ευθύς δρόμος, τον οποίον εγώ θα δείξω εις καθένα, που ποθεί την σωτηριώδη βοήθειάν μου.23 Θυσία αἰνέσεως ἐκ καρδίας εὐγνώμονος καὶ ἀφωσιωμένης, αὐτὴ καὶ μόνη θὰ μὲ δοξάσῃ, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ὁδός, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἰς πάντα βαδίζοντα ἐν αὐτῇ θὰ δείξω τὴν σωτηρίαν μου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός Ν'🔸
                             (50)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ11
2 ἐν τῷ ἐλθεῖν πρὸς αὐτὸν Νάθαν τὸν προφήτην, ἡνίκα εἰσῆλθε πρὸς Βηρσαβεέ.22
3 (Μασ. 51) ΕΛΕΗΣΟΝ με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου·3 (Μασ. 51) Ελέησέ με, ω Θεέ μου, σύμφωνα προς το άπειρον έλεός σου· και σύμφωνα με το απέραντον πλήθος των οικτιρμών σου σβήσε εντελώς την παρανομίαν μου.3 Ελέησόν με, ὦ Θεέ μου, σύμφωνα πρὸς τὸ μέγα καὶ ἄμετρον ἔλεός σου, καὶ σύμφωνα πρὸς τὸ πλῆθος τὸ ἀπέραντον τῶν οἰκτιρμῶν σου σβῆσε ὁλοτελῶς τοῦ ἀνομήματός μου τὸ βαρὺ χρέος.
4 ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με.4 Πλύνε με και ξαναπλύνε με από την παρανομίαν μου, και από τον ρύπον της αμαρτίας μου καθάρισέ με.4 Πάλιν καὶ πάλιν πλῦνε με ἀπὸ τὸν ρύπον τῆς διπλῆς παραβάσεως τοῦ νόμου σου, εἰς τὴν ὁποίαν παρεσύρθην, καὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν μου, ἡ ὁποία μὲ κατέστησε μολυσμένον καὶ ἀκάθαρτον, καθάρισέ με.
5 ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός.5 Το έλεός σου ζητώ, διότι και εγώ αναγνωρίζω και ομολογώ την παρανομίαν μου. Αυτή δε η αμαρτία μου είναι πάντοτε ενώπιόν μου, εις την καρδίαν μου και εις την σκέψιν, δια να με ελέγχη και να με τυραννή.5 Ἐλέησόν με καὶ οἰκτείρησόν με, διότι τὴν ἀνομίαν μου, τὴν ὁποίαν πρότερον τυφλωμένος δὲν ἀντελαμβανόμην, ἐγὼ τώρα τὴν γνωρίζω καὶ τὴν συναισθάνομαι, μέχρι σημείου ὥστε ἡ ἁμαρτία μου αὐτὴ νὰ μὴ φεύγῃ ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν μου, ἀλλὰ νὰ τὴν ἔχω πάντοτε ἐμπρός μου καὶ νὰ συντρίβωμαι διηνεκῶς δι’ αὐτήν.
6 σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε.6 Ζητώ από σε την συγχώρησιν, διότι αι αμαρτίαι, τας οποίας διέπραξα, είναι παράβασις του ιδικού σου Νομου. Ενώπιόν σου εγώ διέπραξα τυ πονηρόν. Ομολογώ ότι είμαι άξιος τιμωρίας δια τας αμαρτίας μου, δια να φανή έτσι πόσον δίκαιον είχες εις τας εναντίον μου καταδικαστικάς αποφάσεις και να εξέλθης έτσι νικητής, όταν ασεβείς και μωροί θελήσουν να σε επικρίνουν.6 Παρὰ σοῦ ζητῶ τὴν ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας μου, διότι ὁποιονδήποτε καὶ ἐὰν ἠδίκησα δι’ αὐτῆς, τὸν ἰδικόν σου νόμον παρέβην καὶ ἡ κατὰ τοῦ πλησίον παρεκτροπὴ καὶ προσβολή μου ἐπὶ σὲ διαβαίνει. Εἰς σὲ καὶ μόνον ἡμάρτησα καὶ διέπραξα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς ὀφθαλμούς σου εἶναι πονηρόν. Ὁμολογῶ καὶ κηρύττω δημοσίᾳ τὴν πρὸς σὲ ἁμαρτίαν μου, ἵνα ὅσοι βλέπουν τὰς τιμωρίας ποὺ μοῦ ἐπέβαλες δι’ αὐτήν, μὴ σὲ ἐκλάβουν ἄδικον, ἀλλὰ ἀναγνωρισθῇς δίκαιος εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰς περὶ ἐμοῦ κρίσεις σου καὶ ἐξέλθῃς νικητής, ὅταν οἱ ἀγνοοῦντες τὰ πράγματα σὲ ἐπικρίνουν.
7 ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.7 Ελέησέ με, διότι από γονείς αμαρτωλούς συνελήφθην και εν μέσω αμαρτιών με εκυοφόρησεν η μητέρα μου.7 Ἐλέησόν με καὶ οἰκτείρησόν με, διότι ἰδού, φέρω κληρονομικὴν τὴν κλίσιν καὶ ροπὴν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν. Διότι ἐν μέσῳ ἀνομιῶν καὶ παραβάσεων τοῦ νόμου σου συνελήφθην ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός μου καὶ ἐν μέσῳ ἁμαρτιῶν μὲ ἐκυοφόρησε καὶ μὲ ἐγέννησεν ἡ μήτηρ μου. Οἱ γονεῖς μου, ὅταν ἐγὼ συνελαμβανόμην καὶ ἐγεννώμην, διετέλουν ὅπως καὶ ὅλον τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ παρεσύροντο ὑπ’ αὐτοῦ εἰς καθημερινὰς παραβάσεις τοῦ νόμου.
8 ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι.8 Θεός της αληθείας συ ηγάπησες και αγαπάς πάντοτε την αλήθειαν και την ευθύτητα. Εφανέρωσες εις εμέ τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου, δια να έχω έτσι την δυνατάτητα να προφυλαχθώ από την αμαρτίαν.8 Ἀλλὰ σὺ δὲν ἀρέσκεσαι εἰς τὴν ἁμαρτωλὸν αὐτὴν κατάστασιν, διότι ἠγάπησας τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδίας, δι' αὐτὸ δὲ καὶ μοῦ ἀπεκάλυψας καὶ μου ἐφανέρωσας τὰ ἄδηλα καὶ ἀπόκρυφα τῆς σοφίας σου, ἵνα διὰ τούτων ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ποὺ ἐμφωλεύει μέσα μου ἀπ’ αὐτῆς τῆς συλλήψεώς μου εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός μου. Τοῦτο ὅμως θὰ ἐπιτευχθῇ μόνον διὰ τῆς βοηθείας σου.
9 ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.9 Σαν με συμβολικά κλωνάρια υσσώπου θα με ραντίσης με το έλεός σου, και έτσι εγώ θα καθαρισθώ από την αμαρτίαν μου. Θα με πλύνης με την χάριν σου και θα γίνω τόσον καθαρός, ώστε να είμαι λευκώτερος από το χιόνι.9 Θὰ μὲ ραντίσῃς σὺ μὲ τὸ ἔλεος καὶ τὴν χάριν σου ὡσὰν διὰ ραντιστηριοῦ ἐκ κλώνων ὑσσώπου καὶ θὰ καθαρισθῶ· θὰ μὲ πλύνῃς καὶ θὰ λευκανθῶ γινόμενος λευκότερος καὶ ἀπὸ τὴν χιόνα.
10 ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.10 Τοτε θα με κάμης να αισθανθώ αγαλλίασιν και ευφροσύνην, ώστε και αυτά τα συντετριμμένα και παράλυτα οστά μου να σκιρτήσουν από χαράν.10 Ὅταν δὲ οὕτω μὲ συγχωρήσῃς καὶ μὲ λευκάνῃς, θὰ μὲ κάμῃς νὰ ἀκούσω καὶ νὰ αἰσθανθῶ ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, καὶ τὰ ἐκ τῆς ὀδύνης καὶ βαθείας συναισθήσεως συντετριμμένα ἥδῃ ὀστᾶ μου θὰ ἀνασκιρτήσουν ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει.
11 ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.11 Γυρισε το πρόσωπόν σου μακρυά από τας αμαρτίας μου, ώστε να μη τας βλέπης, και σβήσε ολες τις παρανομίες μου.11 Στρέψε μακρὰν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας μου τὸ πρόσωπόν σου, ὥστε νὰ μὴ βλέπης, ἀλλὰ νὰ λησμονήσῃς αὐτάς, καὶ σβῆσε τελείως, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται πλέον, πάσας τὰς ἀνομίας μου.
12 καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.12 Πλάσε μέσα μου και κτίσε νέαν καρδίαν καθαράν, Θεέ μου, δια να ενθρονίσης και εγκαινιάσης εις τα βάθη της ψυχής μου πνεύμα αληθείας, πνεύμα ορθοφροσύνης.12 Κτίσε μέσα μου καρδίαν καθαράν, ἀνακαινίζων αὐτήν, ἡ ὁποία τώρα εἶναι ἀκάθαρτος καὶ ρέπει πρὸς τὸ κακόν, καὶ καθάρισον τὸν νοῦν μου, ὥστε νὰ ἐγκαινιάσῃς εἰς τὸ ἐσωτερικόν μου πνεῦμα καὶ κινήσεις τοῦ νοὸς εὐθείας καὶ ὀρθάς. Γέμισε τὸ ἐσωτερικόν μου μὲ ἁγνοὺς λογισμοὺς καὶ ἀγαθὴν προαίρεσιν.
13 μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ.13 Μη με απομακρύνης και μη με απορρίψης από το γεμάτον καλωσύνην πρόσωπόν σου και το Αγιόν σου Πνεύμα μη το αφαιρέσης από εμέ.13 Μὴ μὲ ἀπορρίψης καὶ μὴ μὲ ἀποδιώξῃς ἀπὸ τὸ πρόσωπόν σου, ὥστε νὰ στερηθῶ τῆς ἐπιβλέψεώς σου καὶ τῆς συμπαθείας σου, καὶ μὴ μοῦ ἀφαιρέσῃς τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον, ὥστε νὰ στερηθῶ τῆς βοηθείας καὶ ἐνισχύσεώς σου.
14 ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.14 Ξαναδός μου την χαράν και αγαλλίασιν της σωτηρίας μου, που προέρχεται από σέ, και στήριξέ με με σταθεράν και άκαμπτον θέλησιν στο αγαθόν, στον άγιον Νομον σου.14 Δός μου πάλιν τὴν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας φυγαδευθεῖσαν χαρὰν παρέχων μοι τὴν ἀγαλλίασιν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἡ ἐκ τοῦ ἐλέους σου σωτηρία. Καὶ στήριξόν με ἐν τῇ νέᾳ ταύτῃ καταστάσει διὰ σκέψεων σταθερῶν καὶ βουλήσεως ἰσχυρᾶς, ἡ ὁποία νὰ κυριαρχῇ μέσα μου καὶ να μὲ κατευθύνῃ εἰς τὸ ἀγαθόν.
15 διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι.15 Ετσι δε εξηγνισμένος και φωτισμένος εγώ θα διδάξω εις πολλούς παρανομούντας τους ιδικούς σου δρόμους, τον Νομον σου. Με το παράδειγμά μου δε και με τα λόγια μου θα συντελέσω, ώστε πολλοί ασεβείς να επιστρέψουν εν μετάνοια προς σέ, όπως επέστρεψα και εγώ.15 Οὕτω δὲν θὰ παρέχω διὰ τοῦ παραδείγματός μου σκάνδαλον εἰς τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ θὰ ἀφοσιωθῶ εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὴν οἰκοδομὴν αὐτῶν. Θὰ διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, εἰς τὰς ὁποίας θέλεις νὰ βαδίζωμεν, καὶ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσεβῶς ἀθετοὺῦν τὰς ἐντολάς σου, θὰ ἐπιστραφοῦν ἐν μετανοίᾳ εἰς σέ.
16 ρῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου.16 Απάλλαξέ με, Κυριε, από την ενοχήν των αθώων αιμάτων, που εχύθησαν εξ αιτίας μου, Θεέ και Κυριε της σωτηρίας μου. Η γλώσσα γεμάτη χαράν θα διαλαλή την δικαιοσύνην και την αγαθότητά σου.16 Ἐλευθέρωσέ με, ὦ Θεέ μου, ἐκ τῆς ἐνοχῆς τῶν αἱμάτων καὶ τοῦ φόνου· ὦ Θεέ μου, ὅστις εἶσαι ὁ Σωτήρ μου. Ἡ γλῶσσα μου μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν θὰ ὑμνῇ τὴν δικαιοσύνην σου, διὰ τῆς ὁποίας τιμωρῶν ἐν ἐλέει τὸ κακόν, ὁδηγεῖς καὶ πάλιν τοὺς διαπράττοντας αὐτὸ εἰς τὴν σωτηρίαν.
17 Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου.17 Ναι, Κυριε, θα ανοίξης συ τα χείλη μου και το στόμα μου με παρρησίαν και θάρρος και θα αναπέμπη αίνους και δοξολογίας προς σέ.17 Κύριε, διὰ τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ παράσχῃς, θὰ ἀνοίξῃς τὰ κλεισμένα ἀπὸ τὴν ἐντροπὴν τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς συνειδήσεως χείλη μου, καὶ τὸ στόμα μου θὰ ἐξαγγείλῃ τὸν ὕμνον καὶ τὸν ἔπαινόν σου.
18 ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.18 Δοξολογίας ολοθέρμους θα σου αναπέμπω, Κυριε, διότι εάν ήθελες και κάποιαν θυσίαν δια την άφεσιν των αμαρτιών μου, θα σου την προσέφερα. Συ όμως δεν ευαρεστείσαι τόσον εις τα ολοκαυτώματα των θυσιών.18 Θὰ περιορισθῶ νὰ σὲ ὑμνήσω μὲ ὅλην τὴν καρδίαν μου, διότι ἐὰν θὰ ἤθελες θυσίαν ὑλικήν, εὐχαρίστως θὰ ἔδιδα ταύτην. Ἀλλὰ σύ, καὶ ἂν σοῦ προσφέρωμεν ὡς θυσίαν ζῶα, διὰ νὰ κατακαοῦν ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου σου ὁλόκληρα, δὲν θὰ εὐαρεστηθῇς.
19 θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.19 Η ευάρεστος θυσία δια σε τον Θεόν είναι ψυχή συντετριμμένη από τον πόνον και την συναίσθησιν της αμαρτίας. Καρδίαν δε ανθρώπου, η οποία έχει συντριβή από την μετάνοιαν και έχει ταπεινωθή, συ ο πανάγαθος και πολυέλεος Θεός ουδέποτε θα την εξουθενώσης.19 Θυσία εὐπρόσδεκτος καὶ ἀρεστὴ εἰς τὸν Θεὸν εἶναι τὸ πνεῦμα, ποὺ ἔχει συντριβῆ ἀπὸ εἰλικρινῆ μετάνοιαν· καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην δὲν θὰ ἀπορρίψη ποτὲ ὁ Θεός.
20 ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη ῾Ιερουσαλήμ·20 Ευδόκησον, λοιπόν, Κυριε, να φανής αγαθός και ευεργετικός εις την Ιερουσαλήμ. Δείξε την καλωσύνην σου, ώστε να ανοικοδομηθούν και πάλιν τα τείχη της Ιερουσαλήμ.20 Εὐδόκησον, Κύριε, νὰ φανῇς ἀγαθὸς καὶ πρὸς τὴν Σιὼν καὶ διὰ τῆς εὐδοκίας σου καὶ τῆς καλωσύνης σου ταύτης ἂς οἰκοδομηθοῦν τὰ τείχη τῆς Ἱερουσαλήμ.
21 τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.21 Τοτε θα ευδοκήσης να δεχθής κάθε θυσίαν, η οποία θα σου προσφέρεται σύμφωνα με όσα έχεις διατάξει στον Νομον σου, θυσίας αναφερομένας εις σέ, θυσίας ολοκαυτωμάτων. Τοτε θα ανεβάσουν στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων σου μόσχους προς θυσίαν εις έκφρασιν ευγνωμοσύνης και δοξολογίας προς σέ.21 Τότε θὰ εὐαρεστηθῇς νὰ δεχθῇς πάντων τῶν εἰδῶν τὰς θυσίας· θὰ δεχθῇς θυσίαν προσφερομένην σύμφωνα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου καὶ πρὸς τὸ δίκαιον. Θὰ δεχθῇς καὶ θυσίαν ἀναφοράς, καθὼς καὶ θύματα ἀκόμη καιόμενα ὁλόκληρα ἐπί του θυσιαστηρίου· τότε θὰ ἀνεβάσουν ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου σου μόσχους, διὰ νὰ τοὺς προσφέρουν θυσίαν εἰς σέ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΝΑ'🔸
                             (51)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· συνέσεως τῷ Δαυΐδ·11
2 ἐν τῷ ἐλθεῖν Δωὴκ τὸν ᾿Ιδουμαῖον καὶ ἀναγγεῖλαι τῷ Σαοὺλ καὶ εἰπεῖν αὐτῷ· ἦλθε Δαυΐδ εἰς τὸν οἶκον ᾿Αβιμέλεχ.22
3 (Μασ. 52) ΤΙ ΕΓΚΑΥΧᾼ ἐν κακίᾳ, ὁ δυνατός, ἀνομίαν ὅλην τὴν ἡμέραν;3 (Μασ. 52) Διατί αλαζονεύεσαι δια την κακίαν σου συ, ω δυνατέ, ώστε να διαπράττης ανομίας με θρασύτητα και να παραβαίνης όλην την ημέραν τον νόμον του Θεού;3 Πρὸς τί ἀλαζονεύεσαι καὶ καυχᾶσαι διὰ τὴν κακίαν σου σύ, ὦ δυνατέ, ὥστε ἀσυστόλως νὰ ἐνεργῇς ἀνομίαν καὶ χωρὶς καμμίαν τύψιν νὰ παραβαίνῃς τὸν θεῖον νόμον καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν;
4 ἀδικίαν ἐλογίσατο ἡ γλῶσσά σου· ὡσεὶ ξυρὸν ἠκονημένον ἐποίησας δόλον.4 Αδίκους λογισμούς της καρδίας σου ελάλησε το απύλωτον στόμα σου· ώσαν με ξυράφι ακονισμένον δια της γλώσσης σου ειργάσθης δολίως προς καταστροφήν του πλησίον.4 Ἀδίκους λογισμοὺς καὶ ὀλεθρίας σκέψεις ἐλάλησεν ἡ γλῶσσά σου· σὰν ξυράφιον ἀκονισμένον καὶ πολὺ κοπτερὸν εἰργάσθης δι’ αὐτῆς δόλον ὀλέθριον κατὰ τοῦ πλησίον.
5 ἠγάπησας κακίαν ὑπὲρ ἀγαθωσύνην, ἀδικίαν ὑπὲρ τὸ λαλῆσαι δικαιοσύνην. (διάψαλμα).5 Ηγάπησες την κακίαν και όχι την αγαθότητα. Επροτίμησες την δολιότητα και συκοφαντίαν από του να λαλής την αλήθειαν και την δικαιοσύνην.5 Ἠγάπησας τὴν κακίαν καὶ δὲν ἠθέλησας νὰ εἶσαι ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικὸς πρὸς τοὺς ὁμοίους σου· προετίμησας τὴν ἀδικίαν ἀπὸ τοῦ νὰ λαλῇς τὰ δίκαια καὶ ἀληθῆ.
6 ἠγάπησας πάντα τὰ ρήματα καταποντισμοῦ, γλῶσσαν δολίαν.6 Επροτίμησες να λέγης λόγους, οι οποίοι φέρουν καταποντισμόν και όλεθρον, και να έχης γλώσσαν δολίαν και συκοφαντικήν εναντίον των άλλων.6 Ἠγάπησας ὅλους τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τὴν ἐξόντωσιν καὶ τὸν καταποντισμὸν τοῦ πλησίον, μὲ ὅλην σου τὴν διάθεσιν ἠθέλησας νὰ ἔχῃς γλῶσσαν δολίαν, ἡ ὁποία κάτω ἀπὸ λόγους γλυκεῖς καὶ ὑποκριτικοὺς κρύπτει τὸ θανατηφόρον δηλητήριον κατὰ τοῦ καλοῦ ὀνόματος τῶν ὁμοίων σου.
7 διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς καθέλοι σε εἰς τέλος· ἐκτίλαι σε καὶ μεταναστεύσαι σε ἀπὸ σκηνώματός σου καὶ τὸ ρίζωμά σου ἐκ γῆς ζώντων. (διάψαλμα).7 Δια τούτο ο Θεός θα σε κατακρημνίση, θα σε ξερριζώση εντελώς, θα σε μαδήση και θα σε γυμνώση από όλα όσα έχεις. Θα σε εκδιώξη και θα σε εξορίση από την πατρίδα σου, και αυτάς ακόμη τας ρίζας των απογόνων σου θα εξαφανίση εκ μέσου των ζώντων.7 Πλὴν διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς θὰ σὲ καταστρέψῃ ὁλοτελῶς· θὰ σὲ ξερριζώσῃ ὡς πονηρὰν καὶ ἀγρίου χόρτου φυτείαν καὶ θὰ σὲ ἐκπατρίσῃ ἀπομακρύνων σε ἀπὸ τὸν τόπον τῆς κατοικίας σου, καὶ αὐτὰς ἀκόμη τὰς ρίζας σου θὰ ἀφανίσῃ ἀπὸ τὴν γῆν τῶν ζώντων.
8 ὄψονται δίκαιοι καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐπ᾿ αὐτὸν γελάσονται καὶ ἐροῦσιν·8 Θα ίδουν οι δίκαιοι την δικαίαν εκ μέρους του Θεού τιμωρίαν σου και θα φοβηθούν. Κατόπιν όμως θα γελάσουν με ικανοποίησιν και χαράν, διότι απεδόθη η πρέπουσα δικαιοσύνη και θα είπουν·8 Θὰ ἴδουν οἱ δίκαιοι τὴν πτῶσιν του καὶ τὸν ἐξαφανισμόν του καὶ θὰ φοβηθοῦν διὰ τὴν ὑπὸ τῆς δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ αὐστηρὰν τιμωρίαν, ἀλλὰ καὶ θὰ γελάσουν δι’ αὐτὸν ἱκανοποιούμενοι ἀπὸ τὸν θρίαμβον τῆς θείας δικαιοσύνης. Καὶ θὰ εἴπουν:
9 ἰδοὺ ἄνθρωπος, ὃς οὐκ ἔθετο τὸν Θεὸν βοηθὸν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἐπήλπισεν ἐπὶ τὸ πλῆθος τοῦ πλούτου αὐτοῦ καὶ ἐνεδυναμώθη ἐπὶ τῇ ματαιότητι αὐτοῦ.9 Ιδού ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος δεν ηθέλησε τον Θεόν ως συμπαραστάτην και βοηθόν του, αλλά ήλπισεν στον πολύν πλούτον του. Εστήριξε και εμεγάλωσε την δύναμίν του επί ματαίων και εφημέρων πραγμάτων.9 Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔθεσε τὸν Θεὸν βοηθόν του, ἀλλ’ ἐστήριξε τὴν ἐλπίδα εἰς τὸ πλῆθος τοῦ πλούτου του καὶ ᾠκοδόμησε τὴν δύναμιν καὶ ἐπιρροήν του ἐπὶ τῆς ματαιότητός του.
10 ἐγὼ δὲ ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ· ἤλπισα ἐπὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.10 Εγώ όμως αντιθέτως θα είμαι μέσα στον οίκον του Κυρίου, όπως η κατάκαρπος ελαία. Εγώ εστήριξα τας ελπίδας μου στο έλεος του Θεού μου πάντοτε, στους αιώνας των αιώνων.10 Ἀντιθέτως ἐγώ, σὰν ἐλαία ἀειθαλὴς καὶ γεμάτη καρπόν, εὑρίσκω ἀσφαλὲς καταφύγιον ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Κυρίου, καὶ παραμένω ἀχώριστος ἀπὸ τῆς μετ’ αὐτοῦ ἐπικοινωνίας καὶ ἐνισχύσεως. Ἐστήριξα τὴν ἐλπίδα μου ὄχι εἰς τὸν πλοῦτον καὶ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἐπιρροήν, ἀλλ' ἐπὶ τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ διὰ παντὸς καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας.
11 ἐξομολογήσομαί σοι εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι ἐποίησας, καὶ ὑπομενῶ τὸ ὄνομά σου, ὅτι χρηστὸν ἐναντίον τῶν ὁσίων σου.11 Κυριε, σε δοξολογώ και θα σε δοξολογώ πάντοτε, διότι έκαμες και θα κάμης δεκτά τα αιτήματά μου. Εις κάθε δε δυσκολίαν της ζωής μου θα περιμένω την ιδικήν σου επέμβασιν, διότι αυτή είναι πάντοτε αγαθοποιός και ευεργετική στους αφωσιωμένους προς σέ.11 Κύριε, θὰ σὲ δοξολογῶ αἰωνίως, διότι ἐποίησας τὰ αἰτήματα τῆς προσευχῆς μου· καὶ εἰς πᾶσαν δυσχερῆ περίστασίν μου μετ' ἐγκαρτερήσεως θὰ ἀναμένω τὴν θείαν παρουσίαν καὶ ἐπέμβασίν σου, διότι ἐκδηλοῦται αὕτη εὐεργετικὴ εἰς τοὺς εἰς σὲ ἀφωσιωμένους δούλους σου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΝΒ'🔸
                             (52)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ μαελέθ· συνέσεως τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 53) ΕΙΠΕΝ ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι Θεός. διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἀνομίαις, οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν.2 (Μασ. 53) Σκοτισμένος μέχρις αφροσύνης από τας πολλάς του αμαρτίας ο ασεβής λέγει από μέσα του· Δεν υπάρχει Θεός. Αυτός και οι όμοιοί του διεφθάρησαν από την κακίαν των. Εγιναν αηδιαστικοί και συχαμεροί με τας παρανομίας των. Κανείς από αυτούς δεν σκέπτεται και δεν πράττει το αγαθόν.2 Εἶπεν εἰς τὸ βάθος τοῦ ἐσωτερικοῦ του ὁ σκοτισθεὶς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν μέχρις ἀφροσύνης ἀνθρωπος· δὲν ὑπάρχει Θεός. Αὐτὸς καὶ οἱ ὅμοιοί του διεφθάρησαν καὶ μὲ τὴν παράνομον καὶ ἀδιορθώτως ἁμαρτωλὴν ζωήν των ἔγιναν βδελυκτοὶ καὶ σιχαμένοι τόσον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅσον καὶ ἐνώπιον τῶν ἐναρέτων ἀνθρώπων.
3 ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν.3 Ο Θεός έσκυψεν από τον ουρανόν, δια να ίδη τους υιούς των ανθρώπων· εάν υπάρχη κανείς μεταξύ αυτών, που να έχη σύνεσιν και γνώσιν Θεού η να αναζητή και να προσεύχεται προς τον Θεόν.3 Ὁ Θεὸς ἔσκυψεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν πρὸς τὰ κάτω καὶ ἔρριψε τοὺς ὀφθαλμούς του ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν ὑπάρχῃ κανεὶς μὲ σύνεσιν ποὺ νὰ ἔχῃ γνῶσιν τοῦ Θεοῦ ἢ νὰ ποθῇ καὶ ἐπικαλῆται αὐτὸν προσπαθῶν μὲ τὰς ἐναρέτους πράξεις του νὰ πλησιάσῃ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ νὰ εὐαρεστήσῃ εἰς αὐτόν.
4 πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός.4 Είδεν ότι όλοι έχουν παρεκκλίνει από την ορθήν οδόν. Εγιναν διεφθαρμένοι και αχρείοι. Δεν υπάρχει κανείς, που να ζητή το αγαθόν, δεν υπάρχει ούτε ενας.4 Ἀλλ’ εἶδεν ὅτι ὅλοι ἐξετράπησαν ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ ὅλοι κατήντησαν εἰς ἐξαχρείωσιν καὶ διαφθοράν. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ πράττῃ τὸ ἀγαθόν· δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας.
5 οὐχί γνώσονται πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν; οἱ κατεσθίοντες τὸν λαόν μου ἐν βρώσει ἄρτου τὸν Κύριον οὐκ ἐπεκαλέσαντο.5 Δεν θα βάλουν επί τέλους ποτέ γνώσιν και δεν θα συνετισθούν όλοι αυτοί, οι οποίοι διαπράττουν τας παρανομίας; Αυτοί, οι οποίοι κατατρώγουν τον λαόν μου με τόσην ευκολίαν και χαράν, με όσην τρώγουν το ψωμί των, ουδέποτε εστράφησαν προς τον Θεόν, ουδέποτε επεκαλέσθησαν τον Κυριον.5 Δὲν θὰ συνετισθοῦν λοιπὸν καὶ δὲν θὰ βάλουν ποτὲ γνῶσιν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐργάζονται τὴν ἀνομίαν; Δὲν θὰ συνέλθουν ἐπὶ τέλους καὶ δὲν θὰ σωφρονισθοῦν; Αὐτοὶ ποὺ κατατρώγουν τὸν λαόν μου μὲ τόσην εὐκολίαν καὶ εὐχαρίστησιν σὰν νὰ ἔτρωγον ἄρτον, δὲν ἐπεκαλέσθησαν ποτὲ τὸν Κύριον.
6 ἐκεῖ ἐφοβήθησαν φόβον, οὗ οὐκ ἦν φόβος, ὅτι ὁ Θεὸς διεσπόρπισεν ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων· κατῃσχύνθησαν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐξουδένωσεν αὐτούς.6 Αυτοί εφοβήθησαν και επανικοβλήθησαν εκεί, όπου δεν υπήρχε φόβος. Συνετρίβησαν, διότι, ο Θεός συνέτριψε και διεσκόρπισε τα οστά των ανθρώπων εκείνων, που θέλουν να αρέσουν στους άλλους και όχι στον Θεόν. Αυτοί κατεξηυτελίσθησαν, διότι ο Θεός τους εξουθένωσε.6 Ἀλλα δι’ αὐτὸ κυριευθέντες ἀπὸ δεισιδαιμονίας κατεπτοήθησαν ἀπὸ ἀνύπαρκτα φαντάσματα καὶ κατελήφθησαν ἀπὸ φόβον ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος να φοβηθοῦν. Καὶ συνετρίβησαν, διότι ὁ Θεὸς διεσκόρπισε τὰ ὀστᾶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ ἀρέσουν εἰς ἀνθρώπους καὶ ὄχι εἰς αὐτόν. Κατεντροπιάσθησαν καὶ καταισχύνῃ κατεκάλυψεν αὐτούς, διότι ὁ Θεὸς τοὺς ἐξεμηδένισε.
7 τίς δώσει ἐκ Σιὼν τὸ σωτήριον τοῦ ᾿Ισραήλ; ἐν τῷ ἀποστρέψαι τὸν Θεὸν τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀγαλλιάσεται ᾿Ιακὼβ καὶ εὐφρανθήσεται ᾿Ισραήλ.7 Ποίος άλλος εκτός από τον Κυριον ζεκινών από την Ιερουσαλήμ θα προσφέρη σωτηρίαν και ασφάλειαν στον ισραηλιτικόν λαόν; Κανείς άλλος, παρά ο Θεός. Οταν ο Κυριος επαναφέρη τους εξορίστους του λαού του από την αιχμαλωσίαν, θα πλημμυρίσουν από αγαλλίασιν οι απόγονοι του Ιακώβ, θα ευφρανθούν αι καρδίαι των Ισραηλιτών.7 Ποῖος θὰ ἔλθῃ ἐκ τῆς Σιών, ἐκ τοῦ ἐν τῇ ἁγίᾳ πόλει τῆς Ἱερουσαλὴμ ναοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ δώσῃ τὴν σωτηρίαν εἰς τὸν Ἰσραήλ; Οὐδεὶς ἄλλος παρὰ μόνος ὁ Θεός. Ὅταν δὲ ὁ Κύριος θὰ ἐπαναφέρῃ ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας τοὺς ἐξορίστους τοῦ λαοῦ του, θὰ σκιρτήσουν ἀπὸ ἀγαλλίασιν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰακὼβ καὶ θὰ εὐφρανθοῦν αἱ καρδίαι τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰσραήλ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΝΓ'🔸
                             (53)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· συνέσεως τῷ Δαυΐδ11
2 ἐν τῷ ἐλθεῖν τοὺς Ζιφαίους καὶ εἰπεῖν τῷ Σαούλ· οὐκ ἰδοὺ Δαυΐδ κέκρυπται παρ᾿ ἡμῖν;22
3 (Μασ. 54) Ο ΘΕΟΣ, ἐν τῷ ὀνόματί σου σῶσόν με καὶ ἐν τῇ δυνάμει σου κρῖνόν με.3 (Μασ. 54) Θεέ μου, συ που το όνομά σου είναι ευσπλαγχνία και αγαθότης, σώσε με και με την παντοδύναμον δικαιοσύνην σου κρίνε την υπόθεσίν μου.3 Ο Θεός, διὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν καὶ τὴν ἀγαθότητά σου, τὰς ὁποίας ἔκφραζει καὶ ὑπενθυμίζει εἰς τὸν καθένα μας τὸ μέγα ὄνομά σου, σῶσόν με, καὶ μὲ τὴν ἀκατανίκητον δύναμίν σου κρίνον τὴν δικαίαν ὑπόθεσίν μου καὶ προστάτευσόν με ἀπὸ τοὺς ἀδικοῦντας με ἐχθρούς.
4 ὁ Θεός, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὰ ρήματα τοῦ στόματός μου.4 Ω Κυριε, άκουσε και κάμε δεκτήν την προσευχήν μου. Βαλε εις τα αυτιά σου τα λόγια του στόματός μου.4 Ὁ Θεός, εἰσάκουσον καὶ κάμε δεκτὴν τὴν προσευχήν μου· εἰσάγαγε εἰς τὰ ὦτα σου τοὺς ἱκετευτικοὺς λόγους τοῦ στόματός μου.
5 ὅτι ἀλλότριοι ἐπανέστησαν ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ κραταιοὶ ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου καὶ οὐ προέθεντο τὸν Θεὸν ἐνώπιον αὐτῶν. (διάψαλμα).5 Διότι ιδού, άνθρωποι ξένοι και εχθροί προς εμέ επανεστάτησαν εναντίον μου, και ισχυροί επεδίωξαν να αφαιρέσουν την ζωήν μου και δεν έλαβον υπ' όψιν των τον δίκαιον Θεόν.5 Διότι ἄνθρωποι ξένοι πρὸς σὲ καὶ ἐχθροὶ ἐξηγέρθησαν καὶ ἐπανεστάτησαν κατ’ ἐμοῦ, καὶ ἰσχυροί, ποὺ χρησιμοποιοῦν τὸ κράτος τῆς βίας, ἐζήτησαν νὰ ἀφανίσουν τὴν ζωήν μου, καὶ δὲν ἔθεσαν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν των, οὐδὲ ἐλογάριασαν ὅτι ὑπάρχει Θεὸς δίκαιος καὶ ὑπερασπιστής.
6 ἰδοὺ γὰρ ὁ Θεὸς βοηθεῖ μοι, καὶ ὁ Κύριος ἀντιλήπτωρ τῆς ψυχῆς μου.6 Αυτοί με ενόμισαν εγκαταλελειμμένον από σέ. Ηπατήθησαν όμως, διότι ιδού, ο Θεός απ' αρχής και μέχρι σήμερον με βοηθεί. Ο Κυριος απ' αρχής και μέχρι τώρα είναι ο υπερασπιστής και προστάτης της ζωής μου.6 Ἀλλ’ ἠπατήθησαν οἰκτρῶς, διότι ἰδού, ὅτι ὁ Θεὸς βοηθεῖ· καὶ ὁ Κύριος εἶναι ὑποστηρικτὴς καὶ προστάτης τῆς ζωῆς μου.
7 ἀποστρέψει τὰ κακὰ τοῖς ἐχθροῖς μου· ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου ἐξολόθρευσον αὐτούς.7 Αυτός και τα κακά της παρούσης περιόδου θα τα επιστρέψη και θα τα ρίψη επάνω εις τας κεφαλάς των εχθρών μου. Συ, Κυριε, ως αξιόπιστος, που είσαι εις τας υποσχέσεις σου, εξολόθρευσε τους εχθρούς μου.7 Αὐτὸς θὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ ἐμὲ καὶ θὰ ρίψῃ ἐπὶ τῶν ἐχθρῶν μου τὰ κακά, ποὺ ἐσχεδίασαν κατ’ ἐμοῦ· ἐν ὀνόματι τῆς φιλαληθείας καὶ τῆς ἀξιοπιστίας σου ἐν ταῖς ὑποσχέσεσί σου ἐξολόθρευσέ τους.
8 ἑκουσίως θύσω σοι, ἐξομολογήσομαι τῷ ὀνόματί σου, Κύριε, ὅτι ἀγαθόν·8 Εγώ δε με όλην μου την θέλησιν και την καρδίαν θα προσφέρω εις σε την θυσίαν μου και με ευγνωμοσύνην θα σε δοξολογήσω, διότι είσαι πανάγαθος.8 Μὲ ὅλην μου τὴν θέλησιν καὶ προθυμίαν τῆς ψυχῆς μου θὰ σοῦ προσφέρω θυσίαν· θὰ δοξολογήσω τὸ ὄνομά σου, Κύριε, διότι εἶναι ἀγαθόν.
9 ὅτι ἐκ πάσης θλίψεως ἐρρύσω με, καὶ ἐν τοῖς ἐχθροῖς μου ἐπεῖδεν ὁ ὀφθαλμός μου.9 Διότι και στο παρελθόν με εγλύτωσες από κάθε θλίψιν, τα δε μάτια μου είδον τον εξευτελισμόν των εχθρών μου. Πιστεύω ότι αυτό θα γίνη και τώρα, Κυριε.9 Διότι μὲ ἠλευθέρωσες ἀπὸ πᾶσαν θλῖψιν καὶ εἶδαν τὰ μάτια μου τὴν καταισχύνην καὶ τὸν ὄλεθρον ἐπὶ τῶν ἐχθρῶν μου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΝΔ'🔸
                             (54)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· συνέσεως τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 55) ΕΝΩΤΙΣΑΙ, ὁ Θεός, τὴν προσευχήν μου καὶ μὴ ὑπερίδῃς τὴν δέησίν μου,2 (Μασ. 55) Ακουσε, ω Θεέ μου, την προσευχήν μου, μη καταφρόνησης την δέησίν μου.2 Εὐδόκησον, Θεέ μου, νὰ δεχθῇς τὴν προσευχήν μου εἰς τὰ ὦτα σου καὶ νὰ μὴ παραβλέψῃς τὴν δέησίν μου καταφρονῶν αὐτήν.
3 πρόσχες μοι καὶ εἰσάκουσόν μου. ἐλυπήθην ἐν τῇ ἀδολεσχίᾳ μου καὶ ἐταράχθην3 Δώσε εις εμέ προσοχήν και άκουσέ με. Η συνεχής σκέψις και μελέτη της θλιβεράς μου καταστάσεως με έχει γεμίσει, από λύπην.3 Προσεξέ με εἰς ὅσα σὲ ἐπικαλοῦμαι καὶ εἰσάκουσόν με· λύπην μεγάλην μου προεκάλεσεν ἡ ἀνήσυχος σκέψις καὶ μελέτη τῶν συνεχόντων με δεινῶν, καὶ ἐταράχθην
4 ἀπὸ φωνῆς ἐχθροῦ καὶ ἀπὸ θλίψεως ἁμαρτωλοῦ, ὅτι ἐξέκλιναν ἐπ᾿ ἐμὲ ἀνομίαν καὶ ἐν ὀργῇ ἐνεκότουν μοι.4 Συνεκλονίσθην και εταράχθην από τας απειλητικάς κραυγάς των εχθρών μου, από την κατάθλιψιν και καταπίεσιν, που οι αμαρτωλοί ασκούν εναντίον μου. Διότι αυτοί έρριψαν και επεσώρευσαν εναντίον μου κάθε παρανομίαν των και κυριευμένοι από μοχθηράν οργήν έτρεφαν και τρέφουν φοβερόν μίσος εναντίον μου.4 ἀπὸ τὰς ὑβριστικὰς φωνάς, τὰς ὁποίας κάθε ἐχθρὸς ἐκβάλλει κατ’ ἐμοῦ καὶ ἀπὸ τὴν καταπίεσιν καὶ θλῖψιν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, διότι διηύθυναν καὶ ἔρριψαν κατ' ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν καὶ ἀδικίαν των, καὶ βράζοντες ἀπὸ ὀργὴν ἐμνησικάκουν καὶ ἔτρεφον δόλιον μίσος κατ’ ἐμοῦ.
5 ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ᾿ ἐμέ·5 Η καρδία μου συνεταράχθη εντός μου. Ανίκητος φόβος θανάτου έπεσεν επάνω μου.5 Ἡ καρδία μου κατελήφθη ὑπὸ ἐσωτερικῆς ταραχῆς καὶ ἀγωνίας, καὶ ἔπεσεν ἐπ’ ἐμοῦ δειλία καὶ φόβος, τὸν ὁποῖον μοῦ προεκάλει ὁ δεινὸς κίνδυνος τοῦ θανάτου, εἰς τὸν ὁποῖον ἤμην ἐκτεθειμένος.
6 φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέ με σκότος.6 Φοβος και τρόμος επλημμύρισε το εσωτερικόν μου και σκοτάδι αθυμίας και απογοητεύσεως με εσκέπασεν ολόκληρον.6 Φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ’ ἐμοῦ καὶ μὲ ἐσκέπασεν ὁλόκληρον τὸ σκότος τῆς ἀθυμίας καὶ τῆς φρίκης.
7 καὶ εἶπα· τίς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι καὶ καταπαύσω;7 Και είπα από μέσα μου· ποιός ημπορεί να μου δώση πτέρυγας ώσαν αυτάς της αγρίας περιστεράς, δια να πετάξω ταχέως και να φύγω αμέσως εις τόπον ήσυχον και ασφαλή;7 Καὶ εἶπα· Ποῖος θὰ μοῦ δώσῃ πτερὰ σὰν ἐκεῖνα τῆς ἀγρίας περιστερᾶς, διὰ νὰ πετάξω ὡς ἐκείνη μακρὰν τοῦ ἀκαθάρτου καὶ μοχθηροῦ κόσμου καὶ νὰ εὕρω τόπον ἡσυχίας καὶ ἀναπαύσεως ἀπὸ τοὺς φόβους καὶ τοὺς κινδύνους;
8 ἰδοὺ ἐμάκρυνα φυγαδεύων καὶ ηὐλίσθην ἐν τῇ ἐρήμῳ. (διάψαλμα).8 Ιδού, εάν είχα τέτοιες πτέρυγες, θα απεμακρυνόμην από τον τόπον αυτόν, θα έφευγα· θα κατοικούσα εις ένα έρημον και ήσυχον τόπον.8 Ἐὰν τῷ ὄντι εἶχον τοιαύτας πτέρυγας, ἰδοὺ θὰ ἀπεμακρυνόμην φεύγων μακρὰν τῶν ἐπιβουλευόντων με ἐχθρῶν καὶ θὰ κατῴκουν εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ εἰς ἔρημον τόπον.
9 προσεδεχόμην τὸν σῴζοντά με, ἀπὸ ὀλιγοψυχίας καὶ ἀπὸ καταιγίδος.9 Εκεί θα επερίμενα τον σωτήρα και Θεόν μου, δια να με απαλλάξη από την λιποψυχίαν μου αυτήν και από την μαινομένην εναντίον μου καταιγίδα των εχθρών μου.9 Καὶ ἐκεῖ θὰ ἀνέμενα εἰρηνικῶς καὶ μετὰ πόθου τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ σώζει ἀπὸ τὴν ὀλιγοψυχίαν ποὺ μὲ κατέλαβε, καὶ ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν κινδύνων, ἡ ὁποία ὡς ἄλλη καταιγὶς μὲ συγκλονίζει.
10 καταπόντισον, Κύριε, καὶ καταδίελε τὰς γλώσσας αὐτῶν, ὅτι εἶδον ἀνομίαν καὶ ἀντιλογίαν ἐν τῇ πόλει.10 Καταπόντισέ τους και εξαφάνισέ τους, Κυριε, εις τα βάθη της θαλάσσης. Φέρε σύγχυσιν και αντιλογίαν εις τας γλώσσας των, διότι εγώ είδα ότι εξ αιτίας των εις την Ιερουσαλήμ υπάρχουν παρανομίαι, φιλονεικίαι και διαπληκτισμοί.10 Καταπόντισε, Κύριε, ὡς εἰς βυθὸν θαλάσσης τὰς συκοφαντικάς των γλώσσας, καὶ φέρε διαίρεσιν καὶ πλήρη σύγχυσιν εἰς αὐτούς, ὥστε νὰ διασπασθῇ ἡ εἰς τὸ κακὸν ἐγκληματικὴ συμφωνία τῶν παρανόμων τούτων ἀνθρώπων, διότι αὐτοὶ μὲ τὰς διαβολάς των διέφθειραν τὴν πόλιν, καὶ βλέπω τώρα ἐν αὐτῇ νὰ ἐπικρατῇ παρανομία καὶ ἡ παραβίασις τῶν νόμων καὶ ὁ ἐκ τῆς ἀντιλογίας διχασμὸς καὶ διαπληκτισμός.
11 ἡμέρας καὶ νυκτὸς κυκλώσει αὐτὴν ἐπὶ τὰ τείχη αὐτῆς, καὶ ἀνομία καὶ κόπος ἐν μέσῳ αὐτῆς11 Ημέραν και νύκτα μαίνεται η παρανομία γύρω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ. Εντός δε της πόλεως επικρατεί τέτοια καταπίεσις και μόχθος και παρανομία11 Ἡμέραν καὶ νύκτα ὁ διαπληκτισμὸς καὶ ἡ ἀντιλογία αὐτὴ τὴν κυκλώνει καὶ κάμνει τὸν γῦρον της ἐπὶ τῶν τειχῶν της, ὡς ἄλλο ἐχθρικὸν στράτευμα πολιορκοῦν αὐτήν, καθ’ ὃν χρόνον εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὸ κέντρον τῆς πόλεως κυριαρχεῖ ἡ παραβίασις τῶν νόμων καὶ ἡ καταπίεσις τῶν φιλησύχων καὶ ὁ ἐκβιασμὸς αὐτῶν καὶ πᾶν εἶδος ἀδικίας.
12 καὶ ἀδικία, καὶ οὐκ ἐξέλιπεν ἐκ τῶν πλατειῶν αὐτῆς τόκος καὶ δόλος.12 και αδικία, ώστε και εις αυτάς τας δημοσίας πλατείας δεν έλειψεν ο παράνομος τόκος και η δολιότης, αλλά διενεργείται με θρασύτητα.12 Καὶ δὲν ἔλειψεν ἀπὸ τὰς πλατείας τῆς ἀναφανδὸν καὶ ἀναιδῶς διεξαγομένη ἡ τοκογλυφία καὶ ἡ ἀπάτη.
13 ὅτι εἰ ἐχθρὸς ὠνείδισέ με, ὑπήνεγκα ἄν, καὶ εἰ ὁ μισῶν ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησεν, ἐκρύβην ἂν ἀπ᾿ αὐτοῦ.13 Η κατάθλιψίς μου είναι πολύ μεγάλη, διότι εάν επί τέλους ένας από τους εχθρούς μου με ύβριζε, θα υπέφερα με υπομονήν την ύβριν. Και αν άνθρωπος, ο οποίος με μισεί, εξανίστατο με θρασύτητα εναντίον μου και εκομπορρημονούσε, εγώ θα εκρυπτόμην από αυτόν.13 Βλέπω αὐτὰ καὶ θλίβομαι. Ἀλλ’ ἀδημονῶ ἀκόμη περισσότερον, διότι ἐὰν ὁ ἀπ’ ἀρχῆς καὶ φανερὰ κεκηρυγμένος ἐχθρός μου μὲ ὕβριζε καὶ μὲ περιεφρόνει, θὰ τὸ ὑπέφερα εὐκόλως· καὶ ἐὰν ἐκεῖνος, ποὺ πρὸ πολλοῦ μὲ μισεῖ, ἐξανίστατο κατ’ ἐμοῦ θρασὺς καὶ μὲ γλῶσσαν ἀσυγκράτητον ἐξεστόμιζε χυδαίας φράσεις ἐναντίον μου, θὰ ἐκρυπτόμην ἀπ’ αὐτοῦ.
14 σὺ δέ, ἄνθρωπε ἰσόψυχε, ἡγεμών μου καὶ γνωστέ μου,14 Αυτοί είναι εχθροί μου. Συ όμως, ω άνθρωπε, τον οποίον εθεωρούσα και αγαπούσα ωσάν τον εαυτόν μου, άρχοντά μου και σύμβουλέ μου, φίλε μου και γνωστέ μου,14 Ἀλλ’ αὐτός, ποὺ ἔκαμεν αὐτά, ἦσο σύ, ὦ ἄνθρωπε, ὁ ὁποῖος ἀπήλαυες τῆς μεγίστης ἐκτιμήσεώς μου, μέχρι σημείου νὰ σὲ θεωρῶ ἴσον πρὸς τὸν ἑαυτόν μου καὶ νὰ σὲ ἔχω σύμβουλον καὶ ὁδηγόν μου εἰς τὰς ὑποθέσεις τοῦ κράτους μου, φίλον μου στενὸν καὶ ἐπιστήθιον.
15 ὃς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐγλύκανάς μοι ἐδέσματα, ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ ἐπορεύθην ἐν ὁμονοίᾳ.15 συ ο οποίος συνέτρωγες μαζή μου και με την παρουσίαν σου εγλύκαινες τα φαγητά μου, συ με τον οποίον ανέβαινα στον οίκον του Θεού με τόσην αγάπτην και ομόνοιαν, έπραξες αυτό;15 Ἦσο σύ, ὁ ὁποῖος συνέτρωγες μαζί μου ἐπὶ τῆς τραπέζης καὶ μοῦ ἐγλύκαινες τὰ φαγητὰ μὲ τὴν εὐχάριστον καὶ πολυπόθητόν μοι παρουσίαν σου. Καὶ εἰς αὐτὸν τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἐπηγαίναμεν, ὡς ἀχώριστοι καὶ ὁμονοοῦντες φίλοι, διὰ να λατρεύσωμεν ἀπὸ συμφώνου αὐτόν.
16 ἐλθέτω δὴ θάνατος ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ καταβήτωσαν εἰς ᾅδου ζῶντες· ὅτι πονηρία ἐν ταῖς παροικίαις αὐτῶν ἐν μέσῳ αὐτῶν.16 Ας πέση, λοιπόν, εναντίον αυτών ο θάνατος. Ας ανοίξη ο άδης το στόμα του και ας καταβούν, και αυτοί και ο προδότης, ζωντανοί στον τάφον. Διότι μόνον πονηρία και κακία υπάρχει ανάμεσά των και εις τας κατοικίας των.16 Ἂς ἔλθῃ λοιπὸν θάνατος ἐπὶ τῶν ἀποστατῶν τούτων, ποὺ ἀκολουθοῦν τὸν ἐπαίσχυντον αὐτὸν προδότην μου, καὶ ἂς καταβοῦν ζωντανοὶ εἰς τὸν Ἅδην, ὅπως ἄλοτε ὁ Κορὲ καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ. Διότι εἰς τὰς κατοικία των δὲν κυριαρχεῖ ἄλλο τι μεταξύ των παρὰ ἡ πονηρία.
17 ἐγὼ πρὸς τὸν Θεὸν ἐκέκραξα, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσέ μου.17 Εγώ όμως προς τον Θεόν με πίστιν έκραξα και ο Κυριος ήκουσε την προσευχήν μου.17 Ἐγὼ ὅμως δὲν ἐζήτησα μὲ ἄλλας πονηρίας νὰ ἀνταπεξέλθω κατὰ τῆς κακίας καὶ ἁμαρτίας των, ἀλλ’ ἐφώναξα διὰ θερμῆς προσευχῆς πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ὁ Κύριος, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θὰ μὲ εἰσακούσῃ.
18 ἑσπέρας καὶ πρωΐ καὶ μεσημβρίας διηγήσομαι καὶ ἀπαγγελῶ, καὶ εἰσακούσεται τῆς φωνῆς μου.18 Την εσπέραν και το πρωϊ και την μεσημβρίαν, καθ' όλην την ημέραν, εγώ θα διηγούμαι προς τον Κυριον τας συμφοράς μου. Θα αναγγέλλω εις αυτόν την θλιβεράν κατάστασίν μου με την προσευχήν μου και πιστεύω ότι θα προσέξη την φωνήν μου.18 Καθ’ ὅλον τὸ εἰκοσιτετράωρον τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ὅτου κατὰ τὸ ἑσπέρας ἀρχίζει αὕτη καὶ μέχρι τοῦ νὰ ξημερώσῃ κατὰ τὴν πρωΐαν καὶ κατὰ τὴν μεσημβρίαν, θὰ διηγοῦμαι εἰς τὸν Κύριον τὰ δεινά μου καὶ τὰς δολοπλοκίας των καὶ θὰ ἀναγγέλλω εἰς αὐτὸν ταῦτα, ἱκετεύων τὴν βοήθειάν του, καὶ ὁ Κύριος θὰ εἰσακούσῃ τὴν φωνήν μου καὶ θὰ κάμῃ δέκτην τὴν προσευχήν μου.
19 λυτρώσεται ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι, ὅτι ἐν πολλοῖς ἦσαν σὺν ἐμοί.19 Πιστεύω δε απολύτως, ότι ο Θεός θα απαλλάξη την ζωήν μου από τους ανθρώπους αυτούς, οι οποίοι με πλησιάζουν με εχθρικάς διαθέσεις, όσον πολλοί και αν είναι εναντίον μου και θα μου χαρίση ειρήνην και ασφάλειαν.19 Καὶ θὰ ἐλευθερώσῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς ποὺ μὲ ἐπλησίασαν καὶ ἀπὸ κοντὰ πλέον μὲ προσβάλλουν, χαρίζων εἰρήνην εἰς ἐμέ· ναί· αὐτὸς καὶ μόνος θὰ τὴν ἐλευθερώσῃ, διότι εἶναι πολυάριθμοι καὶ μετὰ πολλῶν συμμάχων οἱ κατ’ ἐμοῦ πολεμοῦντες.
20 εἰσακούσεται ὁ Θεὸς καὶ ταπεινώσει αὐτοὺς ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων. (διάψαλμα). οὐ γάρ ἐστιν αὐτοῖς ἀντάλλαγμα, ὅτι οὐκ ἐφοβήθησαν τὸν Θεόν.20 Ο Θεός θα ακούση με ευμένειαν την δέησίν μου. Αυτός ο προαιώνιος Κυριος, θα κατεξευτελίση τους εχθρούς μου, θα τους ταπεινώση, διότι καμμία αλλαγή και μεταβολή προς το καλύτερον δεν υπάρχει εις αυτούς. Καμμία διόρθωσις δεν παρατηρείται, διότι δεν εφοβήθησαν ούτε και φοβούνται τον Κυριον.20 Θὰ εἰσακούσῃ ὁ Θεὸς τὴν δέησίν μου καὶ θὰ ταπεινώσῃ αὐτοὺς ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει καὶ βασιλεύει πρὸ τῶν αἰώνων, χωρὶς να δύναται κανεὶς νὰ διαταράξῃ καὶ νὰ προσβάλῃ τὸ κράτος του. Ναί· θὰ ταπεινώσῃ αὐτοὺς ὁ Κύριος, διότι δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτοὺς ἠθικὴ βελτίωσις ἢ ἀλλαγὴ καὶ μεταβολὴ τῶν πονηρῶν διαθέσεων καὶ τῆς κακοτρόπου διαγωγῆς των, ἐπειδὴ δὲν ἐφοβήθησαν ποτὲ τὸν Θεόν.
21 ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐν τῷ ἀποδιδόναι· ἐβεβήλωσαν τὴν διαθήκην αὐτοῦ.21 Ο Κυριος άπλωσε την παντοδύναμον δεξιάν του, δια να αποδώση εις αυτούς την δικαίαν τιμωρίαν, διότι κατεφρόνησαν και κατεπάτησαν αναιδώς την διαθήκην του.21 Ἐξήπλωσεν ὁ Θεὸς τὴν πανίσχυρον χεῖρα τοὑ, διὰ νὰ δώσῃ τὴν πρέπουσαν εἰς αὐτοὺς ἀνταπόδοσιν καὶ τιμωρίαν. Ἠσέβησαν πρὸς τὴν διαθήκην του καὶ ἠθέτησαν αὐτήν.
22 διεμερίσθησαν ἀπὸ ὀργῆς τοῦ προσώπου αὐτοῦ, καὶ ἤγγισαν αἱ καρδίαι αὐτῶν· ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτοῦ ὑπὲρ ἔλαιον, καὶ αὐτοί εἰσι βολίδες.22 Εξέσπασεν όμως η οργή του προσώπου του Κυρίου εναντίον των. Διεμελίσθησαν και εξεσχίσθησαν εις κομμάτια εκείνοι, των οποίων η καρδία είχεν ενωθή εις συνωμοσίαν εναντίον μου. Οι λόγοι του αρχηγού των και προδότου ήσαν γλυκείς, απαλοί περισσότερον από το έλαιον. Εις την πραγματικότητα όμως ήσαν φαρμακερά βέλη.22 Διεμελίσθησαν καὶ ἐσχίσθησαν εἰς κομμάτια ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ προσώπου του. Καὶ ὅμως εἶχον προσεγγίσει μεταξύ των αἱ καρδίαι των, καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ διαπράξουν τὸ κακόν, ἐφαίνοντο ἀδιάσπαστοι. Οἱ λόγοι τοῦ ἐπὶ κεφαλῆς των προδότου ἦσαν ἁπαλοὶ καὶ ἱλαροὶ σὰν ἔλαιον, κατὰ βάθος ὅμως ἦσαν βολίδες καὶ φαρμακερὰ βέλη.
23 ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτός σε διαθρέψει· οὐ δώσει εἰς τὸν αἰῶνα σάλον τῷ δικαίῳ.23 Ριψε, ω ψυχή μου, την φροντίδα σου και την μέριμνάν σου δια την σωτηρίαν και ασφάλειάν σου στον Κυριον και αυτός θα σε διαθρέψη και θα συντηρήση την ζωήν σου. Αυτός δεν θα επιτρέψη να επιπέση στον δίκαιον αδιάκοπος και συνεχής ταραχή σαν τα κύματα της τρικυμισμένης θαλάσσης. Αλλά θα δώση αισίαν έκβασιν εις την περιπέτειάν του.23 Ρίψε, ὦ ψυχή μου, ἐπὶ τοῦ Κυρίου τὴν φροντίδα καὶ μέριμναν περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ σωτηρίας σου, καὶ αὐτὸς θὰ σὲ διαθρέψῃ· δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ἐκεῖνος νὰ καταλάβῃ τὸν δίκαιον ταραχὴ καὶ δοκιμασία μὴ ἔχουσα τέλος καὶ αἰσίαν ἔκβασιν.
24 σὺ δέ, ὁ Θεός, κατάξεις αὐτοὺς εἰς φρέαρ διαφθορᾶς· ἄνδρες αἱμάτων καὶ δολιότητος οὐ μὴ ἡμισεύσωσι τὰς ἡμέρας αὐτῶν, ἐγὼ δέ, Κύριε, ἐλπιῶ ἐπὶ σέ.24 Συ δέ, ω Θεέ μου, θα κατακρημνίσης και θα καταθάψης τους δολίους εχθρούς μου εις φρέαρ καταστροφής και αφανισμού. Ανθρωποι, που χύνουν αίματα αθώων και σκέπτονται24 Σὺ δέ, ὦ Θεέ, θὰ καταρρίψῃς καὶ θὰ καταθάψῃς τοὺς ἐπιβούλους καὶ δολίους τούτους εἰς φρέαρ ὀλέθρου καὶ φθορᾶς. Ἄνθρωποι ποὺ ἀρέσκονται εἰς τὸ νὰ χύνουν αἵματα καὶ νὰ χρησιμοποιοῦν δόλια μέσα πρὸς καταστροφὴν τοῦ πλησίον, θὰ εὔρουν βίαιον θάνατον καὶ δὲν θὰ προφθάσουν οὔτε τὰς ἡμισείας ἡμέρας τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς νὰ ζήσουν. Ἐγὼ δέ, Κύριε, θὰ ἔχω τὰς ἐλπίδας μου πάντοτε ἐστηριγμένας εἰς σέ.

 

                             🔹

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                             🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
              🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹



Κάθισμα :  § 8🔹«55~63»




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΝΕ'🔸
                             (55)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τοῦ ἀπὸ τῶν ἁγίων μεμακρυμμένου· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν, ὁπότε ἐκράτησαν αὐτὸν οἱ ἀλλόφυλοι ἐν Γέθ.11
2 (Μασ. 56) ΕΛΕΗΣΟΝ με, ὁ Θεός, ὅτι κατεπάτησέ με ἄνθρωπος, ὅλην τὴν ἡμέραν πολεμῶν ἔθλιψέ με.2 (Μασ. 56) Ελέησέ με, ω Θεέ μου, διότι, άνθρωπος με εποδοπάτησε κάτω στο χώμα, σαν να είμαι σκουλήκι. Ολας τας ημέρας με κατέθλιψε με τον πόλεμον, που εξήγειρεν εναντίον μου.2 Ελέησόν με καὶ σπλαγχνίσου με, Θεέ μου, διότι ἄνθρωπος θνητός, ὅπως εἶμαι καὶ ἐγώ, μὲ κατεπάτησε, σὰν νὰ μὴ ἤμην ὅμοιός του, ἀλλ’ ἀσθενές τι καὶ περιφρονημένον σκωλήκιον. Καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν πολεμῶν κατ’ ἐμοῦ μὲ συνέθλιψε καὶ μὲ κατεπίεσ
3 κατεπάτησάν με οἱ ἐχθροί μου ὅλην τὴν ἡμέραν, ὅτι πολλοὶ οἱ πολεμοῦντες με ἀπὸ ὕψους.3 Με καταπατούν οι εχθροί μου όλας τας ημέρας, διότι οι πολεμούντες με είναι ισχυροί, και με πολεμούν από υψηλόν, ασφαλές και απρόσβλητον μέρος.3 Μὲ κατεπάτησαν οἱ ἐχθροί μου καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, διότι εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ ὠχυρωμένοι ὑψηλὰ μὲ ἔχουν ὑποκάτω καὶ μὲ πολεμοῦν μετὰ δυνάμεως καὶ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς.
4 ἡμέρας οὐ φοβηθήσομαι, ἐγὼ δὲ ἐλπιῶ ἐπὶ σέ.4 Εγώ όμως όλας αυτάς τας ημέρας του πολέμου των δεν τους φοβούμαι, διότι εις σε έχω στηρίξει τας ελπίδας μου.4 Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν παραταθῇ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ὁ πόλεμός των, δὲν θὰ φοβηθῶ, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἔχω τὰς ἐλπίδας μου εἰς σέ.
5 ἐν τῷ Θεῷ ἐπαινέσω τοὺς λόγους μου, ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι σάρξ.5 Με την βοήθειαν του Θεού μου οι λόγοι αυτοί θα αποδειχθούν πραγματικώς έπαινός μου. Εις τον Θεόν μου εστήριξα τας ελπίδας μου. Δεν θα φοβηθώ, τι θα σκεφθή και θα πράξη εναντίον μου φθαρτή ανθρωπίνη σαρξ.5 Καὶ διὰ τῆς βοηθείας τοῦ Θεοῦ μου οἱ λόγοι αὐτοὶ τῆς ἐλπίδος μου πρὸς αὐτὸν δὲν θὰ ἀποβοῦν κενὴ καύχησις, ἀλλὰ πραγματικὸς ἔπαινός μου. Εἰς τὸν Θεὸν ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου, δὲν θὰ φοβηθῶ τί κατ’ ἐμοῦ θὰ κάμῃ ἡ φθαρτὴ καὶ ἐφήμερος σὰρξ οἰουδήποτε ἐχθροῦ μου.
6 ὅλην τὴν ἡμέραν τοὺς λόγους μου ἐβδελύσσοντο, κατ᾿ ἐμοῦ πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτῶν εἰς κακόν.6 Ολην την ημέραν εκείνοι αηδίαζαν και απεστρέφοντο τους λόγους μου. Αι δε σκέψεις και αι αποφάσεις των εστρέφοντο εναντίον μου, δια να μου κάμουν κακόν.6 Καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ἀηδίαζαν καὶ ἀπεστρέφοντο τοὺς λόγους μου καὶ δὲν ἤθελαν κατ' οὐδένα τρόπον νὰ μὲ ἀκούσουν· ὅλαι των αἱ σκέψεις καὶ οἱ συλλογισμοί των στρέφονται κατ’ ἐμοῦ, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὲ κακοποιήσουν.
7 παροικήσουσι καὶ κατακρύψουσιν· αὐτοὶ τὴν πτέρναν μου φυλάξουσι, καθάπερ ὑπέμειναν τῇ ψυχῇ μου.7 Συναθροίζονται εις συνωμοσίαν, παραμονεύουν, προσπαθούν να κρύψουν τα πονηρά των σχέδια. Αυτοί παρακολουθούν τα ίχνη μου, όπως οι κυνηγοί τα ίχνη των θηραμάτων, δια να με εξοντώσουν, με την ιδίαν επιμονήν, με όσην εγώ επιμένω και επιζητώ την σωτηρίαν μου από σέ.7 Συναθροιζόμενοι παραμονεύουν καὶ κρύπτουν τὰ διαβούλιά των καὶ τὰς κινήσεις των· αὐτοὶ θὰ παρακολουθοῦν τὰ ἴχνη μου καὶ τὰ βήματά μου καὶ τὴν ἐν γένει πορείαν τοῦ βίου μου, ὅπως οἱ κυνηγοὶ τὰ ἴχνη τῶν θηραμάτων των· καὶ ζητοῦν τὴν ζωήν μου μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμονῆς, μεθ’ ὅσης ἐγὼ ἐγκαρτερήσεως ἐπιζητῶ νὰ τὴν σώσω.
8 ὑπὲρ τοῦ μηθενὸς σώσεις αὐτούς, ἐν ὀργῇ λαοὺς κατάξεις. ὁ Θεός,8 Μηδενικά και αρνητικά στοιχεία είναι εις την ζωήν των. Συ, λοιπόν, θα τους σώσης; Οχι βέβαια. Αλλά και λαούς ακόμη ολοκλήρους θα οδηγήσης στον άδην, ω Θεέ μου, εν τη δικαία σου οργή.8 Δὲν ἔκαμαν ποτὲ ἀγαθόν τι. Διὰ τὸ τίποτε θὰ τοὺς σώσῃς! Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φανῇς σωτὴρ εἰς ἀνθρώπους ἀχρήστους καὶ κακοποιούς; Ἐν τῇ δικαίᾳ σου ὀργῇ, ὦ Θεέ, θὰ καταρρίψῃς καὶ θὰ κατακρημνίσῃς εἰς τὸν Ἅδην ὄχι μόνον αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους, ἀλλὰ καὶ λαοὺς ὁλοκλήρους ἐμμένοντας εἰς τὸ κακόν.
9 τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπαγγελίᾳ σου.9 Σου εξέθεσα, Κυριε, ολόκληρον την πολυβασανισμένην μου ζωήν. Συ δε έλαβες υπ' όψιν σου τα δάκρυά μου, σύμφωνα και με την υπόσχεσίν σου.9 Σοῦ ἐξέθηκα μίαν πρὸς μίαν τὰς δυστυχίας τοῦ βίου μου, καὶ τὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα ἔχυσα, δὲν τὰ περιεφρόνησες, ἀλλὰ τὰ ἐπρόσεξες καὶ τὰ ἔθεσες ἐνώπιόν σου, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν ὑπόσχεσίν σου ὅτι θὰ εἰσακούῃς τοὺς εἰς σὲ μετὰ δακρύων προσφεύγοντας.
10 ἐπιστρέψουσιν οἱ ἐχθροί μου εἰς τὰ ὀπίσω, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσωμαί σε· ἰδοὺ ἔγνων ὅτι Θεός μου εἶ σύ.10 Οι εχθροί μου πανικόβλητοι θα τραπούν εις φυγήν εις ημέραν, κατά την οποίαν εγώ θα επικαλεσθώ την βοήθειάν σου. Ιδού, εγνώρισα και επείσθην μέχρι σήμερον, ότι συ είσαι ο Θεός μου.10 Θὰ στραφοῦν ὀπίσω καὶ θὰ τραποῦν εἰς ἐπαίσχυντον φυγὴν οἱ ἐχθροί μου, καθ' οἰανδήποτε ἡμέραν σὲ ἐπικαλεσθῶ. Ἰδοὺ ἐκ τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν μοῦ παρέσχες εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς θὰ μοῦ παράσχῃς καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἔμαθον καὶ ἐκ πείρας, ἀλλὰ καὶ θὰ πληροφορηθῶ ἀκόμη περισσότερον, ὅτι Θεός μου εἶσαι σύ.
11 ἐπὶ τῷ Θεῷ αἰνέσω ρῆμα, ἐπὶ τῷ Κυρίῳ αἰνέσω λόγον.11 Εις δόξαν του Θεού μου θα μελοποιήσω τον ύμνον μου. Θα ψάλλω προς τον Κυριον εκτενή δοξολογίαν.11 Στηρίζων τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησιν εἰς τὸν Θεὸν θὰ ψάλω σύντομον ρῆμα καὶ ποίημα δοξολογίας πρὸς αὐτόν. Στηρίζων τὴν ἐμπιστοσύνην μου ἐπὶ τῆς προστασίας τοῦ Κυρίου, θὰ ψάλω πρὸς δοξολογίαν αὐτοῦ καὶ ψαλμὸν ἐκτενέστερον.
12 ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος.12 Εις τον Θεόν μου ήλπισα και δεν έχω να φοβηθώ, τι σκέπτεται να μου κάμη ο οιοσδήποτε άνθρωπος.12 Εἰς τὸν Θεὸν ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου· δὲν θὰ φοβηθῶ τι κατ’ ἐμοῦ θὰ κάμῃ οἰοσδήποτε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πάντοτε εἶναι ἀσθενὴς καὶ φθαρτός.
13 ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, εὐχαί, ἃς ἀποδώσω αἰνέσεώς σου,13 Εχω κάμει, Κυριε, τάματα, τα οποία με όλην μου την καρδίαν και δοξάζων το άγιον Ονομά σου θα εκπληρώσω,13 Δὲν ἐλησμόνησα, ἀλλὰ διατηρῶ ζωηρὰς εἰς τὸ ἐσωτερικόν μου, ὦ Θεέ μου, τὰς εὐχὰς καὶ τὰ ταξίματα, ποὺ σοῦ ἔκαμα καὶ τὰς ὁποίας ὡς χρέος ἱερὸν θὰ σοῦ ἀποδώσω, προσφέρων εἰς σὲ θυσίας αἰνέσεως καὶ δοξολογίας.
14 ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου καὶ τοὺς πόδας μου ἐξ ὀλισθήματος· εὐαρεστήσω ἐνώπιον Κυρίου ἐν φωτὶ ζώντων.14 διότι συ εγλύτωσες την ζωήν μου από βέβαιον θάνατον, διεφυλαξες τους πόδας μου από θανατηφόρον ολίσθημα. Θα πράττω πάντοτε το ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, εφ' όσον ευρίσκομαι υπό το φως του ηλίου εν μέσω των ζώντων ανθρώπων εις την γην.14 Διότι ἐγλύτωσες τὴν ζωήν μου ἀπὸ βέβαιον θάνατον, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐτοιμάσει οἱ ἐχθροί μου, καὶ προεφύλαξας τοὺς πόδας μου ἀπὸ τοῦ νὰ ὀλισθήσουν. Θὰ πράττω πάντοτε τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ἐφ' ὅσον ἀπολαμβάνω τὸ φῶς, ποὺ φέγγει καὶ φωτίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν ἐν τῇ γῇ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΝΣΤ'🔸
                            (56)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· μὴ διαφθείρῃς· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν ἐν τῷ αὐτὸν ἀποδιδράσκειν ἀπὸ προσώπου Σαοὺλ εἰς τὸ σπήλαιον.11
2 (Μασ. 57) ΕΛΕΗΣΟΝ με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με, ὅτι ἐπὶ σοὶ πέποιθεν ἡ ψυχή μου καὶ ἐν τῇ σκιᾷ τῶν πτερύγων σου ἐλπιῶ, ἕως οὗ παρέλθῃ ἡ ἀνομία.2 (Μασ. 57) Ελέησέ με, Κυριε και Θεέ μου. Δείξε την ευσπλαγχνίαν σου και το έλεός σου εις εμέ, διότι εγώ εις σε έχώ στηρίξει την πεποίθησίν μου και κάτω από την προστατευτικήν σκιαν των παντοδυνάμων πτερύγων σου ελπίζω ότι θα διαφυλαχθώ ασφαλής, έως ότου παρέλθη ο κίνδυνος, τον οποίον οι άνομοι έχουν στήσει εναντίον μου.2 Ελέησόν με, ὦ Θεέ μου, ἐλήησόν με, διότι ἐπὶ σοῦ ἐστήριξε πᾶσαν τὴν πεποίθησίν της ἡ ψυχή μου καὶ εἰς τὴν δύσκολον αὐτὴν περίστασιν, ποὺ μὲ εὗρε, θὰ ἐλπίσω εἰς τὴν κραταιὰν σκέπην καὶ προστασίαν τῆς προνοίας σου, ὅπως οἱ νεοσσοὶ τῶν ὀρνίθων κάτω ἀπὸ τὰς πτέρυγας τῶν μητέρων των ζητοῦν τὴν ἀσφάλειάν των. Εἰς αὐτὴν θὰ ἐλπίσω, ἕως ὅτου παρέλθῃ ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἡ ἄνομος ἐπιβουλὴ τῶν ἐχθρῶν μου δημιουργεῖ.
3 κεκράξομαι πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ῞Υψιστον, τὸν Θεὸν τὸν εὐεργετήσαντά με.3 Εκραξα και κράζω από τα βάθη της ψυχής μου προς τον Θεόν τον ύψιστον, ο οποίος πολλές φορές έως τώρα με έχει ευεργετήσει.3 Πρὸς τὸν Θεὸν τὸν Ὕψιστον θὰ κράξω ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, πρὸς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος τοσάκις εἰς τὸ παρελθὸν μὲ εὐηργέτησε.
4 ἐξαπέστειλεν ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἔσωσέ με, ἔδωκεν εἰς ὄνειδος τοὺς καταπατοῦντάς με. (διάψαλμα). ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ4 Εστειλεν από τον ουρανόν την βοήθειάν του και με έσωσε. Θα κατεντροπιάση και θα κατεξευτελίση και τώρα εκείνους, οι οποίοι θέλουν να με ποδοπατήσουν ως σκουλήκι. Ο Κυριος έστειλε και θα στείλη το έλεός του εις εμέ και θα φανή κατά πάντα αληθής και αξιόπιστος εις τας υποσχέσστου.4 Καὶ τώρα ὄχι ἐκ τῆς γῆς ἀλλ’ ἀπ' αὐτὸν τὸν οὐρανὸν ἀπέστειλε τὴν βοήθειάν του καὶ ἐξησφάλισε τὴν σωτηρίαν μου· παρέδωκεν εἰς τὸ ὄνειδος καὶ εἰς τὴν κα ταισχύνην τῆς ἤττης αὐτοὺς ποὺ μὲ καταπατοῦν. Ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ ἔλεός του καὶ τὴν ἀλήθειάν του, ἡ ὁποία διαλάμπει εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τῶν ὑποσχέσεών του.
5 καὶ ἐρρύσατο τὴν ψυχήν μου ἐκ μέσου σκύμνων. ἐκοιμήθην τεταραγμένος· υἱοὶ ἀνθρώπων, οἱ ὀδόντες αὐτῶν ὅπλα καὶ βέλη, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν μάχαιρα ὀξεῖα.5 Εγλύτωσε και θα γλυτώση την ζωήν μου από εχθρούς, οι οποίοι ομοιάζουν με αγρίους νεαρούς λέοντας. Εκοιμήθην με φόβον και ταραχήν, διότι οι άνθρωποι αυτοί, οι εχθροί μου, έχουν, ωσάν δόντια λεόντων, όπλα και βέλη και η γλώσσα των είναι ακονισμένη, κοπτερή μάχαιρα εναντίον μου.5 Καὶ ἐγλύτωσε τὴν ζωήν μου ἀπὸ ἐχθροὺς δεινοὺς καὶ θρασεῖς σὰν τοὺς νεαροὺς λέοντας, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων εὑρέθην. Ἐκοιμύηθην καθ’ ὅλην τὴν νύκτα ἐν φόβῳ καὶ ἐν ταραχῇ. Διότι αὐτοὶ εἶναι ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων οἱ ὀδόντες εἶναι ὅπλα καὶ βέλη, καὶ ἡ γλῶσσα των μάχαιρα κοπτερὰ καὶ ἠκονισμένη, καὶ ἐκινδύνευον νὰ κατασπαραχθῶ καὶ κατασφαγῶ ὑπ’ αὐτῶν.
6 ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου.6 Ας φανή και πάλιν το μεγαλείον σου, Κυριε, στον ουρανόν άνω και η δόξα σου κάτω εις όλην την γην.6 Παρουσιάσθητι καὶ ἐμφανίσου μέγας καὶ ὑψηλὸς ἐπὶ τοῦ οὐρανοῦ, ὦ Θεέ, καὶ ἂς ἐκλάμψῃ ἡ ἔνδοξος δύναμις καὶ τὸ ἀκατανίκητον μεγαλεῖον σου ἐφ' ὅλης τῆς γῆς, ἵνα τιμωρηθοῦν οἱ κακοὶ καὶ ἐπικρατήσῃ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς τὸ θέλημά σου.
7 παγίδα ἡτοίμασαν τοῖς ποσί μου καὶ κατέκαμψαν τὴν ψυχήν μου· ὤρυξαν πρὸ προσώπου μου βόθρον καὶ ἐνέπεσαν εἰς αὐτόν. (διάψαλμα).7 Οι εχθροί μου έστησαν παγίδα στον δρόμον μου και με τας επιβουλάς των κατέκαμψαν και απεθάρρυναν την ψυχήν μου. Ηνοιξαν ενώπιόν μου βορβορώδη λάκκον, δια να πέσω εις αυτόν. Αλλά έπεσαν οι ίδιοι εντός αυτού.7 Παγίδα παρεσκεύασαν διὰ τοὺς πόδας μου, διὰ νὰ σκοντάψω καὶ συλληφθῶ ἐν αὐτῇ. Καὶ πρὸς καιρὸν ἐλύγισαν καὶ ἀπεθάρρυναν τὴν ψυχήν μου· ἔκαμαν πρὸ ἐμοῦ βαθὺν καὶ ὀλέθριον λάκκον, γεμᾶτον ἀπὸ λάσπην, ἀλλ’ ἔπεσαν αὐτοὶ καὶ ὄχι ἐγὼ μέσα εἰς αὐτόν.
8 ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ᾄσομαι καὶ ψαλῶ ἐν τῇ δόξῃ μου.8 Και τώρα η καρδία μου με την πίστιν και το θάρρος της εις σέ, είναι ετοίμη να νικήση τους πειρασμούς, να αντιμετωπίση τους κινδύνους. Εγώ θα σε δοξολογώ με το στόμα μου και θα συνθέτω ύμνους με τα μουσικά όργανα εις δόξαν σου.8 Καὶ τώρα, ὦ Θεέ μου, ἡ καρδία μου ἀνέλαβε καὶ εἶναι ἑτοίμη καὶ ἀκλονήτως ἐστηριγμένη ἐπὶ σοῦ. Εἶναι ἀκλόνητος πλέον καὶ ἑδραία ἡ καρδία μου. Θὰ ἀναπέμψω ᾆσμα εὐχαριστίας καὶ θὰ ψάλω μὲ τὴν ψυχήν μου, ἥτις εἶναι ἡ δόξα καὶ τὸ πολυτιμότερον συστατικὸν τῆς ὑπάρξεώς μου.
9 ἐξεγέρθητι, ἡ δόξα μου· ἐξεγέρθητι, ψαλτήριον καὶ κιθάρα· ἐξεγερθήσομαι ὄρθρου.9 Σηκω επάνω, ω ψυχή μου. Σηκωθήτε και σεις τα μουσικά όργανα, ψαλτήριον και κιθάρα. Πολύ πρωϊ θα σηκωθώ, θα σε δοξολογήσω, Κυριε,9 Σήκω ἐπάνω ἄγρυπνος καὶ πρόθυμος, ὦ ψυχή μου· παύσατε νὰ σιγᾶτε καὶ σεῖς, ὦ ὄργανά μου· τὸ ψαλτήριον καὶ ἡ κιθάρα μου. Θὰ σηκωθῶ πολὺ πρωΐ, προτοῦ ὁ ἥλιος ἀνατείλῃ.
10 ἐξομολογήσομαί σοι ἐν λαοῖς, Κύριε, ψαλῶ σοι ἐν ἔθνεσι,10 ανάμεσα εις πολλούς λαούς, θα ψάλλω εις σε ανάμεσα εις πολλά έθνη,10 Θὰ σὲ δοξολογήσω μεταξὺ λαῶν, Κύριε, θὰ ψάλω μελῳδικῶς πρὸς δόξαν σου ἐν μέσῳ τῶν ἐθνῶν.
11 ὅτι ἐμεγαλύνθη ἕως τῶν οὐρανῶν τὸ ἔλεός σου καὶ ἕως τῶν νεφελῶν ἡ ἀλήθειά σου.11 διότι η ευσπλαγχνία σου και το έλεός σου εμεγαλύνθησαν και υψώθησαν έως στους ουρανούς, και η αξιοπιστία των υποσχέσεών σου και η αλήθειά σου ανέβη έως τα νέφη του ουρανού.11 Διότι εἶναι μέγα τό ἔλεός σου καὶ ὑψοῦται μέχρι τῶν οὐρανῶν ὑπερπληροῦν τὰ σύμπαντα, καὶ ἡ φιλαλήθειά σου καὶ ἢ ἀξιοπιστία σου φθάνει ἕως τὰ συννεφα.
12 ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου.12 Ας υψωθή και ας λάμψη το μεγαλείον σου, ω Θεέ, υπεράνω από τους ουρανούς και η δόξα σου ας απλωθή εις όλην την γην.12 Ἐμφανίσου ὅπως εἶσαι μέγας καὶ ὑψηλὸς ἐπὶ τοῦ οὐρανοῦ, ὦ Θεέ, καὶ ἂς ἐκλάμψῃ ἡ ἔνδοξος δύναμις καὶ τὸ ἀκατανίκητον μεγαλεῖον σου ἐφ’ ὅλης τῆς γῆς, ἵνα καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἔλθῃ ἡ βασιλεία σου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΝΖ'🔸
                             (57)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· μὴ διαφθείρῃς· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν.11
2 (Μασ. 58) ΕΙ ΑΛΗΘΩΣ ἄρα δικαιοσύνην λαλεῖτε; εὐθείας κρίνετε οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων;2 (Μασ. 58) Λαλείτε πράγματι και αληθεία, ω κριταί του Ισραήλ, και εφαρμόζετε δικαιοσύνην; Εκδίδετε σεις, υιοί των ανθρώπων, δικαίας αποφάσεις;2 Εἶναι πραγματικῶς ἀληθὲς ὅτι λαλεῖτε τὸ δίκαιον, ὦ σεῖς παράνομοι κριταί; Ἐκφέρετε λοιπόν, ὦ ἄνθρωποι, δικαίας καὶ εὐθείας κρίσεις καὶ ἀποφάσεις;
3 καὶ γὰρ ἐν καρδίᾳ ἀνομίαν ἐργάζεσθε ἐν τῇ γῇ, ἀδικίαν αἱ χεῖρες ὑμῶν συμπλέκουσιν.3 Οχι. Διότι με την καρδίαν και τον νουν σας επεξεργάζεσθε την αδικίαν εις την ιεράν χώραν της Παλαιστίνης. Τα δε χέρια σας εξυφαίνουν δολίας αδικίας εις βάρος των άλλων.3 Ὄχι, δὲν λαλεῖτε δικαιοσύνην καὶ δὲν κρίνετε εὐθέως. Διότι ἐν τῇ καρδίᾳ σας σκέπτεσθε καὶ συλλογίζεσθε, πῶς θὰ ἐργασθῆτε ἐν τῇ γῇ τὴν ἀνομίαν, καὶ αἱ χεῖρες σας μὲ εὐφυεῖς καὶ περιτέχνους στρεψοδικίας, τὰς ὁποίας ἐπινοεῖτε, διαπράττουν ἀδικίας.
4 ἀπηλλοτριώθησαν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ μήτρας, ἐπλανήθησαν ἀπὸ γαστρός, ἐλάλησαν ψευδῆ.4 Οι αμαρτωλοί αυτοί δικασταί απεξενώθησαν από τον Θεόν, από την εποχήν ακόμη κατά την οποίαν συνελήφθησαν έμβρυα εις την μήτραν. Επλανήθησαν εκ κοιλίας μητρός, ελάλησαν και λαλούν συνεχώς ψέματα.4 Ἀπεξενώθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸν οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἄδικοι αὐτοὶ κριταὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν συνελήφθησαν ἐν τῇ μήτρᾳ, ἐπλανήθησαν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀδικίας, ἀφ’ ὅτου ἦσαν ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός των, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀνέκαθεν λέγουν ψεύματα.
5 θυμὸς αὐτοῖς κατὰ τὴν ὁμοίωσιν τοῦ ὄφεως, ὡσεὶ ἀσπίδος κωφῆς καὶ βυούσης τὰ ὦτα αὐτῆς,5 Αγρία μανία τους κατέχει δια το κακόν, ώστε να ομοιάζουν με φίδια, με ασπίδα κωφήν,5 Ὑπάρχει εἰς αὐτοὺς ἐπιμονὴ καὶ μανία, ὅπως χύσουν τὸ θανατηφόρον των δηλητήριον, ὅμοία πρὸς τὴν μανίαν τοῦ ὄφεως, ἐπίμονος κακία, ὡσὰν τῆς ἀσπίδος τῆς κωφῆς ἡ ὁποία κλείει τὰ ὦτα της
6 ἥτις οὐκ εἰσακούσεται φωνῆς ἐπᾳδόντων, φαρμάκου τε φαρμακευομένου παρὰ σοφοῦ.6 που κλείει τα αυτιά της και δεν θέλει να ακούση τας γοητευτικάς ωδάς των μάγων, με τας οποίας ο πεπειραμένος γόης προσπαθεί να την καταπραΰνη.6 καὶ ἀσυγκράτητος ὁρμᾷ νὰ χύσῃ τὸ δηλητήριόν της καὶ ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀκούσῃ τὴν φωνὴν αὐτῶν, ποὺ μὲ γοητείας καὶ ἐπῳδὰς μαγικὰς προσπαθοῦν νὰ τὴν γοητεύσουν καὶ νὰ τὴν ἀποκοιμίσουν, ἀλλὰ ματαίως παρέχεται εἰς αὐτὴν ἡ ἐπῳδὸς ὡς φάρμακον πραϋντικόν, διὰ τοῦ ὁποίου σοφὸς καὶ πεπειραμένος γόης καὶ φαρμακεὺς ζητεῖ νὰ τὴν πραΰνῃ. Οὕτω καὶ αὐτοὶ πεισμόνως χύνουν τὸ δηλητήριον τῆς ἀδικίας καὶ κακοποιΐας των, μὴ ἀκούοντες καμμίαν συμβουλὴν καὶ δι' οὐδενὸς μέσου ἀναχαιτιζόμενοι ἢ καὶ πρὸς καιρὸν ἠσυχάζοντες.
7 ὁ Θεὸς συντρίψει τοὺς ὀδόντας αὐτῶν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, τὰς μύλας τῶν λεόντων συνέθλασεν ὁ Κύριος·7 Ο Θεός θα συντρίψη τα δόντια των ασεβών αυτών δικαστών μέσα στο στόμα των. Θα καταθρυμματίση τους οδόντας αυτών, οι οποίοι ώσαν άγριοι λέοντες επιζητούν να κατασπαράξουν και να αλέσουν τα θύματά των.7 Εἶναι πλέον γεγονὸς τετελεσμένον, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ συντρίψῃ τοὺς ὀδόντας των μέσα εἰς τὸ στόμα των, θὰ συνθλάσῃ καὶ θὰ καταθραύσῃ ὁ Κύριος τοὺς τραπεζίτας τῶν ἀνόμων αὐτῶν κριτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ δύναμιν καὶ σκληρότητα λεόντων ζητοῦν νὰ καταξεσχίσουν καὶ ἀλέσουν εἰς τὸ στόμα των ὅλους.
8 ἐξουδενωθήσονται ὡσεὶ ὕδωρ διαπορευόμενον· ἐκτενεῖ τὸ τόξον αὐτοῦ ἕως οὗ ἀσθενήσουσιν.8 Θα σβήσουν, θα περάσουν, θα εξαφανισθούν σαν το νερό, το οποίον τρέχει ταχέως και δεν επιστρέφει. Ο Κυριος θα τεντώση το τόξον του, και θα ρίψη εναντίον αυτών τα βέλη του, μέχρις ότου εξασθενήσουν τελείως.8 Θὰ παρέλθουν καὶ δὲν θὰ μείνῃ τίποτε ἀπὸ αὐτούς, ὅπως γρήγορα φεύγει τὸ νερὸν εἰς χειμωνιάτικον ποτάμι, τοῦ ὁποίου ἡ κοίτη ξηραίνεται μέχρι σταγόνος, ὅταν σταματήσουν αἱ βροχαί. Θὰ τεντώσῃ ὁ Κύριος τὸ τόξον του καὶ θὰ ἐξαποστείλῃ κατ’ αὐτῶν τὴν τιμωρητικὴν δύναμίν του μέχρις ὅτου παραλύσουν καὶ καταστοῦν ἀνίσχυροι.
9 ὡσεὶ κηρὸς τακεὶς ἀνταναιρεθήσονται· ἔπεσε πῦρ ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ οὐκ εἶδον τὸν ἥλιον.9 Οπως λυώνει το κερί, έτσι και αυτοί θα λυώσουν, θα διαλυθούν και θα εξαφανισθούν. Φωτιά της οργής του Κυρίου θα πέση επάνω τους, θα κατακαούν και έτσι δεν θα ιδούν ποτέ το φως του ηλίου, θα παύσουν να υπάρχουν μεταξύ των ζώντων ανθρώπων.9 Σὰν κηρὸς ποὺ ἔλειωσεν, οὕτω θὰ ἐξοντωθοῦν. Ἔπεσεν ἐπ’ αὐτῶν τὸ πῦρ τῆς θείας ὀργῆς καὶ τοὺς κατέκαυσε καὶ δὲν εἶδον πλέον τὸ φῶς τοῦ ἡλίου.
10 πρὸ τοῦ συνιέναι τὰς ἀκάνθας αὐτῶν τὴν ράμνον, ὡσεὶ ζῶντας, ὡσεὶ ἐν ὀργῇ καταπίεται αὐτούς.10 Προτού αυξηθούν αι άκανθαι, ώστε να γίνουν ακανθώδεις θάμνοι, πριν εξανθίση και καρποφορήση εις κακά έργα η πονηρία αυτών, σαν με ασυγκράτητον κύμα οργής θα τους καταπίη η θεία δικαιοσύνη.10 Προτοῦ νὰ αὐξηθοῦν αἱ ἄκανθαί των καὶ νὰ γίνουν παλίουρον, προτοῦ ἡ πονηρία των ἐξανθίσῃ καὶ καρποφορήσῃ, ὡς δι’ ἀσυγκρατήτου κύματος ὀργῆς θὰ τοὺς καταπίῃ, πρὶν ἢ ἀποθάνουν, ὅταν ἀκόμη θὰ εἶναι ζωντανοί τόσον πολὺ θὰ αἰσθανθοῦν τὴν σκληρότητα τῆς τιμωρίας.
11 εὐφρανθήσεται δίκαιος, ὅταν ἴδῃ ἐκδίκησιν· τὰς χεῖρας αὐτοῦ νίψεται ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἁμαρτωλοῦ.11 Θα ευφρανθή ο δίκαιος όταν ίδη την θείαν αυτήν εκδίκησιν. Τοσον άφθονον θα χυθή το αίμα των αδίκων κριτών, ώστε εις αυτό θα νίψη τα χέρια του ο δίκαιος, ικανοποιημένος από την θείαν δικαιοσύνην.11 Θὰ εὐφρανθῇ ὁ δίκαιος, ὅταν ἴδῃ τὴν θείαν αὐτὴν ἐκδίκησιν. Καὶ θὰ ρεύσῃ τόσον ἀφθόνως ἐκ τῆς ἐκδικήσεως ταύτης τὸ αἷμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὥστε ὁ δίκαιος θὰ νίψῃ τὰς χεῖρας του μέσα εἰς αὐτό. Θὰ λάβῃ δηλαδὴ ὁ δίκαιος πλήρη ἱκανοποίησιν παρὰ τοῦ Κυρίου διὰ τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν ἀδικίας.
12 καὶ ἐρεῖ ἄνθρωπος· εἰ ἄρα ἐστὶ καρπὸς τῷ δικαίῳ, ἄρα ἐστὶν ὁ Θεὸς κρίνων αὐτοὺς ἐν τῇ γῇ.12 Και τότε κάθε άνθρωπος θα πη· Πράγματι υπάρχει στον δίκαιον η αμοιβή δια τα καλά του έργα. Πράγματι υπάρχει ο Θεός, ο οποίος κρίνει και κατακρίνει τους αδίκους κριτάς επάνω εις την γην.12 Καὶ θὰ εἴπῃ τότε κάθε ἀνθρωπος· τῷ ὄντι ὑπάρχει καρπὸς καὶ ἀμοιβὴ εἰς τὸν δίκαιον διὰ τὴν ἀρετήν του. Ὑπάρχει ὄντως Θεός, ὁ ὁποῖος κρίνει τοὺς ἀδίκους κριτὰς ἐν τῇ γῇ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΝΗ'🔸
                             (58)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· μὴ διαφθείρῃς· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν, ὁπότε ἀπέστειλε Σαοὺλ καὶ ἐφύλαξε τὸν οἶκον αὐτοῦ τοῦ θανατῶσαι αὐτόν.11
2 (Μασ. 59) ΕΞΕΛΟΥ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ Θεός, καὶ ἐκ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ᾿ ἐμὲ λύτρωσαί με·2 (Μασ. 59) Ω Θεέ μου, βγάλε με από τα χέρια των εχθρών μου. Γλύτωσέ με από την επιβουλήν εκείνων, οι οποίοι έχουν εξεγερθή εναντίον μου.2 Ω Θεέ μου, ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου, καὶ ἀπάλλαξέ με ἀπὸ τὴν ἐπιβουλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεγείρονται κατ’ ἐμοῦ.
3 ρῦσαί με ἐκ τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν καὶ ἐξ ἀνδρῶν αἱμάτων σῶσόν με.3 Γλύτωσέ με από τους ανθρώπους, που εργάζονται την ανομίαν. Σώσε με από ανθρώπους αιμοβόρους, που σκέπτονται και διαπράττουν εγκλήματα.3 Γλύτωσέ με ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους αἱμοβόρους σῶσέ με.
4 ὅτι ἰδοὺ ἐθήρευσαν τὴν ψυχήν μου, ἐπέθεντο ἐπ᾿ ἐμὲ κραταιοί. οὔτε ἡ ἀνομία μου οὔτε ἡ ἁμαρτία μου, Κύριε·4 Διότι ιδού, έστησαν ενέδρας, δια να μου πάρουν την ζωήν. Επετέθησαν εναντίον μου οι ισχυροί της εποχής αυτής. Ούτε η παρανομία μου, ούτε η αμαρτία μου υπήρξαν, Κυριε, αιτία της καταφοράς των αυτής.4 Διότι ἰδοὺ ἔστησαν ἐνέδρας κατὰ τῆς ζωῆς μου, ζητοῦντες ὡς ἄλλο θήραμα νὰ μὲ συλλάβουν καὶ νὰ μὲ ἐξοντώσουν, καὶ ἐπετέθησαν ἐναντίον μου ἰσχυροί, διαθέτοντες μεγάλας δυνάμεις. Τούτου δὲ αἰτία δὲν εἶναι, Κύριε, οὔτε κάποιον ἀνόμημά μου οὔτε κάποια ἁμαρτία ποὺ νὰ διέπραξα ἐγώ.
5 ἄνευ ἀνομίας ἔδραμον καὶ κατεύθυνα· ἐξεγέρθητι εἰς συνάντησίν μου καὶ ἴδε.5 Μέχρι σήμερον επέρασα τας ημέρας της ζωής μου χωρίς παρανομία. Εξ αντιθέτου συμπεριεφέρθην με ευθύτητα. Σηκω, λοιπόν, Κυριε, και έλα εις συνάντησίν μου και ίδε τον κίνδυνον, που με απειλεί.5 Μέχρι σήμερον διήνυσα τὸ στάδιον τοῦ βίου χωρὶς ἀνομίαν καὶ συμπεριεφέρθην μὲ εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνειαν· ἐγέρθητι καὶ ἐλθὲ εἰς συνάντησιν καὶ βοήθειάν μου· ἴδε εἰς ποῖον κίνδυνον εὑρίσκομαι καὶ ποῖα δεινὰ ὑποφέρω.
6 καὶ σύ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Ισραήλ, πρόσχες τοῦ ἐπισκέψασθαι πάντα τὰ ἔθνη, μὴ οἰκτειρήσῃς πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν. (διάψαλμα).6 Συ, Κυριε, ο Θεός των επουρανίων και επιγείων δυνάμεων, συ ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, σπεύσε εν τη δικαιοσύνη σου να επισκεφθής με την τιμωρόν ράβδον σου όλα τα αμαρτωλά έθνη. Μη δείξης ευσπλαγχνίαν προς εκείνους, οι οποίοι εργάζονται την παρανομίαν.6 Καὶ σύ, Κύριε, ὅστις εἶσαι ὁ Θεὸς καὶ δεσπότης τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, ὁ Θεὸς ὁ λατρευόμενος ὑπὸ τοῦ Ἰσραήλ, σπεῦσον νὰ ἐπισκεφθῇς μὲ τὴν τιμωρητικήν σου ράβδον ὅλα τὰ μακράν σου πλανώμενα ἔθνη, καὶ μὴ σπλαγχνισθῇς διόλου ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἄνευ τύψεως ἢ δισταγμοῦ τινος ἐργάζονται τὴν ἀνομίαν, ἀλλὰ τιμώρησέ τους ἀλύπητα.
7 ἐπιστρέψουσιν εἰς ἑσπέραν καὶ λιμώξουσιν ὡς κύων καὶ κυκλώσουσι πόλιν.7 Οπως ο κύων κατά την εσπέραν περιέρχεται αναζητών τροφήν εις τα απορρίμματα, έτσι και αυτοί, διψασμένοι και πεινασμένοι δι' ανθρώπινον αίμα, θα περιέλθουν την πόλιν αναζητούντες τα θύματά των.7 Ὅπως ὁ κύων κατὰ τὴν ἑσπέραν περιέρχεται ἀναζητῶν τροφὴν εἰς τὰ σαρίδια καὶ ἀπορρίμματα τῶν σπιτιῶν καὶ διαταράττει τὴν ἡσυχίαν τῶν κατοίκων μὲ τὰ ἐκ πείνης γαυγίσματά του, οὕτω καὶ αὐτοὶ φεύγοντες τὸ φῶς τῆς ἀληθείας καὶ καλυπτόμενοι ὑπὸ τὸ σκότος τῆς ὑποκρισίας καὶ ἀνειλικρινείας ἐπιστρέφουν κατὰ τὴν νύκτα καὶ λιμώττουν διψῶντες αἷμα ἀνθρώπινον καὶ διατρέχουν τριγύρω τὴν πόλιν, ἀναζητοῦντες τὰ θύματά των.
8 ἰδοὺ ἀποφθέγξονται ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, καὶ ρομφαία ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν, ὅτι τίς ἤκουσε;8 Ιδού, αυτοί εκτοξεύουν από το στόμα τους φαρμακερούς και υβριστικούς λόγους. Κοφτερή ρομφαία τα χείλη των. Με θρασύτητα λέγουν· Ποιός μας ακούει; Και αν μας ακούη, άνθρωπος η Θεός, μήπως και θα δώσωμεν λόγον;8 Δὲν θὰ γαυγίσουν βέβαια ὡς ὁ κύων, ἀλλ' ἰδοὺ θὰ εἴπουν λόγους καὶ λέξεις μὲ τὸ στόμα των καὶ εἰς τὰ χείλη των ὑπάρχει ρομφαία καὶ μάχαιρα κοπτερά. Ὑβρίσατε, κακολογήσατε καὶ συκοφαντήσατε, λέγουν. Διότι, ποῖος μᾶς ἀκούει; Καὶ εἰς ποῖον πρόκειται νὰ δώσωμεν λόγον, δι’ αὐτὰ ποὺ θὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰ χείλη μας;
9 καὶ σύ, Κύριε, ἐκγελάσῃ αὐτούς, ἐξουδενώσεις πάντα τὰ ἔθνη.9 Συ όμως, Κυριε, θα τους περιγελάσης. Θα εκμηδενίσης γενικώς όλα τα ειδωλολατρικά αμαρτωλά έθνη.9 Καὶ καθ’ ὃν χρόνον λέγουν αὐτοὶ τοὺς χλευαστικοὺς καὶ φαρμακερούς των λόγους, σύ, Κύριε, θὰ τοὺς ἐμπαίξῃς καὶ θὰ τοὺς περιγελάσῃς, θὰ ἐκμηδενίσῃς ὅλα τὰ μακράν σου πλανώμενα ἔθνη.
10 τὸ κράτος μου, πρὸς σὲ φυλάξω, ὅτι σύ, ὁ Θεός, ἀντιλήπτωρ μου εἶ.10 Την δύναμίν μου, Κυριε, την σωτηρίαν και ασφάλειάν μου, θα αναθέσω εις σέ, διότι συ είσαι ο Θεός μου, ο προστάτης και υπερασπιστής μου.10 Τὴν δύναμιν καὶ ἐπικράτησίν μου εἰς τὴν ἰδικήν σου περιφρούρησιν καὶ προστασίαν θὰ ἀναθέσω, διότι σύ, ὦ Θεέ μου, εἶσαι ὁ βοηθὸς καὶ προστάτης μου.
11 ὁ Θεός μου, τὸ ἔλεος αὐτοῦ προφθάσει με· ὁ Θεός μου δείξει μοι ἐν τοῖς ἐχθροῖς μου.11 Ω Θεέ μου, πιστεύω απολύτως, ότι θα έλθη προς εμέ το έλεός σου στον κατάλληλον καιρόν, δια να με προφθάση, πριν πάθω τι. Συ, ο Θεός μου, θα μου δείξης το έργον της δικαιοσύνης σου εναντίον των εχθρών μου.11 Ὦ Θεέ μου, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀποστείλῃς ἐγκαίρως τὸ ἔλεός σου, διὰ νὰ μὲ προφθάσῃ, ὥστε νὰ μὴ πάθω τίποτε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου· ὁ Θεός, τὸν ὁποῖον λατρεύω καὶ ἔχω ἰδικόν μου, θὰ μοῦ δείξῃ ὅ,τι εἶναι πρέπον καὶ δίκαιον νὰ ἐπισυμβῇ εἰς τοὺς ἐχθρούς μου.
12 μὴ ἀποκτείνῃς αὐτούς, μήποτε ἐπιλάθωνται τοῦ νόμου σου· διασκόρπισον αὐτοὺς ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ κατάγαγε αὐτούς, ὁ ὑπερασπιστής μου, Κύριε.12 Μη τους θανατώσης όμως, Κυριε, αλλά τιμώρησέ τους κατ' άλλον τρόπον, δια να βλέπη το έθνος μου την τιμωρίαν αυτήν και μη λησμονή τον Νομον σου. Διασκόρπισέ τους εν τη παντοδυναμία σου μακράν από την πατρίδα των. Ριψε τους ταπεινωμένους και εξευτελισμένους κάτω στο χώμα, συ Κυριε, που είσαι ο υπερασπιστής και προστάτης μου.12 Μὴ θανατώσῃς αὐτούς, Κύριε, ἀλλὰ διὰ τῶν τιμωριῶν σου ταπείνωσέ τους παραδειγματικῶς. Ποθῶ τοῦτο, ἵνα μὴ τὸ ἔθνος μου λησμονήσῃ τὸν νόμον σου, ἐπειδὴ δὲν θὰ ἔχῃ ζωντανὸν παράδειγμα τῶν ἐκδικήσεών σου· διασκόρπισέ τους διὰ τῆς δυνάμεώς σου μακρὰν τῆς πατρίδος των καὶ κατάρριψέ τους τεταπεινωμένους καὶ συρομένους ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐν ἀθλιότητι, ὦ Κύριε, ποὺ εἶσαι ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ προστάτης μου.
13 ἁμαρτία στόματος αὐτῶν, λόγος χειλέων αὐτῶν, καὶ συλληφθήτωσαν ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ αὐτῶν· καὶ ἐξ ἀρᾶς καὶ ψεύδους διαγγελήσονται ἐν συντελείᾳ,13 Ποσον αηδιαστική ήτο η αμαρτία, που εξεμούσε το στόμα αυτών! Ποσον πονηρός και δόλιος ο λόγος των χειλέων των! Ας συλληφθούν αυτοί μέσα εις τα δίκτυα των εγωπαθών και φθονερών σχεδίων των. Τα αμαρτωλά λόγια, με τα οποία αυτοί με κατηρώντο και εψεύδοντο εις βάρος μου, θα διαλαληθούν εις όλους έπειτα από την συντριβήν των.13 Ὤ! πόσον ἀπεχθὴς εἶναι ἡ ἁμαρτία τοῦ στόματός των· πόσον δηλητηριώδης καὶ φονικὸς εἶναι ὁ λόγος τῶν χειλέων των! Καὶ ὡς ἐκ τούτου ἂς συλληφθοῦν μὲ τὰ τῆς ὑπερηφανείας των, ταπεινούμενοι καὶ ἐξευτελιζόμενοι· καὶ ἀπὸ τὴν κατάραν καὶ τὸ ψεῦδος, ποὺ ἐξήρχοντο ἀπὸ τὰ χείλη των, θὰ γίνουν διάγγελμα καὶ διαλάλημα ἀνὰ τὸν κόσμον, διὰ τὴν καταστροφὴν καὶ ἀπώλειάν τους.
14 ἐν ὀργῇ συντελείας, καὶ οὐ μὴ ὑπάρξουσι· καὶ γνώσονται, ὅτι Θεὸς δεσπόζει τοῦ ᾿Ιακὼβ τῶν περάτων τῆς γῆς. (διάψαλμα).14 Η τιμωρία των, εν τη δικαία σου οργή, θα είναι πλήρης και δεν θα υπάρχουν πλέον. Τοτε θα μάθουν όλοι, ότι ο Θεός είναι ο Κυριος και προστάτης των Ισραηλιτών, μέχρι και των περάτων της γης.14 Θὰ γίνουν ἐξακουστοὶ διὰ τὸν θάνατον καὶ ἐξαφανισμόν των ὑπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ δικαίου Κριτοῦ. Καὶ δὲν θὰ ὑπάρξουν πλέον ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ διὰ τῆς τοιαύτης τιμωρίας τῶν ἀσεβῶν θὰ μάθουν ὅλοι, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δεσπότης καὶ Κύριος τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰακώβ, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ κατοικοῦν μέχρι τῶν περάτων καὶ τῶν ἐσχατιῶν τῆς γῆς.
15 ἐπιστρέψουσιν εἰς ἑσπέραν, καὶ λιμώξουσιν ὡς κύων καὶ κυκλώσουσι πόλιν.15 Αυτοί, όπως ο πεινασμένος κύων κατά την εσπέραν περιέρχεται τους δρόμους εις αναζήτησιν τροφής του μέσα εις τα απορρίμματα, έτσι και αυτοί πεινασμένοι και διψασμένοι δι' αίμα ανθρώπων, θα περιτριγυρίζουν γύρω την πόλιν ζητούντες θύματα.15 Σὰν κύων πεινασμένος, ποὺ ἀναζητεῖ μὲ γαυγίσμα τὴν τροφὴν κατὰ τὴν ἑσπέραν εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως, οὕτω καὶ αὐτοὶ ἐπιστρέφουν κατὰ τὴν νύκτα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν σκοτεινῶν σχεδίων των ζητοῦντες νὰ χορτασθοῦν μὲ αἵματα καὶ σάρκας ἀνθρώπων, καὶ διατρέχουν τριγύρω τὴν πόλιν ἀναζητοῦντες τὰ θύματά των.
16 αὐτοὶ διασκορπισθήσονται τοῦ φαγεῖν· ἐὰν δὲ μὴ χορτασθῶσι, καὶ γογγύσουσιν.16 Αυτοί θα διασκορπισθούν από έδω και από εκεί, δια να φάγουν κάποιον. Εάν δε και δεν κορέσουν τα αιμοβόρα ένστικτά των, θα γογγύζουν και θα γαυγίζουν.16 Αὐτοὶ θὰ διασκορπισθοῦν καὶ θὰ πλανῶνται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, μὲ τὸν πόθον νὰ φάγουν καὶ νὰ κορέσουν τὸ μῖσος των καὶ τὰς αἱμοβόρους διαθέσεις των· ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ χορτασθοῦν. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν χορτασθοῦν, θὰ γογγύζουν καὶ θὰ γαυγίζουν.
17 ἐγὼ δὲ ᾄσομαι τῇ δυνάμει σου καὶ ἀγαλλιάσομαι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐγενήθης ἀντιλήπτωρ μου καὶ καταφυγή μου ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου.17 Εγώ όμως θα ψάλλω δοξολογίαν προς σέ, τον παντοδύναμον Θεόν. Θα πλημμυρίσω από αγαλλίασιν την πμωΐαν, που θα ίδω το έλεός σου, διότι συ υπήρξες προστάτης μου και καταφύγιόν μου εις περίοδον θλίψεων και κινδύνων.17 Ἐγὼ ὅμως θὰ ψάλω ᾆσμα δοξολογίας εἰς τὴν δύναμίν σου, διὰ τῆς ὁποίας ἐσώθην, καὶ θὰ γεμίσῃ τὸ πρωῒ ἡ καρδία μου ἀπὸ ἀγαλλίασιν διὰ τὸ παρασχεθὲν εἰς ἐμὲ ἔλεός σου. Διότι ἔγινες βοηθός μου καὶ καταφύγιόν μου κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς καταπιέσεώς μου καὶ τῶν κινδύνων μου.
18 βοηθός μου εἶ, σοὶ ψαλῶ, ὅτι σύ, ὁ Θεός, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, ὁ Θεός μου, τὸ ἔλεός μου.18 Συ, Κυριε, είσαι βοηθός μου. Θα ψάλλω και θα υμνολογώ σέ, διότι συ ήσουνα και είσαι ο προστάτης μου, ο Θεός μου, γεμάτος έλεος και ευσπλαγχνίαν προς εμέ.18 Εἶσαι βοηθός μου. Πρὸς τιμὴν καὶ δοξολογίαν σου θὰ ψάλω ὕμνον, διότι σύ, ὦ Θεέ μου, εἶσαι ὁ προστάτης μου, ὁ Θεὸς τὸν ὁποῖον λατρεύω καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκω, ὁ γεμᾶτος ἔλεος καὶ εὐσπλαγχνίαν πρὸς ἐμέ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΝΘ'🔸
                             (59)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· τοῖς ἀλλοιωθησομένοις ἔτι, εἰς στηλογραφίαν τῷ Δαυΐδ, εἰς διδαχήν,11
2 ὁπότε ἐνεπύρισε τὴν Μεσοποταμίαν Συρίας καὶ τὴν Συρίαν Σοβά, καὶ ἐπέστρεψεν ᾿Ιωάβ, καὶ ἐπάταξε τὴν φάραγγα τῶν ἁλῶν, δώδεκα χιλιάδας.22
3 (Μασ. 60) Ο ΘΕΟΣ, ἀπώσω ἡμᾶς καὶ καθεῖλες ἡμᾶς, ὠργίσθης καὶ οἰκτείρησας ἡμᾶς.3 (Μασ. 60) Ω Θεέ, μας απώθησες και μας απεμάκρυνες από κοντά σου. Μας κατεκρήμνισες, ωργίσθης εναντίον μας. Και τώρα, Κυριε, μετά την τιμωρίαν μας, δείξε προς ημάς το έλεός σου και την ευσπλαγχνίαν σου.3 Ω Θεέ, μᾶς ἔσπρωξες μακρὰν ἀπὸ σοῦ καὶ ἐπέτρεψας νὰ διασπασθοῦν τὰ σύνορά μας, ὠργίσθης καθ’ ἡμῶν. Καὶ τώρα, μετὰ τὴν καθ’ ἠμῶν τιμωρίαν σου, σπλαγχνίσου καὶ πάλιν ἠμᾶς.
4 συνέσεισας τὴν γῆν καὶ συνετάραξας αὐτήν· ἴασαι τὰ συντρίμματα αὐτῆς ὅτι ἐσαλεύθη.4 Συνεκλόνισες την χώραν της Παλαιστίνης με την επιδρομήν και τας δηώσεις των αλλοφύλων. Την συνετάραξες ωσάν με σεισμούς μεγάλους και καταστρεπτικούς. Θεράπευσε, Κυριε, τα συντρίμματα και τα ερείπιά της, διότι τα πάντα εις αυτήν εσαλεύθησαν.4 Ἔσεισας τὴν γῆν τῆς Παλαιστίνης καὶ μὲ τὴν εἰσβολὴν καὶ τὰς δῃώσεις τῶν ἐχθρῶν τὴν συνετάραξας ὡς διὰ σεισμῶν μεγάλων καὶ καταστρεπτικῶν. Ἰάτρευσον τὰ συντρίμματα καὶ τὰ ἐρείπιά της, διότι ἀπὸ τὰς ἐπιδρομὰς τῶν ἐχθρῶν ἐσαλεύθη καὶ κατεστράφη.
5 ἔδειξας τῷ λαῷ σου σκληρά, ἐπότισας ἡμᾶς οἶνον κατανύξεως.5 Παρεχώρησες να ίδη ο λαός σου σκληράς δοκιμασίας. Μας επότισες με τον πικρόν οίνον της οργής σου.5 Ἔδειξας σκληρὰς δοκιμασίας εἰς τὸν λαόν σου, μᾶς ἐπότισας μὲ τὸ ποτήριον τῆς ὀργῆς σου οἶνον, προξενοῦντα πονοκέφαλον καὶ ζάλην, κατάπικρον ποτήριον, ποὺ μᾶς ἐμέθυσε καὶ μᾶς παρέλυσε.
6 ἔδωκας τοῖς φοβουμένοις σε σημείωσιν τοῦ φυγεῖν ἀπὸ προσώπου τόξου. (διάψαλμα).6 Εδωκες όμως, εν τη ευσπλαγχνία και τη αγαθότητί σου, στους Ισραηλίτας, που ευλαβούνται το όνομά σου, σημείον, δια να αποφύγουν το εχθρικόν τόξον και διασωθούν.6 Ἔδωκας εἰς τοὺς φοβουμένους σε ἐκ τῶν Ἰσραηλιτῶν σύνθημα καὶ σημεῖον διὰ νὰ φύγουν ἐνώπιον τοῦ τόξου τῶν ἐχθρῶν καὶ διασωθοῦν.
7 ὅπως ἂν ῥυσθῶσιν οἱ ἀγαπητοί σου, σῶσον τῇ δεξιᾷ σου καὶ ἐπάκουσόν μου.7 Δια να γλυτώσουν οι αγαπητοί σου και μη εξοντωθούν από τους εχθρούς, σώσε τους με την ακατανίκητον δεξιάν σου και κάμε δεκτήν ευμενώς την προσευχήν μου υπέρ του λαού.7 Διὰ νὰ γλυτώσουν οἱ ἀγαπητοί σου καὶ μὴ ἐξοντωθοῦν μετὰ τὴν ἧτταν ποὺ ἔπαθαν, σῶσε τους διὰ τῆς ἀηττήτου δεξιᾶς σου καὶ ἄκουσε τὴν προσευχὴν ἐμοῦ, τοῦ βασιλέως των.
8 ὁ Θεὸς ἐλάλησεν ἐν τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· ἀγαλλιάσομαι καὶ διαμεριῶ Σίκιμα καὶ τὴν κοιλάδα τῶν σκηνῶν διαμετρήσω.8 Ο Θεός, εν τη αγιότητι αυτού, μίλησε επισήμως και είπε· Με χαράν και αγαλλίασιν θα διαμοιράσω εις σας την πόλιν Συχέμ και θα καταμετρήσω την κοιλάδα των σκηνών, που εκτείνεται πέραν του Ιορδάνου, όλην αυτήν την χώραν, δια να την διαμοιράσω προς σας.8 Ὁ Θεὸς ἐλάλησεν ἐπισήμως ἐν ὀνόματι τῆς ἁγιωσύνῃς του καὶ ὑπεσχέθη τὰ ἑξῆς: Μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν θὰ διαμοιράσω τὴν πόλιν Συχέμ, ποὺ κεῖται πρὸς δυσμὰς τοῦ Ἰορδάνου, καὶ θὰ διαμετρήσω τὴν κοιλάδα τῶν σκηνῶν ἢ τῆς πόλεως Σουκκώθ, ποὺ ἐκτείνεται πέραν τοῦ Ἰορδάνου, τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα τῆς Παλαιστίνης, τὰ ὁποῖα ὑποδηλοῦν ὁλόκληρον τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν μοιράζω καὶ καταμετρῶ.
9 ἐμός ἐστι Γαλαάδ, καὶ ἐμός ἐστι Μανασσῆ, καὶ ᾿Εφραὶμ κραταίωσις τῆς κεφαλῆς μου, ᾿Ιούδας βασιλεύς μου·9 Διότι εις εμέ ανήκει η χώρα Γαλαάδ, ιδική μου είναι η περιοχή Μανασσή η πέραν του Ιορδάνου. Επίσης ιδική μου είναι και η εντεύθεν του Ιορδάνου περιοχή Εφραίμ, η κραταιά αυτή δύναμις περικεφαλαία μου, όπως επίσης και φυλή του Ιούδα, από την οποίαν προέρχονται οι βασιλείς του λαού μου.9 Ἡ χώρα τῆς φυλῆς τοῦ Γαλαὰδ καὶ ἡ χώρα τῆς φυλῆς τοῦ Μανασσῆ, ἡ πρὸς Ἀνατολάς τοῦ Ἰορδάνου εἶναι ἰδικαί μου καὶ τὸν Ἐφραὶμ ἀνακηρύττω κράνος καὶ προμαχῶνα κραταιότατον τῆς κεφαλῆς μου, ὁ Ἰούδας δὲ εἶναι ὁ ὑπ’ ἐμοῦ ἐγκατασταθεὶς ἡγεμών, ποὺ θὰ βασιλεύσῃ ἐπὶ τῆς χώρας του.
10 Μωὰβ λέβης τῆς ἐλπίδος μου, ἐπὶ τὴν ᾿Ιδουμαίαν ἐκτενῶ τὸ ὑπόδημά μου, ἐμοὶ ἀλλόφυλοι ὑπετάγησαν.10 Η χώρα των Μωαβιτών θα γίνη λεκάνη, μέσα εις την οποίαν ο εκλεκτός μου λαός θα πλύνη τους πόδας του. Εις την χώραν της Ιδουμαίας θα εκτείνω το υπόδημά μου και θα την υποτάξω. Εις εμέ όλοι οι αλλόφυλοι υπετάγησαν και θα υποταχθούν.10 Οἱ Μωαβῖται εἶναι ὁ λέβης καὶ ἡ λεκάνη, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ πλύνῃ τοὺς πόδας του ὁ ἐκλεκτὸς λαός μου, ἐπὶ τὸν ὁποῖον ἐλπίζω, καὶ ἐπὶ τῆς Ἰδουμαίας θὰ ἐκτείνω τὸ ὑπόδημά μου, ὑποτάσσων καὶ καταδούλων τοὺς κατοίκους αὐτῆς· εἰς ἐμὲ πάντες οἱ ἀλλόφυλοι ὑπετάγησαν.
11 τίς ἀπάξει με εἰς πόλιν περιοχῆς; ἢ τίς ὁδηγήσει με ἕως τῆς ᾿Ιδουμαίας;11 Επειτα, λοιπόν, από τας μεγάλας αυτάς υποσχέσστου Κυρίου, ποίος θα με φέρη νικητήν εις την οχυράν πόλιν, που είναι πρωτεύουσα της Ιδουμαίας; Ποιός θα με οδηγήση το συντομώτερον μέχρι της χώρας Ιδουμαίας;11 Αὐτὰ εἶπες καὶ ὑπεσχέθης. Κύριε. Ποῖος τώρα θὰ μὲ φέρῃ νικητὴν εἰς πόλιν περιτειχισμένην καὶ ὀχυράν, ὅπως εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἰδουμαίας; Ἢ ποῖος θὰ μὲ ὁδηγήσῃ μέχρι τῆς Ἰδουμαίας ὡς ἀρχηγὸς καὶ στρατηλάτης μου;
12 οὐχὶ σύ, ὁ Θεός, ὁ ἀπωσάμενος ἡμᾶς; καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ, ὁ Θεός, ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν;12 Δεν θα μας οδηγήσης συ, ω Θεέ μου, ο οποίος προηγουμένως μας είχες απωθήσει από κοντά σου; Και συ δεν θα εκστρατεύσης μαζή με τας ιδικάς μας στρατιωτικάς δυνάμεις εναντίον των εχθρών μας;12 Δὲν θὰ μὲ ὁδηγήσῃς σύ, ὦ Θεέ, ὁ ὁποῖος τώρα μᾶς ἀπώθησας; Καὶ δὲν θὰ ἐξέλθῃς μετὰ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεών μας, ὦ Θεέ, στρατηγὸς καὶ κραταιὸς σύμμαχός μας;
13 δὸς ἡμῖν βοήθειαν ἐκ θλίψεως, καὶ ματαία σωτηρία ἀνθρώπου.13 Δος μας βοήθειαν, δια να σωθώμεν από την δοκιμασίαν, η οποία μας συνέχει, διότι ματαία και άκαρπος εις σωτηρίαν είναι κάθε βοήθεια, που προέρχεται από άνθρωπον.13 Δός μας βοήθειαν διὰ νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν θλῖψιν ποὺ μᾶς συνέχει, διότι εἰς μάτην θὰ προσπαθήσω οἱοσδήποτε ἄνθρωπος νὰ μᾶς σώσῃ.
14 ἐν τῷ Θεῷ ποιήσωμεν δύναμιν, καὶ αὐτὸς ἐξουδενώσει τοὺς θλίβοντας ἡμᾶς.14 Με την βοήθειαν σου του Θεού μας θα δράσωμεν αποτελεσματικώς και μετά δυνάμεως. Αυτός ο ίδιος θα εκμηδενίση εκείνους, οι οποίοι μας θλίβουν.14 Διὰ τῆς βοηθείας τοῦ Θεοῦ θὰ δράσωμεν μετὰ δυνάμεως καὶ θὰ ἀνδραγαθήσωμεν, καὶ αὐτὸς θὰ ἐκμηδενίσῃ αὐτοὺς ποὺ μᾶς θλίβουν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός Ξ'🔸
                            (60)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 61) ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ, ὁ Θεός, τῆς δεήσεώς μου, πρόσχες τῇ προσευχῇ μου.2 (Μασ. 61) Ακουσε, ω Θεέ μου, και κάμε δεκτήν την δέησίν μου. Δώσε προσοχήν εις την προσευχήν μου.2 Εἰσάκουσε, ὦ Θεέ, τὴν δέησίν μου, εὐδόκησον νὰ προσέξῃς εἰς τὴν προσευχήν μου.
3 ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς πρὸς σὲ ἐκέκραξα ἐν τῷ ἀκηδιάσαι τὴν καρδίαν μου· ἐν πέτρᾳ ὕψωσάς με, ὡδήγησάς με,3 Από τα πέρατα της γης, μακράν από την Σιών, κράζω προς σε εις περίοδον, κατά την οποίαν η καρδία μου έχει καταληφθή από μεγάλην λύπην και ατονίαν. Και συ, Κυριε, όπως στο παρελθόν έτσι και τώρα, με ύψωσες και με εστήριξες εις απρόσιτους από τους εχθρούς μου βράχους. Εκεί, συ ο ίδιος με οδήγησες ασφαλή.3 Ἀπὸ τὰς ἐσχατιὰς τῆς γῆς μακρὰν ἀπὸ τὴν ποθητὴν Σιών, πρὸς σὲ ἐβόησα, ὅταν ἡ καρδία μου κατελήφθη ἀπὸ βαρεῖαν λύπην καὶ παρέλυσεν· ἀλλ’ αὐτοστιγμεὶ ἦλθες εἰς βοήθειάν μου καὶ μὲ ἀνύψωσες εἰς πέτραν καὶ εἰς βραχῶδες ἄσυλον, ἀπλησίαστον εἰς τοὺς ἐχθρούς μου. Σὺ μὲ ὠδήγησας ἐκεῖ, ὅπου ἐγὼ μόνος ἦτο ἀδύνατον νὰ ἔλθω.
4 ὅτι ἐγενήθης ἐλπίς μου, πύργος ἰσχύος ἀπὸ προσώπου ἐχθροῦ.4 Διότι εγώ και στο παρελθόν εις σε είχα στηρίξει τας ελπίδας μου και με επροστάτευσες ως πύργον και φρούριον απόρθητον εναντίον του οιουδήποτε εχθρού μου.4 Διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔγινες καὶ ἀπεδείχθης ἐλπίς μου, καὶ μὲ ἐπροστάτευσες ὡς πύργος καὶ φρούριον ἰσχυρὸν καὶ ἀπόρθητον ἔναντι οἰουδήποτε ἐχθροῦ μου.
5 παροικήσω ἐν τῷ σκηνώματί σου εἰς τοὺς αἰῶνας, σκεπασθήσομαι ἐν σκέπει τῶν πτερύγων σου. (διάψαλμα).5 Πιστεύω, ότι και τώρα θα ευδοκήσης να κατοικήσω παντοτεινά πλησίον του ιερού σου σκηνώματος εις την Ιερουσαλήμ, ώστε να ευρίσκωμαι υπό την ακατανίκητον σκέπην των πτερύγων της θείας σου προστασίας.5 Τὸ ἐπιθυμῶ καὶ τὸ εὔχομαι, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ μοῦ τὸ δώσῃς, νὰ κατοικήσω δηλαδὴ πλησίον τοῦ σκηνώματός σου διαπαντός, πλησίον τῆς ἐν τῇ Σιὼν ἁγίας σου σκηνῆς καὶ νὰ σκεπασθῶ ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν πτερύγων σου, προστατευόμενος ὑπὸ σοῦ, οὐ μόνον ἰσχυρούς, ἀλλὰ καὶ στοργικῶς.
6 ὅτι σύ, ὁ Θεός, εἰσήκουσας τῶν εὐχῶν μου, ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου.6 Διότι συ, ω Θεέ μου, ήκουσες και έκαμες ευμενώς δεκτάς τας προσευχάς μου και τα τάματά μου, και έδωσες εις ημάς, που σε ευλαβούμεθα, την γην της Επαγγελίας ως κληρονομίαν.6 Διότι σύ, Θεέ μου, εἰσήκουσες καὶ ἔκαμες δεκτὰς τὰς εὐχὰς καὶ τὰ ταξίματά μου. Ἔδωκες τὴν κληρονομίαν τῆς ἁγίας γῆς εἰς τοὺς φοβουμένους τὸ ὄνομά σου καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ ἐγγύησιν περὶ τοῦ ὅτι καὶ πᾶσαν προστασίαν καὶ εὐλογίαν εἶσαι ἕτοιμος νὰ ἐπιδαψιλεύσῃς εἰς αὐτούς.
7 ἡμέρας ἐφ᾿ ἡμέρας τοῦ βασιλέως προσθήσεις, τὰ ἔτη αὐτοῦ ἕως ἡμέρας γενεᾶς καὶ γενεᾶς.7 Ημέρας εις τας ημέρας του βασιλέως θα προσθέσης, ώστε τα έτη του δια των απογόνων του, και μάλιστα δια του Μεσσίου, να συνεχισθούν αιωνίως από των ημερών της μιας γενεάς μέχρι και των ημερών της άλλης εις αιώνας αιώνων.7 Ἡμέρας εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ βασιλέως θὰ προσθέσῃς, τὰ ἔτη του διὰ τῶν ἀπογόνων του καὶ μάλιστα διὰ τοῦ Μεσσίου θὰ συνεχισθοῦν αἰωνίως, ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τῆς μιᾶς γενεᾶς μέχρι τῶν ἡμερῶν τῆς ἄλλης γενεᾶς,
8 διαμενεῖ εἰς τὸν αἰῶνα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἔλεος καὶ ἀλήθειαν αὐτοῦ τίς ἐκζητήσει;8 Και έτσι θα παραμένη αυτός αιώνιος βασιλεύς ενώπιόν σου. Ποιός από τους θνητούς θα ημπορέση ποτε να ερευνήση και να κατανοήση το βάθος του ελέους και την πιστότητα των υποσχέσεών σου;8 εἰς τρόπον ὥστε θὰ διαμείνῃ βασιλεύων αἰωνίως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ποῖος ἐκ τῶν θνητῶν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ κατανοήσῃ καθ’ ὅλον τὸ βάθος των τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἐν ταῖς ἐπαγγελίαις πιστότητα καὶ φιλαλήθειαν τοῦ Θεοῦ;
9 οὕτως ψαλῶ τῷ ὀνόματί σου εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος τοῦ ἀποδοῦναί με τὰς εὐχάς μου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας.9 Γεμάτος θαυμασμόν προ του απείρου μεγαλείου σου θα ψάλλω ύμνον εις δόξαν του Ονόματός σου δια μέσου όλων των αιώνων και ωσάν χρέος οφειλόμενον θα αποδίδω εις σε τα τάματά μου καθημερινώς από την μίαν ημέραν εις την άλλην.9 Οὕτω θὰ ψάλω ὕμνον εἰς τὸ ὄνομά σου ἀτελευτήτως, διὰ μέσου πάντων τῶν αἰώνων, ἵνα ἀπὸ τοῦδε ἀποδίδω ὡς χρέος ὀφειλόμενον εἰς σὲ τὰς εὐχὰς καὶ τὰ ταξίματα καθημερινῶς, ἀπὸ τὴν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἄλλην.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΞΑ'🔸
                             (61)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ ᾿Ιδιθούν· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 62) ΟΥΧΙ τῷ Θεῷ ὑποταγήσεται ἡ ψυχή μου; παρ᾿ αὐτῷ γὰρ τὸ σωτήριόν μου·2 (Μασ. 62) Εις τον Θεόν δεν θα υποταχθή η ψυχή μου; Βεβαίως. Διότι εις τα χέρια αυτού υπάρχει η σωτηρία μου.2 Δὲν θὰ ὑποταχθῇ εἰς τὸν Θεὸν ἡ ψυχή μου; Ναί, εἰς αὐτὸν θὰ ὑποταχθῇ· διότι ἡ σωτηρία, τὴν ὁποίαν περιμένω, ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνον θὰ προέλθῃ.
3 καὶ γὰρ αὐτὸς Θεός μου καὶ σωτήρ μου, καὶ ἀντιλήπτωρ μου, οὐ μὴ σαλευθῶ ἐπὶ πλεῖον.3 Ακριβώς επειδή αυτός ο Θεός μου, είναι ο σωτήρ μου και ο υπερασπιστής μου, δεν θα κλονισθώ πλέον στους πειρασμούς, οι οποίοι ενδεχομένως θα με προσβάλουν.3 Διότι ἀληθῶς, αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός, τὸν ὁποῖον λατρεύω, αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ σωτήρ μου καὶ ὁ βοηθός μου. Καὶ μὲ τὴν βοήθειαν καὶ προστασίαν αὐτοῦ δὲν θὰ κλονισθῶ πλέον οὐδὲ θὰ ἀποθαρρυνθῶ ἀπὸ τοὺς κλυδωνισμοὺς τοῦ βίου, ἀλλὰ θὰ παραμείνω ἀκλόνητος, ὁσονδήποτε μέγας καὶ ἂν εἶναι ὁ σάλος.
4 ἕως πότε ἐπιτίθεσθε ἐπ᾿ ἄνθρωπον; φονεύετε πάντες ὡς τοίχῳ κεκλιμένῳ καὶ φραγμῷ ὠσμένῳ.4 Εως πότε σεις θα επιτίθεσθε με φονικήν μανίαν εναντίον αθώου ανθρώπου; Εως πότε σεις θα επιζητήτε να με φονεύσετε επιπίπτοντες εναντίον μου, ωσάν προς ετοιμόρροπον τοίχον και προς φράκτην ο οποίος έχει σπρωχθή και είναι έτοιμος να σωριασθή στο έδαφος;4 Ἕως πότε σεῖς θὰ ἐπιτίθεσθε κατ’ ἀνθρώπου μεμονωμένου καὶ ἀθώου; Ἕως πότε θὰ ζητῆτε νὰ μὲ φονεύσετε ὅλοι σεῖς ἐπιπίπτοντες κατ' ἐμοῦ ὡς ἐπὶ τοίχου ἐτοιμορρόπου καὶ φραγμοῦ ποὺ ἐσπρώχθη καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ καταπέσῃ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους;
5 πλὴν τὴν τιμήν μου ἐβουλεύσαντο ἀπώσασθαι, ἔδραμον ἐν δίψει, τῷ στόματι αὐτῶν εὐλόγουν καὶ τῇ καρδίᾳ αὐτῶν κατηρῶντο. (διάψαλμα).5 Παρ' όλην την τραγικήν μου κατάστασιν, οι εχθροί μου εσκέφθησαν να ποδοπατήσουν στο χώμα την βασιλικήν μου τιμήν. Και προς τούτο, διψασμένοι δια το αίμα μου, έτρεξαν εναντίον μου. Με το στόμα των έλεγαν λόγους επαινετικούς και κολακευτικούς. Με την καρδιάν των όμως με κατηρώντο.5 Παρ’ ὅλα ταῦτα, ἂν καὶ ἐγὼ ἤμην ἤδη συντετριμμένος ὑπὸ τοῦ πόνου, ἐσκέφθησαν νὰ ποδοπατήσουν τὴν βασιλικὴν τιμήν μου· καὶ πρὸς τοῦτο ἔτρεξαν διψασμένοι, διὰ νὰ πιοῦν τὸ αἷμα μου· μὲ τὸ στόμα των ἔλεγον λόγους εὐλογιῶν καὶ ἐπαίνων καὶ μὲ τὴν καρδίαν των κατηρῶντο.
6 πλὴν τῷ Θεῷ ὑποτάγηθι, ἡ ψυχή μου, ὅτι παρ᾿ αὐτῷ ἡ ὑπομονή μου.6 Πλην συ, ω ψυχή μου, στον Θεόν πρέπει να υποταχθής, διότι από αυτόν με υπομονήν και πίστιν θα περιμένω λύτρωσιν από τας θλίψεις μου.6 Παρ’ ὅλα ὅμως ποὺ πράττουν αὐτοί, σύ, ὡ ψυχή μου, ὑποτάχθητι εἰς τὸν Θεόν, διότι παρ’ αὐτοῦ θὰ μοὶ ἔλθῃ ἡ βοήθεια, τὴν ὁποίαν μεθ’ ὑπομονῆς καὶ ἐγκαρτερήσεως ἐλπίζω.
7 ὅτι αὐτὸς Θεός μου καὶ σωτήρ μου, ἀντιλήπτωρ μου, οὐ μὴ μεταναστεύσω.7 Διότι αυτός είναι ο Θεός και σωτήρ μου, το στήριγμά μου· και παρά την μανίαν των εχθρών μου δεν θα μεταναστεύσω εξόριστος εις ξένας περιοχάς.7 Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός μου καὶ ὁ Σωτήρ μου καὶ ὁ βοηθὸς καὶ προστάτης μου, ἔχων δὲ τὴν βοήθειαν καὶ προστασίαν του, κατ’ οὐδένα λόγον δὲν θὰ μετακινηθῶ καὶ δὲν θὰ σαλευθῶ.
8 ἐπὶ τῷ Θεῷ τὸ σωτήριόν μου καὶ ἡ δόξα μου· ὁ Θεὸς τῆς βοηθείας μου, καὶ ἡ ἐλπίς μου ἐπὶ τῷ Θεῷ.8 Εις τον Θεόν έχω στηρίξει με πίστιν την σωτηρίαν μου και την δόξαν μου. Ο Θεός αυτός είναι ο βοηθός μου και όλαι αι ελπίδες μου εις αυτόν στηρίζονται.8 Ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, ὡς θεμελίου ἀδιασείστου, στηρίζεται ἡ σωτηρία μου καὶ ἡ δόξα μου· ὁ Θεὸς παρέχει εἰς ἐμὲ βεβαίαν καὶ ἀκαταγώνιστον βοήθειαν. Καὶ ἡ ἐλπίς μου ὁλόκληρος ἐπὶ τοῦ Θεοῦ βασίζεται.
9 ἐλπίσατε ἐπ᾿ αὐτὸν πᾶσα συναγωγὴ λαοῦ· ἐκχέετε ἐνώπιον αὐτοῦ τὰς καρδίας ὑμῶν, ὅτι ὁ Θεὸς βοηθὸς ἡμῶν. (διάψαλμα).9 Εις τον Θεόν στηρίξατε τας ελπίδας σας όλα τα πλήθη του λαού. Αφήσατε να εκχυθή προς αυτόν το περιεχόμενον της καρδίας σας, είτε θλίψις είναι και πόνοι, είτε χαρά και αγαλλίασις. Διότι ο Θεός είναι βοηθός μας.9 Εἰς τὸν Θεὸν ἐλπίσατε, κάθε σύναξις καὶ πλῆθος λαοῦ· ἐκχύνετε ἐνώπιόν του τὰς καρδίας σας μὲ πᾶσαν ἐμπιστοσύνην ἀποκαλύπτοντας εἰς αὐτὸν τοὺς μυστικούς σας πόνους καὶ τὰς συνεχούσας ὑμᾶς ἀνάγκας. Διότι ὁ Θεὸς εἶναι βοηθός μας καὶ προστάτης μας, ἀσφαλὲς καταφύγιον καὶ παρηγορία μας.
10 πλὴν μάταιοι οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ψευδεῖς οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐν ζυγοῖς τοῦ ἀδικῆσαι αὐτοὶ ἐκ ματαιότητος ἐπὶ τὸ αὐτό.10 Εξ αντιθέτου οι άνθρωποι είναι ματαιολόγοι και κούφοι, ψεύδονται μεταξύ των, απατούν και απατώνται, και αδικούν ο ενας τον άλλον. Ολοι αυτοί κινούνται από συμφώνου ένεκα της ματαιοδοξίας των.10 Ἀντιθέτως εἰς ἀνθρώπους δὲν δύνασαι νὰ βασισθῇς. Πράγματι· εἶναι μάταιοι οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ παρέρχονται ὡς σκιά. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον δὲν δύνασαι νὰ στηριχθῇς καὶ εἰς τοὺς λόγους των. Διότι εἶναι ψευδεῖς οἰ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ ταλαντεύονται, ὅπως κινοῦνται εὔκολα αἱ πλάστιγγες ζυγοῦ, ἀσταθεῖς καὶ αὐτοὶ καὶ εὔκολοι εἰς τὸ νὰ ἀθετήσουν τοὺς λόγους των καὶ ἀδικήσουν. Αὐτοὶ λόγῳ τῆς ματαιότητος, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι προσκεκολλημένοι, συμφωνοῦν νὰ ἐξαπατήσουν.
11 μὴ ἐλπίζετε ἐπ᾿ ἀδικίαν καὶ ἐπὶ ἁρπάγματα μὴ ἐπιποθεῖτε· πλοῦτος ἐὰν ρέῃ, μὴ προστίθεσθε καρδίαν.11 Σεις, οι άνθρωποι, μη στηρίζετε τας ελπίδας σας στον πλούτον και εις την αδικίαν. Μη φλογίζεσθε από τον πόθον δια πλούτη, που προέρχονται από αρπαγάς. Και αν ίδετε ωσάν ποτάμι να ρέη ο πλούτος εμπρός σας, μη προσκολλάτε εις αυτόν την καρδίαν σας.11 Ἀλλ' οὔτε καὶ εἰς τὸν πλοῦτον νὰ βασίζεσθε. Μὴ στηρίζετε τὰς ἐλπίδας σας εἰς τὴν ἀδικίαν καὶ μὴ ἐπιποθεῖτε τὰς ἁρπαγάς, διὰ τῶν ὁποίων συνήθως ἐπισωρεύονται τὰ μεγάλα πλούτη. Καὶ ἂν ἴδετε ὡς ποταμὸς νὰ ρέῃ ἐνώπιόν σας ὁ πλοῦτος, μὴ προσκολλᾶτε εἰς αὐτὸν τὴν καρδίαν σας καὶ μὴ φθονεῖτε τὴν ἐφήμερον λάμψιν του.
12 ἅπαξ ἐλάλησεν ὁ Θεός, δύο ταῦτα ἤκουσα, ὅτι τὸ κράτος τοῦ Θεοῦ,12 Απαξ δια παντός διεκήρυξεν ο Θεός, εγώ δε ήκουσα τα δύο αυτά πράγματα. Πρώτον ότι η κραταιά δύναμις ανήκει εις σε τον Θεόν12 Ἅπαξ διὰ παντὸς ἐλάλησε καὶ ἀπεκάλυψε διὰ τῶν προφητῶν του τὴν ἀλήθειαν ὁ Θεός, καὶ ἐγὼ ἤκουσα τὰς δύο ταύτας ἀληθείας· ὅτι ἡ ἰσχὺς ἡ κραταιὰ καὶ ἀκατάβλητος εἶναι τοῦ Θεοῦ τοῦ παντοδυνάμου.
13 καὶ σοῦ, Κύριε, τὸ ἔλεος, ὅτι σὺ ἀποδώσεις ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ.13 και δεύτερον ότι η ευσπλαγχνία είναι επίσης ιδική σου. Βασει λοιπόν αυτών, Κυριε, συ θα αποδώσης εις έκαστον κατά τα έργα του. Θα τιμωρήσης δια τας αδικίας του τον ένοχον. Θα αμείψης τον αγαθόν δια τα καλά του έργα.13 Καὶ ὅτι ἐκ σοῦ πηγάζει, Κύριε, τὸ ἔλεος, ὅστις εἶσαι πολυεύσπλαγχνος. Διότι σύ, Κύριε, ἐν ἐλέει βραβεύων τὴν ἀρετὴν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐν δυνάμει πατάσσων τὴν κακίαν αὐτῶν, θὰ ἀποδώσης εἰς ἕκαστον συμφώνους πρὸς τὰ ἔργα του.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΞΒ'🔸
                             (62)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ᾿Ιουδαίας.11
2 (Μασ. 63) Ο ΘΕΟΣ ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ.2 (Μασ. 63) Θεέ μου, που είσαι ο Θεός μου, από πολύ πρωϊ, από τα χαράματα προσεύχομαι προς σέ. Σε διψά και σε ποθεί η ψυχή μου. Ποσες φορές και αυταί αι αισθήσστου σώματός μου, εις την έρημον αυτήν χώραν την δύσδατον και άνυδρον επόθησαν να ίδουν και να απολαύσουν τον άγιόν σου ναόν!2 Ω Θεέ, ποὺ εἶσαι ὁ μόνος Θεός μου, τὸν ὁποῖον λατρεύω καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκω, πολὺ πρωῒ καὶ πρὶν ἀκόμη ἐξημερώσῃ, προσεύχομαι πρὸς σέ. Σὲ ἐπόθησε σφοδρῶς καὶ σὲ ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου, ἀλλὰ ποσάκις σὲ ἐδίψησε καὶ ἡ σάρξ μου, μακρὰν τοῦ ἱεροῦ σου, ἐν μέσῳ χώρας ἐρήμου, εἰς τὴν ὁποίαν οὔτε νὰ βαδίσῃ κανεὶς εὔκολα ἠμπορεῖ, οὔτε νερὸ εὑρίσκει διὰ νὰ σβήσῃ τὴν δίψαν του, παρ’ ὅλας ὅμως τὰς δυσκολίας καὶ στερήσεις αὐτὰς τίποτε δὲν ἴσχυσε νὰ μειώσῃ τὸν πρὸς σὲ πόθον μου.
3 οὕτως ἐν τῷ ἁγίῳ ὤφθην σοι τοῦ ἰδεῖν τὴν δύναμίν σου καὶ τὴν δόξαν σου.3 Με την δίψαν αυτήν επαρουσιαζόμην σωματικώς και ψυχικώς άλλοτε στον ιερόν σου τόπον, δια να ίδω και σκεφθώ την δύναμίν σου και την δόξαν σου.3 Μὲ τοιαύτην δίψαν καὶ μὲ τόσον σφοδρὸν πόθον παρουσιαζόμην κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνώπιόν σου ἐν τῷ ἁγίῳ τόπῳ τῆς σκηνῆς σου, ἵνα διὰ τῆς πείρας ἀπολαύσω τὴν δύναμιν καὶ βοήθειάν σου καὶ χωριζόμενος τῶν μεριμνῶν τοῦ βίου αἰσθανθῶ τὴν δόξαν σου καὶ τὸ ἀνυπέρβλητον μεγαλεῖον σου.
4 ὅτι κρεῖσσον τὸ ἔλεός σου ὑπὲρ ζωάς· τὰ χείλη μου ἐπαινέσουσί σε.4 Σε επόθησα και σε ποθώ σφοδρώς, Κυριέ μου, διότι το έλεός σου είναι ανώτερον από χιλιάδας και χιλιάδας ζωάς. Τα χείλη μου θα σε υμνούν και θα σε δοξολογούν.4 Σὲ ἐπόθησα σφοδρῶς, Κύριε, διότι τὸ ἔλεός σου εἶναι ἀνώτερον καὶ προτιμότερον ἀπὸ μυρίας καὶ ἀναριθμήτους ζωὰς μὲ οἰανδήποτε ἀπόλαυσιν καὶ εὐτυχίαν συνοδευομένας. Τὰ χείλη μου θὰ σὲ αἰνέσουν καὶ θὰ σὲ δοξολογήσουν.
5 οὕτως εὐλογήσω σε ἐν τῇ ζωῇ μου καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀρῶ τὰς χεῖράς μου.5 Με τον αυτόν τρόπον θα σε ευλογώ και θα σε δοξολογώ καθ' όλον το διάστημα της ζωής μου και μόνον στο Ονομά σου θα υψώνω τας χείράς μου, και προς σε θα προσεύχωμαι.5 Μετὰ τοῦ αὐτοῦ πόθου θὰ σὲ ἀνυμνῷ καθ' ὅλην τὴν ζωήν μου καὶ μόνον εἰς τὸ ὄνομά σου θὰ ἀνυψώνω τὰς χεῖρας μου προσευχόμενος καὶ κανὲν ἄλλο ὄνομα ἐκτὸς τοῦ ἰδικοῦ σου δὲν θὰ λατρεύω, οὔτε θὰ ἐπικαλοῦμαι.
6 ὡς ἐκ στέατος καὶ πιότητος ἐμπλησθείη ἡ ψυχή μου, καὶ χείλη ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου.6 Με την χαράν και την ευφροσύνην της προσευχής θα χορταίνη και θα ευφραίνεται η ψυχή μου, όπως θα ηυφραίνετο το σώμα, όταν θα έτρωγε λιπαρά και νόστιμα φαγητά. Με χείλη πλημμυρισμένα από αγαλλίασιν θα σε υμνή τότε το στόμα μου.6 Τότε θὰ χορταίνῃ καὶ θὰ εὐφραίνεται ἀπολαμβάνουσά σε ἡ ψυχή μου, ὅπως θὰ ἐχόρταινε καὶ θὰ ηὐφραίνετο τὸ σῶμα μου εἰς τράπεζαν μὲ λιπαρὰ καὶ παχέα φαγητά· καὶ μὲ χείλη ἀγαλλόμενα καὶ εὐφραινόμενα θὰ σὲ ὑμνῇ τὸ στόμα μου.
7 εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ·7 Οταν, καθώς πέφτω κατά την νύκτα στο στρώμα μου, σε ενθυμούμαι και κοιμώμαι με την παράστασιν του μεγαλείου σου, τότε πολύ πρωϊ θα εξυπνώ και θα μελετώ τα μεγαλεία7 Ὅταν κατὰ τὴν νύκτα σὲ ἐνθυμηθῶ ἐπὶ τοῦ στρώματός μου, ὁ ἐπερχόμενος ὕπνος δὲν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ σὲ λησμονήσω, ἀλλὰ πολὺ πρωῒ καὶ πρὸ τῆς αὐγῆς ἐγειρόμενος στρέφω τὸν νοῦν μου πρὸς σὲ καὶ μελετῶ μὲ σκέψιν βαθεῖαν καὶ ἀπερίσπαστον τὰ πρὸς ἐμὲ ἐλέη σου καὶ τὴν ἄπειρον τελειότητά σου.
8 ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι.8 Διότι συ κατά το παρελθόν υπήρξες βοηθός και στο μέλλον θα δοκιμάζω αγαλλίασιν και χαράν ευρισκόμενος κάτω από την σκέπην των πτερύγων σου.8 Διότι πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν ἔγινες βοηθός μου καὶ γεμᾶτος ἐλπίδα καὶ διὰ τὸ μέλλον θὰ ἀγάλλωμαι στήριξων τὴν πεποίθησή μου εἰς τὴν σκέπην καὶ προστασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ πρόνοιά σου θὰ μοῦ παρέχῃ, σκεπάζουσά με στοργικῶς ὑπὸ τὰς πτέρυγάς σου.
9 ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου.9 Προσεκολλήθη πάντοτε η ψυχή μου προς σέ. Συ δε ήπλωσες την δεξιάν σου χείρα και με εστήριξες, με καθωδήγησες και με επροστάτευσες.9 Προσεκολλήθη καὶ διὰ τοῦ πόθου προσεδέθη ἡ ψυχή μου εἰς σέ· σὺ δὲ μοῦ ἔτεινες τὴν χεῖρα σου καὶ μὲ τὴν παντοδύναμον δεξιάν σου μὲ ἐκράτησας καὶ μὲ ἐβοήθησας.
10 αὐτοὶ δὲ εἰς μάτην ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου, εἰσελεύσονται εἰς τὰ κατώτατα τῆς γῆς·10 Αυτοί δε οι εχθροί μου, οι οποίοι με πολεμούν, ματαίως προσεπάθησαν να αφαιρέσουν την ζωήν μου. Θα αποτύχουν στο έργον των, αλλά και οι ίδιοι θα φονευθούν και θα κατέλθουν στον άδην, εις τα βάθη της γης.10 Αὐτοὶ δὲ ποὺ μὲ πολεμοῦν, ματαίως καὶ χωρὶς νὰ κατορθώσουν τίποτε ἐζήτησαν τὴν ζωήν μου. Θὰ εἰσέλθουν θανατούμενοι εἰς τὰ καταχθόνια καὶ τὰ κατώτατα τῆς γῆς.
11 παραδοθήσονται εἰς χεῖρας ρομφαίας, μερίδες ἀλωπέκων ἔσονται.11 Θα παραδοθούν εις σφαγήν ρομφαίας, τα σώματά των άταφα θα γίνουν τροφή δια τας αλώπεκας.11 Θὰ παραδοθοῦν εἰς χεῖρας, αἱ ὁποῖαι κρατοῦν σπάθην καὶ θὰ κατασφαγοῦν, τὰ πτώματά των δὲ θὰ ἐγκαταλειφθοῦν ἄταφα, καὶ θὰ κομματιασθοῦν εἰς μερίδας, αἱ ὁποῖαι θὰ καταφαγωθοῦν ἀπὸ ἀλώπεκας.
12 ὁ δὲ βασιλεὺς εὐφρανθήσεται ἐπὶ τῷ Θεῷ, ἐπαινεθήσεται πᾶς ὁ ὀμνύων ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα.12 Εγώ όμως ο βασιλεύς θα ευφρανθώ με την προστασίαν και την χαράν, την οποίαν ο Θεός μου δίδει. Και καθένας, ο οποίος ορκίζεται στον αληθινόν Θεόν, θα δοξασθή. Εξ αντιθέτου θα φραγή και θα κλείση το στόμα εκείνων, οι οποίοι λαλούν αδικίας και ψεύδη.12 Ὁ βασιλεὺς ὅμως θὰ εὐφρανθῇ διὰ τὴν πρὸς αὐτὸν προστασίαν τοῦ Θεοῦ· θὰ ἐπαινεθῇ δὲ καὶ θὰ δοξασθῇ πᾶς, ὅστις ὁρκίζεται ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, διότι ἀσφαλῶς θὰ φραγῇ καὶ θὰ κλείσῃ τὸ στόμα τῶν λαλούντων ἄδικα.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός ΞΓ'🔸
                              (63)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 64) ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ, ὁ Θεός, τῆς φωνῆς μου, ἐν τῷ δέεσθαί με πρὸς σέ, ἀπὸ φόβου ἐχθροῦ ἐξελοῦ τὴν ψυχήν μου.2 (Μασ. 64) Ακουσε και κάμε δεκτήν, Κυριε και Θεέ μου, την προσευχήν μου τώρα που δέομαι προς σε και ελευθέρωσε την ψυχήν μου από τον φόβον, που μου εμπνέει ο εχθρός μου.2 Εἰσάκουσον, Θεέ μου, τὴν φωνήν μου, ὅταν προσεύχωμαι καὶ ἀπευθύνω δεήσεις πρὸς σέ. Ἐλευθέρωσε τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον μου ἐμπνέει ὁ ἐχθρός.
3 ἐσκέπασάς με ἀπὸ συστροφῆς πονηρευομένων, ἀπὸ πλήθους ἐργαζομένων ἀδικίαν,3 Σκέπασέ με και προστάτευσέ με από τας μυστικάς συνωμοσίας των πονηρών ανθρώπων και από το πλήθος των κακών ανθρώπων, που συστηματικώς εργάζονται την αδικίαν.3 Σκέπασόν με καὶ προστάτευσόν με ἀπὸ τὰς μυστικὰς συσκέψεις καὶ ἐπιβουλὰς ἀνθρώπων, ποὺ σχεδιάζουν πονηρὰ καὶ κακὰ κατ’ ἐμοῦ, ἀπὸ πλῆθος ποὺ συστηματικῶς ἐργάζονται τὴν ἀδικίαν,
4 οἵτινες ἠκόνησαν ὡς ρομφαίαν τὰς γλώσσας αὐτῶν, ἐνέτειναν τόξον αὐτῶν πρᾶγμα πικρὸν4 Ολοι αυτοί ηκόνησαν, ως μεγάλην μάχαιραν, τας γλώσσας των, ετέντωσαν το τόξον των και έθεσαν επάνω εις αυτό, δια να εκσφενδονίσουν εναντίον μου αντί βέλους λόγους πικρούς και συκοφαντικούς,4 οἱ ὁποῖοι ἠκόνισαν σὰν ξίφος τὰς γλώσσας των, ἐτέντωσαν τὸ τόξον των καὶ ἔθεσαν εἰς αὐτὸ ἀντὶ βέλους πρᾶγμα πονηρόν, τὸ καταχθόνιον σχέδιόν των καὶ τοὺς δηλητηριώδεις λόγους καὶ τὰς πικρὰς συκοφαντίας των,
5 τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν ἀποκρύφοις ἄμωμον, ἐξάπινα κατατοξεύσουσιν αὐτὸν καὶ οὐ φοβηθήσονται.5 δια να κατατοξεύσουν και κτυπήσουν υπούλως και κρυφίως τον άμεμπτον. Θέλουν αιφνιδιαστικώς να με κτυπήσουν χωρίς κανένα φόβον και δισταγμόν.5 διὰ νὰ κατατοξεύσουν καὶ κτυπήσουν μὲ αὐτὸ ὑπούλως καὶ ἐν κρυπτῷ τὸν ἄμεμπτον· αἰφνιδίως καὶ χωρὶς αὐτὸς νὰ τὸ ὑποπτεύεται καὶ νὰ τὸ περιμένῃ θὰ τὸν κτυπήσουν καὶ δὲν θὰ φοβηθοῦν οἱ δολοφόνοι, οὔτε θὰ δοκιμάσουν δισταγμόν τινα διὰ τὴν κακοῦργον πρᾶξιν των.
6 ἐκραταίωσαν ἑαυτοῖς λόγον πονηρόν, διηγήσαντο τοῦ κρύψαι παγίδας, εἶπαν· τίς ὄψεται αὐτούς;6 Εμελέτησαν, ετελειοποίησαν και ενίσχυσαν με κάθε τρόπον το πονηρόν σχέδιον μεταξύ των. Συνεννοήθησαν να μου στήσουν κρυφήν παγίδα και είπαν· Ποιός, άνθρωπος η ο Θεός, θα τους ίδη; Κανείς.6 Μὲ τὰς συνεννοήσεις καὶ τὰς μεταξύ των ἐνθαρρύνσεις ἐξησφάλισαν καὶ κατέστησαν ἰσχυρὸν τὸ πονηρὸν σχέδιόν των, διότι ἔλαβον πάντα τὰ πρὸς ἐπιτυχίαν του μέτρα. Ἐξέθεσαν μεταξύ των καὶ εἰσηγήθησαν τοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ κρύψουν τὴν κατ’ ἐμοῦ παγίδα, ὥστε ἡ σύλληψίς μου εἰς αὐτὴν να εἶναι βεβαία· εἶπαν: Ποῖος θὰ ἴδῃ αὐτούς;
7 ἐξηρεύνησαν ἀνομίαν, ἐξέλιπον ἐξερευνῶντες ἐξερευνήσεις. προσελεύσεται ἄνθρωπος, καὶ καρδία βαθεῖα,7 Επενόησαν ποικίλους τρόπους δια το καταχθόνιον έργον των. Εξηντλήθησαν μελετώντες τας μηχανορραφίας των. Καθένας από αυτούς θα με πλησιάση με δολιότητα και μοχθηρίαν. Καταχθονία είναι η καρδία των, μέσα εις την οποίαν κρύπτονται αι πονηραί των προθέσεις.7  Ἐμελέτησαν καλῶς τὸ ἄνομον καὶ ἐγκληματικὸν σχέδιόν των, ἐξήντλησαν συζητοῦντες καὶ μελετῶντες διὰ τοῦ πολυμηχάνου νοῦ των κάθε ἐπινόησιν ἐπιβουλῆς καὶ ἐφεύρεσιν πονηράν.  Θὰ πλησιάσῃ ἀπὸ αὐτοὺς ἕκαστος ἄνθρωπος καὶ ἡ καρδία του εἶναι κρυψίνους καὶ βαθεῖα, καὶ τὰς κρυπτομένας προθέσεις αὐτῆς οὐδεὶς δύναται νὰ διακρίνῃ.
8 καὶ ὑψωθήσεται, ὁ Θεός. βέλος νηπίων ἐγενήθησαν αἱ πληγαὶ αὐτῶν,8 Τα σχέδιά των όμως δεν θα πραγματοποιηθούν. Θα υψωθή και θα νικήση ο κραταιός Θεός, ο προστάτης μου. Αι πληγαί, τας οποίας θα μου προξενήσουν, θα είναι ωσάν τας πληγάς, που προέρχονται από βέλη ριπτόμενα από νήπια.8 Ἀλλ’ ἀντὶ να πραγματοποιηθοῦν τὰ ὀλέθρια σχέδιά των, θὰ ὑψωθῇ κραταιὸς καὶ δυνατὸς προστάτης μου ὁ Θεός· τὸ βέλος των ὑπῆρξεν ἀβλαβές· αἱ πληγαὶ ποὺ ἐπέφερε τοῦτο, εἶναι ὅμοιαι πρὸς τὰς πληγάς, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει βέλος ἐκτοξευόμενον ἀπὸ ἀδυνάτους χεῖρας νηπίων.
9 καὶ ἐξησθένησαν ἐπ᾿ αὐτοὺς αἱ γλῶσσαι αὐτῶν. ἐταράχθησαν πάντες οἱ θεωροῦντες αὐτούς,9 Ητόνησαν και παρέλυσαν εις τα στόματά των, αι κομπορρημονούσαι γλώσσαι των. Ολοι, όσοι είδαν τας ενεργείας των και τας αποτυχίας των, εξεπλάγησαν.9 Καὶ παρέλυσαν εἰς τὰ στόματά των αἱ γλῶσσαι των, διότι ἡ καταισχύνῃ των καὶ ἀποτυχία των ἐπέφερεν εἰς αὐτοὺς σύγχυσιν. Ὅλοι ὅσοι τοὺς ἔβλεπαν ἐταράχθησαν καὶ ἐξεπλάγησαν ἀπὸ τὸ κακοῦργον σχέδιόν των, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ματαίωσίν του ἐκ τῆς θείας ἐπεμβάσεως.
10 καὶ ἐφοβήθη πᾶς ἄνθρωπος. καὶ ἀνήγγειλαν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ποιήματα αὐτοῦ συνῆκαν.10 Και κάθε άνθρωπος ιδών την συντριβήν των πονηρών σχεδίων των εφοβήθη και ευλαβήθη τον Θεόν. Ολοι δε διεκήρυξαν τα έργα της θαυμαστής προστασίας του Θεού, διότι κατενόησαν τα έργα αυτά ως έργα Κυρίου.10 Καὶ ἐφοβήθη τὸν Θεὸν πᾶς ἄνθρωπος καὶ διεκήρυξαν τὰ ἔργα τῆς θαυμαστῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ καὶ κατενόησαν τὰ ποιήματα τῆς δυνάμεώς του καὶ τὴν σωφρονιστικὴν αὐτῶν σημασίαν.
11 εὐφρανθήσεται δίκαιος ἐν τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλπιεῖ ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ ἐπαινεθήσονται πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ.11 Καθε δε δίκαιος άνθρωπος, βλέπων τα μεγαλεία του Θεού, θα ευφρανθή εν Κυρίω και θα ελπίζη περισσότερον τώρα εις αυτόν. Ολοι οι ευθείς και ειλικρινείς άνθρωποι θα δοξασθούν από τον Θεόν και από τους συνανθρώπους των.11 Θὰ εὐφρανθῇ ὁ δίκαιος ἐπὶ τῇ ἐπεμβάσει καὶ σωτηρία ταύτῃ τοῦ Κυρίου καὶ θὰ στηρίξῃ τὴν ἐλπίδα του εἰς αὐτόν, καὶ ὅλοι οἱ εὐθεῖς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ ξένοι πρὸς πᾶσαν δολιότητα θὰ καυχηθοῦν καὶ θὰ πληροφορηθοῦν πόσον ἐπαινετὴ εἶναι ἡ εὐθύτης καὶ ἡ εἰλικρίνειά των.

 

                            🔹

Δόξα Πατρὶ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα Πατρὶ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
              🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
          🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 9🔹«64~69»




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΞΔ'🔸
                            (64)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ᾠδή· ῾Ιερεμίου καὶ ᾿Ιεζεκιήλ ἐκ τοῦ λαοῦ τῆς παροικίας, ὅτε ἔμελλον ἐκπορεύεσθαι.11
2 (Μασ. 65) ΣΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ὕμνος, ὁ Θεός, ἐν Σιών, καὶ σοὶ ἀποδοθήσεται εὐχὴ ἐν ῾Ιερουσαλήμ.2 (Μασ. 65) Εις σέ, Κυριε, είναι πρέπον να αναπέμπεται κάθε δοξολογία εις την Σιών. Εις την Ιερουσαλήμ πρέπει να εκπληρώνεται το τάξιμον του λαού σου προς σέ.2 Εἰς σὲ καὶ ὄχι εἰς τὰ νεκρὰ εἴδωλα, ὦ Θεέ, ἁρμόζει νὰ ἀναπέμπεται ἐν τῇ Σιὼν ὕμνος, καὶ εἰς σὲ ὡς ὀφειλόμενον χρέος θὰ ἀποδοθῇ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἡ εὐχὴ καὶ τὸ τάξιμον, τὸ ὁποῖον ὁ λαός σου ὑπεσχέθη κατὰ τὴν θεομηνίαν τῆς ἐλλείψεως βροχῆς.
3 εἰσάκουσον προσευχῆς μου· πρὸς σὲ πᾶσα σὰρξ ἥξει.3 Ακουσε, Κυριε, και κάμε δεκτήν την προσευχήν μου, διότι κάθε ανθρωπίνη σαρξ, ασθενής καθώς είναι, προς σε θα έλθη να ζητήση βοήθειαν.3 Εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου. Πρὸς σὲ θὰ ἔλθῃ πᾶσα σὰρξ καὶ ἀπὸ σὲ πᾶς περικείμενος τὴν ἀσθενῆ ἀνθρωπίνην φύσιν θὰ ζητήσῃ βοήθειαν.
4 λόγοι ἀνόμων ὑπερεδυνάμωσαν ἡμᾶς, καὶ ταῖς ἀσεβείαις ἡμῶν σὺ ἱλάσῃ.4 Πολλαί και διάφοροι ανομίαι με λόγια και με έργα υπερίσχυσαν, υπεδούλωσαν την θέλησίν μας, ημαρτήσαμεν ενώπιόν σου. Συ όμως, Κυριε, θα φανής ελεήμων εις τας αμαρτίας μας και θα μας συγχωρήσης.4 Ἀνομίαι ποικίλαι μᾶς κατεκυρίευσαν ὑπερισχύσασαι τῆς θελήσεώς μας. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἀσεβείας μας σὺ ὁ εὔσπλαγχνος καὶ φιλάνθρωπος θὰ φανῇς ἵλεως καὶ θὰ μᾶς τὰς συγχωρήσῃς.
5 μακάριος ὃν ἐξελέξω καὶ προσελάβου· κατασκηνώσει ἐν ταῖς αὐλαῖς σου. πλησθησόμεθα ἐν τοῖς ἀγαθοῖς τοῦ οἴκου σου· ἅγιος ὁ ναός σου,5 Τρισευτυχισμένος εκείνος, τον οποίον συ εξέλεξες και με στοργήν επήρες κοντά σου. Αυτός θα μένη διαρκώς εις τας ιεράς αυλάς του ναού σου. Εάν αξιώσης και ημάς αυτής της δωρεάς, θα χορτάσωμεν από τα πλούσια αγαθά του οίκου σου. Αγιος είναι και ιερός ο ναός σου. Αξιοθαύμαστος ο ναός σου δια τα πλούσια έργα της δικαιοσύνης σου.5 Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξας καὶ προσέλαβες ἵνα ὡς λάτρης σου καὶ οἰκεῖος σου ἐπικοινωνῇ πρὸς σέ, ἔχων παρρησίαν πλησίον σου. Θὰ κατασκηνώσῃ ὁ τοιοῦτος ἐν ταῖς αὐλαῖς σου. Ἐὰν ἀξιώσῃς καὶ ἠμᾶς τῆς αὐτῆς κοινωνίας καὶ παρρησίας, θὰ ἐμπλησθῶμεν ψυχικῶς ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰς εὐλογίας τοῦ οἴκου σου· εἶναι ἅγιος ὁ οἶκος καὶ ναός σου, θαυμαστὸς διὰ τὰ φυλαττόμενα ἐν αὐτῷ σημεῖα τῶν ἐπιφανειῶν σου, διὰ τὰς πλάκας, διὰ τὴν ράβδον τοῦ Ἀαρών, διὰ τὸ μάννα καὶ πρὸ παντὸς διὰ τὸν διδάσκοντα τὴν δικαιοσύνην νόμον σου.
6 θαυμαστὸς ἐν δικαιοσύνῃ. ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Θεός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν,6 Καμε δεκτήν την προσευχήν μας συ, ο Θεός και ο σωτήρ μας· η ελπίς όλων των ανθρώπων μέχρι και των περάτων της γης και αυτών που διαπλέουν θαλάσσας και κατοικούν εις νήσους μακράν.6 Εἰσάκουσόν μας, ὦ Θεέ, σὺ ποὺ εἶσαι ὁ Σωτήρ μας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλπὶς ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν λαῶν τῆς γῆς ὁλοκλήρου μέχρι πασῶν τῶν ἐσχατιῶν της, καθὼς καὶ πάντων, ὅσοι κατοικοῦν ἢ πλέουν εἰς μακρυνὰς θαλάσσας καὶ νήσους.
7 ἑτοιμάζων ὄρη ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ, περιεζωσμένος ἐν δυναστείᾳ,7 Συ, ο οποίος στερεώνεις με την τεραστίαν δύναμίν σου τα όρη, συ ο οποίος είσαι περιζωσμένος με άπειρον ισχύν.7 Σὺ εἶσαι ποὺ διὰ τῆς κραταιᾶς δυνάμεώς σου στερεώνεις καὶ ἐδραιώνεις τὰ ὅρη, ὥστε να παραμένουν ἀκίνητα, σὺ εἶσαι ζωσμένος τὴν ἰσχὺν καὶ δύναμιν, ὥστε μετὰ πολλῆς εὐκολίας νὰ δύνασαι τὰ πάντα.
8 ὁ συνταράσσων τὸ κῦτος τῆς θαλάσσης, ἤχους κυμάτων αὐτῆς. ταραχθήσονται τὰ ἔθνη,8 Συ, ο οποίος αναταράσσεις την θάλασσαν καθ' όλον το πλάτος και βάθος αυτής, και προκαλείς την βοήν των κυμάτων της. Από όλας αυτάς τας μεγαλειώδεις εκδηλώσεις της δυνάμεώς σου θα καταπλαγούν και θα ταραχθούν τα έθνη.8 Ὁ ὁποῖος συνταράσσει τὸ βάθος τῆς θαλάσσης, καὶ ὅταν αὕτη ταραχθῇ, ποῖος θὰ ὑποφέρῃ τὴν βοὴν τῶν κυμάτων της; Οὕτω θὰ ταραχθοῦν καὶ τὰ ἔθνη,
9 καὶ φοβηθήσονται οἱ κατοικοῦντες τὰ πέρατα ἀπὸ τῶν σημείων σου· ἐξόδους πρωΐας καὶ ἑσπέρας τέρψεις.9 Από τα αξιοθαύμαστα έργα σου θα τρομάξουν οι κατοικούντες μέχρι και εις τα πέρατα του κόσμου. Θα τέρψης όμως και θα γοητεύσης τους ανθρώπους με το πρωϊνόν φως, τότε που αρχίζει η πρωΐα και με το ηλιοβασίλεμμα, τότε που αρχίζει η εσπέρα.9 καὶ θὰ φοβηθοῦν ὅλοι ὅσοι κατοικοῦν εἰς τὴν γῆν μέχρι τῶν ἐσχατιῶν της, ἀπὸ τὰ σημεῖα σου καὶ τὰ θαῦματά σου· ἀπὸ τῆς πλέον μακρυνῆς ἀνατολῆς, ὁπόθεν βγαίνει καὶ ἔχει τὰς ἐξόδους της ἡ πρωΐα, μέχρι τῆς πλέον μακρυνῆς δύσεως, ὅπου ὑπάρχουν αἱ ἔξοδοι τῆς ἑσπέρας, ὅλους ὅσοι κατοικοῦν εἰς τὴν γῆν θὰ τοὺς τέρψῃς καὶ θὰ τοὺς εὐφράνῃς μὲ τὰ σημεῖα τῆς δυνάμεώς σου, ἡ ὁποία κατακρημνίζει τοὺς ἀσεβεῖς καὶ σώζει τοὺς δικαίους.
10 ἐπεσκέψω τὴν γῆν καὶ ἐμέθυσας αὐτήν, ἐπλήθυνας τοῦ πλουτίσαι αὐτήν· ὁ ποταμὸς τοῦ Θεοῦ ἐπληρώθη ὑδάτων· ἡτοίμασας τὴν τροφὴν αὐτῶν, ὅτι οὕτως ἡ ἑτοιμασία.10 Επεσκέφθης, Κυριε, με ευεργετικήν βροχήν την γην. Ερριψες άφθονο νερό και την εμέθυσες, έβρεξες πολύ, δια να πλουτίσης την χώραν μας με πλουσίαν καρποφορίαν. Ο Ιορδάνης, ο ποταμός του Θεού, εγέμισεν από ύδατα. Με τας βροχάς σου ητοίμασας πλουσίαν τροφήν στους κατοίκους της Παλαιστίνης. Διότι έτσι γίνεται η καλλιέργεια και η καρποφορία της γης.10 Ἐπεσκέφθης τὴν γῆν καὶ τὴν ἐπότισας δι' ἀφθόνου βροχῆς, μέχρι σημείου ποὺ νὰ γίνῃ αὕτη σὰν μεθυσμένη· ἔρριψας πλήθη βροχῶν, διὰ νὰ τὴν πλουτίσῃς μὲ τὴν ἀφθονίαν τῆς καρποφορίας καὶ τῆς συγκομιδῆς. Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης, ὁ διασχίζων τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ, ἐγέμισεν ἀπὸ ὕδατα. Ἡτοίμασας τὴν τροφὴν τῶν κατοίκων της, διότι οὕτω διὰ τῶν ἀφθόνων καὶ ἐγκαίρων βροχῶν συντελεῖται ἡ ἑτοιμασία τῆς τροφῆς των.
11 τοὺς αὔλακας αὐτῆς μέθυσον, πλήθυνον τὰ γεννήματα αὐτῆς, ἐν ταῖς σταγόσιν αὐτῆς εὐφρανθήσεται ἀνατέλλουσα.11 Ποτισε, λοιπόν, τα αυλάκια της γης με τα πλούσια νερά της βροχής, πλήθυνε τα γεννήματα και τους καρπούς της. Με την σιγαλήν ποτιστικήν βροχήν θα ευφρανθή η χώρα μας, διότι θα πλημμυρίση από βλάστησιν.11 Πότισε μέχρι μέθης τὰ αὐλάκια τῆς γῆς δι’ ἀφθόνου βροχῆς, πλήθυνον τὰ γεννήματα καὶ τοὺς καρπούς της· διὰ τῶν σιγαλῶν σταγόνων τῆς βροχῆς θὰ εὐφρανθῇ ἡ γῆ ἐκφύουσα καὶ ἀναβλαστάνουσα.
12 εὐλογήσεις τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου, καὶ τὰ πεδία σου πλησθήσονται πιότητος·12 Ολον τον κύκλον του ετησίου χρόνου θα πλουτίσης, Κυριε, με τα αγαθά σου και έτσι αι πεδιάδες της χώρας σου θα πλημμυρίσουν από μεγάλην ευφορίαν.12 Ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ποὺ σὰν στέφανος κυκλοῦται καὶ ἐπιστρέφει κανονικῶς εἰς τὰς αὐτὰς πάντοτε ἐποχάς, θὰ τὸ εὐλογήσῃς μὲ τὰ ἀγαθὰ τῆς καλωσύνης καὶ εὐεργετικότητός σου, καὶ αἱ πεδιάδες θὰ γεμίσουν ἀπὸ πάχος εὐφορίας καὶ καρποφορίας.
13 πιανθήσεται τὰ ὄρη τῆς ἐρήμου, καὶ ἀγαλλίασιν οἱ βουνοὶ περιζώσονται.13 Και αυτά τα όρη της έρημου και τα βουνά θα παρουσιάσουν πλουσίαν βλάστησιν. Θα περιβληθούν την αγαλλίασιν και την ωραιότητα του πρασίνου.13 Πλήρη βλαστήσεως θὰ ἐμφανισθοῦν τὰ ἀτείχιστα καὶ ἀκαλλιέργητα ὀροπέδια, ὅταν θὰ δεχθοῦν τὴν ἐπίδρασιν τῶν ὡρῶν τοῦ ἔτους, καὶ τὰ βουνὰ κατακαλυπτόμενα ἀπὸ χλόην θὰ περιζωσθοῦν ἀγαλλίασιν καὶ θὰ παρουσιάζωνται χαρούμενα.
14 ἐνεδύσαντο οἱ κριοὶ τῶν προβάτων, καὶ αἱ κοιλάδες πληθυνοῦσι σῖτον· κεκράξονται, καὶ γὰρ ὑμνήσουσι.14 Οι κριοι των προβάτων, χορτασμένοι από την πλουσίαν βοσκήν πεδιάδων και βουνών, θα ενδυθούν το νέον μαλλί των. Αι πεδιάδες θα παράγουν άφθονον σίτον. Δι' όλα αυτά άνθρωποι και φύσις θα κραυγάσουν και θα υμνολογήσουν τον Κυριον.14 Καὶ ἐπὶ τῶν χλοερῶν λειμώνων τῶν βουνῶν, οἱ κριοὶ τῶν προβάτων, οἵτινες κατὰ τὸ θέρος ἐκουρεύθησαν, ἐνεδύθησαν τὸ νέον μαλλίον αὐτῶν. Καὶ αἱ κοιλάδες θὰ παραγάγωσι πλῆθος σίτου· καὶ διὰ τῆς καρποφορίας των θὰ κράζουν, διότι σιωπηλῶς, ἀλλὰ καὶ αἰσθητῶς εἰς τοὺς ἀποθαυμάζοντας τῶν ἀνθρώπων ὀφθαλμοὺς θὰ ὑμνήσουν τὸν Μέγαν τροφοδότην.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΞΕ'🔸
                           (65)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Εἰς τὸ τέλος· ᾠδὴ ψαλμοῦ· ἀναστάσεως.
1 (Μασ. 66) ΑΛΑΛΑΞΑΤΕ τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ,1 (Μασ. 66) Αλαλάξατε με ιερόν ενθουσιασμόν προς δόξαν του Κυρίου, οι κατοικούντες όλην την γην.1 Επευφημήσατε καὶ κράξατε πρὸς ἔπαινον τοῦ Κυρίου οἱ κάτοικοι ὅλης τῆς γῆς.
2 ψάλατε δὴ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. δότε δόξαν αἰνέσει αὐτοῦ.2 Δοξάσατε και τα υμνολογήσατε αυτόν.2 Ψάλατε ὕμνους εἰς τὸ ὄνομά του. Προσδώσατε δόξαν εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνομένην αἴνεσιν. Μεγαλοπρεπῶς ἀνυμνήσατε αὐτόν.
3 εἴπατε τῷ Θεῷ· ὡς φοβερὰ τὰ ἔργα σου· ἐν τῷ πλήθει τῆς δυνάμεώς σου ψεύσονταί σε οἱ ἐχθροί σου.3 Είπατε προς τον Θεόν με ύμνους· Ποσον θαυμαστά και φοβερά είναι τα έργα σου, δια την σωτηρίαν μας, Κυριε! Εμπρός εις την άπειρον δύναμίν σου θα καταληφθούν από φόβον οι εχθροί σου, θα ταπεινωθούν και θα υποταχθούν, χωρίς και να το θέλουν, προς σέ.3 Εἴπατε εἰς τὸν Θεόν: Ὁποῖον φόβον ἐμπνέουν τὰ πρὸς σωτηρίαν τοῦ λαοῦ σου καταπληκτικὰ ἔργα σου· λόγῳ τοῦ πλήθους τῆς δυνάμεώς σου θὰ δηλώσουν ὑποταγὴν εἰς σὲ οἱ ἐχθροί σου, ἕνεκα τοῦ φόβου καὶ τῆς καταπτοήσεώς των, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἐξ εἰλικρινοῦς διαθέσεως.
4 πᾶσα ἡ γῆ προσκυνησάτωσάν σοι καὶ ψαλάτωσάν σοι, ψαλάτωσαν τῷ ὀνόματί σου. (διάψαλμα).4 Ολοι οι άνθρωποι, που κατοικούν την γην, ας προσκυνήσουν και ας δοξολογήσουν σε τον παντοδύναμον Θεόν. Ας ψάλλουν ύμνους με μουσικά όργανα προς δόξαν του Ονόματός σου.4 Πάντες οἱ κάτοικοι τῆς γῆς ἂς σὲ προσκυνήσουν καὶ ἂς σὲ λατρεύσουν καὶ ἂς ψάλουν εἰς σὲ ὕμνους δοξολογίας καὶ εὐχαριστίας· ἂς ψάλουν εἰς τὸ ὄνομά σου, Ὕψιστε.
5 δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ· φοβερὸς ἐν βουλαῖς ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων,5 Ελάτε και ίδετε τα καταπληκτικά έργα του Θεού. Ποσον φοβερός και άφθαστος είναι ο Θεός εις τας σκέψεις και τας αποφάσστου! Απείρως ανώτερος από όλους μαζή τους ανθρώπους.5 Δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου· πόσον φοβερὸς εἶναι εἰς τὰ καταπληκτικὰ σχέδια καὶ τὰς σκέψεις του, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἀσυγκρίτως ὑπέρτερος ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων κατανικᾷ μὲ αὐτὰ πᾶσαν ἐπινόησιν καὶ ἀντίδρασιν.
6 ὁ μεταστρέφων τὴν θάλασσαν εἰς ξηράν, ἐν ποταμῷ διελεύσονται ποδί. ἐκεῖ εὐφρανθησόμεθα ἐπ᾿ αὐτῷ,6 Αυτός, ο οποίος μεταστρέφει την θάλασσαν εις ξηράν, όπως έκαμεν εις την Ερυθράν Θαλασσαν. Εστέγνωσε τον Ιορδάνην ποταμόν και επερασαν με τα πόδια των οι πρόγονοί μας. Αναλογιζόμενοι τα καταπληκτικά θαύματα εις προστασίαν των προγόνων μας θα χαρώμεν δια τον Κυριον.6 Αὐτὸς μετέστρεψε τὴν θάλασσαν εἰς ξηράν, ἵνα διέλθῃ δι' αὐτῆς ὁ λαός του· τὸν Ἰορδάνην ποταμὸν διέβησαν οὗτοι διὰ τῶν ποδῶν χωρὶς νὰ βραχοῦν· ἐκεῖ εἰς τοὺς τόπους τῶν θαυμαστῶν τούτων διαβάσεων θὰ ηὐφραινόμεθα καὶ ἠμεῖς ἐπὶ τῷ Θεῷ,
7 τῷ δεσπόζοντι ἐν τῇ δυναστείᾳ αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος. οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ τὰ ἔθνη ἐπιβλέπουσιν, οἱ παραπικραίνοντες μὴ ὑψούσθωσαν ἐν ἑαυτοῖς. (διάψαλμα).7 Δι' αυτόν, ο οποίος κυριαρχεί με την ακατανίκητον δύναμίν του εις όλους τους αιώνας. Τα μάτια του παρακολουθούν και βλέπουν όλους τους ανθρώπους όλων των εθνών. Σεις δε οι αποστάται, οι οποίοι με τα αμαρτωλά σας έργα πικραίνετε τον Κυριον, μη υψηλοφρονήτε.7 ὅστις δεσπόζει διὰ τῆς ἀκατανικήτου δυνάμεώς του, χθὲς καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Οἱ ὀφθαλμοί του παρακολουθοῦν ἀγρύπνως τὰ ἔθνη, οἱ ἀποστάται καὶ οἱ πικραίνοντες αὐτὸν διὰ τῶν κατὰ τοῦ λαοῦ του ἐπιθέσεών των ἂς μὴ ὑψηλοφρονοῦν, διότι θὰ δώσουν λόγον εἰς αὐτόν.
8 εὐλογεῖτε, ἔθνη, τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ ἀκουτίσασθε τὴν φωνὴν τῆς αἰνέσεως αὐτοῦ,8 Δοξολογήστε τα έθνη τον Θεόν μας, με βοήν ισχυράν. Καμετε ακουστήν την φωνήν της δοξολογίας σας προς αυτόν,8 Εὐλογεῖτε, ὦ ἔθνη, τὸν Θεόν μας καὶ διὰ βοῆς ἰσχυρᾶς ἀκουστὴν ποήσατε τὴν φωνὴν τῆς ἀνυμνήσεως αὐτοῦ.
9 τοῦ θεμένου τὴν ψυχήν μου εἰς ζωήν, καὶ μὴ δόντος εἰς σάλον τοὺς πόδας μου.9 ο οποίος ελύτρωσεν εμέ και τον λαόν μου από θανάσιμον κίνδυνον και μας επανέφερεν εις την ζωήν. Δεν επέτρεψε να σαλευθούν οι πόδες μου και να πέσω.9 ὁ ὁποῖος ἐμὲ καὶ τοὺς ἐκπροσωπουμένους ὑπ’ ἐμοῦ ὁμοεθνεῖς μου ἀπελύτρωσεν ἐκ τρομεροῦ κινδύνου καὶ ἐπανέφερε ἐν τῇ ζωῇ τὴν μέχρι θανάτου φθάσασαν ὕπαρξίν μας καὶ δὲν ἐπέτρεψεν οἱ πόδες μας νὰ ὀλισθήσουν εἰς ἀνεπανόρθωτον πτῶσιν.
10 ὅτι ἐδοκίμασας ἡμᾶς, ὁ Θεός, ἐπύρωσας ἡμᾶς, ὡς πυροῦται τὸ ἀργύριον·10 Διότι μας εδοκίμασες, ω Θεέ. Μας έρριψες εις την κάμινον του πυρός, του πόνου και των θλίψεων, αλλά και μας εκαθάρισες, όπως δια του πυρός καθαρίζεται ο άργυρος.10 Διότι μᾶς ἐδοκίμασας, ὦ Θεέ, ἵνα ἀποδειχθῇ ἐὰν εἴμεθα εἰς σὲ πιστοί· μᾶς ἔρριψας εἰς τὸ πῦρ τοῦ πόνου καὶ τῶν θλίψεων, ὅπως ρίπτεται εἰς τὸ πῦρ ὁ ἄργυρος διὰ νὰ καθαρθῇ ἐν αὐτῷ.
11 εἰσήγαγες ἡμᾶς εἰς τὴν παγίδα, ἔθου θλίψεις ἐπὶ τὸν νῶτον ἡμῶν.11 Επέτρεψες να πέσωμεν εις την παγίδα των εχθρών μας και να γίνωψεν δούλοι. Εφόρτωσες επάνω εις την ράχιν μας φορτίον θλίψεων.11 Ἐπέτρεψες νὰ ἐμπέσωμεν εἰς τὴν παγίδα, τὴν ὁποίαν πρὸς ὑποδούλωσίν μας εἶχον στήσει οἰ ἐχθροί μας· ἐφόρτωσας εἰς τὴν ράχιν μας φορτίον θλίψεων.
12 ἐπεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν, διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν.12 Αφήκες να καθήσουν βαρείς επάνω από τα κεφάλια μας οι εχθροί μας. Επεράσαμεν δια μέσου πολλών και βαρειών θλίψεων, ωσάν δια μέσου πυρακτωμένης καμίνου, και δια μέσου υδάτων κατακλυσμού. Τελικώς όμως συ μας έβγαλες εις τόπον ανέσεως και αναψυχής.12 Ἐπέτρεψες ἄνθρωποι θνητοὶ νὰ διέλθουν θριαμβευτικῶς ἄνωθεν τῶν κεφαλῶν μας καὶ νὰ ποδοπατήσουν αὐτάς· διήλθομεν διὰ μέσου τῆς καμίνου καὶ τοῦ πυρὸς τῶν θλίψεων ἐπεράσαμεν ἐκ τῆς θαλάσσης τῶν δοκιμασιῶν καὶ ὑπεφέραμεν κακά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐκινδυνεύσαμεν νὰ ἀφανισθῶμεν καὶ νὰ πνιγῶμεν. Ἀλλ’ ἐν τέλει μᾶς ἔβγαλες εἰς τόπον ἀναψυχῆς καὶ ἀνέσεως.
13 εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου ἐν ὁλοκαυτώμασιν, ἀποδώσω σοι τὰς εὐχάς μου,13 Θα έλθω στον ναόν σου με ολοκαυτώματα, θα αποδώσω εις σε και θα εκπληρώσω εκεί όλα τα τάματά μου,13 Θὰ εἰσέλθω εἰς τὸν ἅγιον ναόν σου, ὅπου κατοικεῖς, μὲ θύματα ποὺ θὰ καοῦν ὁλόκληρα ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου σου, καὶ ἐξ ὀνόματος ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ σου θὰ σοῦ ἀποδώσω ὡς ὀφειλόμενον χρέος τὰς εὐχὰς καὶ τὰ ταξίματά μας,
14 ἃς διέστειλε τὰ χείλη μου καὶ ἐλάλησε τὸ στόμα μου ἐν τῇ θλίψει μου·14 όσα τα πικραμμένα χείλη μου μισοάνοιξη και έταξαν, όσα είπε και υπεσχέθη το στόμα μου κατά το διάστημα των θλίψεών μου.14 τὰ ὁποῖα τὰ διασταλέντα χείλη μας ηὐχήθησαν καὶ ἐλάλησε τὸ στόμα μας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς θλίψεώς μας.
15 ὁλοκαυτώματα μεμυελωμένα ἀνοίσω σοι μετὰ θυμιάματος καὶ κριῶν, ἀνοίσω σοι βόας μετὰ χιμάρων. (διάψαλμα).15 Θα σου προσφέρω, μαζή με θυμίαμα, ζώα καλοθρεμμένα ως ολοκαυτώματα. Θα σου προσφέρω κριους και βόϊδια και τράγους.15 Θὰ σοῦ προσφέρω ὁλοκαυτώματα εὐτραφῆ ἀποστάζοντα μυελὸν καὶ πάχος μετὰ τῆς κνίσσης τῶν κατακαιομένων κριῶν, ποὺ θὰ ἀναβαίνῃ πρὸς τὰ ἄνῳ ὡς θυμίαμα δεκτόν, καὶ θὰ σοῦ προσφέρω βόας μετὰ τράγων.
16 δεῦτε ἀκούσατε, καὶ διηγήσομαι, πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Θεόν, ὅσα ἐποίησε τῇ ψυχῇ μου.16 Ελάτε να ακούσετε, διότι, εγώ θα διηγηθώ προς σας, οι οποίοι ευλαβείσθε τον Θεόν, όσα θαυμαστά έργα έκαμεν εις εμέ ο Θεός καθ' όλον τον βίον μου.16 Ἔλθετε να ἀκούσετε καὶ θὰ σᾶς διηγηθῶ, ὅλοι σεῖς οἱ ὁποῖοι φοβεῖσθε τὸν Θεόν, ὅσα εἰς περιστάσεις δυσχερεῖς ἐποίησε χάριν τῆς ζωῆς μου.
17 πρὸς αὐτὸν τῷ στόματί μου ἐκέκραξα καὶ ὕψωσα ὑπὸ τὴν γλῶσσάν μου.17 Ηνοιξα το στόμα μου και προς αυτόν κατά το διάστημα των θλίψεών μου έκραξα· και επειδή αμέσως έλαβα βοήθειαν και σωτηρίαν ανέφερα με την γλώσσάν μου προς το ύψος της μεγαλωσύνης του ύμνους δοξολογίας και ευχαριστίας.17 Πρὸς αὐτὸν μὲ τὸ στόμα μου ἐβόησα καὶ ἐπειδὴ ἀμέσως ἔτυχον τῆς παρ’ αὐτοῦ βοηθείας, ὕψωσα ὑπὸ τὴν γλῶσσαν μου εὐχαριστίας καὶ ὕμνους πρὸς αὐτόν.
18 ἀδικίαν εἰ ἐθεώρουν ἐν καρδίᾳ μου, μὴ εἰσακουσάτω μου Κύριος.18 Εάν έβλεπα αδικίαν μέσα εις την καρδίαν μου και η συνείδησίς μου με έτυπτεν ως ένοχον, ας μη με εισήκουεν ο Κυριος.18 Ἐὰν ἔβλεπα ἀδικίαν μέσα εἰς τὴν καρδίαν μου καὶ ἡ συνείδησίς μου μὲ ἔτυπτε δι’ ἐνοχήν τινα, ἂς μὴ μὲ εἱσήκουεν ὁ Κύριος.
19 διὰ τοῦτο εἰσήκουσέ μου ὁ Θεός, προσέσχε τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου.19 Επειδή όμως ήμουν αθώος, ο Κυριος ήκουσε και έκαμε δεκτήν την προσευχήν μου. Επρόσεξεν εις την φωνήν της δεήσεώς μου.19 Διότι ὅμως τοιαύτην ἐνοχὴν δὲν ᾐσθανόμην, διὰ τοῦτο μὲ εἱσήκουσεν ὁ Θεὸς καὶ ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου.
20 εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἀπέστησε τὴν προσευχήν μου καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀπ᾿ ἐμοῦ.20 Ας είναι δοξασμένος ο Κυριος, ο οποίος δεν απέρριψε την προσευχήν μου και δεν απεμάκρυνεν από εμέ το έλεός του.20 Ἂς εἶναι εὐλογημένος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπώθησε τὴν προσευχήν μου καὶ δὲν ἀπεμάκρυνεν ἀπ' ἐμοῦ τὸ ἔλεός του.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΞΣΤ'🔸
                            (66)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· ψαλμὸς ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 67) Ο ΘΕΟΣ οἰκτειρήσαι ἡμᾶς καὶ εὐλογήσαι ἡμᾶς, ἐπιφάναι τὸ πρόσωπον αὑτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς. (διάψαλμα).2 (Μασ. 67) Είθε, Κυριος ο Θεός, να δείξη και να στείλη προς ημάς την άπειρον ευσπλαγχνίαν του, να μας ευλογήση, να εμφανίση εις ημάς γεμάτο καλωσύνην το πρόσωπόν του και να μας ελεήση·2 Εἴθε ὁ Κύριος νὰ δειχθῇ πρὸς ἠμᾶς οἰκτίρμων καὶ εὔσπλαγχνος καὶ νὰ εὐλογήσῃ ἡμᾶς· εἴθε νὰ ἐμφανίσῃ πλῆρες εὐμενείας τὸ πρόσωπόν του ἐφ’ ἡμῶν καὶ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ,
3 τοῦ γνῶναι ἐν τῇ γῇ τὴν ὁδόν σου, ἐν πᾶσιν ἔθνεσι τὸ σωτήριόν σου.3 ώστε δια μέσου ημών, που απολαμβάνομεν τας ευλογίας σου, να γνωρίση όλος ο κόσμος την πορείαν της θείας σου προνοίας, και να κηρυχθή η σωτηρία σου εις όλα τα έθνη.3 ἵνα διὰ τοῦ οὕτω εὐλογουμένου καὶ ἐλεουμένου Ἰσραὴλ γνωρίσουν οἱ ἐν τῇ γῇ κατοικοῦντες τὸν νόμον σου, ποὺ ὡς ἄλλη ὁδὸς ὁδηγεῖ πρὸς σέ, καὶ ἵνα μεταξὺ τῶν ἐθνῶν λάβουν γνῶσιν τῆς σωτηρίας, τὴν ὁποίαν μᾶς παρέχεις.
4 ἐξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ὁ Θεός, ἐξομολογησάσθωσάν σοι λαοὶ πάντες.4 Τοτε θα σε δοξολογήσουν οι λαοί, Θεέ μου. Ναι, θα δοξολογήσουν σε όλοι οι λαοί.4 Ἂς σὲ ἐγκωμιάσουν καὶ ἂς σὲ δοξολογήσουν, Θεέ μου, λαοὶ καὶ ἔθνη. Ἂς σὲ ἐγκωμιάσουν καὶ ἂς σὲ δοξολογήσουν ἀνεξαιρέτως ὅλοι οἱ λαοί.
5 εὐφρανθήτωσαν καὶ ἀγαλλιάσθωσαν ἔθνη, ὅτι κρινεῖς λαοὺς ἐν εὐθύτητι καὶ ἔθνη ἐν τῇ γῇ ὁδηγήσεις. (διάψαλμα).5 Θα πλημμυρίσουν από ευφροσύνην και αγαλλίασιν όλα τα έθνη, διότι συ ως βασιλεύς θα κρίνης τους λαούς με δικαιοσύνην και ευθύτητα και θα καθοδηγής τα έθνη ασφαλή και ειρηνικά εις τας χώρας των.5 Ἂς εὐφρανθοῦν καὶ ἂς σκιρτήσουν ἀπὸ ἀγαλλίασιν ἔθνη εἰδωλολατρικά, διότι θὰ κρίνῃς σύ, καὶ θὰ κυβερνᾷς μὲ εὐθύτητα καὶ δικαιοσύνην τοὺς λαοὺς καὶ θὰ ὁδηγήσῃς τὰ ἔθνη ἐν τῇ γῇ ὡς Ποιμὴν εἰς νομὰς σωτηρίους.
6 ἐξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ὁ Θεός, ἐξομολογησάσθωσάν σοι λαοὶ πάντες.6 Θα σε δοξολογήσουν, ω Θεέ, λαοί. Θα δοξολογήσουν σε όλοι οι λαοί.6 Ἂς σὲ ἐγκωμιάσουν καὶ ἂς σὲ δοξολογήσουν, Θεέ, λαοὶ καὶ ἔθνη· ἂς σὲ ἐγκωμιάσουν καὶ ἂς σὲ δοξολογήσουν ἀνεξαρέτως ὅλοι.
7 γῆ ἔδωκε τὸν καρπὸν αὐτῆς· εὐλογήσαι ἡμᾶς ὁ Θεός, ὁ Θεὸς ἡμῶν.7 Η γη θα δώση πλούσιον τον καρπόν αυτής. Είθε να μας ευλογήση ο Θεός, ο Θεός μας.7 Ἡ γῆ ἔδωκεν ἄφθονον τὴν καρποφορίαν καὶ παραγωγήν της· εἴθε νὰ μᾶς εὐλογήσῃ ὁ Θεός, ὁ μόνος καὶ ἀληθὴς Θεός, τὸν ὁποῖον λατρεύομεν.
8 εὐλογήσαι ἡμᾶς ὁ Θεός, καὶ φοβηθήτωσαν αὐτὸν πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς.8 Είθε να μας ευλογήση ο Θεός. Να ευλαβηθούν δε και να λατρεύσουν αυτόν όλοι οι κάτοικοι της γης μέχρι και των περάτων της γης.8 Εἴθε νὰ μᾶς εὐλογήσῃ ὁ Θεὸς καὶ ἂς φοβηθοῦν αὐτὸν οἱ κατοικοῦντες πᾶσαν τὴν γῆν μέχρι τῶν ἐσχατιῶν της.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΞΖ'🔸
                             (67)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ᾠδῆς ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 68) ΑΝΑΣΤΗΤΩ ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν.2 (Μασ. 68) Ας εγερθή ο Θεός, ας κάμη αισθητήν την παρουσίαν και την δύναμίν του ο Κυριος, και αμέσως οι εχθροί του θα διασκορπισθούν. Θα φύγουν πανικόβλητοι από εμπρός του όλοι εκείνοι, οι οποίοι τον μισούν.2 Ας ἀναστῇ καὶ ἂς κινηθῇ πρὸς ἐκδίκησιν καὶ πρὸς δρᾶσιν ὁ Θεός, καὶ ἂς διασκορπισθοῦν ἀμέσως οἱ ἐχθροί του καὶ ἂς φύγουν ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ προσώπου του ὅσοι τὸν μισοῦν.
3 ὡς ἐκλείπει καπνός, ἐκλιπέτωσαν· ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός, οὕτως ἀπολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ.3 Οπως εξαφανίζεται και διαλύεται ο καπνός, έτσι θα εξαφανισθούν και αυτοί. Οπως διαλύεται το κηρί εμπρός στο πυρ, κατά παρόμοιον τρόπον θα εξολοθρευθούν και οι αμαρτωλοί εμπρός εις την παρουσίαν του παντοδυνάμου Θεού.3 Ὅπως διαλύεται καὶ ἐξαφανίζεται ὁ καπνός, ἔτσι ἂς ἐξαφανισθοῦν καὶ αὐτοί· ὅπως τήκεται ἱο κηρὸς πλησίον καὶ ἀπέναντι τοῦ πυρός, οὕτως ἂς λειώσουν καὶ ἂς ἐξαφανισθοῦν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἔμπροσθεν τοῦ προσώπου τῆς θείας παρουσίας.
4 καὶ οἱ δίκαιοι εὐφρανθήτωσαν, ἀγαλλιάσθωσαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τερφθήτωσαν ἐν εὐφροσύνῃ.4 Οι δίκαιοι όμως θα ευφρανθουν. Θα πλημμυρίσουν από αγαλλίασιν ενώπιον του Θεού. Θα απολαύσουν θεοσδότους τέρψεις με κάθε ευφροσύνην.4 Καὶ οἱ δίκαιοι ἂς εὐφρανθοῦν, ἂς πληρωθοῦν ἀγαλλιάσεως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἂς τερφθοῦν καὶ ἂς χαροῦν γεμᾶτοι εὐφροσύνην.
5 ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ· ὁδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ δυσμῶν, Κύριος ὄνομα αὐτῷ, καὶ ἀγαλλιᾶσθε ἐνώπιον αὐτοῦ.5 Ψαλατε, λοιπόν, προς τον Θεόν, συνθέσατε αρμονικούς ύμνους εις δόξαν του Ονοματός του. Ετοιμάσατε εις την έρημον την όδον, δι' εκείνον ο οποίος ως θριαμβευτής κάθεται επάνω στο άρμα και προχωρεί προς δυσμάς εις την γην της επαγγελίας. Κυριος είναι το όνομά του. Σκιρτήσατε οι πιστοί από αγαλλίασιν ενώπιον αυτού.5 Ἆσμα δοξολογίας τονίσατε εἰς τὸν Θεόν· ψάλατε αἴνους καὶ ᾠδὰς ὕμνων εἰς τὸ μέγα ὄνομά του· ἰσοπεδώσατε καὶ ἐτοιμάσατε δρόμους δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὡς ἐπὶ ἅρματος καθήμενος προχωρεῖ διὰ τῆς ἐρήμου πρὸς δυσμὰς ἀκολουθῶν τὸν λαόν του πρὸς τὴν Παλαιστίνην Κύριος εἶναι τὸ ὄνομά του. Σκιρτήσατε ἀπὸ ἀγαλλίασιν ἐνώπιον αὐτοῦ.
6 ταραχθήσονται ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, τοῦ πατρὸς τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτοῦ τῶν χηρῶν· ὁ Θεὸς ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ.6 Οι άδικοι και οι παράνομοι θα τρομάξουν και με μόνην την εμφάνισιν αυτού, διότι αυτός είναι ο πατήρ και προστάτης των ορφανών, ο κριτής και υπερασπιστής των χηρών. Ας το ακούσουν οι άδικοι· υπάρχει ο Θεός στον ιερόν τόπον της κατοικίας του, στον ναόν, και παρακολουθεί τα πάντα.6 Οἱ ἄδικοι καὶ οἱ καταπιέζοντες τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἀδυνάτους θὰ ταραχθοῦν καὶ θὰ τρομάξουν πρὸ τοῦ προσώπου του· διότι αὐτὸς εἶναι ὁ προστάτης τῶν ἀδικουμένων· εἶναι ὁ πατὴρ τῶν ὀρφανῶν καὶ ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ συνήγορος τῶν χηρῶν. Ἂς μὴ ὀργιάζῃ ἡ ἀδικία. Ὑπάρχει ὁ Θεὸς ἐν τῷ ἁγίῳ κατοικητηρίῳ του, παρακολουθῶν τὰ πάντα.
7 ὁ Θεὸς κατοικίζει μονοτρόπους ἐν οἴκῳ ἐξάγων πεπεδημένους ἐν ἀνδρείᾳ, ὁμοίως τοὺς παραπικραίνοντας, τοὺς κατοικοῦντας ἐν τάφοις.7 Ο Θεός εγκαθιστά εις οίκον και αναδεικνύει ευτυχισμένους οικογενειάρχες τους μεμονωμένους και εγκαταλελειμμένους, οι όποιοι πιστεύουν εις αυτόν. Αυτός βγάζει ανδρείους από τας φυλακάς τους αλυσοδεμένους και λυτρώνει από τας αιχμαλωσίας. Αυτός επίσης, εκείνους, οι οποίοι με τας παραβάσεις των τον πικραίνουν, τους αφήνει στους σκοτεινούς τάφους της δυστυχίας των.7 Ὁ Θεὸς τοὺς μεμονωμένους, ποὺ δὲν ἔχουν κανένα φίλον, ἀλλ’ ἐξαρτῶνται ἀπὸ μόνην τὴν προστασίαν του, τοὺς ἐγκαθιστᾷ ὡς οἰκογενειάρχας εἰς οἶκον εὐτυχοῦντα. Αὐτὸς ἐξάγει ἀνδρειωμένους καὶ ἐλευθέρους τοὺς ἁλυσοδεμένους· ὁμοίως ἑτοιμάζει κατοικίαν εἰς ἐκείνους, ποὺ τὸν παραπικραίνουν. Εἰς αὐτοὺς ὅμως ὡς κατοικίαν των ὁρίζει τοὺς ὡς τάφους ἐρήμους καὶ ἀγόνους τόπους, ὅπου τῆς πνευματικῆς χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης ἡ φωνὴ δὲν ἀντηχεῖ.
8 ὁ Θεός, ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαί σε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ σου, ἐν τῷ διαβαίνειν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ. (διάψαλμα).8 Ω Κυριε και Θεέ! Οταν έβγαινες από την Αίγυπτον, προπορευόμενος του λαού σου, όταν μαζή σου διέβαινε την έρημον ο λαός, η γη συνεκλονίσθη.8 Ὦ Θεέ, ὅταν ἔβγαινες ἔξω ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ λαοῦ σου, προπορευόμενος πρὸ αὐτοῦ ἀοράτως, ὅταν σὺ διέβαινες μαζί του τὴν ἔρημον·
9 γῆ ἐσείσθη, καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ τοῦ Σινᾶ, ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ ᾿Ισραήλ.9 Οι δε ουρανοί έβρεξαν το μάνα κατόπιν εντολής του Θεού, ο όποιος είχε φανερωθή στο όρος Σινά. Εγινε τούτο αμέσως μόλις παρουσιάσθη ο Θεός στον ισραηλιτικόν λαόν.9 ἡ γῆ ἐσείσθη, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ οὐρανοὶ ἐν ἕδει βροχῆς σιγαλῆς ἔσταξαν τὸ μάννα καὶ τὰς ψεκάδας τῆς οὐρανίου εὐλογίας πρὸ τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπεκαλύφθη ἐπὶ τοῦ Σινᾶ, πρὸ τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγνώσθη εἰς τὸν Ἰσραὴλ καὶ λατρεύεται ὑπ’ αὐτοῦ.
10 βροχὴν ἑκούσιον ἀφοριεῖς, ὁ Θεός, τῇ κληρονομίᾳ σου, καὶ ἠσθένησε, σὺ δὲ κατηρτίσω αὐτήν.10 Εν τη απείρω σου καλωσύνη και ευμενεία, ω Θεέ, βροχήν πλουσίων δωρεών έστειλες από τον ουρανόν, στον ισραηλιτικόν λαόν, που είναι κληρονομία σου. Και ότάν αυτοί απέκαμαν και εξησθένησαν, συ τους εστήριξες μέχρι της εγκαταστάσεώς των εις την γην της Επαγγελίας.10 Βροχὴν πλουσιοπάροχον καὶ ἄφθονον ἐξεχώρισας καὶ κατέπεμψας, ὦ Θεέ, εἰς τὸν λαόν σου, ὅστις εἶναι ἡ κληρονομία σου, βροχὴν ὑδάτων ἐν μέσῳ τῶν ἐρήμων, βροχὴν τοῦ μάννα πρὸς διατροφήν των, βροχὴν παντοίων εὐλογιῶν καὶ δωρεῶν· καὶ ὅταν ἐν τῇ πορείᾳ τῆς ἐρήμου ἐξησθένησε καὶ ὑπὸ τοῦ κόπου κατεβλήθη ἡ κληρονομία σου, σὺ τὴν ἀνεκούφισες καὶ τὴν ἐστήριξες μέχρι τῆς ἐγκαταστάσεώς της εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας.
11 τὰ ζῷά σου κατοικοῦσιν ἐν αὐτῇ· ἡτοίμασας ἐν τῇ χρηστότητί σου τῷ πτωχῷ, ὁ Θεός.11 Και τα ζώα του λαού σου, τα οποία είναι και αυτά ιδικά σου, θα ζουν πλέον και θα παχύνωνται μέσα εις την αφθονίαν της γης αυτής, την οποίαν συ με την καλωσύνην σου έκαμες εύφορον και γόνιμον, ω Θεέ, δια τους πτωχούς του λαού σου.11 Τὰ ποίμνια τῶν λογικῶν σου ζώων κατοικοῦν ἤδη ἐν αὐτῇ. Τὴν ἠτοίμασες ἐν τῇ καλοκαγαθίᾳ σου, ὦ Θεέ, διὰ τὸν πτωχὸν καὶ δοῦλον λαόν σου.
12 Κύριος δώσει ρῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ,12 Ο Κυριος δίδει και θα δίδη πάντοτε λόγον και εντολήν αυθεντίας και κύρους εις εκείνους, οι οποίοι με ευγλωττίαν και δυνατήν φωνήν θα ευαγγελίζονται το άγγελμα της νίκης λέγοντες προς τον λαόν·12 Ὁ Κύριος δίδει ἐξουσιαστικὸν λόγον καὶ παράγγελμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ δύναμιν καὶ φωνὴν κραταιὰν διακηρύττουν τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα τῆς νίκης, ὅπως διαλαλήσουν εἰς τὸν λαὸν τὰ ἑπόμενα:
13 ὁ βασιλεὺς τῶν δυνάμεων τοῦ ἀγαπητοῦ, τῇ ὡραιότητι τοῦ οἴκου διελέσθαι σκῦλα.13 Ο βασιλεύς και κύριος των στρατιωτικών δυνάμεων του αγαπητού του λάου, του ισραηλιτικού, παραγγέλλει να μοιρασθούν τα λάφυρα μεταξύ των Ισραηλιτών δια τον καλλωπισμόν των οικιών των και εις ανάμνησιν των δωρεών του Θεού.13 Ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος εἶναι βασιλεὺς καὶ στρατάρχης τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ ἀγαπητοῦ λαοῦ του, παραγγέλλει νὰ διανεμηθοῦν τὰ λάφυρα πρὸς καθωραϊσμὸν καὶ στολισμὸν τῶν νεοκτίστων οἴκων των, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναρτώμενα, ὄχι μόνον θὰ τοὺς στολίζουν, ἀλλὰ καὶ θὰ ὑπενθυμίζουν εἰς τοὺς ἐνοίκους των τὰς νίκας, αἱ ὁποῖαι μὲ στρατηγὸν καὶ βοηθὸν τὸν Κύριον συνετελέσθησαν.
14 ἐὰν κοιμηθῆτε ἀνὰ μέσον τῶν κλήρων, πτέρυγες περιστερᾶς περιηργυρωμέναι, καὶ τὰ μετάφρενα αὐτῆς ἐν χλωρότητι χρυσίου.14 Οταν νικηταί τότε αναπαύεαθε εις τα δοθέντα προς ημάς με κλήρον μερίδια της γης Χαναάν, θα γίνετε περιφανείς και ένδοξοι. Θα ομοιάζετε προς πτέρυγας της περιστεράς, που από το χρώμα των παρουσιάζονται σαν επαργυρωμέναι και με χρυσοπράσινα μεταξύ των πτερύγων των πτερά.14 Ἐὰν σεῖς, ποὺ ἐπιστρέφετε ἐκ τῆς μάχης νικηταί, ἀναπαυθῆτε καὶ ἡσυχάσετε ζῶντες εἰρηνικῶς ἐν μέσῳ τῶν τμημάτων τῆς γῆς ποὺ σᾶς ἐδόθησαν ὡς κλῆρος, τόσον πολὺ θὰ γίνετε περίβλεπτοι διὰ τὸν πλοῦτον καὶ τὰς θείας εὐλογίας, ὥστε θὰ ὁμοιάζετε πρὸς πτέρυγας τῆς περιστερᾶς ποὺ ἀπὸ τὸ χρῶμα των παρουσιάζονται σὰν ἐπαργυρωμέναι, καὶ πρὸς τὰ μεταξύ των πτερύγων τῆς περιστερᾶς μετάφρενά της μὲ τὸ χρυσοπράσινον χρῶμα των.
15 ἐν τῷ διαστέλλειν τὸν ἐπουράνιον βασιλεῖς ἐπ᾿ αὐτῆς, χιονωθήσονται ἐν Σελμών.15 Οταν ο επουράνιος Κυριος διεσκόρπιζε πανικοβλήτους τους αλλοφύλους βασιλείς της Χαναάν, οι Ισραηλίται, κατάφορτοι από τα λάφυρα, ήσαν λαμπροί ωσάν το χιονισμένον όρος Σελμών.15 Ὅταν ὁ ἐπουράνιος ἔκαμνε τὴν κρίσιν του καὶ διεσκόρπιζεν ἐπὶ τῆς Χαναὰν τοὺς ἀλλοφύλους βασιλεῖς της, τὴν ἡμέραν ἐκείνην οἱ Ἰσραηλῖται κατάφορτοι ἀπὸ λάφυρα, ἐνεφανίσθησαν λαμπροί, ὅμοιοι πρὸς τὸ λευκοστολισμένον διὰ πυκνῆς χιόνος ὄρος Σελμών.
16 ὄρος τοῦ Θεοῦ, ὄρος πῖον, ὄρος τετυρωμένον, ὄρος πῖον.16 Το όρος του Θεού, η Σιών. Ορος παχύ, όρος στερεόν, όρος πλουσίας πνευματικής ζωής.16 Τὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ, τὸ ὄρος τῆς Σιὼν εἶναι παχὺ καὶ εὔφορον, καὶ ἀφθόνους παρέχει εὐλογίας· εἶναι ὄρος πηκτὸν καὶ ἀσαλεύτως θεμελιωμένον, ὡς ὁ πηγμένος καὶ στερεοποιημένος τυρός, εἶναι ὄρος παχύ.
17 ἱνατί ὑπολαμβάνετε, ὄρη τετυρωμένα, τὸ ὄρος, ὃ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς κατοικεῖν ἐν αὐτῷ; καὶ γὰρ ὁ Κύριος κατασκηνώσει εἰς τέλος.17 Διατί παίρνετε τον λόγον και παραπονείσθε σεις όρη μεγάλα και στερεά δια τα όρος της, Σιών, στο οποίον ηυδόκησεν ο Θεός να κατοική; Πράγματι ο Κυριος θα κατοική εκεί μέχρι τέλους του παρόντος κόσμου.17 Διατί, ὦ σεῖς ὄρη τοῦ Ἑρμὼν καὶ τῆς γῆς Βασάν, λαμβάνετε τὸν λόγον καὶ οἱονεὶ ζηλοτυποῦντα παραπονεῖσθε; Εἶσθε καὶ σεῖς ὄρη τετυρωμένα καὶ ἐπιβλητικά, ἀλλὰ τὸ ὄρος τῆς Σιὼν εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ηὐδόκησε καὶ εὐηρεστήθη ὁ Θεός, ἵνα κατοικήσῃ εἰς αὐτό. Ὄντως δὲ ὁ Κύριος θὰ κατοικήσῃ εἰς αὐτὸ πάντοτε καὶ μέχρι τέλους τοῦ παρόντος αἰῶνος.
18 τὸ ἅρμα τοῦ Θεοῦ μυριοπλάσιον, χιλιάδες εὐθηνούντων· Κύριος ἐν αὐτοῖς ἐν Σινᾷ ἦν, ἐν τῷ ἁγίῳ.18 Το ένδοξον άρμα, επάνω στο οποίον κάθεται ο Θεός, ο ερχόμενος, δια να κατοικήση εις την Σιών, το συνοδεύουν μυριάδες και χιλιάδες αγγέλων και αγίων πλημμυρισμένοι από χαράν. Ο Κυριος, όπως άλλοτε εν μέσω των αγγέλων αυτού ήτο στο όρος Σινά, έτσι και τώρα είναι στον άγιον τόπον.18 Τὸ ἅρμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κάθεται ὁ ἐρχόμενος να κατοικήσῃ εἰς Σιὼν Θεός, σύγκειται ἀπὸ μυριάδας. Χιλιάδες ἀγγέλων καὶ ἁγίων, ποὺ εὐδαιμονοῦν καὶ ἀπολαμβάνουν πλῆθος ἀγαθῶν, τὸ ἀποτελοῦν. Ὁ Κύριος μετὰ τῆς αὐτῆς δόξης καὶ δυνάμεως, μετὰ τῆς ὁποίας, ἦτο ἄλλοτε ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν ἐπὶ τοῦ Σινᾶ, ἔρχεται καὶ τώρα εἰς τὸ ἅγιον κατοικητήριόν του.
19 ἀνέβης εἰς ὕψος, ᾐχμαλώτευσας αἰχμαλωσίαν, ἔλαβες δόματα ἐν ἀνθρώποις, καὶ γὰρ ἀπειθοῦντας τοῦ κατασκηνῶσαι.19 Υψιστε Κυριε, ανέβης εις την Σιών. Ανέβης εις τα ανώτατα ύψη του ουρανού, αφού κατήγαγες θρίαμβον εις την γην, συνέλαβες αιχμαλώτους, επήρες φόρον υποτέλειας από τους υποδουλωθέντας προς σε λαούς. Ακόμη δε και από δυστροπούντας, οι οποίοι υπετάγησαν εις σέ, ώστε να κατασκηνώσης, εν τη αγαθότητί σου, εν μέσω αυτών.19 Ὦ Ὕψιστε· ἐδείχθης μέγας καὶ ὑψηλός· ἀνέβης εἰς τοῦ οὐρανοῦ τὸ ὕψος, ἀφοῦ κατήγαγες αἰώνιον θρίαμβον, ἠχμαλώτισας πλῆθος αἰχμαλώτων, τοὺς ὁποίους σύρεις δεμένους ὄπισθέν σου, ἔλαβες πλούσια δῶρα ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων ὡς φόρον ὑποτελείας των πρὸς σέ· ἔλαβες δὲ ταῦτα ὄχι μόνον ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εὐπειθῶς σὲ ἀναγνωρίζουν βασιλέα των, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν ἀπειθούντων ἔτι καὶ δυστροπούντων, ἵνα καὶ μεταξὺ αὐτῶν κατασκηνώσῃς ὡς κυριάρχης των.
20 Κύριος ὁ Θεὸς εὐλογητός, εὐλογητὸς Κύριος ἡμέραν καθ᾿ ἡμέραν· κατευοδώσαι ἡμῖν ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν. (διάψαλμα).20 Ο Κυριος και μόνος αληθινός Θεός ας είναι ευλογημένος, ας είναι ο μόνος δοξασμένος και ευλογημένος όλας τας ημέρας. Είθε να μας κατευοδώση ο Κυριος, ο οποίος πολλές φορές μέχρι σήμερον υπήρξεν η σωτηρία μας.20 Ὁ Κύριος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος Θεός, ἂς εἶναι εὐλογητὸς καὶ δεδοξασμένος· ἂς εὐλογῆται καὶ ἂς ἀνυμνῆται ὁ Κύριος καθ’ ἐκάστην ἡμέραν· εἴθε νὰ μᾶς προάγῃ καὶ νὰ μᾶς κατευοδώνῃ πρὸς αἰώνιον ζωὴν καὶ εὐτυχίαν ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος οὐχὶ ἅπαξ καὶ δίς, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἐπανειλημμένως μᾶς ἐχάρισε τὴν σωτηρίαν.
21 ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ Θεὸς τοῦ σῴζειν, καὶ τοῦ Κυρίου Κυρίου αἱ διέξοδοι τοῦ θανάτου.21 Ο Θεός μας είναι ο Θεός, ο οποίος μας σώζει. Εις αυτόν τον Κυριον και Θεόν μας οφείλεται το γεγονός, ότι πολλές φορές απηλλάγημεν από θανασίμους κινδύνους.21 Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς ὁ ὁποῖος σώζει. Καὶ εἰς τὸν Κύριον καὶ Θεὸν ὀφείλονται αἱ ἀπαλλαγαὶ ἐκ τοῦ θανάτου· ἰδικαί του εἶναι καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἐπιδαψιλεύονται εἰς τοὺς προσφιλεῖς του.
22 πλὴν ὁ Θεὸς συνθλάσει κεφαλὰς ἐχθρῶν αὐτοῦ, κορυφὴν τριχὸς διαπορευομένων ἐν πλημμελείαις αὐτῶν.22 Αλλ' εάν ο Θεός προστατεύη και σώζη τον ευσεβή λαόν, συντρίβει και θα συντρίψη τας κεφαλάς των εχθρών του, τας αλαζονικάς κεφαλάς τας στολισμένας με πλουσίαν υπερήφανον κόμην. Θα συντρίψη την κεφαλήν εκείνων, οι οποίοι ζουν και περιφέρονται μέσα εις τας αμαρτίας των.22 Ἀλλ' ἐὰν ὁ Θεὸς σώζῃ τὸν εὐσεβῆ λαόν του, θὰ συντρίψῃ ὠρισμένως τὰς κεφαλὰς τῶν ἐχθρῶν του, θὰ συντρίψῃ τὴν κορυφήν, τὴν τρέφουσαν ὑπερηφάνως τρίχας καὶ βοστρύχους· θὰ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διάγουν καὶ συμπεριφέρονται ἐν ἁμαρτίαις καὶ πλημμελείαις.
23 εἶπε Κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐν βυθοῖς θαλάσσης.23 Είπεν ο Κυριος· Θα επαναφέρω τους εχθρούς από το όρος Βασάν, εάν καταφύγουν εκεί και αποκρυβούν εις τα πυκνά του δάση· έστω και αν βυθισθούν εις την θάλασσαν, θα τους ανασύρω από τους βυθούς της και θα τους επαναφέρω,23 Εἶπεν ὁ Κύριος· θὰ ἐπαναφέρω τοὺς ἐχθροὺς ἐκ τοῦ ὄρους Βασάν, ἐᾶν καταφύγουν ἐκεῖ καὶ ἀποκρυβοῦν εἰς τὰ πυκνὰ δάση του· ἐὰν βυθισθοῦν εἰς τὴν θάλασσαν, θὰ τοὺς ἀνελκύσω ἀπὸ τοὺς βυθούς της καὶ θὰ τοὺς ἐπαναφέρω,
24 ὅπως ἂν βαφῇ ὁ πούς σου ἐν αἵματι, ἡ γλῶσσα τῶν κυνῶν σου ἐξ ἐχθρῶν παρ᾿ αὐτοῦ.24 δια να σφαγούν και να ρεύση τόσον άφθονον το αίμα των, ώστε εις αυτό να βαφούν, ω Ισραηλίται, οι πόδες σας, και αι γλώσσαι των σκυλιών σας να βαφούν και αυταί στο αίμα των εχθρών σας.24 ἵνα κατασφαγοῦν καὶ ρεύσῃ τόσον ἀφθόνως τὸ αἷμα των, ὥστε εἰς αὐτὸ νὰ βαφοῦν, ὦ Ἰσραήλ, οἱ πόδες σου καὶ ἡ γλῶσσα τῶν κυνῶν σου νὰ βαφῇ καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸ αἷμα αὐτό, ποὺ θὰ ρεύσῃ ἐκ τῶν ἐχθρῶν σου.
25 ἐθεωρήθησαν αἱ πορεῖαί σου, ὁ Θεός, αἱ πορεῖαι τοῦ Θεοῦ μου τοῦ βασιλέως τοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ.25 Εγιναν αισθηταί και θεαταί εκ μέρους όλων μας αι πορείαι σου, ω Θεέ μου. Αι επεμβάσεις σου του Θεού και βασιλέως μας, έγιναν φανεραί στον ιερόν τούτον λόφον Σιών.25 Ἐθεωρήθησαν ἀπὸ ὅλους μας καὶ ἐγένοντο αἰσθηταὶ εἰς ἡμᾶς αἱ διὰ μέσου τῆς χώρας μας πορεῖαι σου, ὦ Θεέ, αἱ πορεῖαι καὶ ἡ ἄνοδος ἐν τῷ ὅρει Σιὼν τοῦ Θεοῦ μου, τοῦ βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἐγκατεστάθη ἐν τῷ ἁγίῳ λόφῳ καὶ ναῷ του, διὰ νὰ κυβερνᾷ τὸν θεοκρατούμενον λαόν του.
26 προέφθασαν ἄρχοντες ἐχόμενοι ψαλλόντων ἐν μέσῳ νεανίδων τυμπανιστριῶν.26 Προπορεύονται εμπρός από την ενθουσιώδη συνοδείαν άρχοντες, οι οποίοι ακολουθούνται από μουσικούς, που παίζουν έγχορδα όργανα ανάμεσα εις νεανίδας, που κτυπούν τα τύμπανα.26 Προπορεύονται τῆς σεμνῆς συνοδείας του ἄρχοντες, ἀκολουθούμενοι ἀπὸ τοὺς ψάλλοντας μὲ τὰ ἔγχορδα ὄργανά των, ἔχουσι δὲ αὐτοὺς εἰς τὸ μέσον κυκλοῦσαι τούτους νεάνιδες παίζουσαι χαρμοσύνως τὰ τύμπανά των.
27 ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν, Κύριον ἐκ πηγῶν ᾿Ισραήλ.27 Και όλοι μαζή ψάλλουν· Συναθροισθήτε εις ιεράς συνάξεις και δοξολογήσατε τον Θεόν, τον Κυριον, όλοι οι Ισραηλίται, οι απόγονοι της αστειρεύτου πηγής του Ιακώβ.27 Ψάλλει δὲ ἡ σεμνὴ συνοδεία τὰ ἑξῆς: Εἰς συνάξεις ἱερὰς συναθροιζόμενοι εὐλογεῖτε καὶ δοξολογεῖτε τὸν Θεόν· ὑμνεῖτε τὸν Κύριον, ὅλοι σεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ κατάγεσθε καὶ προήλθετε ἀπὸ αὐτὸν σὰν ἀπὸ πηγὴν ἄφθονον καὶ ἀστείρευτον.
28 ἐκεῖ Βενιαμὶν νεώτερος ἐν ἐκστάσει, ἄρχοντες ᾿Ιούδα ἡγεμόνες αὐτῶν, ἄρχοντες Ζαβουλών, ἄρχοντες Νεφθαλείμ.28 Εκεί εις την ιεράν αυτήν λιτανείαν, υπάρχει ο νεώτερος από όλους τους δώδεκα πατριάρχας, ο Βενιαμίν, έκθαμβος και σαν έξω από τον εαυτόν του εξ αιτίας της μεγάλης του χαράς. Εκεί είναι η αρχηγοί της φυλής του Ιούδα με τους άλλους άρχοντας. Εκεί υπάρχουν οι άρχοντες της φυλής Ζαβουλών και οι άρχοντες της φυλής Νεφθαλείμ.28 Ἐκεῖ, ἐν τῇ ἱερᾷ ταύτῃ συνοδείᾳ, ὁ νεώτερος ἐξ ὅλων τῶν πατριαρχῶν Βενιαμίν, διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας του εἶναι ἐκστατικὸς καὶ ἔκθαμβος διὰ τὴν ἀποδιδομένην εἰς αὐτὸν τιμὴν καὶ προτίμησιν. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἄρχοντες τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα μετὰ τῶν ἡγεμόνων καὶ συμβουλῶν των· ἐκεῖ καὶ οἱ ἄρχοντες τῆς φυλῆς Ζαβουλών, καθὼς καὶ οἱ ἄρχοντες τῆς φυλῆς Νεφθαλείμ. Παρίσταται λοιπὸν ἐκεῖ διὰ τοῦ Βενιαμὶν καὶ τοῦ Ἰούδα ὁλόκληρος ἡ πρὸς Νότον, καθὼς καὶ διὰ τοῦ Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, ὁλόκληρος ἡ πρὸς Βορρᾶν Παλαιστίνη.
29 ἔντειλαι, ὁ Θεός, τῇ δυνάμει σου, δυνάμωσον, ὁ Θεός, τοῦτο, ὃ κατειργάσω ἐν ἡμῖν.29 Δώσε, Κυριε, εντολήν εις την δύναμίν σου, να συμπαρασταθή στον λαόν σου. Ενίσχυσε, Θεέ μου, το έργον τούτο, το οποίον συ επραγματοποίησες εν μέσω ημών.29 Δὸς ἐντολήν, ὦ Θεέ, εἰς τὴν δύναμιν καὶ ἰσχύν σου, ἵνα ἔλθῃ καὶ συμπληρώσῃ τὸ ἀρξάμενον ἔργον σου. Δυνάμωσον, ὦ Θεέ, καὶ στήριξον εἰς τοὺς αἰῶνας τὴν βασιλείαν ταύτην τῆς ἀληθείας σου, τὴν ὁποίαν κατειργάσθης καὶ ἐγκατέστησας μεταξὺ ἠμῶν.
30 ἀπὸ τοῦ ναοῦ σου ἐπὶ ῾Ιερουσαλὴμ σοὶ οἴσουσι βασιλεῖς δῶρα.30 Με θαυμασμόν και ευλάβειαν προς τον ναόν σου, ο οποίος υψούται επάνω εις την Ιερουσαλήμ, θα ανέλθουν επί της Σιών και θα σου προσφέρουν δώρα λατρείας οι βασιλείς του κόσμου.30 Ἐξ αἰτίας τοῦ ναοῦ σου, ὁ ὁποῖος ὑψοῦται ἐπὶ τῆς Ἱερουσαλήμ, θὰ ἀνέλθουν ἐπὶ τῆς Σιὼν καὶ θὰ σοῦ προσφέρουν δῶρα λατρείας οἱ βασιλεῖς τοῦ κόσμου.
31 ἐπιτίμησον τοῖς θηρίοις τοῦ καλάμου· ἡ συναγωγὴ τῶν ταύρων ἐν ταῖς δαμάλεσι τῶν λαῶν τοῦ ἐγκλεισθῆναι τοὺς δεδοκιμασμένους τῷ ἀργυρίῳ· διασκόρπισον ἔθνη τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα.31 Ελεγξε και επιτίμησε τους αμαρτωλούς και αγρίους λαούς, που ομοιάζουν προς θηρία και κροκοδείλους κρυμμένους στους καλαμώνας των ελών. Ωσάν αγέλη αγρίων ταύρων ανάμεσα εις τας δαμάλεις ομοιάζουν οι συνηγμένοι βάρβαροι αυτοί λαοί, που θέλουν να πολιορκήσουν τον λαόν σου, τον καθαρόν ως άργυρον στο χωνευτήριον. Διασκόρπισε, Κυριε, τα έθνη, τα οποία θέλουν τους πολέμους.31 Ἐπίπληξον καὶ ἐπιτιμῆσον τοὺς λαοὺς τοὺς ὁμοίους πρὸς θηρία καὶ κροκοδείλους ποὺ κρύπτονται καὶ ἐμφωλεύουν μέσα εἰς καλάμους, τοὺς Αἰγυπτίους λέγω. Ἡ συναγωγὴ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ὁμοιάζει πρὸς ἀγέλην ταύρων, καὶ σύρει διὰ τῆς ὠμῆς βίας ὡς δαμάλεις τοὺς λαούς, οἱ ὁποῖοι κατεκτήθησαν, διὰ νὰ ἐγκλεισθοῦν αἰχμάλωτοι καὶ δοῦλοι των, αὐτοὶ ποὺ διὰ τῶν συμφορῶν ὡς ἀργύριον ἐδοκιμάσθησαν καὶ ἐξηγνίσθησαν. Διασκόρπισον τὰ ἔθνη ποὺ θέλουν καὶ ἐπιδιώκουν τοὺς πολέμους.
32 ἥξουσι πρέσβεις ἐξ Αἰγύπτου, Αἰθιοπία προφθάσει χεῖρα αὐτῆς τῷ Θεῷ.32 Και αφού τα διασκορπίσης και αποκατασταθή η ειρήνη, θα έλθουν πρέσβεις από την Αίγυπτον εις την Ιερουσαλήμ. Και αυτή η μακρυνή Αιθιοπία θα απλώση με προθυμίαν το χέρι της γεμάτο δώρα προς τον Θεόν της Ιερουσαλήμ.32 Οὕτω θὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ πρέσβεις ἐκ τῆς Αἰγύπτου. Ἡ Αἰθιοπία θὰ ἀπλώσῃ μὲ σπουδὴν τὴν χεῖρα της εἰς τὸν Θεὸν προσφέρουσα εἰς αὐτὸν τὰ δῶρα της καὶ τὰς ἱκεσίας της.
33 αἱ βασιλεῖαι τῆς γῆς, ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ Κυρίῳ. (διάψαλμα).33 Σεις, αι βασιλείαι της γης δοξολογήσατε τον Θεόν. Συνθέσατε ψαλμούς εις δόξαν του Κυρίου.33 Ὦ βασίλεια τῆς γῆς· ὑμνήσατε τὸν Θεόν, ψάλατε ᾠδὴν δοξολογίας εἰς τὸν Κύριον.
34 ψάλατε τῷ Θεῷ τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατὰ ἀνατολάς· ἰδοὺ δώσει τῇ φωνῇ αὐτοῦ φωνὴν δυνάμεως.34 Ψαλατε στον Θεόν, ο οποίος ωσάν επί μεγαλοπρεπούς άρματος ανεβαίνει εις τα ανώτατα σημεία του ουρανού προς ανατολάς. Ιδού, θα δώση φωνήν, και η φωνή του θα γίνη βροντή δυνατή.34 Ψάλατε ὕμνον εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐπιβαίνει ὡς ἐπὶ ἅρματος ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου καὶ εἰς ὑπερουράνια ὕψη οὐρανοῦ καὶ ἀρματοδρομεῖ κατὰ ἀνατολάς, ὁπόθεν ἐκπορεύεται τὸ φῶς. Ἰδοὺ μὲ τὴν φωνήν του θὰ ἐκβάλῃ φωνὴν δυνατὴν καὶ βροντεράν.
35 δότε δόξαν τῷ Θεῷ· ἐπὶ τὸν ᾿Ισραὴλ ἡ μεγαλοπρέπεια αὐτοῦ, καὶ ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐν ταῖς νεφέλαις.35 Δωσατε δόξαν στον Θεόν. Η μεγαλοπρέπεια αυτού εκτείνεται προστατευτική επάνω στον ισραηλιτικόν λαόν και η δύναμίς του απλώνεται επάνω από τα νέφη, από το ένα άκρον έως το άλλο άκρον του ορίζοντος.35 Δώσατε δόξαν εἰς τὸν Θεόν· ἡ μεγαλοπρεπὴς πρόνοιά του ἐκτείνεται προστατευτικὴ ἐπὶ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἡ δύναμίς του ἑξαπλοῦται ἐπὶ τῶν νεφελῶν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τοῦ ὁρίζοντος διέπουσα τὰ ἀνθρώπινα.
36 θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ· ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, αὐτὸς δώσει δύναμιν καὶ κραταίωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ. εὐλογητὸς ὁ Θεός.36 Αξιοθαύμαστος είναι ο Θεός δια την προστασίαν, που παρέχει στους αγίους του. Ο Θεός του ισραηλιτικού λαού αυτός θα δώση δύναμιν εις ενίσχυσιν και σωτηρίαν του λαού του. Δοξασμένος ας είναι Κυριος ο Θεός.36 Θαυμαστὸς εἶναι ὁ Θεὸς εἰς τὰς προστασίας, τὰς ὁποίας παρέχει εἰς τοὺς ἁγίους του, τοὺς εἰς αὐτὸν ἀφωσιωμένους. Ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, αὐτὸς θὰ δώσῃ δύναμιν καὶ κράτος ὑπεροχῆς ἀκατάβλητον εἰς τὸν λαὸν αὐτοῦ. Δεδοξασμένος ἔσο, ὦ Θεέ!

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΞΗ'🔸
                             (68)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ὑπὲρ τῶν ἀλλοιωθησομένων· τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 69) ΣΩΣΟΝ με, ὁ Θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου.2 (Μασ. 69) Σώσε με, ω Θεέ μου. Τα κύματα των θλίψεων κατακλύζουν την ψυχήν μου. Απειλούν και αυτήν ακόμη την ζωήν μου.2 Σῶσον με, ὦ Θεέ μου, διότι τὰ ἐκ τῶν κυμάτων τῆς θλίψεώς μου ὕδατα εἰσῆλθον μέχρις αὐτῆς τῆς ψυχῆ μου, διὰ νὰ τὴν πνίξουν.
3 ἐνεπάγην εἰς ἰλὺν βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις· ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με.3 Εχω χωθή εις λάσπην βυθού, κάτω από την οποίαν δεν υπάρχει στερεός πυθμήν. Ομοιάζω ως εάν έχω βυθισθή εις τα βάθη της θαλάσσης, ως εάν φοβερά καταιγίς με κατεπόντισεν στο πέλαγος.3 Ἐχώθην εἰς βαθὺν βοῦλκον καὶ δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ βάσις στερεά, ἕνεκα δὲ τούτου διαρκῶς φέρομαι πρὸς τὰ κάτω, κινδυνεύων νὰ ταφῶ εἰς αὐτόν. Ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης τῶν συμφορῶν καὶ πειρασμῶν, καὶ τὰ σφοδρὰ τῆς καταιγίδος κύματα μὲ κατεπόντισαν καὶ κινδυνεύω να πνιγῶ.
4 ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν Θεόν μου.4 Απέκαμα να φωνάζω προς σε δυνατά. Ο λάρυγξ μου εβράχνιασε, τα μάτια μου, προσηλωμένα προς σε τον Θεόν μου, έχασαν το φως των, διότι έχασαν την ελπίδα βοηθείας.4 Ὁ κόπος του νὰ φωνάζω ζητῶν βοήθειαν μὲ κατέβαλεν· ἔγινε ξηρὸς καὶ βραχνὸς ὁ λάρυγξ μου, ἀπέκαμαν καὶ κινδυνεύουν νὰ σβήσουν οἱ ὀφθαλμοί μου προσηλωμένοι γεμᾶτοι ἐλπίδα πρὸς τὸν Θεόν, τοῦ ὁποίου ἡ βοήθεια ἀναβάλλεται καὶ βραδύνει νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ.
5 ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρεάν, ἐκραταιώθησαν οἱ ἐχθροί μου οἱ ἐκδιώκοντές με ἀδίκως· ἃ οὐχ ἥρπαζον, τότε ἀπετίννυον.5 Εκείνοι, που με μισούν χωρίς καμμίαν αιτίαν και αφορμήν, επληθύνθησαν περισσότερον από τας τρίχας της κεφαλής μου. Εγιναν πολύ ισχυροί οι εχθροί μου· αυτοί, οι οποίοι με καταδιώκουν αδίκως και αδικαιολογήτως. Με τας διαβολάς και τας συκοφαντίας των επλήρωσα πράγματα, τα οποία εγώ ποτέ δεν είχα αρπάσει.5 Ἔγιναν περισσότεροι ἀπὸ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι χωρὶς λόγον καὶ αἰτίαν μὲ μισοῦν· ἔγιναν κραταιοὶ καὶ πανίσχυροι οἱ ἐχθροί μου, ποὺ μὲ καταδιώκουν ἀδίκως· μὲ τὰς συκοφαντίας καὶ τοὺς ἐκβιασμούς των ἐξηναγκαζόμην νὰ πληρώσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἥρπασα, οὔτε ποτὲ κατεχράσθην, καὶ νὰ τιμωρηθῶ διὰ παρεκτροπάς, τὰς ὁποίας δὲν διέπραξα ποτέ.
6 ὁ Θεός, σὺ ἔγνως τὴν ἀφροσύνην μου καὶ αἱ πλημμέλειαί μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβησαν.6 Συ, ω Θεέ μου, γνωρίζεις τας άλλας απερισκεψίας μου. Και τα πλημμελήματά μου δεν είναι κρυμμένα από τα μάτια σου. Γνωρίζεις όμως επίσης, ότι ποτέ δεν έχασα τον σεβασμόν μου προς σέ.6 Σύ, ὦ Θεέ, γνωρίζεις τὰς ἐκ τῆς ἀπερισκεψίας μου παρεκτροπάς, καὶ τὰ πλημμελήματά μου δὲν εἶναι κρυμμένα ἀπὸ σοῦ. Ἠξεύρεις, ὅτι οὐδέποτε ἀπέσεισα τὸν φόβον σου.
7 μὴ αἰσχυνθείησαν ἐπ᾿ ἐμὲ οἱ ὑπομένοντές σε, Κύριε, Κύριε τῶν δυνάμεων, μὴ ἐντραπείησαν ἐπ᾿ ἐμὲ οἱ ζητοῦντές σε, ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Ισραήλ,7 Ας μη κατεντροπιασθούν εξ αιτίας μου εκείνοι, οι οποίοι με μεγάλην υπομονήν περιμένουν την προστασίαν σου, ω Κυριε, Κυριε των αγγελικών δυνάμεων του ουρανού. Οταν με βλέπουν αβοήθητον και εγκαταλελειμμένον, ας μη εντροπιασθούν εκείνοι, οι οποίοι ζητούν βοήθειαν από σέ, ω Θεέ του Ισραήλ.7 Ἂς μὴ καταισχυνθοῦν δι’ ἐμὲ οἱ ἐν ὑπομονῇ καὶ καρτερία ἀναμένοντες τὴν προστασίαν σου, ὦ Κύριε, Κύριε τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων. Ἀσφαλῶς δὲ θὰ καταισχυνθοῦν, ὅταν μὲ βλέπουν ἀβοήθητον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ὑπὸ σοῦ. Καὶ ἂς μὴ ἐντροπιασθοῦν δι’ ἐμέ, αὐτοὶ ποὺ σὲ ζητοῦν, ὦ Θεὲ τοῦ Ἰσραήλ, χλευαζόμενοι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς των μὲ τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ἀφοῦ ἐμὲ ποὺ σὲ ζητῶ δὲν ἐπρόσεξες, οὔτε καὶ αὐτοὺς θὰ προσέξῃς.
8 ὅτι ἕνεκά σου ὑπήνεγκα ὀνειδισμόν, ἐκάλυψεν ἐντροπὴ τὸ πρόσωπόν μου.8 Μη με εγκαταλείψης Κυριε, διότι εγώ προς χάριν σου υπομένω εμπαιγμούς και ύβρεις. Το πρόσωπόν μου επλημμύρισεν από εντροπήν, έγινε κατακόκκινον.8 Μὴ μὲ παρίδῃς, Κύριε, διότι μὲ περιγελοῦν οἱ ἐχθροί μου, ἐπειδὴ ἠθέλησα νὰ ἀρέσω εἰς σέ, καὶ χάριν σου βαστάζω βαρύτατον ὀνειδισμόν· χάριν σοῦ, διότι ἠθέλησα νὰ μείνω πιστὸς εἰς τὸ θέλημά σου, ἐσκέπασεν ὁλόκληρον τὸ πρόσωπόν μου ἐντροπή.
9 ἀπηλλοτριωμένος ἐγενήθην τοῖς ἀδελφοῖς μου καὶ ξένος τοῖς υἱοῖς τῆς μητρός μου,9 Ξένος και αγνώριστος κατήντησα μεταξύ των αδελφών μου. Αγνωστος και ξένος και εις αυτούς ακόμη τους ομομητρίους αδελφούς μου.9 Κατήντησα νὰ εἶμαι σὰν ἄσχετος ὁλοτελῶς καὶ ἄγνωστος εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ ἐθεωρήθην ξένος ἀπὸ αὐτὰ τὰ παιδιὰ τῆς μητρός μου.
10 ὅτι ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με, καὶ οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ᾿ ἐμέ.10 Πασχω δε όλα αυτά, διότι ο φλογερός ζήλος υπέρ του ναού σου ως πυρ με έχει καταφλέξει· Αι αναίσχυντοι ύβρεις, αι οποίαι εκτοξεύονται εναντίον σου από τους ασεβείς ανθρώπους, πίπτουν όλαι βαρείαι επάνω μου.10 Καὶ πάσχω ὅλα αὐτὰ χάριν σοῦ· διότι ὁ ζῆλος, ποὺ ἔχω ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ οἴκου καὶ ναοῦ σου, σὰν ἄλλο πῦρ κατέφλεξε καὶ κατέφαγε τὸ ἐσωτερικόν μου· καὶ αἱ χυδαῖαι ὕβρεις καὶ οἱ ὀνειδισμοὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σὲ ὀνειδίζουν, ἔπεσαν ὅλοι ἐπάνω μου.
11 καὶ συνεκάλυψα ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐγενήθη εἰς ὀνειδισμοὺς ἐμοί·11 Δια την ασέβειάν των αυτήν επόνεσα βαθύτατα. Εταπείνωσα με ασιτίαν την ζωήν μου και αντί το πένθος μου δι' αυτούς να τους συγκινήση, εγινεν εξ αντιθέτου αιτία ονειδισμών εναντίον μου.11 Καὶ διὰ τὴν ἀσέβειαν καὶ ἀθρησκείαν των ταύτην κατέθλιψα καὶ ἐταπείνωσα τὴν ζωήν μου μὲ νηστείαν καὶ ἀσιτίαν, καὶ ἀντὶ τὸ ὑπὲρ αὐτῶν πένθος μου νὰ τοὺς συγκινήσῃ, ἔγινε τοῦτο αἰτία ὀνειδισμοῦ κατ’ ἐμοῦ.
12 καὶ ἐθέμην τὸ ἔνδυμά μου σάκκον, καὶ ἐγενόμην αὐτοῖς εἰς παραβολήν.12 Αντί του συνήθους ενδύματος εφόρεσα τρίχινον σάκκον θλίψεως και μετανοίας. Κατήντησα δι' αυτούς παροιμιώδες πρόσωπον διακωμωδήσεως και ύβρεων.12 Καὶ ἔθεσα ὡς ἔνδυμά μου τὸν τρίχινον τῆς μετανοίας σάκκον, ἐπειδὴ ἐπένθουν διὰ τὰ γινόμενα κακά, καὶ ἔγινα δι’ αὐτοὺς παραβολὴ καὶ παροιμία, προκαλοῦσα τὸν γέλωτα καὶ τὴν διακωμώδησίν των.
13 κατ᾿ ἐμοῦ ἠδολέσχουν οἱ καθήμενοι ἐν πύλαις, καὶ εἰς ἐμὲ ἔψαλλον οἱ πίνοντες οἶνον.13 Εναντίον μου εφλυαρούσαν οι αργόσχολοι προ των πυλών των τειχών. Και εις βάρος μου ετραγουδούσαν οι μέθυσοι πίνοντες τον οίνον.13 Εἰς βάρος μου ἐφλυάρουν καὶ ὡμίλουν περιφρονητικῶς οἱ ἄνεργοι καὶ περίεργοι, ποὺ κάθηνται εἰς τὰς πύλας καὶ ἀγοράς, καὶ αὐτοὶ ποὺ εἰς τὰ παρακείμενα καπηλεῖα διημερεύουν καὶ πίνουν ἐκεῖ οἶνον, ἐτραγώδουν στίχους σκωπτικοὺς κατ’ ἐμοῦ, πρὸς διακωμώδησίν μου.
14 ἐγὼ δὲ τῇ προσευχῇ μου πρὸς σέ, Κύριε· καιρὸς εὐδοκίας, ὁ Θεός, ἐν τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου· ἐπάκουσόν μου, ἐν ἀληθείᾳ τῆς σωτηρίας σου.14 Εγώ όμως, Κυριε, και τότε δια της προσευχής μου είχα στραφή προς σέ. Είναι πλέον καιρός να δείξης προς εμέ την ευδοκίαν σου, Θεέ μου, σύμφωνα με το άπειρον έλεός σου. Καμε δεκτήν την προσευχήν μου σύμφωνα με τας αληθείς υποσχέσεις σου περί της σωτηρίας των δούλων σου.14 Ἐγὼ ὅμως, Κύριε, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς αὐτοὺς ἤμην διὰ τῆς προσευχῆς μου ἐστραμμένος πρὸς σέ· εἶναι πλέον καιρὸς νὰ δείξῃς, ὦ Θεέ, τὴν καλωσύνην σου, σύμφωνα πρὸς τὴν μεγάλην εὐσπλαγχνίαν καὶ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου. Ἐπάκουσόν μου ἀποδεικνύων ἀληθῆ τὰ ὅσα περὶ τῆς σωτηρίας τῶν δούλων σου ὑπεσχεθης.
15 σῶσόν με ἀπὸ πηλοῦ, ἵνα μὴ ἐμπαγῶ· ῥυσθείην ἐκ τῶν μισούντων με καὶ ἐκ τῶν βαθέων τῶν ὑδάτων.15 Σώσε με από την λάσπην, εις την οποίαν ευρίσκομαι, δια να μη βυθισθώ εξ ολοκλήρου. Γλύτωσέ με από τους εχθρούς, που με μισούν. Βγάλε με από τα βαθειά ύδατα των θλίψεων, που με έχουν κοπαπλημμυρίσει.15 Σῶσον με ἀπὸ τὸν βοῦλκον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκομαι, διὰ νὰ μὴ βυθισθῶ τελείως εἰς αὐτὸν καὶ ταφῶ· εἴθε νὰ ἐλευθερωθῶ καὶ νὰ γλυτώσω ἀπὸ τοὺς μισοῦντας με καὶ ἀπὸ τὰ βαθέα τῆς θλίψεως ὕδατα.
16 μή με καταποντισάτω καταιγὶς ὕδατος, μηδὲ καταπιέτω με βυθός, μηδὲ συσχέτω ἐπ᾿ ἐμὲ φρέαρ τὸ στόμα αὐτοῦ.16 Ας μη με καταποντίση νεροποντή καταιγίδος. Ας μη με καταπίη ο βυθός της θαλάσσης, ας μη κλείση επάνω μου το στόμιον του φρέατος των θλίψεών μου και χαθώ οριστικώς.16 Ἂς μὴ μὲ καταποντίσῃ ἡ σφοδρὰ καταιγὶς τοῦ θαλασσίου ὕδατος, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κινδυνεύω νὰ πνιγῶ, καὶ ἂς μὴ μὲ καταπίῃ ὁ βυθὸς τῆς θαλάσσης· καὶ τὸ φρέαρ, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπεσα, ἂς μὴ κλείσῃ τὸ στόμιόν του, ὁπότε πλέον θὰ χαθῶ, ἐπειδὴ κανεὶς δὲν θὰ ἀκούῃ τὰς πρὸς βοήθειαν ἐπικλήσεις μου.
17 εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ὅτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου· κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμέ.17 Ακουσε, Κυριε, και κάμε δεκτήν την προσευχήν μου, διότι είναι αγαθόν και ευεργετικόν το έλεός σου προς πάντας. Συμφωνα με την άπειρον ευσπλαγχνίαν σου ρίψε ένα στοργικόν βλέμμα εις εμέ.17 Εἰσάκουσον, Κύριε, τὴν προσευχήν μου, διότι εἶναι εὐεργετικὸν τὸ ἔλεός σου καὶ ἐκχύνεται πρὸς ὅλους, δικαίους καὶ ἁμαρτωλούς. Σύμφωνα μὲ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου καὶ τὴν πολλήν σου εὐσπλαγχνίαν ρῖψον τὰ βλέμματά σου ἐπ’ ἐμέ.
18 μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου.18 Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από εμέ τον δούλον σου, διότι θλίβομαι πάρα πολύ. Συντομα, Κυριε, άκουσε την προσευχήν μου.18 Μὴ στρέψῃς ἐν ἀδιαφορίᾳ τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ ἐμὲ τὸν δοῦλον σου, διότι θλίβομαι. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχω, ἐπέρχεται ἐσπευσμένως. Γρήγορα λοιπὸν καὶ χωρὶς ἐπιβράδυνσίν τινα ἐπάκουσόν μου.
19 πρόσχες τῇ ψυχῇ μου καὶ λύτρωσαι αὐτήν, ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου ρῦσαί με.19 Δώσε προσοχήν εις τας ικεσίας μου και εις την θλίψιν της ψυχής μου και σπεύσε να με γλυτώσης. Ενεκα των εχθρών μου, δια να μη καυχώνται και αποθρασύνωνται αυτοί, σώσε μέ.19 Δὸς προσοχὴν εἰς τὰς ἐπικλήσεις καὶ εἰς τὴν θλῖψιν τῆς ψυχῆς μου, καὶ σπεῦσον νὰ ἐλευθερώσῃς αὐτήν· ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου, διὰ νὰ μὴ καυχῶνται καὶ ἀποθρασύνωνται οὗτοι, σῶσον με.
20 σὺ γὰρ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου· ἐναντίον σου πάντες οἱ θλίβοντές με.20 Γρήγορα έλα εις βοήθειάν μου, Κυριε, διότι συ γνωρίζστους εμπαιγμούς των, που εξαπολύουν εναντίον μου, την αισχυνην και την εντροπήν μου εξ αιτίας των. Ενώπιόν σου, Κυριε, ευρίσκονται όλοι αυτοί που με θλίβουν και των οποίων η κακία δέν σου διαφεύγει.20 Σπεῦσον, Κύριε, διότι σὺ γνωρίζεις καλὰ ποῖον ὀνειδισμὸν ὑφίσταμαι καὶ ποίαν καταισχύνην καὶ ἐντροπὴν δοκιμάζω. Ἠξεύρεις πόσον αἱμάσσει ἡ καρδία μου καὶ πόσον πληγώνεται ἡ ψυχή μου. Ἐνώπιόν σου δὲ ἵστανται καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ θλίβουν. Καθὼς ἀντιλαμβάνεσαι τὸν πόνον μου, οὕτω βλέπεις καὶ τὴν χαιρεκακίαν καὶ κακοήθειάν των.
21 ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ ψυχή μου καὶ ταλαιπωρίαν, καὶ ὑπέμεινα συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρξε, καὶ παρακαλοῦντας, καὶ οὐχ εὗρον.21 Οπου και αν στραφή η πονεμένη μου ψυχή, δεν περιμένει τίποτε άλλο παρά ύβρεις και ταλαιπωρίαν. Επερίμενα να ευρεθή κάποιος, να με συμπονέση και κανείς δεν παρουσιάσθηκε. Ανεζήτησα κάποιον να με παρηγορήση, και δεν ευρήκα κανένα.21 Ὅπου καὶ ἂν στραφῇ ἡ ψυχή μου, δὲν ἀναμένει τίποτε ἄλλο, παρὰ ὕβρεις καὶ ταλαιπωρίαν, καὶ περιέμεινα κάποιον νὰ μὲ συμπονέσῃ καὶ δὲν ἐφάνη κανείς· καὶ ἀνεζήτησα κάποιους νὰ μὲ παρηγορήσουν καὶ δὲν εὗρον κανένα.
22 καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος.22 Οταν δε επείνασα μου έδωκαν αντί φαγητού χολήν, και όταν εδίψησα, μου έδωκαν να πιώ ξίδι.22 Καὶ ὅταν ἐζήτησα νὰ φάγω καὶ νὰ πίω κάτι, μοῦ ἔδωκαν ἀντὶ φαγητοῦ χολὴν καὶ ἀντὶ ὕδατος, ὅταν ἐδίψων, μὲ ἐπότισαν ὄξος.
23 γενηθήτω ἡ τράπεζα αὐτῶν ἐνώπιον αὐτῶν εἰς παγίδα καὶ εἰς ἀνταπόδοσιν καὶ εἰς σκάνδαλον.23 Η πλουσία τράπεζά των, που απολαμβάνουν τα αγαθά της ζωής, είθε να μετατραπή εις παγίδα ενώπιόν των. Να γίνη τιμωρία και ανταπόδοσις δια τα κακά, τα οποία μου κάνουν. Πρόσκομμα, δια να σκοντάψουν και πέσουν.23 Εἴθε ἡ τράπεζά των, ποὺ ἀπολαμβάνουν τὰ ἀγαθὰ χαρούμενης ζωῆς, νὰ μετατραπῇ εἰς παγίδα ἔμπροσθέν των, διὰ νὰ πιασθοῦν εἰς αὐτήν. Εἴθε νὰ μεταστροφῇ εἰς τιμωρίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ τοὺς ἀποδοθῇ ὅ,τι μοῦ κάμνουν, καὶ εἰς προσκόμματα διὰ νὰ σκοντάψουν καὶ πέσουν.
24 σκοτισθήτωσαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν, καὶ τὸν νῶτον αὐτῶν διαπαντὸς σύγκαμψον.24 Ας σκοτισθούν τα μάτια των μέχρι σημείου, ώστε να μη βλέπουν. Κυρτωσε την ράχιν των δια παντός, ώστε να μένουν ανήμποροι και συντετριμμένοι.24 Ἂς σκοτισθοῦν οἱ ὀφθαλμοί των μέχρι σημείου ὥστε νὰ μὴ βλέπουν, καὶ ἡ ράχις των ἂς κυρτωθῇ διὰ παντός, ὥστε νὰ μένουν ὑποδουλωμένοι καὶ συντετριμμένοι.
25 ἔκχεον ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν ὀργήν σου, καὶ ὁ θυμὸς τῆς ὀργῆς σου καταλάβοι αὐτούς.25 Χύσε επάνω των, σαν ποτάμι, ολόκληρον την οργήν σου, και ο θυμός της μεγάλη αγανακτήσεώς σου είθε να τους καταλάβη.25 Χύσε ἐπ' αὐτῶν ὁλόκληρον τὴν ὀργήν σου καὶ ὁ θυμὸς τῆς σφοδρὰς ἀγανακτήσεώς σου εἴθε νὰ τοὺς καταλάβῃ.
26 γενηθήτω ἡ ἔπαυλις αὐτῶν ἠρημωμένη, καὶ ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν μὴ ἔστω ὁ κατοικῶν·26 Ας γίνη το περιποιημένον αγρόκτημά των έρημον και εις τας κατοικίας των ας μην υπάρξη κανείς απόγονός των, που να κατοικήση.26 Ἂς γίνῃ τὸ περιφραγμένον ἀγρόκτημά των ἐρημωμένον, καὶ εἰς τὰς ἐκεῖ κατασκηνώσεις των ἂς μὴ ὑπάρχῃ κανείς, ποὺ νὰ κατοικῇ.
27 ὅτι ὃν σὺ ἐπάταξας, αὐτοὶ κατεδίωξαν, καὶ ἐπὶ τὸ ἄλγος τῶν τραυμάτων μου προσέθηκαν.27 Διότι εκείνον, τον οποίον συ επέτρεψες θλίψεις και οδυνηράς μαστιγώσεις, αντί να τον συμπονέσουν, τον κατεδίωξαν και στον δριμύν πόνον των τραυμάτων μου προσέθεσαν άλλον πόνον.27 Διότι ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον σὺ ἐπέτρεψες νὰ θλιβῇ καὶ ὑπὸ τῆς μάστιγός σου νὰ δοκιμασθῇ, αὐτοὶ ἀντὶ νὰ τὸν συμπαθήσουν τὸν κατεδίωξαν, καὶ εἰς τὸν πόνον τῶν πληγῶν μου προσέθεσαν καὶ ἄλλον πόνον καὶ ἄλλας πληγάς.
28 πρόσθες ἀνομίαν ἐπὶ τῇ ἀνομίᾳ αὐτῶν, καὶ μὴ εἰσελθέτωσαν ἐν δικαιοσύνῃ σου·28 Εγκατάλειψέ τους, ώστε να περιπίπτουν από αμαρτίας εις αμαρτίαν, δια να μη εισέλθουν στον δρόμον της μετανοίας και εύρουν δικαίωσιν ενώπιόν σου.28 Παραχώρησον διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς χάριτός σου νὰ πληθυνθοῦν εἰς σωρὸν ἀσυγχώρητον αἱ ἀνομίαι των· εἰς τὴν μίαν ἐνοχήν των νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη, ὥστε νὰ ἀποφραχθῇ ἡ ὁδὸς τῆς δικαιώσεως καὶ συγχωρήσεως δι' αὐτοὺς καὶ νὰ μὴ δυνηθοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς αὐτήν.
29 ἐξαλειφθήτωσαν ἐκ βίβλου ζώντων καὶ μετὰ δικαίων μὴ γραφήτωσαν.29 Ας σβησθούν εξ όλοκλήρου τα ονόματά των από το βιβλίον των σωζομένων εις ζωήν αιώνιον και ας καταγραφούν με τα ονόματα των δικαίων.29 Ἂς σβησθοῦν ὁλοτελῶς τὰ ὀνόματά των ἀπὸ τὸ βιβλίον τῶν σεσωσμένων, οἵτινες θὰ ζήσωσιν αἰωνίως, καὶ ἂς μὴ καταγραφοῦν μετὰ τῶν δικαίων.
30 πτωχὸς καὶ ἀλγῶν εἰμι ἐγώ· ἡ σωτηρία σου, ὁ Θεός, ἀντιλάβοιτό μου.30 Εγώ είμαι πτωχός και αβοήθητος γεμάτος πόνους και οδύνας. Η σωτηρία σου, ω Θεέ μου, είθε να με στηρίξη και με βοηθήση.30 Πτωχὸς καὶ ἐστερημένος παντὸς στηρίγματος καὶ βοηθείας, γεμᾶτος δὲ πόνους καὶ ὀδύνας εἶμαι ἐγώ· ἡ σωτηρία σου, ὦ Θεέ, εἴθε νὰ μὲ στηρίξῃ καὶ βοηθήσῃ.
31 αἰνέσω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου μετ᾿ ᾠδῆς, μεγαλυνῶ αὐτὸν ἐν αἰνέσει,31 Τοτε εγώ γεμάτος ευγνωμοσύνην θα υμνολογήσω το όνομα του Θεού μου με ωδήν. Θα διαλαλήσω το μεγαλείον του με αίνεσιν δοξολογίας.31 Τότε θὰ ὑμνήσω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου μὲ ᾠδήν, θὰ διακηρύξω τὸ μεγαλεῖον του μὲ αἴνεσιν δοξολογίας,
32 καὶ ἀρέσει τῷ Θεῷ ὑπὲρ μόσχον νέον κέρατα ἐκφέροντα καὶ ὁπλάς.32 Και η ευγνώμων αυτή δοξολογία και λατρεία μου θα αρέση στον Θεόν περισσότερον από την θυσίαν μόσχου αρτιμελούς, του οποίου μόλις έχουν αρχίσει να φυτρώνουν τα κέρατα και αι οπλαί στους πόδας του.32 καὶ ἡ λογικὴ αὕτη λατρεία μου θὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν Θεὸν περισσότερον ἀπὸ τὴν θυσίαν μόσχου ἀρτιμελοῦς καὶ τρυφεροῦ, τοῦ ὁποίου μόλις ἀρχίζουν νὰ φυτρώνουν τὰ κέρατα καὶ ἐπὶ τῶν ποδῶν του ὁπλαί.
33 ἰδέτωσαν πτωχοὶ καὶ εὐφρανθήτωσαν· ἐκζητήσατε τὸν Θεόν, καὶ ζήσεται ἡ ψυχὴ ὑμῶν,33 Ας ίδουν την θαυμαστήν λύτρωσίν μου οι πονεμένοι και οι ταιπεινοί του κόσμου και ας ευφρανθούν με την πεποίθησιν ότι ο Θεός προστατεύει τους ιδικούς του. Ζητήσατε με όλην σας την καρδίαν τον Θεόν και θα αναζωογονηθήτε.33 Ἂς ἴδουν τὴν θαυμαστὴν λύτρωσίν μου οἱ πτωχοὶ καὶ ταπεινοὶ τοῦ κόσμου καὶ ἂς εὐφρανθοῦν ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι καὶ αὐτῶν προστάτης εἶναι ὁ Θεός· ζητήσατε ὁλοψύχως τὸν Θεὸν καὶ θὰ ζωογονηθῇ ἡ ψυχή σας πληρουμένη παρηγορίας καὶ θάρρους.
34 ὅτι εἰσήκουσε τῶν πενήτων ὁ Κύριος καὶ τοὺς πεπεδημένους αὐτοῦ οὐκ ἐξουδένωσεν.34 Διότι ο Κυριος ακούει και κάνει δεκτάς τας προσευχάς των πτωχών και δεν καταφρονεί τους αλυσοδεμένους αιχμαλώτους του λαού του.34 Ναί, θὰ πληρωθῆτε θάρρους καὶ χαρᾶς, διότι ὁ Κύριος εἱσήκουσε τὴν ἐπίκλησιν τῶν πτωχῶν καὶ τοὺς ἁλυσοδεμένους καὶ αἰχμαλώτους τοῦ λαοῦ του δὲν περιεφρόνησε.
35 αἰνεσάτωσαν αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ, θάλασσα καὶ πάντα τὰ ἕρποντα ἐν αὐτῇ.35 Ας δοξολογήσουν οι ουρανοί και η γη τον Θεόν, η θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν και διασχίζουν τα νερά της.35 Ἂς τὸν ἀνυμνήσουν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ, ἡ θάλασσα καὶ ὅλα ὅσα σύρονται καὶ ζοῦν ἐν αὐτῇ.
36 ὅτι ὁ Θεὸς σώσει τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήσονται αἱ πόλεις τῆς ᾿Ιουδαίας, καὶ κατοικήσουσιν ἐκεῖ καὶ κληρονομήσουσιν αὐτήν·36 Διότι ο Θεός θα σώση την πόλιν Σιών και θα ανοικοδομηθούν αι πόλεις της Ιουδαίας και θα κατοικήσουν εις αυτας ως εις μόνιμον και οριστικήν των κληρονομίαν οι Ισραηλίται.36 Διότι ὁ Θεὸς θὰ σώσῃ τὴν ἁγίαν πόλιν του Σιών, καὶ θὰ οἰκοδομηθοῦν αἱ κατεστραμμέναι πόλεις τῆς Ἰουδαίας καὶ θὰ κατοικήσουν ἐκεῖ καὶ θὰ τὴν καταλάβουν ὡς ἀναφαίρετον καὶ ὁριστικὴν κληρονομίαν των.
37 καὶ τὸ σπέρμα τῶν δούλων αὐτοῦ καθέξουσιν αὐτήν, καὶ οἱ ἀγαπῶντες τὸ ὄνομά σου κατασκηνώσουσιν ἐν αὐτῇ.37 Και οι απόγονοι των δούλων σου αυτών θα συνεχίσουν να κατέχουν την γην αυτήν. Εκείνοι που αγαπούν το Ονομά σου, θα στήσουν μονίμως τας κατοικίας των εις την ιεράν γην της Επαγγελίας.37 Καὶ οἱ ἀπόγονοι τῶν δούλων σου θὰ γίνουν κάτοχοί της, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀγαποῦν τὸ ὄνομά σου θὰ ἐγκαθιδρύσουν μονίμως ἐν αὐτῇ τὰ σκηνώματά των.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΞΘ'🔸
                             (69)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· τῷ Δαυΐδ εἰς ἀνάμνησιν, εἰς τὸ σῶσαί με Κύριον.11
2 (Μασ. 70) Ο ΘΕΟΣ, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες· Κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον.2 (Μασ. 70) Ω Θεέ μου, δώσε προσοχήν εις την κατάστασίν μου και έλα εις βοήθειάν μου. Ναι, Κυριε, σπεύσε να με βοηθήσης.2 Ω Θεέ μου, εὐδόκησον νὰ ἐνδιαφερθῇς διὰ τὴν βοήθειαν καὶ προστασίαν μου· Κύριε, μὴ ἀναβάλῃς, ἀλλὰ τρέξε γρήγορα ὅπως μὲ βοηθήσῃς.
3 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου· ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ βουλόμενοί μου κακά·3 Ας εντραπούν και ας καταισχυνθούν όλοι εκείνοι, οι οποίοι ζητούν να μου αφαιρέσουν την ζωήν. Ας στραφούν εις τα οπίσω και ας εντροπιασθούν όσοι θέλουν τα κακά μου.3 Εἴθε νὰ καταισχυνθοῦν καὶ νὰ ἐντροπιασθοῦν ὅλοι μαζὶ ὅσοι ζητοῦν τὴν ζωήν μου, ἵνα ἐξοντώσουν αὐτήν. Ἂς ὀπισθοχωρήσουν καὶ ἂς κατεντροπιασθοῦν ὅσοι θέλουν καὶ εὐχαριστοῦνται εἰς τὴν δυστυχίαν μου καὶ τὸν ἀφανισμόν μου.
4 ἀποστραφήτωσαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι οἱ λέγοντές μοι· εὖγε εὖγε.4 Ας γυρίσουν αμέσως προς τα οπίσω κατεντροπιασμένοι αυτοί, οι οποίοι χαιρεκακούν εις την δυστυχίαν μου και λέγουν ειρωνικώς· Ωραία, ωραία!4 Ἂς ὀπισθοχωρήσουν ἀμέσως καὶ ἄνευ ἀναβολῆς γεμᾶτοι καταισχύνην οἱ ἐπὶ τῇ δυστυχίᾳ μου χαιρεκακοῦντες καὶ λέγοντες· θαυμάσια, ὡραῖα.
5 ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν ἐπὶ σοὶ πάντες οἱ ζητοῦντές σε, ὁ Θεός, καὶ λεγέτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ ἀγαπῶντες τὸ σωτήριόν σου.5 Ολοι δε όσοι βλέπουν την βοήθειαν και προστασίαν, την οποίαν συ προσφέρεις προς τους πιστούς, ας σκιρτήσουν από αγαλλίασιν. Και ας ευφρανθούν, ω Θεέ μου, όλοι αυτοί, οι οποίοι ζητούν και επικαλούνται σέ· όλοι όσοι ποθούν την σωτηρίαν, που συ προσφέρεις, ας λέγουν πάντοτε ακαταπαύστως· Ας δοξάζεται και ας μεγαλύνεται ο Κυριος.5 Ἂς σκιρτήσουν ἀπὸ ἀγαλλίασιν καὶ ἂς εὐφρανθοῦν, ὦ Θεέ μου, διὰ τὴν ὑπὸ σοῦ παρεχομένην εἰς αὐτοὺς προστασίαν ὅλοι ὅσοι σὲ ζητοῦν καὶ σὲ ἐπικαλοῦνται, καὶ ὅλοι ὅσοι ποθοῦν καὶ ἐπιθυμοῦν τὴν ἀπὸ τῆς βοηθείας σου σωτηρίαν, ἂς λέγουν πάντοτε καὶ ἀκαταπαύστως: Ἂς μεγαλύνεται καὶ ἂς δοξάζεται ὁ Κύριος.
6 ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης· ὁ Θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου καὶ ρύστης μου εἶ σύ· Κύριε, μὴ χρονίσῃς.6 Εγώ δε είμαι πτωχός και άθλιος. Βοήθησέ με, Θεέ μου. Βοηθός μου και λυτρωτής μου είσαι συ, Κυριε, μη βραδύνης, μη αργοπορήσης.6 Ἐγὼ δὲ εἶμαι πτωχὸς καὶ ἄθλιος· βοήθησόν με, Θεέ μου. Βοηθός μου καὶ λυτρωτής μου εἶσαι σύ, Κύριε· μὴ βραδύνῃς καὶ μὴ ἀργοπορήσῃς, ἀλλὰ σπεῦσον εἰς βοήθειαν καὶ προστασίαν μου.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 10🔹«70~76»




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός Ο'🔸
                            (70)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ· υἱῶν ᾿Ιωναδὰβ καὶ τῶν πρώτων αἰχμαλωτισθέντων.
1 (Μασ. 71) ΕΠΙ ΣΟΙ, Κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα.1 (Μασ. 71) Εις σε Κυριε έχω στηρίξει και στηρίζω τας ελπίδας μου. Πιστεύω ότι ποτέ δεν θα εντροπιασθώ.1 Εἰς σέ, Κύριε, ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου· εἴθε νὰ μὴ ἐντροπιασθῶ ποτέ, μένων ἀβοήθητος ἀπὸ σὲ καὶ βλέπων διαψευδομένας τὰς ἐλπίδας μου ταύτας.
2 ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ῥῦσαί με καὶ ἐξελοῦ με, κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου καὶ σῶσόν με.2 Εν ονόματι της δικαιοσύνης σου και δια της δικαιοσύνης σου γλύτωσέ με και ελευθέρωσέ με από αδίκους πειρασμούς και κατατρεγμούς. Κλίνε το αυτί σου προς εμέ, άκουσε την προσευχήν μου και σώσε με.2 Ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης σου, ἡ ὁποία ἀποστρέφεται πᾶσαν ἀδικίαν, γλύτωσέ με καὶ ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ τοὺς ἀδίκους πειρασμοὺς καὶ κατατρεγμούς. Πλησίασον πρός με τὸ οὖς σου καὶ εἰσακούων τῆς προσευχήν μου σῶσον με.
3 γενοῦ μοι εἰς Θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς τόπον ὀχυρὸν τοῦ σῶσαί με, ὅτι στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου εἶ σύ.3 Γινε εις εμέ Θεός υπερασπιστής και φρούριον απόρθητον, δια να με σώσης από τους κινδύνους. Διότι βράχος, επί του οποίου σταθερά στηρίζομαι, και ασφαλές καταφύγιόν μου είσαι συ.3 Γενοῦ δι’ ἐμὲ Θεὸς ὑπερασπιστὴς καὶ φρούριον ὀχυρὸν καὶ ἀπόρθητον, διὰ νὰ μὲ σώσῃς· διότι πέτρα, ἐπὶ τῆς ὁποίας στερεῶς καὶ ἀκλονήτως στηρίζομαι, καὶ καταφύγιόν μου εἶσαι σύ.
4 ὁ Θεός μου, ρῦσαί με ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ, ἐκ χειρὸς παρανομοῦντος καὶ ἀδικοῦντος·4 Ω Θεέ μου, γλύτωσέ με από τα χέρια του κάθε αμαρτωλού. Από τα χέρια εκείνων, οι οποίοι παραβαίνουν τον Νομον σου και διαπράττουν αδικίας.4 Ὦ Θεέ μου, ἐλευθέρωσέ με καὶ σῶσον με ἀπὸ τὰς χεῖρας παντὸς ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ, ἀπὸ τὰς χεῖρας παντὸς περιφρονοῦντος τὸν νόμον σου καὶ ἀποτολμῶντος πᾶσαν ἀδικίαν.
5 ὅτι σὺ εἶ ἡ ὑπομονή μου, Κύριε· Κύριε, ἡ ἐλπίς μου ἐκ νεότητός μου,5 Διότι συ, Κυριε είσαι εκείνος, από τον οποίον με υπομονήν περιμένω βοήθειαν. Συ είσαι η ελπίς μου από αυτών ακόμη των χρόνων της νεότητός μου.5 Διότι σύ, Κύριε, εἶσαι, τοῦ ὁποίου τὴν βοήθειαν μεθ’ ὑπομονῆς περιμένω· Κύριε, σὺ εἶσαι, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐλπίζω ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς νεότητός μου.
6 ἐπὶ σὲ ἐπεστηρίχθην ἀπὸ γαστρός, ἐκ κοιλίας μητρός μου σύ μου εἶ σκεπαστής· ἐν σοὶ ἡ ὕμνησίς μου διαπαντός.6 Από τότε που ήμουν ακόμη έμβρυον, εις σε είχα στηριχθή. Από την κοιλίαν της μητρός μου συ ήσουνα και είσαι προστάτης και υπερασπιστής μου. Δια τούτο και εγώ ακαταπαύστως θα σε δοξολογώ.6 Ἀφ' ὅτου ἤμην ἀκόμη ἔμβρυον εἰς τὴν γαστέρα, ἐπὶ σοῦ ἐστηρίχθην, ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός μου σὺ εἶσαι ὁ σκεπαστὴς καὶ προστάτης μου. Δι’ αὐτὸ πάντοτε καὶ ἀπαύστως θὰ σὲ ὑμνῶ.
7 ὡσεὶ τέρας ἐγενήθην τοῖς πολλοῖς, καὶ σὺ βοηθὸς κραταιός.7 Ωσάν κάποιο παράδοξον φαινόμενον συμφορών εφάνηκα στους πολλούς. Εν μέσω όμως των δυστυχιών μου αυτών συ ήσουνα ο πανίσχυρος βοηθός μου.7 Ὡς τέρας δυστυχίας καὶ ὡς ἐκπληκτικὸν φαινόμενον συμφορῶν ἐνεφανίσθην εἰς τοὺς πολλούς, ἀλλ’ ἐν μέσῳ τῶν δυστυχιῶν μου τούτων σὺ ὑπῆρξες βοηθός μου κραταιός.
8 πληρωθήτω τὸ στόμα μου αἰνέσεως, ὅπως ὑμνήσω τὴν δόξαν σου, ὅλην τὴν ἡμέραν τὴν μεγαλοπρέπειάν σου.8 Ας γεμίση το στόμα μου από ύμνους, δια να υμνώ το μεγαλείον σου, όλην την ημέραν την θείαν σου μεγαλοπρέπειαν.8 Ἂς γεμίσῃ λοιπὸν τὸ στόμα μου ἀπὸ τὴν αἴνεσίν σου, διὰ νὰ ἀνυμνῶ τὴν δόξαν σου καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν τὸ θεϊκόν σου μεγαλεῖον.
9 μὴ ἀπορρίψῃς με εἰς καιρὸν γήρως, ἐν τῷ ἐκλείπειν τὴν ἰσχύν μου μὴ ἐγκαταλίπῃς με.9 Μη με εγκαταλείψης τώρα εις τα γηράματά μου. Τωρα που με αφήνουν αι σωματικαί μου δυνάμεις συ, Κυριε, μη με εγκαταλείψης.9 Ὅπως δὲ καθ’ ὅλον μου τὸν βίον, ἀφ’ ὅτου συνελήφθην ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός μου, ὑπῆρξες προστάτης μου, οὕτω καὶ κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ γήρατός μου μὴ μὲ ἀπορρίψῃς· ὅταν θὰ ὀλιγοστεύουν καὶ θὰ ἐκλείπουν αἱ σωματικαί μου δυνάμεις, μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς.
10 ὅτι εἶπαν οἱ ἐχθροί μου ἐμοὶ καὶ οἱ φυλάσσοντες τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο ἐπὶ τὸ αὐτό10 Διότι οι εχθροί μου, αυτοί που καιροφυλακτούν να αφαιρέσουν την ζωήν μου, συνεσκέφθησαν μεταξύ των10 Διότι εἶπαν οἱ ἐχθροί μου περὶ ἐμοῦ καὶ οἱ παραφυλάσσοντες τὴν ζωήν μου, διὰ νὰ τὴν ἀφανίσουν, συνηθροίσθησαν εἰς συμβουλῶν καὶ συνεσκέφθησαν
11 λέγοντες· ὁ Θεὸς ἐγκατέλιπεν αὐτόν· καταδιώξατε καὶ καταλάβετε αὐτόν, ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ ρυόμενος.11 και είπαν· Ο Θεός τον εγκατέλειψε. Καταδιώξατε, λοιπόν, αυτόν και συλλάβετέ τον, διότι δεν υπάρχει κανείς να τον γλυτώση από τα χέρια μας.11 λέγοντες· ὁ Θεὸς τὸν ἐγκατέλιπε· καταδιώξατέ τον καὶ συλλάβετέ τον, θέσατε αὐτὸν ὑπὸ τὴν κατοχήν σας, διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ τὸν γλυτώσῃ.
12 ὁ Θεός μου, μὴ μακρύνῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ· ὁ Θεός μου, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες.12 Ω Θεέ μου, μη απομακρύνεσαι από εμέ. Ω Θεέ μου, δώσε προσοχήν εις την κατάστασίν μου και σπεύσε να με βοηθήσης.12 Ὦ Θεέ μου, μὴ φύγῃς μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐλθὲ πλησίον μου· ὦ Θεέ μου, λάβε ἐνδιαφέρον καὶ σπεῦσον εἰς βοήθειάν μου.
13 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐκλιπέτωσαν οἱ ἐνδιαβάλλοντες τὴν ψυχήν μου, περιβαλλέσθωσαν αἰσχύνην καὶ ἐντροπὴν οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι.13 Ας καταισχυνθούν και ας αφανισθούν εκείνοι, οι οποίοι επιβουλεύονται την ζωήν μου. Ας φορέσουν ωσάν ένδυμα την καταισχύνην και την εντροπήν εκείνοι, οι οποίοι σκέπτονται και επιζητούν την καταστροφήν μου.13 Ἂς καταισχυνθοῦν καὶ ἂς ἀφανισθοῦν οἱ ἐπιβουλευόμενοι τὴν ζωήν μου, ἂς περιβληθοῦν ὡς ἄλλο ἔνδυμα αἰσχύνην καὶ ἐντροπὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ ἐπιφέρουν κατ’ ἐμοῦ κακὰ καὶ καταστροφήν.
14 ἐγὼ δὲ διαπαντὸς ἐλπιῶ ἐπὶ σὲ καὶ προσθήσω ἐπὶ πᾶσαν τὴν αἴνεσίν σου.14 Εγώ δε συνεχώς και ακαταπαύστως θα έχω τας ελπίδας μου εις σε και κοντά εις τας άλλας αινέσεις και δοξολογίας, που σου ανέπεμψα, θα προσθέσω και νέαν υμνολογίαν προς δόξαν του Ονόματός σου.14 Ἐγὼ δὲ πάντοτε καὶ ἀπαύστως μέχρι τῆς ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς θὰ ἐλπίζω εἰς σὲ καὶ θὰ προσθέτω διαρκῶς νέαν αἴνεσιν καὶ ὕμνον εἰς ὅλας τοῦ παρελθόντος τὰς αἰνέσεις, τὰς ὁποίας σοῦ ἀπηύθυνα.
15 τὸ στόμα μου ἐξαγγελεῖ τὴν δικαιοσύνην σου, ὅλην τὴν ἡμέραν τὴν σωτηρίαν σου, ὅτι οὐκ ἔγνων γραμματείας.15 Οταν συ θα με σώσης από αυτούς, που απειλούν την ζωήν μου, τότε το στόμα μου θα διαλαλήση την δικαιοσύνην σου αυτήν προς όλους. Ολην την ημέραν θα διακηρύττω την σωτηρίαν, την οποίαν συ στέλλεις. Προφορικώς θα εξαγγέλλω την ευγνωμοσύνην μου προς σέ, διότι εγώ δεν είμαι γραμματεύς δια να συγγράψω βιβλία και να καταγράφω εις αυτά τα θαυμαστά έργα σου.15 Τὸ στόμα μου θὰ ἀναγγέλλει καὶ θὰ διακηρύττῃ τὴν δικαιοσύνην σου, διὰ τῆς ὁποίας πατάσσεις πᾶσαν ἀδικίαν καὶ προστατεύεις πάντα ἀδικούμενον· ὅλην τὴν ἡμέραν θὰ διακηρύττω τὴν σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς βοηθείας καὶ προστασίας σου παρέχεις εἰς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ. Θὰ περιορισθῶ δὲ νὰ ἐξαγγέλλω γενικῶς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν σωτηρίαν σου, διότι αὗται εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐγὼ δὲ δὲν εἶμαι γραμματεὺς καὶ δὲν ἔμαθα νὰ κρατῶ εἰς κατάλογον ἀπαριθμήσεις, ὥστε ἐν εἰδικῷ τόμῳ καὶ συγγράμματι νὰ ἐξαριθμῶ τὸ πλῆθος τῶν θαυμαστῶν ἐκδηλώσεων τῆς δικαιοσύνης σου καὶ τῶν σωτηρίων ἐπεμβάσεών σου.
16 εἰσελεύσομαι ἐν δυναστείᾳ Κυρίου· Κύριε, μνησθήσομαι τῆς δικαιοσύνης σοῦ μόνου.16 Θα εισέλθω εις την εξιστόρησιν όλων των θαυμαστών έργων, που έκαμεν η παντοδυναμία του Κυρίου. Ναι, Κυριε, θα ενθυμηθώ την δικαιοσύνην σου, διότι συ είσαι ο απόλυτος και μόνος δίκαιος.16 Θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀφήγησιν τῶν ὅσων ἐξετέλεσεν ἡ ἄμαχος δύναμις καὶ ἰσχὺς τοῦ Κυρίου· Κύριε, θὰ ἐνθυμοῦμαι τὴν δικαιοσύνην σου, ὁ ὁποῖος εἶσαι ὁ μόνος δίκαιος.
17 ὁ Θεός, ἃ ἐδίδαξάς με ἐκ νεότητός μου, καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἀπαγγελῶ τὰ θαυμάσιά σου.17 Ω Θεέ μου, θα αναγγείλω και θα διαλαλήσω τας θαυμαστάς επεμβάσεις της προστασίας σου, με τας οποίας με εδίδαξες από την νεότητά μου μέχρι σήμερα να ελπίζω εις την προστασίαν σου.17 Θεέ μου, θὰ ἀναγγέλλω καὶ θὰ διακηρύττω τὰς θαυμαστὰς ἐπεμβάσεις τῆς προστασίας σου, μὲ τὰς ὁποίας μὲ ἐδίδαξες ἀπὸ τὴν νεότητά μου μέχρι τῆς ὥρας ταύτης νὰ ἐλπίζω εἰς σέ.
18 καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου, ὁ Θεός, μὴ ἐγκαταλίπῃς με, ἕως ἂν ἀπαγγελῶ τὸν βραχίονά σου τῇ γενεᾷ πάσῃ τῇ ἐπερχομένῃ,18 Και μέχρι των γηρατείων μου και μέχρι της πλέον προχωρημένης ηλικίας μου, ω Θεέ μου, μη με εγκαταλείψης, μέχρις ότου διαλαλήσω την προστασίαν της παντοδυνάμου δεξιάς σου εις κάθε γενεάν, η οποία επακολουθεί.18 Καὶ μέχρι τοῦ γήρατος καὶ τῶν πολὺ προχωρημένων χρόνων τῆς ζωῆς μου μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς, ἀλλὰ διατήησέ με ἐν τῇ ζωῇ μὲ ἀκεραίας τὰς δυνάμεις μου, μέχρις ὅτου ἐξαγγείλω καὶ εἰς ὅλην τὴν ἐπερχομένην γενεὰν τὰ θαυμαστὰ ἔργα τοῦ βραχίονός σου.
19 τὴν δυναστείαν σου καὶ τὴν δικαιοσύνην σου. ὁ Θεός, ἕως ὑψίστων ἃ ἐποίησας μεγαλεῖα· ὁ Θεός, τίς ὅμοιός σοι;19 Μα εξαγγείλω την ακατανίκητον δύναμίν σου, την άπειρον δικαιοσύνην σου. Ω Θεέ, μέχρι των υψίστων και απεριορίστων περιοχών του ουρανίου κόσμου φθάνουν τα μεγαλεία τα οποία έκαμες. Ο Θεός, ποιός όμοιος υπάρχει προς σέ;19 Μέχρις ὅτου διακηρύξω πόσον ἀκαταγώνιστος καὶ μεγάλη εἶναι ἡ δύναμίς σου καὶ πόσον θαυμαστὴ εἶναι ἡ δικαιοσύνη σου. Ὦ Θεέ μου, φθάνουν μέχρι τῶν ὑψίστων περιοχῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ εἶναι πολὺ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ τὰ ὅσα ἐποίησας εἰς ἐμὲ τὸν ταπεινόν σου δοῦλον· ὦ Θεέ μου, ποῖος εἶναι ὅμοιός σου;
20 ὅσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς καὶ κακάς, καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με, καὶ ἐκ τῶν ἀβύσσων τῆς γῆς πάλιν ἀνήγαγές με.20 Ποσας και πόσας θλίψεις, βαρείας και οδυνηράς, μου έστειλες! Πλην έστρεψες προς εμέ στοργικόν το βλέμμα σου και την αγάπην σου, και με ανεζωογόνησες, και από τα απύθμενα βάθη της γης πάλιν με ανεβίβασες.20 Πόσας μοῦ ἔδειξας θλίψεις! Πολλαὶ καὶ κακαὶ ἦσαν αὗται. Δὲν μὲ ἐγκατέλιπες ὅμως. Ἀλλ’ ἐπιστρέψας μετὰ στοργῆς καὶ πάλιν πρὸς ἐμὲ μὲ ἐζωογόνησας καὶ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς πάλιν μὲ ἀνύψωσας.
21 ἐπλεόνασας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν μεγαλωσύνην σου καὶ ἐπιστρέψας παρεκάλεσάς με καὶ ἐκ τῶν ἀβύσσων τῆς γῆς πάλιν ἀνήγαγές με.21 Πλουσίαν έδειξες εις εμέ την μεγαλειώδη συγκατάβασίν σου, διότι συ επιστραφείς με επαρηγόρησες. Και από τα κατώτατα βάθη των συμφορών, όπου είχα βυθισθή, πάλιν με επανέφερες εις την επιφάνειαν.21 Ἐπέδειξας ἐπ’ ἐμοῦ πλειστάκις καὶ ἐν πλεονασμῷ τὸ μεγαλεῖον τῆς δυνάμεως καὶ συγκαταβάσεώς σου καὶ ἐπιστρέψας πλησίον μου μὲ ἐπαρηγόρησας καὶ ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς γῆς πάλιν μὲ ἀνύψωσας.
22 καὶ γὰρ ἐγὼ ἐξομολογήσομαί σοι ἐν σκεύει ψαλμοῦ τὴν ἀλήθειάν σου, ὁ Θεός· ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ ᾿Ισραήλ.22 Δια τούτο και εγώ θα υμνολογήσω με μουσικά όργανα την αξιοπιστίαν και αλήθειαν των λόγων και των υποσχέσεών σου. Θα σε υμνολογήσω με την κιθάραν, ω άγιε Θεέ του Ισραήλ.22 Διὰ τοῦτο, Θεέ μου, καὶ ἐγὼ μὲ μουσικὸν ὄργανον ψαλτηρίου θὰ δοξολογῶ πρὸς τιμήν σου τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν δεικνύεις τηρῶν τὰς ὑποσχέσείς σου· θὰ ψάλω πρὸς δοξολογίαν σου τὸν ὕμνον συνοδεύων τοῦτον μετὰ κιθάρας, ὦ ἅγιε, τοῦ ὁποίου ἡ ἁγιότης εἰς τὸν Ἰσραὴλ ἐφανερώθη καὶ ὑπὸ μόνου τοῦ Ἰσραὴλ ἐγνώσθη.
23 ἀγαλλιάσονται τὰ χείλη μου, ὅταν ψάλω σοι, καὶ ἡ ψυχή μου, ἣν ἐλυτρώσω.23 Οταν εγώ ψάλλω ύμνους προς το μεγαλείον σου, θα γεμίσουν από αγαλλίασιν τα χείλη μου και η ψυχή μου, την οποίαν τόσες και τόσες φορές συ εγλύτωσες.23 Θὰ πληρωθοῦν ἀγαλλιάσεως τὰ χείλη μου, ὅταν θὰ ψάλω πρὸς τιμήν σου, ἀλλὰ θὰ σκιρτήσῃ καὶ ἡ ψυχή μου, τὴν ὁποίαν ἔσωσας.
24 ἔτι δὲ καὶ ἡ γλῶσσά μου ὅλην τὴν ἡμέραν μελετήσει τὴν δικαιοσύνην σου, ὅταν αἰσχυνθῶσι καὶ ἐντραπῶσιν οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι.24 Ακόμη δε και η γλώσσα μου θα μελετά όλας τας ημέρας την δικαιοσύνην σου. Οταν μάλιστα βλέπω να αποτυγχάνουν αυτοί, που ζητούν την καταστροφήν μου, να καταισχύνωνται και να κατεντροπιάζωνται.24 Ἀκόμη δὲ καὶ ἡ γλῶσσα μου θὰ μελετᾷ καὶ θὰ ἐκδιηγῆται καθ' ὅλην τὴν ἡμέραν τὴν δικαιοσύνην σου, καθ’ ὃν χρόνον θὰ καταισχύνωνται καὶ θὰ καλύπτωνται ὑπὸ ἐντροπῆς οἱ ἐπιζητοῦντες τὴν δυστυχίαν καὶ καταστροφήν μου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΟΑ'🔸
                            (71)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Εἰς Σαλωμών.
1 (Μασ. 72) Ο ΘΕΟΣ, τὸ κρίμα σου τῷ βασιλεῖ δὸς καὶ τὴν δικαιοσύνην σου τῷ υἱῷ τοῦ βασιλέως1 (Μασ. 72) Ω Θεέ μου, δώσε στον βασιλέα και στον διάδοχον αυτού, υιόν του βασιλέως, την σύνεσιν και την σοφίαν,1 Δῶσε, ὦ Θεέ μου, εἰς τὸν βασιλέα τὴν ἱκανότητα νὰ κρίνῃ καὶ νὰ δικάζῃ σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον σου καὶ τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως ἀνάδειξέ τον δίκαιον, ὅπως εἶσαι σύ,
2 κρίνειν τὸν λαόν σου ἐν δικαιοσύνῃ καὶ τοὺς πτωχούς σου ἐν κρίσει.2 ώστε να κρίνη και να απονέμη το δίκαιον σύμφωνα με την ιδικήν σου δικαιοσύνην. Δος του σοφίαν, δια να κρίνη δικαίως τον λαόν σου και να υπερασπίζη τους αδυνάτους και αδικουμένους εις τας διαφόρους δίκας.2 διὰ νὰ κρίνῃ καὶ δικάζῃ τὸν λαόν σου μετὰ δικαιοσύνης, καὶ τοὺς πτωχοὺς οἵτινες ἐν ταπεινώσει ἐλπίζουν εἰς σέ, νὰ τοὺς κρίνῃ μὲ εὐθεῖαν σκέψιν καὶ κρίσιν.
3 ἀναλαβέτω τὰ ὄρη εἰρήνην τῷ λαῷ σου καὶ οἱ βουνοὶ δικαιοσύνην.3 Με την ιδικήν σου αγαθότητα και παντοδυναμίαν ας καρποφορήσουν τα όρη ειρήνην δια τον λαόν σου και εις τα βουνά ας φυτρώση η δικαιοσύνη.3 Ὑπὸ τὴν εἰρηνικὴν καὶ ἀπροσωπόληπτον βασιλείαν του ἂς ἀναλάβουν καὶ ἂς καρποφορήσουν τὰ ὅρη εἰρήνην ὑπὲρ τοῦ λαοῦ σου καὶ τὰ βουνὰ δικαιοσύνην, ἵνα οὕτως ἀπολαύσῃ ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν ὁλόκληρος ἡ χώρα ἡ ὑπὸ τῶν ὀρέων καὶ τῶν βουνῶν ὑπονοουμένη.
4 κρινεῖ τοὺς πτωχοὺς τοῦ λαοῦ καὶ σώσει τοὺς υἱοὺς τῶν πενήτων καὶ ταπεινώσει συκοφάντην4 Ο προτυπούμενος από τον βασιλέα βασιλεύς Μεσσίας θα αποδώση το δίκαιον στους πτωχούς και καταφρονημένους ανθρώπους του λαού. Θα τους σώση από την αδικίαν και θα ταπεινώση τους ψευδολόγους και τους συκοφάντας.4 Θὰ κρίνῃ ὁ προτυπούμενος ὑπὸ το υἱοῦ τοῦ βασιλέως Μεσσίας ἀπροσωπολήπτως καὶ δικαίως τοὺς πτωχοὺς τοῦ λαοῦ, καὶ θὰ σώσῃ τὰ τέκνα αὐτῶν ποὺ διατελοῦν εις ἀνάγκας καὶ εἰς ἀθλιότητα, καὶ θὰ ταπεινώσῃ κάθε ψευδολόγον καὶ ἐκβιαστήν.
5 καὶ συμπαραμενεῖ τῷ ἡλίῳ καὶ πρὸ τῆς σελήνης γενεὰς γενεῶν.5 Και θα συμπαραμείνη ζων και βασιλεύων αιωνίως λαμπρός, όπως ο ήλιος, θα προηγήται και θα υπερέχη από την σελήνην εις δόξαν εις τας γενεάς των γενεών.5 Καὶ θὰ συμπαραμείνῃ ζῶν καὶ βασιλεύων αἰωνίως, ὅπως ὁ ἥλιος, καὶ θὰ προηγῆται ἀπὸ τὴν σελήνην καὶ θὰ ὑπερέχῃ ἀπὸ αὐτὴν εἰς ἔνδοξον διάρκειαν καὶ κυριαρχίαν ἐπὶ γενεᾶς γενεῶν.
6 καταβήσεται ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον καὶ ὡσεὶ σταγὼν ἡ στάζουσα ἐπὶ τὴν γῆν.6 Ο βασιλεύς Μεσσίας θα κατεβή από τον ουρανόν αθορύβως, όπως η βροχή, η οποία πίπτει επάνω στο ποκάρι των μαλλιών, ευεργετικός όπως η ποτιστική βροχή η ποτίζουσα την γην.6 Θὰ καταβῇ ἐπὶ τῆς γῆς ἐμποτίζων αὐτὴν μὲ τὴν γλυκεῖαν καὶ ἐπιθυμητὴν δρόσον τῶν εὐλογιῶν, ὅπως ἡ βροχὴ ἐπὶ τοῦ μαλλίου ποὺ πρὸ ὀλίγου ἐκουρεύθη καὶ ἐτυλίχθη εἰς ποκάριον, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀπορροφᾷ πᾶσαν ὑγρασίαν, καὶ ὅπως ἡ σταγὼν ποὺ πίπτει μία μία ἐπὶ τῆς γῆς καὶ αὐτοστιγμεῖ ἀπορροφάται ὑπ’ αὐτῆς.
7 ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρήνης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη.7 Από την πνευματικήν δε αυτήν γλυκείαν άρδευσιν θα αναβλαστήση και θα ανθίση επί των ημερών του δικαιοσύνη και ειρήνη πλουσία και ατελείωτος, μέχρις ότου κατά την συντέλειαν του κόσμου λάβη τέλος η σελήνη.7 Ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ πνευματικῆς ἀρδεύσεως θὰ ἀναβλαστήσῃ καὶ θὰ ἀνθήσῃ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη ἄφθονος καὶ βαθεῖα, μέχρις οὗ κατὰ τὴν συντέλειαν τοῦ κόσμου ἐκλείψῃ ἡ σελήνη.
8 καὶ κατακυριεύσει ἀπὸ θαλάσσης ἕως θαλάσσης καὶ ἀπὸ ποταμῶν ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης.8 Αυτός θα κατακυριεύση ολόκληρον την γην από τον ένα ωκεανόν έως τον άλλον και από τους μεγάλους ποταμούς έως εις τα πέρατα της οικουμένης.8 Καὶ θὰ κατακυριεύσῃ ὁλόκληρον τὴν γῆν ἀπὸ τὸν ἕνα ὠκεανὸν ἕως τὸν ἄλλον ὠκεανὸν καὶ ἀπὸ τῶν μεγάλων ποταμῶν μέχρις αὐτῶν τῶν ἐσχατιῶν τῆς οἰκουμένης.
9 ἐνώπιον αὐτοῦ προπεσοῦνται Αἰθίοπες, καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ χοῦν λείξουσι.9 Ενώπιόν του θα προσπέσουν, δια να τον προσκυνήσουν, Αιθίοπες. Οι δε εχθροί αυτού, ταπεινωμένοι και συντετριμμένοι, θα κύψουν την κεφαλήν και με την γλώσσαν των θα γλείψουν χώμα.9 Ἐνώπιόν του θὰ προσπέσουν, διὰ να τὸν προσκυνήσουν καὶ τοῦ προσφέρουν τὸν φόρον τῆς ὑποτελείας των καὶ αὐτοὶ οἱ ἄγριοι καὶ μαῦροι, καὶ οἱ ἐχθροί του θὰ κόψουν τὴν κεφαλήν των μέχρι τοῦ ἐδάφους καὶ θὰ γλείψουν διὰ τῆς γλώσσης χῶμα.
10 βασιλεῖς Θαρσὶς καὶ νῆσοι δῶρα προσοίσουσι, βασιλεῖς ᾿Αράβων καὶ Σαβᾶ δῶρα προσάξουσι.10 Οι βασιλείς της Ισπανικής πόλεως Θαρσίς και αι νήσοι, που είναι διάσπαρτοι ανά την Μεσόγειον, θα προσφέρουν εις αυτόν ως φόρον υποτελείας δώρα. Το ίδιον θα πράξουν και οι βασιλείς της Αραβίας, όπως επίσης και της Σαβά.10 Οἱ βασιλεῖς τῆς Ἱσπανικῆς πόλεως Θαρσὶς καὶ αἱ κατὰ τὴν Μεσόγειον νῆσοι θὰ προσφέρουν εἰς αὐτὸν δῶρα ὡς φόρον ὑποτελείας, τὸ αὐτὸ δὲ θὰ πράξουν καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς Εὐδαίμονος Ἀραβίας καὶ τῆς πρωτευούσης τῆς Αἰθιοπίας Σαβᾶ, ἡ ὁποία ὀνομάζεται καὶ Μερόπη.
11 καὶ προσκυνήσουσιν αὐτῷ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, πάντα τὰ ἔθνη δουλεύσουσιν αὐτῷ.11 Θα τον προσκυνήσουν όλοι οι βασιλείς της γης, και όλα τα έθνη θα υποταχθούν και θα δουλεύσουν εις αυτόν.11 Καὶ θὰ προσκυνήσουν αὐτὸν ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, ὅλα τὰ ἔθνη θὰ ὑποδουλωθοῦν εἰς αὐτόν.
12 ὅτι ἐρρύσατο πτωχὸν ἐκ δυνάστου καὶ πένητα, ᾧ οὐχ ὑπῆρχε βοηθός.12 Τούτο δέ, διότι αυτός θα γλυτώση τον πτωχόν από τον ισχυρόν που τον καταπιέζει, όπως επίσης τον αδύνατον και περιφρονημένον, στον οποίον δεν υπήρχε κανείς βοηθός.12 Διότι εἶναι ἤδη γεγονὸς τετελεσμένον, ὅτι θὰ γλυτώσῃ τὸν πτωχὸν ἀπὸ τὸν καταπιέζοντα αὐτὸν ἰσχυρόν, καθὼς καὶ τὸν ἄθλιον, ὁ ὁποῖος στερεῖται παντὸς βοηθοῦ.
13 φείσεται πτωχοῦ καὶ πένητος καὶ ψυχὰς πενήτων σώσει.13 Θα σπλαγχνισθή τον πτωχόν και τον πένητα και θα σώση την ζωήν όλων εκείνων, οι οποίοι ευρίσκονται εις στέρησιν και αδυναμίαν.13 θὰ λυπηθῇ καὶ θὰ εὐσπλαγχνισθῇ τὸν πτωχὸν καὶ ἄθλιον καὶ θὰ σώσῃ τὴν ζωὴν τῶν στερουμένων παντὸς πόρου καὶ βοηθείας.
14 ἐκ τόκου καὶ ἐξ ἀδικίας λυτρώσεται τὰς ψυχὰς αὐτῶν, καὶ ἔντιμον τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον αὐτῶν.14 Θα γλυτώση από την τοκογλυφίαν και την αδικίαν την ζωήν των και θα είναι έντιμον και προσκυνητόν το Ονομά του εις αυτούς.14 Θὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὴν τοκογλυφίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἀδικίαν τὰς ψυχάς των καὶ θὰ εἶναι ἔντιμον καὶ προσκυνητὸν τὸ ὄνομά του εἰς αὐτούς.
15 καὶ ζήσεται, καὶ δοθήσεται αὐτῷ ἐκ τοῦ χρυσίου τῆς ᾿Αραβίας, καὶ προσεύξονται περὶ αὐτοῦ διαπαντός, ὅλην τὴν ἡμέραν εὐλογήσουσιν αὐτόν.15 Θα ζήση αυτός μεγαλειώδη ατέρμονα ζωήν. Εις αυτόν θα δοθή ο χρυσός της Αραβίας, και οι πιστοί του θα προσεύχωνται υπέρ της βασιλείας αυτού πάντοτε. Ολας τας ημέρας των θα τον δοξολογούν και θα τον υμνούν.15 Καὶ θὰ ζήσῃ καὶ θὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν ὡς φόρος ὑποτελείας ἀπὸ τὸν χρυσὸν τῆς Ἀραβίας καὶ θὰ προσευχηθοῦν ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ ὀνόματός του ἀπαύστως, κατὰ πᾶσαν ἡμέραν θὰ τὸν εὐλογοῦν καὶ θὰ τὸν δοξολογοῦν.
16 ἔσται στήριγμα ἐν τῇ γῇ ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων· ὑπεραρθήσεται ὑπὲρ τὸν Λίβανον ὁ καρπὸς αὐτοῦ, καὶ ἐξανθήσουσιν ἐκ πόλεως ὡσεὶ χόρτος τῆς γῆς.16 Θα είναι αυτός βεβαία ελπίς και σταθερόν στήριγμα όλων, που κατοικούν εις την γην μέχρι και αυτών, που ευρίσκονται εις τας κορυφάς των ορέων. Οι καρποί της δικαίας αυτού διοικήσεως θα στοιβάζωνται ολονέν άφθονοι, ώστε να υπερκαλύψουν και αυτόν ακόμη τον Λιβανον. Οι πιστοί θα αυξηθούν, θα πλημμυρίσουν τας πόλεις, θα ανθίσουν και θα καρποφορήσουν, όπως το χορτάρι πλημμυρίζει την γην στον κατάλληλον καιρόν.16 Σῖτος, ποὺ εἶναι τὸ στήριγμα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ὑπάρχῃ ἄφθονος εἰς τὴν γῆν, ἀκόμη καὶ εἰς τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων. Θὰ αὐξηθῇ ὁ καρπὸς τοῦ στηρίγματος τούτου τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς παραπάνω ἀπὸ τὸν πανύψηλον Λίβανον, καὶ ὡς ἄνθη θὰ ἀναθάλουν ἀπὸ τὰς πόλεις τὰ ἐν αὐταῖς γεννώμενα τέκνα δροσερὰ καὶ πολυάριθμα σὰν τὸν χόρτον τῆς γῆς.
17 ἔσται τὸ ὄνομα αὐτοῦ εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας, πρὸ τοῦ ἡλίου διαμένει τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, πάντα τὰ ἔθνη μακαριοῦσιν αὐτόν.17 Θα είναι το Ονομά του ένδοξον και ευλογημένον εις όλους τους αιώνας. Αιωνίως ένδοξον και άσβεστον, περισσότερον από τον λαμπρόν ήλιον. Δι' αυτού θα απολαύσουν τας ευλογίας του Θεού όλαι αι φυλαί της γης, όλα τα έθνη θα τον επαινούν και θα τον μακαρίζουν.17 Θὰ εἶναι τὸ ὄνομά του ἔνδοξον καὶ εὐλογημένον εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· θὰ διαμένῃ αἰωνίως ἔνδοξον καὶ ἄσβεστον καὶ ὑπὲρ τὸν ἥλιον λαμπρὸν τὸ ὄνομά του. Καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ ἀπολαύσουν τὰς εὐλογίας τοῦ οὐρανοῦ ὅλαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, ὅλα τὰ ἔθνη θὰ τὸν ἐπευφημοῦν καὶ θὰ τὸν μακαρίζουν.
18 εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Ισραήλ, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος,18 Ευλογητός είναι ο Κυριος ο Θεός, ο οποίος λατρεύεται και προσκυνείται από τον Ισραήλ, αυτός που μόνος έχει την δύναμιν να επιτελή θαυμάσια, έργα καταπληκτικά.18 Εὐλογητὸς ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς ὁ λατρευόμενος καὶ προσκυνούμενος ὑπὸ τοῦ Ἰσραήλ, ὅστις μόνος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπιτελῆ θαυμάσια καὶ ἔργα καταπληκτικὰ
19 καὶ εὐλογητὸν τὸ ὄνομα τῆς δόξης αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, καὶ πληρωθήσεται τῆς δόξης αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ. γένοιτο, γένοιτο. ᾿Εξέλιπον οἱ ὕμνοι Δαυΐδ τοῦ υἱοῦ ᾿Ιεσσαί.19 Ας είναι ευλογημένον το ένδοξον Ονομά του και τώρα και πάντοτε και στους αιώνας των αιώνων. Ας γεμίση από την δόξαν του όλη η γη. Αμήν, Αμήν.19 καὶ ἂς εἶναι εὐλογημένον τὸ ἔνδοξον ὄνομά του καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας ἀτελευτήτως. Καὶ ἂς πληρωθῇ ἀπὸ τὴν δόξαν του ὁλόκληρος ἡ γῆ, ἐξαγιαζομένη καὶ βασιλευομένη ὑπ' αὐτοῦ. Γένοιτο, γένοιτο.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΟΒ'🔸
                             (72)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ ᾿Ασάφ.
1 (Μασ. 73) ΩΣ ΑΓΑΘΟΣ ὁ Θεὸς τῷ ᾿Ισραήλ, τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ.1 (Μασ. 73) Ποσον αγαθός είναι ο Θεός και πλήρης ευεργεσιών προς τους Ισραηλίτας και μάλιστα εις όσους έχουν καρδίαν ευθείαν και ειλικρινή!1 Πόσον ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικὸς εἶναι ὁ Θεὸς εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας, καὶ μάλιστα εἰς ὅσους ἐξ αὐτῶν ἔχουν εὐθεῖαν καὶ καθαρὰν τὴν καρδίαν!
2 ἐμοῦ δὲ παραμικρὸν ἐσαλεύθησαν οἱ πόδες, παρ᾿ ὀλίγον ἐξεχύθη τὰ διαβήματά μου.2 Αλλά εις εμέ παρ' ολίγον να σαλευθούν οι πόδες μου, να κλονισθούν από αμφιβολίαν αι πεποιθήσεις μου. Παρ' ολίγον αι πορείαι της ζωής μου να είχαν εκκλίνει από την οδόν του Κυρίου.2 Ἐμοῦ δὲ ἐκλονίσθησαν ἐκ τῆς ἀμφιβολίας αἱ πεποιθήσεις μου καὶ οἱ ὑγιεῖς λογισμοί, ποὺ ὡς ἄλλοι πόδες ὑποστηρίζουν τὴν εὐσέβειαν τῆς ψυχῆς μου, παρ’ ὀλίγον νὰ σεισθοῦν τὰ ἐν τῇ πορείᾳ τῆς ζωῆς βήματά μου καὶ νὰ ἐξολισθήσω ἀπὸ τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τὴν πίστιν μου εἰς τὴν πρόνοιάν του.
3 ὅτι ἐζήλωσα ἐπὶ τοῖς ἀνόμοις εἰρήνην ἁμαρτωλῶν θεωρῶν,3 Διότι κατελήφθην από ζήλειαν και από δυσφορίαν, επειδή έβλεπα την ευημερίαν των αμαρτωλών ανθρώπων.3 Διότι κατελήφθην ἀπὸ ζήλειαν ἕνεκα τῶν ἀνόμων, ἐπειδὴ ἔβλεπα τὴν εὐημερίαν καὶ εὐεξίαν τῶν ἁμαρτωλῶν.
4 ὅτι οὐκ ἔστιν ἀνάνευσις ἐν τῷ θανάτῳ αὐτῶν καὶ στερέωμα ἐν τῇ μάστιγι αὐτῶν·4 Εβλεπα ότι δεν υπάρχει, μακρά αγωνία και βάσανος κατά τον θάνατόν των και δεν διαρκεί επί πολύ η τυχόν μαστίζουσα αυτούς θλίψις.4 Διότι δὲν ὑπάρχει παρατεταμένη ἀγωνία καὶ βάσανος καὶ μεγάλη κακοπάθεια κατὰ τὸν θάνατόν των, καὶ δὲν στεροῦνται οὐδὲ διαρκεῖ ἐπὶ πολὺ ἢ τυχὸν μαστίζουσα αὐτοὺς θλῖψις.
5 ἐν κόποις ἀνθρώπων οὐκ εἰσὶ καὶ μετὰ ἀνθρώπων οὐ μαστιγωθήσονται.5 Αυτοί δεν κοπιάζουν, όπως οι άλλοι άνθρωποι, δια τον πορισμόν των αγαθών της ζωής. Και γενικώς δεν καταθλίβονται, όπως οι άλλοι.5 Δὲν δοκιμάζουν τοὺς κόπους πρὸς πορισμὸν τῶν ἀναγκαίων, τοὺς ὁποίους καταβάλλουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι καὶ δὲν ταλαιπωροῦνται οὐδὲ ὑποφέρουν ὅπως οἱ ὁμοιοί των.
6 διὰ τοῦτο ἐκράτησεν αὐτοὺς ἡ ὑπερηφανία, περιεβάλοντο ἀδικίαν καὶ ἀσέβειαν ἑαυτῶν.6 Δι' αυτό και τους κατέλαβεν εξ ολοκλήρου η υπερηφάνειά των. Κατά τρόπον επιδεικτικόν φορούν και φέρουν την αδικίαν προς τους άλλους και την ασέβειαν προς τον Θεόν.6 Δι’ αὐτὸ τοὺς ἐκυρίευσεν ὁριστικῶς καὶ τελείως ἡ ὑπερηφάνειά των, περιεβλήθησαν ὡς ἔνδυμα καὶ κόσμημα ἐπιδεικτικὸν τὴν ἀδικίαν καὶ ἀσέβειαν, ἡ ὁποία τοὺς διακρίνει.
7 ἐξελεύσεται ὡς ἐκ στέατος ἡ ἀδικία αὐτῶν, διῆλθον εἰς διάθεσιν καρδίας·7 Η αδικία των θα εξέλθη λιπαρά, πλουσία και μεστωμένη από την διεφθαρμένην των καρδίαν. Εξεπέρασαν κάθε όριον αι πονηραί επιθυμίαι της καρδίας των.7 Θὰ ἀναφύῃ ὡς ἄλλο φυτὸν ἡ ἀδικία των ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῆς καρδίας των, σὰν ἀπὸ παχὺ καὶ πλούσιον εἰς λιπάσματα ἔδαφος, ἐξεπέρασαν καὶ ὑπερεξεχείλισαν κάθε ὅριον καὶ κάθε μέτρον αἱ πονηραὶ διαθέσεις καὶ ἐπιθυμίαι τῆς καρδίας των.
8 διενοήθησαν καὶ ἐλάλησαν ἐν πονηρίᾳ, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος ἐλάλησαν·8 Εσκέφθησαν και απεφάσισαν πονηοά εναντίον των άλλων ανθρώπων. Διελάλησαν χωρίς εντροπήν μεγαλοφώνως τα κακουργήματά των.8 Διενοήθησαν κατὰ τῶν ὁμοίων των πονηρὰ καὶ σύμφωνα πρὸς τὰς σκέψεις των, γεμᾶτοι πονηρίαν ὑπῆρξαν καὶ οἱ λόγοι των, διὰ φωνῆς ὑπερηφάνου καὶ ἀγερώχου διεβόησαν ἀσυστόλως τὰ διαπραχθέντα ὑπ’ αὐτῶν ἀδικήματα.
9 ἔθεντο εἰς οὐρανὸν τὸ στόμα αὐτῶν, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς.9 Ηνοιξαν το στόμα των και έφθασε μέχρι του ουρανού, δια να υβρίση και αυτόν τον Θεόν. Και από εκεί η γλώσσα των επέρασε επάνω εις την γην εξαπολύουσα συκοφαντίας και ύβρεις.9 Βλασφημοῦν θεία καὶ ἀνθρώπινα· ἔφθασε καὶ ἐπροχώρησε τὸ στόμα των μέχρι τοῦ οὐρανοῦ διὰ τῶν κατὰ τοῦ Θεοῦ βλασφημιῶν, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἡ γλῶσσα των ἐπέρασεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐξαπολύουσα χειμάρρους ὕβρεων καὶ συκοφαντιῶν.
10 διὰ τοῦτο ἐπιστρέψει ὁ λαός μου ἐνταῦθα, καὶ ἡμέραι πλήρεις εὑρεθήσονται ἐν αὐτοῖς.10 Δια τούτο ο ισραηλιτικός λαός από το κακόν παράδειγμα εκείνων εγκαταλείπει εμέ και επιστρέφει εδώ, όπου ευρίσκονται αυτοί, παρασυρόμενος από την φαινομενικήν των ευτυχίαν. Φαντάζονται οι σκανδαλισμένοι Ισραηλίται ότι και μεταξύ αυτών θα ανατείλουν έτσι ημέραι ευτυχίας.10 Διὰ τοῦτο ὁ λαός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ κατεστάθην προφήτης, δὲν στρέφεται πρὸς ἐμέ, ἀλλ' ἐπιστρέφει ἐνταύθα, ὅπου εὑρίσκονται αὐτοί, παρασυρόμενος ὑπὸ τῆς ἀτιμωρησίας των καὶ εὐδαιμονίας των. Καὶ φαντάζεται ἀπατώμενος, ὅτι ἡμέραι γεμᾶται ἀπὸ εὐτυχίαν θὰ εὐρεθοῦν μεταξὺ αὐτῶν.
11 καὶ εἶπαν· πῶς ἔγνω ὁ Θεός; καὶ εἰ ἔστι γνῶσις ἐν τῷ ῾Υψίστῳ;11 Και είπαν πολλοί σκανδαλισθέντες από την φαινομενικήν ειδαιμονίαν των ασεβών· άρα γε λαμβάνει γνώσιν ο Θεός αυτών, που συμβαίνουν εις την γην; Και υπάρχει πράγματι γνώσις αυτών στον Υψιστο11 Καὶ εἶπαν ὑπὸ τῆς εὐδαιμονίας τῶν ἀσεβῶν σκανδαλισθέντες: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνῃ εἴδησιν ὁ Θεὸς περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ γῇ; Καὶ ὑπάρχει πράγματι γνῶσις τούτων εἰς τὸν Ὕψιστον;
12 ἰδοὺ οὗτοι οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ εὐθηνοῦντες· εἰς τὸν αἰῶνα κατέσχον πλούτου.12 Ιδού, ότι αυτοί εδώ είναι αμαρτωλοί και όμως ευτυχούν. Απέκτησαν πλούτον, ο οποίος συνεχώς και αυξάνει εις τα χέρια των.12 Ἰδοὺ αὐτοὶ ἐδῶ εἶναι ἁμαρτωλοί, καὶ ὅμως εὐδαιμονοῦν· ἐγένοντο κάτοχοι πλούτου, ὅστις διαρκῶς καὶ ἀπαύστως αὐξάνει.
13 καὶ εἶπα· ἄρα ματαίως ἐδικαίωσα τὴν καρδίαν μου καὶ ἐνιψάμην ἐν ἀθῴοις τὰς χεῖράς μου·13 Είπα και εγώ παρασυρθείς προς στιγμήν από τας σκέψεις αυτάς· άρά γε ματαίως διετήρησα καθαράν την καρδίαν μου και έχω νίψει τας χείρας μου ως αθώος μεταξύ των αθώων;13 Εἶπον δὲ καὶ ἐγὼ παρασυρθεὶς πρὸς στιγμήν: Ἄρα ματαίως ἐτήρησα ἁγνὴν τὴν καρδίαν μου καὶ ἔνιψα μαζὶ μὲ τοὺς ἀθῴους τὰς χεῖρας μου ὡς καθαρὰς ἀπὸ πάσης ἀδικίας·
14 καὶ ἐγενόμην μεμαστιγωμένος ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ ὁ ἔλεγχός μου εἰς τὰς πρωΐας.14 Ματαίως υφιστάμην με υπομονήν τας μαστιγώσεις των διαφόρων θλίψεων όλην την ημέραν, και κάθε πρωϊ εξετάζω και ελέγχω τον εαυτόν μου, μήπως έχω πταίσει εις τίποτε, δια να προλάβω ενδεχομένας άλλας πτώσεις.14 καὶ ἔγινα μεμαστιγωμένος καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ἀδικούμενος καὶ θλιβόμενος, καθ’ ἐκάστην δὲ πρωΐαν ἐλέγχω τὸν ἑαυτόν μου μήπως ἔπταισά τι κατὰ τὴν προηγουμένην ἢ μήπως παρεκτραπῶ εἴς τι κατὰ τὴν ἀρχομένην ἡμέραν. Ματαίως λοιπὸν ταῦτα πάντα ὑπέμεινα;
15 εἰ ἔλεγον· διηγήσομαι οὕτως, ἰδοὺ τῇ γενεᾷ τῶν υἱῶν σου ἠσυνθέτηκα.15 Εάν έλεγα, ότι θα διηγηθώ αυτούς τους δισταγμούς της ολιγοπιστίας μου, θα εκθέσω τας σκέψεις μου εις την γενεάν των υιών σου, τότε θα ανεδεικνυόμην ασύνετος και αποστάτης, διδάσκαλος του κακού.15 Ἐὰν ἔλεγον· θὰ διηγηθῶ τοὺς δισταγμούς μου αὐτοὺς καὶ θὰ ἐκθέσω καὶ εἰς τοὺς ἄλλους οὕτως, ὅπως μοῦ ἔρχονται αἱ σκέψεις, ἰδοὺ εἰς τὴν γενεὰν τῶν υἱῶν σου θὰ ἀπέβαινον ἀποστάτης καὶ ἀσύνθετος καὶ προδότης διδάσκαλος.
16 καὶ ὑπέλαβον τοῦ γνῶναι τοῦτο· κόπος ἐστὶν ἐνώπιόν μου,16 Ενόμισα όμως ότι έπρεπε να μελετήσω, δια να κατανοήσω καλώς αυτό το ζήτημα. Η μελέτη όμως αυτή υπήρξε δι' εμέ κόπος ανωφελής και εξαντλητικός. Λυσιν δεν ευρήκα·16 Καὶ δὲν ἐξεδήλωσα τοὺς δισταγμούς μου, ἀλλ' ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, διὰ νὰ τὸ κατανοήσω. Ἀλλ’ ἡ μελέτη τοῦ προβλήματος τούτου ὑπῆρξε κόπος ἀνωφελὴς καὶ ἐξαντλητικός, διότι παριμένει τοῦτο δι' ἐμὲ ἄλυτον.
17 ἕως εἰσέλθω εἰς τὸ ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ καὶ συνῶ εἰς τὰ ἔσχατα αὐτῶν.17 μέχρις ότου εισήλθα στον άγιον ναόν του Θεού και εκεί φωτισθείς είδα και εννόησα τα τέλη των αμαρτωλών αυτών ανθρώπων.17 Ἕως ὅτου εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν καὶ εἰς τὸ ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκεῖ φωτισθεὶς ὑπὸ τοῦ Πνεύματος προσέβλεψα εἰς τὰ ἔσχατα τῶν ἁμαρτωλῶν τούτων καὶ προφητικῶς διέκρινα τὰ τελευταῖα των.
18 πλὴν διὰ τὰς δολιότητας αὐτῶν ἔθου αὐτοῖς κακά, κατέβαλες αὐτοὺς ἐν τῷ ἐπαρθῆναι.18 Τωρα ευτυχούν, αλλά δια τας δολιότητάς των επεφύλαξες δι' αυτούς συμφοράς. Θα τους ταπεινώσης, θα συντρίψης την υπερηφάνειάν των.18 Εὐτυχοῦν τώρα. Ἀλλὰ διὰ τὰς δολιότητάς των ἐπεφύλαξες εἰς αὐτοὺς κακά· τοὺς κατεκρήμνισας εἰς ἐρείπια ἕνεκα τῆς ἐπάρσεώς των.
19 πῶς ἐγένοντο εἰς ἐρήμωσιν ἐξάπινα· ἐξέλιπον, ἀπώλοντο διὰ τὴν ἀνομίαν αὐτῶν.19 Πως έξαφνα ερημώθηκαν όλοι; Εξηφανίσθησαν, εχάθησαν εξ αιτίας της παρανομίας των.19 Πῶς εἰς μίαν στιγμὴν κατέληξαν να ἐρημωθοῦν; Ἐξηφανίσθησαν, ἐχάθησαν ἕνεκα τῆς πολλῆς των ἀνομίας.
20 ὡσεὶ ἐνύπνιον ἐξεγειρομένου, Κύριε, ἐν τῇ πόλει σου τὴν εἰκόνα αὐτῶν ἐξουδενώσεις.20 Οπως διαλύεται και σβήνει το όνειρον του ανθρώπου που εξυπνά και σηκώνεται, έτσι και συ, Κυριε, εξεμηδένισας εις την πόλιν σου Ιερουσαλήμ την πρόσκαιρον και λαμπράν εμφάνισιν των αμαρτωλών.20 Σὰν ὄνειρον ἀφυπνιζομένου καὶ ἐγειρομένου ἀπὸ τὴν κλίνην ἀνθρώπου ἐξεμηδένισας, Κύριε, ἐν τῇ πόλει σου Ἱερουσαλὴμ τὴν ἐλκυστικην ὡς ζωγραφίαν καὶ εὐδιάλυτον ὡς φανταστικὴν εἰκόνα ἐμφάνισίν των καὶ τὸν περὶ τὸ ὄνομά των θόρυβον.
21 ὅτι ἐξεκαύθη ἡ καρδία μου, καὶ οἱ νεφροί μου ἠλλοιώθησαν,21 Προηγουμένως είχε φλογισθή από ζηλοτυπίαν και δυσφορίαν η καρδία μου δια την ευτυχίαν των ασεβών ανθρώπων. Οι νεφροί μου και το εσωτερικόν μου ανεστατώθησαν, ήλλαξαν όψιν.21 Τῷ ὄντι ἔσφαλα, διότι ἐξεκαύθη ἀπὸ τὸν φθόνον τῆς εὐτυχίας των ἡ καρδία μου, καὶ οἱ νεφροί μου, ἡ ἔδρα τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιθυμιῶν καὶ συναισθημάτων, ἀνεστατώθησαν καὶ ὑπέστησαν ἀλλοίωσιν ἀπὸ τὴν ἀδημονίαν.
22 κἀγὼ ἐξουδενωμένος καὶ οὐκ ἔγνων, κτηνώδης ἐγενόμην παρά σοι.22 Κατω από τας σκέψεις αυτάς έγινα και εγώ ένα τίποτε. Δεν εννόησα καθόλου το πρόβλημα τούτο. Ενώπιόν σου έγινα ωσάν ζώον· ωσάν ένα κτήνος κατά τον νουν.22 Καὶ ἐγὼ ὑπὸ ἔποψιν διανοητικῆς ἀντιλήψεως καὶ κατανοήσεως ἤμην χαμένος καὶ τιποτένιος, καὶ δὲν ἐκατάλαβα οὔτε ἠδυνήθην νὰ σκεφθῶ βαθύτερον· ἔγινα ἐνώπιόν σου ὅμοιος πρὸς κτῆνος· καὶ ὅπως αὐτὸ δὲν κατανοεῖ τοὺς ἀνθρωπίνους λογισμούς, οὕτω καὶ ἐγὼ δὲν κατενόουν τὰς θείας σου βουλάς.
23 κἀγὼ διαπαντὸς μετὰ σοῦ, ἐκράτησας τῆς χειρὸς τῆς δεξιᾶς μου23 Αλλά εγώ, ως πιστός σου, θα είμαι πάντοτε μαζή σου. Διότι συ με εκράτησες από την δεξιάν μου χείρα, ώστε να μη πέσω.23 Καὶ κατόπιν αὐτῶν ποὺ ἐδιδάχθην διὰ τοῦ φωτισμοῦ σου, ἐγὼ διὰ παντὸς θὰ εἶμαι μαζί σου καὶ σὺ μὲ ἐκράτησας ἀπὸ τὴν δεξιάν μου, ὅπως ὁ πατὴρ βοηθεῖ καὶ ὑποβαστάζει τὸ συμβαδίζον μετ’ αὐτοῦ μικρὸν παιδίον του.
24 καὶ ἐν τῇ βουλῇ σου ὡδήγησάς με καὶ μετὰ δόξης προσελάβου με.24 Συ, εν τη αγαθή και παντοδυνάμω βουλή σου, με ωδήγησας εις την παρούσαν ζωήν, και με δόξαν θα με παραλάβης εις την άλλην ζωήν.24 Καὶ διὰ τῆς σοφῆς συμβουλῆς καὶ ἐμπνεύσεώς σου μὲ ὠδήγησας ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ, ἕως ὅτου μετὰ δόξης θὰ μὲ παραλάβῃς εἰς τὸν οὐρανόν.
25 τί γάρ μοι ὑπάρχει ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ παρὰ σοῦ τί ἠθέλησα ἐπὶ τῆς γῆς;25 Διότι τι άλλο άξιον προσοχής και αγάπης υπάρχει στον ουρανόν πλην από σέ; Τι άλλο, πλην από σέ, θα επιθυμούσα εδώ εις την γην;25 Διότι τί ἄλλο ἔχω καὶ τί ἄλλο ὑπάρχει δι' ἐμὲ εἰς τὸν οὐρανὸν ἐκτὸς ἀπὸ σέ; Καὶ τί ἄλλο θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ μὲ θέλξῃ καὶ νὰ ἑλκύσῃ τὴν θέλησίν μου ἐπὶ τῆς γῆς, ὅταν εὑρίσκωμαι πλησίον σου καὶ κατέχω σέ;
26 ἐξέλιπεν ἡ καρδία μου καὶ ἡ σάρξ μου, ὁ Θεὸς τῆς καρδίας μου καὶ ἡ μερίς μου ὁ Θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα.26 Η καρδία μου και όλον μου το σώμα έσβησαν από τας ταλαιπωρίας μου. Και όμως ο Θεός είναι και παραμένει ο πόθος της καρδίας μου. Ο Θεός είναι η αναφαίρετος και αιωνία κληρονομία μου.26 Ἡ καρδία μου καὶ ἡ σάρξ μου ἀπὸ τὰς κακοπαθείας καὶ τὸν προσεγγίζοντα θάνατον ἐκλείπουν καὶ μαραίνονται. Τί μὲ τοῦτο; Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ πόθος τῆς καρδίας μου καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τὸ αἰώνιον καὶ ἀναφαίρετον μερίδιον τῆς κληρονομίας μου. Τί ἄλλο θέλω; Καὶ τί ἔχω νὰ φοβηθῶ;
27 ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται, ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ.27 Ιδού, αυτοί οι οποίοι απομακρύνονται από σέ, θα καταστραφούν, διότι συ εν τη δικαιοσύνη σου εξωλόθρευσες και θα εξολοθρεύης πάντοτε καθένα που αποστατεί από σέ.27 Ἂς φοβοῦνται ὅσοι μακρύνουν τοὺς ἑαυτούς των ἀπὸ σοῦ, διότι ἰδοὺ αὐτοὶ θὰ ἀπολεσθοῦν· ἐξωλόθρευσας πάντα, ὅστις ἐχωρίσθη ἀπὸ σέ, τὸν ἀληθῆ Νυμφίον, καὶ παρεξέκλινεν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν καὶ τὴν ἁμαρτίαν μολύνας καὶ διασπάσας ὡς ἄλλος μοιχὸς καὶ πόρνος τὴν πρὸς σὲ σχέσιν καὶ ἕνωσιν.
28 ἐμοὶ δὲ τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι, τίθεσθαι ἐν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐλπίδα μου τοῦ ἐξαγγεῖλαί με πάσας τὰς αἰνέσεις σου ἐν ταῖς πύλαις τῆς θυγατρὸς Σιών.28 Εις εμέ ένα μόνον ύψιστον αγαθόν υπάρχει, να προσκολλώμαι στον Θεόν, να αποθέτω την ελπίδα μου στον Κυριον, να κηρύττω και να διαλαλώ όλους τους αίνους σου και τας ευχαριστίας μου δια τας ευεργεσίας σου ενώπιον πλήθους λαού εις τας πύλας της κόρης σου, της Ιερουσαλήμ.28 Εἰς ἐμὲ δὲ ἓν ἀγαθὸν μόνιμον καὶ ὕψιστον ὑπάρχει, τὸ νὰ προσκολλῶμαι ὁλονὲν καὶ περισσότερον εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ στηρίζω ὁλόκληρον τὴν ἐλπίδα μου ἐπὶ τοῦ Κυρίου, ὥστε ἀπορροφώμενος ὅλος ἀπὸ τὸν πόθον καὶ τὴν ἀγάπην σου, Κύριε, νὰ ἔχω κύριον καὶ παντοτεινὸν ἔργον μου τὸ νὰ ἐξαγγέλλω ὅλας τὰς ὀφειλομένας πρὸς σὲ δοξολογίας καὶ αἰνέσεις, ἱστάμενος παρὰ τὰς πύλας τῆς θυγατρὸς Σιών, τῆς πόλεως Ἱερουσαλήμ, ἵνα πάντες οἱ εἰσερχόμενοι δι' αὐτῶν τὰς ἀκούουν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΟΓ'🔸
                             (73)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Συνέσεως τῷ ᾿Ασάφ.
1 (Μασ. 74) ΙΝΑΤΙ ἀπώσω, ὁ Θεός, εἰς τέλος; ὠργίσθη ὁ θυμός σου ἐπὶ πρόβατα νομῆς σου;1 (Μασ. 74) Διατί άρά γε, ω Θεέ μου, μας απώθησες και μας απεμάκρυνες εξ ολοκλήρου από κοντά σου; Διατί εξέσπασεν ο θυμός σου εναντίον των προβάτων της ποίμνης σου και της βοσκής σου;1 Διὰ ποίαν ἆραγε αἰτίαν, ὦ Θεέ μου, μᾶς ἀπώθησας καὶ μᾶς ἀπεδοκίμασας ὁλοτελῶς; Διατὶ ἐξέσπασε καὶ παρετάθη ἐπὶ μακρὸν ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἀγανάκτησίς σου κατὰ τῶν προβάτων τῆς ποίμνης σου καὶ βοσκῆς σου;
2 μνήσθητι τῆς συναγωγῆς σου, ἧς ἐκτήσω ἀπ᾿ ἀρχῆς· ἐλυτρώσω ράβδον κληρονομίας σου, ὄρος Σιὼν τοῦτο, ὃ κατεσκήνωσας ἐν αὐτῷ.2 Ενθυμήσου ημάς, τον λαόν σου, τον οποίον έκαμες ιδικόν σου κτήμα από αρχαιοτάτων χρόνων. Τον ελευθέρωσες από την Αίγυπτον δια να είναι ωσάν βασιλική ράβδος της κληρονομίας σου, δείγμα της ιδικής σου εξουσίας, και να κατοική στο όρος τούτο, την Σιών, στο οποίον συ έστησας την σκηνήν σου, τον ναόν σου.2 Ἐνθυμήσου καὶ μὴ λησμονῇς τὴν συναγωγὴν καὶ τὸ ἐκκλησίασμά σου, τὸ ὁποῖον κατέστησας κτῆμα σου παλαιόθεν καὶ ἐξ ἀρχῇς· τὸ ἠλευθέρωσες ἐκ τῆς Αἰγύπτου, διὰ νὰ εἶναι βασιλικὴ ράβδος καὶ σκῆπτρον τῆς κληρονομίας σου· μὴ λησμονῇς τὸ ὄρος τοῦτο τῆς Σιών, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔστησας τὴν σκηνήν σου καὶ κατῴκησας ἐν αὐτῇ.
3 ἔπαρον τὰς χεῖράς σου ἐπὶ τὰς ὑπερηφανίας αὐτῶν εἰς τέλος, ὅσα ἐπονηρεύσατο ὁ ἐχθρὸς ἐν τοῖς ἁγίοις σου.3 Σηκωσε τας χείρας σου και κτύπα με ορμήν τας αλαζονικάς επάρσεις των εχθρών σου. Συντριψέ τους εξ ολοκλήρου ένεκα των κακουργημάτων, που ετόλμησαν οι εχθροί σου να διαπράξουν εις βάρος των αγίων σου.3 Σήκω τὰς χεῖρας σου καὶ κατάφερε ταύτας κατὰ τῶν ὑπερηφανιῶν των καὶ κατὰ τῆς ἀλαζονικῆς ἰσχῦος των πρὸς ὁλοκληρωτικὴν τιμωρίαν καὶ ἐξόντωσιν αὐτῶν. Ἴδε πόσα καὶ ποία πονηρὰ ἔργα ἀπετόλμησεν ὁ ἐχθρὸς κατὰ τοῦ ναοῦ σου καὶ τῶν ἐν αὐτῷ ἁγίων καὶ ἱερῶν.
4 καὶ ἐνεκαυχήσαντο οἱ μισοῦντές σε ἐν μέσῳ τῆς ἑορτῆς σου, ἔθεντο τὰ σημεῖα αὐτῶν σημεῖα καὶ οὐκ ἔγνωσαν.4 Οι ειδωλολατρικοί αυτοί λαοί, που σε εμισούσαν, εκαυχώντο, διότι εισήλθον στον ναόν σου εν ώρα λατρείας και έθεσαν τα ειδωλολατρικά των σήματα ως σημεία θριάμβου και δεν ενόησαν, ποίαν τρομεράν βεβήλωσιν έκαμαν στον άγιόν σου τόπον.4 Καθ’ ὃν χρόνον διεξήγετο ἡ ἑορτή σου καὶ ὁ λαός σου ἦτο συνηγμένος εἰς λατρείαν σου, εἰσεπήδησαν μετ' ἀλαζονείας καὶ ἀσεβοῦς καυχήσεως οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι σὲ μισοῦν, ἔθεσαν τὰς εἰδωλολατρικὰς σημαίας των διὰ νὰ κυματίζουν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ σου ὡς σημαῖαι καὶ τρόπαια νίκης, καὶ δὲν εἶχον γνῶσιν τοῦ ποίαν ἀσέβειαν καὶ βεβήλωσιν διέπραττον.
5 ὡς εἰς τὴν ἔξοδον ὑπεράνω,5 Εστησαν τας σημαίας των προς την έξοδον του ναού, επάνω από την πύλην.5 Ἔθεσαν δὲ τὰς σημαίας των ταύτας ὑψηλὰ πρὸς τὴν ἔξοδον τοῦ ναοῦ, ὑπεράνω τῆς πύλης.
6 ὡς ἐν δρυμῷ ξύλων ἀξίναις ἐξέκοψαν τὰς θύρας αὐτῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν πελέκει καὶ λαξευτηρίῳ κατέρραξαν αὐτήν.6 Σαν να ευρίσκοντο εις πυκνόν δάσος δένδρων όλοι μαζή κατέκοψαν με αξίνας τας θύρας της. Με πέλεκυν και με σφήνα οξείαν την κατεθρυμμάτισαν.6 Σὰν να εὑρίσκοντο εἰς δάσος δένδρων καὶ ξύλων ἐφώρμησαν ὅλοι μαζὶ μὲ ἀξίνας καὶ ἐξέσχιζαν τὰς θύρας τῆς ἐξόδου, μὲ πέλεκυν καὶ μὲ σφῆνα σιδηρᾶν κατέθραυσαν αὐτήν.
7 ἐνεπύρισαν ἐν πυρὶ τὸ ἁγιαστήριόν σου, εἰς τὴν γῆν ἐβεβήλωσαν τὸ σκήνωμα τοῦ ὀνόματός σου.7 Εβαλαν φωτιά και κατέκαυσαν το θυσιαστήριόν σου, εβεβήλωσαν και έρριψαν κάτω εις την γην εις ερείπια το σκήνωμα του αγίου Ονόματός σου.7 Κατέκαυσαν διὰ πυρὸς τὸ θυσιαστήριόν σου, καὶ ἐβεβήλωσαν τὸν ναὸν τὸν ἀφιερωμένον εἰς λατρείαν τοῦ ὀνόματός σου καταρρίψαντες αὐτὸν εἰς ἐρείπια ἐπὶ τῆς γῆς σὰν νὰ ἦτο κοινόν τι οἰκοδόμημα.
8 εἶπαν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν αἱ συγγένειαι αὐτῶν ἐπὶ τὸ αὐτό· δεῦτε καὶ καταπαύσωμεν πάσας τὰς ἑορτὰς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τῆς γῆς.8 Είπαν από κοινού εις τας καρδίας των αι φυλαί και συγγένειαί των· Ελάτε και ας θέσωμεν οριστικόν τέρμα εις όλας τας εορτάς του Θεού από την γην, ώστε να μη γίνουν ποτέ πλέον.8 Εἶπαν ἀπὸ κοινοῦ μέσα εἰς τὰς καρδίας των αἱ φυλαὶ καὶ συγγένειαί των: Ἔλθετε καὶ ἂς καταπαύσωμεν ὅλας τὰς ἑορτὰς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν γῆν, ὥστε εἰς τὸ μέλον νὰ μὴ γίνωνται αὗται.
9 τὰ σημεῖα αὐτῶν οὐκ εἴδομεν, οὐκ ἔστιν ἔτι προφήτης, καὶ ἡμᾶς οὐ γνώσεται ἔτι.9 Είπαν εν συνεχεία· Δεν είδαμε άλλως τε κανένα από τα σημεία και τα θαύματα, με τα οποία λέγουν ότι ο Θεός τους επροστάτευε. Δεν υπάρχει πλέον προφήτης μεταξύ των και δεν θα μάθη ο Θεός των αυτά, τα οποία ημείς πράττομεν!9 Δὲν εἴδομεν κανὲν ἀπὸ τὰ σημεῖα καὶ θαύματα, μὲ τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι τοὺς ἐπροστάτευσεν ὁ Θεός των· δὲν ὑπάρχει πλέον προφήτης μεταξὺ αὐτῶν καὶ δὲν θὰ μᾶς μάθῃ πλέον ὁ Θεός των, ἀλλὰ θὰ μείνουν ἄγνωστα εἰς αὐτὸν τὰ ὅσα ἡμεῖς λέγομεν καὶ πράττομεν.
10 ἕως πότε, ὁ Θεός, ὀνειδιεῖ ὁ ἐχθρός, παροξυνεῖ ὁ ὑπεναντίος τὸ ὄνομά σου εἰς τέλος;10 Κυριε και Θεέ, έως πότε θα υβρίζη και θα χλευάζη ο εχθρός μας και θα παροξύνη το Ονομά σου και θα προκαλή τόσον πολύ ο αντίθετός μας την οργήν σου με τας βλασφημίας του;10 Ἕως πότε, ὦ Θεέ, θὰ ὀνειδίζῃ καὶ θὰ χλευάζῃ ὁ ἐχθρὸς καὶ θὰ προκαλῇ ὁ ἀντίθετός μας τὴν ὀργήν σου, βλασφημῶν διηνεκῶς τὸ ὄνομά σου;
11 ἱνατί ἀποστρέφεις τὴν χεῖρά σου καὶ τὴν δεξιάν σου ἐκ μέσου τοῦ κόλπου σου εἰς τέλος;11 Διατί απομακρύνστο προστατευτικόν σου χέρι από ημάς; Και διατί δεν βγάζεις την παντοδύναμον δεξιάν σου από τον κόλπον σου, δια να κτυπήσης οριστικά τους εχθρούς σου;11 Διατὶ ἀπομακρύνεις ἀφ' ἡμῶν τὴν προστατευτικήν σου χεῖρα καὶ διατὶ ἐπιμένεις νὰ μὴ ἐξάγῃς τὴν δεξιάν σου ἀπὸ τὸν κόλπον σου διὰ νὰ τὴν καταφέρῃς τιμωρὸν κατ' αὐτῶν;
12 ὁ δὲ Θεὸς βασιλεὺς ἡμῶν πρὸ αἰώνων, εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς.12 Και όμως ο Θεός μας είναι ο προαιώνιος βασιλεύς μας. Αυτός επραγματοποίησε κατά τρόπον θαυμαστόν την σωτηρίαν μας φανερά εν μέσω όλης της γης, ώστε να γίνη γνωστή εις όλον τον κόσμον.12 Καὶ ὅμως παρὰ τὴν ἐγκατάλειψίν του αὐτὴν ὁ Θεὸς εἶναι ὁ πρὸ αἰώνων βασιλεύς μας, εἰργάσθη διὰ θαυμάτων τὴν σωτηρίαν μας περιφανῶς ἐν μέσῳ τῆς γῆς, ὥστε νὰ γίνῃ ἐξακουστὴ εἰς ὅλους.
13 σὺ ἐκραταίωσας ἐν τῇ δυνάμει σου τὴν θάλασσαν, σὺ συνέτριψας τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος.13 Συ, με την ακατανίκητον δύναμίν σου διέρρηξες την θάλασσαν και εκράτησες ακίνητα εκατέρωθεν τα ύδατά της, δια να διέλθη ο λαός σου. Συ συνέτριψες τας κεφαλάς των δρακόντων, των αρχηγών δηλαδή του αιγυπτιακού στρατού, και έπνιξες αυτούς μαζή με τον στρατόν των εις τα ύδατα.13 Σὺ καὶ μόνον σὺ διασχίσας εἰς δύο τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν ἐκράτησας διὰ τῆς δυνάμεώς σου στερεὰ ἑκατέρωθεν ὡς ἄλλα τείχη τὰ ὕδατα. Σὺ καὶ ὄχι ἄλλος τις συνέτριψας τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος, ὅτε συνέπνιγες εἰς τὰ ὕδατα τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης τοὺς ἄρχοντας καὶ σατράπας τῶν Αἰγυπτίων.
14 σὺ συνέθλασας τὴν κεφαλὴν τοῦ δράκοντος, ἔδωκας αὐτὸν βρῶμα λαοῖς τοῖς Αἰθίοψι.14 Συ συνέτριψες την κεφαλήν του άλλου δράκοντός, του Φαραώ, και παρέδωκες την χώραν του ως λάφυρον στους λαούς των Αιθιόπων.14 Σὺ κατετσάκισες τὴν κεφαλὴν τοῦ δράκοντος, τοῦ σκληροῦ καὶ βδελυροῦ Φαραώ, καὶ ὅταν ἐρημώθη οὕτω ἡ χώρα του ἀπὸ πᾶσαν στρατιωτικὴν δύναμιν, παρέδωκας αὐτὴν λείαν καὶ λάφυρον εἰς τοὺς λαοὺς τῶν Αἰθιόπων.
15 σὺ διέρρηξας πηγὰς καὶ χειμάρρους, σὺ ἐξήρανας ποταμοὺς ᾿Ηθάμ.15 Συ έσπασες βράχους και ανέβλυσαν πηγαί με ύδατα. Συ εξ αντιθέτου εξήρανες τους πλουσίους ποταμούς Ηθάμ και τους εστείρευσες.15 Σὺ εἰς τὴν ἔρημον διέρρηξας κατάξηρον βράχον, ὥστε ἐξ αὐτοῦ νὰ ἀναβλύσουν πηγαὶ καὶ ἄφθονα νερὰ σὰν κατεβασιαὶ χειμεριναί· Σὺ προκειμένου νὰ διαβοῦν οἱ Ἰσραηλῖται τὸν Ἰορδάνην, ἐξήρανας πλατεῖς καὶ ἀστείρευτους ποταμούς.
16 σή ἐστιν ἡ ἡμέρα, καὶ σή ἐστιν ἡ νύξ, σὺ κατηρτίσω φαῦσιν καὶ ἥλιον.16 Ιδική σου είναι η ημέρα, ιδική σου είναι και η νύκτα. Συ εδημιούργησες το φως και τον ήλιον.16 Ἰδική σου εἶναι ἡ ἡμέρα, ἰδική σου καὶ ἡ νύξ· Σὺ ἐδημιούργησας καὶ ἐγκατέστησας τὸ φῶς καὶ τὸν ἥλιον.
17 σὺ ἐποίησας πάντα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς· θέρος καὶ ἔαρ, σὺ ἔπλασας αὐτά.17 Συ εδημιούργησες όλα τα ωραία πράγματα της φύσεως, συ έπλασες το θέρος και την άνοιξιν.17 Σὺ ἐποίησας ὅλα τὰ ὡραῖα (Ἄλλη γραφή: Τὰ ὅρια = τὰ ὁροθέσια, τὰ πελώρια ὅρη τὰ ἀποτελοῦντα σύνορα τῶν διαφόρων λαῶν. ) ποὺ ὑπάρχουν ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸ θέρος καὶ τὸ ἔαρ, τὰς ὡραίας αὐτὰς ἐποχὰς τοῦ ἔτους, σὺ τὰς ἐδημιούργησας.
18 μνήσθητι ταύτης· ἐχθρὸς ὠνείδισε τὸν Κύριον, καὶ λαὸς ἄφρων παρώξυνε τὸ ὄνομά σου.18 Ενθυμησου, Κυριε, τούτο· ότι εχθρός άνθρωπος ύβρισε και εχλεύασε τον Κυριον, και λαός, εξ αιτίας της ασεβείας του άμυαλος, ύβρισε εξοργιστικώς το Ονομά σου.18 Ἐνθυμήσου καὶ μὴ λησμονήσῃς τοῦτο, ὅπερ θὰ εἴπω· ὁ ἐχθρὸς καθύβρισε τὸν Κύριον καὶ ὁ λαὸς κυριευθεὶς λόγῳ τῆς ἀσεβείας του ὑπὸ ἀφροσύνης ἐβλασφήμησε παραφόρως καὶ προκλητικῶς τὸ ὄνομά σου.
19 μὴ παραδῷς τοῖς θηρίοις ψυχὴν ἐξομολογουμένην σοι, τῶν ψυχῶν τῶν πενήτων σου μὴ ἐπιλάθῃ εἰς τέλος.19 Μη λοιπόν παραδώσης στους θηριώδεις αυτούς ανθρώπους την ζωήν ημών, οι οποίοι σε δοξολογούμεν. Μη λησμονήσης ημάς τους πτωχούς και συντετριμμένους και μη μας αφήσης να καταστραφώμεν τελείως.19 Μὴ παραδώσης εἰς τοὺς θηριώδεις αὐτοὺς ἀνθρώπους τὴν ζωὴν ἐκείνων ποὺ σὲ ἀνυμνοῦν καὶ σὲ δοξολογοῦν, τὰς ψυχὰς τῶν πτωχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν ταπεινώσει ἐλπίζουν εἰς σέ, μὴ τὰς λησμονήσῃς εἰς τὸ διηνεκές.
20 ἐπίβλεψον εἰς τὴν διαθήκην σου, ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ ἐσκοτισμένοι τῆς γῆς οἴκων ἀνομιῶν.20 Ριξε ένα βλέμμα εις την διαθήκην, την οποίαν έχεις κάμει συ με ημάς. Τιμώρησε τους κακούς, διότι όλοι οι απόμεροι και απόκρυφοι τόποι της χώρας μας εγέμισαν από κακοποιούς, έγιναν κρησφύγετα της ανομίας.20 Ρῖψε τὸ βλέμμα σου ἐπὶ τῆς διαθήκης, τὴν ὁποίαν συνῆψες μετὰ τῶν πατριαρχῶν μας, διότι τὰ σπήλαια, αἱ χαράδραι καὶ ἄλλαι συνεσκοτισμέναι ὀπαὶ καὶ σχισμαὶ τῆς ἁγίας γῆς ἔγιναν κρησφύγετα ληστῶν καὶ ἐγέμισαν ἀπὸ οἴκους ἀνομιῶν.
21 μὴ ἀποστραφήτω τεταπεινωμένος καὶ κατῃσχυμένος· πτωχὸς καὶ πένης αἰνέσουσι τὸ ὄνομά σου.21 Ας μη γυρίση πίσω ταπεινωμένος και καταντροπιασμένος ο πτωχός λαός σου, ο οποίος σε ικετεύει. Αλλως τε, όχι οι πλούσιοι αλλά οι πτωχοί και οι άποροι, αυτοί θα υμνολογήσουν το όνομά σου.21 Ἀςμὴ γυρίσῃ ὀπίσω ταπεινωμένος καικατεντροπιασμένος ὁ πτωχὸς λαός σου. Ὄχι ἐκεῖνοι, οὐδὲ οἱ πλούσιοι τῆς γῆς, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς καὶ ἐν ἀθλιότητι ζῶν ἄπορος, αὐτοὶ θὰ ὑμνήσουν τὸ ὄνομά σου.
22 ἀνάστα, ὁ Θεός, δίκασον τὴν δίκην σου· μνήσθητι τοῦ ὀνειδισμοῦ σου τοῦ ὑπὸ ἄφρονος ὅλην τὴν ἡμέραν.22 Σηκω επάνω, ω Θεέ, δίκασε την υποθεσίν σου, που είναι και ιδικόν σου ζήτημα. Ενθυμήσου τους χλευασμούς και τας βλασφημίας, που σου απευθύνουν οι μωροί αυτοί λαοί όλας τας ημέρας της ζωής των.22 Σήκω ἐπάνω, ὦ Θεέ, καὶ δίκασε τὴν ὑπόθεσίν σου. Ἐν τῷ προσώπῳ ἠμῶν ὑβρίζεσαι καὶ βλασφημεῖσαι σύ. Ἐνθυμήσου τὸν ὀνειδισμὸν καὶ τὰς βλασφημίας, τὰς ὁποίας σοῦ ἀπευθύνουν καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν αὐτοί, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀσέβειάν των ἐσκοτίσθησαν καὶ ἔγιναν ἄφρονες.
23 μὴ ἐπιλάθῃ τῆς φωνῆς τῶν ἱκετῶν σου· ἡ ὑπερηφανία τῶν μισούντων σε ἀνέβη διὰ παντός.23 Μη λησμονήσης, Κυριε, την φωνήν αυτών, οι οποίοι τώρα σε ικετεύουν. Η αλαζονεία εκείνων, που σε μισούν, εξεπέρασε κάθε όριον, και διαρκώς ανεβαίνει εξοργιστική μέχρις αυτού του ουρανίου θρόνου σου.23 Μὴ λησμονήσῃς τὴν φωνὴν αὐτῶν ποὺ ταπεινῶς σὲ ἰκετεύουν· ἡ ἀγέρωχος ἀλαζονεία ἐκείνων ποὺ σὲ μισοῦν, ὑπερέβη κάθε ὅριον καὶ διαρκῶς ἀναβαίνει προκλητικὴ μέχρις αὐτοῦ τοῦ ἐν οὐρανοῖς θρόνου σου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΟΔ'🔸
                            (74)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· μὴ διαφθείρῃς· ψαλμὸς ᾠδῆς τῷ ᾿Ασάφ.11
2 (Μασ. 75) ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΕΘΑ σοι, ὁ Θεός, ἐξομολογησόμεθά σοι καὶ ἐπικαλεσόμεθα τὸ ὄνομά σου.2 (Μασ. 75) Θα σε δοξολογήσωμεν, ω Θεέ. Θα σε δοξολογήσωμεν δια την προστασίαν και τας ευεργεσίας, που μας παρέχεις και θα επικαλούμεθα πάντοτε το άγιον Ονομά σου.2 Θὰ σὲ δοξολογήσωμεν ὅλοι μαζί, ὦ Θεέ, θὰ σὲ δοξολογήσωμεν καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸ ὄνομά σου.
3 διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου, ὅταν λάβω καιρόν· ἐγὼ εὐθύτητας κρινῶ.3 Εγώ προσωπικώς θα διηγηθώ και θα διακηρύττω μεταξύ των άλλων τας θαυματουργικάς σου υπέρ ημών επεμβάσεις. Και ο Κυριος απαντά· Οταν θα έλθη ο κατάλληλος καιρός, τότε εγώ θα κρίνω και θα δικάσω με ευθύτητα και δικαιοσύνην.3 Ὅπως ἕκαστος ἐξ ἡμῶν οὕτω καὶ ἐγὼ θὰ διηγηθῶ καὶ θὰ διακηρύξω ὅλα τὰ θαυμάσια, ὅσα πρὸς προστασίαν μας ἐπετέλεσας. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ ὑπ’ ἐμοῦ ὡρισμένος κατάλληλος καιρός, λέγει ὁ Κύριος, τότε ἐγὼ θὰ κρίνω καὶ θὰ δικάσω ἐν εὐθύτητι καὶ δικαιοσύνῃ.
4 ἐτάκη ἡ γῆ καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ, ἐγὼ ἐστερέωσα τοὺς στύλους αὐτῆς. (διάψαλμα).4 Η γη και οι κάτοικοί της θα λυώσουν από τον τρόμον των τιμωριών, που εγώ θα στείλω. Εγώ έχω ακλόνητα στερεώσει τους στύλους του κόσμου και επομένως δεν θα σαλευθούν.4 Ἔλειωσε καὶ ἔχασε τὴν συνοχήν της ἡ γῆ καὶ μετ’ αὐτῆς ὅλοι οἱ κάτοικοί της, ἕνεκα τοῦ τρόμου καὶ τοῦ πανικοῦ ἐκ τῆς ἐπικειμένης κρίσεώς μου, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς κακίας καὶ τῶν ἀναστατώσεων καὶ τῶν συνεχῶν πολέμων ποὺ ἐπικρατοῦν εἰς αὐτήν. Παρὰ ταῦτα ὅμως αὕτη θὰ παραμείνῃ ἀδιάσειστος, διότι ἐγὼ ἰδιοχείρως ἐστερέωσα τοὺς στύλους καὶ τὰ θεμέλιά τας.
5 εἶπα τοῖς παρανομοῦσι· μὴ παρανομεῖτε, καὶ τοῖς ἁμαρτάνουσι· μὴ ὑψοῦτε κέρας,5 Επειτα από την διακήρυξιν αυτήν του Θεού ο ψαλμωδός λέγει· Είπα, λοιπόν, και εγώ στους παρανόμους· μη παρανομείτε πλέον. Και στους αμαρτωλούς· μη αμαρτάνετε και μη σηκώνετε το μέτωπόν σας.5 Μετὰ τοὺς λόγους τούτους τοῦ Θεοῦ εἶπα καὶ ἐγὼ εἰς τοὺς παραβαίνοντας τὸν νόμον του· Μὴ παρανομεῖτε. Καὶ εἰς τοὺς ἁμαρτάνοντας ἀσεβῶς εἶπον· Μὴ ὑψώνετε ἀλαζονικῶς καὶ αὐθαδῶς τὴν δύναμίν σας.
6 μὴ ἐπαίρετε εἰς ὕψος τὸ κέρας ὑμῶν καὶ μὴ λαλεῖτε κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀδικίαν.6 Μη υψώνετε εγωϊστικώς την δύναμίν σας και μη αλαζονεύεσθε δι' αυτήν. Μη προβάλλετε με αλαζονείαν την ισχύν σας και καταφέρεσθε αδίκως εναντίον του παντοδυνάμου Θεού.6 Μὴ σηκώνετε ὑψηλὰ τὴν δύναμιν σας, ὡσὰν αὕτη νὰ ἦτο ἀήττητος καὶ ἄθραυστος, καὶ μὴ λέγετε λόγους ἀδίκους, βλασφήμους καὶ ἀσεβεῖς κατὰ τοῦ Θεοῦ, ὡς νὰ θέλετε νὰ ἀναμετρηθῆτε μὲ αὐτόν.
7 ὅτι οὔτε ἐξ ἐξόδων οὔτε ἀπὸ δυσμῶν οὔτε ἀπὸ ἐρήμων ὀρέων,7 Διότι σωτηρία και διαφυγή σας δεν υπάρχει ούτε από ανατολών, ούτε από δυσμών, ούτε από τας ερήμους ορεινάς περιοχάς, που ευρίσκονται προς νότον.7 Διότι εἶσθε ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη ἐγκεκλεισμένοι ἐν τῇ παλάμῃ του καὶ δὲν δύνασθε νὰ διαφύγετε οὔτε ἐξ ἀνατολῶν, ὁπόθεν αἱ ἔξοδοι τοῦ ἡλίου, οὔτε ἐκ δυσμῶν, οὔτε ἀπὸ τοὺς πετρώδεις καὶ ἐρημικοὺς τόπους, ποὺ ἐκτείνονται πρὸς νότον τῆς Παλαιστίνης.
8 ὅτι ὁ Θεὸς κριτής ἐστι, τοῦτον ταπεινοῖ καὶ τοῦτον ὑψοῖ.8 Διότι ο Θεός είναι κριτής, κύριος του σύμπαντος, και άλλον εν τη παντοδυναμία του ανυψώνει, άλλον δε ταπεινώνει.8 Διότι ὁ Θεὸς εἶναι κριτῆς καὶ δικάζει, καὶ κατὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ ταπεινώνει καὶ ἐξευτελίζει τοῦτον, καὶ ὑψώνει καὶ δοξάζει ἐκεῖνον.
9 ὅτι ποτήριον ἐν χειρὶ Κυρίου οἴνου ἀκράτου πλῆρες κεράσματος. καὶ ἔκλινεν ἐκ τούτου εἰς τοῦτο, πλὴν ὁ τρυγίας αὐτοῦ οὐκ ἐξεκενώθη, πίονται πάντες οἱ ἁμαρτωλοὶ τῆς γῆς·9 Και τούτο, διότι στο χέρι του Κυρίου υπάρχει ποτήρι γεμάτο από ανόθευτον, χωρίς νερό, δριμύτατο κρασί, πότισμα δια κάθε αμαρτωλόν. Ο Κυριος κλίνει το ποτήριον τούτο και προσφέρει το πικρόν περιεχόμενόν του τώρα μένστούτον τον αμαρτωλόν, άλλοτε εις εκείνον. Το πικρόν όμως περιεχόμενον του ποτηρίου, παρ' όλα τα ποτίσματα, δεν εξεκενώθη θα πιουν εν καιρώ όλοι οι αμαρτωλοί του κόσμου και θα τιμωρηθούν.9 Διότι ὑπάρχει εἰς τὴν χεῖρα τοῦ Κυρίου ποτήριον γεμᾶτον ἀπὸ οἶνον ἀνόθευτον καὶ χωρὶς νερόν, πλῆρες ποτοῦ, τὸ ὁποῖον κερνᾷ εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἔχει οὕτω προχείρους καὶ γεμάτας τὰς τιμωρίας του κατ' αὐτῶν. Καὶ κλίνει τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπὸ τὸ στόμα αὐτὸ εἰς τὸ στόμα ἐκεῖνο. Πλὴν δὲν ἐξεκενώθη ὁλοτελῶς τὸ ποτήριον τοῦτο, ὥστε νὰ ἐκκενωθῇ καὶ τὸ δριμύτατον καὶ πικρότατον κατακάθισμα ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὸν πυθμένα του. Μένει τοῦτο, καὶ θὰ πίουν ἐξ αὐτοῦ δοκιμάζοντες ἄκρατον καὶ αὐστηρὰν τιμωρίαν ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ τῆς γῆς, οἱ πεισμόνως παραμένοντες ἀδιόρθωτοι.
10 ἐγὼ δὲ ἀγαλλιάσομαι εἰς τὸν αἰῶνα, ψαλῶ τῷ Θεῷ ᾿Ιακώβ· καὶ πάντα τὰ κέρατα τῶν ἁμαρτωλῶν συνθλάσω, καὶ ὑψωθήσεται τὰ κέρατα τοῦ δικαίου.10 Τοτε δε και εγώ, όταν θα βλέπω να τιμωρούνται οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, θα σκιρτώ πάντοτε από δικαίαν χαράν και αγαλλίασιν και θα υμνολογώ τον Θεόν του Ισραήλ. Και ο Θεός διαβεβαιώνει· Ναι, θα συντρίψω όλας τας δυνάμεις των αμαρτωλών και θα υψώσω τας δυνάμεις των δικαίων ανθρώπων.10 Ἐγὼ ὅμως μετὰ τῆς συναγωγῆς τῶν φοβουμένων τὸν Κύριον θὰ σκιρτῶ ἐξ ἀγαλλιάσεως, αἰωνίως θὰ ψάλλω ὕμνον εἰς τὸν Θεὸν τοῦ Ἰακὼβ καὶ διὰ τῆς βοηθείας καὶ προστασίας του θὰ συντρίψω ὅλα τὰ κέρατα καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ θὰ ὑψωθοῦν ἔνδοξα καὶ ἀήττητα τὰ κέρατα καὶ αἱ δυνάμεις τοῦ δικαίου καὶ εὐσεβοῦς ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΟΕ'🔸
                             (75)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· ψαλμὸς τῷ ᾿Ασάφ, ᾠδὴ πρὸς τὸν ᾿Ασσύριον.11
2 (Μασ. 76) ΓΝΩΣΤΟΣ ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ ὁ Θεός, ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ μέγα τὸ ὄνομα αὐτοῦ.2 (Μασ. 76) Γνωστός είναι, ο Θεός εις την Ιουδαίαν, μέγα και πολυύμνητον είναι το Ονομά του μεταξύ των Ισραηλιτών.2 Απεκαλύφθη καὶ γνωστὸς ἐγένετο τῇ Ἰουδαίᾳ ὁ Θεὸς διὰ τῆς θαυμαστῆς προστασίας τοῦ λαοῦ του, μέγα καὶ ὑμνητὸν κατέστησε τὸ ὄνομά του ἐν μέσῳ τοῦ Ἰσραήλ.
3 καὶ ἐγενήθη ἐν εἰρήνῃ ὁ τόπος αὐτοῦ, καὶ τὸ κατοικητήριον αὐτοῦ ἐν Σιών·3 Ειρήνη επεκράτησεν στον τόπον του, ειρήνη υπάρχει στο κατοικητήριόν του, εις την Σιών.3 Καὶ ἐν Σαλήμ, τῇ εἰρηνικῇ πόλει τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐξελέγη ὑπ’ αὐτοῦ ὁ τόπος τῆς διαμονῆς του καὶ τὸ κατοικητήριόν του ἐν Σιών.
4 ἐκεῖ συνέτριψε τὰ κράτη τῶν τόξων, ὅπλον καὶ ρομφαίαν καὶ πόλεμον. (διάψαλμα).4 Διότι εις την πόλιν και την χώραν αυτήν συνέτριψε τα πανίσχυρα τόξα των εχθρών, όπλα και ξίφη και πολεμικάς επιχειρήσεις.4 Ἐκεῖ συνέτριψε τὰ κραταιὰ τόξα καὶ τὰς μακρὰς ἀσπίδας καὶ τὰ ξίφη καὶ τὰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις τῶν Ἀσσυρίων.
5 φωτίζεις σὺ θαυμαστῶς ἀπὸ ὀρέων αἰωνίων·5 Οπως ο ήλιος από τα αιωνόβια όρη σκορπίζει το φως του εις ανθρώπους, έτσι και συ, Κυριε, κατά θαυμαστόν τρόπον φωτίζεις με το φως της αληθείας τους καλοπροαίρετους.5 Ἀπὸ τὰ αἰώνια καὶ ἀγήραστα βουνά μας φωτίζεις σύ, ὡς ἥλιος πανθαύμαστος καὶ γεμίζεις ὅλα μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἐλπίδος.
6 ἐταράχθησαν πάντες οἱ ἀσύνετοι τῇ καρδίᾳ, ὕπνωσαν ὕπνον αὐτῶν καὶ οὐχ εὗρον οὐδὲν πάντες οἱ ἄνδρες τοῦ πλούτου ταῖς χερσὶν αὐτῶν.6 Ολοι οι εχθροί σου και εχθροί μας, οι ασύνετοι κατά την καρδίαν Ασσύριοι εκοιμήθησαν τον αιώνιον ύπνον του θανάτου και όλοι αυτοί οι άνδρες, οι οποίοι επεθύμησαν να λαφυραγωγήσουν την Ιερουσαλήμ δια να πλουτίσουν, όταν απέθαναν, δεν είχαν εις τα χέρια των τίποτε από όσα είχαν επιθυμήσει.6 Κατελήφθησαν ἀπὸ ταραχὴν ὅλοι οἱ ἀσύνετοι κατὰ τὴν καρδίαν· εὐθὺς ὡς ἐπεφάνης λυτρωτής μας ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ τὰ λυπηρά, αὐτοὶ κατελήφθησαν πρὸ τῶν τειχῶν τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὸν βαρὺν ὕπνον τῶν καὶ ἐπειδὴ τότε ἐλάβομεν ἡμεῖς καιρὸν νὰ τοὺς λαφυραγωγήσωμεν, ὅλοι οἱ ἄνδρες τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἰσχύος, οἱ περὶ τὸν ἄρχοντα τῶν Ἀσσυρίων, δὲν εὗρον τίποτε εἰς τὰς χεῖρας των, διότι τὰ ἔχασαν ὅλα.
7 ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου, ὁ Θεὸς ᾿Ιακώβ, ἐνύσταξαν οἱ ἐπιβεβηκότες τοῖς ἵπποις.7 Μονον με μίαν ιδικήν σου επίπληξιν, ω Θεέ και Κυριε του Ισραηλιτικού λαού, κατελήφθησαν από υπνηλίαν και νάρκην, ανίκανοι να πολεμήσουν οι έφιπποι αυτοί εχθροί σου.7 Μὲ τὴν ἁπλῆν ἐπίπληξιν καὶ ἐπιτίμησίν σου, ὦ Θεὲ τοῦ Ἰακώβ, ἐνύσταξαν καὶ κατελήφθησαν ἀπὸ νάρκην αὐτοί, ποὺ εἶχον ἐπιβῆ ἐπὶ τῶν ἵππων, καὶ ἤλπιζον ὅτι διὰ τοῦ ἱππικοῦ των θὰ κατασυνέτριβον τὰ πάντα.
8 σὺ φοβερὸς εἶ, καὶ τίς ἀντιστήσεταί σοι; ἀπὸ τότε ἡ ὀργή σου.8 Συ είσαι τρομερός· και ποιός δύναται να αντισταθή εις σε από την στιγμήν, κατά την οποίαν θα ανάψη η οργή σου;8 Σὺ εἶσαι φοβερός· καὶ ποῖος δύναται νὰ σοῦ ἀντισταθῇ, ὅταν ἐκραγῇ ἡ ὀργή σου;
9 ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἠκούτισας κρίσιν, γῆ ἐφοβήθη καὶ ἡσύχασεν9 Από τον ουρανόν εβροντοφώνησες και έκαμες ακουστήν την δικαίαν καταδικαστικήν σου απόφασιν εναντίον των εχθρών. Η γη ολόκληρος εφοβήθη, η δε Ιουδαία ησύχασεν από τους πολέμους.9 Ἀπὸ τὸν οὐρανὸν κατέστησας ἀκουστὴν τὴν καταδικαστικήν σου ἀπόφασιν· ἡ γῆ μὲ ὅλους τοὺς κατοίκους της ἐφοβήθη, καὶ ἐπεκράτησεν ἀμέσως σιγὴ καὶ ἡσυχία ἵνα ἀκούσουν τὴν θείαν ἐτυμηγορίαν,
10 ἐν τῷ ἀναστῆναι εἰς κρίσιν τὸν Θεὸν τοῦ σῶσαι πάντας τοὺς πραεῖς τῆς γῆς. (διάψαλμα).10 Διότι, συ ο Κυριος, ηγέρθης εις καταδίκην των εχθρών σου, δια να σώσης όλους τους πραείς και ταπεινούς δούλους της χώρας, ημάς τους Ιουδαίους.10 ὅταν ἠγέρθη διὰ νὰ δικάσῃ ὁ Θεός, διὰ νὰ σώσῃ ὅλους τοὺς φιλησύχους καὶ πράους τῆς γῆς.
11 ὅτι ἐνθύμιον ἀνθρώπου ἐξομολογήσεταί σοι, καὶ ἐγκατάλειμμα ἐνθυμίου ἑορτάσει σοι.11 Ετσι δε κάθε ανθρωπίνη σκέψις και καρδία, όχι μόνον των πιστών εις σε αλλά και αυτών ακόμη των εχθρών σου, θα έχη μεταστραφή εις δοξολογίαν σου· και τα υπολείμματα ακόμη των πικρών αναμνήσεων, όπως και οι απομένοντες εχθροί, θα πανηγυρίσουν προς δόξαν σου.11 Κανεὶς τότε δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του. Διότι τὰ σχέδια καὶ αἱ ἐνθυμήσεις παντὸς ἀνθρώπου καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ κακαί, θὰ ἔχουν στραφῇ ὑπὸ τῆς πανσοφίας σου πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν βουλῶν σου καὶ θὰ μετατραποῦν πρὸς δοξολογίαν σου, καὶ ὅ,τι ἀπομείνῃ ὡς λείψανον ἀπὸ τὰς σκέψεις καὶ ἐνθυμήσεις ταύτας, θὰ ἀποβῇ εἰς ἐορτασμὸν καὶ ἐξύμνησίν σου.
12 εὔξασθε καὶ ἀπόδοτε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν· πάντες οἱ κύκλῳ αὐτοῦ οἴσουσι δῶρα12 Σεις, λοιπόν, οι ευσεβείς Ιουδαίοι, κάμετε τάματα προς τον Κυριον και αποδώσατέ τα προς αυτόν ως χρέος οφειλόμενον. Και όλοι επίσης οι γύρω από την χώραν του λαοί θα προσφέρουν δώρα προς αυτόν.12 Ποιήσατε εὐχὰς καὶ ταξίματα καὶ ἀποδώσατε ταύτας ὡς χρέος ὀφειλόμενον εἰς τὸν Κύριον τὸν Θεόν μας. Πάντες οἱ κυκλοῦντες αὐτὸν λαοὶ θὰ φέρουν δῶρα διὰ νὰ τὸν ἐξευμενίσουν·
13 τῷ φοβερῷ καὶ ἀφαιρουμένῳ πνεύματα ἀρχόντων, φοβερῷ παρὰ τοῖς βασιλεῦσι τῆς γῆς.13 Προς τον φοβερόν Κυριον, ο οποίος αφαιρεί την αναπνοήν και ζωήν των αρχόντων, στον φοβερόν δι' όλους τους βασιλείς της γης.13 θὰ φέρουν δῶρα εἰς τὸν φοβερὸν καὶ ἀφαιροῦντα χωρὶς δυσκολίαν τινὰ τὰ φυσήματα καὶ τὰς ζωὰς τῶν ἀρχόντων καὶ ἰσχυρῶν, τὸν φοβερὸν εἰς τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΟΣΤ'🔸
                              (76)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ ᾿Ιδιθούν· ψαλμὸς τῷ ᾿Ασάφ.11
2 (Μασ. 77) ΦΩΝῌ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τὸν Θεόν, καὶ προσέσχε μοι.2 (Μασ. 77) Με φωνήν ισχυραν έκραξα προς τον Κυριον, με έντονον την φωνήν επεκαλέσθην τον Θεόν και εκείνος επρόσεξε την δέησίν μου.2 Υψωσα τὴν φωνήν μου πρὸς τὸν Κύριον καὶ ἔκραξα πρὸς αὐτόν, ἐπεκαλέσθην μετὰ φωνῆς ἰσχυρᾶς τὸν Θεὸν καὶ δὲν ἐκώφευσεν, ἀλλ’ ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὴν δέησίν μου!
3 ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου τὸν Θεὸν ἐξεζήτησα, ταῖς χερσί μου νυκτὸς ἐναντίον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠπατήθην· ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου.3 Εις περίοδον μεγάλης θλίψεώς μου με πόθον πολύν κατέφυγα προς τον Θεόν. Και κατά τας νύκτας ύψωνα ικετευτικώς τας χείρας μου προς αυτόν και δεν διεψεύσθην εις τας ελπίδας μου. Λογω της πολλής και βαρείας θλίψεώς μου, η ψυχή μου ηρνείτο και απεστρέφετο κάθε παρηγορίαν.3 Κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατειχόμην ὑπὸ θλίψεως, μὲ πόθον πολὺν ἐζήτησα τὸν Θεόν, μὲ ἐκτεταμένας πρὸς αὐτὸν τὰς χεῖρας μου κατὰ τὴν νύκτα τὸν ἐπεκαλέσθην καὶ δὲν ἠπατήθην, οὔτε διεψεύσθησαν αἱ πρὸς αὐτὸν ἐλπίδες μου· λόγῳ τῆς πολλῆς μου θλίψεως ἀπεστρέφετο πᾶσαν παρηγορίαν καὶ ἠρνεῖτο ἐπιμόνως ἔστω καὶ ἐπὶ μικρὸν νὰ παρηγορηθῇ ἡ ψυχή μου.
4 ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ καὶ εὐφράνθην· ἠδολέσχησα, καὶ ὠλιγοψύχησε τὸ πνεῦμά μου. (διάψαλμα).4 Καθε φοράν όμως που κατά το διάστημα της θλίψεώς μου ενεθυμούμην τον Κυριον, εύρισκα γαλήνην και χαράν. Αλλ' όταν ενέστρεφα το βλέμμα μου και ενεβάθυνα εις την συμφοράν μου, ελιποψυχούσε το πνεύμα μου.4 Ἐνεθυμήθην τὸν Θεὸν καὶ συλλογιζόμενος, ὅτι εἶναι μέγας ὁ Κύριος καὶ δυνατὸν νὰ λύσῃ τὰς συμφοράς μου, ηὐφράνθην. Ὁσάκις ὅμως συνεκέντρωσα τὴν σκέψιν μου καὶ ἐμελέτησα καθ’ ἑαυτὸν ἐπὶ τῶν δοκιμασιῶν τοῦ βίου, ὠλιγοψύχησε τὸ πνεῦμα μου καὶ ἐμελαγχόλησα.
5 προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐταράχθην καὶ οὐκ ἐλάλησα.5 Αγρυπνα έμεναν τα μάτια μου όλην την νύκτα και επρολάμβαναν τας αλλαγάς των νυκτερινών φρουρών. Κατά τας αϋπνίας μου αυτάς με ετάρασσεν η σκέψις της θλίψεώς μου και έμεινα σιωπηλός.5 Παρέμεινα ἄγρυπνος καθ’ ὅλην τὴν νύκτα καὶ προέλαβον ἄγρυπνοι οἱ ὀφθαλμοί μου τὰς ὥρας τῶν διαφόρων φυλακῶν τῆς νυκτός, κατὰ τὰς ὁποίας ἔρχεται τὸ ἓν φυλάκων τῶν στρατιωτῶν νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἄλλο· κατελήφθην ὑπὸ ταραχῆς καὶ παρέμεινα σιωπηλός.
6 διελογισάμην ἡμέρας ἀρχαίας, καὶ ἔτη αἰώνια ἐμνήσθην καὶ ἐμελέτησα·6 Εσκέφθην έπειτα παλαιάς ενδόξους ημέρας του έθνους μας. Ενεθυμήθην αιώνια έτη, παναρχαίας εποχάς, και εβυθίσθην εις την μελέτην αυτών.6 Διελογίσθην παλαιὰς ἐνδόξους ἡμέρας, ὅτε θριαμβευτικῶς ἠλευθερώθη ὁ Ἰσραὴλ διὰ τοῦ Μωϋσέως καὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, καὶ ἐνεθυμήθην ἔτη πρὸ πολλοῦ περασμένα καὶ πολὺ ἀρχαῖα καὶ ἀπερροφήθην ἀπὸ τὴν μελέτην καὶ θεωρίαν αὐτῶν.
7 νυκτὸς μετὰ τῆς καρδίας μου ἠδολέσχουν, καὶ ἔσκαλλε τὸ πνεῦμά μου.7 Κατά τας νύκτας της αυπνίας μου εσκεπτόμουν και εφιλοσοφούσα. Το πνεύμα μου εσκάλιζε παλαιά και σύγχρονα γεγονότα.7 Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νυκτὸς παρεδόθην μὲ τὸ ἐσωτερικόν μου εἰς ρεμβασμοὺς καὶ σκέψεις, καὶ ἐσκάλιζε τὸ πνεῦμα μου δι’ ἐρεύνης καὶ μελέτης βαθείας.
8 μὴ εἰς τοὺς αἰῶνας ἀπώσεται Κύριος καὶ οὐ προσθήσει τοῦ εὐδοκῆσαι ἔτι;8 Εσκέφθην μεταξύ των άλλων, μήπως τάχα ο Κυριος θα μας απομακρύνη από κοντά του, θα μας εγκαταλείψη τελείως και δεν θα θελήση ποτέ πλέον να δείξη προς ημάς την ευμένειάν του και την προστασίαν του;8 Καὶ εἶπα· μήπως διὰ παντὸς καὶ αἰωνίως θὰ μᾶς ἀπωθῇ ὁ Κύριος καὶ δὲν θὰ προσθέσῃ καὶ νέας ἀκόμη ἐκδηλώσεις τῆς πρὸς ἡμᾶς εὐμενείας καὶ εὐαρεσκείας του;
9 ἢ εἰς τέλος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀποκόψει; συνετέλεσε ρῆμα ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν;9 Μηπως έχει αποκόψει εξ ολοκλήρου το έλεός του από ημάς; Εθεσε τέρμα εις τας υποσχέσεις της διαθήκης του από τας αρχαίας γενεάς μέχρι της ιδικής μας, ώστε να παύσωμεν πλέον ημείς να είμεθα ο εκλεκτός και περιούσιος λαός του;9 Ἢ μήπως θὰ ἀποκόψῃ τελειωτικῶς καὶ ὁριστικῶς τὴν πρὸς ἡμᾶς ἔκχυσιν τοῦ ἐλέους του; Ἠκύρωσε λοιπὸν καὶ περιώρισε τὸ ρῆμα τῆς ὑποσχέσεώς του καὶ διαθήκης του εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα, ποὺ ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν γενεὰν ἐκείνην ἕως τὴν σημερινὴν γενεάν, ὥστε νὰ παύσωμεν πλέον νὰ εἴμεθα ὁ ἐκλεκτὸς καὶ προστατευόμενος ὑπ’ αὐτοῦ λαός του;
10 μὴ ἐπιλήσεται τοῦ οἰκτειρῆσαι ὁ Θεός; ἢ συνέξει ἐν τῇ ὀργῇ αὐτοῦ τοὺς οἰκτιρμοὺς αὐτοῦ; (διάψαλμα).10 Μηπως ο Θεός θα λησμονήση την ευσπλαγχνίαν του προς ημάς; Μηπως θα συγκρατήση και θα αναστείλη με την οργήν του το έλεός του;10 Μήπως θὰ λησμονήση ὁ Θεὸς νὰ μᾶς εὐσπλαγχνισθῇ καὶ νὰ δείξῃ πρὸς ἡμᾶς τοὺς οἰκτιρμούς του; Ἢ ἕνεκα τῆς ὀργῆς του θὰ συμπνίξῃ καὶ θὰ συγκρατήσῃ τοὺς οἰκτιρμούς του;
11 καὶ εἶπα· νῦν ἠρξάμην, αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ ῾Υψίστου.11 Είπα εν συνεχεία από μέσα μου· Τωρα αρχίζω να εννοώ. Η μεταβολή αυτή της καταστάσεώς μας είναι έργον της δεξιάς του Υψίστου Θεού μας.11 Καὶ εἶπα· Τώρα ἤρχισα να ἐννοῶ. Αὐτὴ ἡ ἀλλοίωσις καὶ μεταβολή, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ ἔθνος μου, εἶναι ἔργον τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, καὶ ἐγένετο πρὸς τὸ καλόν μας.
12 ἐμνήσθην τῶν ἔργων Κυρίου, ὅτι μνησθήσομαι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν θαυμασίων σου12 Διότι ενεθυμήθην από αρχαίων χρόνων τα έργα του Κυρίου. Τα επαναφέρω και θα επαναφέρω εις την μνήμην μου τα θαυμάσια έργα σου απ' αρχής.12 Ἐνεθυμήθην τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου. Διότι θὰ ἐνθυμηθῶ τὰ θαυμάσιά σου ἐξ ἀρχῆς.
13 καὶ μελετήσω ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου καὶ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασί σου ἀδολεσχήσω.13 Θα μελετήσω με πολλήν προσοχήν και σύνεσιν όλα τα έργα σου. θα εμβαθύνω εις τα ολόλαμπρα και ένδοξα κατορθώματά σου.13 Καὶ θὰ μελετήσω ἐν ἐκτάσει ὅλα τὰ ἔργα σου καὶ θὰ ἐμβαθυύνω σκεπτόμενος καὶ μελετῶν ὅλας τὰς θαυμαστὰς ἐπινοήσεις τῆς ἀγαθότητός σου καὶ τὰ σοφὰ κατορθώματά σου.
14 ὁ Θεός, ἐν τῷ ἁγίῳ ἡ ὁδός σου· τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν;14 Ω Θεέ, άγιος είναι ο τρόπος της συμπεριφοράς σου προς ημάς. Ποιός άλλος θεός είναι μέγας, όπως είσαι συ ο Θεός μας;14 Ὦ Θεέ, μὲ ἁγιότητα συμπεριφέρεσαι καὶ ἅγια εἶναι ἡ διαγωγή σου καὶ ἐν ἁγιότητι κυβερνᾷς· ποῖος ἄλλος θεὸς εἶναι μεγάλος ὅπως ὁ Θεός μας;
15 σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια, ἐγνώρισας ἐν τοῖς λαοῖς τὴν δύναμίν σου·15 Συ είσαι ο Θεός μας, ο οποίος έκαμες και κάμνεις τόσον θαυμαστά έργα, ώστε και στους ειδωλολατρικούς ακόμη λαούς να καθιστάς γνωστήν την μεγάλην σου δύναμιν.15 Σὺ εἶσαι ὁ μόνος Θεός, ὁ ὁποῖος ποιεῖς θαυμάσια καὶ καταπληκτικὰ ἔργα· κατέστησας περιφανῶς γνωστὴν ἐν μέσῳ τῶν λαῶν τὴν δύναμίν σου.
16 ἐλυτρώσω ἐν τῷ βραχίονί σου τὸν λαόν σου, τοὺς υἱοὺς ᾿Ιακὼβ καὶ ᾿Ιωσήφ. (διάψαλμα).16 Συ, ηλευθέρωσες τον ισσραηλιτικόν λαόν σου, τους απογόνους του πατριάρχου Ιακώβ και Ιωσήφ, από την σκληράν δουλείαν των Αιγυπτίων.16 Ἀπηλευθέρωσας ἐκ τῆς δουλείας διὰ τῆς ἀκαταγωνίστου δυνάμεώς σου τὸν λαόν σου, τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακὼβ καὶ τοῦ Ἰωσήφ.
17 εἴδοσάν σε ὕδατα, ὁ Θεός, εἴδοσάν σε ὕδατα καὶ ἐφοβήθησαν, ἐταράχθησαν ἄβυσσοι,17 Τα ύδατα της Ερυθράς Θαλάσσης σε είδαν, ω Θεέ, άλλοτε, σε είδαν αυτά τα ύδατα και ετρόμαξαν. Εταράχθησαν τα κατώτατα βάθη της θαλάσσης, ώστε μεγάλη να ακούεται η βοή των κυμάτων.17 Σὲ εἶδαν τὰ ὕδατα τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ὦ Θεέ. Σὲ εἶδαν τὰ ὕδατα καὶ ἐφοβήθησαν, ἐταράχθησαν τὰ κατώτατα βάθη τῆς θαλάσσης, μέγας καὶ πολὺς ἦχος ὑδάτων ἠκούετο, ὅτε ἡ θάλασσα ἐσχίζετο εἰς τὰ δύο· καὶ ὡς τείχη ὑψοῦντο τὰ ὕδατα αὐτῆς, διὰ νὰ διαβῇ ἐν μέσῳ αὐτῶν ὁ λαός σου.
18 πλῆθος ἤχους ὑδάτων, φωνὴν ἔδωκαν αἱ νεφέλαι, καὶ γὰρ τὰ βέλη σου διαπορεύονται·18 Βρονταί εξαπελύθησαν από τα σύννεφα, διότι αι αστραπαί εφαίνοντο σαν βέλη να διασχίζουν αυτά.18 Βροντὰς ἐξαπέλυσαν αἱ νεφέλαι. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι τὰ βέλη τῶν ἀστραπῶν σου διέσχιζον αὐτάς.
19 φωνὴ τῆς βροντῆς σου ἐν τῷ τροχῷ, ἔφαναν αἱ ἀστραπαί σου τῇ οἰκουμένῃ, ἐσαλεύθη καὶ ἔντρομος ἐγενήθη ἡ γῆ.19 Η βροντερά φωνή σου, Κυριε, αντήχησεν ολόγυρα, αι αναρίθμητοι αστραπαί σου εφώτιζαν την οικουμένην, συνεκλονίσθη εκ θεμελίων και κατετρόμαξεν η γη.19 Ἡ βροντερὰ φωνή σου ἀντήχει ἐν τῷ ἀνεμοστροβίλῳ, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ βιαία κίνησις τοῦ ἀνέμου ἐδημιούργει ἀσυγκράτητον καὶ τὰ πάντα παρασύροντα τροχόν. Αἱ ἀστραπαί σου κατ’ἐκείνην τὴν ὥραν ἐφώτισαν καὶ ἔλαμψαν καθ’ ἅπασαν τὴν οἰκουμένην· ἐσαλεύθη καὶ ἔντρομος ἐγένετο ἡ γῆ.
20 ἐν τῇ θαλάσσῃ αἱ ὁδοί σου, καὶ αἱ τρίβοι σου ἐν ὕδασι πολλοῖς, καὶ τὰ ἴχνη σου οὐ γνωσθήσονται.20 Συ ήνοιξες δρόμους μέσα εις την Ερυθράν Θαλασσαν. Ιδικαί σου είναι αι πορείαι του λαού σου δια μέσου των αναριθμήτων υδάτων της θαλάσσης αυτής. Συ επραγματοποίησας τα συγκλονιστικά αυτά γεγονότα, χωρίς να φαίνεσαι, διότι είσαι αόρατος, και ανεξιχνίαστοι είναι αι ενέργειαί σου.20 Αἱ ὁδοί σου ἦσαν ἐν τῇ θαλάσσῃ, ἐπὶ τῆς ὁποίας περιεπάτεις ἀνεμπόδιστα σὰν νὰ ἦτο ξηρά, καὶ οἱ δρόμοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβάδιζες, ἦσαν ἐπάνω εἰς ὕδατα πολλά· δὲν ἀφῆκες κανὲν σημεῖον τῆς διαβάσεώς σου, ἀλλὰ τὰ ἴχνη σου παρέμειναν ἄγνωστα, ὅπως καὶ τὰ ἴχνη τοῦ διασχίζοντος τὰς θαλάσσας πλοίου. Σὺ ἐποίεις τὰ θαυμαστὰ ἐκεῖνα παρὼν καὶ ἐνεργῶν ἀοράτως, χωρὶς νὰ βλέπεσαι διὰ τῶν σωματικῶν ὀφθαλμῶν, διότι ἡ φύσις σου εἶναι ἀσώματος καὶ αἱ θαυμασταὶ ἐνέργειαί σου ἀόρατοι καὶ ἀνεξιχνίαστοι.
21 ὡδήγησας ὡς πρόβατα τὸν λαόν σου ἐν χειρὶ Μωϋσῆ καὶ ᾿Ααρών.21 Συ, δια του Μωϋσέως και του Ααρών ωδήγησες με ασφάλειαν και στοργήν, ωσάν πρόβατα, τον ισραηλιτικόν σου λαόν.21 Ὡς ποιμὴν ἀδυνάτων καὶ εὐκόλως ἀποπλανωμένων προβάτων ὠδήγησας ἀσφαλῶς καὶ ἀκινδύνως τὸν λαόν σου διὰ χειρὸς τοῦ Μωϋσέως καὶ τοῦ Ἀαρών.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹

Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 11🔹«77~84»




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΟΖ'🔸
                            (77)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Συνέσεως τῷ ᾿Ασάφ.
1 (Μασ. 78) ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ, λαός μου, τῷ νόμῳ μου, κλίνατε τὸ οὖς ὑμῶν εἰς τὰ ῥήματα τοῦ στόματός μου·1 (Μασ. 78) Ανθρωποι του ισραηλιτικού λαού μου, προσέχετε εις την διδασκαλίαν μου, κλίνατε προς εμέ τα αυτιά σας και ακούσατε με προσοχήν τα λόγια του στόματός μου.1 Προσέχετε, ὦ λαέ μου Ἰσραήλ, εἰς τὴν διδασκαλίαν μου, ἥτις πρέπει νὰ γίνῃ νόμος ρυθμίζων τὴν ζωήν σου, κλίνατε καὶ ἀνοίξατε τὰ ὦτα σας εἰθς τοὺς λόγους μου.
2 ἀνοίξω ἐν παραβολαῖς τὸ στόμα μου, φθέγξομαι προβλήματα ἀπ᾿ ἀρχῆς.2 Θα αρχίσω με διδακτικάς παραβολικάς ιστορίας, γεμάτας ιερά διδάγματα. Θα σας διηγηθώ αρχαία γεγονότα με βαθύτατα νοήματα.2 Θὰ ἀνοίξω τὸ στόμα μου μὲ παλαιὰς ἱστορίας ποὺ ἐγκρύπτουν σωτηρία μαθήματα, θὰ εἴπω κεκρυμμένας καὶ πολλὴν μελέτην ἀπαιτούσας διδασκαλίας ἀπ' αὐτῆς τῆς πρώτης ἐμφανίσεως τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ ἔθνους.
3 ὅσα ἠκούσαμεν καὶ ἔγνωμεν αὐτὰ καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν διηγήσαντο ἡμῖν,3 Αυτά είναι από όσα ηκούσαμεν και εμάθαμεν καλά, αυτά που οι πατέρες μας έχουν διηγηθή εις ημάς.3 Αἱ παραβολαὶ καὶ τὰ προβλήματα αὐτὰ εἶναι, ὅσα ἠκούσαμεν καὶ ἐμάθαμεν ταῦτα καλῶς καὶ οἱ πατέρες μας διηγήθησαν ταῦτα εἰς ἡμᾶς.
4 οὐκ ἐκρύβη ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῶν εἰς γενεὰν ἑτέραν, ἀπαγγέλλοντες τὰς αἰνέσεις Κυρίου καὶ τὰς δυναστείας αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἃ ἐποίησε.4 Δεν απεκρύβησαν τα μεγάλα αυτά γεγονότα από τα τέκνα των προγόνων μας, αλλά μετεδόθησαν πιστά από γενεάς εις γενεάν. Με αυτά εξιστορούνται αι πανένδοξοι πράξστου Κυρίου και τα έργα της καταπληκτικής δυνάμεως του· τα θαυμαστά του αυτά έργα, τα οποία έκαμε προς χάριν του ισραηλιτικού λαού.4 Δὲν ἐκρύβησαν ταῦτα ἀπὸ τὰ τέκνα των, διὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν εἰς ἄλλην γενεάν, ἀλλὰ τὰ διηγήθησαν εἰς τοὺς ἀπογόνους των ἐξιστορούντες τὰς πολυυμνήτους πράξεις τοῦ Κυρίου καὶ τὰ ἔργα τῆς καταπληκτικῆς καὶ ἀκαταγωνίστου δυνάμεώς του καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἐποίησε πρὸς ἀπελευθέρωσιν καὶ ἀνάδειξιν τοῦ Ἰσραήλ.
5 καὶ ἀνέστησε μαρτύριον ἐν ᾿Ιακὼβ καὶ νόμον ἔθετο ἐν ᾿Ισραήλ, ὅσα ἐνετείλατο τοῖς πατράσιν ἡμῶν τοῦ γνωρίσαι αὐτὰ τοῖς υἱοῖς αὐτῶν,5 Ανήγειρε και έστησεν ολοφάνερην την μαρτυρίαν του μεταξύ των απογόνων του Ιακώβ, έθεσε Νομον στους Ισραηλίτας και τους διέταξεν όσα εκείνος είχε νομοθετήσει στους προγόνους μας να τα καταστήσουν αυτοί γνωστά εις τα τέκνα των.5 Καὶ ἀνεστήλωσεν ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰακὼβ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐντολῶν του καὶ ἔθεσε νόμον μεταξὺ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ὅσα διέταξε καὶ παρήγγειλεν εἰς τοὺς πατέρας καὶ προγόνους μας νὰ τὰ καταστήσουν γνωστὰ εἰς τοὺς υἱοὺς καὶ ἀπογόνους των.
6 ὅπως ἂν γνῷ γενεὰ ἑτέρα, υἱοὶ οἱ τεχθησόμενοι, καὶ ἀναστήσονται καὶ ἀπαγγελοῦσιν αὐτὰ τοῖς υἱοῖς αὐτῶν·6 Δια να τα μάθη η μεταγενεστέρα γενεά, αυτοί οι οποίοι θα εγεννώντο βραδύτερον. Και αυτοί, όταν θα ανδρωθούν, να τα αναγγείλουν εις τα παιδιά των και εν συνεχεία να μεταδίδωνται αυτά από γενεάς εις γενεάν.6 Διὰ νὰ γνωρίσουν αὐτὰ καὶ ἡ ἄλλη γενεά, τὰ τέκνα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γεννηθοῦν ἀπὸ αὐτούς, καὶ ὅταν θὰ ἀναστηθοῦν καὶ θὰ διαδεχθοῦν τὴν παλαιοτέραν γενεὰν νὰ διηγηθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους των, ὥστε ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν νὰ καθίστανται ταῦτα διὰ τῆς παραδόσεως γνωστά.
7 ἵνα θῶνται ἐπὶ τὸν Θεὸν τὴν ἐλπίδα αὐτῶν καὶ μὴ ἐπιλάθωνται τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ἐκζητήσωσιν·7 Τούτο δέ, δια να αποθέτουν οι ακούοντες την ελπίδα των στον Θεόν και να μη λησμονήσουν τα θαυμαστά αυτά έργα του Θεού, αλλά με πόθον να ζητούν πάντοτε να μανθάνουν και να πράττουν τας εντολάς του,7 Ἵνα παρακινούμενοι καὶ διδασκόμενοι ἀπὸ τὴν ἱστορίαν αὐτήν, ἐναποθέσουν καὶ στηρίξουν τὴν ἐλπίδα των ἐπὶ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ λησμονήσουν τὰ θαυμαστὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ ἶνα μετὰ πόθου ζητοῦν τὴν τήρησιν τῶν ἐντολῶν του.
8 ἵνα μὴ γένωνται ὡς οἱ πατέρες αὐτῶν, γενεὰ σκολιὰ καὶ παραπικραίνουσα, γενεά, ἥτις οὐ κατηύθυνε τὴν καρδίαν ἑαυτῆς καὶ οὐκ ἐπιστώθη μετὰ τοῦ Θεοῦ τὸ πνεῦμα αὐτῆς.8 ώστε να μη γίνουν οι μεταγενέστεροι, όπως ήσαν οι πατέρες των, γενεά δηλαδή διεστραμμένη, η οποία ελυπούσε τον Κυριον, γενεά η οποία δεν εφύλαξεν ευθείαν την καρδίαν της απέναντι του Θεού, και δεν παρέμεινε πιστόν το πνεύμα της στον Θεόν.8 Διὰ νὰ μὴ γίνουν ὅπως ἔγιναν οἱ πατέρες των, γενεὰ στρεβλὴ καὶ πείσμων, καὶ πικραίνουσα τὸν Θεὸν διὰ τῶν ἀνταρσιῶν καὶ ἀπειθειῶν της, γενεά, ἡ ὁποία δὲν ἐφύλαξε εὐθεῖαν τὴν καρδίαν αὐτῆς καὶ δὲν παρέμεινε πιστὸν τὸ πνεῦμα της καὶ ἡ θέλησις τῆς πρὸς τὸν Θεόν, διότι ἔρρεπε διαρκῶς πρὸς τὴν εἰδωλολατρίαν.
9 υἱοὶ ᾿Εφραὶμ ἐντείνοντες καὶ βάλλοντες τόξοις ἐστράφησαν ἐν ἡμέρᾳ πολέμου.9 Οι άνδρες της φυλής Εφραίμ, αν και ήσαν ισχυροί να τεντώνουν τα τόξα και να ρίπτουν με επιτυχίαν τα βέλη των, έστρεψαν εν τούτοις τα νώτα των εν καιρώ πολέμου και ετράπησαν εις φυγήν.9 Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἐφραίμ, ἐπιδεξιώτατοι νὰ τεντώνουν τὰ τόξα καὶ να ρίπτουν μὲ αὐτὰ τὰ βέλη των, ἔστρεψαν τὰ νῶτα κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πολέμου καὶ ἐγκατέλιπον τὰς θέσεις των.
10 οὐκ ἐφύλαξαν τὴν διαθήκην τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ οὐκ ἠβουλήθησαν πορεύεσθαι.10 Τούτο δέ, διότι δεν εφύλαξαν την εντολήν του Θεού και δεν ηθέλησαν να ζήσουν σύμφωνα με τον νόμον αυτού.10 Διότι δὲν ἐφύλαξαν τὰς ὑπὸ τῆς διαθήκης τοῦ Θεοῦ ὑποχρεώσεις των καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ πολιτεύωνται σύμφωνα μὲ τὸν νόμον του.
11 καὶ ἐπελάθοντο τῶν εὐεργεσιῶν αὐτοῦ καὶ τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, ὧν ἔδειξεν αὐτοῖς,11 Αυτοί ελησμόνησαν τας ευεργεσίας του Θεού και τα θαυμαστά έργα, τα οποία ολοφάνερα είχε δείξει προς αυτούς ο Κυριος.11 Καὶ ἐλησμόνησαν τὰς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ θαυμάσιά του, τὰ ὁποῖα ἔδειξεν εἰς αὐτούς,
12 ἐναντίον τῶν πατέρων αὐτῶν ἃ ἐποίησε θαυμάσια ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, ἐν πεδίῳ Τάνεως.12 Τα θαυμαστά έργα, τα οποία έκαμεν ενώπιον των προγόνων των, εις την Αίγυπτον, εις την πεδιάδα Τανεως.12 ἐλησμόνησαν τὰ ὅσα ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν προγόνων των κατειργάσθη θαυμαστὰ καὶ καταπληκτικὰ ἔργα ἐν τῇ χώρᾳ τῆς Αἰγύπτου, εἰς τὴν πεδιάδα τῆς πόλεως Τάνεως, ὅπου καὶ ὁ Φαραὼ εἶχε τὰ ἀνάκτορά του.
13 διέρρηξε θάλασσαν καὶ διήγαγεν αὐτούς, παρέστησεν ὕδατα ὡσεὶ ἀσκὸν13 Διέρρηξε την Ερυθράν Θαλασσαν εις δύο, έστησεν όρθια τα ύδατα αυτής, ως εάν ήταν κλεισμένα εις ασκούς, και δια μέσου αυτής ωδήγησεν ασφαλείς τους Ισραηλίτας.13 Ἔσχισε τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν καὶ τοὺς ὡδήγησε διὰ μέσου αὐτῆς. Ἔστησεν ἀπὸ τὸ ἐν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τὰ ὕδατα τῆς θαλάσσης συγκρατούμενα ὡς εἰς ἀσκόν.
14 καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐν νεφέλῃ ἡμέρας καὶ ὅλην τὴν νύκτα ἐν φωτισμῷ πυρός.14 Την ημέραν τους ωδήγησε δια της νεφέλης, καθ' όλην δε την νύκτα με το φως του πυρίνου στύλου.14 Καὶ τοὺς ὠδήγησε μὲ νεφέλην σκιάζουσαν αὐτοὺς κατὰ τὴν ἡμέραν καὶ καθ’ ὅλην τὴν νύκτα μὲ φωτισμὸν στύλου πυρός.
15 διέρρηξε πέτραν ἐν ἐρήμῳ καὶ ἐπότισεν αὐτοὺς ὡς ἐν ἀβύσσῳ πολλῇ15 Διέρρηξε βράχον εις έρημον και άνυδρον τόπον και τους επότιζεν από πηγήν, που ανέβλυζεν άφθονα ύδατα ωσάν μεγάλης Θαλάσσης.15 Ἔσχισε τὸν βράχον ἐν τῇ ἐρήμῳ Ραφιδεὶν καὶ ἐπότισεν αὐτοὺς μὲ ἄφθονον ὕδωρ, σὰν νὰ ὑπῆρχεν ἐκεῖ ἄβυσσος καὶ θάλασσα μεγάλη.
16 καὶ ἐξήγαγεν ὕδωρ ἐκ πέτρας καὶ κατήγαγεν ὡς ποταμοὺς ὕδατα.16 Αυτός έκαμε να αναβλύσουν πλούσια νερά από τον βράχον και κατέβασε ποτάμια υδάτων από αυτόν.16 Καὶ ἔκαμε νὰ ἀναβλύσῃ ὕδωρ ἀπὸ τὴν πέτραν ἐν τῇ ἐρήμῳ Κάδδης καὶ κατέβασε νερὰ πολλὰ σὰν νὰ ἔρρεαν ποταμοὶ πολλοί.
17 καὶ προσέθεντο ἔτι τοῦ ἁμαρτάνειν αὐτῷ, παρεπίκραναν τὸν ῞Υψιστον ἐν ἀνύδρῳ17 Εν τούτοις όμως οι Ισραηλίται προσέθεσαν πάλιν νέας αμαρτίας και επίκραναν τον Υψιστον εις περιοχήν, όπου δεν υπήρχεν ύδωρ.17 Καὶ προσέθεσαν νέας ἐκδηλώσεις ἀχαριστίας, διὰ νὰ ἁμαρτάνουν ἀκόμη περισσότερον εἰς αὐτόν, ἐπίκραναν πολὺ τὸν Ὕψιστον εἰς τόπον ξηρὸν καὶ ἄνυδρον.
18 καὶ ἐξεπείρασαν τὸν Θεὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, τοῦ αἰτῆσαι βρώματα ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν18 Ηθέλησαν να θέσουν εις δοκιμασίαν τον Θεόν και τον ελύπησαν με τας αμαρτωλάς και λαιμάργους επιθυμίας των καρδιών των, διότι εζήτησαν φαγητά κατά τας επιθυμίας της καρδίας των.18 Καὶ ὑπὸ τὸ κράτος ἀσεβῶν καὶ ἀχαρίστων ἀμφιβωλιῶν ἐξεπείρασαν τὸν Θεὸν μέσα εἰς τὰς καρδίας των, καὶ ἠθέλησαν νὰ τὸν δοκιμάσουν, ἐὰν ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ τοὺς δώσῃ τὰ ὅσα θὰ τοῦ ἐζήτουν βρώματα καὶ φαγητὰ κατὰ τὰς ὀρέξεις καὶ ἐπιθυμίας τῶν ψυχῶν των,
19 καὶ κατελάλησαν τοῦ Θεοῦ καὶ εἶπαν· μὴ δυνήσεται ὁ Θεὸς ἑτοιμάσαι τράπεζαν ἐν ἐρήμῳ;19 Ωλιγοπίστησαν, κατεφέρθησαν κατά του Θεού και είπαν· Μηπως τάχα δύναται να ετοιμάση ο Θεός τράπεζαν με φαγητά εις την έρημον;19 Καὶ ἐξεφράσθησαν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκατηγόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπαν· μήπως θὰ ἠμπορέσῃ ὁ Θεὸς να ἑτοιμάσῃ τράπεζαν καὶ συμπόσιον ἐν μέσῳ τῆς ἐρήμου;
20 ἐπεὶ ἐπάταξε πέτραν καὶ ἐρρύησαν ὕδατα καὶ χείμαρροι κατεκλύσθησαν, μὴ καὶ ἄρτον δύναται δοῦναι ἢ ἑτοιμάσαι τράπεζαν τῷ λαῷ αὐτοῦ;20 Επειδή, τάχα, εκτύπησε τον βράχον και ανέβλυσαν ύδατα και χείμαρροι πολλοί, και κατέκλυσαν την περιοχήν, μήπως δύναται να μας δώση και άρτον η να ετοιμάση τράπεζαν με φαγητά δια τον λαόν του;20 Ἐπειδὴ ἐπάταξε τὸν βράχον καὶ ἔρρευσαν ὕδατα καὶ χείμαρροι ὁρμητικοὶ ἐσχηματίσθησαν, μήπως δύναται νὰ δώσῃ καὶ ἄρτον, ἢ νὰ ἑτοιμάσῃ τράπεζαν πλήρη ὀρεκτικῶν φαγητῶν χάριν τοῦ λαοῦ του;
21 διὰ τοῦτο ἤκουσε Κύριος καὶ ἀνεβάλετο, καὶ πῦρ ἀνήφθη ἐν ᾿Ιακώβ, καὶ ὀργὴ ἀνέβη ἐπὶ τὸν ᾿Ισραήλ,21 Δια τας αναιδείς και ασεβείς αυτάς κατηγορίας, τας οποίας ήκουσεν ο Κυριος, ανέβαλε την είσοδόν των εις την γην της Επαγγελίας. Καταστρεπτικόν πυρ ήναψε τότε ανάμεσα στους απογόνους του Ιακώβ και η οργή του Κυρίου εξέσπασεν επάνω στους Ισραηλίτας.21 Διὰ τὰς ἀσεβεῖς καὶ αὐθάδεις αὐτὰς κατηγορίας καὶ προκλήσεις, ὅταν ἤκουσε ταύτας ὁ Θεός, ἀνέβαλε νὰ εἰσαγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν τῆς Ἀπαγγελίας· καὶ πῦρ ὀλέθριον ἤναψε κατὰ τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰακώβ, καὶ ὀργὴ σὰν ἄλλος καπνὸς ἀνέβη κατὰ τοῦ Ἰσραήλ.
22 ὅτι οὐκ ἐπίστευσαν ἐν τῷ Θεῷ οὐδὲ ἤλπισαν ἐπὶ τὸ σωτήριον αὐτοῦ.22 Διότι δεν επίστευσαν στον Θεόν, ούτε ήλπισαν εις την σωτηρίαν των, την οποίαν αυτός θα τους έδιδε.22 Καὶ ἐγένετο τοῦτο, διότι δὲν ἔδωκαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Θεόν, οὐδὲ ἤλπισαν εἰς τὴν σωτήριον βοήθειαν καὶ προστασίαν αὐτοῦ.
23 καὶ ἐνετείλατο νεφέλαις ὑπεράνωθεν καὶ θύρας οὐρανοῦ ἀνέῳξε23 Εν τούτοις ο Θεός εμακροθύμησεν, έδωσεν εντολήν εις τα υπεράνω της γης σύννεφα, ήνοιξε τας θύρας του ουρανού23 Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐμακροθύμησε καὶ ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὰ σύννεφα, ποὺ ὑψοῦνται ὑπεράνω τῆς γῆς, καὶ ἤνοιξε τὰς θύρας τοῦ οὐρανοῦ.
24 καὶ ἔβρεξεν αὐτοῖς μάννα φαγεῖν καὶ ἄρτον οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς·24 και έβρεξε προς χάριν αυτών μάννα, δια να φάγουν. Εδωσεν εις αυτούς άρτον ουρανοκατέβατον.24 Καὶ ἔβρεξεν ὡς ἄλλην βροχὴν ἐπ’ αὐτῶν μάννα διὰ νὰ φάγουν, καὶ ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν εἰς αὐτούς.
25 ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος, ἐπισιτισμὸν ἀπέστειλεν αὐτοῖς εἰς πλησμονήν.25 Ετσι δε ο άνθρωπος έφαγεν άρτον έτοιμασμένον από τους αγγέλους. Πλουσίαν διατροφήν έστειλεν ο Κυριος προς αυτούς.25 Καὶ ὁ εὐτελὴς ἄνθρωπος ἔφαγεν ἄρτον παρεσκευασμένον ἀπὸ ἀγγέλους, ἄφθονον καὶ πλεονάζουσαν διατροφὴν ἀπέστειλεν εἰς αὐτούς.
26 ἀπῇρε Νότον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἐπήγαγεν ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ Λίβα26 Εσήκωσεν από τον ουρανόν νότιον άνεμον, εν τη παντοδυναμία του έφερεν προς αυτούς λίβαν26 Καὶ ἐσήκωσεν ἐπάνω νότιον ἄνεμον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ διὰ τῆς δυνάμεώς του ἐπέφερε λίβαν.
27 καὶ ἔβρεξεν ἐπ᾿ αὐτοὺς ὡσεὶ χοῦν σάρκας καὶ ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν πετεινὰ πτερωτά,27 και έβρεξεν επάνω τους, ωσάν πυκνότατον σύννεφον από σκόνιν, ορτύκια ωσάν την άμμον της θαλάσσης κατά το πλήθος, πτηνά πτερωτά.27 Καὶ ἔβρεξεν ἐπ’ αὐτῶν σὰν σύννεφον ἀπὸ σκόνην σάρκας ὀρτύγων καὶ σὰν ἄμμον τῆς θαλάσσης πτηνὰ πετούμενα.
28 καὶ ἐπέπεσον ἐν μέσῳ παρεμβολῆς αὐτῶν κύκλῳ τῶν σκηνωμάτων αὐτῶν,28 Αυτά έπεσαν στο μέσον του στρατοπέδου των Ισραηλιτών, ολόγυρα από τας σκηνάς των.28 Καὶ ἔπεσαν μὲ ὁρμὴν εἰς τὸ μέσον τοῦ στρατοπέδου τῶν τριγύρω ἀπὸ τὰς σκηνάς των, ὥστε χωρὶς κόπον καὶ προσπάθειαν νὰ συλλαμβάνωνται ταῦτα παρ’ αὐτῶν.
29 καὶ ἔφαγον καὶ ἐνεπλήσθησαν σφόδρα, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν ἤνεγκεν αὐτοῖς,29 Εκείνοι έφαγαν, παραέφαγαν και εχόρτασαν πολύ, διότι ο Κυριος ικανοποίησε με το παραπάνω τας επιθυμίας των.29 Καὶ ἔφαγον καὶ ἐγέμισαν αἱ κοιλίαι των πάρα πολύ, καὶ ὅ,τι εἶχαν ἐπιθυμήσει, τοὺς τὸ ἔφερε.
30 οὐκ ἐστερήθησαν ἀπὸ τῆς ἐπιθυμίας αὐτῶν. ἔτι τῆς βρώσεως οὔσης ἐν τῷ στόματι αὐτῶν,30 Τιποτε δεν εστερήθησαν, από όσα είχαν επιθυμήσει. Αλλα ενώ η τροφή ήτο ακόμη στο στόμα των,30 Δὲν ἐστερήθησαν ἐκεῖνο ποὺ ἐζήτησεν ἡ ἐπιθυμία των. Ἐνῷ ἀκόμη ἡ τροφὴ ἦτο εἰς τὸ στόμα των καὶ τὴν ἐμάσων
31 καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἀνέβη ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ ἀπέκτεινεν ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν, καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ ᾿Ισραὴλ συνεπόδισεν.31 η οργή του Θεού εξέσπασε, δια την αχαριστίαν των, εναντίον αυτών και εθανάτωσε πάρα πολλούς από αυτούς. Και αυτούς ακόμη τους επισήμους άνδρας των Ισραηλιτών τους έρριψε κάτω νεκρούς.31 καὶ ὀργὴ Θεοῦ, νόσος μολυσματικὴ καὶ λοιμώδης ἐπέπεσεν ἐπ' αὐτῶν καὶ ἐθανάτωσε πλείστους ἐξ αὐτῶν καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς καὶ ἀκμαίους τοῦ Ἰσραὴλ τοὺς ἔρριψε κάτω νεκρούς.
32 ἐν πᾶσι τούτοις ἥμαρτον ἔτι καὶ οὐκ ἐπίστευσαν ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ,32 Παρ' όλας όμως τας ευεργεσίας και τας τιμωρίας αυτάς του Θεού, εξακολουθούσαν ακόμη οι Ισραηλίται να αμαρτάνουν, και δεν επίστευσαν εις αυτόν, μολονότι έβλεπαν τα θαυμάσια έργα του.32 Παρ’ ὅλας τὰς παιδαγωγικὰς ταύτας μάστιγας τοῦ Θεοῦ, ἐξηκολούθησαν ἀκόμη νὰ ἁμαρτάνουν καὶ δὲν ἐπίστευσαν πραγματικῶς εἰς τὰ θαυμαστὰ καὶ ὑπερφυσικά του ἔργα, ὥστε διδασκόμενοι ἐξ αὐτῶν νὰ στηρίξουν ὁλόκληρον τὴν ἐμπιστοσύνην των εἰς αὐτόν.
33 καὶ ἐξέλιπον ἐν ματαιότητι αἱ ἡμέραι αὐτῶν καὶ τὰ ἔτη αὐτῶν μετὰ σπουδῆς.33 Επέρασαν ματαίως και ασκόπως τας ημέρας των. Πολύ γρήγορα έφυγαν, χωρίς κανένα καρπόν αρετής, τα έτη της ζωής των.33 Καὶ ἐπέρασαν ματαίως καὶ χωρὶς καρπὸν ἀρετῆς αἱ ἡμέραι των, αἱ ὁποῖαι ἐχάνοντο εἰς ἀπατηλὰς ἐπιδιώξεις, καὶ τὰ ἔτη των ἔφυγαν γρήγορα, χωρὶς τίποτε τὸ σοβαρὸν νὰ ἀποκομίσουν κατ' αὐτά.
34 ὅταν ἀπέκτειναν αὐτούς, τότε ἐξεζήτουν αὐτὸν καὶ ἐπέστρεφον καὶ ὤρθριζον πρὸς τὸν Θεὸν34 Οταν ο Κυριος τους παρέδιδεν εις θάνατον, προς τιμωρίαν και παιδαγωγίαν, τότε εζητούσαν αυτόν με ζήλον, επέστρεφαν εις αυτόν και από τον βαθύν όρθρον κατέφευγαν προς αυτόν δια της προσευχής.34 Ὅταν ὁ Κύριος τοὺς παρέδιδεν εἰς θάνατον, τότε ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου ἐζήτουν αὐτὸν καὶ ἐπέστρεφον εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὸν στραβὸν καὶ ἁμαρτωλὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἐβάδιζον. Καὶ ἀπὸ βαθέος ἄρθρου κατέφευγον πρὸς τὸν Θεόν.
35 καὶ ἐμνήσθησαν ὅτι ὁ Θεὸς βοηθὸς αὐτῶν ἐστι καὶ ὁ Θεὸς ὁ ῞Υψιστος λυτρωτὴς αὐτῶν ἐστι.35 Τοτε ενεθυμούντο, ότι ο Θεός είναι ο παντοδύναμος βοηθός των, ότι ο Θεός ο Υψιστος είναι ο ελευθερωτής και σωτήρ των.35 Καὶ μόλις τότε ἐνεθυμοῦντο πρὸς στιγμήν, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι βοηθός των καὶ ὁ Θεὸς ὁ Ὕψιστος εἶναι ὁ λυτρωτὴς καὶ ἐλευθερωτής των.
36 καὶ ἠγάπησαν αὐτὸν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τῇ γλώσσῃ αὐτῶν ἐψεύσαντο αὐτῷ,36 Αλλά τον ηγάπησαν επιφανειακώς, μόνον με το στόμα των, ενώ με τα λόγια των και με την άλλην συμπεριφοράν των εψεύσθησαν απεναντί του, εφέρθησαν ανειλικρινώς.36 Καὶ ἠγάπησαν αὐτὸν μόνον μὲ τὸ στόμα των καὶ μὲ τὴν γλῶσσαν των ἐψεύσθησαν εἰς αὐτὸν μὲ λόγους καὶ ἐκδηλώσεις ἀνειλικρινοῦς ἀγάπης πρὸς αὐτόν.
37 ἡ δὲ καρδία αὐτῶν οὐκ εὐθεῖα μετ᾿ αὐτοῦ, οὐδὲ ἐπιστώθησαν ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ.37 Διότι η καρδία των δεν ήτο ευθεία απέναντι του Θεού και δεν εφάνησαν πιστοί εις τας υποχρεώσεις, που ανέλαβαν δια της Διαθήκης απέναντι του Θεού.37 Πλὴν ἡ καρδία των δὲν ἦτο εἰλικρινὴς καὶ εὐθεῖα μαζί του, οὔτε ἐξεπλήρουν πιστῶς καὶ τιμίως τὰς ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ διαθήκης ὑποχρεώσεις των.
38 αὐτὸς δέ ἐστιν οἰκτίρμων καὶ ἱλάσκεται ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν καὶ οὐ διαφθερεῖ καὶ πληθυνεῖ τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν αὐτοῦ καὶ οὐχὶ ἐκκαύσει πᾶσαν τὴν ὀργὴν αὐτοῦ.38 Ο Θεός όμως είναι ελεήμων και έδειχνε το έλεός του εις τας αμαρτίας αυτών. Δεν ηθέλησε να τους καταστρέψη. Εις πολυαρίθμους περιστάσεις ανέστειλε και απεμάκρυνε τον θυμόν του· δεν αφήκε να ανάψη και να εκσπάση όλη η οργή του εναντίον των.38 Αὐτὸς ὅμως εἶναι οἰκτίρμων καὶ δεικνύεται ἵλεως καὶ ἐλεήμων εἰς τὰς ἁμαρτίας των καὶ εἰς πλῆθος πολὺ περιπτώσεων ἀπέστρεψε καὶ ἀπεμάκρυνε τὸν θυμόν του καὶ δὲν ἀφῆκε νὰ ἀνάψῃ κατ’ αὐτῶν ὅλη ἡ ὀργή του. (Ἐνταύθα ὡς καὶ ἀλλαχοῦ <ἐνήλλακται διόλου ὁ χρόνος ἀντὶ τοῦ ἰλάσατο καὶ οὐ διέφθειρε καὶ ἀπέστρεψε> (Θεόδωρος Μοψουεστίας).
39 καὶ ἐμνήσθη ὅτι σάρξ εἰσι, πνεῦμα πορευόμενον καὶ οὐκ ἐπιστρέφον.39 Είχεν υπ' όψιν του ο Κυριος, ότι αυτοί οι αμαρτάνοντες ήσαν αδύνατες σάρκες, πνοή ανέμου περαστική, η οποία δεν επιστρέφει πάλιν.39 Καὶ ἐνεθυμήθη, ὅτι οἱ πταῖσται εἶναι ἀδύνατοι καὶ φθαρταὶ σάρκες, φύσημα περαστικὸν ἀνέμου, τὸ ὁποῖον ἅπαξ διαβῇ, δὲν ἐπιστρέφει πλέον.
40 ποσάκις παρεπίκραναν αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ, παρώργισαν αὐτὸν ἐν γῇ ἀνύδρῳ;40 Ποσες και πόσες φορές τον επίκραναν πολύ εις την έρημον, τον εξώργισαν εις τόπον άνυδρον!40 Πόσας φορὰς τὸν ἐπίκραναν εἰς τὴν ἔρημον; Πόσας φορὰς τὸν παρώργισαν εἰς χώραν ποὺ δὲν ὑπῆρχεν οὔτε μία σταγὼν νεροῦ;
41 καὶ ἐπέστρεψαν καὶ ἐπείρασαν τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἅγιον τοῦ ᾿Ισραὴλ παρώξυναν.41 Και εις άλλας περιπτώσεις εστράφησαν, δια να απομακρυνθούν από αυτόν. Εθεσαν υπό δοκιμασίαν και πειρασμόν τυν Θεόν των· εξώργισαν τον άγιον αυτόν Κυριον του ισραηλιτικού λαού.41 Καὶ ἐπέστρεψαν πάλιν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀποστασίας καὶ ἀπιστίας των καὶ ὑπέβαλαν εἰς δοκιμασίαν καὶ πειρασμὸν τὸν Θεὸν καὶ Ἅγιον, ὁ ὁποῖος ἀπεχθάνεται τὸ κακὸν καὶ τιμωρεῖ αὐτό, τὸν Ἅγιον, ποὺ λατρεύεται ἀπὸ τοὺς γνησίους Ἰσραηλίτας, ἐκίνησαν εἰς ὀργὴν καὶ ἀγανάκτησιν.
42 καὶ οὐκ ἐμνήσθησαν τῆς χειρὸς αὐτοῦ, ἡμέρας, ἧς ἐλυτρώσατο αὐτοὺς ἐκ χειρὸς θλίβοντος,42 Δεν ενεθυμήθησαν την παντοδύναμον και στοργικήν δι' αυτούς δεξιάν του, με την οποίαν κατά την ιστορικήν εκείνην ημέραν τους εγλύτωσεν από τα χέρια του καταθλίβοντος αυτούς Φαραώ.42 Καὶ δὲν ἐνεθυμήθησαν τὴν παντοδύναμον χεῖρα του· ἐλησμόνησαν καὶ δὲν ἐνεθυμήθησαν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠλευθέρωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ ποὺ τοὺς κατεπίεζε.
43 ὡς ἔθετο ἐν Αἰγύπτῳ τὰ σημεῖα αὐτοῦ καὶ τὰ τέρατα αὐτοῦ ἐν πεδίῳ Τάνεως.43 Ελησμόνησαν, πως ο Θεός εις την Αίγυπτον έδειξε τα καταπληκτικά σημεία, που εμαρτυρούσαν την παντοδυναμίαν του, τα τεράστια πρωτοφανή έργα που είχε κάμει εις την πεδιάδα Τανεως και τα οποία εγέμισαν φόβον και τρόμον τους Αιγυπτίους.43 Δὲν ἐνεθυμήθησαν πῶς καὶ μὲ ποῖον τρόπον συνετέλεσεν εἰς τὴν Αἴγυπτον τὰ ἀποδεικτικὰ καὶ τὴν δύναμιν αὐτοῦ καταδεικνύοντα σημεῖα του καὶ τὰ κατάπληξιν καὶ τρόμον ἐμποιήσαντα θαύματά του, ὅσα ἐποίησεν εἰς τὴν πεδιάδα τῆς πόλεως Τάνεως.
44 καὶ μετέστρεψεν εἰς αἷμα τοὺς ποταμοὺς αὐτῶν καὶ τὰ ὀμβρήματα αὐτῶν, ὅπως μὴ πίωσιν·44 Ελησμόνησαν, ότι ο Κυριος μετέβαλε το ύδωρ των ποταμών εις αίμα, όπως επίσης και τα βρόχινα νερά των δεξαμενών των δια να μη ημπορούν να πίουν οι Αιγύπτιοι.44 Καὶ μετέβαλεν εἰς αἷμα τοὺς ποταμούς των καὶ τὰ εἰς δεξαμενὰς βρόχινα ὕδατά των, διὰ νὰ μὴ ἔχουν νὰ πιοῦν.
45 ἐξαπέστειλεν εἰς αὐτοὺς κυνόμυιαν, καὶ κατέφαγεν αὐτούς, καὶ βάτραχον, καὶ διέφθειρεν αὐτούς·45 Ο Κυριος εξαπέστειλεν επίσης εναντίον των Αιγυπτίων κυνόμυιαν, η οποία τους κατέφαγε, και βατράχους οι οποίοι μετέδωσαν εις αυτούς φθοροποιούς και μολυσματικάς ασθενείας.45 Ἐξαπέστειλεν εἰς αὐτοὺς ἐπιθετικὴν καὶ ἀγρίαν μυῖαν καὶ τοὺς κατέφαγε, καὶ πλῆθος βατράχων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τοὺς μετεδόθησαν φθοροποιοὶ καὶ θανατηφόροι μολύνσεις.
46 καὶ ἔδωκε τῇ ἐρυσίβῃ τοὺς καρποὺς αὐτῶν καὶ τοὺς πόνους αὐτῶν τῇ ἀκρίδι·46 Παρέδωκεν εις την σκωρίασιν τους καρπούς των αγρών των, και τους κόπους των καλλιεργημένων αγρών των εις τας ακρίδας.46 Καὶ ἔδωκε τοὺς καρποὺς τῶν ἀγρῶν των εἰς τὴν καταστρέφουσαν τὸν σῖτον νόσον τῆς ἐρυσίβης, καὶ τοὺς κόπους καὶ τὴν καλλιέργειάν των παρέδωκεν εἰς τὰ σύννεφα τῶν ἀκρίδων.
47 ἀπέκτεινεν ἐν χαλάζῃ τὴν ἄμπελον αὐτῶν καὶ τὰς συκαμίνους αὐτῶν ἐν τῇ πάχνῃ·47 Κατέστρεψε τα αμπέλια των με χάλαζαν και τας συκομορέας των με παγωνιά.47 Κατεξήρανε τὰς ἀμπέλους των μὲ χάλαζαν, καὶ τὰς συκαμινέας των μὲ πάχνην.
48 καὶ παρέδωκεν εἰς χάλαζαν τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῷ πυρί·48 Παρέδωκεν εις καταστρεπτικήν θανατηφόρον χάλαζαν τα ζώα των και την υπόλοιπον περιουσίαν των παρέδωσεν στο πυρ των κεραυνών του.48 Καὶ παρέδωκεν εἰς καταστρεπτικὴν χάλαζαν τὰ ζῶα των καὶ κάθε τι ποὺ κατεῖχον, ὁλόκληρον τὴν ἰδιοκτησίαν των, εἰς τὸ πῦρ τῶν κεραυνῶν.
49 ἐξαπέστειλεν εἰς αὐτοὺς ὀργὴν θυμοῦ αὐτοῦ, θυμὸν καὶ ὀργὴν καὶ θλῖψιν, ἀποστολὴν δι᾿ ἀγγέλων πονηρῶν.49 Εξαπέλυσεν εναντίον των την τιμωρόν οργήν της αγανακτήσεώς του, θυμόν και οργήν και θλίψιν, δεινά φοβερά, τα οποία έστειλε με εξολοθρευτάς αγγέλους.49 Ἐξαπέλυσε κατ’ αὐτῶν ἀσυγκράτητον τὴν ὀργὴν τῆς ἀγανακτήσεώς του, θυμὸν καὶ ὀργὴν καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν κακὰ καὶ δεινά, τὰ ὁποῖα τοὺς ἀπέστειλε δι’ ἀγγέλων ὀλοθρευτῶν καὶ τιμωρῶν.
50 ὡδοποίησε τρίβον τῇ ὀργῇ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐφείσατο ἀπὸ θανάτου τῶν ψυχῶν αὐτῶν καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν εἰς θάνατον συνέκλεισε50 Αφήκε να εκδηλωθή ασυγκράτητος η οργή του, δεν ελυπήθη την ζωήν των και δεν επροφύλαξεν αυτούς από τον θάνατον και αυτά ακόμη τα κατοικίδια ζώα των τα συνέκλεισεν μέσα εις τας παγίδας του θανάτου και της καταστροφής.50 Ἤνοιξε δρόμον καὶ ἐλευθέραν διέξοδον εἰς τὴν ὀργήν του καὶ δὲν ἐφείσθη ἀπὸ τοῦ νὰ παραδώσῃ εἰς τὸν θάνατον τὰς ζωάς των καὶ τὰ κτήνη των τὰ ἔκλεισεν ὅλα μαζὶ εἰς τὸν θάνατον.
51 καὶ ἐπάταξε πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, ἀπαρχὴν παντὸς πόνου αὐτῶν ἐν τοῖς σκηνώμασι Χάμ,51 Εκτύπησε με θάνατον όλα τα πρωτότοκα της γης Αιγύπτου· αυτά που αποτελούν την απαρχήν των πόνων της τεκνοποιΐας στους οίκους των Αιγυπτίων, των απογόνων αυτών του Χαμ.51 Καὶ ἐπάταξε διὰ θανάτου πᾶν πρωτότοκον ἐν τῇ χώρᾳ τῆς Αἰγύπτου, ἀπαρχὴν τῶν ὠδίνων καὶ τῶν πόνων τῆς τεκνοποιΐας των εἰς τὰς κατοικίας καὶ τὰς κατασκηνώσεις τῆς Αἰγύπτου, ποὺ κατῳκήθη ὑπὸ τῶν ἀπογόνων τοῦ Χάμ.
52 καὶ ἀπῇρεν ὡς πρόβατα τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἀνήγαγεν αὐτοὺς ὡσεὶ ποίμνιον ἐν ἐρήμῳ52 Ανέλαβε δε ο Κυριος ως στοργικός ποιμήν τον ισραηλιτικόν λαόν, ωσάν πρόβατά του, και τα ωδήγησεν ως ιδικόν του ποίμνιον δια μέσου της ερήμου.52 Καὶ ἐσήκωσεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον τὸν λαόν του, ὅπως ὁ ποιμὴν τὰ πρόβατα, καὶ ἀνέβασεν αὐτοὺς ὡς ποιμὴν εἰς τὴν ἔρημον.
53 καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐπ᾿ ἐλπίδι, καὶ οὐκ ἐδειλίασαν, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν ἐκάλυψε θάλασσα.53 Αυτός τους ωδήγησε, τους ενέπνευσεν ελπίδα και θάρρος, ώστε εκείνοι δεν εδειλίασαν κατά την διάβασιν της Ερυθράς Θαλάσσης. Τους δε εχθρούς των τους εσκέπασε και τους έπνιζεν η θάλασσα.53 Καὶ τοὺς ὠδήγησε γεμάτους θάρρος καὶ ἐλπίδα, καὶ δὲν ἐδειλίασαν, καὶ τοὺς ἐχθρούς των τοὺς ἐσκέπασεν ἡ Ἐρυθρὰ θάλασσα.
54 καὶ εἰσήγαγεν αὐτοὺς εἰς ὄρος ἁγιάσματος αὐτοῦ, ὄρος τοῦτο, ὃ ἐκτήσατο ἡ δεξιὰ αὐτοῦ,54 Τους εισήγαγε κατόπιν εις την γην της Επαγγελίας, εις την οποίαν υψώνεται το όρος Σιών το άγιον, προς λατρείαν αυτού, το όρος αυτό το οποίον κατέκτησεν η παντοδύναμος δεξιά του.54 Καὶ τοὺς εἰσήγαγεν εἰς τὴν χώραν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑψοῦται τὸ ὄρος Σιὼν τὸ ἁγιασθὲν πρὸς λατρείαν αὐτοῦ, τὸ ὄρος αὐτό, τὸ ὁποῖον κατέκτησεν ἡ δεξιά του.
55 καὶ ἐξέβαλεν ἀπὸ προσώπου αὐτῶν ἔθνη καὶ ἐκληροδότησεν αὐτοὺς ἐν σχοινίῳ κληροδοσίας καὶ κατεσκήνωσεν ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν τὰς φυλὰς τοῦ ᾿Ισραήλ.55 Εδιωξε εμπρός από αυτούς τα ειδωλολατρικά έθνη και εμοίρασε την χώραν εκείνων εις αυτούς με σχοινί καταμετρήσεως· και εκεί όπου προηγουμένως κατοικούσαν οι λαοί εκείνοι, εγκατέστησε τας φυλάς του Ισραήλ.55 Καὶ ἐξεδίωξεν ἀπ’ ἐμπρός των ἐκ τῆς χώρας αὐτῆς τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας εἰδωλολατρικοὺς λαοὺς καὶ τοὺς τὴν ἐχάρισεν ὡς κλῆρον, διὰ σχοινίου καταμετρήσεως διαμοιράσας αὐτὴν εἰς μερίδια, καὶ ἐγκατέστησεν εἰς τὰς σκηνὰς καὶ τὰς κατοικίας τῶν λαῶν αὐτῶν τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ.
56 καὶ ἐπείρασαν καὶ παρεπίκραναν τὸν Θεὸν τὸν ῞Υψιστον καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ οὐκ ἐφυλάξαντο56 Αυτοί όμως έθεσαν υπό δοκιμασίαν τον Θεόν, παρεπίκραναν και εξώργισαν τον Υψιστον, και τας εντολάς αυτού δεν ετήρησαν.56 Καὶ ἐπείραξαν μὲ τὰς ἀσεβεῖς των προκλήσεις τὸν Θεὸν καὶ ἐπίκραναν αὐτὸν καὶ τὰς ρητὰς καὶ μεμαρτυρημένας ἐντολάς του δὲν ἐφύλαξαν.
57 καὶ ἀπέστρεψαν καὶ ἠθέτησαν, καθὼς καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν, μετεστράφησαν εἰς τόξον στρεβλὸν57 Απεμακρύνθησαν από αυτόν, ηρνήθησαν και παρέβησαν τας εντολάς του, όπως και οι πρόγονοί των, και έγιναν ωσάν το στρεβλόν τόξον, που δεν ρίπτει με ευθυβολίαν.57 Καὶ ὠπισθοδρόμησαν πρὸς τὸ κακὸν καὶ παρέβησαν τὰς ἐντολάς του, ὅπως καὶ οἱ πρόγονοί των, μετεβλήθησαν εἰς τόξον στρεβλὸν ποὺ δὲν εὐθυβολεῖ. Οὕτω καὶ ἡ διάνοιά των ἀστοχοῦσα μακρὰν τοῦ Κυρίου, οὔτε τὰς θείας εὐεργεσίας ἐχρησιμοποίει εἰς καλόν, οὔτε σκέψεις εὐθείας καὶ ἀγαθὰς διελογίζετο.
58 καὶ παρώργισαν αὐτὸν ἐν τοῖς βουνοῖς αὐτῶν, καὶ ἐν τοῖς γλυπτοῖς αὐτῶν παρεζήλωσαν αὐτόν.58 Τον εξώργισαν με την ειδωλολατρείαν των επάνω εις τα όρη. Προεκάλεσαν την ζηλοτυπίαν του με τα γλυπτά είδωλα, που ελάτρευαν εκεί.58 Καὶ προεκάλεσαν τὴν ὀργήν του μὲ τοὺς εἰδωλολατρικοὺς βωμούς των, ποὺ ἔστησαν ἐπὶ τῶν κορυφῶν τῶν βουνῶν, καὶ ἐξήγειραν τὴν ζήλειαν του μὲ τὴν λατρείαν, ποὺ προσέφερον εἰς τὰ γλυπτὰ εἴδωλά των.
59 ἤκουσεν ὁ Θεὸς καὶ ὑπερεῖδε καὶ ἐξουδένωσε σφόδρα τὸν ᾿Ισραήλ.59 Ο Κυριος ήκουσε τας ειδωλολατρικάς αυτών προαευχάς, απέστρεψεν από αυτούς το βλέμμα του, δια να μη τους βλέπη, και παρέδωσεν εις εξουθένωσαν και καταφρόνησιν μεγάλην τον ισραηλιτικόν λαόν.59 Ἤκουσεν ὁ Θεὸς τὰς ὀργιαστικὰς λατρείας των, τὰς ὁποίας ἐτέλουν εἰς τὰ βουνά των, καὶ ἀπέστρεψε τὰ βλέμματά του διὰ νὰ μὴ τοὺς βλέπῃ καὶ παρέδωκεν εἰς μεγάλην καταφρόνησιν καὶ εἰς ἐσχάτην ταπείνωσιν τὸν Ἰσραήλ.
60 καὶ ἀπώσατο τὴν σκηνὴν Σιλώμ, σκήνωμα, ὃ κατεσκήνωσεν ἐν ἀνθρώποις.60 Απώθησε και εστέρησε την πόλιν Σηλώμ από την προστασίαν του, την οποίαν πόλιν ο ίδιος είχεν εκλέξει, δια να εγκατασταθή μεταξύ των ανθρώπων η Σκηνή του Μαρτυρίου του.60 Καὶ ἀπώθησε τὴν σκηνήν, ποὺ εἶχε στήθη εἰς Σηλώμ, παραχωρήσας νὰ ἁρπαγῇ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας ἡ ἱερὰ κιβωτὸς καὶ ἐγκατέλιπε τὸ ἱερὸν ἐκεῖνο σκήνωμα, ὅπου ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Κριτῶν κατῴκησεν ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων.
61 καὶ παρέδωκεν εἰς αἰχμαλωσίαν τὴν ἰσχὺν αὐτῶν καὶ τὴν καλλονὴν αὐτῶν εἰς χεῖρα ἐχθρῶν61 Παρέδωσεν εις τα χέρια των εχθρών των, στους Φιλισταίους, την δύναμίν των, όπως επίσης και το λαμπρόν των στόλισμα, δηλαδή την Κιβωτόν του Μαρτυρίου.61 Καὶ παρέδωκε λάφυρον αἰχμαλωσίας εἰἲς τοὺς Φιλισταίους τὴν κιβωτόν, ποὺ ἀπετέλει τὴν προστατευτικὴν δύναμίν των, καὶ τὸ λαμπρὸν τοῦτο ἐγκαλλώπισμά των ἀφῆκε νὰ πέσῃ εἰς τὰς ἐχθρικὰς χεῖρας.
62 καὶ συνέκλεισεν ἐν ρομφαίᾳ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ ὑπερεῖδε.62 Αφήκε να περικυκλωθή ο λαός του από εχθρούς, οι οποίοι εκρατούσαν γυμνήν την ρομφαίαν, και εγύρισεν αλλού το βλέμμα του, όταν αυτοί, η περίφημος κληρονομία του, εσφάζοντο.62 Καὶ ἐπέτρεψε να περικυκλωθῇ ὅλος μαζὶ καὶ να κατασφαγῇ ὁ λαός του καὶ δὲν ἔρριψεν οὔτε ἓν βλέμμα εἰς τὴν κληρονομίαν του διὰ νὰ προστατεύσῃ αὐτήν.
63 τοὺς νεανίσκους αὐτῶν κατέφαγε πῦρ, καὶ αἱ παρθένοι αὐτῶν οὐκ ἐπενθήθησαν·63 Τους νεαρούς υιούς των κατέφαγε το πυρ του πολέμου, τας θυγατέρας δε παρθένους των, όταν ωδηγούντο εις αιχμαλωσίαν και εξευτελισμόν, δεν ευρέθη κανείς να τας πενθήση.63 Τὰ νεαρὰ παιδιά των κατέφαγε τὸ πῦρ τοῦ πολέμου, καὶ τὰς κόρας των, ὅταν τὰς ἔσυρον αἰχμαλώτους, δὲν εὑρέθη κανεὶς νὰ τὰς πενθήσῃ κλαίων τὴν δυστυχίαν των, διότι καὶ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες εἶχον θανατωθῆ καὶ ἑξανδραποδισθῆ.
64 οἱ ἱερεῖς αὐτῶν ἐν ρομφαίᾳ ἔπεσον, καὶ αἱ χῆραι αὐτῶν οὐ κλαυθήσονται.64 Οι ιερείς των έπεσαν εν στόματι ρομφαίας, και τας χήρας των σφαγιασθέντων ανδρών δεν ευρέθη κανείς να τας παρηγορήση και να κλαύση μαζή των.64 Οἱ ἱερεῖς των ἔπεσαν νεκροὶ ὑπὸ τὰ πλήγματα τῆς σπάθης, καὶ τὰς ἐκ τῆς σφαγῆς καὶ τοῦ θανάτου τῶν ἀνδρῶν των χήρας δὲν εὑρέθη κανεὶς νὰ τὰς κλαύσῃ.
65 καὶ ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν Κύριος, ὡς δυνατὸς κεκραιπαληκὼς ἐξ οἴνου,65 Αλλά ο μακρόθυμος Κυριος ηγέρθη από την φαινομενικήν απραξίαν του, όπως εγείρεται ο εξυπνών από τον ύπνον του, όπως ο γίγας που συνέρχεται από την μέθην του.65 Ἀλλ’ ὁ Θεὸς καὶ πάλιν οἰκτειρεῖ τὸν λαόν του. Καὶ μετὰ μακρὰν σιγὴν ἐξηγέρθη ὁ Κύριος, ὅπως σηκώνεταί τις ἀπὸ ὕπνον, ὡς γίγας τις ἰσχυρός, ὁ ὁποῖος εἶχε μεθύσει ἀπὸ πολὺν οἶνον καὶ μετὰ τὸν ὕπνον παρῆλθεν ἡ ζάλη αὐτοῦ.
66 καὶ ἐπάταξε τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω, ὄνειδος αἰώνιον ἔδωκεν αὐτοῖς.66 Και εκτύπησε τους εχθρούς του, τους έτρεψε πανικόβλητους εις φυγήν και έδωκεν εις αυτούς αιωνίαν καταισχύνην με την ταπεινωτικήν ήτταν των.66 Καὶ ἐπάταξε τοὺς ἐχθρούς του ἀναγκάσας τούτους εἰς ὀπισθοχώρησιν καὶ φυγήν, καταισχύνην καὶ ἀτιμωτικὴν ἧτταν παντοτεινὴν ἐπέφερεν εἰς αὐτούς.
67 καὶ ἀπώσατο τὸ σκήνωμα ᾿Ιωσὴφ καὶ τὴν φυλὴν ᾿Εφραὶμ οὐκ ἐξελέξατο·67 Αλλά και απεμάκρυνεν από την προστασίαν του τους απογόνους του Ιωσήφ, έπαυσε να έχη ως εκλεκτήν ηγεμονεύουσαν φυλήν τους Εφραιμίτας.67 Συγχρόνως ὅμως ἐκ τῶν δώδεκα φυλῶν ἀπέρριψε καὶ ἀπεδοκίμασε τὰς κατασκηνώσεις τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὴν φυλὴν τοῦ Ἐφραὶμ δὲν ἐξέλεξε.
68 καὶ ἐξελέξατο τὴν φυλὴν ᾿Ιούδα, τὸ ὄρος τὸ Σιών, ὃ ἠγάπησε,68 Αλλά εξέλεξεν ως άρχουσαν φυλήν την φυλήν του Ιούδα και ως τόπον ιερόν του το όρος Σιών, το οποίον ιδιαιτέρως ηγάπησεν.68 Καὶ ἐξέλεξε τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα, τὸ ὄρος τὸ Σιών, τὸ ὁποῖον ἠγάπησε.
69 καὶ ᾠκοδόμησεν ὡς μονοκέρωτος τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ, ἐν τῇ γῇ ἐθεμελίωσεν αὐτὴν εἰς τὸν αἰῶνα.69 Εκεί ηυδόκησεν ο Κυριος και οικοδομήθη το θυσιαστήριόν του, ισχυρότατον όπως ο μονόκερως. Εις την γην της Παλαιστίνης εστερέωσεν αιωνίαν την φυλήν του Ιούδα.69 Καὶ ᾠκοδόμησε ἐπ τοῦ ὄρους τούτου τὸ μοναδικὸν ἅγιον θυσιαστήριόν του, περίβλεπτον καὶ ἀδιάσειστον ὡς ἰσχυρότατον κέρας ζώου τρομεροῦ ποὺ ἔχει ἓν μόνον κέρατον, εἰς τὸ ὁποῖον συγκεντρώνεται ἡ ὅλη δύναμίς του, καὶ τὸ ἐθεμελίωσεν ἐν τῇ γῇ τῆς ἐπαγγελίας, ὅπως ἐθεμελίωσε καὶ ταύτην εἰς τὸν αἰῶνα ἀδιάσειστον.
70 καὶ ἐξελέξατο Δαυΐδ τὸν δοῦλον αὐτοῦ καὶ ἀνέλαβεν αὐτὸν ἐκ τῶν ποιμνίων τῶν προβάτων,70 Ο Κυριος εξέλεξεν ως βασιλέα τον δούλον του Δαυίδ και τον επήρεν από τα κοπάδια των προβάτων.70 Καὶ ἐξέλεξε τὸν Δαβίδ, τὸν ταπεινὸν δοῦλον του καὶ τὸν ἐπῆρεν ἀπὸ τὰ ποίμνια τῶν προβάτων·
71 ἐξόπισθεν τῶν λοχευομένων ἔλαβεν αὐτόν ποιμαίνειν ᾿Ιακὼβ τὸν δοῦλον αὐτοῦ καὶ ᾿Ισραὴλ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ71 Τον επήρεν από εκεί, που ακολουθούσε τα ετοιμόγεννα πρόβατα, και τον έβαλε να κυβερνά και να καθοδηγή τους δούλους του, τους απογόνους του Ιακώβ, τους Ισραηλίτας, οι οποίοι είναι ιδική του κληρονομία.71 τὸν ἐπῆρεν, ἐνῷ ἠκολούθει ὀπίσω ἀπὸ τὰ ἐτοιμόγεννα πρόβατα, διὰ νὰ ποιμαίνῃ καὶ κυβερνᾷ τὸν λαὸν Ἰακὼβ τοὺς δούλους του, καὶ τὸν Ἰσραήλ, ὅστις ἦτο ἡ κληρονομία του.
72 καὶ ἐποίμανεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἀκακίᾳ τῆς καρδίας αὐτοῦ, καὶ ἐν τῇ συνέσει τῶν χειρῶν αὐτοῦ ὡδήγησεν αὐτούς.72 Ο Δαυίδ εκυβέρνησε πράγματι αυτούς με άδολον καρδίαν και τους καθωδήγησεν στον δρόμον του Θεού και της ασφαλείας με τα πλήρη συνέσεως έργα του.72 Καὶ ἐποίμανεν αὐτοὺς μὲ ἄκακον καὶ ἄδολον καρδίαν καὶ μὲ τὰ πλήρη συνέσεως ἔργα τῶν χειρῶν του ἀνεδείχθη καθοδηγὸς αὐτῶν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΟΗ'🔸
                             (78)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ ᾿Ασάφ.
1 (Μασ. 79) Ο ΘΕΟΣ, ἤλθοσαν ἔθνη εἰς τὴν κληρονομίαν σου, ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ἔθεντο ῾Ιερουσαλὴμ ὡς ὀπωροφυλάκιον.1 (Μασ. 79) Ω Θεέ, ειδωλολατρικά έθνη επήλθον, εναντίον της ιδικής σου κληρονομίας και κατεπλημμύρισαν την γην, εβεβήλωσαν τον άγιόν σου ναόν και μετέβαλαν την Ιερουσαλήμ εις ερείπια, ωσάν μίαν αχυροκαλύβην, η οποία είχε χρησιμεύσει δια την πρόχειρον συγκέντρωσιν των οπωρικών.1 Ω Θεέ, ἔθνη εἰδωλολατρικα ἦλθον καὶ ἐπέδραμον κατὰ τῆς κληρονομίας σου, ἐμόλυναν καὶ ἐβεβήλωσαν τὸν ἅγιον ναόν σου, διὰ τῶν καταστροφῶν των ἔκαμαν τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁμοίαν πρὸς πρόχειρον καλύβην ὀπωρικῶν καὶ φρούτων, σὰν ἐκείνας αἵτινες ἐγκαταλειπόμεναι μετὰ τὸ θέρος ἐρημοῦνται.
2 ἔθεντο τὰ θνησιμαῖα τῶν δούλων σου βρώματα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ, τὰς σάρκας τῶν ὁσίων σου τοῖς θηρίοις τῆς γῆς·2 Αφήκαν άταφα τα πτώματα των δούλων σου, τροφήν εις τα πτηνά του ουρανού, και τας σάρκας των ανθρώπων των αφωσιωμένων εις σέ, ως βοράν εις τα θηρία της γης.2 Ἀφῆκαν ἄταφα τὰ σώματά των ὑπ’ αὐτῶν κατασφαγέντων δούλων σου καὶ τὰ ἐξέθεσαν πρὸς βρῶσιν εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ· ἔρριψαν τὰς σάρκας των εἰς σὲ ἀφωσιωμένων εἰς τὰ θηρία τῆς γῆς, ἵνα καταβροχθισθοῦν ὑπ’ αὐτῶν.
3 ἐξέχεαν τὸ αἷμα αὐτῶν ὡσεὶ ὕδωρ κύκλῳ ῾Ιερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἦν ὁ θάπτων.3 Αφθονον έχυσαν το αίμα των, ωσάν το νερό κύκλω από την Ιερουσαλήμ και κανείς δεν υπήρξε να τους θάψη.3 Ἔχυσαν ἀφθόνως τὸ αἷμα των καὶ ἔρρευσε τοῦτο γύρω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ σὰν νὰ ἦτο νερόν, καὶ δὲν ἔμεινε κανείς, ὅπως θάψῃ τοὺς κατασφαγέντας.
4 ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, μυκτηρισμὸς καὶ χλευασμὸς τοῖς κύκλῳ ἡμῶν.4 Εγίναμεν περίγελως και εξευτελισμός στους γειτονικούς μας ειδωλολατρικούς λαούς, τους Μωαβίτας, τους Αμμωνίτας και τους Ιδουμαίους. Εγίναμεν χλευασμός και εμπαιγμός στους περικυκλούντας την χώραν μας αλλοφύλους.4 Ἐγίναμεν ὄνειδος καὶ περίγελως εἰς τοὺς γείτονάς μας λαούς, τοὺς Μωαβίτας, Ἀμμωνίτας καὶ Ἰδουμαίους, ἐγίναμεν περιπαιγμὸς καὶ χλευασμὸς εἰς τοὺς περικυκλοῦντας τὴν χώραν μας ἀλλοφύλους.
5 ἕως πότε, Κύριε, ὀργισθήσῃ εἰς τέλος, ἐκκαυθήσεται ὡς πῦρ ὁ ζῆλός σου;5 Εως πότε, Κυριε, θα οργίζεσαι εναντίον μας, χωρίς και να έχη τελειωμόν η οργή σου; Εως πότε θα αναρριπίζεται ως φοβερά πυρκαϊά εναντίον μας η ζηλοτυπία σου;5 Ἕως πότε, Κύριε, θὰ ὀργίζεσαι καθ’ ἠμῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τελειωμὸν ἡ ὀργή σου; Καὶ ἕως πότε θὰ ἀνάπτῃ ὡς πῦρ ἢ ζηλοτυπία, τὴν ὁποίαν σοῦ διηγείραμεν προσκυνήσαντες θεοὺς ἀλλοτρίους;
6 ἔκχεον τὴν ὀργήν σου ἐπὶ τὰ ἔθνη τὰ μὴ γινώσκοντά σε καὶ ἐπὶ βασιλείας, αἳ τὸ ὄνομά σου οὐκ ἐπεκαλέσαντο,6 Στρέψε ορμητικήν την οργήν σου εναντίον των ειδωλολατρικών εθνών, τα οποία δεν σε αναγνωρίζουν ως Θεόν των, εναντίον των βασιλείων, τα οποία ποτέ δεν επεκαλέσθησαν το Ονομά σου.6 Ἔκχυσον τὴν ὀργήν σου κατὰ τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα δὲν σὲ γνωρίζουν καὶ λατρεύουν ἀντὶ σοῦ τὰ εἴδωλα· ἔκχυσον τὴν ὀργήν σου ἐναντίον βασιλείων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπεκαλέσθησαν ποτὲ τὸ ὄνομά σου.
7 ὅτι κατέφαγον τὸν ᾿Ιακώβ, καὶ τὸν τόπον αὐτοῦ ἠρήμωσαν.7 Τα έθνη και αι βασιλείαι αυταί κατέφαγαν τους απογόνους του Ιακώβ, ερήμωσαν την χώραν των.7 Διότι τὰ ἔθνη καὶ τὰ βασίλεια αὐτὰ κατέφαγον τοὺς ἀπογόνους τοῦ εὐλογημένου σου Ἰακώβ, καὶ μετέβαλον μὲ τὰς δῃώσεις των εἰς ἔρημον τὴν χώραν αὐτοῦ.
8 μὴ μνησθῇς ἡμῶν ἀνομιῶν ἀρχαίων· ταχὺ προκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου, Κύριε, ὅτι ἐπτωχεύσαμεν σφόδρα.8 Μη ενθυμηθής, Κυριε, τας από αρχαιότατα χρόνια και μέχρι σήμερον συνεχιζομένας αμαρτίας μας. Ταχέως, πριν καταστραφώμεν, Κυριε, ας μας προλάβουν τα ελέη σου, διότι έχομεν περιπέσει εις αθλιωτάτην κατάστασιν.8 Μὴ ἐνθυμηθῇς καθ’ ἡμῶν τὰς παλαιὰς ἁμαρτίας τῶν προπατόρων μας· ταχέως καὶ ἄνευ ἀργοπορίας ἂς μᾶς προφθάσουν οἱ οἰκτιρμοί σου, Κύριε, διότι ἐχάσαμεν τὸ πᾶν καὶ κατηντήσαμεν εἰς ἐσχάτην ἔνδειαν, ταπείνωσιν καὶ ἀθλιότητα.
9 βοήθησον ἡμῖν, ὁ Θεός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν· ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ρῦσαι ἡμᾶς καὶ ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν ἕνεκα τοῦ ὀνόματός σου,9 Ω Θεέ, συ ο οποίος είσαι ο Θεός μας, ο σωτήρ μας, βοήθησέ μας. Προς δόξαν του αγίου Ονόματός σου, Κυριε, γλύτωσέ μας από τους εχθρούς μας, συγχώρησε τας αμαρτίας μας δια το Ονομά σου, το οποίον διαλαλεί πάντοτε έλεος και ευσπλαγχνίαν.9 Ὦ Θεέ, ὅστις εἶσαι ὁ Σωτήρ μας, βοήθησέ μας, διὰ τὴν δόξαν τοῦ ὀνόματός σου, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας ταπείνωσιν καὶ ἐγκατάλειψιν νὰ βλασφημοῦν οἱ κατακτηταὶ καὶ οἱ γείτονές μας. Κύριε, σῶσε μας καὶ συγχώρησε τὰς ἁμαρτίας μας διὰ τὸ ὄνομά σου, τὸ ὁποῖον ὑπενθυμίζει πάντοτε εὐσπλαγχνίαν καὶ ἔλεος.
10 μή ποτε εἴπωσι τὰ ἔθνη· ποῦ ἔστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν; καὶ γνωσθήτω ἐν τοῖς ἔθνεσιν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἡ ἐκδίκησις τοῦ αἵματος τῶν δούλων σου τοῦ ἐκκεχυμένου.10 Σώσε μας, δια να μη καταστραφώμεν και έπειτα οι ειδωλολατρικοί λαοί είπουν· Που είναι ο Θεός των; Ας γίνη φανερά και πασίγνωστος εις τα ειδωλολατρικά έθνη, δια να την ίδωμεν με τους οφθαλμούς μας τώρα που ζώμεν, η εκ μέρους σου δικαία τιμωρία των δια το χυθέν από αυτούς αίμα των δούλων σου.10 Σῶσε μας· μήπως εἴπουν οἱ ἐθνικοί· ποὺ εἶναι ὁ Θεός των; Καὶ ἂς γίνῃ φανερὰ καὶ γνωστὴ εἰς τὰ ἔθνη ὑπὸ τὰ ὄμματα ἠμῶν, τώρα ποὺ ζῶμεν καὶ θὰ τὴν βλέπωμεν μὲ τὰ μάτια μας, ἡ ἐκδίκησις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃς διὰ τὸ αἷμα τῶν δούλων σου, τὸ ὁποῖον τόσον ἀσπλάγχνως καὶ ἀφθόνως ἔχει χυθῇ.
11 εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὁ στεναγμὸς τῶν πεπεδημένων, κατὰ τὴν μεγαλωσύνην τοῦ βραχίονός σου περιποίησαι τοὺς υἱοὺς τῶν τεθανατωμένων.11 Ο στεναγμός των αλυσοδεμένων αιχμαλώτων Ιουδαίων ας φθάση ενώπιόν σου, Κυριε. Και σύμφωνα με την μεγαλειώδη και παντοδύναμον ισχύν του βραχίονός σου, λάβε υπό την προστασίαν σου, σώσε και περιποιήσου τα παιδιά των φονευθέντων.11 Ἂς εἰσχωρήσῃ καὶ ἂς φθάσῃ μέχρι σοῦ ὁ στεναγμὸς τῶν ἁλυσοδεμένων αἰχμαλώτων μως, σύμφωνα δὲ μὲ τὴν μεγάλην καὶ ἀκατανίκητον δύναμιν τοῦ βραχίονός σου λάβε ὑπὸ τὴν κτῆσιν καὶ προστασίαν σου τοὺς υἱοὺς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν θανατωθῆ.
12 ἀπόδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν ἑπταπλασίονα εἰς τὸν κόλπον αὐτῶν τὸν ὀνειδισμὸν αὐτῶν, ὃν ὠνείδισάν σε, Κύριε.12 Ανταπόδωσε στους γειτονικούς μας λαούς τιμωρίαν πολλαπλασίαν εις τας καρδίας των και τον ονειδισμόν, με τον οποίον αυτοί σε ωνείδισαν, Κυριε.12 Ἀνταπόδοσε εἰς τοὺς γείτονάς μας λαοὺς τὸν ὀνειδισμόν, μὲ τὸν ὁποῖον σὲ ὠνείδισαν, Κύριε, ἑπταπλάσιον καὶ μυριοπλάσιον μέσα εἰς τοὺς κόλπους των, μέχρι σημείου ποὺ νὰ γεμίσουν καὶ νὰ ἐκχειλίσουν οὗτοι.
13 ἡμεῖς δὲ λαός σου καὶ πρόβατα νομῆς σου ἀνθομολογησόμεθά σοι εἰς τὸν αἰῶνα, εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἐξαγγελοῦμεν τὴν αἴνεσίν σου.13 Ημείς δέ, οι οποίοι είμεθα ιδικός σου λαός και πρόβατα της ιδικής σου ποίμνης, θα σε ευχαριστούμεν και θα σε δοξάζωμεν πάντοτε, δια τας ευεργεσίας σου. Θα αναγγέλλωμεν εις όλας τας γενεάς την δόξαν σου.13 Ἀντιθέτως πρὸς αὐτοὺς ἡμεῖς εἴμεθα λαός σου καὶ πρόβατα τῆς βοσκῆς σου. Θὰ σὲ εὐχαριστήσωμεν καὶ μετ’ εὐγνωμοσύνης θὰ σὲ δοξολογήσωμεν διὰ τὰς δωρεάς σου ἀπαύστως καὶ αἰωνίως, καὶ θὰ ἐξαγγείλωμεν τὴν αἴνεσίν σου ἀπὸ τῆς μιᾶς γενεᾶς εἰς τὴν ἄλλην, ὥστε ἀκαταπαύστως διὰ μέσου τῶν γενεῶν νὰ ὑμνῆσαι καὶ νὰ δοξάζεσαι.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΟΘ'🔸
                            (79)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ἀλλοιωθησομένων· μαρτύριον τῷ ᾿Ασάφ, ψαλμὸς ὑπὲρ τοῦ ᾿Ασσυρίου.11
2 (Μασ. 80) Ο ΠΟΙΜΑΙΝΩΝ τὸν ᾿Ισραήλ, πρόσχες, ὁ ὁδηγῶν ὡσεὶ πρόβατα τὸν ᾿Ιωσήφ. ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ, ἐμφάνηθι.2 (Μασ. 80) Συ, ο οποίος ως καλός και στοργικός ποιμήν προστατεύεις και καθοδηγείς τον ισραηλιτικόν λαόν, ιδέ και δώσε προσοχήν εις την συμφοράν, που μας ευρήκε. Συ, ο οποίος οδηγείς ως ιδικά σου πρόβατα την φυλήν του Ιωσήφ, κάθησε ως επί θρόνου επάνω εις τα Χερουβίμ, δείξε φανερά την προστασίαν σου.2 Σύ, ποὺ ὡς καλὸς καὶ στοργικὸς ποιμὴν προνοεῖς καὶ προστατεύεις τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραήλ, εὐδόκησον νὰ ἐνδιαφερθῇς καὶ νὰ προσέξῃς εἰς αὐτὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν, σὺ ποὺ ὁδηγεῖς ὡς πρόβατα τὴν φυλὴν τοῦ Ἰωσὴφ καὶ κάθεσαι ἐπὶ τῶν Χερουβείμ, ἔχων ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν σου πάσας τὰς ἀγγελικὰς δυνάμεις, δεῖξον τὴν προστασίαν σου ἐμφανῶς καὶ ἐν πάσῃ τῇ θεϊκῇ σου δόξῃ.
3 ἐναντίον ᾿Εφραὶμ καὶ Βενιαμὶν καὶ Μανασσῆ ἐξέγειρον τὴν δυναστείαν σου καὶ ἐλθὲ εἰς τὸ σῶσαι ἡμᾶς.3 Εμφανίσου πρόμαχος εμπρός εις τας φυλάς Εφραίμ και Βενιαμίν και Μανασσή, που ταλαιπωρούνται από τας επιδρομάς των Ασσυρίων. Θέσε εις ενέργειαν την ακατανίκητον δύναμίν σου και έλα ταχέως, δια να μας σώσης.3 Ἐμφανίσθητι πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ Βενιαμὶν καὶ τοῦ Μανασσῆ καὶ τοῦ Ἐφραίμ, οἵτινες ἀποτελοῦν τὸ ὑπὸ τῶν Ἀσσυρίων δῃωθὲν καὶ ἐρημωθὲν βόρειον βασιλειον. Κίνησον καὶ θέσε εἰς ἐνέργειαν τὴν ἀκαταγώνιστον δύναμίν σου καὶ ἐλθὲ διὰ νὰ μᾶς σώσῃς.
4 ὁ Θεός, ἐπίστρεψον ἡμᾶς καὶ ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου καὶ σωθησόμεθα.4 Κυριε ο Θεός, αποκατάστησέ μας ελευθέρους και ασφαλείς εις την χώραν μας, δείξε ευμενές το πρόσωπόν σου προς ημάς και έτσι ημείς θα σωθώμεν από τον πλήρη όλεθρον.4 Ὦ Θεέ, ἀποκατάστησέ μας εἰς τὴν προτέραν μας χαρὰν καὶ εἰρήνην· ἐμφάνισον δὲ εὐμενὲς τὸ πρόσωπόν σου καὶ ἀρκεῖ τοῦτο ὅπως σωθῶμεν.
5 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἕως πότε ὀργίζῃ ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν δούλων σου;5 Κυριε και Θεέ των επουρανίων και επιγείων δυνάμεων, έως πότε θα οργίζεσαι εναντίον μας, εναντίον δε και αυτής της προσευχής των δούλων σου;5 Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι Θεὸς τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων καὶ ἔχεις ταύτας ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγάς σου, ἕως πότε θὰ ὀργίζεσαι καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς προσευχῆς τῶν δούλων σου;
6 ψωμιεῖς ἡμᾶς ἄρτον δακρύων; καὶ ποτιεῖς ἡμᾶς ἐν δάκρυσιν ἐν μέτρῳ;6 Εως πότε θα μας δίδης αντί άρτου δάκρυα και αντί ύδατος θα μας ποτίζης με πλήρες, κατά την δίκαίαν σου κρίσιν, το δοχείον από τα δάκρυά μας;6 Ἕως πότε θὰ μᾶς διατρέφῃς μὲ δάκρυα ἀντὶ ἄρτου καὶ ἕως πότε θὰ μᾶς ποτίζῃς μὲ πλῆρες καὶ ἄφθονον τὸ μέτρον τῶν δακρύων μας;
7 ἔθου ἡμᾶς εἰς ἀντιλογίαν τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, καὶ οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν ἐμυκτήρισαν ἡμᾶς.7 Μας κατέστησες δια τας αμαρτίας μας αντικείμενον εμπαιγμών εις τα γειτονικά μας έθνη. Οι δε εχθροί μας μας χλευάζουν και μας περιγελούν.7 Μᾶς κατέστησας ἀντικείμενον ἀντιλογίας καὶ ἐπιθετικῶν προσβολῶν εἰς τοὺς γείτονάς μας λαοὺς καὶ οἱ (ἐχθροί μας ἐχλεύασαν καὶ περιέπαιξαν ἡμᾶς.
8 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἐπίστρεψον ἡμᾶς καὶ ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου, καὶ σωθησόμεθα. (διάψαλμα).8 Κυριε και Θεέ των επουρανίων και επιγείων δυνάμεων, αποκατάστησέ μας εις την χώραν μας ελευθέρους και ασφαλείς. Γυρισε και δείξε ιλαρόν γεμάτο καλωσύνην το πρόσωπόν σου προς ημάς και ημείς θα σωθώμεν από τον εξαφανισμόν.8 Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι ὁ Θεὸς τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων, καὶ ἔχεις ταύτας ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγάς σου, ἀποκατάστησέ μας εἰς τὴν προτέραν εὔνοιάν σου, καὶ δός μας πάλιν τὴν εἰρήνην καὶ χαράν. Ἐμφάνισον εὐμενὲς τὸ πρόσωπόν σου καὶ ἀρκεῖ τοῦτο διὰ νὰ σωθῶμεν.
9 ἄμπελον ἐξ Αἰγύπτου μετῇρας, ἐξέβαλες ἔθνη καὶ κατεφύτευσας αὐτήν·9 Τον λαόν του Ισραήλ, ωσάν πολύκαρπον ευλογημένην άμπελόν σου, μετέφερες από την Αίγυπτον εις την Παλαιστίνην. Εδιωξες από εκεί τα ειδωλολατρικά έθνη και την εφύτευσες και την ερρίζωσες εις αυτήν.9 Εἴμεθα ἡ πνευματική σου ἄμπελος, τὴν ὁποίαν μετέφερες ἐξ Αἰγύπτου, ἀφοῦ σὰν εἰς φυτώριον ἀνεπτύχθη πρῶτον ἐκεῖ. Ἐξεδίωξες ἔθνη, τοὺς Ἀμορραίους καὶ Εὐαίους καὶ Χαναναίους καὶ Χετταίους, καὶ τὴν ἐφύτευσας βαθέως καὶ στερεῶς εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας.
10 ὡδοποίησας ἔμπροσθεν αὐτῆς καὶ κατεφύτευσας τὰς ρίζας αὐτῆς, καὶ ἐπλήρωσε τὴν γῆν.10 Ηνοιξες ενώπιόν της την οδόν από Αιγύπτου μέχρι Παλαιστίνης, την εφύτευσες με βαθειές ρίζες και εγέμισεν όλην την Παλαιστίνην.10 Διήνοιξας πρὸ αὐτῆς ἐλευθέραν τὴν ὁδὸν καὶ προετοίμασας τὸ ἔδαφος πρὸς μεταφύτευσίν της, καὶ ἐφύτευσας βαθεῖα τὰς ρίζας της, κατόπιν δὲ τούτων ἐγέμισεν αὕτη ὅλην τὴν χώραν τῆς Παλαιστίνης.
11 ἐκάλυψεν ὄρη ἡ σκιὰ αὐτῆς καὶ αἱ ἀναδενδράδες αὐτῆς τὰς κέδρους τοῦ Θεοῦ·11 Η σκια της αμπέλου αυτής εκάλυψε τα όρη της χώρας και αι διακλαδώσεις της εσκέπασαν τας θεοφυτεύτους κέδρους του Λιβάνου.11 Ἡ σκιά της καὶ τὸ κράτος της ἐκάλυψε πρὸς νότον τὰ πρὸς τὴν χώραν τῶν Ἰδουμαίων ὑψούμενα ὅρη καὶ αἱ διακλαδώσεις της ἐσκέπασαν πρὸς βορρᾶν τὰς θεοφυτεύτους κέδρους τοῦ Λιβάνου.
12 ἐξέτεινε τὰ κλήματα αὐτῆς ἕως θαλάσσης καὶ ἕως ποταμῶν τὰς παραφυάδας αὐτῆς.12 Ηυδόκησας και εξηπλώθησαν προς δυσμάς τα κλήματά της, μέχρι της Μεσογείου Θαλάσσης και προς ανατολάς οι κλάδοι της μέχρι του Ευφράτου και των παραποτάμων του.12 Ἐξήπλωσε πρὸς δυσμὰς τὰ κλήματα τῆς μέχρι τῆς Μεσογείου θαλάσσης καὶ τὰς παραφυάδας τῆς πρὸς ἀνατολάς, μέχρι τοῦ ποταμοῦ Εὐφράτου καὶ τῶν παραποτάμων του.
13 ἱνατί καθεῖλες τὸν φραγμὸν αὐτῆς καὶ τρυγῶσιν αὐτὴν πάντες οἱ παραπορευόμενοι τὴν ὁδόν;13 Διατί τώρα εκρήμνισες τον ολόγυρα φράκτην της, την προστασίαν σου, ώστε όλοι οι διερχόμενοι από την οδόν διαβάται να τρυγούν τους καρπούς της;13 Διατὶ τώρα ἀπέσυρες ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρόνοιαν καὶ προστασίαν σου καὶ ἐπέτρεψας νὰ καταλυθῇ τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ, τὸ ὁποῖον πρὸς βορρᾶν ὑψοῦτο ὡς προπύργιον αὐτῆς, οὕτω δὲ κατέρριψας τὸν προφυλάττοντα αὐτὴν φραγμὸν καὶ τὴν τρυγοῦν ἀνεμποδίστως ὅσοι περνοῦν ἀπὸ τὸν συνορεύοντα αὐτὴν δρόμον;
14 ἐλυμήνατο αὐτὴν ὗς ἐκ δρυμοῦ, καὶ μονιὸς ἄγριος κατενεμήσατο αὐτήν.14 Φοβερός αγριόχοιρος, ο Ασσύριος, επέδραμεν από αβάτους δρυμούς και την κατέστρεψεν. Αγριος μονιός, περισσότερον φοβερός αγριόχοιρος, που ζη μόνος του, κατέφαγεν αυτήν.14 Τὴν κατέστρεψε καὶ τὴν ἠρήμωσεν ὁ ἐπιδραμὼν ἐκ τοῦ πυκνοῦ δάσους ὡς ἄλλος κάπρος Ἀσσύριος καὶ ὡς ἄγριος χοῖρος τὴν κατέφαγε καὶ τὴν ἐξεγύμνωσε.
15 ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἐπίστρεψον δή, καὶ ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην15 Ω Θεέ των ουρανίων και επιγείων δυνάμεων, στρέψε και πάλιν ιλαρόν το πρόσωπόν σου προς αυτήν. Ριξε ένα βλέμμα καλωσύνης και στοργής από τον ουράνιόν σου θρόνον και ίδε και επίσκεψαι την άμπελον αυτήν.15 Θεὲ τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων, στρέψον καὶ πάλιν πρὸς αὐτὴν καὶ ρῖψε σπλαγχνικὸν ἐξ οὐρανοῦ τὸ βλέμμα σου καὶ ἴδε τὴν γενομένην ἐρήμωσιν καὶ καταστροφὴν καὶ ἐπισκέφθητι ἐκ τοῦ πλησίον τὴν ἄμπελον ταύτην,
16 καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά σου, καὶ ἐπὶ υἱὸν ἀνθρώπου, ὃν ἐκραταίωσας σεαυτῷ.16 Επανάφερέ την εις την προτέραν θαλερότητα, την ασφάλειαν και την καρποφορίαν, αυτήν, την οποίαν εφύτευσεν η δεξιά σου. Επίβλεψε με ευμένειαν και στοργήν στον άνθρωπον εκείνον, στον οποίον συ έδωσες την ισχύν να άρχη επί του έθνους σου προς δόξαν του Ονόματός σου.16 16ακαὶ εἰς τὴν προτέραν ἀρτιότητα καὶ ἀκμὴν ἐπανόρθωσον αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά σου. 16β Καὶ συγχρόνως ἐπίβλεψον ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωκας τὸ κράτος, ἵνα ἄρχῃ πρὸς δόξαν σου καὶ πρὸς χειραγωγίαν τοῦ ἔθνους εἰς τὴν ὑποταγήν σου.
17 ἐμπεπυρισμένη πυρὶ καὶ ἀνεσκαμμένη· ἀπὸ ἐπιτιμήσεως τοῦ προσώπου σου ἀπολοῦνται.17 Η χώρα μας έχει κατακαή, έχει ανασκαφη. Οι Ισραηλίται κινδυνεύουν να χαθούν από τους ελέγχους και τας τιμωρίας του ωργισμένου προσώπου σου.17 Ἡ ἄμπελός σου ἔχει κατακαῇ καὶ ἔχει ἀπὸ τὸ βάθος αὐτῆς ἀνασκαφῆ καὶ σχεδὸν ἐξερριζώθη· οἱ Ἰσραηλῖται ἀπὸ τὰς ἐπιτιμήσεις τοῦ προσώπου σου θὰ χαθοῦν.
18 γενηθήτω ἡ χείρ σου ἐπ᾿ ἄνδρα δεξιᾶς σου καὶ ἐπὶ υἱὸν ἀνθρώπου, ὃν ἐκραταίωσας σεαυτῷ·18 Ας έλθη προστατευτική η παντοδύναμος χείρ σου στον άνδρα εκείνον, τον οποίον συ θα τιμήσης και θα θέσης αυτόν εκ δεξιών σου, και στον υιόν ανθρώπου τον οποίον ανέδειξες συ κραταιόν προς δόξαν του Ονόματός σου.18 Ἂς ἔλθῃ προστατευτικὴ ἡ χείρ σου ἐπὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ τιμήσῃς καθίζων αὐτὸν εἰς τὰ δεξιά σου καὶ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ἀνέδειξας κραταιὸν πρὸς δόξαν σου.
19 καὶ οὐ μὴ ἀποστῶμεν ἀπὸ σοῦ, ζωώσεις ἡμᾶς, καὶ τὸ ὄνομά σου ἐπικαλεσόμεθα.19 Υποσχόμεθα δε όλοι, ότι δεν θα απομακρυνθώμεν πλέον από σέ. Συ δε θα μας αναζωογονήσης και ημείς θα επικαλούμεθα το όνομά σου.19 Καὶ οὕτω ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τούτου διατελοῦντες δὲν θὰ ἀπομακρυνθῶμεν πλέον ἀπὸ σέ. Θὰ μᾶς δίδῃς σὺ ζωὴν καὶ θὰ ἐπικαλούμεθα τὸ ὄνομά σου.
20 Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἐπίστρεψον ἡμᾶς καὶ ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου, καὶ σωθησόμεθα.20 Ω Κυριε και Θεέ των εν ουρανοίς και επί γης δυνάμεων, αποκατάστησέ μας ελευθέρους και ασφαλείς εις την χώραν μας, δείξε ιλαρόν το πρόσωπόν σου εις ημάς και ημείς θα διαφύγωμεν την τελείαν καταστροφήν.20 Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι Θεὸς τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων, καὶ ἔχεις ταύτας ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγάς σου, ἀποκατάστησόν μας εἰς τὴν προτέραν εὔνοιάν σου καὶ δός μας πάλιν εἰρήνην καὶ χαράν. Ἐμφάνισον εὐμενὲς τὸ πρόσωπόν σου καὶ ἀρκεῖ τοῦτο διὰ νὰ σωθῶμεν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός Π'🔸
                            (80)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ληνῶν· ψαλμὸς τῷ ᾿Ασάφ.11
2 (Μασ. 81) ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ τῷ Θεῷ τῷ βοηθῷ ἡμῶν, ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ ᾿Ιακώβ·2 (Μασ. 81) Πλημμυρίσατε όλοι από αγαλλίασιν και χαράν δία τον Θεόν, που είναι βοηθός μας. Αλαλάξατε όλοι προς δόξαν του Θεού, τον οποίον επίστευε και ελάτρευε ο γενάρχης μας ο Ιακώβ.2 Σκιρτήσατε ἀπὸ ἀγαλλίασιν ἐπὶ τῇ θείᾳ προστασίᾳ καὶ εὐχαριστήσατε τὸν Θεόν, τὸν βοηθόν μας, ἐπευφημήσατε εὐλαβῶς καὶ εὐγνωμόνως τὸν Θεὸν τοῦ Ἰακὼβ καὶ ψάλατε πρὸς δόξαν του ἐπινίκιον ὕμνον.
3 λάβετε ψαλμὸν καὶ δότε τύμπανον, ψαλτήριον τερπνὸν μετὰ κιθάρας·3 Αρχίσατε να ψάλλετε σεις οι Λευίται, δώσατε στους τυμπανιστάς το τύμπανον και στους άλλους μουσικούς ψαλτήριον τερπνόν και κιθάραν, δια να συνοδεύουν τους ύμνους σας.3 Ἀρχίσατε, ὦ Λευῖται, νὰ ψάλλετε, καὶ συγχρόνως δώσατε εἰς τοὺς μουσικοὺς τύμπανον, ψαλτήριον εὔηχον καὶ τερπνὸν μετὰ κιθάρας, ἵνα καὶ τὰ μουσικὰ ταῦτα ὄργανα συνοδεύουν τὴν ᾠδήν σας.
4 σαλπίσατε ἐν νεομηνίᾳ σάλπιγγι, ἐν εὐσήμῳ ἡμέρᾳ ἑορτῆς ὑμῶν·4 Σεις οι ιερείς σαλπίσατε με την ιεράν σάλπιγγα κατά την πρώτην του εβδόμου μηνός Τισρή, κατά την εξόχως επίσημον ημέραν της μεγάλης εορτής σας.4 Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ Τισρῆ, πρώτου μηνὸς τοῦ πολιτικοῦ ἔτους, σαλπίσατε, ὦ ἱερεῖς, μὲ τὴν κερατίνην σάλπιγγα, κατὰ τὴν ἐξόχως χαρμόσυνον ἡμέραν τῆς ἑορτῆς σας.
5 ὅτι πρόσταγμα τῷ ᾿Ισραήλ ἐστι καὶ κρῖμα τῷ Θεῷ ᾿Ιακώβ.5 Διότι η εορτή αυτή είναι πρόσταγμα του Θεού προς τον ισραηλιτικόν λαόν, εντολή του Θεού προς τους απογόνους του Ιακώβ.5 Σαλπίσατε· διότι τὸ νὰ ἐορτάζεται χαρμοσύνως ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ δοθὲν πρὸς τὸν Ἰσραηλιτικὸν Λαὸν καὶ ρητὴ ἀπόφασις καὶ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ.
6 μαρτύριον ἐν τῷ ᾿Ιωσὴφ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ ἐξελθεῖν αὐτὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου· γλῶσσαν, ἣν οὐκ ἔγνω, ἤκουσεν·6 Τον Νομον αυτόν, που καθορίζει τας επισήμους εορτάς, έδωσεν ο Κυριος εν μέσω του λαού, των αδελφών του Ιωσήφ, όταν αυτοί έφυγαν ελεύθεροι από την Αίγυπτον. Τοτε αυτοί ήκουσαν γλώσσαν, την οποίαν ποτέ άλλοτε δεν είχαν γνωρίσει.6 Τὸν νόμον αὐτόν, τὸν καθορίζοντα τὰς ἑορτάς, ὥρισεν ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰωσήφ, ὡς μαρτύριον μαρτυροῦν τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπην καὶ προστασίαν του, ὅταν ἐξῆλθεν ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἐκ τῆς χώρας τῆς Αἰγύπτου· τότε αὐτὸς ὁ Θεὸς ἐλάλησε πρὸς τὸν Ἰσραὴλ καὶ ἤκουσεν οὗτος γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζε καὶ δὲν εἶχεν ἀκούσει ποτέ.
7 ἀπέστησεν ἀπὸ ἄρσεων τὸν νῶτον αὐτοῦ, αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐν τῷ κοφίνῳ ἐδούλευσαν.7 Ο Κυριος απήλλαξε την ράχιν των από τα βαρέα φορτία, και αι χείρες των, που εδούλευαν έως τότε εις τα κοφίνια δια την μεταφοράν πηλού, απηλευθερώθησαν.7 Ἀπήλλαξε τὴν ράχιν τοῦ λαοῦ του ἀπὸ τοῦ νὰ σηκώνῃ φορτία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐδούλευσαν ἐν τῷ κοφίνῳ, διὰ τοῦ ὁποίου μετέφερε τὰ ἄχυρα καὶ τὸν πηλόν.
8 ἐν θλίψει ἐπεκαλέσω με, καὶ ἐρρυσάμην σε· ἐπήκουσά σου ἐν ἀποκρύφῳ καταιγίδος, ἐδοκίμασά σε ἐπὶ ὕδατος ἀντιλογίας. (διάψαλμα).8 Εζήτησες την βοήθειάν μου, όταν ευρίσκετο υπό βάρος μεγάλης θλίψεως και εγώ σε εγλύτωσα από τας συμφοράς. Σε ήκουσα κρυμμένος στον γνόφον και τας αστραπάς της καταιγίδος. Σε εδοκίμασα τότε και συ έδειξες ποιός είσαι στο ύδωρ της αντιλογίας σου, τότε που εγόγγυσες εναντίον μου.8 Μὲ ἐπεκαλέσθης, ὅτε εὐρίσκεσο ἐν θλίψει καὶ καταπιέσει, καὶ σὲ ἠλευθέρωσα, καὶ ἐπὶ τοῦ ὄρους Χωρήβ, κεκρυμμένος εἰς τὸν γνόφον καὶ τὰς βροντὰς σφοδρὰς θυέλλης, σὲ ἑπήκουσα. Σὲ ἐδοκίμασα καὶ ἐφάνης ποῖος εἶσαι ἐν Ραφιδείν, εἰς τὸ ὕδωρ τῆς ἀντιλογίας, ὅταν σὲ ἀφῆκα νὰ διψάσῃς ὀλίγον καὶ ἤρχισες ἀμέσως νὰ γογγύζῃς καὶ νὰ ἀντιλέγῃς κατ’ ἐμοῦ.
9 ἄκουσον, λαός μου, καὶ διαμαρτύρομαί σοι, ᾿Ισραήλ, ἐὰν ἀκούσῃς μου,9 Ακουσε λαέ μου, την έντονον διαμαρτυρίαν μου και προτροπήν. Ισραηλιτικέ λαέ μου, εάν θα με ακούσης9 Ἄκουσε, λαέ μου, τὴν ἔντονον διαμαρτυρίαν καὶ προτροπήν μου· λαὲ τοῦ Ἰσραήλ, πόσον θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὲ ἀκούσῃς.
10 οὐκ ἔσται ἐν σοὶ Θεὸς πρόσφατος, οὐδὲ προσκυνήσεις Θεῷ ἀλλοτρίῳ·10 δεν θα πρέπει να υπάρχη εις σε άλλος νέος θεός, δεν πρέπει ποτέ να προσκυνήσης ξένον θεόν,10 Ἐὰν μὲ ἀκούσῃς, δὲν θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ σοῦ λατρευόμενος θεὸς πρόσφατος, χθεσινῆς ἐπινοήσεως, οὔτε θὰ προσκυνήσῃς θεὸν ξένον, ὑπὸ ξένων λαῶν λατρευόμενον.
11 ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἀναγαγών σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου· πλάτυνον τὸ στόμα σου, καὶ πληρώσω αὐτό.11 διότι εγώ είμαι ο Κυριος και Θεός σου, ο οποίος σε ηλευθέρωσα και σε καθωδήγησα από την γην της Αιγύπτου έως εις την Παλαιστίνην. Ανοιξε διάπλατα το στόμα σου, προσευχόμενος και δοξολογών εμέ, και εγώ θα ικανοποιήσω τα αιτήματά σου.11 Διότι ἐγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος σὲ ἀνέβασα εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου. Ἄνοιξε πλατὺ τὸ στόμα σου καὶ θὰ τὸ γεμίσω. Οἰανδήποτε σωματικήν σου ἀνάγκην καὶ οἰονδήποτε πνευματικόν σου πόθον, θὰ σοῦ τὰ ἰκανοποιήσω πλήρως.
12 καὶ οὐκ ἤκουσεν ὁ λαός μου τῆς φωνῆς μου, καὶ ᾿Ισραὴλ οὐ προσέσχε μοι·12 Ο λαός μου όμως δεν ήκουσε την φωνήν μου και οι Ισραηλίται δεν έδωσαν προσοχήν εις εμέ.12 Καὶ δὲν ἤκουσεν ὁ λαὸς τὴν φωνήν μου καὶ ὁ Ἰσραὴλ δὲν ἔδωκε προσοχὴν εἰς ἐμέ.
13 καὶ ἐξαπέστειλα αὐτοὺς κατὰ τὰ ἐπιτηδεύματα τῶν καρδιῶν αὐτῶν, πορεύσονται ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν.13 Δια τούτο και εγώ τους αφήκα να πορεύωνται σύμφωνα με τας ενόχους επιθυμίας των αμαρτωλών καρδιών των, να πορεύωνται και να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την σκοτισμένην θέλησιν και διάθεσίν των.13 Καὶ τοὺς ἀφῆκα λοιπὸν νὰ βαδίζουν κατὰ τὰς ἀρεσκείας καὶ τὰς ἐνόχους ἐπιθυμίας τῶν τυφλωμένων καρδιῶν των, θὰ πηγαίνουν καὶ θὰ συμπεριφέρωνται κατὰ τὰς ἐσκοτισμένας βουλὰς καὶ διαθέσεις των.
14 εἰ ὁ λαός μου ἤκουσέ μου, ᾿Ισραὴλ ταῖς ὁδοῖς μου εἰ ἐπορεύθη,14 Εάν ο λαός μου με ήκουεν, εάν ο ισραηλιτικός λαός επορεύετο στους δρόμους μου, αμέσως14 Ἐὰν ὁ λαός μου μὲ ἤκουε, ἐὰν ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἐπορεύετο καὶ ἐβάδιζε κατὰ τὰς ἐντολάς μου,
15 ἐν τῷ μηδενὶ ἂν τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν ἐταπείνωσα καὶ ἐπὶ τοὺς θλίβοντας αὐτοὺς ἐπέβαλον ἂν τὴν χεῖρά μου.15 και στο μηδέν θα είχα ταπεινώσει τους εχθρούς των και θα άπλωνα βαρείαν και τιμωρόν την χείρα μου εναντίον εκείνων, οι οποίοι τους καταθλίβουν και τους ταπεινώνουν.15 εὐκόλως καὶ μὲ τὸ τίποτε θὰ εἶχον ταπεινώσει τοὺς ἐχθρούς των καὶ ἐπὶ τῶν καταπιεζόντων αὐτοὺς θὰ ἐπέβαλλον τιμωρὸν καὶ βαρεῖαν τὴν χεῖρα μου.
16 οἱ ἐχθροὶ Κυρίου ἐψεύσαντο αὐτῷ, καὶ ἔσται ὁ καιρὸς αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα.16 Οι εχθροί του Κυρίου θα ηναγκάζοντο, έστω και υποκριτικώς, να δηλώσουν υποταγήν εις αυτόν, ενώ ο λαός του Ισραήλ θα έμενεν ειρηνικός και ευτυχής παντοτεινά.16 Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίου θὰ ἐξηναγκάζοντο νὰ ὑποκριθοῦν ὑποταγὴν εἰς αὐτὸν καὶ ὁ καιρὸς τῆς εὐδαιμονίας καὶ ἀκμῆς τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ θὰ διήρκει αἰωνίως.
17 καὶ ἐψώμισεν αὐτοὺς ἐκ στέατος πυροῦ καὶ ἐκ πέτρας μέλι ἐχόρτασεν αὐτούς.17 Τοτε ο Θεός τους έθρεψεν εις την έρημον με το πλέον εκλεκτόν άλευρον του σίτου και τους εχόρτασε με άφθονον μέλι από την ξηράν και άγονον πέτραν. Ετσι και τώρα θα τους διέτρεφε και θα τους εχόρταινε, εάν υπήκουον εις τας εντολάς του.17 Καὶ τότε ἐν τῇ ἐρήμῳ τοὺς διέθρεψεν ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἀφρὸν τοῦ σίτου καὶ μὲ τὸ μέλι ἀπὸ τὰς ρωγμὰς τῶν βράχων τοὺς ἐχόρτασε. Οὕτω καὶ τώρα, ἐὰν ὁ λαὸς ὑπήκουε, θὰ διέτρεφε καὶ θὰ ἐχόρταζεν αὐτοὺς ὁ Κύριος.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΠΑ'🔸
                            (81)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ ᾿Ασάφ.
1 (Μασ. 82) Ο ΘΕΟΣ ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ.1 (Μασ. 82) Ο Θεός εστάθη ανάμεσα εις συγκέντρωσιν των κριτών και αρχόντων της Ιουδαίας. Εν μέσω δε αυτών ως υπέρτατος Θεός- κριτής θα κρίνη αυτούς, που έχουν αναλάβει και διαχειρίζονται θείαν εξουσίαν. Θα τους ερωτήση και θα τους ελέγξη λέγων·1 Ο Θεὸς ἐστάθη ἐν μέσῳ συνάξεως κριτῶν καὶ ἀρχόντων, τοὺς ὁποίους ὡς ἀντιπροσώπους του ἐγκατέστησε καὶ διὰ θείου κύρους περιέβαλεν, ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης, ἐν μέσῳ δὲ αὐτῶν καταλαβὼν τὴν πρέπουσαν εἰς αὐτὸν θέσιν, θὰ κρίνῃ τοὺς περιβεβλημένους θείαν ἐξουσίαν καὶ διαχειριζομένους αὐτήν.
2 ἕως πότε κρίνετε ἀδικίαν καὶ πρόσωπα ἁμαρτωλῶν λαμβάνετε; (διάψαλμα).2 Εως πότε θα δικάζετε αδίκως και θα λαμβάνετε υπ' όψιν πρόσωπα χαριζόμενοι εις αμαρτωλούς, πλουσίους και ισχυρούς;2 Ἕως πότε θὰ δικάζετε ἀδίκως καὶ θὰ προσωποληπτῆτε, χαριζόμενοι εἰς πρόσωπα ἁμαρτωλῶν πλουσίων καὶ ἰσχυρῶν;
3 κρίνατε ὀρφανῷ καὶ πτωχῷ, ταπεινὸν καὶ πένητα δικαιώσατε·3 Φροντίσατε να εκδίδετε δικαίας αποφάσεις υπέρ του ορφανού και του πτωχού να αποδίδετε το δίκαιον στον αθώον, στον ταπεινόν και πτωχόν άνθρωπον.3 Ἐκδώσατε δικαίαν κρίσιν ὑπὲρ τοῦ ὀρφανοῦ καὶ πτωχοῦ, ἀποδώσατε τὸ δίκαιόν του εἰς τὸν ταπεινὸν καὶ τὸν διατελοῦντα εἰς ἐσχάτην ἔνδειαν.
4 ἐξέλεσθε πένητα καὶ πτωχόν, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ ρύσασθε αὐτόν.4 Ελευθερώσατε τον αξιοδάκρυτον και πτωχόν από τους εκμεταλλευομένους αυτόν, γλυτώσατέ τον από τα χέρια του αδίκου και αμαρτωλού.4 Ἐλευθερώσατε τὸν ἐλεεινὸν καὶ πτωχὸν ἀπὸ τοὺς καταπιέζοντας αὐτὸν ἐκμεταλλευτάς, γλυτώσατε τὸν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἀδίκου καὶ ἁμαρτωλοῦ.
5 οὐκ ἔγνωσαν οὐδὲ συνῆκαν, ἐν σκότει διαπορεύονται· σαλευθήσονται πάντα τὰ θεμέλια τῆς γῆς.5 Οι άδικοι όμως κριταί, σκοτισμένοι εις την ηθικήν αναλγησίαν των, δεν είχαν και δεν ηθέλησαν να έχουν επίγνωσιν των καθηκόντων, που τους επιβάλλει το αξίωμά των. Ούτε αντελήφθησαν με ποίαν σύνεσιν πρέπει να ασκούν το έργον των. Περιπατούν εις τα σκοτάδια των αδίκων κρίσεων. Εξ αιτίας των αδίκων αποφάσεών των συνεκλονίσθησαν τα θεμέλια της κοινωνίας των.5 Οἱ ἄδικοι ὅμως κριταὶ πάσχουν ἀπὸ ἠθικὴν τύφλωσιν καὶ ἀγνωσίαν. Δὲν ἐγνώρισαν ποία καθήκοντα τοὺς ἐπιβάλλει τὸ ἀξίωμά των· οὔτε ἐκατάλαβαν μὲ ποίαν σύνεσιν πρέπει νὰ ἀσκοῦν τὸ ἔργον των. Εἶναι τυφλωμένοι καὶ θὰ συμπεριφέρωνται μὲ πλήρη ἀγνωσίαν τοῦ δικαίου καὶ ἐξ ὁλοκλήρου βυθισμένοι εἰς τὴν πλάνην. Καὶ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Θὰ σαλευθοῦν ὅλα τὰ θεμέλια τῆς γῆς. Ὅταν ἡ δικαιοσύνη διαφθείρεται καὶ διασαλεύονται αἱ ἠθικαὶ βάσεις, ἄρδην καὶ ἐκ θεμελίων ἀνατρέπεται πᾶσα κοινωνία.
6 ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ ῾Υψίστου πάντες·6 Εγώ δε είπα προς σας, ω δικασταί. Ολοι σεις είσθε αντιπρόσωποι του δικαίου Θεού, υιοί του Υψίστου, του ενός και μοναδικού Θεού.6 Ἐγώ, ὅταν σᾶς ἐγκαθίστων εἰς τὸ ἀξίωμα, εἶπον· Ὡς ἀντιπρόσωποί μου καὶ ὡς διαχειριζόμενοι τὴν ἐξουσίαν μου εἶσθε θεοὶ καὶ ὅλοι εἶσθε υἱοὶ ἐμοῦ τοῦ Ὑψίστου.
7 ὑμεῖς δὲ ὡς ἄνθρωποι ἀποθνήσκετε καὶ ὡς εἷς τῶν ἀρχόντων πίπτετε.7 Σεις όμως, αναίσθητοι εις την τιμήν του αξιώματός σας, αδικείτε, δι' αυτό και θα αποθάνετε ωσάν ένας από τους κοινούς και συνήθεις και χωρίς υπόληψιν άρχοντας.7 Σεῖς ὅμως, ἐπειδὴ δὲν συνησθάνθητε τὰς εὐθύνας καὶ ὑποχρεώσεις σας, θὰ ἀποστερηθῆτε τῆς τιμῆς καὶ τοῦ ἀξιώματός σας, καὶ θὰ ἀποθάνετε ὡς κοινοὶ καὶ ἄσημοι ἄνθρωποι καὶ θὰ πέσετε ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς συνήθεις ἄρχοντας, τοὺς ὁποίους δὲν περιέβαλον ἐγὼ μὲ τὸ κῦρος μου.
8 ἀνάστα, ὁ Θεός, κρίνων τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.8 Ακούων αυτά εγώ, ο εμπνευσμένος ποιητής, κράζω προς τον Θεόν· Σηκω, λοιπόν, ω Θεέ, και εφάρμοσε την δικαίαν σου κρίσιν και απόφασιν επί της γης, διότι κάτω από την ιδικήν σου κυριότητα και κατοχήν ευρίσκονται όλα τα έθνη.8 Καὶ ταῦτα μὲν κραυγάζει ὁ Θεὸς πρὸς τοὺς ἀνόμους κριτάς. Ἐγὼ δὲ ἀναβοῶ· ἐγέρθητι, ὦ Θεέ, καὶ διὰ νὰ ἐξαλειφθῇ πᾶσα ἀδικία κρῖνε σὺ τὴν γῆν. Ἁρμόζει τοῦτο εἰς σὲ καὶ εἶναι δικαίωμά σου, διότι ὅλα τὰ ἔθνη σου ἀνήκουν καὶ θὰ κληρονομήσεις αὐτὰ ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τῆς μεταξὺ αὐτῶν ἐπικρατήσεως τῆς βασιλείας σου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΠΒ'🔸
                            (82)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ᾿ῼδὴ ψαλμοῦ τῷ ᾿Ασάφ.11
2 (Μασ. 83) Ο ΘΕΟΣ, τίς ὁμοιωθήσεταί σοι; μὴ σιγήσῃς μηδὲ καταπραΰνῃς, ὁ Θεός·2 (Μασ. 83) Ω Θεέ μου, ποιός είναι δυνατόν να συγκριθή και αντιπαραβληθή με σένα; Δι' αυτό, ως παντοδύναμος και πάνσοφος που είσαι, μη μένης σιωπηλός, μηδέ καταπραΰνης και μη αφήσης ανεκδήλωτον την δικαίαν σου οργήν, ω Θεέ μου.2 Ω Θεέ μου, ποῖος δύναται νὰ συγκριθῇ πρὸς σέ; Κανεὶς δὲν εἶναι ὅμοιός σου· δι' αὐτὸ καὶ ἐγὼ προσφεύγω εἰς σέ. Μὴ παραμείνῃς σιωπηλὸς καὶ μὴ συγκρατήσῃς τὴν ὀργήν σου. Μὴ δειχθῇς ἀπαθὴς καὶ ἀδιάφορος, ὦ Θεέ μου.
3 ὅτι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου ἤχησαν, καὶ οἱ μισοῦντές σε ᾖραν κεφαλήν,3 Διότι οι εχθροί μας, που είναι και ιδικοί σου εχθροί, εξέσπασαν εις οχλοβοήν πολεμικήν και οι μισούντες σε εσήκωσαν υπερήφανον την κεφαλήν των εναντίον μας.3 Διότι ἰδού οἱ ἐχθροί σου ἐξέσπασαν μὲ πολὺν θόρυβον καὶ ταραχὴν καὶ αὐτοὶ ποὺ σὲ μισοῦν, ἐσήκωσαν θρασεῖαν κεφαλήν.
4 ἐπὶ τὸν λαόν σου κατεπανουργεύσαντο γνώμην καὶ ἐβουλεύσαντο κατὰ τῶν ἁγίων σου·4 Συνέλαβαν και κατέστρωσαν πανούργα σχέδια εναντίον του λαού σου. Ελαβαν ολεθρίας αποφάσεις εναντίον των αγίων σου Ισραηλιτών.4 Συνέλαβον κατὰ τοῦ λαοῦ σου σχέδια γεμᾶτα πανουργίαν, καὶ ἔλαβον ἐξολοθρευτικὰς ἀποφάσεις κατὰ τῶν ἀφιερωμένων εἰς σὲ Ἰσραηλιτῶν.
5 εἶπαν· δεῦτε καὶ ἐξολοθρεύσωμεν αὐτοὺς ἐξ ἔθνους, καὶ οὐ μὴ μνησθῇ τὸ ὄνομα ᾿Ισραὴλ ἔτι.5 Απεφάσισαν και είπαν μεταξύ των· Ελάτε να τους εξολοθρεύσωμεν, ώστε να παύσουν να αποτελούν έθνος και κανείς να μη ενθυμήται πλέον το όνομα των Ισραηλιτών.5 Εἶπαν· Ἔλθετε καὶ ἂς ἐξολοθρεύσωμεν αὐτούς, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν ὡς ἔθνος, καὶ νὰ μὴ μνημονεύεται πλέον τὸ ὄνομα Ἰσραήλ.
6 ὅτι ἐβουλεύσαντο ἐν ὁμονοίᾳ ἐπὶ τὸ αὐτό, κατὰ σοῦ διαθήκην διέθεντο6 Μη μείνης αδιάφορος, Κυριε, διότι αυτοί από κοινού και εκ συστάσεως με μίαν καρδίαν όλοι των απεφάσισαν την καταστροφήν μας. Υπέγραψαν ένορκον συμφωνίαν εναντίον σου.6 Μὴ δειχθῇς λοιπὸν ἀδιάφορος, Κύριε, διότι μὲ ὁμόνοιαν καὶ πλήρη συμφωνίαν, μὲ μίαν καρδίαν ὅλοι των ἔλαβον ἀποφάσεις, συνῆψαν συνθήκην κατὰ σοῦ.
7 τὰ σκηνώματα τῶν ᾿Ιδουμαίων καὶ οἱ ᾿Ισμαηλῖται, Μωὰβ καὶ οἱ ᾿Αγαρηνοί,7 Αυτοί οι εχθροί μας είναι οι σκηνίται, οι Ιδουμαίοι, οι Ισμαηλίται, οι Μωαβίται και οι Αγαρηνοί.7 Ποῖοι δέ; Οἱ σκηνῖται τῆς πρὸς νότον τῆς Νεκρᾶς θαλάσσης χώρας Ἰδουμαῖοι καὶ οἱ μεταξὺ τῆς Ἀραβίας καὶ Ἀσσυρίας κατοικοῦντες Ἰσμαηλῖται· οἱ παρὰ τὴν Νεκρὰν θάλασσαν ἐγκατεστημένοι Μωαβῖται καὶ οἱ βορείως τῆς Παλαιστίνης οἰκοῦντες Ἀγαρηνοί,
8 Γεβὰλ καὶ ᾿Αμμὼν καὶ ᾿Αμαλὴκ καὶ ἀλλόφυλοι μετὰ τῶν κατοικούντων Τύρον.8 Οι της φυλής Γεβάλ και Αμμών και Αμαλήκ, οι Φιλισταίοι και οι κάτοικοι της Τυρου.8 οἱ γείτονες τῶν Ἰδουμαίων Γεβαληνοὶ καὶ οἱ πέραν τοῦ Ἰορδάνου Ἀμμωνῖται καὶ οἱ ἐν τῇ Πετραίᾳ Ἀραβίᾳ διαμένοντες Ἀμαληκῖται καὶ οἱ ἀλλόφυλοι Φιλισταῖοι μετὰ τῶν κατοικούντων τὴν Τύρον.
9 καὶ γὰρ καὶ ᾿Ασσοὺρ συμπαρεγένετο μετ᾿ αὐτῶν, ἐγενήθησαν εἰς ἀντίληψιν τοῖς υἱοῖς Λώτ. (διάψαλμα).9 Αλλά και οι Ασσύριοι συνετάχθησαν και ήλθον με το μέρος αυτών. Εβοήθησαν τους απογόνους του Λωτ εναντίον μας, τους Μωαβίτας και Αμμωνίτας.9 Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἀσσύριοι ἦλθον μαζὶ μὲ αὐτούς, καὶ ἔγιναν βοηθοὶ καὶ σύμμαχοι τῶν ἀπογόνων τοῦ Λώτ, τῶν Μωαβιτῶν τουτέστι καὶ Ἀμμωνιτῶν.
10 ποίησον αὐτοῖς ὡς τῇ Μαδιὰμ καὶ τῷ Σισάρᾳ, ὡς τῷ ᾿Ιαβεὶμ ἐν τῷ χειμάρρῳ Κεισών·10 Πράξε εναντίον αυτών ο,τι άλλοτε έκαμες εναντίον των Μαδιανιτών, εναντίον του σκληρού στρατηγού των Σισάρα και του βασιλέως Ιαβείν εις τον χείμαρρον Κεισών.10 Ποίησον εἰς αὐτοὺς ὅπως ἄλλοτε ἐποίησας εἰς τοὺς κατοίκους τῆς γῆς Μαδιάμ, οἱ ὁποῖοι ἐξωντώθησαν ὑπὸ τοῦ Γεδεών, καὶ ὅπως ἐποίησας εἰς τὸν ὦμον στρατηγὸν Σισάρα, καθὼς καὶ εἰς τὸν βασιλέα τούτου Ἰαβείν, τὸν ἀσεβῆ δυνάστην τῆς Χαναάν, ὁ ὁποῖος ἐπατάχθη παρὰ τὸν χείμαρρον Κεισὼν ὑπὸ τοῦ Βαρὰκ καὶ τῆς Δεββώρας.
11 ἐξωλοθρεύθησαν ἐν ᾿Αενδώρ, ἐγενήθησαν ὡσεὶ κόπρος τῇ γῇ.11 Εκείνοι εξωλοθρεύθησαν δια της δικαίας σου οργής εις Αενδώρ και τα σώματά των έγιναν κόπρος και λίπασμα της γης.11 Ἐξωλοθρεύθησαν ἐν τῇ πόλει Δενδώρ, ἔγιναν σὰν κόπρος καὶ λίπασμα διὰ τὴν γῆν.
12 θοῦ τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ὡς τὸν ᾿Ωρὴβ καὶ Ζὴβ καὶ Ζεβεὲ καὶ Σαλμανὰ πάντας τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν,12 Ολους τους άρχοντας αυτών θέσε τους εις την αυτήν μοίραν και τιμώρησέ τους, όπως δια του Γεδεών εξωλόθρευσας τον Ωρήβ και Ζηβ και Ζεβεέ και Σαλμανά, όλους τους άρχοντας των Μαδιανιτών·12 Τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ὅλους θέσε τους εἰς τὸν αὐτὸν τόπον καὶ τιμώρησέ τους, ὅπως διὰ τοῦ Γεδεὼν ἐξωλόθρευσας τὸν Ὠρὴβ καὶ Ζὴβ καὶ Ζεβεὲ καὶ Σαλμανά, ὅλους τοὺς ἄρχοντας τῶν Μαδιανιτῶν ἐκείνων,
13 οἵτινες εἶπαν· Κληρονομήσωμεν ἑαυτοῖς τὸ ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ.13 αυτών, οι οποίοι είπαν· Ας κατακτήσωμεν ως ιδικήν μας κληρονομίαν και εις όφελος του εαυτού μας τον άγιον τόπον, τον ναόν και το θυσιαστήριον του Θεού.13 οἱ ὁποῖοι εἶπαν· ἂς κατακτήσωμεν ὡς κληρονομίαν ἰδικήν μας καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ ἐαυτοῦ μας τὰ θυσιαστήρια καὶ τὸν ἅγιον τόπον τοῦ Θεοῦ.
14 ὁ Θεός μου, θοῦ αὐτοὺς ὡς τροχόν, ὡς καλάμην κατὰ πρόσωπον ἀνέμου·14 Ω Θεέ μου, κάμε τους ωσάν ανεμοστρόβιλον, ώστε να μη ημπορούν να σταθούν πουθενά. Καμε τους ωσάν το ξηρόν άχυρον, που το φυσά και το διασκορπίζει ο άνεμος.14 Ὦ Θεέ μου, μετάβαλέ τους εἰς τροχὸν καὶ ἀνεμοστρόβιλον, ὥστε νὰ μὴ στέκωνται πουθενά, ἀλλ’ ὑπὸ συνεχῶν καὶ ἀπαύστων συμφορῶν νὰ περιστρέφωνται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ· κάμε τους σὰν ξηρὸν ἄχυρον ποὺ τὸ φυσᾷ ὁ ἄνεμος καὶ τὸ διασκορπίζει.
15 ὡσεὶ πῦρ, ὃ διαφλέξει δρυμόν, ὡσεὶ φλόξ, ἣ κατακαύσει ὄρη,15 Κατάκαυσέ τους, όπως η πυρκαϊά κατακαίει τα δάση του δρυμού, όπως μια μεγάλη φλόγα κατακαίει τα κατάφυτα όρη.15 Κατάκαυσέ τους ὡς τὸ πῦρ, τὸ ὁποῖον, ὅταν εἰσχωρήσῃ εἰς δάσος, κατακαίει τοῦτο ὁλόκληρον, καὶ ὅπως ἡ φλόξ, ἡ ὁποία θὰ κατακαύσῃ τὰ κατάφυτα βουνά.
16 οὕτως καταδιώξεις αὐτοὺς ἐν τῇ καταιγίδι σου, καὶ ἐν τῇ ὀργῇ σου συνταράξεις αὐτούς.16 Ετσι και συ, Κυριε, καταδίωξέ τους εις την καταιγίδα της οργής σου, αναστάτωσέ τους και συγκλόνισέ τους επάνω στον δίκαιον θυμόν σου.16 Οὕτω καὶ σὺ καταδίωξέ τους μὲ τὸν θυμόν σου ποὺ ἐκσπᾷ ὡς ἄλλη καταιγὶς καὶ μὲ τὴν ὀργήν σου συντάραξέ τους ὅλους.
17 πλήρωσον τὰ πρόσωπα αὐτῶν ἀτιμίας, καὶ ζητήσουσι τὸ ὄνομά σου, Κύριε.17 Γέμισε τα πρόσωπά των με καταισχύνην και εξευτελισμόν, ώστε να αναγκασθούν να επικαλεσθούν το όνομά σου, Κυριε.17 Γέμισε τὰ πρόσωπά των ἀπὸ ἀτιμίαν καὶ θὰ ἀναγκασθοῦν ἐκ φόβου νὰ ζητήσουν τὸ ὄνομά σου, Κύριε.
18 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ταραχθήτωσαν εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος καὶ ἐντραπήτωσαν καὶ ἀπολέσθωσαν18 Ας κατεντροπιασθούν, ας αναστατωθούν δια μέσου όλων των αιώνων, ας εντροπιαοθούν και ας εξολοθρευθούν.18 Ἂς ἐντροπιασθοῦν καὶ ἂς καταληφθοῦν ἀπὸ φόβον καὶ ταραχὴν πάντοτε καὶ ἀτελευτήτως εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Καὶ ἂς κατεντροπιασθοῦν καὶ ἂς ἀπολεσθοῦν μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς·
19 καὶ γνώτωσαν ὅτι ὄνομά σοι Κύριος· σὺ μόνος ῞Υψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.19 Ας αναγνωρίσουν αυτοί, ότι το όνομά σου είναι Κυριος, ότι συ είσαι ο μοναδικός και Υψιστος Κυριος εις όλην την γην.19 καὶ ἂς γνωρίσουν οἱ ἄλλοι, ὅσοι θὰ διαφύγουν τὸν ὄλεθρον, ὅτι ὄχι τὰ ὀνόματα τῶν ψευδοθεῶν των, ἀλλὰ τὸ ἰδικόν σου ὄνομα εἶναι <τὸ Κύριος>. Σὺ μόνος εἶσαι ὕψιστος ἐφ' ὅλης τῆς γῆς.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΠΓ'🔸
                             (83)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ληνῶν· τοῖς υἱοῖς Κορὲ ψαλμός.11
2 (Μασ. 84) ΩΣ ΑΓΑΠΗΤΑ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων.2 (Μασ. 84) Ποσον αγαπητοί και ποθητοί είναι εις εμέ οι ιεροί χώροι του ναού σου, όπου κατοικείς συ, ο Κυριος των ουρανίων και επιγείων δυνάμεων.2 Πόσον ἀγαπητὰ εἶναι τὰ σκηνώματά σου, ὁ ναός σου δηλαδὴ καὶ ὅλοι οἱ περὶ αὐτὸν ἱεροὶ χῶροι, ὦ Κύριε τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων.
3 ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου, ἡ καρδία μου καὶ ἡ σάρξ μου ἠγαλλιάσαντο ἐπὶ Θεὸν ζῶντα.3 Φλέγεται η ψυχή μου από τον πόθον, λυώνει από την επιθυμίαν να ευρεθή εις τας αυλάς του Κυρίου. Η ψυχή μου και το σώμα μου σκιρτούν από χαράν και ευφροσύνην διο· τον αληθινόν και ζώντα Θεόν.3 Ἀπὸ μακροῦ, ἀφ’ ὅτου εἰς μακρυνάς διατρίβω χώρας, ποθεῖ σφοδρῶς καὶ ἀπὸ τὸν πόθον της τήκεται καὶ λειώνει ἡ ψυχή μου ἐπιθυμοῦσα νὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου. Ἡ καρδία μου καὶ τὸ σῶμα μου μετ' ἀγαλλιάσεως πολλῆς ἐσκίρτων νὰ ἔλθουν εἰς τὸν Θεόν, ποὺ δὲν εἶναι νεκρὸς σὰν τὰ εἴδωλα, ἀλλ’ εἶναι Θεὸς ζωντανὸς καὶ ἀθάνατος.
4 καὶ γὰρ στρουθίον εὗρεν ἑαυτῷ οἰκίαν καὶ τρυγὼν νοσσιὰν ἑαυτῇ, οὗ θήσει τὰ νοσσία ἑαυτῆς, τὰ θυσιαστήριά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων, ὁ Βασιλεύς μου καὶ ὁ Θεός μου.4 Και αυτά τα στρουθία ευρήκαν στον ναόν σου κατοικίαν. Η τρυγών έκαμε εκεί την φωλεάν δια τους νεοσσούς της. Το θυσιαστήριόν σου ποθώ και εγώ, Κυριε των δυνάμεων, ο βασιλεύς μου και ο Θεός μου.4 Διότι ὄχι μόνον οἱ δοῦλοι σου θέλγονται εἰς τὸν ἱερὸν τοῦτον τόπον, ἀλλὰ καὶ τὸ στρουθίον εὗρε δι' ἑαυτὸ κατοικίαν καὶ ἡ τρυγὼν φωλεὰν δι ’ ἑαυτήν, ὅπου θὰ θέσῃ τοὺς νεοσσούς της. Ὤ! Τὰ θυσιαστήριά σου, Κύριε τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων, ὦ βασιλεῦ μου καὶ Θεέ μου, αὐτὰ ποθῶ καὶ ἐγὼ καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἔχω καταφύγιόν μου.
5 μακάριοι οἱ κατοικοῦντες ἐν τῷ οἴκῳ σου, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων αἰνέσουσί σε. (διάψαλμα).5 Τρισευτυχισμένοι και ευλογημένοι είναι εκείνοι, που κατοικούν εις τας αυλάς του ναού σου, διότι αυτοί και οι απόγονοί των θα σε υμνολογούν παντοτεινά.5 Μακάριοι εἶναι οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ λευῖται καὶ οἱ μόνιμοι κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν ἐν τῷ οἴκῳ σου. Διηνεκῶς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων αὐτοὶ καὶ αἱ γενεαί των θὰ σὲ ὑμνοῦν.
6 μακάριος ἀνήρ, ᾧ ἐστιν ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ παρὰ σοί· ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ διέθετο6 Τρισευτυχισμένος ο άνθρωπος, που ευρίσκεται κάτω από την κραταιάν προστασίαν σου και απεφάσισε με την καρδιά του να πραγματοποιήση ιεράν άνοδον, ευλαβή επίσκεψιν προς την Σιών.6 Μακάριος εἶναι καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει τὴν ἀντίληψιν καὶ βοήθειάν σου καὶ ὁ ὁποῖος μακρὰν τῆς Ἱερουσαλὴμ κατοικῶν ἐθεσεν εἰς τὴν καρδίαν του καὶ εἰς τὸν νοῦν του ἀπόφασιν καὶ σκοπὸν νὰ ἀναλάβῃ ἀναβάσεις καὶ ἱερὰν ἀποδημίαν εἰς τὴν ἁγίαν Σιών.
7 εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος, εἰς τὸν τόπον, ὃν ἔθετο· καὶ γὰρ εὐλογίας δώσει ὁ νομοθετῶν.7 Θα διέλθη από την κοιλάδα του κλαυθμώνος, θα ανεβή στον ιερόν τόπον της Σιών, εκεί όπου εσκόπευε να φθάση. Και ο Κυριος, που εθεσμοθέτησε τας εορτάς και τους ιερούς αυτούς τόπους, θα γεμίση με τας ευλογίας του τους προσκυνητάς.7 Θὰ προχωρῇ οὗτος διὰ μέσου τῆς κοιλάδος τοῦ κλαυθμῶνος καὶ θὰ διαβαίνῃ μὲ πολυμόχθους πεζοπορίας τόπους χαμηλοὺς καὶ λαγκάδια καὶ ἐρήμους χωρὶς νερὸν διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ὡς πολυπόθητον τέρμα τῆς ἱερᾶς ἀποδημίας του ὥρισεν. Εἶναι μακάριος οὗτος, διότι θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν εὐλογίας ἐκεῖνος, ὅστις ἐνομοθέτησε κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς ν’ ἀποδημοῦν οἱ Ἰουδαῖοι εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.
8 πορεύσονται ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν, ὀφθήσεται ὁ Θεὸς τῶν θεῶν ἐν Σιών.8 Αυτοί θα πορεύωνται προς την Σιών, με νέας πάντοτε και ακμαίας δυνάμεις. Και όταν φθάσουν εκεί, θα εμφανισθή ο Θεός των Θεών και Κυριος των κυρίων εις την Σιών.8 Οἱ εὐλαβεῖς αὐτοὶ ἀποδημηταὶ δὲν θὰ ἀποκάμουν βαδίζοντες, ἀλλ’ ὁ πόθος των θὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς νέας δυνάμεις. Θὰ προχωροῦν ὁλονὲν ἐνισχυόμενοι μὲ νέους βαθμοὺς καὶ μὲ αὐξανομένας δόσεις δυνάμεως, θὰ ὀφθῇ εἰς αὐτοὺς ὁ Θεὸς τῶν θεῶν ἐν τῇ Σιών.
9 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι, ὁ Θεὸς ᾿Ιακώβ. (διάψαλμα).9 Κυριε και Θεέ των ουρανίων και επιγείων δυνάμεων, άκουσε με ευμένειαν την προσευχήν μου, δέξαι την εις τα αυτιά σου, ω Θεέ του Ιακώβ και των απογόνων του.9 Κύριε, ποὺ εἶσαι καὶ Θεὸς τῶν ἐν οὐρανοῖς δυνάμεων, ἔχων αὐτὰς ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγάς σου, εἰσάκουσον τὴν προσευχήν μου, πρόσδεξαι αὐτὴν εἰς τὰ ὦτά σου, ὦ Θεὲ τοῦ Ἰακώβ.
10 ὑπερασπιστὰ ἡμῶν, ἴδε, ὁ Θεός, καὶ ἐπίβλεψον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ χριστοῦ σου.10 Ω Θεέ, συ ο οποίος είσαι ο υπερασπιστής και προστάτης μας, ρίξε ένα ευμενές βλέμμα στο πρόσωπον του βασιλέως, τον οποίον συ έχρισες ως βασιλέα.10 Ὦ Θεέ μου, σὺ ποὺ μᾶς ὑπερασπίζεις πάντοτε, ἰδέ, καὶ ἐπίβλεψον μετ’ εὐμενείας καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ βασιλέως, τὸν ὁποῖον σὺ ἔχρισας καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι χριστὸς ἰδικός σου. Ἀξίωσέ μας μετ’ αὐτοῦ νὰ ἀπολαμβάνωμεν τὰ θυσιαστήριά σου.
11 ὅτι κρείσσων ἡμέρα μία ἐν ταῖς αὐλαῖς σου ὑπὲρ χιλιάδας· ἐξελεξάμην παραρριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἢ οἰκεῖν με ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν.11 Δι' εμέ είναι προτιμότερον να ζήσω έστω και μίαν ημέραν εις τας αυλάς του ναού σου, παρά να ζω χιλιάδας ημέρας μακράν από σε και τον ναόν σου. Εχω πλέον προτιμήσει και προτιμώ να είμαι κάπου παραπεταμένος στον ναόν του Θεού μου, παρά να κατοικώ εις πλουσίας κατοικίας αμαρτωλών ανθρώπων.11 Διότι εἶναι προτιμοτέρα μία καὶ μόνη ἡμέρα εἰς τὰς ἁγίας αὐλάς σου, παρὰ χιλιάδες ἄλλαι ἡμέραι ποὺ περνοῦν μακρὰν ἀπὸ τὸ ἱερόν σου. Προετίμησα νὰ εἶμαι παραπεταμένος εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ μου καὶ να ἔχω τὴν ἐσχάτην θέσιν ἐν αὐτῷ, παρὰ νὰ κατοικῶ εἰς σκηνώματα καὶ ἀνάκτορα ἁμαρτωλῶν.
12 ὅτι ἔλεος καὶ ἀλήθειαν ἀγαπᾷ Κύριος ὁ Θεός, χάριν καὶ δόξαν δώσει· Κύριος οὐ στερήσει τὰ ἀγαθὰ τοῖς πορευομένοις ἐν ἀκακίᾳ.12 Διότι ο Κυριος και Θεός αγαπά το έλεος και την αλήθειαν, θα δώσης δε στους προσκυνούντας και πιστεύοντας εις αυτόν χάριν και δόξαν. Ο Κυριος δεν θα στερήση ποτέ τα αγαθά από εκείνους, οι οποίοι πορεύονται με αγαθότητα και απλότητα.12 Προτιμῶ νὰ εἶμαι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, διότι ἐκεῖ θὰ εὑρίσκω ἔλεος καὶ οἰκτιρμούς. Ὁ Κύριος ἀγαπᾷ νὰ ἐκχύνῃ τὸ ἔλες τού καὶ νὰ δεικνύεται πιστὸς καὶ ἀληθὴς εἰς τὰς ὑποσχέσεις του. Θὰ δώσῃ ὁ Θεὸς χάριν καὶ δόξαν. Ὁ Κύριος δὲν θὰ στερήσῃ τὰ ἀγαθά του εἰς ἐκείνους, ποὺ βαδίζουν καὶ συμπεριφέρονται μὲ ἀκακίαν καὶ ἀγαθότητα.
13 Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπὶ σέ.13 Ω Κυριε και Θεέ των δυνάμεων ουρανού και γης, τρισευτυχισμένος και ευλογημένος είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος έχει αποθέσει την ελπίδα του μετά πίστεως εις σέ.13 Κύριε, ποὺ εἶσαι Θεὸς καὶ δεσπότης τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων, μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐλπίζει εἰς σέ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΠΔ'🔸
                             (84)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· τοῖς υἱοῖς Κορὲ ψαλμός.11
2 (Μασ. 85) ΕΥΔΟΚΗΣΑΣ, Κύριε, τὴν γῆν σου, ἀπέστρεψας τὴν αἰχμαλωσίαν ᾿Ιακώβ·2 (Μασ. 85) Εκαμες φανεράν και έστειλες, Κυριε, την ευαρέσκειάν σου εις την γην της Επαγγελίας, διότι επανέφερες εις αυτήν τους αιχμαλώτους απογόνους του Ιακώβ.2 Εξεδήλωσας, Κύριε, τὴν εὐαρέσκειάν σου εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ ἀνήκει ἰδιαιτέρως εἰς σὲ καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην χώραν εἶναι ἰδική σου, ἐπέστρεψας εἰς αὐτὴν τοὺς αἰχμαλωτισθέντας ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ.
3 ἀφῆκας τὰς ἀνομίας τῷ λαῷ σου, ἐκάλυψας πάσας τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. (διάψαλμα).3 Εδωσες συγχώρησιν εις τας παρανομίας του λαού σου και εσκέπασες εν τω ελέει σου όλας τας αμαρτίας των.3 Συνεχώρησας τὰς παρανομίας εἰς τὸν λαόν σου, ἐσκέπασας, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται ὁλοτελῶς, πάσας τὰς ἁμαρτίας των.
4 κατέπαυσας πᾶσαν τὴν ὀργήν σου, ἀπέστρεψας ἀπὸ ὀργῆς θυμοῦ σου.4 Εσταμάτησες την εναντίον μας δικαίαν σου οργήν, αφήκες κατά μέρος την οργήν του θυμού σου.4 Ἐσταμάτησες καὶ ἔδωκες παῦσιν εἰς πᾶσαν τὴν ὀργήν σου, ἔστρεψας καὶ ἀπεμακρύνθης ἀπὸ τὴν ὀργὴν τῆς σφοδρὰς ἀγανακτήσεώς σου.
5 ἐπίστρεψον ἡμᾶς, ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν, καὶ ἀπόστρεψον τὸν θυμόν σου ἀφ᾿ ἡμῶν.5 Επανάφερε όλους μας από την εξορίαν, ω Κυριε, συ ο οποίος πολλές φορές μας έχεις σώσει κατά το παρελθόν. Απομάκρυνε τον δίκαιον θυμόν σου από ημάς.5 Ἐπίστρεψέ μας ὅλους ἀπὸ τὴν ἐξορίαν, καὶ ἐκείνους ἀκόμη ποὺ ὑπελείφθησαν εἰς αὐτήν, ὦ Ὕψιοτε Θεέ, ὁ ὁποῖος τόσας φορὰς εἰς τὸ παρελθὸν μᾶς ἐχάρισες τὴν σωτηρίαν ἀπὸ βεβαίους κινδύνους, καὶ ἀπομάκρυνε ἀφ' ἠμῶν τὸν θυμόν σου.
6 μὴ εἰς τοὺς αἰῶνας ὀργισθῇς ἡμῖν; ἢ διατενεῖς τὴν ὀργήν σου ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν;6 Μηπως τάχα και θα μένης ωργισμένος εναντίον μας δια παντός; Η μήπως θα παρατείνης την οργήν σου πάντοτε από της μιας γενεάς εις την άλλην;6 Μήπως θὰ ὀργίζεσαι καθ’ ἠμῶν εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας; Ἢ μήπως θὰ παρατείνῃς τὴν ὀργήν σου ἀπὸ τὴν μίαν γενεὰν εἰς τὴν ἄλλην συνεχῶς;
7 ὁ Θεός, σὺ ἐπιστρέψας ζωώσεις ἡμᾶς, καὶ ὁ λαός σου εὐφρανθήσεται ἐπὶ σοί.7 Ω Θεέ, συ θα στρέψης το πρόσωπόν σου και πάλιν με ευμένειαν προς ημάς. Θα μας δώσης νέαν ζωήν και ο πονεμένος και θλιμμένος λαός σου θα χαρή από τας δωρεάς σου.7 Ὦ Θεέ, σὺ πάλιν τώρα διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν θὰ μᾶς δώσῃς ζωήν, καὶ ὁ λαός σου, ὁ ἤδη τεθλιμμένος, θὰ εὐφρανθῇ ἐπὶ τῇ ἀποκαταστάσει, τὴν ὁποίαν σὺ θὰ τοῦ δώσῃς.
8 δεῖξον ἡμῖν, Κύριε, τὸ ἔλεός σου καὶ τὸ σωτήριόν σου δῴης ἡμῖν.8 Δείξε μας λοιπόν, Κυριε, την ευσπλαγχνίαν σου και δώσε μας την σωτηρίαν που ποθούμεν.8 Δεῖξε μας, Κύριε, τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου καὶ δῶσε μας τὴν σωτηρίαν σου καὶ τὴν πλήρη παλινόρθωσίν μας.
9 ἀκούσομαι τί λαλήσει ἐν ἐμοὶ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι λαλήσει εἰρήνην ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοὺς ὁσίους αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοὺς ἐπιστρέφοντας καρδίαν ἐπ᾿ αὐτόν.9 Εγώ θα ακούσω, τι θα είπη εις την καρδίαν μου Κυριος ο Θεός, διότι θα ομιλήση ειρηνικά στον λαόν του, στους αφοσιωμένους προς αυτόν Ισραηλίτας· στους επιστρέφοντας με όλην των την καρδίαν δι' ειλικρινούς μετανοίας προς αυτόν.9 Θὰ ἀκούσω τώρα τί διὰ τοῦ Πνεύματός του θὰ λαλήσῃ μέσα μου, ἀνταποκρινόμενος εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν προσευχήν μου, Κύριος ὁ Θεός. Θὰ τὰ ἀκούσω ἀγαλλόμενος. Διότι θὰ λαλήσῃ καὶ θὰ εὐαγγελισθῇ εἰρήνην εἰς τὸν λαόν του συνδιαλλασσόμενος μετ’ αὐτοῦ· εἰρήνην καὶ συνδιαλλαγὴν μετὰ τῶν ἀφωσιωμένων εἰς αὐτὸν καὶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς μετανοίας γυρίζουν πάλιν τὰς καρδίας των πρὸς αὐτόν.
10 πλὴν ἐγγὺς τῶν φοβουμένων αὐτὸν τὸ σωτήριον αὐτοῦ τοῦ κατασκηνῶσαι δόξαν ἐν τῇ γῇ ἡμῶν.10 Βεβαίως η σωτηρία, που παρέχεται από τον Θεόν στον λαόν του, είναι πάντοτε κοντά εις εκείνους, που τον ευλαβούνται, ώστε δι' αυτής να εγκατασταθή η δόξα του εις την χώραν μας.10 Ναί· ἀληθῶς, ἡ σωτηρία του εἶναι πλησίον πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν φοβοῦνται, ἵνα διὰ τῆς σωτηρίας ταύτης κατασκηνώσῃ καὶ ἐγκαθιδρύθῇ ἡ θεία δόξα ἐν τῇ χώρᾳ μας.
11 ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν·11 Το έλεος του Θεού και η ακριβής επαλήθευσις των υποσχέσεών του συνηντήθησαν και ηνώθησαν. Η δικαιοσύνη του, η τιμωρούσα το κακόν και αμείβουσα το αγαθόν, και η ειρήνη έδωσαν αμοιβαίον ασπασμόν.11 Ἔλεος καὶ πιστὴ ἐπαλήθευσις τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ συνηντήθησαν, δικαιοσύνη πατάσσουσα τὸ κακὸν καὶ ἡ ἐκ τούτου ἐπικρατοῦσα εἰρήνη κατεφίλησαν ἀλλήλας, οἱονεὶ κατόπιν μακροῦ ἀπ’ ἀλλήλων χωρισμοῦ συναντώμεναι καὶ πάλιν.
12 ἀλήθεια ἐκ τῆς γῆς ἀνέτειλε, καὶ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψε.12 Ανεβλάστησεν ωραία και καρποφόρος η αλήθεια από την γην, από δε τον ουρανόν έσκυψε προς τα κάτω και επεσκέφθη την γην η δικαιοσύνη και κάθε αρετή.12 Κατελύθη τὸ ψεῦδος καὶ ὁ δόλος ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἀνεβλάστησε καρποφόρος ἡ ἀλήθεια, ἐκ τοῦ οὐρανοῦ δὲ ἔκυψε πρὸς τὰ κάτω καὶ ἐπεσκέφθη τὴν γῆν ἡ δικαιοσύνη καὶ πᾶσα ἀρετή.
13 καὶ γὰρ ὁ Κύριος δώσει χρηστότητα, καὶ ἡ γῆ ἡμῶν δώσει τὸν καρπὸν αὐτῆς·13 Διότι ο Κυριος πλουσίαν θα δείξη και θα δώση την καλωσύνην του, και η γη μας θα δώση αφθόνους τους καρπούς της.13 Διότι ὁ Κύριος ἀκόμη καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ θὰ δώσῃ ἐκδήλων τὴν καλωσύνην καὶ εὐεργετικότητά του, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ χώρα μας θὰ ἀποδώσῃ ἀφθόνους τοὺς καρπούς της.
14 δικαιοσύνη ἐναντίον αὐτοῦ προπορεύσεται καὶ θήσει εἰς ὁδὸν τὰ διαβήματα αὐτοῦ.14 Προ του Κυρίου θα προπορεύεται η δικαιοσύνη, την δε πορείαν του και τον τρόπον της συμπεριφοράς του θα καταστήση άγιον παράδειγμα συμπεριφοράς δι' όλους μας.14 Ἡ δικαιοσύνη θὰ προπορεύεται ὡς πρόδρομος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ θὰ καταστήσῃ ἐκεῖνος τὰ ἴχνη του καὶ τὴν ὑποδειγματικὴν συμπεριφορὰν τοῦ δρόμον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ πορεύωνται μιμηταὶ ατοῦ, οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτόν.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 12🔹«85~90»




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΠΕ'🔸
                            (85)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Προσευχὴ τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 86) ΚΛΙΝΟΝ, Κύριε, τὸ οὖς σου καὶ ἐπάκουσόν μου, ὅτι πτωχὸς καὶ πένης εἰμὶ ἐγώ.1 (Μασ. 86) Κλίνε, Κυριε, το αυτί σου εις τα λόγια μου. Ακουσε με ευμένειαν την προσευχήν μου, διότι εγώ είμαι πτωχός και δυστυχής.1 Σκύψε, Κύριε, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, πλησίασε τὸ οὖς σου εἰς τὸ στόμα μου καὶ ἐπάκουσον τῆς προσευχῆς μου, διότι ἐγὼ εἶμαι ἄθλιος καὶ πτωχὸς καὶ τεταπεινωμένος.
2 φύλαξον τὴν ψυχήν μου, ὅτι ὅσιός εἰμι· σῶσον τὸν δοῦλόν σου, ὁ Θεός μου, τὸν ἐλπίζοντα ἐπὶ σέ.2 Προφύλαξε την ζωήν μου από τους θανασίμους κινδύνους, διότι εις σε είμαι αφιερωμένος· ιδικός σου είμαι, Κυριε. Σώσε εμέ τον δούλον σου, ω Θεέ μου, ο οποίος έχω στηρίξει εις σε τας ελπίδας μου.2 Προφύλαξε τὴν ψυχήν μου, διότι εἶμαι εὐλαβὴς καὶ ἀφωσιωμένος εἰς σέ. Σῶσον, ὦ Θεέ μου, τὸν δοῦλον σου, ὁ ὁποῖος ὅλην τὴν ἐλπίδα του στηρίζει ἐπὶ σοῦ.
3 ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κεκράξομαι ὅλην τὴν ἡμέραν.3 Ελέησέ με, Κυριε, διότι δεν έπαυσα όλην την ημέραν να κράζω μετά πίστεως προς σέ.3 Ἐλέησέ με, Κύριε· σπλαγχνίσου με, διότι καθ' ὅλην τὴν ἡμέραν δὲν ἔπαυσα νὰ κράζω πρὸς σὲ καὶ νὰ ζητῶ τὴν βοήθειάν σου.
4 εὔφρανον τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου, ὅτι πρὸς σέ, Κύριε, ἦρα τὴν ψυχήν μου.4 Γέμισε με χαράν και ευφροσύνην, την καρδίαν του δούλου σου, διότι προς σε εγώ ύψωσα την ψυχήν μου και εναπέθεσα την ζωήν μου.4 Διασκέδασον τὴν λύπην, ἡ ὁποία μὲ πιέζει, καὶ γέμισε μὲ εὐφροσύνην τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σοῦ, διότι πρὸς σέ, Κύριε, ὕψωσα τὴν ψυχήν μου καὶ πρὸς σὲ ἀνέτεινα τὰς πνευματικάς μου δυνάμεις.
5 ὅτι σύ, Κύριε, χρηστὸς καὶ ἐπιεικὴς καὶ πολυέλεος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις σε.5 Διότι συ, Κυριε, είσαι ευεργετικός και αγαθός, επιεικής και πολυέλεος προς όλους εκείνους, οι οποίοι σε επικαλούνται με θερμήν προσευχήν.5 Διότι σύ, Κύριε, εἶσαι καλοκάγαθος καὶ ἐπιεικὴς καὶ πολυέλεος πρὸς ὅλους, ὅσοι σὲ ἐπικαλοῦνται.
6 ἐνώτισαι, Κύριε, τὴν προσευχήν μου καὶ πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου.6 Ακουσε, Κυριε, την προσευχήν μου, δώσε προσοχήν εις την φωνήν της δεήσεώς μου.6 Εὐδόκησον, Κύριε, νὰ δεχθῇς εἰς τὰ ὦτα σου καὶ να εἰσακούσῃς τὴν προσευχήν μου· λάβε ἐνδιαφέρον καὶ δῶσε προσοχὴν εἰς τὴν φωνὴν τῆς παρακλήσεως καὶ ἱκεσίας μου.
7 ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου ἐκέκραξα πρὸς σέ, ὅτι ἐπήκουσάς μου.7 Και άλλοτε, εις περίοδον θλίψεώς μου, έκραξα δια της προσευχής μου προς σε και με ήκουσες. Ετσι και τώρα, Κυριε, κάμε δεκτήν την προσευχήν μου.7 Προσφεύγω εἰς σὲ ἐνθαρρυνόμενος ἀπὸ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Εἰς κάθε περίστασιν ὅπου διετέλουν ἐν θλίψει, ἐβόησα πρὸς σέ, διότι μὲ ἐπήκουσες καὶ ἔκαμες δεκτὴν τὴν προσευχήν μου.
8 οὐκ ἔστιν ὅμοιός σοι ἐν θεοῖς, Κύριε, καὶ οὐκ ἔστι κατὰ τὰ ἔργα σου.8 Κανένας από τους θεούς των ειδωλολατρικών λαών δεν ημπορεί να συγκριθή με σένα, Κυριε. Κανένα έργον αυτών δεν ημπορεί να συγκριθή με τα ιδικά σου πανθαύμαστα έργα.8 Καὶ εἰς ποῖον ἄλλον νὰ προσφύγω, Κύριε; Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὅμοιός σου μεταξὺ τῶν ψευδοθεῶν τοῦ κόσμου· καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς δυνάμενος να συγκριθῇ πρὸς σὲ κατὰ τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ κατορθώματά σου.
9 πάντα τὰ ἔθνη, ὅσα ἐποίησας, ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιόν σου, Κύριε, καὶ δοξάσουσι τὸ ὄνομά σου.9 Ολα τα έθνη, τα οποία συ εδημιούργησες, και αυτά τα ειδωλολατρικά, θα έλθουν και θα προσκυνήσουν ενώπιόν σου. Κυριε, και θα δοξολογήσουν το Ονομά σου.9 Θὰ ἔλθῃ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα σὺ ἐποίησας, θὰ ἔλθουν καὶ θὰ προσκυνήσουν πρὸ τῶν ποδῶν σου, Κύριε, καὶ θὰ δοξάσουν τὸ ὄνομά σου.
10 ὅτι μέγας εἶ σὺ καὶ ποιῶν θαυμάσια, σὺ εἶ Θεὸς μόνος.10 Διότι συ είσαι μέγας και κάνεις πάντοτε έργα άξια παντός θαυμασμού. Συ είσαι ο μόνος αληθινός και τέλειος Θεός.10 Διότι μέγας εἶσαι σὺ καὶ συνεχῶς ποιεῖς θαυμάσια καὶ καταπληκτικὰ ἔργα. Σὺ μόνος εἶσαι Θεὸς καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς ἐκτὸς ἀπὸ σέ.
11 ὁδήγησόν με, Κύριε, ἐν τῇ ὁδῷ σου, καὶ πορεύσομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· εὐφρανθήτω ἡ καρδία μου τοῦ φοβεῖσθαι τὸ ὄνομά σου.11 Οδήγησέ με, Κυριε, στον δρόμον των εντολών σου και εγώ θα πορεύωμαι και θα φέρωμαι σύμφωνα με την αλήθειάν σου. Θα ευφρανθή η καρδία μου πλημμυρισμένη με τον ιερόν σεβασμόν προς το Ονομά σου.11 Ὁδήγησέ με, Κύριε, εἰς τὸν δρόμον τῶν ἐντολῶν σου, τὸν ἀρεστὸν εἰς σέ, καὶ τότε θὰ πορεύωμαι καὶ θὰ πολιτεύωμαι φωτιζόμενος ὑπὸ τῆς ἀληθείας σου. Ἂς εὑρίσκῃ τὴν εὐφροσύνην της καὶ τὴν ἀγαλλίασίν της ἡ καρδία μου εἰς τὸ νὰ φοβῆται τὸ ὄνομά σου, καὶ ἡ εὐδαιμονία μου ἂς ἔχῃ θεμέλιον καὶ πηγὴν τὴν πρὸς σὲ εὐλάβειάν μου.
12 ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε ὁ Θεός μου, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, καὶ δοξάσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα.12 Θα σε δοξολογώ, Κυριε και Θεέ μου, με όλην μου την καρδίαν και θα δοξάζω πάντοτε το πανένδοζον Ονομά σου.12 Θὰ σὲ ἀνυμνῶ μὲ ὅλην μου τὴν καρδίαν, Κύριε, ὁ ὁποῖος εἶσαι ὁ μόνος Θεός μου, καὶ θὰ δοξάζω τὸ ὄνομά σου αἰωνίως.
13 ὅτι τὸ ἔλεός σου μέγα ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐξ ᾅδου κατωτάτου.13 Διότι μέγα είναι το έλεος, που έδειξες προς εμέ, αφού έσωσες την ζωήν μου από βέβαιον θάνατον, από αυτόν τον βαθύτατον άδην.13 Διότι τὸ ἔλεος ποὺ ἔδειξες πρὸς ἐμὲ ὑπῆρξε μέγα, καὶ ἐγλύτωσες τὴν ζωήν μου ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ Ἅδου καὶ ἐκ βεβαίου θανάτου ἔσωσας αὐτήν.
14 ὁ Θεός, παράνομοι ἐπανέστησαν ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ συναγωγὴ κραταιῶν ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου καὶ οὐ προέθεντό σε ἐνώπιον αὐτῶν.14 Ω Θεέ μου, άνθρωποι παράνομοι επανεστάτησαν εναντίον μου και συμμορία ισχυρών ανδρών εζήτησαν να μου αφαιρέσουν την ζωήν, και δεν έλαβαν καθόλου υπ' όψιν των σέ, τον δίκαιον Θεόν.14 Ὦ Θεέ μου, ἄνθρωποι ὑπερηφάνως ἀθετοῦντες τὸν νόμον σου ἐπανεστάτησαν κατ’ ἐμοῦ καὶ σύναξις ἰσχυρῶν, ποὺ χρησιμοποιοῦν τὸ κράτος, τῆς βίας, ἐζήτησαν να ἀφανίσουν τὴν ζωήν μου καὶ δὲν ἔθεσαν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν των οὐδὲ ἐλογάριασαν, ὅτι ὑπάρχεις σύ, ὁ δίκαιος Κριτής.
15 καὶ σύ, Κύριε ὁ Θεός μου, οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός.15 Συ όμως, Κυριε και Θεέ μου, είσαι ευσπλαγχνικός, ελεήμων, μακρόθυμος, πολυέλεος και αληθινός πάντοτε εις όσα λέγεις.15 Σὺ ὅμως, Κύριε, τὸν ὁποῖον ὡς τὸν μόνον Θεόν μου λατρεύω, εἶσαι εὐσπλαγχνικὸς καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ φιλαλήθης, πιστῶς ἐκτελῶν τὰς ὑποσχέσεις σου.
16 ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, δὸς τὸ κράτος σου τῷ παιδί σου καὶ σῶσον τὸν υἱὸν τῆς παιδίσκης σου.16 Ριψε, λοιπόν, ευμενές βλέμμα εις εμέ και ελέησέ με. Δώσε την δύναμίν σου εις εμέ τον δούλον σου και σώσε εμέ, τον υιόν της δούλης σου, της μητρός μου.16 Ρίψε εὐμενὲς καὶ προστατευτικὸν τὸ βλέμμα σου ἐπ’ ἐμοῦ καὶ ἐλέησόν με. Δῶσε εἰς τὸν δοῦλον σου τὴν ἐνίσχυσιν τῆς κραταιᾶς καὶ ἀκαταγωνίστου δυνάμεώς σου, καὶ σῶσε τὸν υἱὸν τῆς δούλης σου, διότι καὶ ἡ μήτηρ μου εἰς σὲ ἀνῆκε καὶ ὄχι μόνον ἐγώ, ἄλλα καὶ οἱ πρόγονοί μου ἦσαν λάτρεις σου καὶ δοῦλοι σου.
17 ποίησον μετ᾿ ἐμοῦ σημεῖον εἰς ἀγαθόν, καὶ ἰδέτωσαν οἱ μισοῦντές με καὶ αἰσχυνθήτωσαν, ὅτι σύ, Κύριε, ἐβοήθησάς μοι καὶ παρεκάλεσάς με.17 Καμε προς σωτηρίαν μου έκτακτον θαύμα, ας το ίδουν αυτοί, οι οποίοι με μισούν και ας κατεντροπιασθούν, διότι συ, Κυριε, πράγματι με εβοήθησες εις την θλίψιν μου και με παρηγόρησες.17 Ποίησον ὑπὲρ ἐμοῦ ἔκτακτον τινα θαυματουργίαν ἐξυπηρετοῦσαν τὸ ἀγαθὸν καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς μου, καὶ ἂς ἴδουν ταύτην αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μὲ μισοῦν καὶ ἂς καταισχυνθοῦν πειθόμενοι καὶ πληροφορούμενοι ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ὅτι σύ, Κύριε, μὲ ἐβοήθησες καὶ μὲ παρηγόρησες.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΠΣΤ'🔸
                            (86)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τοῖς υἱοῖς Κορὲ ψαλμὸς ᾠδῆς.
1 (Μασ. 87) ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΟΙ αὐτοῦ ἐν τοῖς ὄρεσι τοῖς ἁγίοις·1 (Μασ. 87) Τα ασάλευτα θεμέλια, τα οποία ο ίδιος ο Κυριος έθεσεν, ευρίσκονται εις τα ιερά υψώματα της Σιών.1 Τὰ θεμέλια, τὰ ὁποῖα οὐχὶ ἄνθρωπός τις, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Θεὸς ηὐδόκησε νὰ καταθέσῃ, κεῖνται εἰς τὰ ἅγια ὅρη τῆς Σιών, ἵνα ὑποβαστάζουν τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀδιάσειστον καὶ αἰωνίαν.
2 ἀγαπᾷ Κύριος τὰς πύλας Σιὼν ὑπὲρ πάντα τὰ σκηνώματα ᾿Ιακώβ.2 Ο Κυριος αγαπά περισσότερον από όλας τας πόλεις των απογόνων του Ιακώβ τας πύλας της Ιερουσαλήμ.2 Τὴν Σιὼν μὲ τὰς πλατείας πύλας τῆς ἀγαπᾷ ὁ Κύριος περισσότερον ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας κατασκηνώσεις καὶ πόλεις τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰακώβ.
3 δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ. (διάψαλμα).3 Πολις του Θεού, αγία Ιερουσαλήμ, ένδοξα και θαυμαστά διαλαλούνται πανταχού δια σέ.3 Ὦ πόλις ἐκλεκτὴ τοῦ Θεοῦ, δεδοξασμένα καὶ ἐξαίσια ἐλαλήθησαν περὶ σοῦ ὑπὸ τῶν προφητῶν, οἵτινες προανήγγειλαν τὸ ἔνδοξον μέλλον σου.
4 μνησθήσομαι Ραὰβ καὶ Βαβυλῶνος τοῖς γινώσκουσί με· καὶ ἰδοὺ ἀλλόφυλοι καὶ Τύρος καὶ λαὸς τῶν Αἰθιόπων, οὗτοι ἐγενήθησαν ἐκεῖ.4 Θα ενθυμηθώ την αμαρτωλήν Αίγυπτον και την Βαβυλώνα και θα συμπεριλάβω αυτάς μεταξύ εκείνων, οι οποίοι με γνωρίζουν και με αναγνωρίζουν ως Θεόν των. Ιδού και αυτοί οι Φιλισταίοι, η Τυρος και οι Αιθίοπες, θα πορευθούν εις την Ιερουσαλήμ, δια να με προσκυνήσουν.4 Θὰ ἐνθυμηθῶ ὡς ἰδικήν μου, λέγει ὁ Κύριος, τὴν Αἴγυπτον, ἥτις διὰ τὴν ἀγερωχίαν της ἐκλήθη καὶ Ραάβ, καθὼς καὶ τὴν Βαβυλῶνα, καὶ θὰ συγκαταλέξω αὐτὰς μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ γνωρίζουν καὶ μὲ λατρεύουν. Καὶ ἰδοὺ οἱ ἀλλόφυλοι καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Τύρου καὶ ὁ λαὸς τῶν Αἰθιόπων πάντες οὗτοι ἦλθον ἐκεῖ, διὰ νὰ προσκυνήσουν.
5 μήτηρ Σιών, ἐρεῖ ἄνθρωπος, καὶ ἄνθρωπος ἐγενήθη ἐν αὐτῇ, καὶ αὐτὸς ἐθεμελίωσεν αὐτὴν ὁ ῞Υψιστος.5 Πνευματικήν μητέρα θα ονομάση την Σιών κάθε άνθρωπος. Πλήθος ανθρώπων έχουν έλθει προς αυτήν, διότι αυτός ο ίδιος ο Υψιστος έθεσε τα θεμέλιά της.5 Μὲ υἱϊκὴν στοργὴν θὰ εἴπῃ διὰ τὴν Ἱερουσαλὴμ πᾶς ἄνθρωπος Μήτηρ Σιών, διότι ὡς εἰς πνευματικὴν μητέρα θὰ συρρεύσουν ὅλοι εἰς αὐτήν. Καὶ πᾶς ἄνθρωπος ἦλθεν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἵνα λατρεύσῃ τὸν Θεὸν ἐν αὐτῇ. Καὶ αὐτὸς ὁ ὕψιστος ἐκ νέου ἐθεμελίωσε καὶ ἔκτισεν αὐτήν, διὰ νὰ εἶναι πνευματικὴ καὶ οὐρανία καὶ εἰς τὸν αἰῶνα ἔνδοξος καὶ λαμπρὰ Ἱερουσαλήμ.
6 Κύριος διηγήσεται ἐν γραφῇ λαῶν καὶ ἀρχόντων τούτων τῶν γεγενημένων ἐν αὐτῇ. (διάψαλμα).6 Ο Κυριος θα διηγηθή τα στο βιβλίον του γραμμένα ονόματα των λαών και των αρχόντων, οι οποίοι έχουν έλθει και έχουν εγκατασταθή εις την πόλιν αυτήν.6 Ὁ Κύριος θὰ διηγηθῇ καὶ θὰ ἀπαριθμήσῃ τὰ ἐν τῇ γραφῇ καὶ τῇ βίβλῳ του καταγεγραμμένα ὀνόματα τῶν λαῶν καὶ τῶν ἀρχόντων τούτων, οἵτινες ἔχουν ἔλθει καὶ ἐγκατασταθῇ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ.
7 ὡς εὐφραινομένων πάντων ἡ κατοικία ἐν σοί.7 Ολον το ευλαβές πλήθος, ω Σιών, που θα εγκατασταθή εις σε θα ευφραίνεται πράγματι και θα αγάλλεται πάντοτε.7 Ὄντως, ὦ Σιών, εὐφραίνονται ὅλοι, ὅσοι ἔχουν τὴν κατοικίαν των εἰς σέ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΠΖ'🔸
                             (87)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ᾿ῼδὴ ψαλμοῦ τοῖς υἱοῖς Κορέ· εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ μαελὲθ τοῦ ἀποκριθῆναι· συνέσεως Αἰμὰν τῷ ᾿Ισραηλίτῃ.11
2 (Μασ. 88) ΚΥΡΙΕ ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου·2 (Μασ. 88) Κυριε, ο Θεός και σωτήρ μου, προς σε έκραξα όλην την ημέραν και την νύκτα όρθιος ενώπιόν σου προσευχόμενος.2 Κύριε, σὺ ποὺ εἶσαι ὁ μόνος Θεός μου καὶ σωτήρ μου, ἐβόησα πρὸς σὲ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ ὅταν ἐπῆλθεν ἡ νὺξ ἰδοὺ ἐγὼ ἀκόμη ἵσταμαι ἐνώπιόν σου ζητῶν τὴν βοήθειάν σου.
3 εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου.3 Είθε να ανοίξη η θύρα του ελέους σου, δια να εισέλθη ενώπιόν σου η προσευχή μου. Κλίνε το αυτί σου, δια να ακούση τα λόγια της δεήσεώς μου3 Εἴθε νὰ ἀνοιχθῇ ἡ σπλαγχνικὴ θύρα τοῦ ἐλέους σου, διὰ νὰ εἰσέλθῃ ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου. Εἴθε νὰ πλησιάσῃ τὸ οὖς σου εἰς τὸ στόμα μου, διὰ νὰ ἀκούσῃ τὴν δέησίν μου.
4 ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισε·4 Διότι υπερεπλημμύρισεν η καρδία μου από συμφοράς και η ζωη μου έχει φθάσει εις το χείλος του άδου.4 Διότι ὑπερεγέμισεν ἐκ θλίψεων καὶ συμφορῶν ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ζωή μου περιῆλθεν εἰς θανατηφόρον κίνδυνον καὶ ἤγγισε τὸ στόμιον τοῦ Ἅδου.
5 προσελογίσθην μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον, ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος,5 Θεωρούμαι πλέον όμοιος με εκείνους, οι οποίοι κατέρχονται στον βαθύν λάκκον του τάφου. Εγινα άνθρωπος αβοήθητος, ερριμμένος ανάμεσα στους νεκρούς, μακράν από κάθε επικοινωνίαν με τους ζώντας.5 Δὲν θεωροῦμαι πλέον ὡς ζωντανός, ἀλλὰ συγκατηριθμήθην μὲ τοὺς νεκρούς, ποὺ καταβαίνουν εἰς τὸν βαθὺν τοῦ τάφου λάκκον· κατήντησα ὡς ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν βοηθεῖ, ἐρριμμένος μεταξὺ νεκρῶν πτωμάτων, νεκρὸς καὶ ἐγώ, ἐλεύθερος καὶ ἀποκεκομμένος ἀπὸ παντὸς κοινωνικοῦ δεσμοῦ καὶ πάσης μετὰ ζώντων ἐπικοινωνίας.
6 ὡσεὶ τραυματίαι καθεύδοντες ἐν τάφῳ, ὧν οὐκ ἐμνήσθης ἔτι καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς χειρός σου ἀπώσθησαν.6 Είμαι ωσάν τους θανασίμως τραυματισμένους άνδρας, οι οποίοι κοιμώνται την νάρκην του θανάτου στον τάφον, και τους οποίους δεν ενθυμείσαι πλέον ως ζωντανούς, αλλά τους απώθησες μακράν από την προστασίαν σου.6 Ὁμοιάζω πρὸς τοὺς ἐν πολέμῳ θανασίμως τραυματισθέντας, οἱ ὁποῖοι κοιμῶνται τὸν ὕπνον τοῦ θανάτου ἐντὸς τοῦ τάφου, τοὺς ὁποίους πλέον δὲν ἐνθυμεῖσαι ὡς ζῶντας, καὶ αὐτοὶ ἀπωθήθησαν ἐκ τῆς χειρός σου, διὰ νὰ μὴ προνοῇς πλέον περὶ αὐτῶν, ὅπως προνοεῖς διὰ τοὺς ζωντανούς.
7 ἔθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου.7 Οι πόνοι και αι συμφοραί μου με εβύθισαν στον βαθύτατον λάκκον του θανάτου, εις τας σκοτεινάς περιοχάς του άδου, όπου βασιλεύει η σκια του θανάτου7 Ἐπέτρεψας νὰ τεθῶ καὶ νὰ βυθισθῶ ἀπὸ τοὺς πόνους μου καὶ τὰς συμφοράς μου εἰς λάκκον κατώτατον καὶ βαθύτατον. Καὶ ζῶ σὰν εἰς Ἅδην μέσα εἰς σκοτεινότατον καὶ σκιερώτατον τόπον, ὅπου πλανᾶται τὸ φάσμα τοῦ θανάτου.
8 ἐπ᾿ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ᾿ ἐμέ. (διάψαλμα).8 Βαρύς έπεσεν επάνω μου ο θυμός σου και όλα τα κύματα της οργής σου τα αφήκες να εκσπάσουν εναντίον μου.8 Ἐπ' ἐμοῦ βαρὺς ἐπέπεσεν ὁ θυμός σου, καὶ ὅλα τὰ κύματα τῆς ὀργῆς σου τὰ ἐπέφερες καὶ τὰ ἔρριψες ἐπ’ ἐμοῦ.
9 ἐμάκρυνας τοὺς γνωστούς μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἔθεντό με βδέλυγμα ἑαυτοῖς, παρεδόθην καὶ οὐκ ἐξεπορευόμην.9 Απεμάκρυνες από εμέ τους γνωστούς μου, με εσιχάθησαν και με αηδίασαν. Παρεδόθην εις την δυστυχίαν και δεν ημπορώ πλέον να απαλλαγώ από αυτήν.9 Ἀπεμάκρυνας τοὺς γνωστούς μου ἀπὸ ἐμέ, μὲ ἐθεώρησαν βδέλυγμά των καὶ μὲ ἐσιχάθησαν. Παρεδόθην ὡς εἰς φυλακὴν εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ τὴν θλῖψιν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐξέλθω ἐξ αὐτῆς ἀπαλλασσόμενος ταύτης.
10 οἱ ὀφθαλμοί μου ἠσθένησαν ἀπὸ πτωχείας· ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, ὅλην τὴν ἡμέραν, διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου·10 Τα μάτια μου αδυνάτισαν, εθάμπωσαν από τας ταλαιπωρίας και από τα πολλά μου δάκρυα. Εκραξα προς σέ, Κυριε, προσευχόμενος όλην την ημέραν. Απλωσα και ύψωσα προς σε τα χέρια μου.10 Οἱ ὀφθαλμοί μου ἐθάμβωσαν καὶ ἐξησθένησαν ἕνεκα τῆς ταλαιπωρίας καὶ τῶν πολλῶν δακρύων. Ἔκραξα πρὸς σέ, Κύριε, καθ' ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐξέτεινα καὶ ὕψωσα πρὸς σὲ τὰς χεῖρας μου.
11 μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυμάσια; ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι, καὶ ἐξομολογήσονταί σοι;11 Βοήθησέ με, Κυριε, πριν η αποθάνω. Μηπως, τάχα, και θα δείξης τα θαυμαστά σου έργα στους νεκρούς, και εις εμέ όταν αποθάνω; Η μήπως οι ιατροί ημπορούν να αναστήσουν τους νεκρούς, δια να σε δοξολογήσουν;11 Σπεῦσον, Θεέ μου, πρὶν ἢ ἀποθάνω. Διότι ἂν ἀποθάνω, τὶ ἀπομένει πλέον; Μήπως θὰ ἐπιτελέσῃς τὰς θαυμασίας λυτρώσεις σου εἰς τοὺς νεκρούς; Εἰς τοὺς νεκροὺς εἶναι ἀνωφελὴς πλέον πᾶσα βοήθεια. Ἢ μήπως οἱ ἰατροὶ θὰ ἀναστήσουν τοὺς νεκροὺς καὶ οἱ οὕτω ἀναστάντες θὰ σὲ δοξολογήσουν;
12 μὴ διηγήσεταί τις ἐν τῷ τάφῳ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν τῇ ἀπωλείᾳ;12 Μηπως επίσης είναι δυνατόν να διηγηθή κανείς το έλεός σου και την αλήθειάν σου μεταξύ των νεκρών κάτω εις τον άδην;12 Μήπως αἰσθάνονται οἱ νεκροὶ τὸ ἔλεός σου, ὥστε νὰ ἐκδιηγῇ τις ἐντὸς τοῦ μαύρου τάφου τοὺς οἰκτιρμούς σου, τοὺς ὁποίους εἰς ζῶντας καὶ ὄχι εἰς νεκροὺς ἐκχύνεις; Ἢ μήπως θὰ διακηρύξῃ τις ἓν τῇ φθορᾷ καὶ ἐν τῇ ἀπωλείᾳ του μνήματος τὴν ἀλήθειάν σου, ἡ ὁποία εἶναι ὡς λύχνος φαίνων εἰς τοὺς ζῶντας κατὰ τὴν πορείαν τῆς ἐπιγείου ζωῆς των;
13 μὴ γνωσθήσεται ἐν τῷ σκότει τὰ θαυμάσιά σου καὶ ἡ δικαιοσύνη σου ἐν γῇ ἐπιλελησμένῃ;13 Μηπως και είναι δυνατόν να γίνουν γνωστά τα θαυμαστά σου έργα εις τας σκοτεινάς περιοχάς του άδου και τα έργα της δικαιοσύνης σου εις την λησμονημένην χώραν των νεκρών;13 Μήπως θὰ γνωσθοῦν εἰς τὸ σκότος του ἀπὸ σοῦ ἀποκεχωρισμένου Ἅδου τὰ θαυμαστὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὑπὲρ τῶν ζώντων ἐργάζεσαι; Ἢ μήπως θὰ γίνουν γνωσταὶ ἐκεῖ εἰς τὴν χώραν αὐτήν, ποὺ εἶναι λησμονημένη τόσον ἀπὸ σέ, ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς ζῶντας ἀνθρώπους, αἱ ἐνέργειαι καὶ ἀνταποδόσεις τῆς δικαιοσύνης σου;
14 κἀγὼ πρὸς σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, καὶ τὸ πρωΐ ἡ προσευχή μου προφθάσει σε.14 Δια τούτο και εγώ, Κυριε, τώρα που ευρίσκομαι ακόμη εν τη ζωή, έκραξα καθ' όλον το διάστημα της νυκτός προς σέ· και το πρωϊ η προσευχή μου θα σε προφθάση.14 Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγώ, πρὶν ἢ ἀποθάνω, ἐφώναξα καὶ φωνάζω πρὸς σέ. Κύριε, καθ’ ὅλην τὴν νύκτα, καὶ λίαν πρωῒ πάλιν ἡ προσευχή μου θὰ σὲ προφθάσῃ.
15 ἱνατί, Κύριε, ἀπωθῇ τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ;15 Διατί, Κυριε, απωθείς την ψυχήν μου, και γυρίζεις αλλού το πρόσωπόν σου, μακράν από εμέ;15 Διατί, Κύριε, ἀπωθεῖς τὴν ψυχήν μου, Καὶ στρέφεις ἀλλοῦ τὸ πρόσωπόν σου, μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ;
16 πτωχός εἰμι ἐγὼ καὶ ἐν κόποις ἐκ νεότητός μου, ὑψωθεὶς δὲ ἐταπεινώθην καὶ ἐξηπορήθην.16 Εγώ είμαι πτωχός και ανάμεσα εις κόπους έχω ζήσει από την νεότητά μου. Οταν δε κοινωνικώς και υλικώς εξυψώθην, εταπεινώθηκα και πάλιν κατόπιν και περιέπεσα εις αμηχανίαν και απορίαν.16 Εἶμαι πτωχὸς καὶ δυστυχὴς καὶ πρὸς μόχθους καὶ βάσανα παλαιῷ ἐκ νεότητάς μου. Καὶ ὑψώθην μὲν ἐπὶ μικρὸν κοινωνικῶς καὶ ὑλικῶς, ἀλλὰ διὰ νὰ μοῦ γίνεται τώρα αἱσθητοτέρα ἡ δυστυχία μου· διότι εὐθὺς κατέπεσα ταπεινωμένος καὶ περιῆλθον εἰς ἐσχάτην ἀπορίαν.
17 ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον αἱ ὀργαί σου, οἱ φοβερισμοί σου ἐξετάραξάν με,17 'Επέρασαν από επάνω μου αι οργαί σου, αι φοβεραί απειλαί σου με συνεκλόνισαν,17 Ἐπ’ ἐμοῦ διέβησαν καὶ ἐπέρασαν τῆς ὀργῆς σου αἱ δοκιμασίαι καὶ τιμωρίαι· αθι φοβεραί σου ἀπειλαὶ καὶ τὰ τρομερὰ κτυπήματά σου μὲ συνεκλόνισαν καὶ μὲ κατετάραξαν.
18 ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ ὕδωρ ὅλην τὴν ἡμέραν, περιέσχον με ἅμα.18 αυταί με περιεκύκλωσαν ωσάν ύδωρ όλην την ημέραν, με περιέβαλαν ταυτοχρόνως από παντού.18 Μὲ περιεκύκλωσαν καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, σὰν νερὸν εἰς τὸ ὁποῖον κινδυνεύω νὰ πνιγῶ, μὲ περιβάλλουν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη ὅλοι μαζὶ οἱ φοβερισμοί σου οὖτοι καὶ κινδυνεύω νὰ χαθῶ.
19 ἐμάκρυνας ἀπ᾿ ἐμοῦ φίλον καὶ πλησίον καὶ τοὺς γνωστούς μου ἀπὸ ταλαιπωρίας.19 Εμάκρυνες από εμέ όλους τους φίλους μου και τους γείτονάς μου και γενικώς όλους τους γνωστούς μου εξ αιτίας της δυστυχίας μου.19 Ἀπεμάκρυνας ἀπὸ ἐμὲ κάθε φίλον καὶ γείτονα καὶ ὅλους ἐν γένει τοὺς γνωστούς μου ἕνεκα τῆς δυστυχίας μου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΠΗ'🔸
                             (88)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Συνέσεως Αἰθὰμ τῷ ᾿Ισραηλίτῃ.11
2 (Μασ. 89) ΤΑ ΕΛΕΗ σου, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα ᾄσομαι, εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἀπαγγελῶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν τῷ στόματί μου,2 (Μασ. 89) Τα ελέη σου, Κυριε, θα υμνολογώ εγώ παντοτεινά· εις γενεάν και γενεάν θα διαλαλώ με το στόμα μου την αλήθειάν σου.2 Τὰ ἐλέη σου, Κύριε, θὰ ψάλλω πάντοτε καὶ ἀπαύστως· εἰς τὸν αἰῶνα, διὰ μέσου ὅλων τῶν γενεῶν θὰ διακηρύττω καὶ θὰ ἀναγγέλλω μὲ τὸ στόμα μου τὴν πιστότητα καὶ φιλαλήθειάν σου, ἡ ὁποία διαλάμπει εἰς τὴν τήρησιν τῶν ὑποσχέσεών σου.
3 ὅτι εἶπας· εἰς τὸν αἰῶνα ἔλεος οἰκοδομηθήσεται· ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἑτοιμασθήσεται ἡ ἀλήθειά σου·3 Διότι συ είπες· το οικοδόμημα του ελέους μου θα ορθώνεται και συνεχώς θα ανοικοδομήται στους αιώνας των αιώνων. Εις τους αιωνίους και αδιασείστους ουρανούς εστηρίχθη και στερεώνεται η αλήθεια και η αξιοπιστία σου.3 Διότι εἶπας· ὡς ἄλλο στερεὸν καὶ ὁλονὲν ὑψούμενον οἰκοδόμημα, οὕτω καὶ τὸ ἔλεός μου δι’ ἀλλεπαλλήλων χαρίτων διὰ μέσου τῶν γενεῶν θὰ αὐξάνῃ καὶ θὰ πλεονάζῃ, μέχρι πλήρους πραγματοποιήσεως τῶν ἐπαγγελιῶν μου· εἰς τοὺς οὐρανούς, οἵτινες εἶναι ἀδιάσειστοι καὶ αἰώνιοι, ἐστηρίχθη καὶ ἡδράσθη ἡ ἀλήθεια καὶ ὑη ἀξιοπιστία σου.
4 διεθέμην διαθήκην τοῖς ἐκλεκτοῖς μου, ὤμοσα Δαυΐδ τῷ δούλῳ μου·4 Συ είπες· Εκαμα συμφωνίαν με τους εκλεκτούς ανθρώπους του λαού μου, έδωσα υπόσχεσίν με ορκον εις τον δούλον μου τον Δαυίδ και είπα·4 Συνῆψα μὲ τὸν ἐκλεκτὸν λαόν μου συμφωνίαν καὶ διαθήκην· ἔδωκα ἔνορκον ὑπόσχεσιν εἰς τὸν δοῦλον μου Δαβὶδ καὶ τοῦ εἶπα·
5 ἕως τοῦ αἰῶνος ἑτοιμάσω τὸ σπέρμα σου καὶ οἰκοδομήσω εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τὸν θρόνον σου. (διάψαλμα).5 μέχρι της συντελείας του αιώνος θα στερεώσω και θα ενισχύσω τους απογόνους σου. Ως στερεόν και ακλόνητον οικοδόμημα θα θεμελιώσω και θα ανεγείρω τον βασιλικόν σου θρόνον από γενεάς εις γενεάν.5 Μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος θὰ στερεώνω καὶ θὰ στηρίζω τοὺς ἀπογόνους σου καὶ θὰ θεμελιώσω ὡς οἰκοδόμημα λαμπρὸν καὶ ἀδιάσειστον εἰς ὅλας τὰς γενεᾶς τὸν βασιλικόν σου θρόνον.
6 ἐξομολογήσονται οἱ οὐρανοὶ τὰ θαυμάσιά σου, Κύριε, καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν ἐκκλησίᾳ ἁγίων.6 Αι ουράνιαι αγγελικαί δυνάμεις θα ανυμνολογήσουν τα θαυμάσια έργα σου, Κυριε, και την αξιοπιστίαν των λόγων σου θα δοξολογήσουν εις την επουράνιον εκκλησίαν των αγγέλων και των αγίων σου.6 Ἔχεις δὲ σὺ τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἰσχὺν ὅπως ἐκτελέσῃς τὰ ὅσα ὑπεσχέθης. Αἱ ἐν οὐρανοῖς διαμένουσαι ἀγγελικαὶ δυνάμεις θὰ ἀνυμνήσουν τὰ θαυμάσιά σου, Κύριε· καὶ θὰ δοξολογήσουν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀξιοπιστίαν σου ἐν τῇ ἐπουρανίῳ Ἐκκλησίᾳ τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων σου.
7 ὅτι τίς ἐν νεφέλαις ἰσωθήσεται τῷ Κυρίῳ; καὶ τίς ὁμοιωθήσεται τῷ Κυρίῳ ἐν υἱοῖς Θεοῦ;7 Διότι ποιός και από εκείνους, που υπάρχουν υπεράνω από τας νεφέλας στους ουρανούς, δύναται να εξισωθή και αντιπαραβληθή προς τον Κυριον; Η ποιός από τους αγγέλους του ουρανού η τους κατά χάριν υιούς του Θεού είναι δυνατόν να ομοιωθή προς τον Κυριον;7 Διότι ποῖος εἰς τὰς νεφέλας καὶ εἰς τοῦ οὐρανοῦ τὰ ὑπερνέφελα ὕψη ἄγγελος ἢ ἀρχάγγελος θὰ ἐξισωθῇ ἢ θὰ τολμήσῃ νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸν Κύριον; Ἢ ποῖος μεταξὺ τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγέλων καὶ τῶν κατὰ χάριν υἱῶν τοῦ Θεοῦ θὰ ἐμφανίσῃ ἑαυτὸν ὅμοιον πρὸς τὸν Κύριον;
8 ὁ Θεὸς ἐνδοξαζόμενος ἐν βουλῇ ἁγίων, μέγας καὶ φοβερὸς ἐπὶ πάντας τοὺς περικύκλῳ αὐτοῦ.8 Ο Θεός, αυτός δοξάζεται ακσπαπαύστως εν μέσω συγκεντρώσεων των αγίων αγγέλων του στους ουρανούς· είναι μέγας, θαυμαστός και φοβερός εις όλους εκείνους, οι οποίοι τον περικυκλώνουν.8 Ὁ Θεός, ποὺ ἀνυμνεῖται καὶ δοξάζεται ἐν μέσῳ τοῦ ἐν οὐρανοῖς συμβουλίου τῶν ἁγίων ἀγγέλων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνακοινώνει τὰς θαυμαστὰς καὶ ἐνδόξους βουλάς του, εἶναι μέγας καὶ φοβερὸς εἰς ὅλους, ὅσοι ἵστανται πέριξ αὐτοῦ κυκλοῦντες τὸν θρόνον του.
9 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, τίς ὅμοιός σοι; δυνατὸς εἶ, Κύριε, καὶ ἡ ἀλήθειά σου κύκλῳ σου.9 Ω Κυριε και Θεέ των εν ουρανοίς αγγελικών δυνάμεων, ποιός είναι δυνατόν να συγκριθή προς σέ; Συ Κυριε, είσαι παντοδύναμος και η αλήθειά σου σε περιβάλλει και ακτινοβολείται γύρω σου.9 Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀγγελικῶν δυνάμεων, ποῖος εἶναι ὅμοιός σου; Κανείς. Εἶσαι, Κύριε, δυνατὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀξιοπιστία σου ἐκτείνεται τριγύρω σου, διότι πάντοτε ἀποδεικνύεσαι ἀληθὴς καὶ ἀξιόπιστος.
10 σὺ δεσπόζεις τοῦ κράτους τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ σάλον τῶν κυμάτων αὐτῆς σὺ καταπραΰνεις.10 Συ κυριαρχείς απολύτως εις την δύναμιν της θαλάσσης την δε αναταραχήν των κυμάτων της συ την καταπραΰνεις και την γαληνεύεις.10 Σὺ κυριαρχεῖς ἀπολύτως ἐπὶ τῆς ἀδαμάστου δυνάμεως τῆς θαλάσσης, τὴν ταραχὴν δὲ τῶν κυμάτων τῆς σὺ καταπραΰνεις καὶ κατηρεμεῖς.
11 σὺ ἐταπείνωσας ὡς τραυματίαν ὑπερήφανον, ἐν τῷ βραχίονι τῆς δυνάμεώς σου διεσκόρπισας τοὺς ἐχθρούς σου.11 Συ εταπείνωσες τον υπερήφανον Φαραώ ως τραυματίαν πολέμου, και με τον ακατανίκητον βραχίονά σου διεσκόρπισες τους εχθρούς σου εκεί, παρά την Ερυθράν Θαλασσαν.11 Σὺ ἐν Αἰγύπτῳ κατέρριψας τεταπεινωμένον ὡς τραυματίαν, εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀντιπάλων του κατακείμενον, τὸν ὑπερήφανον, καὶ μὲ τὸν πανίσχυρον βραχίονά σου διεσκόρπισας τοὺς ἐχθρούς σου.
12 σοί εἰσιν οἱ οὐρανοί, καὶ σή ἐστιν ἡ γῆ· τὴν οἰκουμένην καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς σὺ ἐθεμελίωσας.12 Ιδικοί σου είναι οι ουρανοί, ιδική σου είναι η γη. Την οικουμένην και όλα, όσα γεμίζουν απ' άκρου εις άκρον την γην, συ εθεμελίωσες επί ασφαλών βάσεων.12 Ἰδικοί σου εἶναι οἱ οὐρανοὶ καὶ ἰδική σου εἶναι ἡ γῆ· τὴν κατοικουμένην ἔκτασιν τῆς γῆς καὶ ὅλα μὲ ὅσα εἶναι γεμάτη, σὺ ἐπὶ θεμελίων ἀσφαλῶς τὰ ἔκτισας.
13 τὸν βορρᾶν καὶ τὴν θάλασσαν σὺ ἔκτισας, Θαβὼρ καὶ ῾Ερμὼν ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται.13 Την προς βορράν έκτασιν και την Μεσόγειον Θαλασσαν συ εδημιούργησες. Το καταπράσινον Θαβώρ και το χιονισμένον Ερμών, όταν ακούουν το όνομά σου, σκιρτούν από αγαλλίασιν και δοξολογούν σέ, τον δημιουργόν των.13 Τὸν Βορρᾶν καὶ τὴν κατὰ τὸν Νότον θάλασσαν, σὺ ἐδημιούργησας, τὸ καταπράσινον ἀπὸ φυτείας Θαβὼρ καὶ τὸ χιονοσκεπὲς Ἑρμὼν ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ ὀνόματός σου ἀνασκιρτοῦν ἀγαλλόμενα καὶ σὲ ὡς ποιητὴν τῶν ἐπευφημοῦν.
14 σὸς ὁ βραχίων μετὰ δυναστείας· κραταιωθήτω ἡ χείρ σου, ὑψωθήτω ἡ δεξιά σου.14 Ο ιδικός σου βραχίων ενεργεί με ακατανίκητον δύναμιν. Ας είναι λοιπόν πάντοτε πανίσχυρος η χείρ σου, δια να υπερασπίζη τους δικαίους και παρέχη τας ευλογίας σου. Ας μεγαλύνεται αυτή με τα θαυμαστά της έργα.14 Ἰδικός σου εἶναι ὁ βραχίων ὁ μετὰ δυνάμεως ἀκατανικήτου καὶ ἀπεριορίστου κινούμενος καὶ ἐνεργῶν. Ἂς ἐπιτελῇ πάντοτε τὰ κραταιά της ἔργα ἡ ἀήττητος χείρ σου· ἂς μεγαλύνεται πάντοτε ἡ ὑψηλὴ καὶ ἔνδοξος δεξιά σου.
15 δικαιοσύνη καὶ κρίμα ἑτοιμασία τοῦ θρόνου σου, ἔλεος καὶ ἀλήθεια προπορεύσονται πρὸ προσώπου σου.15 Η δικαιοσύνη σου και αι ορθαί και δίκαιαι πάντοτε αποφάσεις σου αναδεικνύουν ένδοξον τον θρόνον σου. Η δε ευσπλαγχνία σου και η αλήθειά σου εις τα λόγια σου, εις τας αποφάσεις σου, εις τας υποσχέσεις σου, ως άλλοι άγγελοι, προπορεύονται ενώπιόν σου, δια να εξαγγέλλουν το μεγαλείον σου.15 Ἡ δικαιοσύνη καὶ αἱ εὐθεῖαι ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας αὕτη ἐκφέρει καὶ πραγματοποιεῖ, εἶναι τὰ θεμέλια τοῦ θρόνου σου, τὸ ἔλεος καὶ ἡ ἀξιοπιστία εἰς τὰς ὑποσχέσεις σου εἶναι πρόδρομοι τῆς παρουσίας σου καὶ ὡς ἄλλοι ἄγγελοι προπορεύονται πρὸ τοῦ προσώπου σου καλοῦντα τὰ ἔθνη εἰς ὑποδοχὴν καὶ προσκύνησίν σου.
16 μακάριος ὁ λαὸς ὁ γινώσκων ἀλαλαγμόν· Κύριε, ἐν τῷ φωτὶ τοῦ προσώπου σου πορεύσονται16 Ευτυχής και ευλογημένος είναι ο λαός εκείνος, που έμαθε με αλαλαγμούς να δοξολογή τον Κυριον κατά τας εορτάς. Κυριε, με το φως της ιδικής σου παρουσίας θα πορεύωνται τον ορθόν δρόμον οι άνθρωποι αυτοί.16 Μακάριος ὁ λαός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει μετ’ εὐγνώμονος ἐνθουσιασμοῦ νὰ ἀνευφημῇ καὶ νὰ ἀνυψώνῃ πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου εἰς τὰς πρὸς λατρείαν του συνάξεις τὴν φωνήν του· Κύριε, μὲ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ἐλέους, τὸ ὁποῖον ἐκπέμπεται ἀπὸ τὸ πρόσωπόν σου, ὁ λαὸς αὐτὸς θὰ σταδιοδρομῇ.
17 καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ὑψωθήσονται.17 Με την πίστιν και την ελπίδα στο πάντιμον και σεβαστόν Ονομά σου θα χαίρουν και θα αγάλλωνται όλας τας ημέρας της ζωής των, και με την ιδικήν σου προστατευτικήν δικαιοσύνην θα υψωθούν και θα δοξασθούν.17 Καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησίν του εἰς τὸ ὄνομά σου διαρκῶς καὶ κατὰ πᾶσαν ἡμέραν θὰ χαίρῃ καὶ θὰ ἀγάλλεται, καὶ διὰ τῆς δικαιοσύνης σου ἡ ὁποία θὰ τὸν προστατεύῃ, ἀλλὰ καὶ θὰ βασιλεύῃ ἐν αὐτῷ, θὰ ὑψωθῇ καὶ θὰ δοξασθῇ.
18 ὅτι καύχημα τῆς δυνάμεως αὐτῶν σὺ εἶ, καὶ ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου ὑψωθήσεται τὸ κέρας ἡμῶν.18 Διότι συ είσαι το καύχημα της δυνάμεώς των και με την ιδικήν σου ευμένειαν και προστασίαν θα αναδειχθή ένδοξος η παράταξις μας.18 Διότι σὺ τοὺς δίδεις τὴν δύναμιν καὶ ἰσχύν, καὶ χάρις εἰς τὴν προστασίαν σου καυχῶνται διὰ τὰς νίκας των, καὶ ἕνεκα τῆς πρὸς ἡμᾶς εὐνοίας καὶ εὐαρεσκείας σου, θὰ ὑψωθῇ καὶ θὰ δοξασθῇ τὸ κέρας τῆς δυνάμεώς μας.
19 ὅτι τοῦ Κυρίου ἡ ἀντίληψις καὶ τοῦ ἁγίου ᾿Ισραὴλ βασιλέως ἡμῶν.19 Ο Κυριος είναι ο προστάτης και σωτήρ εις τας δυσκόλους περιστάσεις της ζωής μας. Αυτός, ο άγιος Θεός του ισραηλιτικού λαού, ο βασιλεύς μας.19 Διότι τοῦ Κυρίου δῶρον εἶναι ἡ ἐν τοθις κινδύνοις προστασία μας καὶ ὑποστήριξίς μας, καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραὴλ προστάτην, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ αἰώνιος βασιλεύς μας, μᾶς παρέχεται αὕτη.
20 τότε ἐλάλησας ἐν ὁράσει τοῖς υἱοῖς σου καὶ εἶπας· ἐθέμην βοήθειαν ἐπὶ δυνατόν, ὕψωσα ἐκλεκτὸν ἐκ τοῦ λαοῦ μου·20 Εις τον κατάλληλον τότε και ωρισμένον χρόνον με οράματα συ απεκάλυψες το θέλημά σου στους υιούς σου, τους προφήτας, και είπες· Εδωσα την βοήθειάν μου εις ένα άνθρωπον, τον ανέδειξα ισχυρόν, τον ύψωσα ως τον εκλεκτόν μου μεταξύ του λαού,20 Τότε, ὅτε ἦλθεν ὁ ὡρισμένος καὶ κατάλληλος χρόνος, ἐλάλησας διὰ θείου ὁράματος εἰς τοὺς υἱούς σου τοὺς προφήτας καὶ εἶπας· Ἔθεσα καὶ παρέσχον τὴν βοήθειάν μου εἰς ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον δι' αὐτῆς κατέστησα δυνατὸν ἐπὶ προστασίᾳ τοῦ λαοῦ μου· ὕψωσα αὐτὸν ποὺ ἐξέλεξα ἀπὸ τὸν λαόν μου καὶ κατέστησα αὐτὸν βασιλέα.
21 εὗρον Δαυΐδ τὸν δοῦλόν μου, ἐν ἐλέει ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν.21 ευρήκα, δηλαδή, εκ μέσου του ισραηλιτικού λαού τον Δαυίδ, τον δούλον μου, και με άγιον έλαιον έχρισα αυτόν βασιλέα.21 Εὖρον τὸν Δαβὶδ τὸν δοῦλον μου καὶ διὰ τοῦ ἁγίου μου ἐλαίου τὸν ἔχρισα βασιλέα.
22 ἡ γὰρ χείρ μου συναντιλήψεται αὐτῷ καὶ ὁ βραχίων μου κατισχύσει αὐτόν·22 Η παντοδύναμος δεξιά μου θα βοηθή και θα προστατεύη αυτόν, και ο βραχίων της δυνάμεώς μου θα τον ενδυναμώνη πάντοτε.22 Τὸν ὕψωσα, διότι ἡ ἀκαταγώνιστος χείρ μου θὰ εἶναι παντοτεινὸς συμβοηθός του, καὶ ὁ βραχίων μου θὰ τὸν ἐνδυναμώνῃ καὶ θὰ τὸν ἐνισχύῃ.
23 οὐκ ὠφελήσει ἐχθρὸς ἐν αὐτῷ, καὶ υἱὸς ἀνομίας οὐ προσθήσει τοῦ κακῶσαι αὐτόν.23 Ο εχθρός του δεν έχει τίποτε να επιτύχη εις βάρος του, να ωφεληθή και κερδίση από αυτόν. Και κανείς κακοποιός ποτέ δεν θα κατορθώση και δεν θα επιχειρήση πάλιν να του κάμη κάτι κακόν.23 Δὲν θὰ τὸν ἐκμεταλλευθῇ καὶ δὲν θὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ αὐτὸν ὠφελήματα καὶ φόρους ὁ ἐχθρός, καὶ ἄνομος ἄνθρωπος δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ τὸν κακοποιήσῃ.
24 καὶ συγκόψω ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς μισοῦντας αὐτὸν τροπώσομαι.24 Ενώπιόν του θα κατακόψω όλους τους εχθρούς του και εκείνους, οι οποίοι τον μισούν, θα τους κατατροπώσω, θα τους τρέψω πανικόβλητους εις φυγήν.24 καὶ θὰ κατακόψω ἐνώπιόν του ὅλους μαζὶ τοὺς ἐχθρούς του, καὶ ἐκείνους ποὺ τὸν μισοῦν θὰ τοὺς τρέψω εἰς ἐπονείδιστον φυγήν.
25 καὶ ἡ ἀλήθειά μου καὶ τὸ ἔλεός μου μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ ὀνόματί μου ὑψωθήσεται τὸ κέρας αὐτοῦ.25 Η αλήθειά μου και η ευσπλαγχνία μου θα είναι πάντοτε μαζή του. Δι' εμού θα εξυψωθή και θα δοξασθή η δύναμίς του.25 Καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἀξιοπιστία μου ἐν τῇ τηρήσει τῶν πρὸς αὐτὸν ὑποσχέσεών μου, καὶ αἱ χάριτες τοῦ ἐλέους μου θὰ εἶναι μαζί του, καὶ διὰ τοῦ ὀνόματός μου θὰ ἐξυψωθῇ καὶ θὰ δοξασθῇ ἡ δύναμίς του.
26 καὶ θήσομαι ἐν θαλάσσῃ χεῖρα αὐτοῦ καὶ ἐν ποταμοῖς δεξιὰν αὐτοῦ.26 Θα θεμελιώσω την κυριαρχίαν του μέχρι και της Μεσογείου Θαλάσσης και την δύναμιν της δεξιάς του μέχρι και των ποταμών Ευφράτου και Τιγρητος.26 Καὶ θὰ ἐπιβάλω τὸ κράτος τῆς χειρός του μέχρι τῆς Μεσογείου θαλάσσης, καὶ τὴν κυριαρχίαν τῆς δεξιᾶς του μέχρις αὐτῶν τῶν ἐκροῶν τοῦ Εὐφράτου ποταμοῦ.
27 αὐτὸς ἐπικαλέσεταί με· πατήρ μου εἶ σύ, Θεός μου καὶ ἀντιλήπτωρ τῆς σωτηρίας μου·27 Αυτός με πίστιν θα με επικαλεσθή και θα μου πη· Συ είσαι ο πατήρ μου, ο Θεός μου, ο προστάτης και σωτήρ μου.27 Αὐτὸς θὰ μὲ ἐπικαλεσθῇ μετὰ πίστεως καὶ θὰ μοῦ εἴπῃ· εἶσαι σὺ Πατήρ μου, Θεός μου καὶ βοηθὸς ἐξασφαλίζων εἰς ἐμὲ τὴν σωτηρίαν.
28 κἀγὼ πρωτότοκον θήσομαι αὐτόν, ὑψηλὸν παρὰ τοῖς βασιλεῦσι τῆς γῆς.28 Και εγώ, ως άλλον προνομιούχον πρωτότοκον υιόν μου, θα τον αναδείξω, θα τον κάμω ενδοξότατον μεταξύ όλων των βασιλέων της γης.28 Καὶ ἐγὼ θὰ τὸν καταστήσω πρωτότοκον ἀπολαύοντα ἐξαιρετικὰ προνόμια καὶ θὰ τὸν ἀναδείξω ἐνδοξότατον καὶ μέγαν μεταξὺ τῶν βασιλέων τῆς γῆς.
29 εἰς τὸν αἰῶνα φυλάξω αὐτῷ τὸ ἔλεός μου, καὶ ἡ διαθήκη μου πιστὴ αὐτῷ·29 Αιωνία θα είναι η προς αυτόν ευσπλαγχνία μου και η μετ' αυτού διαθήκη μου θα παραμένη πάντοτε αξιόπιστος και βεβαία εις όφελός του.29 Παντοτεινὸν καὶ αἰώνιον θὰ τηρήσω δι’ αὐτὸν τὸ ἔλεός μου, καὶ ἡ μετ’ αὐτοῦ διαθήκη μου θὰ παραμένῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀξιόπιστος καὶ ἀδιάψευστος.
30 καὶ θήσομαι εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος τὸ σπέρμα αὐτοῦ καὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ ὡς τὰς ἡμέρας τοῦ οὐρανοῦ.30 Θα αναδεικνύω πάντοτε τους απογόνους και διαδόχους του, ώστε ο βασιλικός του θρόνος να διαρκή όσον και ο ουρανός· να μείνη αιώνιος.30 Καὶ θὰ καταστήσω αἰώνιον εἰς γενεᾶς γενεῶν τὸ σπέρμα καὶ τοὺς ἀπογόνούς του, οἱ ὁποῖοι οὕτω δὲν θὰ ἐκλείψουν ποτέ, καὶ τὸν θρόνον του θὰ τὸν διατηρήσω σὰν τὰς ἡμέρας τοῦ οὐρανοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν γηράσκει ποτέ.
31 ἐὰν ἐγκαταλίπωσιν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ τὸν νόμον μου καὶ τοῖς κρίμασί μου μὴ πορευθῶσιν,31 Εάν όμως οι απόγονοί του εγκαταλείψουν τον Νομον μου και δεν ζήσουν σύμφωνα με τας εντολάς μου,31 Ἐὰν δὲ οἱ ἀπόγονοί του ἐγκαταλίπουν τὸν νόμον μου καὶ ἐὰν δὲν πολιτευθοῦν σύμφωνα μὲ τὰ παραγγέλματα καὶ κρίματά μου,
32 ἐὰν τὰ δικαιώματά μου βεβηλώσωσι καὶ τὰς ἐντολάς μου μὴ φυλάξωσιν,32 εάν βεβηλώσουν τα προστάγματά μου και δεν τηρήσουν τας εντολάς μου,32 ἐὰν ποδοπατήσουν τὰ προστάγματα, τὰ ὁποῖα δικαιωματικῶς ἀξιῶ ἀπὸ τὰ πλάσματά μου νὰ τηροῦν, καὶ δὲν φυλάξουν τὰς ἐντολάς μου,
33 ἐπισκέψομαι ἐν ῥάβδῳ τὰς ἀνομίας αὐτῶν καὶ ἐν μάστιξι τὰς ἀδικίας αὐτῶν·33 τότε εγώ θα τους επισκεφθώ με ράβδον τιμωρίας δια τας παρανομίας των και με μαστιγώσεις δια τας αδικίας, τας οποίας θα διαπράττουν.33 τότε θὰ ἐπισκεφθῶ μὲ ράβδον παιδεύσεως τὰς ἀνομίας των καὶ μὲ τιμωρητικὰς μάστιγας τὰς ἀδικίας των.
34 τὸ δὲ ἔλεός μου οὐ μὴ διασκεδάσω ἀπ᾿ αὐτῶν, οὐδ᾿ οὐ μὴ ἀδικήσω ἐν τῇ ἀληθείᾳ μου,34 Παρ' όλον τούτο όμως δεν θα απομακρύνω εγώ το έλεός μου από αυτούς, ούτε και θα αθετήσω τας υποσχέσεις, που τους έχω δώσει.34 Δὲν θὰ ἀπομακρύνω ὅμως τὸ ἔλεός μου ἀπὸ αὐτούς, οὔτε θὰ διαπράξω ἀδίκημα κατὰ τῆς ἀληθείας μου καὶ ἀξιοπιστίας μου,
35 οὐδ᾿ οὐ μὴ βεβηλώσω τὴν διαθήκην μου καὶ τὰ ἐκπορευόμενα διὰ τῶν χειλέων μου οὐ μὴ ἀθετήσω.35 Δεν θα καταπατήσω εγώ την ένορκον υπόσχεσίν μου και δεν θα αθετήσω τα λόγια, τα οποία εξήλθον από το στόμα μου.35 οὔτε θὰ παραβιάσω τὴν διαθήκην μου βεβηλώνων τοὺς ὄρους αὐτῆς, καὶ τὰ λόγια ποὺ ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ χείλη μου δὲν θὰ τὰ ἀθετήσω.
36 ἅπαξ ὤμοσα ἐν τῷ ἁγίῳ μου, εἰ τῷ Δαυΐδ ψεύσομαι·36 Μια φορά ωρκίσθην εις την αγιότητά μου· δεν θα ψευσθώ, λοιπόν, προς τον Δαυίδ σχετικώς με τας υποσχέσεις μου.36 Ἅπαξ διὰ παντὸς ὡρκίσθην ἐπὶ τῆς ἁγιωσύνης μου καὶ ἐπὶ τῆς ἀποστρεφομένης τὸ ψεῦδος φύσεώς μου, κατ’ οὐδένα λόγον δὲν θὰ ψευσθῶ εἰς τὸν Δαβὶδ καὶ δὲν θὰ ἀπατήσω αὐτὸν μὴ τηρῶν τὰς πρὸς αὐτὸν ὑποσχέσεις μου.
37 τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μενεῖ καὶ ὁ θρόνος αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος ἐναντίον μου37 Οι απόγονοι και διάδοχοι του θρόνου του θα υπάρχουν πάντοτε και ο βασιλικός του θρόνος θα παραμένη ενώπιόν μου όπως ο φωτεινός ήλιος,37 Οἱ ἀπόγονοί του θὰ παραμείνουν αἰωνίως, καὶ δὲν θὰ σβήσῃ τὸ ὄνομά του καὶ ἡ γενεά του ποτὲ καὶ ὁ βασιλικός του θρόνος θὰ εἶναι ἔνδοξος καὶ διαρκὴς ἐνώπιόν μου, λαμπρὸς καὶ ἀδιάσειστος, ὅπως ὁ ἥλιος,
38 καὶ ὡς ἡ σελήνη κατηρτισμένη εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ ὁ μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστός. (διάψαλμα).38 και όπως η σελήνη, η οποία έχει δημιουργηθή δια να υπάρχη αιωνίως. Ο μάρτυς δε ο αξιόπιστος και φιλαλήθης είμαι εγώ, ο οποίος κατοικώ στον ουρανόν.38 καὶ ὅπως ἡ σελήνη ποὺ ἔχει δημιουργηθῇ, διὰ να παραμένῃ φωτίζουσα αἰωνίως. Καὶ ὁ μάρτυς ὁ ἀξιόπιστος καὶ φιλαλήθης, ὁ ἐν τῷ οὐρανῷ διαμένων εἶμαι ἐγώ.
39 σὺ δὲ ἀπώσω καὶ ἐξουδένωσας, ἀνεβάλου τὸν χριστόν σου·39 Συ όμως, Κυριε, που τόσας και τόσας υποσχέσεις έδωκες δια τον Δαυίδ, απώθησες, εξηυτέλισες, και απέβαλες και δεν θέλεις να ίδης τον καταγόμενον από τον Δαυίδ χρισμένον βασιλέα του Ισραήλ τον Ροβοάμ.39 Σὺ ὅμως, ποὺ τόσας καὶ τέτοιας ὑποσχέσεις ἔδωκας διὰ τὸν Δαβίδ, ἀπωθήσας καὶ ἐξεμηδενίσας, ἀπέβαλες καὶ δὲν θέλεις νὰ ἴδῃς τὸν ἀπὸ τοῦ Δαβὶδ καταγόμενον κεχρισμένον βασιλέα Ροβοάμ.
40 κατέστρεψας τὴν διαθήκην τοῦ δούλου σου, ἐβεβήλωσας εἰς τὴν γῆν τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ.40 Ηκύρωσες και κατέλυσες την διαθήκην σου προς τον δούλόν σου Δαυίδ και παρεχώρησες να βεβηλωθή και ποδοπατηθή εις την γην το ιερόν του βασιλέως μας στέμμα και ανάκτορον.40 Ἠθέτησες καὶ κατήργησες τὴν μετὰ τοῦ δούλου σου συναφθεῖσαν διαθήκην, ἐπέτρεψας νὰ ποδοπατηθῇ εἰς τὴν γῆν καὶ νὰ βεβηλωθῇ τὸ στέμμα, τὸ ὁποῖον ἐφόρει ὡς χρισμένος καὶ ἠγιασμένος ἀπὸ σέ.
41 καθεῖλες πάντας τοὺς φραγμοὺς αὐτοῦ, ἔθου τὰ ὀχυρώματα αὐτοῦ δειλίαν·41 Εκρήμνισες και μετέβαλες εις ερείπια τα τείχη της πόλεώς του. Τα οχυρωματικά του έργα τα έκαμες ασθενή και μηδαμινά, ώστε να φέρουν δειλίαν στους στρατιώτας.41 Κατέρριψας εἰς ἐρείπια ὅλα τὰ τείχη αὐτοῦ, μετέβαλες τὰ ὀχυρώματά του εἰς τόπους ἐμπνέοντας δειλίαν καὶ ἀπεστέρησας οὕτως αὐτὸν πάσης ἀσφαλείας.
42 διήρπασαν αὐτὸν πάντες οἱ διοδεύοντες ὁδόν, ἐγενήθη ὄνειδος τοῖς γείτοσιν αὐτοῦ.42 Ελεηλάτησαν και λεηλατούν την χώραν του όλοι οι διαβάται και ο λαός σου έγινεν εμπαιγμός και περίγελως εις τα γειτονικά ειδωλολατρικά έθνη.42 Διήρπαζον αὐτὸν ὅλοι οἱ ἄοπλοι διαβάται, ὅσοι συμβαίνει να περνοῦν ἀπὸ τὴν ὁδόν, ἔγινε περίγελως καὶ περιφρόνησις εἰς τὰ γειτονικὰ ἔθνη.
43 ὕψωσας τὴν δεξιὰν τῶν θλιβόντων αὐτόν, εὔφρανας πάντας τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ.43 Ενίσχυσες την δεξιάν χείρα και την δύναμιν των ανθρώπων, οι οποίοι τον καταπιέζουν, και έτσι παρεχώρησες να ευφρανθούν όλοι οι εχθροί του.43 Ἀνύψωσας τὴν δεξιὰν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν καταπιέζουν, καὶ ἀνέδειξας τούτους νικητάς, ἐχαροποίησας καὶ ηὔφρανας ὅλους τοὺς ἐχθρούς του.
44 ἀπέστρεψας τὴν βοήθειαν τῆς ῥομφαίας αὐτοῦ καὶ οὐκ ἀντελάβου αὐτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ.44 Απεμάκρυνες την βοήθειάν σου από τα στρατεύματά του και δεν τον εβοήθησες εις ώραν πολέμου.44 Ἔστρεψας εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἔκαμψας τὴν βοήθειαν ποὺ τοῦ παρεῖχεν ἡ σπάθη του, καὶ δὲν τὸν ἐβοήθησες οὐδὲ τὸν ἐπροστάτευσες κατὰ τὸν πρὸς τοὺς ἐχθροὺς πόλεμόν του.
45 κατέλυσας ἀπὸ καθαρισμοῦ αὐτοῦ, τὸν θρόνον αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν κατέρραξας.45 Κατήργησες την υπό του Νομου σου προβλεπομένην τελετουργικήν κάθαρσιν, και τον θρόνον του τον συνέτριψες και ερείπια τον ερριψες κάτω εις την γην.45 Κατέπαυσες τὸν διὰ τῶν τελετῶν τοῦ νόμου καθαρισμόν του καὶ δὲν δύναται πλέον νὰ καθαρίζεται διὰ τὰς ἁμαρτίας του, μὲ τὰς θυσίας καὶ τοὺς καθωρισμένους ραντισμούς, τὸν δὲ θρόνον του κατέρριψας συντετριμμένον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους.
46 ἐσμίκρυνας τὰς ἡμέρας τοῦ χρόνου αὐτοῦ, κατέχεας αὐτοῦ αἰσχύνην. (διάψαλμα).46 Περιώρισες και εμικρυνες τας ημέρας της ζωής του και τον περιέλουσες με καταισχύνην.46 Ὠλιγόστευσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του καὶ τὸν περιέλουσας μὲ καταισχύνην.
47 ἕως πότε, Κύριε, ἀποστρέφῃ εἰς τέλος, ἐκκαυθήσεται ὡς πῦρ ἡ ὀργή σου;47 Εως πότε, Κυριε, θα αποστρέφης τελείως από ημάς το πρόσωπόν σου και η οργή σου θα ανάπτη ολονέν και περισσότερον ως πυρκαϊά;47 Ἕως πότε, Κύριε, θὰ ἐπιμένῃς καὶ θὰ ἑξακολουθῇς ἄνευ διακοπῆς τινος νὰ ἀποστρέφῃς τὸ πρόσωπόν σου καὶ ἕως πότε θὰ ἐκκαίεται σὰν φωτιὰ ὅλονεν καὶ περισσότερον ἀνάπτουσα ἡ καθ’ ἡμῶν ὀργή σου;
48 μνήσθητι τίς μου ἡ ὑπόστασις· μὴ γὰρ ματαίως ἔκτισας πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων;48 Ενθυμήσου πόσον βραχεία και παροδική είναι η ζωή εμού και όλων των ανθρώπων. Μηπως, Κυριε, ματαίως και χωρίς κανένα σκοπόν έπλασες όλους τους ανθρώπους;48 Ἐνθυμήθητι, πόσον βραχεῖα καὶ παροδικὴ εἶναι ἐμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλων τῶν ὁμοίων μου ἡ ζωή. Μήπως ἔκτισας ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ ταλαιπωροῦνται εἰς μάτην καὶ χωρὶς κανὲν ὄφελος, μὲ τὴν δυστυχίαν παντοτεινὸν κλῆρον;
49 τίς ἐστιν ἄνθρωπος, ὃς ζήσεται, καὶ οὐκ ὄψεται θάνατον; ῥύσεται τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ χειρὸς ᾅδου; (διάψαλμα).49 Ποιός είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος θα ζήση και δεν θα ίδη τον θάνατον; Θα ευρεθή, τάχα, ποτέ κανείς, να απαλλάξη τον αποθανόντα άνθρωπον από τα χέρια του άδου;49 Ὑπάρχει κανεὶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ ζήσῃ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ δὲν θὰ ἀποθάνῃ; Ποῖος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ γλυτώσῃ τὴν ζωήν του ἀπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν δύναμιν τοῦ θανάτου; Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ὑπάρξεώς μας, νὰ τροφοδοτῶμεν διαρκῶς τὸν Ἅδην, χωρὶς καμμίαν παρηγορίαν καὶ προστασίαν ἐκ μέρους σου;
50 ποῦ ἐστι τὰ ἐλέη σου τὰ ἀρχαῖα, Κύριε, ἃ ὤμοσας τῷ Δαυΐδ ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου;50 Που είναι, λοιπόν, Κυριε, τα αρχαία ελέη σου, τα οποία με όρκον υπεσχέθης εν τη φιλαληθεία σου προς τον Δαυίδ;50 Ποὺ εἶναι, Κύριε, τὰ παλαιά σου ἐλεῇ, τὰ ὁποῖα μεθ' ὅρκου ὑπεσχέθης εἰς τὸν Δαβίδ, ἐν τῇ φιλαληθείᾳ καὶ ἀξιοπιστίᾳ σου;
51 μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν δούλων σου, οὗ ὑπέσχον ἐν τῷ κόλπῳ πολλῶν ἐθνῶν,51 Ενθυμήσου, Κυριε, και ιδέ τον εξευτελισμόν και την καταισχύνην των δούλων σου, των ομοεθνών μου, την οποίαν υπέστησαν μέχρι εις τα κατάβαθα της καρδίας των εκ μέρους πολλών εθνών.51 Ἐνθυμήσου, Κύριε, τὸν ὀνειδισμὸν καὶ τὴν καταφρόνησιν τῶν δούλων σου τῶν ὁμοεθνῶν μου, τὸν ὁποῖον οὖτοι ὑφίστανται ἐκ μέρους πολλῶν ἐθνῶν, καὶ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὡς προφήτης καὶ ἀντιπρόσωπός των εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ βαστάζω εἰς τὸν κόλπον μου.
52 οὗ ὠνείδισαν οἱ ἐχθροί σου, Κύριε, οὗ ὠνείδισαν τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ χριστοῦ σου.52 Ιδέ τον χλευασμόν, με τον οποίον μας περιύβρισαν οι εχθροί σου, Κυριε, και κατεξηυτέλισαν έτσι τον βασιλέα, αυτόν τον οποίον συ εις αντικατάστασιν του χρισθέντος υπό σου Δαυίδ μας έδωκες.52 Λάβε ὑπ’ ὄψει σου τὸν ὀνειδισμόν, μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς περιύβρισαν οἱ ἐχθροί σου, Κύριε· μὲ τὸν ὁποῖον ἐξηυτέλισαν τὸν βασιλέα αὐτόν, τὸν ὁποῖον εἰς ἀνταλλαγὴν καὶ ἀντικατάστασιν τοῦ χρισθέντος ὑπὸ σοῦ Δαβὶδ μᾶς ἔδωκας καὶ ὁ ὁποῖος κατήντησε νὰ εἶναι διακωμώδησις καὶ ὑποκατάστασις Χριστοῦ, ἀλλ’ ὄχι πραγματικὸς Χριστός σου.
53 εὐλογητὸς Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα. γένοιτο γένοιτο.53 Παρ' όλας όμως αυτάς τας δοκιμασίας και ταπεινώσεις, που υφιστάμεθα, ας είναι δοξασμένος ο Κυριος στους αιώνας. Διότι και πάλιν θα μας επισκεφθή με το έλεός του και με τας δωρεάς του. Γένοιτο, γένοιτο.53 Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἀποστρέφῃ τώρα ὁ Κύριος τὸ πρόσωπόν του, ἂς εἶναι δοξασμένος εἰς τὸν αἰῶνα, διότι θὰ μᾶς ἐπισκεφθῇ καὶ πάλιν καὶ θὰ μᾶς ἐλεήσῃ. Γένοιτο, γένοιτο.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΠΘ'🔸
                            (89)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Προσευχὴ τοῦ Μωυσῆ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ.
1 (Μασ. 90) ΚΥΡΙΕ, καταφυγὴ ἐγενήθης ἡμῖν ἐν γενεᾷ καὶ γενεᾷ·1 (Μασ. 90) Κυριε, συ από γενεάς εις γενεάν, μέχρι και των ημερών μας, υπήρξες το ασφαλές καταφύγιόν μας εις όλας τας περιστάσεις της ζωής μας.1 Κύριε, ὑπῆρξας τὸ καταφύγιόν μας, ἀπὸ τῆς μιᾶς γενεᾶς εἰς τὴν ἄλλην, καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ καθ’ ὅλας τὰς γενεᾶς.
2 πρὸ τοῦ ὄρη γενηθῆναι καὶ πλασθῆναι τὴν γῆν καὶ τὴν οἰκουμένην, καὶ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ.2 Πριν γίνουν τα όρη και πριν διαμορφωθή η γη και η οικουμένη, προ πάντων των αιώνων συ υπήρχες, υπάρχεις και θα υπάρχης.2 Προτοῦ νὰ γίνουν τὰ ὅρη καὶ προτοῦ πλασθῇ ἡ γῆ καὶ ἡ οἰκουμένη καὶ ἀπὸ τῆς ἀνάρχου αἰωνιότητος καὶ μέχρι τῆς ἀτελευτήτου αἰωνιότητος τοῦ μέλλοντος σὺ ὑπάρχεις, ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος.
3 μὴ ἀποστρέψῃς ἄνθρωπον εἰς ταπείνωσιν· καὶ εἶπας· ἐπιστρέψατε υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων.3 Μη επιτρέψης, Κυριε, να επανέλθη ο άνθρωπος δια της αμαρτίας στον εξευτελισμόν και τον όλεθρον. Συ είπες· επιστρέψατε δια της μετανοίας, ω άνθρωποι, προς εμέ, δια να έχετε ζωήν και ευλογίαν.3 Δὸς λοιπὸν καὶ εἰς ἡμᾶς, Κύριε, ὀλίγον ἀκόιμη χρόνον ζωῆς. Μὴ ἐπιτρέψῃς νὰ ἀποστραφῇ καὶ νὰ καταπέσῃ εἰς τὴν βαθυτάτην καὶ ἀμετάκλητον ταπείνωσιν τοῦ θανάτου ὁ ἄνθρωπος, ὁ περὶ ἐμὲ ἐννοῶ λαός· καὶ μὴ ἐπιτρέψῃς τοῦτο σύ, ποὺ εἶπες πρὸς αὐτούς· ἐπιστρέψατε εἰς τὴν ζωήν, ὦ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων.
4 ὅτι χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς σου ὡς ἡμέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθε, καὶ φυλακὴ ἐν νυκτί.4 Χιλια έτη της ζωής μας, δια σε τον προαιώνιον Θεόν είναι μία ημέρα, ωσάν η χθεσινή, η οποία επέρασε. Μάλλον δε σαν ένα τετράωρον νυκτερινής φρουράς.4 Χάρισέ μας ὀλίγας σταγόνας χρόνου ἀπὸ τὸν ὠκεανὸν τῆς αἰωνιότητός σου. Διότι χίλια ἔτη διὰ σὲ εἶναι σὰν τὴν χθεσινὴν ἡμέραν, ἡ ὁποία ἐπέρασε, μᾶλλον δὲ σὰν τὸ τρίωρον μιᾶς νυκτερινῆς φρουρᾶς.
5 τὰ ἐξουδενώματα αὐτῶν ἔτη ἔσονται. τὸ πρωΐ ὡσεὶ χλόη παρέλθοι,5 Η εξουδενωμένη όμως από τας αθλιότητας και τας αμαρτίας ζωή των ανθρώπων, ολίγα μόνον έτη διαρκεί είναι ωσάν την χλόην, η οποία βλαστάνει το πρωϊ και ταχέως παρέρχεται.5 Τουναντίον ἡ ἐξουδενωμένη καὶ πλήρης ἀθλιοτήτων καὶ ταπεινώσεων ζωὴ τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι παρὰ ὀλίγα ἔτη. Σὰν τὴν χλόην, ἡ ὁποία βλαστάνει τὴν πρωΐαν καὶ παρέρχεται.
6 τὸ πρωΐ ἀνθήσαι καὶ παρέλθοι, τὸ ἑσπέρας ἀποπέσοι, σκληρυνθείη καὶ ξηρανθείη.6 Το πρωϊ, πριν ανατείλη ο ήλιος, θα ανθίση και όταν το καύμα του ηλίου την κτυπήση, θα μαρανθή και θα πέση, θα σκληρυνθή και θα ξηρανθή.6 Τὸ πρωΐ, πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, θ’ ἀνθήσῃ, καὶ ὅταν ὁ καύσων τοῦ ἡλίου τὴν προσβάλῃ μαραινομένη θὰ παρέλθῃ· τὸ ἑσπέρας θὰ ἀποπέσῃ τὸ ἄνθος της, θὰ σκληρυνθῇ καὶ θὰ ξηρανθῇ. Οὕτω συμβαίνει καὶ μὲ ἡμᾶς καὶ τόσον συντόμως κόπτεται τὸ νῆμα τῆς ζωῆς μας.
7 ὅτι ἐξελίπομεν ἐν τῇ ὀργῇ σου καὶ ἐν τῷ θυμῷ σου ἐταράχθημεν.7 Ετσι συνέβη και με ημάς, που είμεθα λαός σου. Εξωλοθρεύθημεν ένεκα της οργής σου. Συνεταράγθημεν από τον μεγάλον σου θυμόν.7 Διότι εἰς τὴν ἔρημον ἐκινδυνεύσαμεν νὰ χαθῶμεν καὶ νὰ ἑξαφανισθῶμεν ἕνεκα τῆς ὀργῆς σου, καὶ κατελήφθημεν ἀπὸ τρόμον καὶ ταραχὴν ἐξ αἰτίας τοῦ φόβου, ποὺ μᾶς προεκάλεσεν ὁ θυμός σου.
8 ἔθου τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐναντίον σου· αἰὼν ἡμῶν εἰς φωτισμὸν τοῦ προσώπου σου.8 Εβαλες εμπρός εις τα μάτια μας όλας τας αμαρτίας και αθλιότητάς μας. Ολόκληρος η ζωη μας ευρίσκεται κάτω από το απαστράπτον φως, που εκπέμπει το πρόσωπόν σου.8 Ἔθεσες ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν σου γυμνὰς τὰς ἀνομίας μας. Δὲν διαφεύγει τίποτε ἀπὸ τὸ ὄμμα σου. Καὶ ὁ αἰὼν τοῦ βίου μας, ὁλόκληρος ἡ κατὰ τὴν ζωήν μας διαγωγὴ εἶναι φανερὰ εἰς τὸ ἀπαστράπτον φῶς, τὸ ὁποῖον ἐκπέμπεται ἀπὸ τὸ πρόσωπόν σου.
9 ὅτι πᾶσαι αἱ ἡμέραι ἡμῶν ἐξέλιπον, καὶ ἐν τῇ ὀργῇ σου ἐξελίπομεν· τὰ ἔτη ἡμῶν ὡσεὶ ἀράχνη ἐμελέτων.9 Ακριβώς, διότι όλαι αι ημέραι μας εχάθησαν ματαίως, δια τούτο τώρα εξαφανιζόμεθα υπό της οργής σου. Τα χρόνια μας είναι γεμάτα από ματαίους και αμαρτωλούς διαλογισμούς. Ομοιάζουν με τον ιστόν της αράχνης, που ευκολώτατα διαλύεται.9 Ἐπειδὴ δὲ ὅλαι αἱ ἡμέραι μᾶς παρῆλθον καὶ ἐχάθησαν ἀκάρπως, δι' αὐτὸ καὶ ἡμεῖς ἑξαφανιζόμεθα ἀπὸ τὴν ὀργήν σου. Τὰ ἔτη μας εἶναι γεμᾶτα μελέτην καὶ μόχθους καὶ προσπαθείας ἀτελεσφορήτους καὶ ματαίας, παρομοίως πρὸς τὸν μόχθον τῆς ἀράχνης, ἡ ὁποία πλέκει κενοὺς καὶ εὐδιαλύτους ἱστούς.
10 αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν ἡμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδομήκοντα ἔτη, ἐὰν δὲ ἐν δυναστείαις, ὀγδοήκοντα ἔτη, καὶ τὸ πλεῖον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος· ὅτι ἐπῆλθε πρᾳότης ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ παιδευθησόμεθα.10 Ολαι αι ημέραι των ετών της ζωής μας ανέρχονται περίπου εις εβδομήκοντα έτη. Εάν δε κανείς έχη ισχυράν κράσιν ημπορεί να φθάση εις τα ογδοήκοντα έτη. Τα πέραν τούτων είναι κόπος και ταλαιπωρία. Διότι λόγω του γήρατος επέρχεται σιγά σιγά η κατάπτωσις των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων και ταλαιπωρούμεθα.10 Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰς ἡμέρας τῶν ἐτῶν μας, ὅλον τὸ ἄθροισμά των ὁμοῦ λαμβανόμενον, εἶναι ἑβδομήκοντα ἔτη· ἐὰν δὲ κανεὶς ἔχῃ τὴν κᾶσιν ἰσχυρὰν καὶ δυνατήν, αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς τοῦ φθάνουν τὰ ὀγδοήκοντα ἔτη. Καὶ τὸ περισσότερον τῶν ἐτῶν αὐτῶν εἶναι κόπος καὶ γεροντικὴ ἀδυναμία καὶ πόνοι καὶ ζωὴ βασανισμένη. Διότι πέραν τῶν ὀγδοήκοντα ἐτῶν ἐπέρχεται εἰς ἡμᾶς χαλάρωσις τῶν σωματικῶν καὶ πνευματικῶν μας δυνάμεων καὶ παιδευόμεθα μᾶλλον, παρὰ ἀπολαμβάνομεν εὐχάριστον ζωήν.
11 τίς γινώσκει τὸ κράτος τῆς ὀργῆς σου καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου σου τὸν θυμόν σου ἐξαριθμήσασθαι;11 Ποιός, προς συνετισμόν και διόρθωσίν του, έχει κατανοήσει, όσον πρέπει, το μέγεθος της οργής σου; Ποιός ημπορεί να υπολογίση τον θυμόν σου με το ευλαβές ιερόν δέος, που εμπνέει ο σεβασμός προς σέ;11 Ποῖος ἀντιλαμβάνεται καὶ ἐννοεῖ πόσον ἰσχυρὰ καὶ κραταιὰ εἶναι ἡ ὀργή σου, ὥστε ἐκ τῆς κατανοήσεως ταύτης νὰ ἀντλῇ σωτήρια μαθήματα; Καὶ ποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξαριθμήσῃ καὶ νὰ ἀναμετρήσῃ τὸν θυμόν σου, σύμφωνα μὲ τὸν ἁρμόζοντα εἰς σὲ τρόμον καὶ φόβον; Τόσοι ἐθανατώθησαν ἐν τῇ ἐρήμῳ κατὰ διαφόρους περιστάσεις πληγέντες ὑπὸ τῆς ὀργῆς σου. Ποῖος ἀπὸ τοὺς ἐπιζῶντας Ἰσραηλίτας εἶναι εἰς θέσιν νὰ κατανοήσῃ τὰ φοβερὰ αὐτὰ μαθήματα, τὰ ἀποκαλύπτοντα πόσον μισεῖς καὶ τιμωρεῖς τὴν ἁμαρτίαν;
12 τὴν δεξιάν σου οὕτω γνώρισόν μοι καὶ τοὺς πεπαιδευμένους τῇ καρδίᾳ ἐν σοφίᾳ.12 Την παντοδύναμον δεξιάν σου, η οποία τιμωρεί και παιδαγωγεί, κατάστησέ μου την γνωστήν με την σοφήν παιδαγωγίαν σου. Γνώρισέ μου δε και τους μορφωμένους κατά την καρδίαν εις την αληθινήν σοφίαν, δια να αποκτήσω και εγώ από αυτούς σοφίαν.12 Τὴν δεξιάν σου, ἡ ὁποία ἐπιφέρει τρομερὰς τιμωρίας κατὰ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ καὶ πατρικῶς παιδεύει τοὺς ἀνθρώπους, κατάστησέ μού την γνωστὴν διὰ τῆς σοφῆς παιδαγωγίας σου, ὥστε νὰ φοβοῦμαι τὸ ὄνομά σου καὶ νὰ ἐλπίζω εἰς τὴν πρόνοιάν σου. Γνώρισόν μοι δὲ καὶ τοὺς πεπαιδευμένους κατὰ τὴν καρδίαν μὲ σοφίαν ἀληθῆ, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὰ πανθαυμαστὰ ἔργα σου, διὰ νὰ σοφισθῶ καὶ ἐγὼ ἀπὸ αὐτούς.
13 ἐπίστρεψον, Κύριε· ἕως πότε; καὶ παρακλήθητι ἐπὶ τοῖς δούλοις σου.13 Στρέψε, Κυριε, ευμενές και ιλαρόν το πρόσωπόν σου εις ημάς. Εως πότε θα οργίζεσαι εναντίον μας; Δέξου τας παρακλήσεις των δούλων σου.13 Ἐπίστρεψον καὶ ἐπάνελθε πρὸς τὸν λαόν σου, Κύριε. Ἕως πότε θὰ ὀργίζεσαι; Καὶ γενοῦ ἵλεως καὶ συμπαθὴς πρὸς τοὺς δούλους σου.
14 ἐνεπλήσθημεν τὸ πρωΐ τοῦ ἐλέους σου, Κύριε, καὶ ἠγαλλιασάμεθα καὶ εὐφράνθημεν ἐν πάσαις ταῖς ἡμέραις ἡμῶν· εὐφρανθείημεν14 Ευδόκησες Κυριε, να γεμίσωμεν ταχέως από το έλεός σου. Ας σκιρτήσωμεν από χαράν και αγαλλίασιν όλας τας ημέρας της ζωής μας.14 Ἂς ἐμπλησθῶμεν ταχέως ἀπὸ τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου, Κύριε, καὶ ἂς σκιρτήσωμεν ἐξ ἀγαλλιάσεως καὶ ἂς εὐφρανθῶμεν καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας μας.
15 ἀνθ᾿ ὧν ἡμερῶν ἐταπείνωσας ἡμᾶς, ἐτῶν, ὧν εἴδομεν κακά.15 Είθε να ευφρανθώμεν, αντί των ημερών, κατά τας οποίας μας ετιμώρησες και μας εταπείνωσες, αντί των ετών, κατά τα οποία εδοκιμάσαμεν θλίψεις και κακοπαθείας.15 Εἴθε νὰ εὐφρανθῶμεν ἀντὶ τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας μᾶς ἐταπείνωσας, ἀντὶ τῶν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα εἴδομεν καὶ ἐδοκιμάσαμεν θλίψεις καὶ κακοπαθείας.
16 καὶ ἴδε ἐπὶ τοὺς δούλους σου καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα σου καὶ ὁδήγησον τοὺς υἱοὺς αὐτῶν,16 Κυτταξε με συμπάθειαν τους δούλους σου Ισραηλίτας, ιδέ τα προς χάριν αυτών έργα των χειρών σου και καθοδήγησε τους απογόνους του Ιακώβ εις δρόμους σωτηρίας.16 Καὶ ἴδε εὐσπλάγχνως καὶ συμπαθῶς ἐπὶ τοὺς δούλους σου καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἰργάσθης πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν ἐκ τῆς Αἰγύπτου καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν αὐτῶν. Καὶ ὁδήγησον τοὺς υἱούς των εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ νόμου σου καὶ εἰς τὴν κληρονομίαν τῶν ἐπαγγελιῶν σου.
17 καὶ ἔστω ἡ λαμπρότης Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν ἡμῶν κατεύθυνον ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν ἡμῶν κατεύθυνον.17 Λαμπρά ας είναι και πάλιν η ευσπλαγχνία, η εύνοια και η καλωσύνη Κυρίου του Θεού μας εις ημάς. Ευόδωσε εις καλήν και πλουσίαν καρποφορίαν τα έργα των χειρών μας, Κυριε. Καμε να προοδεύση εις επιτυχίαν τα κάθε καλόν έργον των χειρών μας.17 Καὶ ἂς εἶναι ἡ δόξα τῆς εὐνοίας καὶ τῆς χάριτος καὶ τῆς καλωσύνης Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας ἐφ' ἠμῶν. Καὶ τὰ βιοποριστικά μας ἔργα εὐόδωσέ τα, Κύριε, ἵνα ἀποβαίνουν πρὸς ὠφέλειάν μας. Καὶ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν μως κατευόδωσέ το καὶ δὸς ἐπιτυχίαν εἰς αὐτό.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός ϟ'🔸
                            (90)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Αἶνος ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 91) Ο ΚΑΤΟΙΚΩΝ ἐν βοηθείᾳ τοῦ ῾Υψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται.1 (Μασ. 91) Εκείνος που ευρίσκεται, και παραμένει κάτω από την ακατανίκητον βοήθειαν του Υψίστου, αυτός θα αναπαύεται από την σκέπην του Θεού του ουρανού.1 Εκεῖνος ὁ ὁποῖος κατοικεῖ καὶ παραμένει ὑπὸ τὴν βοήθειαν τοῦ Ὑψίστου, θὰ διέρχεται τὰς νύκτας του ἀναπαυόμενος ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ προοτασίαν τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ.
2 ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου, καὶ ἐλπιῶ ἐπ᾿ αὐτόν,2 Θα είπη και θα λέγη προς τον Κυριον· Συ είσαι ο βοηθός μου, το καταφύγιόν μου εις όλην μου την ζωήν, μάλιστα δε εις περιπετείας και κινδύνους. Αυτός είναι ο Θεός μου, στον οποίον εγώ στηρίζω και θα στηρίζω τας ελπίδας μου.2 Θὰ εἴπῃ πρὸς τὸν Κύριον βοηθός μου εἶσαι καὶ καταφύγιόν μου. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός μου, καὶ θὰ ἐλπίζω καθ’ ὅλον τὸν βίον μου εἰς αὐτόν.
3 ὅτι αὐτὸς ρύσεταί σε ἐκ παγίδος θηρευτῶν καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους.3 Ελπίζε και συ εις αυτόν, διότι αυτός θα σε γλυτώση από τας δολίας παγίδας των πονηρών εχθρών σου, οι οποίοι, ωσάν πανούργοι θηρευταί, ζητούν να, συλλάβουν την ψυχήν σου. Αυτός θα σε προφυλάξη από δηλητηριώδη λόγια, τα οποία αναστατώνουν και πικραίνουν την ψυχήν.3 Ὀρθῶς. Διότι αὐτὸς θὰ σὲ λυτρώσῃ ἀπὸ τὰς δολίας καὶ καταχθονίους ἐπιβουλὰς καὶ παγίδας ἐκείνων, ποὺ ἐπιζητοῦν νὰ συλλάβουν ὡς θήραμα τὴν ψυχήν σου. Αὐτὸς θὰ σὲ προφυλάξῃ καὶ ἀπὸ λόγον συκοφαντικόν, ποὺ θὰ σοῦ φέρῃ ταραχὴν καὶ στενοχώριαν.
4 ἐν τοῖς μεταφρένοις αὐτοῦ ἐπισκιάσει σοι, καὶ ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ ἐλπιεῖς· ὅπλῳ κυκλώσει σε ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ.4 Αυτός, ιστάμενος εμπρός από σέ, θα σε υπερασπίζη από τους εχθρούς σου, ώστε συ να ευρίσκης ασφάλειαν οπίσω από αυτόν. Κατω από την προστασίαν των πτερύγων του θα ελπίζης εις αποτελεσματικήν βοήθειαν. Ωσάν με ασπίδα θα σε περιβάλλη ολόκληρον η φιλαλήθειά του και η προστασία, την οποίαν έχει υποσχεθη.4 Διὰ τῶν μεταφρένων καὶ τῶν νώτων αὐτοῦ θὰ σὲ σκεπάζῃ, οἱονεὶ προβάλλων τὸ στῆθος του ὡς ἀσπίδα σου, καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν πτερύγων του θὰ ἐλπίζῃς ἀσφαλιζόμενος ὑπὸ τὴν κραταιὰν δύναμιν καὶ πρόνοιάν του, ὅπως οἱ μικροὶ νεοσσοὶ ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῆς ὄρνιθος· ὡς δι' ἀσπίδος θὰ σὲ περιβάλλῃ ὁλόκληρον ἡ φιλαλήθειά του, διότι θὰ ἔχῃς ὡς προτείχισμά σου τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ὑποσχεθεὶς τὴν βοήθειαν καὶ προστασίαν σου εἶναι πιστὸς καὶ ἀληθὴς εἰς τὰς ἐπαγγελίας του.
5 οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας,5 Δεν θα φοβηθής από κίνδυνον νυκτερινόν, ούτε από βέλος που ρίπτεται εναντίον σου εν καιρώ ημέρας.5 Δὲν θὰ φοβηθῇς ἀπὸ κίνδυνον ἐξ ἐχθρῶν ὑπούλων, οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ νυκτὸς ἐπιπίπτουν κατὰ σοῦ, οὔτε ἀπὸ βέλος ποὺ πετᾷ καὶ ρίπτεται κατὰ σοῦ ἐν καιρῷ ἡμέρας.
6 ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ.6 Δεν θα φοβηθής από φόβητρον, που επέρχεται κατά την νύκτα, ούτε από κανένα δυσάρεστον γεγονός της ημέρας, η από δαιμόνιον πονηρόν, που ενεργεί κατά την μεσημβρίαν.6 Καὶ γενικῶς δὲν θὰ φοβηθῇς κάθε πρᾶγμα ποὺ κινεῖται καὶ περιπατεῖ εἰς τὸ σκότος, καὶ σοῦ δημιουργεῖ ἀφανῆ κίνδυνον, ποὺ δὲν τὸν βλέπεις μὲ τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμούς, οὔτε ἀπὸ ἀπροσδόκητον συμβὰν καὶ συναπάντημα, καθὼς καὶ ἀπὸ δαιμόνιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν μεσημβρίαν ἐπενεργεῖ καὶ βλάπτει.
7 πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου, πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ·7 Χιλιοι θα πέσουν νεκροί εξ αριστερών σου και χιλιάδες χιλιάδων από τα δεξιά σου. Θα χάνωνται πολυάριθμοι άνθρωποι γύρω σου. Αλλά σε ούτε καν και θα σε εγγίση το κακόν.7 Θὰ πέσουν νεκροὶ εἰς τὸ πλευρόν σου χιλιὰς ἀνθρώπων, καὶ ἐκ δεξιῶν σου θὰ πέσῃ ὁλόκληρος μυριάς, πρὸς σὲ ὅμως δὲν θὰ πλησιάσῃ ὁ κίνδυνος τοῦ θανάτου.
8 πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις καὶ ἀνταπόδοσιν ἁμαρτωλῶν ὄψει.8 Διότι συ είσαι δίκαιος, θα έχης ανοικτά τα μάτια σου, δια να βλέπης πως εξολοθρεύονται οι αμαρτωλοί και να δοξάζης έτσι τον δίκαιον Θεόν. Γεμάτος δε ευλάβειαν θα αναφωνής·8 Ἀλλὰ διὰ τῶν ἰδίων σου ὀφθαλμῶν θὰ παρακολουθῇς καὶ θὰ ἀντιλαμβάνεσαι τὸν θανατηφόρον κίνδυνον καὶ τὰς συντελουμένας ὑπ’ αὐτοῦ καταστροφάς, καὶ θὰ βλέπῃς τὴν ἀνταπόδοσιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἁμαρτωλῶν. (Ἡ δευτέρα φωνή)·
9 ὅτι σύ, Κύριε, ἡ ἐλπίς μου· τὸν ῞Υψιστον ἔθου καταφυγήν σου.9 συ, Κυριε, είσαι η ελπίς μου· και θα έχης ως απάντησιν. Τον Κυριον έθεσες πράγματι ως καταφύγιόν σου·9 Διότι, σύ, Κύριε, εἶσαι ἡ ἐλπίς μου. (Ἡ πρώτη φωνή)· Τὸν Ὕψιστον κατέστησας ἀσφαλὲς καταφύγιόν σου.
10 οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά, καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ ἐν τῷ σκηνώματί σου.10 και δεν θα σε πλησιάσουν συμφοραί, και μάστιγες δοκιμασιών δεν θα φθάσουν εις την κατοικίαν σου.10 Δὲν θὰ σὲ πλησιάσουν κακὰ καὶ δυστυχίαι καὶ οἱαδήποτε μάστιξ ἢ πληγῇ καὶ ἀσθένεια δὲν θὰ ἐγγίσῃ τὸν τόπον τῆς κατασκηνώσεως καὶ διαμονῆς σου.
11 ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου·11 Διότι ο Κυριος θα δώση εντολήν στους αγγέλους του δια σε να σε προφυλάξουν εις όλους τους δρόμους της ζωής σου.11 Διότι θὰ δώσῃ ἐντολὴν ὁ Κύριος εἰς τοὺς ἀγγέλους του διὰ σέ, ὅπως σὲ διαφυλάξουν εἰς πάσας τὰς ὁδοὺς καὶ ἐνεργείας σου.
12 ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου·12 Θα σε αναλάβουν οι άγγελοι εις τα χέρια των και θα σε καθοδηγούν, ώστε ούτε το ένα σου πόδι να μη σκοντάψη εις κανένα λίθον.12 Ἐπὶ τῶν χειρῶν των θὰ σὲ σηκώσουν, μὴ τύχη ποτὲ καὶ προσκρούσῃς τὸν πόδα σου εἰς λίθον τινὰ καὶ σκοντάψῃς.
13 ἐπὶ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον ἐπιβήσῃ καὶ καταπατήσεις λέοντα καὶ δράκοντα.13 Θα πατήσης άφοβα επάνω εις δηλητηριώδεις όφεις, όπως είναι η ασπίς και ο βασιλίσκος, και θα καταπατήσης λέοντα και δράκοντα, χωρίς κανένα από τα θηρία αυτά να σε βλάψη.13 Ἐπὶ ὄφεων δηλητηριωδῶν, ὁποῖοι εἶναι ἡ ἀσπὶς καὶ ὁ βασιλίσκος, θὰ ἐπιβαίνῃς περιπατῶν, χωρὶς νὰ πάθῃς τίποτε, καὶ θὰ καταπατῇς λέοντα καὶ δράκοντα ἀφόβως καὶ ἀβλαβῶς. Ὄχι μόνον ἀπὸ κάθε ἐμπόδιον καὶ δυσχέρειαν θὰ ἀπαλλάσσουν οἱ ἄγγελοι τὴν πορείαν σου, Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους κινδύνους θὰ σὲ προφυλάττουν.
14 ὅτι ἐπ᾿ ἐμὲ ἤλπισε, καὶ ρύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτόν, ὅτι ἔγνω τὸ ὄνομά μου.14 Ο ίδιος ο Θεός διακηρύσσει και λέγει· Επειδή ο δούλος μου εστήριξεν εις εμέ τας ελπίδας του, εγώ θα τον γλυτώσω από κάθε κίνδυνον. Θα τον σκεπάσω με την προστασίαν μου, διότι αυτός εγνώρισε και εδόξασε το όνομά μου.14 Διότι ἐστήριξε τὴν ἐλπίδα του ἐπ’ ἐμοῦ, λέγει ὁ Κύριος· καὶ δι' αὐτὸ καὶ θὰ τὸν ἐλευθερώνω· θὰ τὸν σκεπάζω καὶ θὰ τὸν προστατεύω, διότι μὲ πλήρη ἐπίγνωσιν καὶ πίστιν ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομά μου.
15 κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν.15 Θα κράξη δια της προσευχής του προς εμέ και εγώ θα κάμω δεκτήν την προσευχήν του. Θα ευρεθώ παρά το πλευρόν του εις τας θλίψεις της ζωής του. Θα τον βγάλω από τας δοκιμασίας και περιπετείας και θα τον δοξάσω ακόμη περισσότερον.15 Θὰ φωνάζῃ πρὸς ἐμὲ διὰ θερμῆς καὶ ἐντόνου προσευχῆς καὶ θὰ τὸν ἀκούω εὐμενῶς· θὰ εἶμαι μαζί του κατὰ τὰς θλίψεις αὐτοῦ· θὰ τὸν ἐλευθερώνω ἀπὸ τὰς δυσκολίας καὶ τὰ δεινὰ καὶ θὰ τὸν δοξάζω.
16 μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου.16 Θα χαρίσω εις αυτόν μακρότητα ημερών και θα του δεικνύω καθ' όλον τον μακρόν βίον του την σωτηρίαν μου.16 Θὰ τὸν γεμίσω μὲ μακρὰς ἡμέρας χαρίζων εἰς αὐτὸν μακροζωΐαν, καὶ θὰ δεικνύω πρὸς αὐτὸν καθ’ ὅλον τὸν μακρὸν βίον του τὴν σωτηρίαν μου.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 13🔹«91~100»





             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ϟΑ'🔸
                             (91)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ψαλμὸς ᾠδῆς, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ σαββάτου.11
2 (Μασ. 92) ΑΓΑΘΟΝ τὸ ἐξομολογεῖσθαι τῷ Κυρίῳ καὶ ψάλλειν τῷ ὀνόματί σου, ῞Υψιστε,2 (Μασ. 92) Ευχαριστον και ωφέλιμον είναι, εις εμέ να δοξάζω σε τον Κυριον και να υμνολογώ το πάντιμον όνομά σου, ω Υψιστε.2 Επωφελὲς ἅμα καὶ γλυκύ, καλὸν καὶ πρέπον εἶναι νὰ δοξολογῇ τις τὸν Κύριον καὶ να ψάλλῃ ὕμνον εἰς τιμὴν τοῦ ὀνόματός σου, Ὕψιστε,
3 τοῦ ἀναγγέλλειν τῷ πρωΐ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου κατὰ νύκτα3 Να διαλαλώ ημέραν και νύκτα την ευσπλαγχνίαν σου, την φιλαλήθειάν σου και την αξιοπιστίαν σου εις τας υποσχέσεις σου.3 διὰ νὰ διακηρύττῃ καὶ ἀναγγέλλῃ ἀνὰ τὸν κόσμον καθ’ ἑκάστην πρωΐαν τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου, καὶ κατὰ τὴν νύκτα τὴν ἀξιοπιστίαν καὶ φιλαλήθειαν, τὴν ὁποίαν δεικνύεις ἐν τῇ τηρήσει τῶν ὑποσχέσεών σου.
4 ἐν δεκαχόρδῳ ψαλτηρίῳ μετ᾿ ᾠδῆς ἐν κιθάρᾳ.4 Με ψαλτήριον δεκάχορδον, με άσμα το οποίον θα το συνοδεύη η κιθάρα,4 Νὰ συνοδεύῃ δὲ τὸν διὰ τῆς φωνῆς του ψαλλόμενον ὕμνον μὲ δεκάχορδον ψαλτήριον, μὲ ἔντεχνον ἁρμονίαν διὰ κιθάρας.
5 ὅτι εὔφρανάς με, Κύριε, ἐν τοῖς ποιήμασί σου, καὶ ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν σου ἀγαλλιάσομαι.5 διότι συ, Κυριε, μου δίδεις χαράν και ευφροσύνην, με γεμίζεις αγαλλίασιν με τα θαυμαστά έργα των χειρών σου.5 Διότι μὲ ηὔφρανας, Κύριε, μὲ τὰ ποιήματά σου καὶ ἀπὸ τὰ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν ἀνθρώπων ἔργα τῶν χειρῶν σου καὶ τῆς προνοίας σου πληροῦμαι ἱκανοποιήσεως καὶ ἀγαλλιάσεως.
6 ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου Κύριε· σφόδρα ἐβαθύνθησαν οἱ διαλογισμοί σου.6 Ποσον μεγαλειώδη και αξιοθαύμαστα είναι, Κυριε, τα έργα σου! Βαθείς και ανεξερεύνητοι είναι οι διαλογισμοί σου και αι αποφάσεις σου.6 Πόσον μεγάλα καὶ θαυμαστὰ εἶναι τὰ ἔργα σου, Κύριε· καθ' ὑπερβολὴν βαθεῖαι καὶ ἀνεξερεύνητοι εἶναι αἱ σκέψεις καὶ οἱ σοφοί σου τρόποι, κατὰ τοὺς ὁποίους κυβερνᾷς τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων.
7 ἀνὴρ ἄφρων οὐ γνώσεται, καὶ ἀσύνετος οὐ συνήσει ταῦτα.7 Ανθρωπος όμως, τον οποίον ο αμαρτωλός βίος έκαμεν άφρονα, δεν ημπορεί να γνωρίση τα θαυμάσια αυτά έργα σου. Και ασύνετος, εξ αιτίας του σκοτισμού της αμαρτίας, δεν είναι εις θέσιν να τα κατανοήση.7 Ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ὁ ὑλόφρων βίος κατέστησε ἄφρονα, δὲν δύναται νὰ γνωρίσῃ τὰ θαυμάσιά σου ταῦτα, καὶ ἐκεῖνος ποὺ στερεῖται τῆς φρονήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ φόβος σου ἐμπνέει καὶ εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀσύνετος, δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ αὐτά.
8 ἐν τῷ ἀνατεῖλαι ἁμαρτωλοὺς ὡσεὶ χόρτον καὶ διέκυψαν πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ὅπως ἂν ἐξολοθρευθῶσιν εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.8 Οι ασύνετοι αμαρτωλοί φυτρώνουν ταχέως και αυξάνουν και ανθοφορούν, ωσάν τον χόρτον. Ολοι οι εργάται της ανομίας σηκώνουν την κεφαλήν και υψώνονται· ματαίως όμως, διότι το κατάντημά των θα είναι ο αιώνιος όλεθρος.8 Ὅταν οἱ ἀμαρτωλοὶ εὐτυχοῦν καὶ ἐκβλαστάνουν ταχέως καὶ ἀφθόνως ὡς ὁ χόρτος, καὶ ὅταν ὡς ἄνθος ἐκφύωνται ἐκ τῆς γῆς καὶ γίνωνται περιφανεῖς ὅλοι ὅσοι ἐργάζονται τὴν ἀνομίαν, μὴ λησμονῇς ὅτι τοῦτο γίνεται διὰ νὰ ἐξολοθρευθοῦν καὶ ἐξοντωθοῦν διὰ παντός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
9 σὺ δὲ ῞Υψιστος εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε·9 Συ όμως, Κυριε, παραμένεις ο μόνος Υψιστος Θεός στους αιώνας των αιώνων.9 Σὺ ὅμως, Κύριε, κάθησαι ἐν οὐρανοῖς ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ ἐν ἰσχύϊ τὰ πάντα κυβερνῶν. Καὶ παραμένεις Ὕψιστος εἰς τὸν αἰῶνα.
10 ὅτι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου, Κύριε, ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου ἀπολοῦνται, καὶ διασκορπισθήσονται πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν,10 Ιδού, οι εχθροί σου, Κυριε, το πιστεύω και το διακηρύττω, ιδού οι εχθροί σου οπωσδήποτε θα καταστραφούν και θα διασκορπισθούν ανά τα διάφορα σημεία όλοι, όσοι εργάζονται την ανομίαν.10 Διότι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου, Κύριε· ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου θὰ ἐξαφανισθοῦν, καὶ θὰ διασκορπισθοῦν ὅλοι ὅσοι ἐργάζονται τὴν ἀνομίαν.
11 καὶ ὑψωθήσεται ὡς μονοκέρωτος τὸ κέρας μου καὶ τὸ γῆράς μου ἐν ἐλαίῳ πίονι·11 Εξ αντιθέτου η ιδική μου όμως δύναμις θα υψωθή, θα ενισχυθή, όπως του ισχυρού μονρκέρωτος, και τα γηράματά μου, χάρις εις τας ιδικάς σου δωρεάς, θα είναι θαλερά, όπως το σώμα που αλείφεται με παχύ έλαιον.11 Τουναντίον δὲ ἐμοῦ θὰ ὑψωθῇ ἀήττητος ἡ ἰσχύς μου, σὰν τὴν δύναμιν ἀγρίου ζώου, ἥτις ἐπὶ του ἑνὸς καὶ μόνου κέρατός του συγκεντροῦται, καὶ τὸ γῆρας μου θὰ διατηρηθῇ θαλερὸν διὰ τῶν θείων σου χαρίτων, τὰς ὁποίας ὡς ἁγνὸν καὶ νωπὸν ἔλαιον θὰ ἐκχύνῃς εἰς ἐμέ.
12 καὶ ἐπεῖδεν ὁ ὀφθαλμός μου ἐν τοῖς ἐχθροῖς μου, καὶ ἐν τοῖς ἐπανισταμένοις ἐπ᾿ ἐμὲ πονηρευομένοις ἀκούσατε τὸ οὖς μου.12 Το μάτι μου θα ιδή με δικαίαν ικανοποίησιν τον όλεθρον των εχθρών μου και το αυτί μου θα ακούση την τιμωρίαν των πονηρών εχθρών μου, οι οποίοι επαναστατούν εναντίον μου.12 Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπίδῃ ὁ ὀφθαλμός μου μεθ' ἰκανοποιήσεως ἐπὶ τῶν ἐχθρῶν μου, καὶ θὰ ἀκούσῃ τὸ οὖς μου πραγματοποιούμενον τὸν πόθον μου διὰ τοὺς ἐξεγειρομένους καὶ ἐπαναστατοῦντας κατ' ἐμοῦ πονηρευομένους.
13 δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, ὡσεὶ ἡ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.13 Ομως ο δίκαιος άνθρωπος θα ανθίζη πάντοτε, όπως ο φοίνιξ· θα αυξηθή και θα πληθυνθή, όπως τα κέδρα του Λιβάνου.13 Ὁ δίκαιος θὰ ἀνθήσῃ ὡς ὁ ἀειθαλὴς καὶ μηδέποτε μαραινόμενος φοῖνιξ, ὡς ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ ὑπερύψηλος καὶ πολύρριζος κέδρος θὰ αὐξηθῇ. Οὕτω θαλερὸς καὶ εὐτυχὴς θὰ παραμένῃ ὁ εὐσεβὴς καὶ δίκαιος.
14 πεφυτευμένοι ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξανθήσουσιν·14 Φυτευμένοι οι δίκαιοι στον οίκον του Κυρίου, εις τας ιεράς αυλάς του Θεού μου, θα ανθίζουν και θα καρποφορούν τας αρετάς.14 Φυτευμένοι οἱ δίκαιοι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου θὰ ἐξανθήσουν καὶ θὰ καρποφορήσουν εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Θεοῦ μας, ἐνταῦθα μὲν καρποφοροῦντες τὴν ἀρετήν, ἐν ταῖς οὐρανίαις δὲ αὐλαῖς ἀπολαύοντες τῶν καρπῶν ταύτης.
15 ἔτι πληθυνθήσονται ἐν γήρει πίονι καὶ εὐπαθοῦντες ἔσονται τοῦ ἀναγγεῖλαι 15 Και στο βαθύ ακόμη γήρας των θα προκόπτουν εις αρετήν και καλά έργα, θα είναι θαλεροί και ακμαίοι, δια να αναγγέλλουν πάντοτε τα μεγαλεία του Θεού.15 Ἀκόμη καὶ κατὰ τὸ βαθὺ καὶ ἔσχατον γῆρας των θὰ προκύπτουν καὶ θὰ καρποφοροῦν ὑπεραφθόνως καὶ θὰ εἶναι θαλεροὶ καὶ ἀκμαῖοι διὰ νὰ ἀναγγέλλουν καὶ διακηρύττουν,
16 ὅτι εὐθὴς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν καὶ οὐκ ἔστιν ἀδικία ἐν αὐτῷ.16 Διότι ο Κυριος ο Θεός μας είναι δίκαιος και ευθύς και δεν υπάρχει εις αυτόν καμμία αδικία.16 ὅτι εἶναι δίκαιος καὶ εὐθὺς ὁ Κύριος καὶ Θεός μας καὶ δὲν ὑπάρχει ἀδικίᾳ ἐν αὐτῷ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ϟΒ'🔸
                             (92)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ προσαββάτου, ὅτε κατῴκισται ἡ γῆ· αἶνος ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 93) Ο Κύριος ἐβασίλευσεν, εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο, ἐνεδύσατο Κύριος δύναμιν καὶ περιεζώσατο· καὶ γὰρ ἐστερέωσε τὴν οἰκουμένην, ἥτις οὐ σαλευθήσεται.1 (Μασ. 93) Ο Κυριος, ο μόνος και ύψιστος Βασιλεύς του ουρανίου και επιγείου κόσμου, ενεδύθη μεγαλοπρέπειαν και δόξαν· εφόρεσε και έζωσε γύρω από την μέσην του ακατανίκητον δύναμιν εις υπεράσπισιν των ανθρώπων του. Διότι αυτός εστερέωσε την οικουμένην, η οποία δεν πρόκειται ποτέ να σαλευθή από την θέσιν της.1 Ο Κύριος, συντελέσας τὴν δημιουργίαν του καὶ ὑποτάξας τὰ πάντα εἰς ἑαυτόν, ἐβασίλευσεν ἐνεδύθη μεγαλοπρεπῆ καὶ ἔνδοξον μεγαλειότητα, ἐνεδύθη, ὁ Κύριος, δύναμιν καὶ περιεζώσθη ἀντὶ σπάθης ταύτην, διὰ νὰ ὑπερασπίζῃ τὸν λαόν του. Ἐβασίλευσε κραταιῶς καὶ ἀκατανικήτως, καθὼς ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι ἐστερέωσε τὴν οἰκουμένην, ἡ ὁποία θὰ παραμείνῃ ἀσάλευτος.
2 ἕτοιμος ὁ θρόνος σου ἀπὸ τότε, ἀπὸ τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ.2 Ο ένδοξος βασιλικός σου θρόνος, Κυριε, είναι ασάλευτος και αιώνιος. Από τότε που εδημιουργείτο ο κόσμος, προ πάντων των αιώνων, συ ως άναρχος Θεός υπάρχεις.2 Ἑδραῖος καὶ ἀδιάσειστος εἶναι ὁ θρόνος σου ἀνέκαθεν καὶ ἀπὸ τότε ποὺ ἐδημιουργεῖτο ἐκ τοῦ μηδενὸς ὁ κόσμος· ἀπὸ τῆς ἀνάρχου καὶ ἀχρόνου αἰωνιότητος ὑπάρχεις Σύ.
3 ἐπῆραν οἱ ποταμοί, Κύριε, ἐπῆραν οἱ ποταμοὶ φωνὰς αὐτῶν· ἀροῦσιν οἱ ποταμοὶ ἐπιτρίψεις αὐτῶν.3 Οι εκάστοτε πλημμυρούντες ποταμοί, Κυριε, ύψωσαν την βοήν των υδάτων των, ύψωσαν και τας φωνάς των. Θα σηκώσουν υψηλά τα θραυόμενα κύματά των και θα προκαλούν θόρυβον με τα εξορμώντα και πλημμυρίζοντα ύδατα αυτών.3 Ἀνύψωσαν οἱ ποταμοί, ὁ Νεῖλος καὶ ὁ Εὐφράτης καὶ οἱ ὑπ’ αὐτῶν σημαινόμενοι εἰδωλολατρικοὶ λαοί, ἀνύψωσαν, Κύριε, οἱ ποταμοὶ τὴν θορυβώδη βοήν των, ὁρμῶντες κατὰ τῆς ἁγίας πόλεώς σου καὶ τοῦ θεοκρατικοῦ βασιλείου της. Θὰ σηκώσουν ὑψηλὰ οἱ ποταμοὶ τὰ μετὰ πολλοῦ πατάγου θραυόμενα κύματά των καὶ θὰ προκαλοῦν θόρυβον μὲ τὰ ἐφορμῶντα ἄφθονα ὕδατά των.
4 ἀπὸ φωνῶν ὑδάτων πολλῶν θαυμαστοὶ οἱ μετεωρισμοὶ τῆς θαλάσσης, θαυμαστὸς ἐν ὑψηλοῖς ὁ Κύριος.4 Αξιοθαύμαστος είναι ο ρόχθος των υψουμένων κυμάτων εις την τρικυμισμένην θάλασσαν. Περισσότερον όμως άξιος παντός θαυμασμού είναι ο Κυριος, ο οποίος κατοικεί εις τα ύψη των ουρανών.4 Θαυμαστὰ εἶναι τὰ ἀγρίως μυκώμενα κύματα τῆς θαλάσσης καὶ ἡ ἐκ τῆς θραύσεώς των βοή, ἀλλ’ ἀσυγκρίτως θαυμαστὸς ὁ Κύριος, ὁ εἰς τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ ἔχων τὸν θρόνον αὐτοῦ καὶ ὑπερκείμενος πάντων.
5 τὰ μαρτύριά σου ἐπιστώθησαν σφόδρα· τῷ οἴκῳ σου πρέπει ἁγίασμα, Κύριε, εἰς μακρότητα ἡμερῶν.5 Οι λόγοι σου, τους οποίους απ' αρχής και των προφητών σου διελάλησες, απεδείχθησαν από τα πράγματα απολύτως αξιόπιστοι. Εις τον ιερόν ναόν σου Κυριε, αρμόζει η αγιότης και η καθαρότης πάντοτε, όπως και η αγιότης όλων εκείνων, οι οποίοι εισέρχονται εις αυτόν.5 Αἱ περὶ σοῦ διὰ τῶν παλαιῶν προφητῶν σου κηρυχθεῖσαι μαρτυρίαι ἀπεδείχθησαν διὰ τῶν πραγμάτων ἐξόχως ἀξιόπιστοι. Εἰς τὸν οἶκον σου ἁρμόζει, Κύριε, νὰ εἶναι ἱερὸς καὶ νὰ παραμένῃ ἀμόλυντος καὶ ἅγιος πάντοτε καὶ εἰς μακρὰς καὶ ἀτελευτήτους ἡμέρας. Ἅγιοι μόνον πρέπει νὰ εἰσέρχωνται ἐν αὐτῷ καὶ νὰ μὴ μολύνεται ποτὲ ὑπὸ προσκυνητῶν βεβήλων.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ϟΓ'🔸
                             (93)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, τετράδι σαββάτου.
1 (Μασ. 94) ΘΕΟΣ ἐκδικήσεων Κύριος, Θεὸς ἐκδικήσεων ἐπαρρησιάσατο.1 (Μασ. 94) Ο Θεός και Κυριος είναι ο δίκαιος κριτής, ο τιμωρών τον κακόν, βραβεύων και περιφρουρών τον δίκαιον. Ο Θεός των δικαίων αποφάσεων κατέστησε και καθιστά πάντοτε ολοφάνερον την παρουσίαν του.1 Θεὸς ἐκδικητὴς καὶ τιμωρὸς τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ Κύριος· ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐκδικεῖται καὶ τιμωρεῖ μὲ ἀκατανίκητον ἰσχὺν καὶ μὲ πᾶσαν δικαιοσύνην τὰ φαῦλα, ἐνεφανίσθη μετὰ δόξης καὶ δυνάμεως.
2 ὑψώθητι ὁ κρίνων τὴν γῆν, ἀπόδος ἀνταπόδοσιν τοῖς ὑπερηφάνοις.2 Συ, ο κριτής της οικουμένης, υψώθητι υπεράνω από όλους, δίκασε, δώσε την πρέπουσαν ανταπόδοσιν στους υπερηφάνους.2 Σύ, ποὺ εἶσαι κριτῆς τῶν κατοίκων τῆς γῆς, κατάδειξον εἰς ὅλους τὸ ὕψος τῆς δυνάμεως καὶ κυριαρχίας σου, καὶ ἀνταπόδοσιν εἰς τοὺς ὑπερηφάνους τὴν ἁρμόζουσαν εἰς αὐτοὺς ἀνταπόδοσιν καὶ τιμωρίαν.
3 ἕως πότε ἁμαρτωλοί, Κύριε, ἕως πότε ἁμαρτωλοὶ καυχήσονται,3 Διότι έως πότε, Κυριε, οι αμετανόητοι ασεβείς, οι αμετανόητοι αμαρτωλοί θα αλαζονεύωνται και θα καυχώνται;3 Ἕως πότε οἱ ἁμαρτωλοί, Κύριε, ἕως πότε οἱ ἁμαρτωλοὶ θὰ καυχῶνται διὰ τὰ μυσαρά των ἔργα;
4 φθέγξονται καὶ λαλήσουσιν ἀδικίαν, λαλήσουσι πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν;4 Εως πότε με κομπασμόν και αναίδειαν θα αποφαίνωνται; Θα λαλούν και θα υποστηρίζουν την αδικίαν; Εως πότε με τα αδιάκριτα στόματα θα διαφημίζουν οι εργαζόμενοι την ανομίαν τας αδικίας των;4 Ἕως πότε θὰ ἀνοίγουν ἀπύλωτον τὸ στόμα των καὶ θὰ λαλοῦν ἀσυστόλως καὶ ἀλαζονικῶς, θὰ λαλοῦν παρορμῶντες ἀλλήλους ὅλοι οἱ ἔχοντες ἔργον νὰ ἀθετοῦν τὸν νόμον σου;
5 τὸν λαόν σου, Κύριε, ἐταπείνωσαν καὶ τὴν κληρονομίαν σου ἐκάκωσαν,5 Αυτοί τον ιδικόν σου λαόν τον εξηυτέλισαν, την ιδικήν σου κληρονομίαν την εκακοποίησαν,5 Τὸν λαόν σου, Κύριε, ὑπέβαλαν εἰς ἐξευτελιστικὰς ταπεινώσεις καὶ εἰς τὴν κληρονομίαν σου ἐπήγαγον πολλὰς κακώσεις καὶ καταπιέσεις.
6 χήραν καὶ ὀρφανὸν ἀπέκτειναν, καὶ προσήλυτον ἐφόνευσαν6 διότι την χήραν και το ορφανόν εθανάτωσαν και τους προσηλύτους εφόνευσαν.6 Τὴν χήραν καὶ τὸν ὀρφανὸν ἐθανάτωσαν καὶ τὸν προσελκυοθέντα ἐκ τῆς εἰδωλολατρίας εἰς τὴν ἐπίγνωσίν σου ἀξιοσυμπάθητον ξένον ἐφόνευσαν.
7 καὶ εἶπαν· οὐκ ὄψεται Κύριος, οὐδὲ συνήσει ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Ιακώβ.7 Και είπαν· Δεν θα ίδη ο Κυριος τα εγκλήματά μας. Ο Θεός των απογόνων του Ιακώβ δεν θα εννοήση, τι ημείς διαπράττομεν.7 Καὶ εἶπαν· δὲν θὰ ἴδῃ τὰ ἀδικήματά μας ὁ Κύριος, οὔτε θὰ ἀντιληφθῇ τί κάμνομεν ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακώβ.
8 σύνετε δή, ἄφρονες ἐν τῷ λαῷ· καί, μωροί, ποτὲ φρονήσατε.8 Ω άφρονες ασεβείς μεταξύ του λαού τούτου, συνετισθήτε λοιπόν. Σεις οι μωροί βάλετε επί τέλους μυαλό και γνώσιν.8 Συνετίσθητε λοιπὸν ὅσοι μεταξὺ τοῦ λαοῦ εἶσθε ἄφρονες καὶ σκέπτεσθε τοιαῦτα· καὶ ὅσοι εἶσθε ἀνόητοι καὶ μωροί, βάλετε ἐπὶ τέλους γνῶσιν.
9 ὁ φυτεύσας τὸ οὖς οὐχὶ ἀκούει; ἢ ὁ πλάσας τὸν ὀφθαλμὸν οὐχὶ κατανοεῖ;9 Αυτός, ο οποίος εφύτευσεν εις την κεφαλήν μας το αυτί, δεν ακούει; Αυτός, ο οποίος έπλασε τον οφθαλμόν, ώστε να βλέπωμεν, δεν βλέπει και δεν εννοεί τι συμβαίνει;9 Αὐτὸς ποὺ ἐφύτευσεν εἰς τὴν κεφαλήν μας τὸ οὖς, μὲ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς τὰ πλάσματά του ἀκούομεν, εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ μὴ ἀκούῃ; Ἢ ἐκεῖνος ποὺ ἔπλασε τὸν ὀφθαλμόν, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ βλέπῃ καὶ νὰ μὴ ἀντιλαμβάνεται τὰ συμβαίνοντα;
10 ὁ παιδεύων ἔθνη οὐχὶ ἐλέγξει; ὁ διδάσκων ἄνθρωπον γνῶσιν;10 Αυτός, που παιδαγωγικώς ανέκαθεν τιμωρεί τα αμαρτάνοντα ειδωλολατρικά έθνη, δεν θα ελέγξη και τον ισραηλιτικόν λαόν; Εκείνος, ο οποίος διδάσκει τους ανθρώπους την γνώσιν, είναι δυνατόν να μη έχη γνώσιν των όσων συμβαίνουν;10 Ὁ τιμωρῶν διὰ τῆς παιδαγωγικῆς του μάστιγος τοὺς ἐθνικοὺς καὶ εἰδωλολάτρας, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐλέγξῃ τὴν παρανομίαν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ νὰ παραμείνῃ ἀδιάφορος, ὅταν ὁ ἔγγραφος Νόμος του ἀθετῆται; Εἶναι δυνατὸν ὁ διδάσκων εἰς τὸν ἄνθρωπον τὴν γνῶσιν νὰ στερῆται ὁ ἴδιος αὐτὴν καὶ νὰ ἀγνοῇ τί εἰς τὴν δημιουργίαν του συμβαίνει;
11 Κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων ὅτι εἰσὶ μάταιοι.11 Ο Κυριος γνωρίζει ότι οι συλλογισμοί και αι αποφάσεις των ανθρώπων είναι πλανημέναι, μωραί και αμαρτωλαί.11 Ὁ Κύριος γνωρίζει καλὰ τὰς σκέψεις καὶ τοὺς συλλογισμοὺς τῶν ἀνοήτων τούτων ἀνθρώπων, ὅτι εἶναι μάταιοι καὶ μωροί, στηριζόμενοι εἰς τὸ ψεῦδος καὶ τὴν πλάνην.
12 μακάριος ὁ ἄνθρωπος, ὃν ἂν παιδεύσῃς, Κύριε, καὶ ἐκ τοῦ νόμου σου διδάξῃς αὐτὸν12 Τρισευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος, τον οποίον συ, Κυριε, θα παιδαγωγήσης, και θα τον διδάξη το Νομου σου,12 Ἀντιθέτως πρὸς αὐτοὺς εἶναι μακάριος ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον θὰ παιδαγωγήσῃς, Κύριε, καὶ θὰ τὸν διδάξῃς διὰ τοῦ νόμου σου,
13 τοῦ πραΰναι αὐτὸν ἀφ᾿ ἡμερῶν πονηρῶν, ἕως οὗ ὀρυγῇ τῷ ἁμαρτωλῷ βόθρος.13 ώστε να μένη ήρεμος και ατάραχος κατά τας ημέρας των δοκιμασιών, που του παρασκευάζει ο αμαρτωλός, έως ότου ανοιχθή βαθύς ο τάφος και καταπίη και εξαφανίση τον αμαρτωλόν.13 ὥστε νὰ καταστῇ ἥσυχος καὶ γεμάτη ἀπὸ πραότητα ἡ ζωή του, ἠσφαλισμένη καὶ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὰς πονηρὰς ἡμέρας, ἕως ὅτου θὰ ἀνοιχθῇ ὁ τάφος τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἐξαφανισθῇ οὗτος.
14 ὅτι οὐκ ἀπώσεται Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ οὐκ ἐγκαταλείψει,14 Διότι ο Κυριος δεν θα απωθήση ποτέ τον λαόν του και δεν θα εγκαταλείψη την κληρονομίαν του,14 Διότι δὲν θὰ ἀπωθήσῃ ὁ Κύριος τὸν λαόν του καὶ δὲν θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν κληρονομίαν του ἀπροστάτευτον καὶ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κακουργούντων·
15 ἕως οὗ δικαιοσύνη ἐπιστρέψῃ εἰς κρίσιν καὶ ἐχόμενοι αὐτῆς πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ. (διάψαλμα).15 μέχρις ότου αποκατασταθή και θεμελιωθή η δικαιοσύνη. Μαζή δέ με αυτόν θα αποκατασταθούν όλοι οι ευθείς κατά την καρδίαν άνθρωποι.15 ἕως ὅτου θὰ ἐπιστρέψῃ καὶ πάλιν ἡ δικαιοσύνη εἰς τὰ ὑπὸ ἀσυνειδήτων κριτῶν διευθυνόμενα σήμερον κριτήρια, καὶ θὰ ἀκολουθοῦν ταύτην ὡς συνοδεία τιμητικὴ πάντες οἱ εὐθεῖς κατὰ τὴν καρδίαν.
16 τίς ἀναστήσεταί μοι ἐπὶ πονηρευομένοις; ἢ τίς συμπαραστήσεταί μοι ἐπὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν;16 Ποιός θα σηκωθή και θα αναλάβη την υπεράσπισίν μου εναντίον εκείνων, οι οποίοι σκέπτονται και θέλουν πονηρά κατ' εμού; Μονον ο Θεός. Ποιός θα είναι ο συμπαραστάτης και βοηθός μου εναντίον των ανθρώπων, που εργάζονται την παρανομίαν;16 Ποῖος θὰ ἐγερθῇ ὑπερασπιοτής μου ἔναντι ἐκείνων, ποὺ σχεδιάζουν πονηρὰς ἐπιβουλὰς πρὸς ἐξόντωσίν μου; Ἢ ποῖος θὰ γίνῃ σύμμαχος καὶ προστάτης μου, κατὰ τὸν ἀγῶνα μου πρὸς τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν;
17 εἰ μὴ ὅτι Κύριος ἐβοήθησέ μοι, παρὰ βραχὺ παρῴκησε τῷ ᾅδῃ ἡ ψυχή μου.17 Εάν ο Κυριος κατά το παρελθόν δεν με βοηθούσε, η ψυχή μου ολίγον ακόμη και θα κατέβαινεν στον άδην.17 Κανεὶς ἄλλος παρὰ μόνον ὁ Θεός. Διότι ἐὰν ὁ Κύριος δὲν μὲ ἐβοήθει, παρ' ὀλίγον ἡ ψυχή μου θὰ κατῴκει εἰς τὸν Ἅδην.
18 εἰ ἔλεγον· σεσάλευται ὁ πούς μου, τὸ ἔλεός σου, Κύριε, ἐβοήθει μοι.18 Καθε φορά, που φοβισμένος έλεγα προς σέ, Κυριε· “Κλονίζονται τα πόδια μου”, η ευσπλαγχνία σου με βοηθούσε αμέσως.18 Ὅταν ἐν ὥραις κινδύνου ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Κύριον διὰ προσευχῆς ἔλεγον, οἱ πόδες μου σαλεύονται καὶ πίπτω, ἀμέσως, Κύριε, τὸ ἔλεός σου καὶ ἡ εὐσπλαγχνία σου μὲ ἐβοήθουν.
19 Κύριε, κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ὀδυνῶν μου ἐν τῇ καρδίᾳ μου αἱ παρακλήσεις σου εὔφραναν τὴν ψυχήν μου.19 Κυριε, ανάλογοι με το πλήθος και την δριμύτητα των οδυνών, αι οποίαι κατεξέσχιζον την καρδίαν μου, ήσαν και αι παρηγορίαι σου, αι οποίαι έδιναν ευφροσύνην και χαράν εις την ψυχήν μου.19 Κύριε, ἀνάλογοι πρὸς τὰς θλίψεις μου ἦσαν καὶ αἱ ὑπὸ σοῦ παρηγορίαι μου. Σύμφωνα πρὸς τὸ πλῆθος τῶν ἐν τῇ καρδίᾳ μου ὀδυνῶν καὶ πόνων αἱ παρηγορίαι σου ἐγέμισαν μὲ εὐφροσύνην τὴν ψυχήν μου.
20 μὴ συμπροσέστω σοι θρόνος ἀνομίας, ὁ πλάσσων κόπον ἐπὶ πρόσταγμα.20 Παράνομος βασιλικός θρόνος η άδικον δικαστικόν βήμα, που υποστηρίζουν αδικίας και εν ονόματι τάχα του νόμου ασκούν καταπιέσεις επί των ανθρώπων, ας μη έχουν καμμίαν ποτέ σχέσιν προς σέ.20 Ἂς μὴ ἔχῃ καμμίαν σχέσιν πρὸς σὲ καὶ ἂς μὴ εὑρεθῇ ποτὲ πλησίον σου θρόνος καὶ βῆμα δικαστικὸν διενεργοῦν ἀδικίας, θρόνος ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὸν τύπον καὶ τὸ φαινόμενον τοῦ νόμου δημιουργεῖ εἰς τοὺς ἀνθρώπους καταπίεσιν καὶ κατάθλιψιν.
21 θηρεύσουσιν ἐπὶ ψυχὴν δικαίου καὶ αἷμα ἀθῷον καταδικάσονται.21 Αυτοί, που κάθονται επάνω εις τέτοιους θρόνους και εις τέτοια παράνομα βήματα, θηρεύουν ως ιδικήν των λείαν την ζωήν του δικαίου ανθρώπου και καταδικάζουν τον αθώον.21 Οἱ ἐπὶ τοιούτου θρόνου καθήμενοι θὰ θηρεύσουν τὴν λείαν των καὶ θὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ ἄνομα συμφέροντά των εἰς βάρος τῆς ζωῆς τοῦ δικαίου καὶ θὰ καταδικάσουν αἷμα ἀθῶον, διὰ νὰ ἐκχυθῇ τοῦτο διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου.
22 καὶ ἐγένετό μοι Κύριος εἰς καταφυγὴν καὶ ὁ Θεός μου εἰς βοηθὸν ἐλπίδος μου·22 Ο Κυριος υπήρξε και υπάρχει δι' εμέ το καταφύγιόν μου. Ο Θεός μου δίδει βέβαιον την ελπίδα ότι είναι και θα είναι βοηθός μου.22 Καὶ ἔγινεν εἰς ἐμὲ ὁ Κύριος καταφύγιον καὶ ὁ Θεός μου βοηθός, ποὺ μὲ γεμίζει πάντοτε ἐλπίδα.
23 καὶ ἀποδώσει αὐτοῖς Κύριος τὴν ἀνομίαν αὐτῶν, καὶ κατὰ τὴν πονηρίαν αὐτῶν ἀφανιεῖ αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεός.23 Εις τους αμαρτωλούς όμως ο Κυριος θα ανταποδώση σύμφωνα με τας παρανομίας των, εξ αιτίας των κακιών των θα τους εξαφανίση από το πρόσωπον της γης.23 Καὶ θὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς ὁ Κύριος ὅ,τι τοὺς ἁρμόζει διὰ τὰς ἀνομίας των, καὶ σύμφωνα πρὸς τὴν πονηρίαν των θὰ ἐξαφανίσῃ αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεός μας.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ϟΔ'🔸
                             (94)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Αἶνος ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 95) ΔΕΥΤΕ ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, ἀλαλάξωμεν τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν·1 (Μασ. 95) Ελάτε, ας γεμίση η καρδία μας από αγαλλίασιν και χαράν δια τον Κυριον μας. Ας αλαλάξωμεν γεμάτοι ενθουσιασμόν προς τον Κυριον και τον σωτήρα μας.1 Έλθετε νὰ ὑψώσωμεν φωνὰς ἀγαλλιάσεως πρὸς τὸν Κύριον, νὰ ἐπευφημήσωμεν μετ’ εὐγνώμονος ἐνθουσιασμοῦ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σωτήρ μας.
2 προφθάσωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει καὶ ἐν ψαλμοῖς ἀλαλάξωμεν αὐτῷ.2 Χωρίς αναβολήν ας σπεύσωμεν ενώπιόν του με δοξολογίας· με ψαλμούς ας τον δοξολογήσωμεν,2 Ἂς σπεύσωμεν νὰ τὸν προϋπαντήσωμεν καὶ νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον αὐτοῦ μὲ δοξολογίας, καὶ διὰ ψαλμῶν ἂς ἐπευφημήσωμεν αὐτόν.
3 ὅτι Θεὸς μέγας Κύριος καὶ Βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν·3 διότι ο Κυριος αυτός είναι Θεός μέγας, μέγας βασιλεύς επί ολοκλήρου της γης.3 Διότι, ὁ Κύριος, εἶναι Θεὸς μέγας καὶ βασιλεὺς μέγας ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς γῆς.
4 ὅτι ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὰ πέρατα τῆς γῆς, καὶ τὰ ὕψη τῶν ὀρέων αὐτοῦ εἰσιν·4 Εις τα παντοδύναμα χέρια του ευρίσκεται όλη η γη μέχρι και των περάτων αυτής. Αι πανύψηλοι κορυφαί των ορέων είναι ιδικαί του.4 Διότι εἰς τὴν ἐξουσιαστικήν του χεῖρα ἔχει πᾶσαν τὴν γῆν μέχρις αὐτῶν τῶν ἐσχατιῶν της, καὶ αἱ πανύψηλοι καὶ ἀπλησίαστοι κορυφαὶ τῶν ὀρέων ἰδικαί του εἶναι.
5 ὅτι αὐτοῦ ἐστιν ἡ θάλασσα, καὶ αὐτὸς ἐποίησεν αὐτήν, καὶ τὴν ξηρὰν αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἔπλασαν.5 Ιδική του είναι η θάλασσα, διότι αυτός την έκαμε. Τα χέρια του επίσης έπλασαν την ξηράν.5 Διότι ἰδική του εἶναι ἡ θάλασσα καὶ αὐτὸς ἐποίησεν αὐτήν, καὶ τὴν ξηρὰν αἱ χεῖρες του τὴν ἔπλασαν.
6 δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ καὶ κλαύσωμεν ἐναντίον Κυρίου, τοῦ ποιήσαντος ἡμᾶς·6 Ελάτε, ας προσκυνήσωμεν αυτόν με ευγνωμοσύνην δια τας ευεργεσίας του, και με συντριβήν δια τας αμαρτίας μας ας πέσωμεν ενώπιον του· ας κλαύσωμεν εν μετανοία ενώπιον του Κυρίου ο οποίος μας έχει δημιουργήσει.6 Ἔλθετε καὶ ἂς προσκυνήσωμεν ἐν εὐλαβείᾳ αὐτὸν καὶ ἂς πέσωμεν ἐνώπιόν του δουλικῶς καὶ ἐκ συντριβῆς διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, ἀλλὰ καὶ ἐκ πλεοναζούσης συγκινήσεως καὶ χαρᾶς διὰ τὴν ἀπολύτρωσίν μας ἂς κλαύσωμεν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς ἔπλασεν, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἐποίησε λαόν του καὶ ἱερὰν συναγωγήν.
7 ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς λαὸς νομῆς αὐτοῦ καὶ πρόβατα χειρὸς αὐτοῦ.7 Αυτός είναι ο Θεός μας και ημείς είμεθα ο λαός, τον οποίον με στοργήν διατρέφει και προστατεύει. Είμεθα τα πρόβατά του, που τα καθοδηγεί με το στοργικόν παντοδύναμον χέρι του.7 Ἂς τοῦ προσφέρωμεν ὁλόψυχον τὴν λατρείαν μας, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός μας καὶ ἠμεῖς εἴμεθα λαὸς τῆς βοσκῆς του ἀπολαμβάνοντες τὴν ἐπιμελῆ φροντίδα του καὶ προστασίαν του· εἴμεθα πρόβατα προστατευόμενα καὶ καθοδηγούμενα ὑπὸ τῆς χειρός του.
8 σήμερον, ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν, ὡς ἐν τῷ παραπικρασμῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πειρασμοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ,8 Σημερον, που τον καθένα μας καλεί εις δρόμους σωτηρίας, είθε να ακούσετε την πατρικήν φωνήν του, η οποία μας λέγει· Μη κάνετε σκληράς και ανυποτάκτους τας καρδίας σας, όπως έγινε κατά τον καιρόν, που με κατεπίκραναν οι πρόγονοί σας, την ημέραν κατά την οποίαν με επροκάλεσαν εις την έρημον.8 Σήμερον, ὁπότε ὁ Θεὸς λαλεῖ πρὸς τὸν καθένα μας καὶ μᾶς προσκαλεῖ, εἴθε νὰ ἀκούσετε τὴν φωνὴν αὐτοῦ, ἡ ὁποία λέγει: Μὴ κάνετε διὰ τῆς ἀπειθείας σκληρὰς τὰς καρδίας σας, ὅπως ἔγινε εἰς Ραφιδεὶν καὶ Κάδης, κατὰ τὸν καιρὸν ποὺ μὲ ἐπίκραναν οἱ προπάτορές σας, κατὰ τὴν ἡμέραν ποὺ ἐδοκίμαζαν καὶ ἐπροκαλοῦσαν τὴν δύναμίν μου καὶ τὴν δικαιοσύνην μου εἰς τὴν ἔρημον.
9 οὗ ἐπείρασάν με οἱ πατέρες ὑμῶν, ἐδοκίμασάν με καὶ εἶδον τὰ ἔργα μου.9 Εκεί οι προπάτορές σας έθεσαν εις πειρασμόν, έθεσαν υπό δοκιμήν την δύναμίν μου, αν και τόσας και τόσας φοράς προηγουμένως είχον ίδει τα έργα μου.9 Ἐκεῖ εἰς τὴν ἔρημον οἱ πρόγονοί σας μὲ ἐπείραξαν, ἔθεσαν μὲ τὴν ἀπείθειάν των ὑπὸ ἔλεγχον καὶ δοκιμὴν τὴν δύναμίν μου καὶ τὴν ἀγαθότητά μου, ἀλλ’ εἶδαν τὰ ἔνδοξα ἔργα μου χωρὶς ὅμως καὶ να διορθωθοῦν.
10 τεσσαράκοντα ἔτη προσώχθισα τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ καὶ εἶπα· ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ, αὐτοὶ δὲ οὐκ ἔγνωσαν τὰς ὁδούς μου,10 Επί τεσσαράκοντα έτη εβαρέθηκα, αλλά και ηνέχθην, την γενεάν εκείνην και είπα· πάντοτε αυτοί πλανώνται με τας αμαρτωλάς επιθυμίας της πονηράς καρδίας των. Αυτοί δεν ηθέλησαν να γνωρίσουν τους δρόμους της παιδαγωγίας και σωτηρίας, που εγώ τους ήνοιγα.10 Ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη ἠνέχθην μετ’ ἀπαρεσκείας τὴν γενεὰν ἐκείνην καὶ εἶπα· Πάντοτε πλανῶνται θεληματικῶς μὲ τὴν καρδία τους· αὐτοὶ δὲ δὲν ἠθέλησαν νὰ γνωρίσουν τὰς μεθόδους καὶ τοὺς τρόπους τῆς προνοίας μου, μὲ τὰ ὁποῖα τοὺς ἐπροστάτευον.
11 ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου· εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου.11 Τοσον πολύ εσκληρύνθησαν εις την αμαρτωλήν των πλάνην, ώστε, όταν εθύμωσα εναντίον των, ωρκίσθηκα και είπα· Οχι, δεν θα εισέλθουν εις την γην της αναπαύσεως, εις την γην, που υπεσχέθην εγώ στους προγόνους των.11 Καὶ τόσον πολὺ ἐπλανήθησαν, ὥστε, ὅταν ἐθύμωσα ἐναντίον των, ὡρκίσθην καὶ εἶπα: Ὄχι· δὲν θὰ ἔμβουν εἰς τὴν γῆν τῆς ἀναπαύσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθην εἰς τοὺς προγόνους των.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ϟΕ'🔸
                             (95)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
῞Οτε ὁ οἶκος ᾠκοδομεῖτο μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν· ᾠδὴ τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 96) ΑΣΑΤΕ τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν, ᾄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ·1 (Μασ. 96) Ψαλατε προς τον Κυριον νέον ύμνον, ψάλατε όλοι μαζή οι κάτοικοι της γης.1 Ψάλατε πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου ᾆσμα νέον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀνυμνοῦνται αἱ νέαι πρὸς ἡμᾶς εὐεργεσίαι του. Ψάλατε πρὸς ὕμνον τοῦ Κυρίου ὁλόκληρος ἡ χώρα τῆς Παλαιστίνης.
2 ᾄσατε τῷ Κυρίῳ· εὐλογήσατε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, εὐαγγελίζεσθε ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τὸ σωτήριον αὐτοῦ·2 Ψαλατε στον Κυριον. Δοξολογήσατε το όνομα αυτού, με χαράν μεγάλην κάθε ημέραν να διακηρύττετε συνεχώς την χαρμόσυνον αγγελίαν της σωτηρίας, που μας έστειλε.2 Ψάλατε πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου, δοξολογήσατε τὸ ὄνομά του, διακηρύττετε συνεχῶς καὶ ἀπαύστως ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην τὴν χαρμόσυνον ἀγγελίαν τῆς σωτηρίας, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐχάρισε.
3 ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ.3 Διαλαλήσατε μεταξύ των εθνικών λαών την μεγαλοπρέπειάν του. Αναγγείλατε εις όλους τους λαούς τα θαυμαστά του έργα.3 Ἀναγγείλατε καὶ καταστήσατε γνωστὴν μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν τὴν ἔνδοξον δύναμίν του, εἰς ὅλους τοὺς λαοὺς τὰ θαυμαστὰ καὶ καταπληκτικὰ ἔργα του.
4 ὅτι μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα, φοβερός ἐστιν ὑπὲρ πάντας τοὺς θεούς·4 Διότι είναι μέγας ο Κυριος και άξιος να υμνήται με το παραπάνω από όλους. Είναι φοβερός και ανώτερος από όλους τους άλλους θεούς της γης.4 Διότι εἶναι μέγας ὁ Κύριος καὶ πρέπει να ὑμνῆται ἐντόνως καὶ θερμῶς· εἶναι φοβερὸς ἀσυγκρίτως περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ψευδεῖς θεούς.
5 ὅτι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια, ὁ δὲ Κύριος τοὺς οὐρανοὺς ἐποίησεν.5 Διότι όλοι οι θεοί των ειδωλολατρικών λαών είναι ανύπαρκτοι, είναι επινοήσεις δαιμονίων. Ο ιδικός μας όμως Θεός είναι ο αληθινός και πραγματικός, ο παντοδύναμος και αιώνιος, ο οποίος εκ του μηδενός εδημιούργησε τα σύμπαντα.5 Διότι ὅλοι οἱ θέοι τῶν ἐθνικῶν εἶναι δαιμόνια, ψευδῆ τῆς φαντασίας καί του διαβόλου πλάσματα καὶ ἐπινοήματα, ἐνῷ ὁ Κύριος ἐποίησε τοὺς οὐρανούς.
6 ἐξομολόγησις καὶ ὡραιότης ἐνώπιον αὐτοῦ. ἁγιωσύνη καὶ μεγαλοπρέπεια ἐν τῷ ἁγιάσματι αὐτοῦ.6 Δοξα και ωραιότης ακτινοβολείται ενώπιόν του. Αγιότης και μεγαλοπρέπεια απαστράπτουν στον ναόν και το θυσιαστήριόν του.6 Ὕμνος ἀγγελικὸς τοῦ μεγαλείου του, καὶ ὡραιότης ἐκπεμπομένη ἐκ τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς ἀπείρου τελειότητάς του ἀκτινοβολοῦν ἔμπροσθέν του, ἁγιότης καὶ ἔκλαμπρος δόξα ἀπαστράπτουν ἐν τῷ ἡγιααμένω θρόνῳ καὶ ναῷ του.
7 ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ, αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ δόξαν καὶ τιμήν·7 Προσφέρατε στον Κυριον και σεις, αι διάφοροι φυλαί των εθνών, προσφέρατε στον Κυριον δόξαν και τιμήν.7 Προσφέρατε πρὸς τὸν Κύριον, ὦ οἰκογένειαι καὶ φυλαὶ τῶν ἐθνῶν· προσφέρατε πρὸς τὸν Κύριον δόξαν καὶ τιμὴν ἀπαρνούμενοι τὰ εἴδωλά σας.
8 ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ δόξαν ὀνόματι αὐτοῦ, ἄρατε θυσίας καὶ εἰσπορεύεσθε εἰς τὰς αὐλὰς αὐτοῦ·8 Προσφέρατε δοξολογίαν στο πάντιμον όνομα του Κυρίου, υψώσατε θυσίας προς αυτόν και έτσι με ευλάβειαν εισέλθετε εις τας αυλάς του ναού του.8 Προσφέρατε εἰς τὸν Κύριον δόξαν ἁρμόζουσαν πρὸς τὸ ὄνομά του· σηκώσατε ἐπὶ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ὤμων σας σφάγια, ἵνα προσφέρετε ταῦτα ὡς θυσίας, καὶ εἰσέλθετε εἰς τὰς αὐλὰς αὐτοῦ, ὅπου τὸ θυσιαστήριον τῶν θυσιῶν καὶ ὁλοκαυτωμάτων.
9 προσκυνήσατε τῷ Κυρίῳ ἐν αὐλῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ, σαλευθήτω ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ.9 Προσκυνήσατε τον Κυριον μέσα εις την αγίαν αυλήν του ναού του. Ας συγκλονισθή ολόκληρος η γη από την παρουσίαν του Κυρίου.9 Προσκυνήσατε τὸν Κύριον εἰς τὴν ἁγίαν αὐλὴν τοῦ ναοῦ του. Ἂς σαλευθῇ ἐκ καταπλήξεως καὶ φόβου ἐνώπιον τοῦ προσώπου του πᾶσα ἡ γῆ.
10 εἴπατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν· ὁ Κύριος ἐβασίλευσε, καὶ γὰρ κατώρθωσε τὴν οἰκουμένην, ἥτις οὐ σαλευθήσεται, κρινεῖ λαοὺς ἐν εὐθύτητι.10 Διαλαλήσατε και καταστήσατε γνωστόν μεταξύ όλων των εθνών, ότι ο Κυριος εβασίλευσε πανταχού και πάντοτε, διότι αυτός ανώρθωσε την φυσικώς και πνευματικώς πεσμένην οικουμένην, η οποία και δεν θα κλονισθή και δεν θα σαλευθή πλέον από την θέσιν της. Ο Κυριος είναι εκείνος, ο οποίος θα κρίνη και θα δικάση με δικαιοσύνην τους λαούς.10 Εἴπατε μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν σεῖς οἱ ἐξ αὐτῶν πρὸς τὸν Κύριον ἐπιστρέφοντες, ὅτι ὁ Κύριος ἐβασίλευσε, διότι ἰδοὺ ἀνώρθωσε καὶ εἰς εὐσέβειαν καὶ διαρκῆ εἰρήνην παρεσκεύασε τὴν οἰκουμένην, ἥτις πλέον δὲν θὰ σαλευθῇ. Ὁ Κύριος θὰ κρίνῃ τοὺς λαοὺς μὲ εὐθύτητa καὶ δικαιοσύνην, οὕτω δὲ πᾶς σάλος καὶ ταραχὴ ἐν ταῖς κοινωνίαις θὰ καταπαύσῃ.
11 εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, σαλευθήτω ἡ θάλασσα καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς·11 Ας ευφρανθούν οι ουρανοί, ας πλημμυρίση από αγαλλίασιν η γη. Ας σαλευθή με χαράν η θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν.11 Ἂς εὐφρανθοῦν οἱ οὐρανοί, ἂς σκιρτήσῃ ἐξ ἀγαλλιάσεως ἡ γῆ, ἂς σαλευθῇ ἡ θάλασσα χορεύουσα μαζὶ μὲ ὅλον τὸ περιεχόμενον καὶ πλήρωμά της.
12 χαρήσεται τὰ πεδία καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· τότε ἀγαλλιάσονται πάντα τὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ12 Ας χαρούν αι πεδιάδες και όλα τα φυτά και τα ζώα, που υπάρχουν εις αυτάς. Τοτε και αυτά ακόμη τα δένδρα του πυκνού δάσους θα σκιρτήσουν από χαράν και αγαλλίασιν12 Ἂς χαροῦν αἱ πεδιάδες καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν ἐν αὐταῖς. Τότε θὰ σκιρτήσουν ἀπὸ ἀγαλλίασιν ὅλα τὰ δένδρα τοῦ πυκνοῦ δάσους,
13 πρὸ προσώπου τοῦ Κυρίου, ὅτι ἔρχεται, ὅτι ἔρχεται κρῖναι τὴν γῆν. κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ καὶ λαοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ αὐτοῦ.13 ενώπιον του Κυρίου, ο οποίος έρχεται, ναι έρχεται δια να κρίνη με δικαιοσύνην τους ανθρώπους της γης. Θα κρίνη και θα δικάση ολόκληρον την οικουμένήν με δικαιοσύνην, όλους τους λαούς με την φιλαλήθειάν του και την πιστότητα εις τας διακηρύξστου.13 ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, διότι ἔρχεται, ἔρχεται διὰ να κρίνῃ τὴν γῆν καὶ βασιλεύσῃ ἐπ’ αὐτῆς. Θὰ κρίνῃ τὴν οἰκουμένην μὲ δικαιοσύνην καὶ τοὺς λαοὺς μὲ τὴν φιλαλήθειάν του καὶ τὴν πιστὴν τήρησιν τῶν ὑποσχέσεων καὶ ἀπειλῶν του.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ϟΣΤ'🔸
                             (96)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ, ὅτε ἡ γῆ αὐτοῦ καθίσταται.
1 (Μασ. 97) Ο ΚΥΡΙΟΣ ἐβασίλευσεν, ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, εὐφρανθήτωσαν νῆσοι πολλαί.1 (Μασ. 97) Ο Κυριος εθεμελίθωσε αιωνίαν και ασάλευτον παντού την βασιλείαν του. Ας γεμίση από αγαλλίασιν η γη. Ας ευφρανθούν αι πολυάριθμοι, νήσοι των θαλασσών.1 Ο Κύριος ἀνέλαβε τὴν βασιλείαν. Ἂς σκιρτήσῃ ἐξ ἀγαλλιάσεως ἡ γῆ· ἂς εὐφρανθοῦν αἱ πολλαὶ ἀνὰ τὴν Μεσόγειον νῆσοι καὶ αἱ ὁμοιάζουσαι πρὸς νήσους ὀδοντωταὶ ἀκταί, αἱ ὑπὸ ἐθνικῶν κατοικούμεναι.
2 νέφη καὶ γνόφος κύκλῳ αὐτοῦ, δικαιοσύνη καὶ κρίμα κατόρθωσις τοῦ θρόνου αὐτοῦ.2 Απρόσιτος και ακατάληπτος είναι η τελειότης του, ως εάν νεφέλη και γνόφος απλώνεται γύρω του. Δικαιοσύνη και δίκαιαι αποφάσεις είναι το θεμέλιον του βασιλικού και δικαστικού θρόνου του.2 Νεφέλη καὶ γνόφος βαθὺς τριγύρω του ἁπλοῦται, σύμβολα τῆς ἀπροσίτου καὶ ἀκαταλήπτου φύσεώς του, δικαιοσύνη καὶ ἀποφάσεις δίκαιαι εἶναι τὸ θεμέλιον καὶ ὁ στυλοβάτης τοῦ θρόνου του.
3 πῦρ ἐναντίον αὐτοῦ προπορεύσεται καὶ φλογιεῖ κύκλῳ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ·3 Ασβεστον πυρ προπορεύεται από αυτόν και η πυρκαϊά αυτή θα περικυκλώση και θα κατακαύση τους εχθρούς του.3 Πῦρ ποὺ θὰ κατακαίῃ πάντα πολέμιόν του καὶ θὰ τιμωρῇ πᾶσαν ἐκδήλωσιν κακοῦ θὰ προπορευθῇ κατ’ ἔμπροσθεν αὐτοῦ καὶ θὰ κυκλώσῃ μὲ φλόγας τοὺς ἐχθρούς του.
4 ἔφαναν αἱ ἀστραπαὶ αὐτοῦ τῇ οἰκουμένῃ, εἶδε καὶ ἐσαλεύθη ἡ γῆ.4 Ελαμψαν αι αστραπαί του και εφώτισαν όλην την οικουμένην. Η γη είδε την μεγαλοπρέπειάν του και συνεκλονίσθη ως από ισχυρόν σεισμόν.4 Ἔρριψαν φῶς ἐκθαμβωτικὸν αἱ ἀστραπαί του εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, εἶδε τὴν ἐμφάνισίν του ἡ γῆ καὶ ἐσαλεύθη ἀπὸ ἰσχυροὺς σεισμούς.
5 τὰ ὄρη ὡσεὶ κηρὸς ἐτάκησαν ἀπὸ προσώπου Κυρίου, ἀπὸ προσώπου Κυρίου πάσης τῆς γῆς.5 Οπως το κερί λυώνει εμπρός στο πυρ, έτσι λυώνουν τα όρη εμπρός εις την παντοδύναμον παρουσίαν του Κυρίου, ενώπιον του κυριάρχου και εξουσιαστού όλης της γης.5 Τὰ ὅρη ἔλειωσαν σὰν κηρὸς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ἐνώπιον τοῦ Κυριάρχου καὶ δεσπότου ὅλης τῆς γῆς.
6 ἀνήγγειλαν οἱ οὐρανοὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ εἴδοσαν πάντες οἱ λαοὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ.6 Οι άγγελοι του ουρανού διαλαλούν και διαλαλούν την δικαιοσύνην του. Ολοι οι λαοί της γης είδαν την δόξαν του.6 Διεκήρυξαν καὶ διελάλησαν οἱ ἐν οὐρανοῖς ἄγγελοι τὴν δικαιοσύνην του καὶ εἶδαν ὅλοι οἱ ἐπὶ γῆς λαοὶ τὴν δόξαν του.
7 αἰσχυνθήτωσαν πάντες οἱ προσκυνοῦντες τοῖς γλυπτοῖς, οἱ ἐγκαυχώμενοι ἐν τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν· προσκυνήσατε αὐτῷ, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ.7 Ας κατεντροπιασθούν όλοι εκείνοι, οι οποίοι προσκυνούν γλυπτά ομοιώματα, αυτοί οι οποίοι καυχώνται δια τα είδωλά των. Ολοι όμως οι άγγελοι του ουρανού προσκυνήσατέ με ευλάβειαν τον Θεόν.7 Ἂς καταισχυνθοῦν ὅλοι ὅσοι προσκυνοῦν τὰ γλυπτὰ καὶ ὅσοι καυχῶνται διὰ τὰ εἴδωλά των, ἅτινα θὰ κατασυντριβοῦν καὶ θὰ ἐξαφανισθοῦν κατὰ τὴν φοβερὰν ταύτην ἐπιφάνειαν τοῦ Θεοῦ. Προσκυνήσατέ τον ὅλοι οἱ ἄγγελοί του.
8 ἤκουσε καὶ εὐφράνθη ἡ Σιών, καὶ ἠγαλλιάσαντο αἱ θυγατέρες τῆς ᾿Ιουδαίας ἕνεκεν τῶν κριμάτων σου, Κύριε·8 Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ ήκουσαν αυτά και επλημμύρισαν από χαράν. Εσκίρτησαν από αγαλλίασιν όλαι αι πόλεις της Ιουδαίας, πνευματικαί θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, ένεκα των δικαίων κρίσεων και αποφάσεών σου, Κυριε.8 Ἤκουσε τὰς συνεπείας ποὺ εἶχε μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ἡ θεία κατάβασις καὶ ηὐφράνθη ἡ Σιὼν καὶ ἐσκίρτησαν ἐξ ἀγαλλιάσεως αἱ λοιπαὶ πόλεις τῆς Ἰουδαίας, αἱ ὡς μητέρα πόλιν ἀναγνωρίζουσαι τὴν Ἱερουσαλήμ. Ηὐφράνθησαν καὶ ἐσκίρτησαν ἕνεκα τῶν δικαίων σου κρίσεων, Κύριε, ἡ ἐπικράτησις τῶν ὁποίων θὰ ἐπιφέρῃ καὶ τὴν ὁλοσχερῆ ἐξαφάνισιν τοῦ κράτους τῶν εἰδώλων καὶ τῆς ἁμαρτίας.
9 ὅτι σὺ εἶ Κύριος ὕψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν, σφόδρα ὑπερυψώθης ὑπὲρ πάντας τοὺς θεούς.9 Διότι συ είσαι ο μόνος Κυριος, ο ύψιστος και απόλυτος κυρίαρχος επί ολοκλήρου της γης. Υπερέχεις απείρως και ασυγκρίτως από όλους τους ψευδείς θεούς των ειδώλων.9 Διότι σὺ εἶσαι Κύριος ὕψιστος ἐπὶ πάσης τῆς γῆς. Διότι ἀπεδείχθης ὕψιστος καθ' ὑπερβολὴν καὶ ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ψευδοθεοὺς τῶν εἰδώλων.
10 οἱ ἀγαπῶντες τὸν Κύριον, μισεῖτε πονηρά· φυλάσσει Κύριος τὰς ψυχὰς τῶν ὁσίων αὐτοῦ, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλῶν ρύσεται αὐτούς.10 Οσοι όμως αγαπάτε με ειλικρινή καρδίαν τον Κυριον, μισείτε πάντοτε το πονηρόν. Ο Κυριος είναι εκείνος, ο οποίος φυλάσσει και περιφρουρεί τας ψυχάς των οσίων ανθρώπων. Αυτός και θα γλυτώση εκείνους από τα χέρια των αμαρτωλών.10 Ὅσοι ἀγαπᾶτε τὸν Κύριον, μισεῖτε ἄνευ διακοπῆς καὶ χαλαρώσεως τίνος οἱονδήποτε ἔργον πονηρόν. Μὴ ζητεῖτε νὰ ὑπερασπίσετε ἑαυτοὺς ἀνταποδίδοντες κακὰ εἰς τοὺς ἀδικοῦντας ὑμᾶς. Ὁ Κύριος φυλάσσει τὰς ψυχὰς τῶν ἀφωσιωμένων, θὰ ἐλευθερώσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὰς κακοποιοὺς χεῖρας τῶν Ἁμαρτωλῶν.
11 φῶς ἀνέτειλε τῷ δικαίῳ καὶ τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ εὐφροσύνη.11 Φως Θεού ανέτειλε και ανατέλλει στους δικαίους. Χαρά και ευφροσύνη επικρατεί εις τας καρδίας των ευθέων και ειλικρινών ανθρώπων.11 Διὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Θεοῦ ἀνέτειλεν εἰς τὸν δίκαιον φῶς ζωῆς χαριτωμένης καὶ εὐδαίμονος καὶ εὐφροσύνη εἰς τοὺς εὐθεῖς κατὰ τὴν καρδίαν.
12 εὐφράνθητε, δίκαιοι, ἐν τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐξομολογεῖσθε τῇ μνήμῃ τῆς ἁγιωσύνης αὐτοῦ.12 Ευφρανθήτε δίκαιοι κάτω από την προστασίαν και την αγάπην του Κυρίου, αναπέμπετε συνεχώς δοξολογίας προς αυτόν αναλογιζόμενοι την άπειρον αγιότητά του.12 Εὐφρανθῆτε, δίκαιοι, διὰ τῆς ἐπικοινωνίας καὶ τοῦ συνδέσμου σας μετὰ τοῦ Κυρίου καὶ ἀναπέμπετε δοξολογίας διατηροῦντες πάντοτε εἰς τὸν νοῦν σας τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἁγιότητός του.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ϟΖ'🔸
                             (97)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.1 Ψάλατε πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου ᾆσμα νέον ποὺ νὰ ἁρμόζῃ πρὸς τὰς νέας περιστάσεις καὶ τὰς νέας πρὸς ἡμᾶς δωρεὰς τοῦ Κυρίου, διότι ἐποίησεν ἔργα θαυμαστὰ καὶ καταπληκτικὰ ὁ Κύριος· σωτηρίαν καὶ νίκην κατήγαγε πρὸς δόξαν του ἡ δεξιά του καὶ ὁ ἅγιος βραχίων του.
1 (Μασ. 98) ΑΣΑΤΕ τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν, ὅτι θαυμαστὰ ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἔσωσεν αὐτὸν ἡ δεξιὰ αὐτοῦ καὶ ὁ βραχίων ὁ ἅγιος αὐτοῦ.1 (Μασ. 98) Ψαλατε προς δόξαν και τιμήν του Κυρίου νέον ύμνον, διότι νέα αξιοθαύμαστα και καταπληκτικά έργα έκαμεν ο Κυριος. Διότι έσωσε και πάλιν με την παντοδύναμον δεξιάν του τον λαόν του. Ο άγιος και παντοδύναμος βραχίων του έκαμε τα θαυμαστά αυτά έργα.2 Κατέστησεν ὁ Κύριος περιφανῆ καὶ γνωστὴν εἰς ὅλους τὴν σωτηρίαν του, εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἐφανέρωσε τὴν δικαιοσύνην του, ἥτις ἐπάταξε τοὺς ἀδικούντας καὶ καταπιέζοντας τὸν λαόν του.
2 ἐγνώρισε Κύριος τὸ σωτήριον αὐτοῦ, ἐναντίον τῶν ἐθνῶν ἀπεκάλυψε τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ.2 Ο Κυριος κατέστησε την σωτηρίαν αυτήν του λαού του γνωστήν και περιφανή ενώπιον όλων των εθνών. Ενώπιον όλων των εθνών έκαμεν επίσης ολοφάνερη την δικαιοσύνην του, η οποία τιμωρεί τους κακούς και προστατεύει τους αγαθούς.3 Ἐνεθυμήθη τὴν περὶ ἐλέους αὐτοῦ ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν Ἰακώβ, καὶ δὲν ἐλησμόνησε τὴν πιστότητα καὶ φιλαλήθειαν αὐτοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑποσχέσεως ταύτης χάριν τοῦ οἴκου Ἰσραήλ. Ὅλα τὰ πέρατα τῆς γῆς, πάντες ὅσοι κατοικοῦν εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὴν μίαν ἄκραν ἕως τὴν ἄλλην καὶ μέχρι τῶν ἐσχατιῶν της, εἶδον τὴν σωτηρίαν τοῦ Θεοῦ μας.
3 ἐμνήσθη τοῦ ἐλέους αὐτοῦ τῷ ᾿Ιακὼβ καὶ τῆς ἀληθείας αὐτοῦ τῷ οἴκῳ ᾿Ισραήλ· εἴδοσαν πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.3 Ενεθυμήθη την περί του ελέους υπόσχεσιν, που είχε δώσει στους απογόνους του Ιακώβ, την φιλαλήθειάν του και την πιστότητά του εις τας υποσχέσεις, που είχε δώσει στον Ισραηλιτικόν λαόν. Ολα τα έθνη, που κατοικούν έως εις τα πέρατα της γης, είδαν και εγνώρισαν την σωτηρίαν αυτήν εκ μέρους του Θεού μας.4 Ἐπευφημήσατε μεθ’ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ μας ὁλόκληρος ἡ γῆ καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοί της, ἀναπέμψατε ᾆσμα καὶ σκιρτήσατε ἐξ ἀγαλλιάσεως καὶ ψάλατε.
4 ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ, πᾶσα ἡ γῆ, ᾄσατε καὶ ἀγαλλιᾶσθε καὶ ψάλατε·4 Ολοι οι άνθρωποι της οικουμένης αλαλάξατε με ενθουσιασμόν εις δόξαν του Θεού. Ψαλατε, γεμίσατε από ευφροσύνην και αγαλλίασιν, ψάλατε και υμνήσατε τον Θεόν.5 Ψάλατε πρὸς ὕμνον τοῦ Κυρίου μὲ κιθάραν, μὲ κιθάραν καὶ μὲ μέλος φωνητικῆς ψαλμωδίας,
5 ψάλατε τῷ Κυρίῳ ἐν κιθάρᾳ, ἐν κιθάρᾳ καὶ φωνῇ ψαλμοῦ·5 Με συνοδίαν κιθάρας ψάλατε εις δόξαν του Κυρίου. Με κιθάραν και με την φωνήν σας υμνολογήσατε αυτόν.6 Ψάλατε πρὸς ὕμνον τοῦ Κυρίου μὲ κιθάραν, μὲ κιθάραν καὶ μὲ μέλος φωνητικῆς ψαλμωδίας,
6 ἐν σάλπιγξιν ἐλαταῖς καὶ φωνῇ σάλπιγγος κερατίνης ἀλαλάξατε ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως Κυρίου.6 Με σάλπιγγας από σφυρηλατημένον μέταλλον και με σάλπιγγας κερατίνας αλαλάξατε ευλαβώς με ιερόν ενθουσιασμόν ενώπιον του βασιλέως Κυρίου μας.7 μὲ σάλπιγγας ἐκ μετάλλου σφυρηλατημένου καὶ μὲ τὸν ἦχον σάλπιγγος κερατίνης· ἐπευφημήσατε εὐλαβῶς καὶ μεθ’ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ ἐνώπιον τοῦ βασιλεύοντος Κυρίου.
7 σαλευθήτω ἡ θάλασσα καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ.7 Ας συγκλονισθή η θάλασσα από την χαράν και όλα τα ζώα, που υπάρχουν εις αυτήν, η γη και όλοι οι κάτοικοί της.8 Ἂς σαλευθῇ χορεύουσα ἡ θάλασσα καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πληροῦν καὶ γεμίζουν αὐτήν· ἂς σαλευθῇ σκιρτώσα καὶ ἡ οἰκουμένη καὶ ὅλοι ὅσοι κατοικοῦν ἐν αὐτῇ.
8 ποταμοὶ κροτήσουσι χειρὶ ἐπὶ τὸ αὐτό, τὰ ὄρη ἀγαλλιάσονται,8 Οι ποταμοί ας χειροκροτήσουν με χαράν όλοι μαζή, τα όρη ας σκιρτήσουν από αγαλλίασιν,9 Οἱ ποταμοὶ ἂς χειροκροτήσουν ὅλοι μαζί, τὰ ὅρη ἂς σκιρτήσουν ἐξ ἀγαλλιάσεως.
9 ὅτι ἥκει κρῖναι τὴν γῆν· κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ καὶ λαοὺς ἐν εὐθύτητι.9 διότι ο Κυριος έρχεται να κυβερνήση και να κρίνη την γην. Θα κρίνη δε αυτήν με δικαιοσύνην. Θα κυβερνήση τους λαούς με ευθύτητα και καλωσύνην.10 Ὁ κόσμος ὅλος θὰ εἰρηνεύσῃ καὶ θὰ εὐτυχήσῃ. Διότι ὁ Κύριος ἔρχεται νὰ βασιλεύσῃ καὶ νὰ κρίνῃ τὴν γῆν· θὰ βασιλεύση ὁ Κύριος καὶ ὡς Κριτὴς θὰ κρίνῃ τὴν οἰκουμένην μὲ δικαιοσύνην καὶ τοὺς λαοὺς μετ’ ἰσότητος καὶ ἀπροσωποληψίας.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ϟΗ'🔸
                             (98)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 99) Ο ΚΥΡΙΟΣ ἐβασίλευσεν, ὀργιζέσθωσαν λαοί· ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ, σαλευθήτω ἡ γῆ.1 (Μασ. 99) Ο Κυριος εθεμελ'Ιωσε αιωνίαν και απαρασάλευτον παντού την βασιλείαν του. Ας οργίζωνται και ας μαίνωνται οι ασεβείς λαοί. Ο καθήμενος Κυριος επάνω εις τα Χερουβίμ εβασίλευσεν· ας αναστατωθούν από αγανάκτησιν οι αμετανόητοι αμαρτωλοί της γης.1 Ο Κύριος ἀνέλαβε τὴν βασιλείαν, ἂς ὀργίζωνται καὶ ἂς ἀφηνιάζουν οἱ λαοί. Οὐδὲν θὰ ἐπιτύχουν. Ἐβασίλευσεν αὐτὸς ὁ ὁποῖος κάθηται ἐπὶ τῶν Χερουβείμ, ἂς σαλευθῇ καὶ ἂς συνταραχθῇ ἡ γῆ ἐκ τῶν ἀντιδράσεων καὶ τῆς ἀντιστάσεώς της. Εἰς οὐδὲν θὰ ἰσχύσῃ.
2 Κύριος ἐν Σιὼν μέγας καὶ ὑψηλός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς λαούς.2 Ο Κυριος, που έχει τον θρόνον του εις την Σιών, είναι μέγας. Ανώτερος και κύριος επάνω εις όλους τους λαούς της γης.2 Ὁ Κύριος ἐνεθρονίσθη ἐν τῇ Σιὼν μέγας, ὑπέρτερος τῶν ἡττηθέντων ἐχθρῶν του καὶ εἶναι ὑψηλὸς καὶ ἀνώτερος εἰς ἰσχὺν καὶ κράτος ὑπὲρ πάντας τοὺς λαούς.
3 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ ὀνόματί σου τῷ μεγάλῳ, ὅτι φοβερὸν καὶ ἅγιόν ἐστι.3 Ας δοξολογήσουν το μέγα Ονομά σου όλοι, διότι είναι άγιον αλλά και τρομερόν.3 Ἂς ἀνυμνήσουν καὶ ἂς δοξολογήσουν τὸ μέγα ὄνομά σου, διότι λόγῳ τῆς συντριπτικῆς καὶ ἀκαταγωνίστου δυνάμεώς σου, τὸ ὄνομά σου εἶναι φοβερόν, λόγῳ δὲ τῆς ἀποστροφῆς σου πρὸς τὸ κακὸν εἶναι καὶ ἅγιον.
4 καὶ τιμὴ βασιλέως κρίσιν ἀγαπᾷ· σὺ ἡτοίμασας εὐθύτητας, κρίσιν καὶ δικαιοσύνην ἐν ᾿Ιακὼβ σὺ ἐποίησας.4 Η εντιμότης και ευθύτης σου του βασιλέως μας αγαπά και ποθεί την εφαρμογήν της δικαιοσύνης. Συ εθέσπισες και εθεμελίωσες διατάξεις και εντολάς ευθύτητος και αληθείας. Συ έκαμες κρίσιν και εφήρμοσες δικαιοσύνην μεταξύ των απογόνων του Ιακώβ.4 Ἡ τιμημένη καὶ ἔνδοξος μεγαλειότης τοῦ βασιλέως μας ἀγαπᾷ τὴν δικαιοσύνην καὶ οὐχὶ τὴν αὐθαιρεσίαν. Σὺ καθίδρυσας καὶ ἐθεμελίωσας διατάξεις καὶ ἐντολὰς εὐθύτητος καὶ ἰσότητος, σὺ ἔκαμες κρίσιν καὶ ἤσκησας δικαιοσύνην μεταξὺ τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἰακώβ, τοὺς ὁποίους ἰδιαιτέρως ἐπροστάτευσας.
5 ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι ἅγιός ἐστι.5 Μεγαλύνατε Κυριον τον Θεόν ημών. Προσκυνήσατε το υποπόδιον των ποδών του, διότι είναι άγιος.5 Κατανοήσατε λοιπὸν τὸ ὕψος τοῦ Κυρίου καὶ ἀνταξίως πρὸς τὸ ὕψος τοῦτο δοξολογεῖτε Κύριον τὸν Θεόν μας καὶ προσκυνεῖτε εὐλαβῶς τὸν ἐν τῷ Ναῷ τῆς Σιὼν τόπον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πατοῦν οἱ πόδες του, διότι εἶναι οὗτος τόπος ἱερὸς καὶ ἅγιος.
6 Μωυσῆς καὶ ᾿Ααρὼν ἐν τοῖς ἱερεῦσιν αὐτοῦ, καὶ Σαμουὴλ ἐν τοῖς ἐπικαλουμένοις τὸ ὄνομα αὐτοῦ· ἐπεκαλοῦντο τὸν Κύριον, καὶ αὐτὸς εἰσήκουσεν αὐτῶν,6 Ο Μωϋσής και ο Ααρών ήσαν οι πρώτοι μεταξύ των ιερέων. Ο Σαμουήλ ήτο από εκείνους, οι οποίοι επεκαλούντο με πίστιν το όνομα του Κυρίου. Οσες φορές αυτοί τον επεκαλούντο, εκείνος ήκουε και εδέχετο τας προσευχάς των.6 Ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἀαρών, οἱ ἅγιοι οὖτοι ἄνδρες, ἦσαν μεταξὺ τῶν ἱερέων του, καὶ ὁ ὡσαύτως ἅγιος Σαμουὴλ ἦτο μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπεκαλοῦντο τὸ ὄνομά του, ἐπεκαλοῦντο διὰ προσευχῆς τὸν Κύριον καὶ αὐτὸς τοὺς εἱσήκουεν.
7 ἐν στύλῳ νεφέλης ἐλάλει πρὸς αὐτούς· ὅτι ἐφύλασσον τὰ μαρτύρια αὐτοῦ καὶ τὰ προστάγματα αὐτοῦ, ἃ ἔδωκεν αὐτοῖς.7 Με στύλον νεφέλης ωμιλούσε προς αυτούς, διότι αυτοί εφύλαττον τότε τας εντολάς του και τα προστάγματα, που είχε δώσει εις αυτούς.7 Ἀπὸ τὸν πύρινον στῦλον τῆς νεφέλης, ἡ ὁποία κατέβαινεν εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, ὡμίλει πρὸς αὐτούς, διότι ἐφύλαττον τὰς ἐν ταῖς ἐντολαῖς του μαρτυρίας του καὶ τὰ προστάγματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν εἰς αὐτούς.
8 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, σὺ ἐπήκουσε αὐτῶν· ὁ Θεός, σὺ εὐίλατος ἐγίνου αὐτοῖς καὶ ἐκδικῶν ἐπὶ πάντα τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτῶν.8 Κυριε και Θεέ μας, συ έκανες ευμενώς δεκτάς τας προσευχάς των, συ ο Θεός εδείχθης ελεήμων και συγκαταβατικός εις αυτούς, αποδίδων πάντοτε το δίκαιον εις όλα τα έργα των χειρών των.8 Κύριε καὶ Θεέ μας, σὺ τοὺς ἤκουες μὲ εὐμένειαν· ὦ Θεέ μου, σὺ μὲ πᾶσαν ἀγαθότητα ἐγίνεσο ἵλεως καὶ συγγνωμικὸς εἰς τὰ ἁμαρτήματά των, ἀφοῦ ἐτιμώρεις καὶ δὲν ἄφηνες ἄνευ ἐκδικήσεως πάσας τὰς ἀνθρωπίνας ἀδυναμίας καὶ παραβάσεις των.
9 ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ προσκυνεῖτε εἰς ὄρος ἅγιον αὐτοῦ, ὅτι ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν.9 Δοξολογείτε, λοιπόν, Κυριον τον Θεόν μας και προσκυνείτε αυτόν στον ιερόν λόφον της Σιών, όπου ο ναός του, διότι άγιος είναι ο Κυριος ο Θεός μας.9 Ἀνταξίως τοῦ ἀνυπερβλήτου ὕψους τοῦ δοξολογεῖτε καὶ ἀνυμνεῖτε τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας καὶ προσκυνεῖτε εὐλαβῶς αὐτὸν εἰς τὴν Σιών, εἰς τὸ ὄρος αὐτοῦ τὸ ἅγιον, διότι ἅγιος εἶναι Κύριος ὁ Θεὸς ἠμῶν καὶ ἐν ἁγίῳ τόπῳ ὑπὸ ἁγίων λάτρεων πρέπει νὰ προσκυνῆται.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ϟΘ'🔸
                             (99)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς εἰς ἐξομολόγησιν.
1 (Μασ. 100) ΑΛΑΛΑΞΑΤΕ τῷ Κυρίῳ, πᾶσα ἡ γῆ,1 (Μασ. 100) Αλαλάξατε με ιερόν ενθουσιασμόν δοξολογούντες τον Κυριον. Ολοι οι κάτοικοι της γης ας τον υμνολογήσουν.1 Επευφημήσατε μὲ ἱερὸν ἐνθουσιασμὸν τὸν Κύριον οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρου τῆς γῆς.
2 δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν εὐφροσύνῃ, εἰσέλθετε ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν ἀγαλλιάσει.2 Υπηρετήσατε τον Κυριον με χαρουμένην καρδίαν, προσέλθετε στον ναόν του με αγαλλίασιν ψυχής.2 Προσφέρατε εἰς τὸν Κύριον μετὰ καρδίας προθύμου καὶ εὐφραινομένης τὴν δουλικὴν λατρείαν σας· εἰσέλθετε μετ’ ἀγαλλιάσεως εἰς τὸν ναόν του καὶ ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον αὐτοῦ.
3 γνῶτε ὅτι Κύριος, αὐτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν, αὐτὸς ἐποίησεν ἡμᾶς καὶ οὐχ ἡμεῖς· ἡμεῖς δὲ λαὸς αὐτοῦ καὶ πρόβατα τῆς νομῆς αὐτοῦ.3 Μαθετε καλά ότι ο Κυριος, κυρίαρχος και δημιουργός του παντός, είναι ο Θεός μας. Αυτός μας εδημιούργησε και μας ανέδειξε και ως ανθρώπους και ως έθνος. Δεν ανεδείξαμεν ημείς τον εαυτόν μας με την δύναμίν μας. Ημείς είμεθα λαός του και πρόβατα, τα οποία αυτός με στοργήν καθοδηγεί και διατρέφει.3 Ἐνθυμούμενοι ὅσα ὑπὲρ ἡμῶν ἐποίησε, μάθετε ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὅτι ὁ Κύριος, ὁ Δεσπότης καὶ Δημιουργὸς τοῦ παντός, εἶναι ὁ Θεός μας· αὐτὸς μᾶς ἐδημιούργησε καὶ μᾶς ἀνέδειξε γένος ἐκλεκτὸν καὶ ὄχι ἠμεῖς. Ἡμεῖς δὲ εἴμεθα λαός του, καὶ πρόβατα τὰ ὁποῖα μὲ ἐπιμέλειαν καὶ στοργὴν βόσκει καὶ διατρέφει καὶ τὰ ὁποῖα ἀνήκομεν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς αὐτὸν καὶ ὀφείλομεν τὰ πάντα εἰς αὐτόν.
4 εἰσέλθετε εἰς τὰς πύλας αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει, εἰς τὰς αὐλὰς αὐτοῦ ἐν ὕμνοις. ἐξομολογεῖσθε αὐτῷ, αἰνεῖτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ,4 Εισέλθετε εις τας πύλας των αυλών του ναού του με δοξολογίας. Εισέλθετε εις τας αυλάς του ιερού περιβόλου του με ύμνους. Δοξολογείτε αυτόν, υμνείτε πάντοτε το πάντιμον όνομά του·4 Εἰσέλθετε λοιπὸν εἰς τὰς πύλας τοῦ ναοῦ του μὲ δοξολογίας· εἰσέλθετε εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ ἱεροῦ περιβόλου του μὲ ὕμνους. Δοξολογεῖτε αὐτόν, ὑμνεῖτε ἀκαταπαύστως τὸ ὄνομά του.
5 ὅτι χρηστὸς Κύριος, εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, καὶ ἕως γενεᾶς καὶ γενεᾶς ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ.5 διότι ο Κυριος είναι αγαθός. Η ευσπλαγχνία του είναι αιωνία και ακατάλυτος, και η αξιοπιστία των λόγων του παραμένει εις όλας τας γενεάς.5 Διότι εἶναι ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικὸς ὁ Κύριος, τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ ἀστείρευτον εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ πιστῶς τηρεῖ τὰς πρὸς ἡμᾶς ἐπαγγελίας του ἀπὸ τὴν μίαν γενεὰν εἰς τὴν ἄλλην γενεὰν συνεχῶς καὶ ἀπαύστως.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                   🔸Ψαλμός Ρ'🔸
                           (100)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 101) ΕΛΕΟΣ καὶ κρίσιν ᾄσομαί σοι, Κύριε·1 (Μασ. 101) Την ευσπλαγχνίαν σου και την δικαιοκρισίαν σου θα υμνολογήσω προς δόξαν σου, Κυριε.1 Τὸ εὐσπλαγχνικόν σου ἔλεος καὶ τὴν τελείαν καὶ ἀπροσωπόληπτον δικαιοσύνην σου ἐνώπιόν σου. Κύριε, θὰ ψάλω·
2 ψαλῶ καὶ συνήσω ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ· πότε ἥξεις πρός με; διεπορευόμην ἐν ἀκακίᾳ καρδίας μου ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου μου.2 Θα σε δοξολογήσω. Κυριε, και θα κατανοήσω ποιός είναι ο άμωμος τρόπος και δρόμος της ζωής μου. Ποτε θα έλθης προς εμέ, Κυριε, ελεήμων και ευεργετικός; Εγώ συμπεριεφέρθην κατά το παρελθόν και μέχρι σήμερον, εν μέσω της οικογενείας μου, με ακακίαν καρδίας, με ευθύτητα και ανιδιοτέλειαν.2 θὰ σὲ ἀνυμνήσω δι’ αὐτὰ καὶ θὰ ἐξετάσω προσεκτικὰ τὴν ὁδὸν καὶ τὸν τρόπον τῆς ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς τὸν ἄμεμπτον, ὥστε νὰ πολιτεύωμαι κατ’ αὐτόν. Ποθῶ, Κύριε, τὴν παρουσίαν σου. Πότε θὰ ἔλθῃς πρός με; Ἰδοὺ πῶς ἐπολιτεύθην μέχρι σήμερον καὶ τί ὑπόσχομαι νὰ τηρήσω πιστῶς καὶ εἰς τὸ μέλλον. Συμπεριεφερόμην πάντοτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἐν μέσῳ τῆς οἰκογενείας μου μὲ ἀκακίαν καρδίας καὶ στοργὴν ἀπηλλαγμένην πονηρίας καὶ ἐγωϊσμοῦ.
3 οὐ προεθέμην πρὸ ὀφθαλμῶν μου πρᾶγμα παράνομον, ποιοῦντας παραβάσεις ἐμίσησα· οὐκ ἐκολλήθη μοι καρδία σκαμβή.3 Ποτέ δεν έθεσα προ των οφθαλμών μου και δεν επεδίωξα ως συμφέρον μου παράνομον τινα πράξιν. Τουναντίον εμίσησα όλους εκείνους, οι οποίοι παρέβαιναν τον Νομον σου. Ποτέ έως τώρα δεν προσεκολλήθη κοντά μου ως φίλος η ως μέλος της αυλής μου άνθρωπος με καρδίαν στρεβλήν.3 Δὲν ἔθετον ποτὲ ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τῆς διανοίας μου παρανόμους πράξεις, ἀλλ’ ἐβδελυσσόμην τὸ κακὸν καὶ ὡς ἁπλῆν σκέψιν καὶ ἐνθύμησιν. Ἀπεστράφην τοὺς ἀρεσκομένους εἰς τὴν ἀνομίαν καὶ συστηματικῶς παραβαίνοντας τὸν νόμον, καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐπεζήτησαν διὰ τῆς κολακείας νὰ ἀρέσουν εἰς ἐμέ, ἐγὼ τοὺς ἐμίσησα.
4 ἐκκλίνοντος ἀπ᾿ ἐμοῦ τοῦ πονηροῦ οὐκ ἐγίνωσκον.4 Καμμίαν γνώσιν και καμμίαν σχέσιν δεν είχον προς πονηρόν άνθρωπον, ο οποίος, αφού ματαίως επιχειρούσε να με πλησίαση, απεμακρύνετο από εμέ.4 Δὲν προσεκολλήθη πρὸς ἐμὲ ὡς μέλος τῆς ἀκολουθίας καὶ αὐλῆς μου καρδία στρεβλὴ καὶ διεστραμμένη· ἐνῷ δὲ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀπεμακρύνετο ἀπ’ ἐμοῦ ἐμποδιζόμενος νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὸ περιβάλλον καὶ τὴν ἀκολουθίαν μου, ἐγὼ τὸν ἠγνόουν καὶ δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν πρὸς αὐτόν.
5 τὸν καταλαλοῦντα λάθρᾳ τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον· ὑπερηφάνῳ ὀφθαλμῷ καὶ ἀπλήστῳ καρδίᾳ, τούτῳ οὐ συνήσθιον.5 Τον άνθρωπον, ο οποίος κατέκρινε κρυφίως τον πλησίον του, τον εξεδίωκα από κοντά μου. Με άνθρωπον, ο οποίος είχεν αλαζονικούς τους οφθαλμούς και εφέρετο με περιφρόνησιν προς τους άλλους, είχε δε και άπληστον καρδίαν, ποτέ δεν συνέτρωγα, ποτέ δεν τον είχα σύντροφόν μου.5 Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κρυφίως ἐκατηγόρει τὸν πλησίον του διὰ νὰ τὸν ἀποξενώσῃ ἀπὸ τὴν εὔνοιάν μου, μονοπωλῶν ταύτην ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ του, τοῦτον ἀπεδίωκον. Μὲ ἄνθρωπον ἔχοντα ὄμμα ἐπηρμένον, περιφρονητικῶς ριπτόμενον εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ καρδίαν ἄπληστον καὶ γεμάτην πλεονεξίαν, δὲν συνέτρωγον μὲ αὐτόν.
6 οἱ ὀφθαλμοί μου ἐπὶ τοὺς πιστοὺς τῆς γῆς τοῦ συγκαθῆσθαι αὐτοὺς μετ᾿ ἐμοῦ· πορευόμενος ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ, οὗτός μοι ἐλειτούργει.6 Αλλά είχα εστραμμένους πάντοτε τους οφθολμούς μου προς τους πιστούς και ενάρετους ανθρώπους της χώρας μου. Αυτούς προσεκάλουν να παρακάθηνται μαζή μου ως φίλοι και σύμβουλοί μου. Εκείνον, ο οποίος εζούσε βίον ανεπίληπτον και καθαρόν, αυτόν προσελάμβανα ως υπάλληλόν μου, ως βοηθόν μου και συνεργάτην μου.6 Οἱ ὀφθαλμοί μου προσέβλεπον μετ’ εὐνοίας πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τῆς χώρας μου, τοὺς πιστοὺς καὶ εἰλικρινεῖς, καὶ αὐτοὺς ἐδεχόμην διὰ νὰ συγκάθηνται μαζί μου σύμβουλοί μου ἀνιδιοτελεῖς λαλοῦντες τὴν ἀλήθειαν πρὸς ἐμέ· ἐκεῖνος ποὺ ἐπολιτεύετο καὶ συμπεριεφέρετο ἀμέμπτως, αὐτὸς ἦτο λειτουργὸς καὶ ὑπάλληλος τοῦ κράτους μου.
7 οὐ κατῴκει ἐν μέσῳ τῆς οἰκίας μου ποιῶν ὑπερηφανίαν, λαλῶν ἄδικα οὐ κατεύθυνεν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μου.7 Μέσα στον οίκον μου δεν κατώκησε ούτε θα κατοικήση άνθρωπος εγωϊστής και υπερήφανος· άνθρωπος, που λαλεί και επιδιώκει αδικίας, δεν θα ευδοκιμήση ούτε θα ημπορέση να σταθή ενώπιόν μου.7 Ὅπως εἰς τὸ παρελθόν, οὕτω καὶ εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ κατοικῇ ὡς αὐλικός μου εἰς τὸν οἶκόν μου ἄνθρωπος ἐγωϊστὴς καὶ ὑπερήφανος, ἐκεῖνος δὲ ποὺ λαλεῖ ἄδικα δὲν θὰ εὐδοκιμήσῃ οὔτε θὰ μπορέσῃ νὰ σταθῇ ἐμπρός μου.
8 εἰς τὰς πρωίας ἀπέκτεινον πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ πόλεως Κυρίου πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν.8 Καθε πρωΐαν εδίκαζα και κατεδίκαζα εις θάνατον όλους τους εγκληματίας της χώρας μου, δια να εξολοθρεύσω από την πάλιν του Κυρίου, την Ιερουσαλήμ, όλους εκείνους, οι οποίοι πεισμόνως και αμετανοήτως εργάζονται το κακόν.8 Ἐκάστην πρωΐαν, ὁσάκις θὰ ἀσκῶ τὸ ἔργον τοῦ Κριτοῦ καὶ θὰ ἀποδίδω δικαιοσύνην, ὅπως εἰς τὸ παρελθὸν οὕτω καὶ εἰς τὸ μέλλον, θὰ παραδίδω εἰς θάνατον ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς χώρας, τοὺς θανασίμως ἐγκληματήσαντας, διὰ νὰ ἐξολοθρεύσω οὕτως ἀπὸ τὴν πόλιν τοῦ Κυρίου, τὴν Ἱερουσαλήμ, ὅλους ὅσοι ἐργάζονται τὴν ἀνομίαν.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 14🔹« 101~104 »




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΡΑ'🔸
                            (101)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Προσευχὴ τῷ πτωχῷ, ὅταν ἀκηδιάσῃ καὶ ἐναντίον Κυρίου ἐκχέῃ τὴν δέησιν αὐτοῦ.11
2 (Μασ. 102) ΚΥΡΙΕ, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου πρὸς σὲ ἐλθέτω.2 (Μασ. 102) Κυριε, άκουσε και κάμε δεκτήν την προσευχήν μου. Η κραυγή της δεήσεώς μου ας φθάση ενωπιον σου.2 Εὐδόκησον, Κύριε, να ἀκούσῃς καὶ νὰ δεχθῇς τὴν προσευχήν μου, καὶ ἡ γοερὰ κραυγὴ τῆς δεήσεώς μου ἂς ἀναβῇ πρὸς σέ.
3 μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ· ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ θλίβωμαι, κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου· ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσωμαί σε, ταχὺ ἐπάκουσόν μου,3 Μη γυρίσης αλλού το πρόσωπόν σου, ώστε να παύσης να με βλέπης. Εις ημέραν κατά την οποίαν θλίβομαι, όπως είναι η σημερινή ήμερα, πλησίασε το αυτί σου προς εμέ. Οταν εις περιστάσεις δοκιμασιών και θλίψεων σε επικαλούμαι, κατά την ημέραν εκείνην άκουσε και κάμε σύντομα δεκτήν την προσευχήν μου·3 Μὴ στρέψῃς ἀλλοῦ τὸ πρόσωπόν σου, ὥστε νὰ μὴ μὲ βλέπῃς· κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς θλίψεώς μου πλησίασε πρὸς ἐμὲ τὸ οὖς σου καὶ ἀκροάσθητί με εὐμενῶς· ὁσάκις σὲ ἐπικαλεσθῶ, ταχέως καὶ ἄνευ ἀναβολῆς ἢ ἀργοπορίας ἐπάκουσόν με.
4 ὅτι ἐξέλιπον ὡσεὶ καπνὸς αἱ ἡμέραι μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ὡσεὶ φρύγιον συνεφρύγησαν.4 διότι αι ημέραι μου εχάθησαν ώσαν καπνός, που διαλύεται στον αέρα. Και τα κόκκαλά μου εξηράνθησαν ωσάν τα φρύγανα.4 Διότι αἱ ἡμέραι μου ἐπέρασαν καὶ ἐχάθησαν ἀκάρπως σὰν νὰ ἦσαν καπνός, καὶ τὰ ὀστά μου ἀπεξηράνθησαν καὶ ἔχασαν πᾶσαν ἰκμάδα καὶ στερεότητα, σὰν τὰ καυσόξυλα καὶ φρύγανα ἐμπρὸς εἰς τὴν πυράν.
5 ἐπλήγην ὡσεὶ χόρτος καὶ ἐξηράνθη ἡ καρδία μου, ὅτι ἐπελαθόμην τοῦ φαγεῖν τὸν ἄρτον μου.5 Εμαράθηκα και εκτυπήθηκα ωσάν το χόρτον, που το ξηραίνει ο ήλιος. Η καρδία μου εστέγνωσε από την νηστείαν, διότι μέσα στο βάρος του πόνου μου ελησμόνησα να φάγω τον άρτον μου.5 Ἐκτυπήθην καὶ ἐπληγώθην σὰν τὸν χόρτον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπεσε καυστικωτάτη ἡ ἡλιακὴ ἀκτίς, καὶ ἐξηράνθη σὰν ἐκεῖνον ἐξαντληθεῖσα πλήρως ἡ καρδία μου, διότι ἀπὸ τῆς πολλῆς θλίψεως κατελήφθην ἀπὸ τόσην ἀνορεξίαν, ὥστε ἐλησμόνησα νὰ φάγω τὸν ἄρτον μου.
6 ἀπὸ φωνῆς τοῦ στεναγμοῦ μου ἐκολλήθη τὸ ὀστοῦν μου τῇ σαρκί μου.6 Εξ αιτίας των γοερών μου στεναγμών έγινα πετσί και κόκκαλο, εκολλήθη το δέρμα μου επάνω εις τα οστά μου.6 Ἕνεκα τῶν ἀπαύστων καὶ γοερῶν στεναγμῶν μου ἐγενόμην κάτισχνος μέχρι τοῦ νὰ κολλήσουν τὰ ὀστᾶ μου εἰς τὸ δέρμα μου.
7 ὡμοιώθην πελεκᾶνι ἐρημικῷ, ἐγενήθην ὡσεὶ νυκτικόραξ ἐν οἰκοπέδῳ,7 Εγκατελείφθην και απεμονώθην από τους άλλους ανθρώπους, έμεινα μόνος ωσάν τον ερημικόν πελεκάνο. Εγινα όμοιος με το κλαψοπούλι της νύχτας, που θρηνεί στους ερειπωμένους οίκους.7 Ἔγινα ὅμοιος πρὸς πελεκάνον, ὁ ὁποῖος διέρχεται τὰς ἡμέρας του εἰς τὴν ἒρημον· κατήντησα σὰν κλαυσοπούλι ποὺ ἐκβάλλει τὰς θρηνώδεις κραυγάς του κατὰ τὴν νύκτα εἰς ἐρειπωμένον οἶκον.
8 ἠγρύπνησα καὶ ἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος.8 Εμεινα άγρυπνος, έγινα όμοιος με το στρουθίον, που έχασε τον σύντροφόν του, και θλιμμένον μένει μόνον του επάνω εις την στέγην.8 Παρέμεινα ἄϋπνος καὶ ἔγινα σὰν στρουθίον, ποὺ ἔχασε τὸν σύντροφόν του καὶ μένει μόνον εἰς τὸ ὕψος τῆς στέγης.
9 ὅλην τὴν ἡμέραν ὠνείδιζόν με οἱ ἐχθροί μου, καὶ οἱ ἐπαινοῦντές με κατ᾿ ἐμοῦ ὤμνυον.9 Καθ' όλον το διάστημα της ημέρας με ενέπαιζαν και με ύβριζαν οι εχθροί μου· και αυτοί οι οποίοι προηγουμένως με επαινούσαν, ορκίζονται τώρα εναντίον μου και με καταρώνται.9 Ὅλην τὴν ἡμέραν μὲ ἐχλεύαζον καὶ μὲ περιεγέλων οἱ ἐχθροί μου, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε μὲ ἐπῄνουν, θέτουν ἤδη ὡς ὅρκον τὴν συμφοράν μου λέγοντες νὰ πάθω καὶ ἐγὼ ὅ,τι ἔπαθεν ἐκεῖνος.
10 ὅτι σποδὸν ὡσεὶ ἄρτον ἔφαγον καὶ τὸ πόμα μου μετὰ κλαυθμοῦ ἐκίρνων10 Εξ αιτίας του βάρους των θλίψεών μου κατήντησα να τρώγω στάκτην αντί του άρτου και το νερό, το οποίον πίνω, το αναμιγνύω με τα δάκρυα του κλαυθμού μου.10 Πράγματι δὲ εἶμαι δυστυχέστατος, διότι ἀντὶ ἄρτου τρώγω τὴν στάκτην τοῦ διαρκοῦς μου πένθους, καὶ τὸ ὕδωρ, ποὺ πίνῳ, τὸ ἀναμιγνύω μὲ τὰ ἀφθόνως ρέοντα ἐξ αἰτίας τῶν λυγμῶν μου δάκρυα.
11 ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου καὶ τοῦ θυμοῦ σου, ὅτι ἐπάρας κατέῤῥαξάς με.11 Αυτά υποφέρω εξ αιτίας της οργής και του μεγάλου θυμού σου δια τας αμαρτίας μου. Διότι συ, αφού με εσήκωσες υψηλά, με απέσπασες από την πατρίδα μου και συντετριμμένον με εξετίναξες εις την ξένην γην.11 Ὅλα δὲ αὐτὰ τὰ ὑφίσταμαι λόγῳ τῆς ὀργῆς σου καὶ τῆς ἀγανακτήσεώς σου διὰ τὰς ἁμαρτίας μου, διότι μὲ ἐσήκωσες πρῶτον ὑψηλὰ ἐκρίζωσας ἐκ τῆς πατρίδος μου καὶ μὲ ἐξετίναξες κατόπιν συντετριμμένον εἰς ξένην καὶ ἀλλόφυλον γῆν.
12 αἱ ἡμέραι μου ὡσεὶ σκιὰ ἐκλίθησαν, κἀγὼ ὡσεὶ χόρτος ἐξηράνθην.12 Και έτσι αι ημέραι της ζωής μου χάνονται, όπως αι σκιαι κατά την δύσιν του ηλίου. Εστέγνωσα, ωσάν το εφήμερο χορτάρι που ξηραίνεται από το καύμα του ηλίου και είναι έτοιμον να ριφθή εις την φωτιάν.12 Καὶ οὕτως αἱ ἡμέραι μου χάνονται σὰν τὴν σκιάν, ἡ ὁποία, ὅταν δύῃ ἡ ἡμέρα, κλίνει καὶ ἐκλείπει, καὶ ἐγὼ σὰν χόρτος μαραμένος ἐξηράνθην καὶ δὲν ἀπομένει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ θερισθῶ καὶ νὰ ριφθῶ εἰς τὸ πῦρ.
13 σὺ δέ, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα μένεις, καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.13 Συ όμως, Κυριε, μένεις αναλλοίωτος στους αιώνας των αιώνων, και το Ονομά σου μνημονεύεται δια μέσου όλων των γενεών.13 Ἀλλ’ ἂς μὴ ἀπελπίζωμαι, διότι ἂν καὶ ἐγὼ ὁ εἰς καὶ ἡ ὁλότης τοῦ ἔθνους μου εἰς τοιαύτην περιήλθομεν κατάστασιν, σὺ ὅμως, Κύριε, μένεις εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὸ ὄνομά σου μνημονεύεται ἀπαύστως καὶ αἰωνίως ἀπὸ τῆς μιᾶς γενεᾶς εἰς τὴν ἄλλην γενεάν.
14 σὺ ἀναστὰς οἰκτειρήσεις τὴν Σιών, ὅτι καιρὸς τοῦ οἰκτειρῆσαι αὐτήν, ὅτι ἥκει καιρός·14 Συ, λοιπόν, ο αιώνιος και παντοδύναμος Θεός, σήκω από τον θρόνον της μεγαλωσύνης σου, σπλαγχνίσου την Σιών, διότι έφθασεν ο καιρός, που πρέπει να την λυπηθής, να την ελεήσης, να την σώσης. Ηλθε πλέον ο προσδιωρισμένος από σε χρόνος της απελευθερώσεώς μας.14 Σὺ λοιπόν, ὁ αἰώνιος καὶ ἀναλλοίωτος, θὰ σηκωθῇς διακόπτων τὴν σιωπήν σου καὶ θὰ σπλαγχνισθῇς τὴν Σιών, τὴν ἐρημωμένην Ἱερουσαλήμ, διότι πλέον ἔχει ἔλθει ὁ κατάλληλος καὶ ὁ ὑπὸ τῆς προνοίας σου καθωρισμένος χρόνος διὰ νὰ τὴν λυπηθῇς.
15 ὅτι εὐδόκησαν οἱ δοῦλοί σου τοὺς λίθους αὐτῆς, καὶ τὸν χοῦν αὐτῆς οἰκτειρήσουσι.15 Διότι οι ταλαιπωρούμενοι εις την αιχμαλωσίαν δούλοι σου, επόθησαν και αυτά ακόμη τα λιθάρια των ερειπωμένων κτιρίων της. Το από την καταστροφήν απολειφθέν χώμα της πονούν να ίδουν.15 Διότι οἱ ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ δοῦλοι σου ἐπόθησαν καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς λίθους τῶν ἐρειπίων της καὶ τὸ ἐκ τῆς καταστροφῆς ἐναπολειφθὲν χῶμα μὲ δάκρυα πολλὰ εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ μὲ οἶκτον πολὺν εἰς τὴν καρδίαν τὸ ἐνθυμοῦνται καὶ τὸ λαχταροῦν.
16 καὶ φοβηθήσονται τὰ ἔθνη τὸ ὄνομά σου, Κύριε, καὶ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς τὴν δόξαν σου,16 Οταν συ, Κυριε, εν τη παντοδυναμία σου μας στείλης την σωτηρίαν, τα έθνη θα φοβηθούν το Ονομά σου και όλοι οι βασιλείς του κόσμου θα ευλαβηθούν και θα θαυμάσουν την δόξαν σου.16 Καὶ ὅταν διὰ τῆς παρεμβάσεώς σου ἐπιστρέψωμεν ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας, θὰ φοβηθοῦν οἱ ἐθνικοὶ τὸ ὄνομά σου, Κύριε, καὶ ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς θὰ τρομάξουν ἀπὸ τὴν ἔνδοξον δύναμίν σου, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ.
17 ὅτι οἰκοδομήσει Κύριος τὴν Σιὼν καὶ ὀφθήσεται ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ.17 Διότι ο Κυριος θα ανοικοδομήση την ερειπωμένην Σιών και θα εμφανισθη εκεί με την δόξαν του.17 Διότι ὁ Κύριος θὰ ἀνοικοδομήσῃ τὴν κατεστραμμένην εἰς ἐρείπια Σιὼν καὶ θὰ ἐμφανισθῇ ἐκεῖ μὲ τὴν δόξαν του.
18 ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν καὶ οὐκ ἐξουδένωσε τὴν δέησιν αὐτῶν.18 Η ανόρθωσις αυτή της Σιών θα σημάνη ότι ο Κυριος έρριψε ευμενές βλέμμα εις την προσευχήν των ταλαιπωρουμένων δούλων του και δεν εξουθενώνει πλέον ως μηδαμινήν την δέησίν των.18 Ἡ θαυμαστὴ δὲ αὐτὴ ἀποκατάστασις θὰ μαρτυρῇ, ὅτι ὁ Κύριος προσέβλεψε μὲ βλέμμα εὐμενὲς ἐπὶ τῆς προσευχῆς τῶν τεταπεινωμένων ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ δούλων του καὶ δὲν περιεφρόνησεν ὡς μηδαμινὴν καὶ ἀναξίαν προσοχῆς τὴν δέησίν των.
19 γραφήτω αὕτη εἰς γενεὰν ἑτέραν, καὶ λαὸς ὁ κτιζόμενος αἰνέσει τὸν Κύριον.19 Ας καταγραφή αυτή η προφητεία και η προσεχής εκπλήρωσίς της, δια να γνωσθή εις την γενεάν που πρόκειται να γεννηθή, ώστε ο λαός, που πρόκειται να δημιουργηθή, να υμνήση τον Κυριον.19 Ἂς ἀναγραφῇ ἡ προφητεία αὕτη καὶ ἡ ἐπαλήθευσις αὐτῆς διὰ νὰ γνωσθῇ καὶ μεταδοθῇ εἰς τὴν γενεάν, ἥτις πρόκειται νὰ γεννηθῇ, καὶ ὁ λαὸς ὅστις πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ ἀπὸ πιστοὺς πάσης ἐθνικότητος θὰ ὑμνήσῃ τὸν Κύριον.
20 ὅτι ἐξέκυψεν ἐξ ὕψους ἁγίου αὐτοῦ, Κύριος ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ τὴν γῆν ἐπέβλεψε20 Διότι ο Κυριος έσκυψεν από τα άγια ύψη του, από τον ουράνιον θρόνον του, έρριψεν ο Κυριος βλέμμα στοργικόν και ευμενές επάνω εις την γην,20 Διότι ἔσκυψεν ἀπὸ τὸ ἅγιον ὕψος του καὶ ἀπὸ τὸ οὐράνιον θυσιαστήριόν του, ἔρριψεν ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν οὐρανὸν βλέμμα στοργικὸν καὶ εὐμενὲς ἐπὶ τῆς γῆς,
21 τοῦ ἀκοῦσαι τοῦ στεναγμοῦ τῶν πεπεδημένων, τοῦ λῦσαι τοὺς υἱοὺς τῶν τεθανατωμένων,21 δια να ακούση τον στεναγμόν των αλυσοδεμένων αιχμαλώτων, δια να λύση τα δεσμά από τα παιδιά εκείνων, που είχαν αιχμαλωτισθή και θανατωθή.21 διὰ νὰ ἀκουσῃ τὸν στεναγμὸν τῶν ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ ἁλυσοδεμένων, διὰ νὰ λύσῃ ἀπὸ τὰ δεσμά των τὰ παιδιὰ ἐκείνων, ποὺ εἶχαν αἰχμαλωτισθῆ καὶ θανατωθῆ.
22 τοῦ ἀναγγεῖλαι ἐν Σιὼν τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ τὴν αἴνεσιν αὐτοῦ ἐν ῾Ιερουσαλὴμ22 Ωστε οι τέως σιδηροδέσμιοι δούλοι, ελεύθεροι πλέον, να διακηρύξουν εις την Σιών και να αναγγείλουν το Ονομα του Κυρίου και την δοξολογίαν αυτού εις την Ιερουσαλήμ,22 Θὰ ἐλευθερώσῃ δὲ τούτους ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς σκληρᾶς δουλείας των, διὰ νὰ ἀναγγείλουν καὶ διακηρύξουν ἐν Σιὼν τὸ ὄνομα τοῦ ἐλευθερώσαντος αὐτοὺς Κυρίου καὶ νὰ ψάλουν τὸν ἀνήκοντα εἰς αὐτὸν ὕμνον ἐν τῇ Ἱερουσαλήμ,
23 ἐν τῷ συναχθῆναι λαοὺς ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ βασιλεῖς τοῦ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ.23 όταν θα συγκεντρωθούν εκεί οι λαοί και οι βασιλείς της γης, δια να υπηρετούν τον Κυριον.23 ὅταν θὰ συναθροισθοῦν ἐκεῖ ἀπὸ συμφώνου λαοὶ καὶ βασιλεῖς διὰ νὰ λατρεύσουν τὸν Κύριον.
24 ἀπεκρίθη αὐτῷ ἐν ὁδῷ ἰσχύος αὐτοῦ· τὴν ὀλιγότητα τῶν ἡμερῶν μου ἀνάγγειλόν μοι·24 Ο αιχμαλωτισμένος και ταλαιπωρημένος εις την εξορίαν λαός των Ιουδαίων, με όσην δύναμιν του απέμεινεν, είπε προς τον Κυριον· Καμε με να εννοήσω, Κυριε, πόσον ολίγαι ημέραι ζωής μου υπολείπονται, και να σκεφθώ, αν θα προφθάσω άραγε να ίδω την θαυμαστήν σου απελευθέρωσίν μου.24 Ἀπεκρίθη καὶ εἶπε πρὸς τὸν Κύριον ὁ ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ συντετριμμένος καὶ ἀπογοητευμένος λαὸς εἰς καιρὸν ποὺ εἶχεν ἀκόμη δύναμιν καὶ δὲν εἶχεν ἑξασθενήσει ὁλοτελῶς: Γνωστοποίησόν μοι, Κύριε, τὰς ὀλίγας ἡμέρας ποὺ μοῦ ἀπομένουν. Θὰ προφθάσω ἄραγε νὰ ἴδω τὴν θαυμαστήν σου ἀπελευθέρωσιν;
25 μὴ ἀναγάγῃς με ἐν ἡμίσει ἡμερῶν μου· ἐν γενεᾷ γενεῶν τὰ ἔτη σου.25 Μη με αφαρπάσης στο μέσον της ζωής μου· δώσε παράτασιν εις τας ημέρας μου, διότι συ έχεις ατελείωτα τα έτη σου, που μένουν από γενεάς εις γενεάν.25 Μὴ μὲ ἀφαρπάσῃς ἐν μέσῳ τῆς ζωῆς μου. Παράτεινε τὰς ἡμέρας μου, σύ, τοῦ ὁποίου τὰ ἔτη συνεχίζονται ἀτελευτήτως ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν, διὰ νὰ καταξιωθῶ νὰ ἐπανίδω τὴν ἁγίαν πόλιν σου.
26 κατ᾿ ἀρχὰς σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί·26 Συ, Κυριε, κατ' αρχάς εδημιούργησες και εθεμελίωσες την γην, και έργα των παντοδυνάμων χειρών σου είναι οι ουρανοί.26 Ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς δημιουργίας σύ, Κύριε, ὁ ἄχρονος καὶ ἀΐδιος, ἐστήριξας τὴν γῆν σὰν ἐπάνω εἰς ἀδιάσειστον θεμέλιον, καὶ οἱ οὐρανοὶ εἶναι ἔργα τῶν ἰδικῶν σου παντοδυνάμων χειρῶν.
27 αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις, καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτοὺς καὶ ἀλλαγήσονται·27 Αυτοί θα καταστραφούν, συ όμως παραμένεις ο αυτός και αναλλοίωτος δια μέσου των αιώνων. Ολος ο υλικός κόσμος σαν ένδυμα θα παληώση και σαν πανωφόρι, που περιβάλλονται οι άνθρωποι, θα τον γυρίσης, θα τον περιτυλίξης, θα τον αλλάξης, ώστε να γίνη καινούργιος.27 Αὐτοὶ θὰ χαλασθοῦν καὶ θὰ χάσουν τὸ σημερινόν των σχῆμα. Σὺ ὅμως παραμένεις ἀμετάβλητος καὶ ἀναλλοίωτος. Καὶ ὅλος ὁ κόσμος σὰν ἔνδυμα θὰ παληώσῃ καὶ σὰν ἐξωτερικὸν ροῦχον ποὺ περιβάλλονται οἱ ἄνθρωποι, θὰ τὸν γυρίσῃς καὶ θὰ τὸν περιτιλιξῃς καὶ θὰ ἀλλάξῃ γινόμενος καινούργιος.
28 σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν.28 Συ όμως είσαι ο ίδιος και αναλλοίωτος και τα έτη της αιωνιότητός σου δεν θα εξαντληθούν ποτέ.28 Σὺ ὅμως εἶσαι πάντοτε ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη σου θὰ εἶναι ἀτελεύτητα καὶ δὲν θὰ ἐκλίπουν ποτέ.
29 οἱ υἱοὶ τῶν δούλων σου κατασκηνώσουσι, καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα κατευθυνθήσεται.29 Κατω από την ιδικήν σου παντοδύναμον προστασίαν τα τέκνα και οι απόγονοι των δούλων σου, των πατριαρχών, θα εύρουν ασφαλή κατοικίαν και οι απόγονοί των χάρις εις σε θα ευδοκιμούν δια μέσου όλων των αιώνων.29 Τὰ τέκνα καὶ οἱ ἀπάγονοι τῶν δούλων σου πατριαρχῶν θὰ εὕρουν κατοικίαν ἀσφαλῆ, καὶ οἱ πνευματικοὶ ἀπάγονοί των θὰ προκόψουν καὶ θὰ εὐδοκιμοῦν διὰ μέσου πάντων τῶν αἰώνων.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΡΒ'🔸
                            (102)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 103) ΕΥΛΟΓΕΙ, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καί, πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ·1 (Μασ. 103) Ω ψυχή μου, δοξολόγει ακατάπαυστα τον Κυριον, και όλαι αι εσωτερικαί μου δυνάμεις, ο νους και η καρδία μου, ας δοξολογούν το άγιον όνομά του, δια τα μεγαλεία και τας πολλάς του ευεργεσίας.1 Εὐλόγει, ὦ ψυχή μου, τὸν Κύριον· καὶ πᾶσαι αἱ ἐσωτερικαί μου ἠθικαὶ καὶ λογικαὶ δυνάμεις, εὐλογεῖτε τὸ ἅγιον ὄνομά του.
2 εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ·2 Δοξολόγει, ω ψυχή μου, τον Κυριον και μη λησμονής ποτέ καμμίαν από τας ευεργεσίας του προς σέ.2 Εὐλόγει, ὦ ψυχή μου, τὸν Κύριον, καὶ μὴ λοσμονῇς καμμίαν ἀπὸ ὅλας τὰς πρὸς σὲ εὐεργεσίας του.
3 τὸν εὐιλατεύοντα πάσας τὰς ἀνομίας σου, τὸν ἰώμενον πάσας τὰς νόσους σου·3 Δοξολόγει τον Θεόν σου, ο οποίος σου συγχωρεί όλας τας ανομίας, θεραπεύει όλας τας σωματικάς και πνευματικάς ασθενείας σου.3 Εὐλόγει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος σοῦ συγχωρεῖ ὅλας τὰς ἀνομίας σου καὶ ὁ ὁποῖος σοῦ ἰατρεύει ὅλας τὰς ἀσθενείας τοῦ σώματός σου.
4 τὸν λυτρούμενον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν σου, τὸν στεφανοῦντά σε ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς·4 Αυτόν, που λυτρώνει και απαλλάσσει την ζωήν σου, πολλές φορές, από την φθοράν του θανάτου και του άδου και περικοσμεί πάντοτε την κεφαλήν σου, ωσάν με λαμπρόν στέφανον, με το πλήθος του ελέους και των οικτιρμών του.4 Ὁ ὁποῖος ἀπολυτρώνει τὴν ζωήν σου ἀπὸ τὴν φθορὰν τοῦ τάφου καὶ σὲ περικοσμεῖ μὲ τὸν στέφανον τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἰκτιρμῶν του.
5 τὸν ἐμπιπλῶντα ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν σου, ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου.5 Δοξολόγησε τον Κυριον, ο οποίος χορταίνει με όλα τα αγαθά τας ευγενείς επιθυμίας σου, ώστε η νεανική σου ηλικία και ακμή να ανανεώνεται πάντοτε, όπως του αετού.5 Ὁ ὁποῖος γεμίζει μὲ ἀγαθὰ καὶ χορτάζει τὰς ἐπιθυμίας σου, θὰ ἀνανεωθῇ διὰ τῶν ἀγαθῶν τούτων καὶ θὰ γίνῃ πάλιν καινούργια ἡ νεότης σου, ὅπως κατ' ἔτος ἀνανεοῦνται μαζὶ μὲ τὸ πτέρωμά του καὶ αἱ δυνάμεις τοῦ μακροβιωτάτου ἀετοῦ.
6 ποιῶν ἐλεημοσύνας ὁ Κύριος καὶ κρῖμα πᾶσι τοῖς ἀδικουμένοις.6 Ο Κυριος είναι εκείνος, που πάντοτε κάνει έργα ελέους και ευσπλαγχνίας και αποδίδει το δίκαιον εις όλους τους αθώους ανθρώπους, που αδικούνται.6 Ποιεῖ ἔργα ἐλέους, ὁ Κύριος, καὶ ἐκδίδει ἀποφάσεις δικαίας, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδίδεται τὸ δίκαιον εἰς ὅλους τοὺς ἀδικουμένους.
7 ἐγνώρισε τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ τῷ Μωυσῇ, τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ τὰ θελήματα αὐτοῦ.7 Αυτός κατέστησεν στον Μωϋσήν γνωστούς όλους τους τρόπους της ενεργείας του δια την απελευθέρωσιν του ισραηλιτικού λαού, εις δε τον ισραηλιτικόν λαόν εφανέρωσε το θέλημά του.7 Κατέστησε γνωστὸς εἰς τὸν Μωϋσῆν τὰς περὶ τοῦ λαοῦ του βουλὰς καὶ τὰ περὶ ἀπελευθερώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ σχέδιά του, εἰς δὲ τοὺς Ἰσραηλίτας ἐγνώρισε διὰ τοῦ νόμου του τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ θελήματά του.
8 οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος·8 Ο Κυριος είναι οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και γεμάτος από ελέη.8 Εἶναι οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος.
9 οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ·9 Δεν οργίζεται, δια να μας καταστρέψη τελείως, ούτε κρατεί αιωνίαν την οργήν του.9 Δὲν παρατείνεται διηνεκῶς καὶ ἀπαύστως ἡ κατὰ τῶν ἁμαρτιῶν μας ὀργή του, οὔτε μνησικακεῖ κατὰ τῶν παρεκτροπῶν μας αἰωνίως.
10 οὐ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν, οὐδὲ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν,10 Δεν μας ετιμώρησέ ποτέ ανάλογά με την βαρύτητα και το πλήθος των ανομιών μας, ούτε και σύμφωνα με τας αμαρτίας μας ανταπέδωκεν εις ημάς την πρέπουσαν τιμωρίαν.10 Δὲν ἐνήργησε καθ’ ἠμῶν σύμφωνα πρὸς τὸ πλῆθος καὶ τὸ μέγεθος τῶν ἀνομιῶν μας, οὐδὲ μᾶς ἀνταπέδωκε τὰς τιμωρίας του σύμφωνα πρὸς τὸ μέτρον τῶν ἁμαρτιῶν μας.
11 ὅτι κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν·11 Διότι, όσον απροσμέτρητον είναι το ύψος του ουρανού από την γην, τόσον μέγα και κραταιόν, τόσον αμέτρητον είναι το έλεος του Θεού προς εκείνους που τον φοβούνται και τον ευλαβούνται.11 Διότι ὅσον ἀκαταμέτρητος εἰς ὕψος εἶναι ἡ ἀπόστασις τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τὴν γῆν, τόσον καὶ ὁ Κύριος ὕψωσε κραταιὸν καὶ μέγα τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν του ἐπὶ τῶν φοβουμένων αὐτόν.
12 καθόσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἐμάκρυνεν ἀφ᾿ ἡμῶν τὰς ἀνομίας ἡμῶν.12 Οσον απροσμέτρητος είναι η απόστασις της ανατολής από την δύσιν, τόσον απεμάκρυνεν από ημάς ο Θεός τας αμαρτίας μας, ώστε να είμεθα απηλλαγμένοι από αυτάς.12 Ὅσον τεραστία εἶναι ἡ ἀπόστασις τῶν ἀνατολῶν ἀπὸ τὰς δυσμάς, τόσον ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ ἡμᾶς τὰς ἀνομίας μας, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται αὗται καὶ νὰ εἴμεθα ὅλως ἀπηλλαγμένοι ἀπ’ αὐτῶν.
13 καθὼς οἰκτείρει πατὴρ υἱούς, ᾠκτείρησε Κύριος τοὺς φοβουμένους αὐτόν,13 Οπως ευσπλαγχνίζεται ο στοργικός πατήρ τα παιδιά του, έτσι και ο Κυριος σπλαγχνίζεται πάντοτε εκείνους, που τον φοβούνται.13 Καθὼς εὐσπλαγχνίζεται καὶ συγχωρεῖ ὁ πατὴρ τοὺς υἱούς του, οὕτω καὶ ὁ Κύριος, ὡς πατὴρ φιλόστοργος εὐσπλαγχνίζεται ἀνέκαθεν ἐκείνους ποὺ τὸν εὐλαβοῦνται καὶ μὲ φόβον ζητοῦν παρ’ αὐτοῦ συγχώρησιν.
14 ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν.14 Διότι αυτός γνωρίζει από τι επλάσθημεν, έχει πάντοτε υπ' όψιν του, ότι είμεθα πλασμένοι από το ευτελές χώμα της γης.14 Μᾶς σπλαγχνίζεται ὁ Κύριος, διότι αὐτὸς γνωρίζει ἀπὸ τί ἐπλάσθημεν καὶ πάντοτε ἐνθυμεῖται, ὅτι εἴμεθα χῶμα, παρασυρόμενοι διὰ τοῦτο πρὸς τὰ φθαρτὰ καὶ μάταια.
15 ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει·15 Αι ημέραι του ανθρώπου ομοιάζουν με το εφήμερον χόρτον του αγρού. Ετσι και αυτός σαν το άνθος του αγρού ανθίζει και φαίνεται επ' ολίγον εις την γην.15 Τοῦ ἀνθρώπου αἱ ἡμέραι εἶναι ὅμοιαι πρὸς τὸ χόρτον. Σὰν τὸ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, τὸ ὁποῖον θάλλει ἐπ’ ὀλίγον, ἔτσι ἀνθίζει ἐπ’ ὀλίγον καὶ ὁ ἄνθρωπος.
16 ὅτι πνεῦμα διῆλθεν ἐν αὐτῷ, καὶ οὐχ ὑπάρξει καὶ οὐκ ἐπιγνώσεται ἔτι τὸν τόπον αὐτοῦ.16 Οταν δε καυστικός άνεμος περάση από το άνθος, το καταστρέφει, το εξαφανίζει και έτσι αυτό δεν υπάρχει πλέον, δεν αφήνει κανένα ίχνος στον τόπον του, ώστε κανείς να μη ξέρη, που είχε αυτό προηγουμένως φυτρώσει. Ετσι και ο άνθρωπος έρχεται και παρέρχεται και γρήγορα λησμονείται.16 Διότι ἄνεμος καυστικὸς διῆλθεν ἐπὶ τοῦ ἄνθους καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὁλοτελῶς καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γνωρίσῃ τις τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον πρὸ ὁλίγου ἐφύετο. Οὕτω καὶ ὁ βραχὺς βίος τοῦ ἀνθρώπου καθίσταται βραχύτερος ὑπὸ ἀπροσδοκήτων ἀσθενειῶν, καὶ φεύγει ὁ ἄνθρωπος, βαθμηδὸν λησμονούμενος ὁλοσχερῶς.
17 τὸ δὲ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν17 Η ευσπλαγχνία όμως του Κυρίου απλώνεται εις αιώνας αιώνων προς τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι τον φοβούνται. Και η δικαιοσύνη του, φρουρός ασφαλής, παραμένει εις όλας τας γενεάς των ανθρώπων.17 Τὸ ἔλεος ὅμως τοῦ Κυρίου ἐκτείνεται συνεχὲς καὶ ἀπέραντον ἀπὸ τοῦ ἑνὸς αἰῶνος εἰς τὸν ἄλλον αἰῶνα ἐπὶ τῶν φοβουμένων αὐτόν, καὶ ἡ δικαιοσύνη του, ἡ διακρατοῦσα τὴν ἀσθένειαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τηροῦσα τὰς πρὸς αὐτὸν θείας ὑποσχέσεις, διατηρεῖται ἀπαραμείωτος εἰς μακρὰν διαδοχὴν γενεῶν καὶ παρέχει τὴν προστασίαν της εἰς τὰ τέκνα τῶν τέκνων καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους
18 τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι αὐτάς.18 Των ανθρώπων εκείνων, οι οποίοι φυλάσσουν τον Νομον του και έχουν πάντοτε στον νουν και την καρδίαν των τας εντολάς του, δια να τας τηρούν και συμμορφώνωνται προς αυτάς.18 ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φυλάττουν τὴν διαθήκην του καὶ ἐνθυμοῦνται πάντοτε τὰς ἐντολάς του διὰ νὰ ποιοῦν ταύτας καὶ συμμορφούνται πρὸς αὐτάς.
19 Κύριος ἐν τῷ οὐρανῷ ἡτοίμασε τὸν θρόνον αὐτοῦ, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ πάντων δεσπόζει.19 Ο Κυριος ητοίμασε και εστερέωσε τον θρόνον του υψηλά στον ουρανόν και η βασιλεία του κυριαρχεί επί του σύμπαντος.19 Ὁ Κύριος ἐστερέωσε καὶ ηὐτρέπισε τὸν θρόνον αὐτοῦ ἐν τῷ οὐρανῷ, μακρὰν πάσης μεταβολῆς ἢ προσβολῆς ἀνθρώπων, καὶ ἡ βασιλεία του δεσπόζει πάντων τῶν λαῶν καὶ πάντων τῶν αἰώνων.
20 εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ.20 Δοξολογείτε, λοιπόν, τον Κυριον όλοι οι άγγελοι αυτού, σεις οι οποίοι είσθε ισχυροί, ώστε να πράττετε το θέλημά του, πρόθυμοι να ακούετε και να εκτελήτε την διαταγήν των λόγων του.20 Εὐλογεῖτε καὶ ὑμνεῖτε τὸν Κύριον ὅλοι οἱ ἄγγελοί του, οἱ δυνατοὶ καὶ κραταιοὶ εἰς ἰσχύν, οἱ ἐκτελοῦντες πάντα λόγον προστάγματός του καὶ προθύμως ἀκούοντες τὴν φωνὴν τῶν λόγων του.
21 εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, λειτουργοὶ αὐτοῦ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ·21 Ευλογείτε τον Κυριον όλαι αι στρατιαί των αγγελικών δυνάμεων, οι λειτουργοί αυτού, όλοι όσοι τηρούν το θέλημά του.21 Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον ὅλαι αἱ στρατιαὶ τῶν οὐρανίων δυνάμεών του, λειτουργοῖ καὶ διάκονοί του, οἱ ὁποῖοι ποιεῖτε τὸ θέλημά του.
22 εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.22 Ευλογείτε τον Κυριον όλα τα έργα, τα οποία υπάρχουν εις κάθε τόπον της κυριαρχίας του. Ω ψυχή μου, δοξολόγει πάντοτε τον Κυριον.22 Εὐλογεῖτε τὸν Κύριον ὅλα τὰ ἔργα του, τὰ οὐράνια καὶ ἐπίγεια, ὅσα ὑπάρχετε εἰς πάντα τόπον τοῦ κράτους καὶ τῆς κυριαρχίας του. Εὐλόγει, ὦ ψυχή μου, τὸν Κύριον.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΡΓ'🔸
                            (103)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 104) ΕΥΛΟΓΕΙ, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω1 (Μασ. 104) Δοξολόγει ακατάπαυστα, ω ψυχή μου, τον Κυριον. Κυριε και Θεέ μου, ασύγκριτον και άφθαστον είναι το μεγαλείον σου.1 Εὐλόγει καὶ δόξαζε, ὦ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε, τὸν ὁποῖον ἔχω καὶ λατρεύω ὡς μόνον Θεόν μου, ἀπεδείχθης καὶ ἐφανερώθης καθ’ ὑπερβολὴν μέγας ἐν τῇ μαρτυρούσῃ τὴν παντοδυναμίαν καὶ πανσοφίαν σου δημιουργίᾳ σου. Αἶνον καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύθης,
2 ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέρριν·2 Ως άλλο ιμάτιον περιεβλήθης την δόξαν και μεγαλοπρέπειαν. Σέ, που ακτινοβολείς ολόγυρά σου το φως, ωσάν να το έχης ενδυθή ως ένδυμα· απλώνστον ουρανόν από το ένα άκρον του ορίζοντος έως στο άλλο, ωσάν πολύτιμον δερμάτινον κάλυμμα σκηνής.2 ρίπτων τριγύρω σου τὸ φῶς καὶ περιβαλλόμενος αὐτὸ ὡς ἱμάτιον καὶ ἑξαπλώνων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τοῦ ὁρίζοντος εἰς τὸ ἄλλο τὸν ἔναστρον οὐρανὸν ὡς σκηνὴν δερματίνην.
3 ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ, ὁ τιθεὶς νέφη τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, ὁ περιπατῶν ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων·3 Ο Κυριος είναι εκείνος, ο οποίος στεγάζει τα ανώτερα στρώματα του ουρανού με ύδατα νεφών, αυτός που επιβαίνει επάνω εις τα νέφη ως εις πολυτελή ταχέα άρματα· αυτός που περιπατεί ταχέως φερόμενος επάνω εις τας πτέρυγας των ανέμων.3 Αὐτὸς εἶναι ποὺ μὲ τὰ ὕδατα τῶν νεφῶν στεγάζει τὰ ἀνώτερα μέρη τοῦ οὐρανίου στερεώματος· ὁ ὁποῖος κατέστησε τὰ ἐλαφρὰ καὶ ταχέως κινούμενα νέφη ἅρμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιβαίνει καὶ περιπατεῖ φερόμενος ἐπὶ τῶν πτερύγων τῶν ἀνέμων, διευθύνων καὶ ἅρμα καὶ ἀνέμους κατὰ τὴν κυρίαρχον βούλησίν του.
4 ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα.4 Αυτάς είναι εκείνος, ο οποίος έπλασε τους αγγέλους ταχείς ως τους ανέμους και τους ασωμάτους λειτουργούς του δραστηρίους και φωτεινούς σαν την φλόγα του πυρός.4 Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔπλασε τοὺς ἀγγέλους του τόσον ταχεῖς καὶ λεπτοὺς ὡς οἱ ἄνεμοι καὶ τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτὸν ἀΰλους λειτουργούς του μὲ δραστικὴν ἐνέργειαν καὶ φωτεινὴν λαμπρότητα σὰν τοῦ πυρὸς τὴν φλόγα.
5 ὁ θεμελιῶν τὴν γῆν ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς, οὐ κλιθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.5 Αυτός είναι εκείνος, ο οποίος εστερέωσεν ασφαλή την γην επί θεμελιών απαρασαλεύτων, ώστε ποτέ στον αιώνα να μη κλονισθή.5 Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁποῖος ἐθεμελίωσε τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ἀσφαλῶν βάσεών της, δὲν θὰ κλίνῃ δεξιὰ ἢ ἀριστερά, καὶ δὲν θὰ ταλαντευθῇ οὐδὲ θὰ κλονισθῇ ἀπὸ αὐτὰς οὐδέποτε εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας.
6 ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ὀρέων στήσονται ὕδατα·6 Αβυσσος υδάτων την σκεπάζει ως ιμάτιον, και επάνω εις τα όρη έχουν σταθή υπό την μορφήν χιόνος τα ύδατα.6 Ἡ ἄβυσσος τῶν ὑδάτων ἄλλοτε ἐσκέπαζεν αὐτὴν ὁλόκληρον, καὶ ὡς ἄλλο ἱμάτιον ἦτο αὐτὴ τὸ περιβόλαιόν της, καὶ ἐπ’ αὐτῶν δὲ τῶν ὀρέων της ἵσταντο ὕδατα καὶ κατεκάλυπτον αὐτά.
7 ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου φεύξονται, ἀπὸ φωνῆς βροντῆς σου δειλιάσουσιν.7 Οταν όμως αντηχήση η προσταγή σου, Κυριε, τα ύδατα θα υποχωρήσουν, θα φύγουν, θα κατεβούν εις τας πεδιάδας, θα καταλήξουν εις τας θαλάσσας. Η βροντερά φωνή σου τα αναγκάζει να αποχωρήσουν και να φανή η ξηρά.7 Ἀλλ’ ἀντήχησεν ἡ προσταγή σου· καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιτιμητικὴν κραυγήν σου πεφοβισμένα τὰ ὕδατα φεύγουν, ἀπὸ τὴν βροντώδη φωνήν σου δειλιοῦν καὶ ἀποχωροῦν διὰ να ἀποκαλυφθῇ ἡ ξηρά.
8 ἀναβαίνουσιν ὄρη καὶ καταβαίνουσι πεδία εἰς τὸν τόπον ὃν ἐθεμελίωσας αὐτά·8 Ανυψώνονται τα όρη προς τα άνω και αι πεδιάδες φέρονται προς τα κάτω, το καθένα στους τόπους, όπου συ τα εθεμελίωσες.8 Ἀναφαίνονται ἤδη ἀναβαίνοντα πρὸς τὰ ἄνω ὑψηλὰ τὰ ὅρη καὶ ἀποκαλύπτονται οἱονεὶ καταβαίνουσαι πρὸς τὰ κάτω αἱ πεδιάδες· οὕτω δὲ καὶ βουνὰ καὶ πεδιάδες περιορίζονται εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐθεμελίωσας καὶ ἐστερέωσας αὐτά.
9 ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσονται, οὐδὲ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τὴν γῆν.9 Εθεσες όριον ανάμεσα εις την θάλασσαν και την ξηράν, το οποίον τα ύδατα της θαλάσσης δεν θα υπερβούν, ούτε θα επιστρέψουν πλέον να κατακλύσουν την γην.9 Ἔθεσας σύνορον μεταξὺ τῶν θαλασσῶν καὶ τῆς γῆς, τὸ ὁποῖον, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀφρίζουν τὰ κύματά των, δὲν θὰ τὸ ὑπερπηδήσουν, οὔτε θὰ ἐπιστρέψουν διὰ νὰ καλύψουν καὶ πάλιν τὴν γῆν.
10 ὁ ἐξαποστέλλων πηγὰς ἐν φάραγξιν, ἀνὰ μέσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα·10 Αυτός είναι, που έστειλε και καθόρισε τας πηγάς να αναβλύζουν ανάμεσα εις τας φάραγγας και έτσι δια μέσου των ορέων διέρχονται τα ύδατά των.10 Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐξαποστέλλει τὰς πηγὰς νὰ ρέουν μέσα εἰς τὰς φάραγγας καὶ τὰς στενὰς κοιλάδας, διὰ μέσου τῶν ὀρέων διέρχονται τὰ ὕδατά των.
11 ποτιοῦσι πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, προσδέξονται ὄναγροι εἰς δίψαν αὐτῶν·11 Τα ύδατα αυτά ποτίζουν τα θηρία της υπαίθρου και οι άγριοι όνοι σβήνουν την δίψαν των εις αυτά.11 Τὰ ἄφθονα αὐτὰ νερὰ θὰ ποτίσουν ὅλα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ. Θὰ τὰ δεχθοῦν καὶ θὰ τὰ πίουν εὐχαρίστως οἱ ἄγριοι ὄνοι κατὰ τὴν δίψαν των πρὸς κατάσβεσιν αὐτῆς.
12 ἐπ᾿ αὐτὰ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσει, ἐκ μέσου τῶν πετρῶν δώσουσι φωνήν.12 Επάνω εις τα δένδρα, που φυτρώνουν και μεγαλώνουν πλησίον εις τα ύδατα, τα πτηνά του ουρανού κτίζουν τας φωλεάς των και από τους γύρω βράχους σκορπίζουν το κελάδημά των.12 Εἰς τοὺς θάμνους καὶ τὰ δένδρα, ποὺ φύονται παρὰ τὰς ὄχθας αὐτῶν, θὰ κατασκηνώσουν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ἀπὸ τὰς τριγύρω πέτρας θὰ ἀναδώσουν τὸ χαρωπὸν κελάδημά των ὡς ὕμνον πρὸς τὸν Προνοητὴν τῶν πάντων Θεόν.
13 ποτίζων ὄρη ἐκ τῶν ὑπερῴων αὐτοῦ, ἀπὸ καρποῦ τῶν ἔργων σου χορτασθήσεται ἡ γῆ.13 Ο Κυριος είναι, που ποτίζει τα ξηρά βουνά με τας βροχάς του ουρανού. Από την βροχήν, που είναι έργον των χειρών σου, Κυριε, θα χορταίνη πάντοτε η γη.13 Αὐτὸς εἶναι, ὁ ὁποῖος ποτίζει τὰ ξηρὰ ὄρη μὲ τὰς βροχὰς ποὺ πίπτουν ἀπὸ τὸ στερέωμα, τὸ ὁποῖον σὰν ὑπερῷα καὶ ἐπουράνιον στέγην ἤπλωσεν ὁ Θεὸς ὑπεράνω τῆς γῆς. Ἀπὸ τὴν βροχήν, ἥτις εἶναι καρπὸς τῶν ἔργων σου, θὰ χορταίνῃ ἡ γῆ.
14 ὁ ἐξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἐξαγαγεῖν ἄρτον ἐκ τῆς γῆς·14 Ο Κυριος είναι, που διατάσσει χαι αναβλαστάνει από την γην το χόρτον δια τα φυτοφάγα ζώα και η χλόη δια την εξυπηρέτησιν των αναγκών του ανθρώπου, ώστε να βγάζη η γη και να προμηθεύεται ο άνθρωπος από αυτήν άρτον,14 Αὐτὸς εἶναι, ὁ ὁποῖος ἐκβλαστάνει ἀπὸ τὴν γῆν χόρτον διὰ τὴν διατροφὴν τῶν κτηνῶν, καὶ ἥμερον καὶ χλοερὰν φυτείαν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀνθρώπων,
15 καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου τοῦ ἱλαρῦναι πρόσωπον ἐν ἐλαίῳ, καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει.15 αλλά και οίνον που ευφραίνει την καρδίαν του ανθρώπου. Ελαιον προς τροφήν, ώστε να γίνεται ιλαρόν το πρόσωπον του ανθρώπου και άρτον, ο οποίος θα στηρίζη την καρδίαν του.15 ὥστε νὰ ἐξάγῃ ὁ ἄνθρωπος ἄρτον ἀπὸ τὴν γῆν καὶ οἶνον, ὁ ὁποῖος εὐφραίνει τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου· ὥστε νὰ ἱλαρύνῃ καὶ ἁπαλύνῃ μὲ ἔλαιον τὸ πρόσωπόν του ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ἐπαλείψεως αὐτοῦ καὶ νὰ στηρίζῃ ὁ ἄρτος τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, παρέχων δύναμιν καὶ ἐνίσχυσιν εἰς τὸ σῶμα του.
16 χορτασθήσονται τὰ ξύλα τοῦ πεδίου, αἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου, ἃς ἐφύτευσας.16 Θα χορτάσουν από ύδατα τα δένδρα της υπαίθρου, όπως και αι πελώριοι κέδροι του Λιβάνου, τας οποίας συ ο ίδιος ο Θεός εφύτευσες.16 Θὰ χορτασθοῦν μὲ τὴν βροχὴν καὶ αὐτὰ τὰ ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν ὀρέων δένδρα, αἱ πελώριαι κέδροι τοῦ Λιβάνου, περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ὁποίων καμμίαν φροντίδα δὲν κατέβαλεν ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐφύτευσας ταύτας σύ.
17 ἐκεῖ στρουθία ἐννοσσεύσουσι, τοῦ ἐρωδιοῦ ἡ οἰκία ἡγεῖται αὐτῶν.17 Εις τους κλάδους των δένδρων τα μικρά στρουθία στήνουν τας φωλεάς των, επάνω δε από αυτάς προεξέχει υψηλότερα κτισμένη η φωλεά του τσικνιά (αστερίου).17 Ἐκεῖ, εἰς τοὺς κλάδους τῶν δένδρων, στρουθία μικρὰ στήνουν τὰς φωλεάς των, μεταξὺ δὲ αὐτῶν τοῦ ἐρωδιοῦ (τοῦ τσικνιᾶ) ἡ φωλεὰ προεξέχει ὑψηλότερον ἐκτισμένη.
18 ὄρη τὰ ὑψηλὰ ταῖς ἐλάφοις, πέτρα καταφυγὴ τοῖς λαγωοῖς.18 Τα υψηλά χλοερά βουνά ώρισεν ο Κυριος ως τόπον κατοικίας των ελάφων, τα δε πετρώδη άδενδρα μέρη ως καταφύγιον των λαγωών.18 Τὰ ὑψηλὰ ὅρη ὥρισεν ὡς τόπον διαμονῆς τῶν ἐλάφων καὶ τῶν ἀγρίων αἰγῶν, τὰς πέτρας δὲ ὡς καταφύγιον τῶν λαγωῶν.
19 ἐποίησε σελήνην εἰς καιρούς, ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ.19 Ο Κυριος εδημιούργησε την σελήνην, δια να προσδιορίζη τας εποχάς. Ο ήλιος γνωρίζει το σημείον, στο οποίον θα δύση.19 Ἐποίησεν ὁ Κύριος τὴν σελήνην πρὸς προσδιορισμὸν τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν καιρῶν τοῦ ἔτους καὶ τῶν ἑορτῶν, ὁ ἥλιος δὲ ὡς νὰ ἦτο διὰ νοῦ προικισμένος, γνωρίζει καὶ τὴν ὥραν καὶ τὸ σημεῖον τῆς δύσεώς του.
20 ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ· ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ.20 Συ, Κυριε, έθεσες το σκοτάδι και γίνεται νύκτα. Κατά το διάστημα αυτής τριγυρίζουν εις τα δάση και τας πεδιάδας τα άγρια θηρία και αναζητούν την τροφήν των.20 Καθώρισας σὺ νὰ ἐπέρχεται σκότος καὶ δι' αὐτὸ γίνεται νύξ· κατ’ αὐτὴν θὰ περιφέρωνται ἐλευθέρως ὅλα τὰ θηρία τοῦ δάσους.
21 σκύμνοι ὠρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς.21 Εξέρχονται ανά τα δάση βρυχώμενα τα μικρά των λεόντων, δια να αρπάσουν την λείαν των και ο βρυχηθμός των είναι δέησις προς τον Θεόν, δια να τους δώση τροφήν.21 Τὰ μικρὰ τῶν λεόντων βρυχῶνται διὰ νὰ ἀρπάσουν καὶ διὰ νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸν Θεὸν φαγητὸν πρὸς κορεσμὸν τῆς πείνης των.
22 ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, καὶ συνήχθησαν καὶ εἰς τὰς μάνδρας αὐτῶν κοιτασθήσονται.22 Οταν ανατέλλη ο ήλιος, τα άγρια θηρία συγκεντρώνονται εις τις σπηλιές των, δια να κοιμηθούν.22 Ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος καὶ ἰδοὺ πάντα τὰ θηρία συνηθροίσθησαν καὶ εἰς τὰς μάνδρας καὶ τὰ σπήλαιά των θὰ κοιμηθοῦν.
23 ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας.23 Τοτε, περί την ανατολήν του ηλίου, εξέρχεται ο άνθρωπος στο έργον του. Θα ασχοληθή με τας εργασίας του έως την εσπέραν.23 Τότε δὲ μὲ τὰς πρώτας αὐγὰς τῆς ἡμέρας θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς κατοικίας του ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ θὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν ἐργασίαν του μέχρι τῆς ἑσπέρας.
24 ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου.24 Ποσον μεγαλειώδη είναι, Κυριε, τα έργα σου! Ολα τα εδημιούργησες με άπειρον σοφίαν. Η γη είναι γεμάτη από τα πολυάριθμα κτίσματά σου, που μαρτυρούν την πανσοφίαν, την παντοδυναμίαν και την αγαθότητά σου.24 Πόσον μεγάλα καὶ θαυμαστὰ εἶναι τὰ ἔργα σου, Κύριε· ὅλα καὶ τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα καὶ τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα, καὶ τὰ ὅρη καὶ τὰς πεδιάδας, ὅλα ἀνεξαιρέτως μὲ σοφίαν τὰ ἐδημιούργησας· ἐγέμισεν ἡ γῆ ἀπὸ τὰ κτίσματά σου.
25 αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καὶ εὐρύχωρος, ἐκεῖ ἑρπετά, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, ζῷα μικρὰ μετὰ μεγάλων·25 Εμπρός μας απλώνεται αυτή η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος. Εκεί υπάρχουν αναρίθμητα ψάρια, εντός αυτής ζουν και κινούνται μικρά και μεγάλα ζώα.25 Ἰδοὺ καὶ ἡ θάλασσα αὐτή, ἡ μεγάλη καὶ πλατεῖα εἰς ἔκτασιν καὶ χῶρον. Ἐκεῖ ὑπάρχουν ἰχθύες καὶ ἑρπετὰ ἀναρίθμητα εἰς πλῆθος, ἐντὸος αὐτῆς ζοῦν καὶ κινοῦνται ζῶα μικρὰ μαζὶ μὲ μεγάλα.
26 ἐκεῖ πλοῖα διαπορεύονται, δράκων οὗτος, ὃν ἔπλασας ἐμπαίζειν αὐτῇ.26 Αυτήν διασχίζουν προς διαφόρους διευθύνσεις τα πλοία. Εκεί ζη το μέγα θαλάσσιον κήτος, το οποίον συ έπλασες τόσον ισχυρόν, ώστε να εμπαίζη τα κύματα της θαλάσσης.26 Ἐκεῖ διαπλέουν καὶ διασχίζουν αὐτὴν πλοῖα, φέροντα εἰς ἐπικοινωνίαν τὰς πλέον μεμακρυσμένας χώρας· ἐκεῖ ζῇ καὶ ὁ δράκων οὗτος, τὸ μέγα κῆτος, τὸ ὁποῖον ἔπλασας διὰ νὰ ἐμπαίζῃ τὴν θάλασσαν, ἀδιαφόρων πρὸς τὰς τρικυμίας της ἢ καὶ ἐκσφενδονίζων εἰς ὕψος τὰ ὕδατά της, ὅπως πράττει τοῦτο ἡ φάλαινα.
27 πάντα πρὸς σὲ προσδοκῶσι, δοῦναι τὴν τροφὴν αὐτῶν εἰς εὔκαιρον.27 Ολα αυτά τα ζώα του ουρανού και της γης και της θαλάσσης από σε περιμένουν να τους δώσης εις την κατάλληλον ώραν την τροφήν των.27 Ὅλα τὰ ζῶα αὐτά, τὰ χερσαῖα καὶ τὰ θαλάσσια, ἀπὸ σὲ περιμένουν νὰ τοὺς δώσῃς τὴν τροφήν των εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν.
28 δόντος σου αὐτοῖς συλλέξουσιν, ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα, τὰ σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος.28 Οταν δε συ τους την δώσης εκείνα θα σπεύσουν να την συλλέξουν. Οταν εν τη αγαθότητί σου ανοίγης το πλουσιόδωρο χέρι σου, τα σύμπαντα γεμίζουν από τα αγαθά σου.28 Καὶ ὅταν σὺ δώσῃς ταύτην, θὰ σπεύσουν αὐτὰ νὰ τὴν συλλέξουν. Ὅταν σὺ θὰ ἀνοίξῃς τὴν χεῖρα σου, θὰ σκορπίσῃς τόσα ἀγαθά, ὥστε τὰ σύμπαντα θὰ γεμίσουν ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν εὐεργεσιῶν καὶ δωρεῶν σου.
29 ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον ταραχθήσονται· ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν.29 Οταν όμως αποστρέψης το πρόσωπόν σου, θα καταλυφθούν τα πάντα από ταραχήν και τρόμον. Τους αφαιρείς την ζωογόνον πνοήν και σβήνουν από την ζωήν και επιστρέφουν στο χώμα, από το οποίον επλάσθησαν.29 Ἐὰν ὅμως ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου καὶ παύσῃς νὰ ἐνδιαφέρεσαι δι' αὐτά, ὅλα θὰ καταληφθοῦν ὑπὸ ταραχῆς καὶ τρόμου. Θὰ τοὺς ἀφαιρέσῃς τὴν ζωτικὴν πνοήν των καὶ ἀμέσως θὰ ἐκλείψουν καὶ θὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸν χοῦν, ἐκ τοῦ ὁποίου τὰ ἔπλασες.
30 ἐξαποστελεῖς τὸ πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς.30 Αποστέλλεις όμως πάλιν εις αυτά το ζωογόνον πνεύμα σου και αναδημιουργούνται και τοιουτοτρόπως ξανακαινουργώνστο πρόσωπον της γης.30 Θὰ ἐξαποστείλῃς τὸ ζωοποιὸν καὶ δημιουργικὸν πνεῦμα σου ἐπὶ τῶν νεκρωθέντων καὶ θὰ κτισθοῦν ἀναδημιουργούμενα, καὶ θὰ ἀνακαινίσῃς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς.
31 ἤτω ἡ δόξα Κυρίου εἰς τοὺς αἰῶνας, εὐφρανθήσεται Κύριος ἐπὶ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ·31 Ας είναι, λοιπόν, η δόξα του Κυρίου αιωνία και ο Κυριος ας ευφραίνεται βλέπων την σκοπιμότητα και ωραιότητα των θαυμασίων έργων του.31 Ἂς εἶναι ἡ δόξα τοῦ Κυρίου ἄπαυστος καὶ αἰωνία. Ἂς εὐφραίνεται ὁ Κύριος βλέπων, πόσον καλὰ καὶ ἐν πόσῃ σοφίᾳ ἔχουν ποιηθῇ τὰ ἔργα του.
32 ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ποιῶν αὐτὴν τρέμειν, ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καὶ καπνίζονται.32 Ο Κυριος είναι τόσον ισχυρός, ώστε ρίπτει ένα βλέμμα εις την γην και την κάμνει να τρέμη. Εγγίζει μόνον τα όρη και εκείνα πυρακτώνονται και καπνίζονται.32 Αὐτὸς ποὺ ἐν μόνον βλέμμα του ρίπτει εἰς τὴν γῆν καὶ τὴν κάμνει νὰ τρέμῃ καὶ νὰ συνταράσσεται ἀπὸ σεισμούς· Αὐτὸς ποὺ ἀρκεῖ μόνον νὰ θίξῃ τὰ ὅρη καὶ ἀμέσως ταῦτα καπνίζονται ἀπὸ ἐκρήξεις τῶν ἡφαιστείων.
33 ᾄσω τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ζωῇ μου, ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω·33 Θα ψάλλω εις όλην μου την ζωήν προς τον Κυριον. Θα υμνολογώ τον Θεόν μου, εφ' όσον υπάρχω.33 Θὰ ᾄδω ᾄσματα αἴνου καὶ δοξολογίας εἰς τὸν Κύριον καθ’ ὅλην τὴν ζωήν μου, θὰ ψάλλω ὕμνους εἰς τὸν Θεόν μου, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχω.
34 ἡδυνθείη αὐτῷ ἡ διαλογή μου, ἐγὼ δὲ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ.34 Είθε να δοκιμάζω πάντοτε ιδιαιτέραν γλυκύτητα και χαράν, διαλεγόμενος προς τον Κυριον. Και θα ευφραίνωμαι δοξολογών αυτόν.34 Εἴθε νὰ ἀρέσῃ εἰς αὐτὸν ἡ διάλεξις καὶ τὸ ποίημά μου τοῦτο. Ἐγὼ δὲ θὰ εὐφραίνωμαι καὶ θὰ ἀπολαμβάνω ἄρρητον χαρὰν δοξολογῶν τὸν Κύριον καὶ ἐπικοινωνῶν πρὸς αὐτόν.
35 ἐκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἄνομοι, ὥστε μὴ ὑπάρχειν αὐτούς. εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.35 Είθε να λείψουν εντελώς οι αμαρτωλοί από την γην και οι άνομοι, ώστε να μη υπάρχουν πλέον, αλλά να εξαφανισθούν εξ ολοκλήρου. Δοξολόγει συ, ω ψυχή μου, τον Κυριον.35 Εἴθε νὰ ἐκλίπουν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τὴν γῆν καὶ οἱ ἄνομοι, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν, ἀλλ’ οἱ πάντες νὰ ὑποταχθοῦν εἰς τὸν Θεὸν καὶ σύμφωνον μετὰ τῆς ὅλης φύσεως νὰ ἀναπέμπουν εἰς αὐτὸν αἶνον. Εὐλόγει καὶ σύ, ὦ ψυχή μου, τὸν Κύριον.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΡΔ'🔸
                            (104)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 105) ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τῷ Κυρίῳ καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἀπαγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὰ ἔργα αὐτοῦ·1 (Μασ. 105) Δοξολογείτε τον Κυριον με θσυμασμόν δια το μεγαλείον του και με ευγνωμοσύνην δια τας ευεργεσίας του. Επικαλείσθε πάντοτε το άγιον Ονομά του, διαλαλήσατε εις τα έθνη τα θαυμάσια αυτού έργα.1 Δοξολογεῖτε μετ' εὐγνωμοσύνης τὸν Κύριον καὶ ἐπικαλεῖσθε μετ’ ἐπευφημιῶν τὸ ὄνομα αὐτοῦ, γνωστοποιήσατε εἰς τὰ ἔθνη τὰ ἔργα του, ἵνα καὶ αὐτὰ γνωρίσουν τὸν ἀληθινὸν Θεόν.
2 ᾄσατε αὐτῷ καὶ ψάλατε αὐτῷ, διηγήσασθε πάντα τὰ θαυμάσια αὐτοῦ.2 Ψαλατε μελωδικούς ύμνους και συνθέσατε μουσικάς αρμονίας προς αυτόν. Διηγηθήτε μεταξύ σας όλα τα αξιοθαύμαστα έργα του.2 Μελωδήσατε μὲ τὴν φωνήν σας ὕμνον εἰς αὐτὸν καὶ ψάλατε μουσικὰς ἁρμονίας πρὸς τιμήν του, διηγήθητε ἅλα τὰ προκαλοῦντα θαυμασμὸν ἔργα του.
3 ἐπαινεῖσθε ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ. εὐφρανθήτω καρδία ζητούντων τὸν Κύριον·3 Πλημμυρίσατε από δικαιολογημένην καύχησιν στο άγιον Ονομα του Θεού, καυχώμενοι διότι τέτοιον έχετε Θεόν. Ας ευφρανθή η καρδία όλων εκείνων, οι οποίοι ζητούν τον Κυριον.3 Μὴ παύετε νὰ καυχάσθε διὰ τὸ ἅγιον ὄνομά του ἐγκαλλωπιζόμενοι ὅτι τοιοῦτον ἔχετε Θεὸν καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Προστάτης σας· ἂς εὐφρανθῇ ἡ καρδία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὸν Κύριον, πληροφορουμένη τὰ ὅσα ὑπὲρ τῶν ἐπικαλουμένων αὐτὸν ἐποίησε θαυμαστά.
4 ζητήσατε τὸν Κύριον καὶ κραταιώθητε, ζητήσατε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διαπαντός.4 Επιζητήσατε τον Κυριον ως προστάτην και θα λάβετε μεγάλην δύναμιν. Ζητήσατε πάντοτε την στοργικήν και παντοδύναμον προστασίαν του.4 Ζητήσατε τὸν Κύριον καὶ ἀντλήσατε θάρρος καὶ κραταιὰν ἐνίσχυσιν, ζητήσατε ἀπαύστως τὸ πρόσωπόν του καὶ τὴν περιφανῆ ἐπίσκεψιν τῆς προστασίας καὶ συμμαχίας του.
5 μνήσθητε τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, ὧν ἐποίησε, τὰ τέρατα αὐτοῦ καὶ τὰ κρίματα τοῦ στόματος αὐτοῦ,5 Ενθυμηθήτε τα θαυμαστά έργα, τα οποία επραγματοποίησεν ο Κυριος· τα καταπληκτικά υπερφυσικά έργα του, τας δικαίας κρίσεις και αποφάσστου.5 Ἐνθυμηθῆτε τὰ θαυμάσιά του, τὰ ὁποῖα ἐποίησε, τὰ καταπληκτικὰ καὶ πᾶσαν δύναμιν ὑπερβαίνοντα ὑπερφυσικὰ ἔργα του καὶ τὰς δικαίας κρίσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ στόματός του κατὰ τῶν ἀπειθούντων.
6 σπέρμα ῾Αβραὰμ δοῦλοι αὐτοῦ, υἱοὶ ᾿Ιακὼβ ἐκλεκτοὶ αὐτοῦ.6 Ενθυμηθήτε σεις, απόγονοι του Αβραάμ, δούλοι του Θεού, απόγονοι του Ιακώβ, τους οποίους ο Θεός ανάμεσα από όλους τους άλλους λαούς εξέλεξεν ως λαόν του.6 Ἐνθυμηθῆτε ταῦτα σεῖς, ὦ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, ὦ ἀπόγονοι τοῦ Ἰακώβ, ποὺ σᾶς ἐξέλεξεν ὡς λαόν του.
7 αὐτὸς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν πάσῃ τῇ γῇ τὰ κρίματα αὐτοῦ.7 Ο δημιουργός και κυβερνήτης του σύμπαντος, αυτός είναι ο Κυριος και Θεός μας. Και αι δίκαιαι αυτού αποφάσεις έχουν κύρος και ισχύν εις όλην την γην.7 Αὐτὸς ὁ Κύριος τοῦ παντὸς εἶναι ὁ Θεός μας, τοῦ ὁποίου αἱ δίκαιαι κρίσεις καὶ ἀποφάσεις ἐνεργοῦνται καὶ κυριαρχοῦν ἐν πάσῃ τῇ γῇ.
8 ἐμνήσθη εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ, λόγου, οὗ ἐνετείλατο εἰς χιλίας γενεάς,8 Ενεθυμήθη και ενθυμείται πάντοτε την διαθήκην, την οποίαν συνήψε με τον λαόν του, τον λόγον τον οποίον έδωσεν ως εντολήν του δια τας γενεάς των γενεών,8 Ἐνεθυμήθη εἰς τὸν αἰῶνα τὴν διαθήκην του, χωρίς ποτὲ νὰ λησμονήσῃ αὐτὴν καὶ ἐξετέλεσεν αὐτὴν πιστῶς· ἐνεθυμήθη πάντοτε τὴν ὑπόσχεσιν καὶ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὡς ἀπαράβατος νόμος καὶ ἐντολὴ θὰ ἐτηρεῖτο καὶ θὰ ἐπραγματοποιεῖτο εἰς πολλὰς διὰ μέσου τῶν αἰώνων γενεὰς
9 ὃν διέθετο τῷ ῾Αβραάμ, καὶ τοῦ ὅρκου αὐτοῦ τῷ ᾿Ισαὰκ9 αυτόν τον οποίον συνήψε με τον Αβραάμ και τον οποίον ενόρκως διεβεβαίωσεν στον Ισαάκ.9 καὶ τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθη εἰς τὸν Ἀβραὰμ καὶ ἐνόρκως ἐβεβαίωσεν εἰς τὸν Ἰσαὰκ
10 καὶ ἔστησεν αὐτὸν τῷ ᾿Ιακὼβ εἰς πρόσταγμα καὶ τῷ ᾿Ισραὴλ εἰς διαθήκην αἰώνιον10 Αυτόν τον λόγον εθέσπισε και ώρισεν στον Ιακώβ ως αμετακίνητον και απαράβατον πρόσταγμα και ως αιωνίαν διαθήκην προς χάριν του ισραηλιτικού λαού10 καὶ ἔστησεν ἀμετακινήτως τὸν λόγον αὐτὸν ὡς ἀπαράβατον διάταγμά του ὑπὲρ τοῦ Ἰακὼβ καὶ ὡς αἰωνίαν διαθήκην του ὑπὲρ τοῦ Ἰσραὴλ
11 λέγων· σοὶ δώσω τὴν γῆν Χαναὰν σχοίνισμα κληρονομίας ὑμῶν.11 λέγων ρητώς· Εις σας θα δώσω την γην Χαναάν ως κληρονομικόν μερίδιόν σας.11 λέγων θὰ δώσω εἰς σὲ τὴν γῆν Χαναὰν κληρονομίαν σας καταμετρημένην διὰ γεωμετρικοῦ σχοινίου.
12 ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἀριθμῷ βραχεῖς, ὀλιγοστοὺς καὶ παροίκους ἐν αὐτῇ12 Αυτά δε υπεσχέθη και διεκήρυξεν ο Θεός, όταν αυτοί ήσαν ολιγάριθμοι, ελάχιστοι και κατοικούσαν ως πάροικοι και ξένοι εις την γην Χαναάν.12 Καὶ ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσίν του ταύτην, ὅταν ἦσαν κατὰ τὸν ἀριθμὸν ὀλίγοι, ἐλάχιστοι καὶ ὅταν κατῴκουν ὡς ξένοι καὶ μετανάσται ἐν τῇ γῇ ταύτῃ.
13 καὶ διῆλθον ἐξ ἔθνους εἰς ἔθνος, καὶ ἐκ βασιλείας εἰς λαὸν ἕτερον.13 Ακριβώς δε διότι δεν είχον ιδικήν των γην εκείνοι οι πατριάρχαι μας, μετεκινούντο από το ένα έθνος στο άλλο και από το ένα βασίλειον στο άλλο βασίλειον.13 Καὶ ἀλλάσσοντες συχνὰ κατοικίαν καὶ διαμονὴν μετηνάστευσαν οἱ Πατριάρχαι ἀπὸ ἓν ἔθνος εἰς ἄλλο καὶ ἀπὸ τοῦτο τὸ βασίλειον εἰς ἄλλον λαόν.
14 οὐκ ἀφῆκεν ἄνθρωπον ἀδικῆσαι αὐτοὺς καὶ ἤλεγξεν ὑπὲρ αὐτῶν βασιλεῖς·14 Αν και ήσαν ξένοι και ανίσχυροι ανάμεσα στους άλλους λαούς, δεν επέτρεψεν ο Κυριος εις κανένα άνθρωπον να τους βλάψη και ήλεγξε βασιλείς προς χάριν των λέγων·14 Καὶ μολονότι ἔζων διαρκῶς ὡς ξένοι μεταξὺ ἀγνώστων, δὲν ἐπέτρεψεν εἰς ἄνθρωπον νὰ τοὺς ἀδικήσῃ ἢ ὁπωσδήποτε νὰ τοὺς βλάψῃ, καὶ πρὸς προστασίαν των ἐπετίμησε καὶ ἤλεγξε βασιλεῖς, τὸν Φαραώ, τὸν Ἀβιμέλεχ καὶ λοιπούς, πρὸς τοὺς ὁποίους εἶπε·
15 μὴ ἅπτεσθε τῶν χριστῶν μου καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε.15 Μη εγγίζετε με διαθέσεις κακάς αυτούς, που έχουν το χρίσμα μου. Και μη σκέπτεσθε πονηρά εναντίον των προφητών μου, εκείνων οι οποίοι εμπνέονται από το πνεύμα μου.15 Μὴ ἐγγίσετε αὐτούς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀφωσιωμένοι εἰς ἐμὲ καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ τούτους ὡς χρισθέντας ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ μὴ σκέπτεσθε πονηρὰ καὶ κακὰ κατ’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῶν πρὸς αὐτοὺς ἀποκαλύψεών μου καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν συνδιαλέξεών μου εἶναι προφῆται μου.
16 καὶ ἐκάλεσε λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν, πᾶν στήριγμα ἄρτου συνέτριψεν·16 Επροκάλεσε πείναν, στέρησιν άρτου και φαγητού ανάμεσα εις την χώραν των. Κατέστρεψε κάθε απόθεμα άρτου, ο οποίος στηρίζει και ενδυναμώνει τον άνθρωπον.16 Καὶ προεκάλεσε πεῖναν καὶ στέρησιν σίτου ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ πᾶσαν προμήθειαν ἄρτου, ὁ ὁποῖος στηρίζει τὴν σωματικὴν δύναμιν τῶν ἀνθρώπων, συνέτριψε καὶ ἐξηφάνισε.
17 ἀπέστειλεν ἔμπροσθεν αὐτῶν ἄνθρωπον, εἰς δοῦλον ἐπράθη ᾿Ιωσήφ.17 Εστειλεν εμπρός από αυτούς εκλεκτόν άνθρωπον εις την Αίγυπτον· εκεί επωλήθη ως δούλος ο Ιωσήφ.17 Ἀπέστειλε πρὸ αὐτῶν εἰς τὴν Αἴγυπτον ἄνθρωπον, ἐπωλήθη ὡς δοῦλος ὁ Ἰωσήφ.
18 ἐταπείνωσαν ἐν πέδαις τοὺς πόδας αὐτοῦ, σίδηρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ18 Εκεί τον έρριψαν εις την φυλακήν, έδεσαν με σιδηρά δεσμά τους πόδας του και τον εξηυτέλισαν, ως εάν επρόκειτο περί κακούργου. Η ψυχή του υπέφερε την αγωνίαν των σιδηρών αυτών αλύσεων·18 Ἔδεσαν ταπεινωτικῶς μὲ σιδηρᾶ δεσμὰ τοὺς πόδας του, ὅταν τὸν ἔρριπταν εἰς τὴν φυλακήν, ἀπὸ τὴν ὀδύνην καὶ ἀγωνίαν τῶν σιδηρῶν ἁλύσεων, μὲ τὰς ὁποίας τὸν περιέβαλαν, ἐπέρασεν ἡ ψυχή του.
19 μέχρι τοῦ ἐλθεῖν τὸν λόγον αὐτοῦ, τὸ λόγιον τοῦ Κυρίου ἐπύρωσεν αὐτόν.19 μέχρις ότου έφθασεν η εκπλήρωσίς του λόγου, τον οποίον προς αυτόν είχεν είπει ο Κυριος και του οποίου την εκπλήρωσιν επερίμενεν ο Ιωσήφ, ευρισκόμενος μέσα εις την κάμινον του πυρός της δοκιμασίας.19 Καὶ ὑπέμεινε τὰς βασάνους αὐτοῦ καρτερικῶς, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ πραγματοποίησις καὶ ἐπαλήθευσις τοῦ λόγου, διὰ τοῦ ὁποίου προελέγετο ἡ ἀνύψωσις αὐτοῦ. Αὐτὸ δὲ τὸ λόγιον καὶ ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Κυρίου, τῆς ὁποίας τὴν μετὰ πολλὰ ἔτη καὶ δοκιμασίας ἐπαλήθευσιν μετ’ ἐγκαρτερήσεως καὶ ἐλπίδος πολλῆς ἀνέμενε, κατέστησεν αὐτὸν δόκιμον, ὡς ἐν καμίνῳ πυρὸς δοκιμασθέντα.
20 ἀπέστειλε βασιλεὺς καὶ ἔλυσεν αὐτόν, ἄρχων λαοῦ, καὶ ἀφῆκεν αὐτόν.20 Ο Φαραώ έστειλεν άνθρωπον εις την φυλακήν και τον έλυσε. Ο άρχων αυτός του αιγυπτιακού λαού διέταξε και τον αφήκαν ελεύθερον.20 Ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς καὶ ἔλυσεν αὐτὸν ἐκ τῶν δεσμῶν τῆς φυλακῆς, ὁ ἄρχων τοῦ αἰγυπτιακοῦ λαοῦ Φαραὼ ἀπέστειλε καὶ ἀφῆκεν αὐτὸν ἐλεύθερον.
21 κατέστησεν αὐτὸν κύριον τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ ἄρχοντα πάσης τῆς κτήσεως αὐτοῦ21 Τον εγκατέστησε κύριον στον οίκον του, άρχοντα και διαχειριστήν όλης της περιουσίας του.21 Ἐγκατέστησεν αὐτὸν κύριον ἐπὶ τοῦ οἴκου του καὶ ἄρχοντα διαχειριζόμενον μετ’ ἐξουσίας ὅλα τὰ κτήματά του.
22 τοῦ παιδεῦσαι τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ ὡς ἑαυτὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους αὐτοῦ σοφίσαι.22 Εδωκεν ο Φαραώ αυτό το υψηλόν αξίωμα στον Ιωσήφ, δια να εκπαιδεύση και καθοδηγήση τους άρχοντας της Αιγύπτου, να τους αναδείξη κατά το δυνατόν ωσάν τον εαυτόν του συνετούς κυβερνήτας. Να διδάξη και τους μεγαλυτέρους του σοφίαν και σύνεσιν.22 Καὶ ἔδωκεν ὁ Φαραὼ τὸ ἀξίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ἰωσήφ, διὰ νὰ παιδαγωγήσῃ καὶ καταρτίσῃ οὗτος τοὺς ἄρχοντας τοῦ βασιλέως σὰν τὸν ἑαυτόν του καὶ διὰ να διδάξῃ τοὺς πρεσβυτέρους αὐτοῦ τὴν πολιτικὴν σοφίαν του.
23 καὶ εἰσῆλθεν ᾿Ισραὴλ εἰς Αἴγυπτον, καὶ ᾿Ιακὼβ παρῴκησεν ἐν γῇ Χάμ.23 Επειτα από τα γεγονότα αυτά εισήλθεν ο Ιακώβ εις την Αίγυπτον. Ο Ιακώβ εγκατεστάθη ως προσωρινός και πάροικος εις την χώραν αυτήν του Χαμ.23 Καὶ ἀκολούθως εἰσῆλθεν ὁ εὐλογημένος πατριάρχης Ἰσραὴλ εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ ὁ Ἰακὼβ ἐγκατεστάθη προσωρινῶς εἰς τὴν χώραν τοῦ Χάμ, πρώτου οἰκιστοῦ τῆς Αἰγύπτου.
24 καὶ ηὔξησε τὸν λαὸν αὐτοῦ σφόδρα καὶ ἐκραταίωσεν αὐτὸν ὑπὲρ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ.24 Και ο Κυριος ηύξησε και επολλαπλασίασε τον ισραηλιτικόν του λαόν. Τον έκαμεν ισχυρόν, ισχυρότερον από τους εχθρούς του.24 Καὶ ηὔξησεν ὁ Θεὸς τὸν λαόν του μεγάλως καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἰσχυρότερον καὶ κραταιότερον ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του.
25 μετέστρεψε τὴν καρδίαν αὐτοῦ τοῦ μισῆσαι τὸν λαὸν αὐτοῦ, τοῦ δολιοῦσθαι ἐν τοῖς δούλοις αὐτοῦ.25 Επέτρεψεν όμως ο Κυριος και μετεστράφη η καρδία του νέου Φαραώ, ώστε αυτός να μισήση τον λαόν τούτον και να χρησιμοποιήση δόλια και εξοντωτικά μέσα με τα όργανά του εναντίον του ισραηλιτικού λαού.25 Καὶ ἐπέτρεψε νὰ μεταστροφῇ ἡ καρδία τοῦ νέου βασιλέως, ὥστε νὰ μισήσῃ τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου καὶ νὰ χρησιμοποιῇ δόλια μέσα πρὸς ἐξόντωσιν τῶν δούλων του.
26 ἐξαπέστειλε Μωϋσῆν τὸν δοῦλον αὐτοῦ, ᾿Ααρών, ὃν ἐξελέξατο ἑαυτῷ.26 Αλλά τότε ο Κυριος έστειλε τον δούλον του τον Μωϋσήν και τον Ααρών, τους οποίους αυτός είχεν εκλέξει, δια να τους χρησιμοποιήση εις την υπηρεσίαν του.26 Ἀλλ’ ὁ Θεὸς ἐξαπέστειλε τὸν Μωϋσῆν τὸν δοῦλον του, καὶ τὸν Ἀαρὼν τὸν ὁποῖον ἐξέλεξε δι’ ἑαυτὸν καὶ τὴν λατρείαν του.
27 ἔθετο ἐν αὐτοῖς τοὺς λόγους τῶν σημείων αὐτοῦ καὶ τῶν τεράτων αὐτοῦ ἐν γῇ Χάμ.27 Εθεσεν στον νουν και το στόμα αυτών τους λόγους του, την δύναμιν των καταπληκτικών θαυμάτων του και των εξαιρετικών γεγονότων, που θα επραγματοποιούσαν εις την χώραν του Χαμ.27 Μετέδωκε καὶ ἔθεσεν εἰς αὐτοὺς τὴν δύναμιν πρὸς πραγματοποίησιν τῶν λόγων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ συνετελοῦντο τὰ σημεῖα του καὶ τὰ καταπληκτικὰ θαύματά του ἐν τῇ χώρᾳ Χάμ.
28 ἐξαπέστειλε σκότος καὶ ἐσκότασεν, ὅτι παρεπίκραναν τοὺς λόγους αὐτοῦ·28 Ετσι δε ο Θεός εξαπέστειλε σκοτάδι και εσκοτείνιασε την χώραν της Αιγύπτου, διότι οι Αιγύπτιοι αντεστάθησαν εις τας εντολάς του και τον εξώργισαν.28 Ἐξαπέστειλε σκότος καὶ ἐσκότισε τὴν χώραν των ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, διότι ἀντέστησαν εἰς τοὺς λόγους του καὶ παρώργισαν αὐτόν.
29 μετέστρεψε τὰ ὕδατα αὐτῶν εἰς αἷμα, καὶ ἀπέκτεινε τοὺς ἰχθύας αὐτῶν.29 Αυτός μετέβαλε τα ύδατά των εις αίμα και εφόνευσε τα ψάρια, που εζούσαν μέσα εις τα ύδατα.29 Μετέβαλε τὰ ὕδατά των εἰς αἷμα καὶ ἐθανάτωσε τοὺς ἰχθύας ποὺ ἐκινοῦντο ἐντὸς αὐτῶν.
30 ἐξῆρψεν ἡ γῆ αὐτῶν βατράχους ἐν τοῖς ταμιείοις τῶν βασιλέων αὐτῶν.30 Η χώρα των έβγαλε βατράχους, οι οποίοι επηδούσαν και εσύροντο φθάνοντες μέχρι και αυτών των βασιλικών διαμερισμάτων.30 Ἐξήγαγεν ἡ χώρα των ἔρποντας βατράχους εἰς τόσον πλῆθος, ὥστε εἰσεχώρησαν οὗτοι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ βασιλικὰ ταμεῖα καὶ δωμάτια.
31 εἶπε, καὶ ἦλθε κυνόμυια καὶ σκνῖπες ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῶν.31 Διέταξε και ήλθαν κυνόμυιαι και σκνίπες εις όλην την έκτασιν των ορίων της Αιγύπτου.31 Εἶπεν ὁ Κύριος καὶ ἦλθε μυῖα ἄγρια καὶ ἐπιθετικὴ καὶ σκνῖπες ἐφ’ ὅλων τῶν ὁρίων των.
32 ἔθετο τὰς βροχὰς αὐτῶν χάλαζαν, πῦρ καταφλέγον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν,32 Μετέβαλε τας βροχάς, που ως ευεργετικάς επερίμεναν οι Αιγύπτιοι, εις χάλαζαν. Εστειλεν αστραπάς και κεραυνούς εναντίον της χώρας των.32 Μετέτρεψε τὰς βροχάς, ποὺ ἐπερίμεναν διὰ τὰ σπαρτά των, εἰς χάλαζαν, καὶ ἔπεμψε πῦρ κεραυνῶν, τὸ ὁποῖον κατέκαιε ἐν τῇ χώρᾳ των πᾶσαν καλλιέργειαν καὶ φυτείαν.
33 καὶ ἐπάταξε τὰς ἀμπέλους αὐτῶν καὶ τὰς συκᾶς αὐτῶν καὶ συνέτριψε πᾶν ξύλον ὁρίου αὐτῶν.33 Εκτύπησε και απεγύμνωσε από καρπούς και φύλλα τα αμπέλια των και τις συκιές των. Συνέτριψε και κατέστρεψε κάθε δένδρον εις την περιοχήν των.33 Καὶ ἐπάταξεν τὰς ἀμπέλους των καὶ τὰς συκᾶς των καὶ συνέτριψε κάθε δένδρον εὑρισκόμενον εἰς τὰ ὄριά των.
34 εἶπε καὶ ἦλθεν ἀκρίς, καὶ βροῦχος, οὗ οὐκ ἦν ἀριθμός,34 Διέταξε και ήλθεν ακρίδα και βρούχος, καταστρεπτικά έντομα αναρίθμητα.34 Διέταξε καὶ ἦλθεν ἀκρὶς καὶ βροῦχος ἀναρίθμητα εἰς πλῆθος
35 καὶ κατέφαγε πάντα τὸν χόρτον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, καὶ κατέφαγε τὸν καρπὸν τῆς γῆς αὐτῶν.35 Τα σμήνη αυτά των ακρίδων κατέφαγον ολο το χορτάρι της χώρας των και τους καρπούς της καλλιεργημένης γης των.35 καὶ κατέφαγε πᾶσαν τὴν χλόην εἰς τὴν χώραν των καὶ κατέφαγεν ὅλον τὸν καρπὸν τῆς καλλιεργημένης ὑπ’ αὐτῶν γῆς.
36 καὶ ἐπάταξε πᾶν πρωτότοκον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, ἀπαρχὴν παντὸς πόνου αὐτῶν.36 Εθανάτωσεν όλα τα πρωτοτόκα εις την χώραν των· την απαρχήν της τεκνοποιΐας και γεννήσεως ανθρώπων και ζώων.36 Καὶ ἐπάταξε διὰ θανάτου κάθε πρωτότοκον ἐν τῇ χώρᾳ των, πρώτην τεκνοποίησιν κάθε τοκετοῦ καὶ κοιλοπόνου ἀνθρώπων καὶ ζώων.
37 καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐν ἀργυρίῳ καὶ χρυσίῳ, καὶ οὐκ ἦν ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν ὁ ἀσθενῶν.37 Εβγαλεν έπειτα αυτούς από την Αίγυπτον με άργυρον και με χρυσόν, που τους είχαν δώσει οι Αιγύπτιοι. Κανείς δε ασθενής και ανίκανος να βαδίση δεν υπήρχε μεταξύ των Ισραηλιτών.37 Καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν χώραν τῆς δουλείας με ἀργύριον καὶ μὲ χρυσίον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους, καὶ δὲν ἦτο κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξόδου μεταξὺ τῶν φυλῶν των κανεὶς ἀσθενής, μὴ δυνάμενος να ὁδοιπορήσῃ καὶ νὰ ἐξέλθῃ μετὰ τῶν ὁμοεθνῶν του ἀπὸ τὴν χώραν τῆς δουλείας.
38 εὐφράνθη Αἴγυπτος ἐν τῇ ἐξόδῳ αὐτῶν, ὅτι ἐπέπεσεν ὁ φόβος αὐτῶν ἐπ᾿ αὐτούς.38 Ηυφράνθησαν οι Αιγύπτιοι με την αναχώρησιν των Ισραηλιτών, διότι θα εσταματούσαν πλέον αι εναντίον των τιμωρίαι του Θεού και διότι είχεν επιπέσει ο φόβος των Ισραηλιτών βαρύς επάνω των.38 Ἀνεκουφίσθησαν καὶ ἐχάρησαν οἱ Αἰγύπτιοι διὰ τὴν ἔξοδόν των, διότι λόγῳ τῶν ἀλλεπαλλήλων πληγῶν ὁ ἐκ τῶν Ἰσραηλιτῶν φόβος εἶχεν ἐπιπέσει ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἔτρεμον, μήπως καὶ ἄλλα κακὰ καὶ πληγὰς ὑποστῶσι.
39 διεπέτασε νεφέλην εἰς σκέπην αὐτοῖς καὶ πῦρ τοῦ φωτίσαι αὐτοῖς τὴν νύκτα.39 Ηπλωσεν ο Κυριος νεφέλην, δια να σκεπάζη τους Ισραηλίτας από το καύμα των ηλιακών ακτίνων κατά την ημέραν, στύλον δε πυρός, δια να τους φωτίζη κατά την νύκτα.39 Ἐξήπλωσεν ὁ Κύριος νεφέλην, διὰ νὰ σκέπῃ καὶ σκιάζῃ προστατευτικῶς αὐτοὺς κατὰ τὴν ἡμέραν καὶ στῦλον πυρός, διὰ να φωτίζῃ αὐτοὺς κατὰ τὴν νύκτα.
40 ᾔτησαν, καὶ ἦλθεν ὀρτυγομήτρα, καὶ ἄρτον οὐρανοῦ ἐνέπλησεν αὐτούς·40 Εζήτησαν τροφήν και έδωκεν εις αυτούς άφθονα ορτύκια, έδωσεν εις αυτούς το μάνα, άρτον που κατέβαινεν από τον ουρανόν και δι' αυτών τους εχόρτασε με το παραπάνω.40 Ἐζήτησαν νὰ φάγουν κρέας καὶ ἦλθε πλῆθος πτηνῶν τοῦ εἴδους ποὺ καλεῖται ὀρτυγομήτρα, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ μὲ ἄρτον ποὺ ἔπιπτεν ἐξ οὐρανοῦ τοὺς ἐχόρτασε.
41 διέρρηξε πέτραν, καὶ ἐρρύησαν ὕδατα, ἐπορεύθησαν ἐν ἀνύδροις ποταμοί.41 Διέρρηξε τον ξηρόν βράχον και ανέβλυσαν άφθονα νερά. Μέσα εις ανύδρους τόπους εξεχύθησαν ποταμοί.41 Ἔσχισεν ἄγονον καὶ ξηρὸν βράχον καὶ ἔρρευσαν ἄφθονα νερά, μέσα εἰς ἀνύδρους τόπους ἐξεχύθησαν καὶ διήνοιξαν τὰς κοίτας των ποταμοί.
42 ὅτι ἐμνήσθη τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου αὐτοῦ τοῦ πρὸς ῾Αβραὰμ τὸν δοῦλον αὐτοῦ42 Εκαμεν όλα αυτά τα θαυμάσια υπέρ του λαού του ο Κυριος, διότι ενεθυμήθη τον άγιον λόγον του, την ιεράν υπόσχεσιν, την οποίαν έδωκε προς τον Αβραάμ τον δούλον του.42 Καὶ ἐνήργησεν ὁ Κύριος τὰ θαύματα ταῦτα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ του, διότι ἐνεθυμήθη τὸν ἅγιον λόγον του καὶ τὴν ἱερὰν ὑπόσχεσίν του, τὸν ὁποῖον εἶπε πρὸς Ἀβραὰμ τὸν δοῦλον του.
43 καὶ ἐξήγαγε τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν ἀγαλλιάσει καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐν εὐφροσύνῃ.43 Και από την χώραν της δουλείας, από την Αίγυπτον, έβγαλε τον λαόν του ελεύθερον χαίροντα και ευφραινόμενον· αυτούς, που εδιάλεξεν ανάμεσα από τα αλλά έθνη, τους ωδήγησεν ευφραινομένους προς την γην της επαγγελίας.43 Καὶ ἐξήγαγε τὸν λαόν του ἐκ τῆς χώρας τῆς δουλείας μὲ ἀγαλλίασιν καὶ χαρὰν μεγάλην, καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐξέλεξεν ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη ὡς ἰδικόν του ἔθνος ὠδήγησε σκιρτώντας καὶ εὐφραινομένους πρὸς κατάκτησιν τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας.
44 καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς χώρας ἐθνῶν, καὶ πόνους λαῶν κατεκληρονόμησαν,44 Εδωκεν εις αυτούς χώρας, τας οποίας κατείχον ειδωλολατρικά έθνη, και έτσι αυτοί εκληρονόμησαν ως ιδικούς των πολυχρονίους κόπους άλλων λαών.44 Καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς χώρας κατεχομένας ἀπὸ ἔθνη εἰδωλολατρικά, καὶ πολυχρονίους κόπους λαῶν ὁλοκλήρων ἐκληρονόμησαν αὐτοὶ ὡς κατάκτησιν μόνιμον καὶ ἀσφαλῆ.
45 ὅπως ἂν φυλάξωσι τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, καὶ τὸν νόμον αὐτοῦ ἐκζητήσωσιν.45 Εστειλε δε ο Κυριος όλας αυτάς τας ανεκτιμήτους και θαυμαστάς ευεργεσίας του προς τον λαόν, δια να φυλάξουν και εκείνοι τας εντολάς και τα δικαιώματά του και να επιζητήσουν με όλην των την θέλησιν την ακριβή γνώσιν και εφαρμογήν του νόμου του.45 Καὶ ἐπέδειξεν ὁ Θεὸς εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας τὴν θαυμαστὴν ταύτην προστασίαν του, ἵνα, ὅπως αὐτὸς ἐτήρησε τὰς πρὸς αὐτοὺς ὑποσχέσεις του, οὕτω καὶ αὐτοὶ φυλάξουν τὰς ἐντολάς, τῶν ὁποίων τὴν τήρησιν δικαιωματικῶς ἄξιοι ἀπὸ τὸν καθένα μας ὁ Κύριος, καὶ ἶνα ζητήσουν μὲ ὅλην των τὴν θέλησιν τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου του.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                             🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 15🔹«105~108»




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΡΕ'🔸
                            (105)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 106) ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.1 (Μασ. 106) Δοξολογείτε πάντοτε τον Κυριον, δια το άπειρον αυτού μεγαλείον και τας αναριθμήτους ευεργεσίας, που μας έχει κάμει, διότι είναι αγαθός και ευεργετικός, το δε έλεός του προς ημάς είναι ανεξάντλητον και αιώνιον.1 Δοξολογεῖτε καὶ εὐχαριστεῖτε μετ’ εὐγνωμοσύνης τὸν Κύριον, διότι εἶναι εὐεργετικὸς καὶ γεμᾶτος καλωσύνην, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
2 τίς λαλήσει τὰς δυναστείας τοῦ Κυρίου, ἀκουστὰς ποιήσει πάσας τὰς αἰνέσεις αὐτοῦ;2 Ποιός είναι δυνατόν να διηγηθή τα θαυμαστά έργα της δυνάμεως του Κυρίου, να διαλαλήση και να κάμη ακουστάς εις όλον τον κόσμον τας δοξολογίας, που του πρέπουν;2 Ποῖος θὰ δυνηθῇ ποτε νὰ κάμῃ λόγον καὶ νὰ ἐξυμνήσῃ ἐπαξίως τὰ ἔργα τὰ θαυμαστὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Κυρίου καὶ νὰ κάμῃ ἀκουστοὺς πάντας τοὺς ἁρμόζοντας ὕμνους εἰς αὐτόν;
3 μακάριοι οἱ φυλάσσοντες κρίσιν καὶ ποιοῦντες δικαιοσύνην ἐν παντὶ καιρῷ.3 Τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι, οι οποίοι τηρούν τας εντολάς του, αυτοί οι οποίοι πράττουν πάντοτε ο,τι είναι δίκαιον και σύμφωνον, με τον Νομον του.3 Κανείς. Δι’ αὐτὸ μακάριοι εἶναι ὅσοι τὸν ἀνυμνοῦν ἐμπράκτως διὰ τοῦ ἐναρέτου βίου των· μακάριοι εἶναι ὅσοι φυλάσσουν τὰ παραγγέλματα τῆς κρίσεως τοῦ Κυρίου καὶ πράττουν κατὰ πάντα χρόνον καὶ εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν πᾶν ὅ,τι εἶναι δίκαιον.
4 μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ τοῦ λαοῦ σου, ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῷ σωτηρίῳ σου4 Ενθυμήσου και ημάς, Κυριε, με την ευμένειαν και την καλωσύνην, με την οποίαν περιέβαλες τον λαόν σου. Ελα εις επίσκεψίν μας προσφέρων εις ημάς την ιδικήν σου σωτηρίαν,4 Ἐνθυμήσου καὶ ἠμᾶς, Κύριε, μὲ τὴν εὔνοιαν καὶ τὸ ἔλεος, μὲ τὰ ὁποῖα ἄλλοτε περιέβαλλες τὸν λαόν σου. Ἐπισκέφθητι ἡμᾶς ὄχι ὡς τιμωρός, ἀλλ' ὡς Σωτήρ, βοηθῶν καὶ σώζων ἡμᾶς,
5 τοῦ ἰδεῖν ἐν τῇ χρηστότητι τῶν ἐκλεκτῶν σου, τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν τῇ εὐφροσύνῃ τοῦ ἔθνους σου, τοῦ ἐπαινεῖσθαι μετὰ τῆς κληρονομίας σου.5 δια να γνωρίσωμεν και απολαύσωμεν το έλεος και τας ευεργεσίας, που συ προσφέρεις στους εκλεκτούς σου· δια να ευφρανθώμεν την χαράν του έθνους σου, δια να καυχώμεθα στο Ονομά σου μαζή με τον λαόν, που είναι ιδική σου κληρονομία.5 διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ ἀπολαύσωμεν καὶ ἠμεῖς τὸ ἔλεος καὶ τὰς εὐεργεσίας, τὰς ὁποίας θὰ ἐκχύσῃς εἰς τοὺς ἔκλεκτούς σου, διὰ νὰ εὐφρανθῶμεν διὰ τὴν εὐφροσύνην τοῦ ἔθνους σου, διὰ νὰ καυχώμεθα καὶ ἐπαινούμεθα καὶ ἠμεῖς μετὰ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν κληρονομίαν σου.
6 ἡμάρτομεν μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν.6 Ημείς όμως ημαρτήσαμεν μαζή με τους προγόνους μας, παρέβημεν τον Νομον σου, διεπράξαμεν αδικήματα.6 Ἡμαρτήσαμεν μὲ τοὺς προπάτοράς μας, παρέβημεν τὸν νόμον σου καὶ διεπράξαμεν ἀδικήματα πολλά.
7 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ οὐ συνῆκαν τὰ θαυμάσιά σου καὶ οὐκ ἐμνήσθησαν τοῦ πλήθους τοῦ ἐλέους σου καὶ παρεπίκραναν ἀναβαίνοντες ἐν τῇ ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ.7 Οι πρόγονοί μας εκεί εις την Αίγυπτον δεν εσυνετίσθησαν από τα θαυμάσια έργα σου και δεν ενεθυμήθησαν το αμέτρητον πλήθος της ευσπλαγχνίας σου, αλλά εγόγγυσαν εναντίον σου, σε παρεπίκραναν και σε εξώργισαν, όταν ανέβαιναν εις την Ερυθράν Θαλασσαν.7 Οἱ προπάτορές μας εἰς τὴν Αἴγυπτον δὲν κατενόησαν ποίαν ἀγαθότητα καὶ ποῖον πατρικὸν ἐνδιαφέρον ἐνέκλειον τὰ θαυμαστὰ καὶ ὑπερφυσικὰ ἔργα τῆς ὑπὲρ αὐτῶν ἐξαιρετικῆς προνοίας σου, καὶ δὲν ἐνεθυμήθησαν τὸ πλῆθος τῶν χαρίτων καὶ τοῦ ἐλέους, τὰ ὁποῖα ἐξέχυσας εἰς αὐτούς, ὥστε νὰ κινηθοῦν εἰς εὐγνωμοσύνην καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς σέ, ἀλλ’ ἐπανεστάτησαν καὶ ἐπίκραναν τὸν Ὕψιστον, ὅταν ἀνέβαιναν ἐν τῇ Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ.
8 καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ τοῦ γνωρίσαι τὴν δυναστείαν αὐτοῦ·8 Εσωσεν όμως αυτούς ο Κυριος ένεκεν του Ονόματός του, που σημαίνει πάντοτε αγαθότητα και έλεος, δια να καταστήση γνωστήν την ακατανίκητον δύναμίν του εις όλους.8 Καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς διὰ νὰ δοξασθῇ τὸ ὄνομά του καὶ διὰ νὰ καταστήσῃ γνωστὴν εἰς τοὺς λαοὺς τὴν ἀκατανίκητον δύναμίν του.
9 καὶ ἐπετίμησε τῇ ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ, καὶ ἐξηράνθη, καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐν ἀβύσσῳ ὡς ἐν ἐρήμῳ·9 Εδωσε διαταγήν εις την Ερυθράν Θαλασσαν και εξηράνθη το ύδωρ αυτής, και ωδήγησεν αυτούς δια του βυθού της θαλάσσης ωσάν επάνω εις ξηράν και έρημον περιοχήν.9 Καὶ διέταξεν αὐστηρῶς τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν καὶ ἐξηράνθη αὕτη καὶ οὕτως ὠδήγησεν αὐτοὺς διὰ τοῦ βυθοῦ καὶ τοῦ πυθμένος τῆς θαλάσσης ὡς ἐπὶ ξηρᾶς καὶ ἀμμώδους ἐρήμου.
10 καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἐκ χειρὸς μισοῦντος καὶ ἐλυτρώσατο αὐτοὺς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν·10 Ετσι δε τους έσωσεν από τα χέρια των διωκτών, που τους εμισούσαν, τους εγλύτωσεν από τα χέρια των εχθρών των.10 Καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τὰς χεῖρας τῷ μισούντων αὐτοὺς διωκτῶν καὶ τοὺς ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν των.
11 ἐκάλυψεν ὕδωρ τοὺς θλίβοντας αὐτούς, εἷς ἐξ αὐτῶν οὐχ ὑπελείφθη.11 Το δε ύδωρ της Ερυθράς Θαλάσσης εσκέπασε και κατεπόντισεν εκείνους, οι οποίοι τους έθλιψαν. Ούτε ένας από τους εχθρούς των δεν υπελείφθη ζωντανός.11 Ἐκάλυψε τὸ ὕδωρ τῆς θαλάσσης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοὺς κατεπίεζον καὶ τοὺς ἔθλιβον, καὶ ἐπνίγησαν ὅλοι, οὔτε ἕνας ἐξ αὐτῶν δὲν ἀπέμεινε ζωντανός.
12 καὶ ἐπίστευσαν τοῖς λόγοις αὐτοῦ καὶ ᾖσαν τὴν αἴνεσιν αὐτοῦ.12 Ενώπιον αυτού του καταπληκτικού θαύματος και της ακατανικήτου προστασίας επίστευσαν εις τα λόγια του οι Ισραηλίται και έψαλαν την επινικειον ωδήν.12 Καὶ πρὸς ὤραν ἐπίστευσαν εἰς τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου καὶ ἔψαλαν ἐν χορῷ τὴν αἴνεσιν καὶ τὸν ὕμνον αὐτοῦ.
13 ἐτάχυναν, ἐπελάθοντο τῶν ἔργων αὐτοῦ, οὐχ ὑπέμειναν τὴν βουλὴν αὐτοῦ·13 Αλλά πολύ γρήγορα ελησμόνησαν τα θαυμαστά δια την προστασίαν των έργα του· δεν είχαν την υπομονήν να ίδουν και γνωρίσουν, ποίον ήτο το πάνσοφον και αγαθόν σχέδιον του Κυρίου δι' αυτούς.13 Πολὺ γρήγορα ὅμως ἐλησμόνησαν τὰ πρὸς προστασίαν αὐτῶν γενόμενα θαυμαστὰ ἔργα του, δὲν εἶχον ὑπομονὴν νὰ ἴδουν, τί ὁ Κύριος ἐσχεδίαζε περὶ αὐτῶν καὶ ποία ἦτο ἡ δι’ αὐτοὺς ἀγαθὴ βουλή του.
14 καὶ ἐπεθύμησαν ἐπιθυμίαν ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἐπείρασαν τὸν Θεὸν ἐν ἀνύδρῳ.14 Οταν δε ευρίσκοντο εις την έρημον, κατελήφθησαν από την σφοδράν επιθυμίαν των λαχανικών της Αιγύπτου και εις τόπον, που δεν υπήρχεν ύδωρ, ωλιγοπίστησαν και έθεσαν εις δοκιμασίαν την δύναμιν και την αγαθότητα του Θεού.14 Καὶ ἐκυριεύθησαν ἐν μέσῳ τῆς ἐρήμου ἀπὸ ἀκατάσχετον ἐπιθυμίαν τῶν ἐν Αἰγύπτῳ πράσων καὶ κρομμύων καὶ σκορόδων, καὶ ὑπέβαλον εἰς πειρασμὸν τὸν Θεὸν εἰς τόπον ἄνυδρον καὶ κατάξηρον, δοκιμάζοντες ἐὰν θὰ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ τοὺς δώσῃ καὶ ἐκεῖ ὕδωρ.
15 καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς τὸ αἴτημα αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλε πλησμονὴν εἰς τὰς ψυχὰς αὐτῶν.15 Ο Κυριος όμως εξεπλήρωσε το αίτημά των, έδωκε και έστειλε προς αυτούς πλούσιον χορτασμόν, κρέατα, άφθονον ύδωρ, δια να χορτάσουν αι ψυχαί των.15 Καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνο ποὺ ἐζήτουν, καὶ ἐξαπέστειλε χορτασμὸν καὶ κορεσμὸν ἀπὸ νερὰ καὶ κρέατα πτηνῶν πρὸς ἰκανοποίησιν τῆς ἐπιθυμίας τῶν ψυχῶν των.
16 καὶ παρώργισαν Μωυσῆν ἐν τῇ παρεμβολῇ, τὸν ᾿Ααρὼν τὸν ἅγιον Κυρίου·16 Αυτοί όμως, εκεί εις την κατασκήνωσίν των, εξώργισαν τον Μωϋσήν και τον Ααρών, τον οποίον ο Θεός εδιάλεξε και εξεχώρισε προς χάριν αυτών.16 Καὶ ἐξώργισαν τὸν Μωϋσῆν ἐν τῷ στρατοπέδῳ αὐτῶν καὶ τὸν Ἀαρών, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἐξέλεξε καὶ ἐξεχώρισε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Ἠξίωσαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ ἱερεῖς τοῦ Κυρίου.
17 ἠνοίχθη ἡ γῆ καὶ κατέπιε Δαθὰν καὶ ἐκάλυψεν ἐπὶ τὴν συναγωγὴν ᾿Αβειρών·17 Τοτε ήνοιξεν η γη και κατέπιε τον Δαθάν και αυτή η ανοιχθείσα γη εσκέπασε όλην την ομάδα του Αβειρών.17 Ἠνοίχθη ἡ γῆ ὡς μνῆμα βαθὺ καὶ κατέπιε τὸν Δαθὰν καὶ ἐκάλυψεν ὁλόκληρον τὴν συντροφιὰν τοῦ Ἀβειρών.
18 καὶ ἐξεκαύθη πῦρ ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν, φλὸξ κατέφλεξεν ἁμαρτωλούς.18 Φωτιά εξεπήδησεν εκεί, όπου ήσαν συγκεντρωμένοι εκείνοι, και η φλόγα της κατέκαυσε τους αμαρτωλούς εκείνους ανθρώπους.18 Καὶ ἐξεπήδησε φωτιὰ ἐκεῖ ὅπου ἦσαν συνηγμένοι καὶ ἡ φλόγα της κατέκαυσε τοὺς ἀποστατήσαντας ἁμαρτωλούς.
19 καὶ ἐποίησαν μόσχον ἐν Χωρὴβ καὶ προσεκύνησαν τῷ γλυπτῷ.19 Αυτοί κατεσκεύασαν χρυσούν μόσχον εις Χωρήβ και προσεκύνησαν το ανάγλυφον αυτό άγαλμα ως θεόν των και ελησμόνησαν τον πραγματικόν Θεόν.19 Καὶ ἐποίησαν ὁμοίωμα χρυσοῦ μόσχου εἰς τὸ Χωρὴβ καὶ προσεκύνησαν τὸ γλυπτὸν τοῦτο ὡς Θεόν.
20 καὶ ἠλλάξαντο τὴν δόξαν αὐτῶν ἐν ὁμοιώματι μόσχου ἐσθίοντος χόρτον.20 Ετσι δε αντικατέστησαν τον αληθινόν Θεόν, που ήτο δόξα και καύχημά των, με το είδωλον ενός μόσχου, ο οποίος τρώγει και τρέφεταί με χορτάρι!20 Καὶ ἤλλαξαν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ποὺ ἦτο ἡ δόξα καὶ τὸ σέμνωμά των, μὲ εἴδωλον μόσχου ποὺ τρέφεται μὲ χόρτον.
21 καὶ ἐπελάθοντο τοῦ Θεοῦ τοῦ σῴζοντος αὐτούς, τοῦ ποιήσαντος μεγάλα ἐν Αἰγύπτῳ,21 Ελησμόνησαν τον Θεόν, τον σωτήρα των, ο οποίος προς χάριν αυτών είχε κάμει τόσα και τόσα μεγάλα και αξιοθαύμαστα έργα εις την Αίγυπτον·21 Καὶ ἐλησμόνησαν τὸν Θεόν, ποὺ διαρκῶς τοὺς ἔσωζε, καὶ ὁ ὁποῖος διὰ νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ ἐποίησε μεγαλουργήματα ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
22 θαυμαστὰ ἐν γῇ Χάμ, φοβερὰ ἐπὶ θαλάσσης ἐρυθρᾶς.22 θαυμαστά έργα εις την χώραν του Χαμ, φοβερά θαύματα εις την Ερυθράν Θαλασσαν.22 θαυμαστὰ καὶ καταπληκτικὰ ἐν τῇ χώρᾳ τοῦ Χάμ, φοβερὰ ἐπὶ τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης.
23 καὶ εἶπε τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς, εἰ μὴ Μωυσῆς ὁ ἐκλεκτὸς αὐτοῦ ἔστη ἐν τῇ θραύσει ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν αὐτοῦ τοῦ μὴ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς.23 Και επάνω εις την δικαίαν του οργήν απεφάσισε και είπεν ο Κυριος να τους εξολοθρεύση· και θα τους εξωλόθρευεν, εάν ο Μωϋσής, ο εκλεκτός αυτός δούλος του, δεν ίστατο ενώπιον του Θεού κατά την εξοντωτικήν εκείνην θραύσιν του Ισραήλ, δια να κατευνάση με την θερμήν παράκλησίν του τον δίκαιον θυμόν του Κυρίου, ώστε να μη εξολοθρεύση εντελώς τους Ισραηλίτας.23 Καὶ παρ’ ὀλίγον θὰ τοὺς ἐξωλόθρευεν, ἐὰν ὁ ἐκλεκτὸς αὐτοῦ Μωϋσῆς δὲν ἵστατο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τῆς ἐξολοθρευτικῆς θραύσεως καὶ πληγῆς, διὰ νὰ ἀναχαιτίσῃ διὰ τῶν μεσιτειῶν του τὸν θυμὸν αὐτοῦ καὶ μὴ ἐξολοθρεύσῃ αὐτούς.
24 καὶ ἐξουδένωσαν γῆν ἐπιθυμητήν, οὐκ ἐπίστευσαν τῷ λόγῳ αὐτοῦ·24 Και όταν ολίγον βραδύτερον, τρομοκρατημένοι από τας υπερβολικάς διηγήσεις των δέκα κατασκόπων, κατεφρόνησαν την επιθυμητήν γην, την γην της Επαγγελίας, και δεν επίστευσαν στον λόγον του Κυρίου, ότι θα εγίνετο εκείνη με την ιδικήν του βοήθειαν ιδική των,24 Καὶ ὅταν οἱ δώδεκα κατάσκοποι ἀνήγγειλαν ὅσα εἶδον ἐν τῇ γῇ Χαναάν, ὠλιγοψύχησαν καὶ περιεφρόνησαν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τὴν τόσον ποθητήν. Δὲν ἔδωκαν ἐμπιστοσύνην καὶ πίστιν εἰς τὸν λόγον καὶ τὴν ὑπόσχεσίν του, ὅτι ἡ γῆ αὐτὴ θὰ τοὺς ἐδίδετο ὡς κληρονομία.
25 καὶ ἐγόγγυσαν ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν, οὐκ εἰσήκουσαν τῆς φωνῆς Κυρίου.25 εγόγγυσαν μέσα εις τας σκηνάς των και δεν έδωσαν προσοχήν εις τας τόσας και τόσας φοράς τους είχεν υποσχεθή ο Κυριος.25 Καὶ ἐγόγγυσαν μέσα εἰς τὰς σκηνάς των, δὲν ὑπήκουσαν οὔτε ἔδωκαν προσοχὴν εἰς ὅσα ὁ Κύριος τοὺς εἶχεν εἴπει.
26 καὶ ἐπῆρε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτοὺς τοῦ καταβαλεῖν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ26 Δικαίως ωργισμένος ο Κυριος ύψωσε την τιμωρόν χείρα του, να τους συντρίψη και τους εξοντώση εκεί εις την έρημον·26 Καὶ ἐσήκωσε δι' αὐτοὺς τὴν χεῖρα του καὶ ὡρκίσθη νὰ τοὺς ρίψῃ κάτω εἰς τὴν ἔρημον νεκρούς,
27 καὶ τοῦ καταβαλεῖν τὸ σπέρμα αὐτῶν ἐν τοῖς ἔθνεσι καὶ διασκορπίσαι αὐτοὺς ἐν ταῖς χώραις.27 να καταβάλη και διασπείρη ταπεινωμένους τους απογόνους των ανάμεσα, εις τα αλλά έθνη και να τους διασκορπίση μεταξύ των ξένων χωρών.27 καὶ να ρίψῃ τοὺς ἀπογόνους των τεταπεινωμένους μεταξὺ τῶν ἐθνῶν καὶ νὰ τοὺς διασκορπίσῃ εἰς τὰς ξένας χώρας.
28 καὶ ἐτελέσθησαν τῷ Βεελφεγὼρ καὶ ἔφαγον θυσίας νεκρῶν·28 Ελαβον μέρος εις τας αποκρουστικάς και αηδιαστικάς τελετάς του ειδωλολατρικού θεού Βεελφεγώρ και έφαγον από τας θυσίας θεών, που είναι ανύπαρκτοι και νεκροί.28 Καὶ ἔλαβαν μέρος εἰς τὰς αἰσχρὰς καὶ ὀργιώδεις τελετὰς τοῦ θεοῦ τῶν Μωαβιτῶν Βεελφεγὼρ καὶ ἔφαγον θυσίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον προσφερθῆ εἰς θεοὺς νεκροὺς καὶ εἰς εἴδωλα ἄψυχα.
29 καὶ παρώξυναν αὐτὸν ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν, καὶ ἐπληθύνθη ἐν αὐτοῖς ἡ πτῶσις.29 Εξόργισαν τον Κυριον με τα πονηρά αυτών έργα και ένεκα τούτου πολύ πλήθος από αυτούς έπεσαν νεκροί, κτυπημένοι από την δικαίαν άργήν του Θεού.29 Καὶ προεκάλεσαν καὶ παρώργισαν τὸν Θεὸν μὲ τὰς αἰσχρουργίας καὶ τὰ ὅσα πρὸς ἰκανοποίησιν τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν των ἐπετήδευον, καὶ ἀπὸ τὴν θεομηνίαν ποὺ ἐξέσπασε μεταξὺ αὐτῶν πλῆθος πολὺ ἀπὸ αὐτοὺς ἔπεσαν νεκροί.
30 καὶ ἔστη Φινεὲς καὶ ἐξιλάσατο, καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις·30 Γεμάτος όμως ζήλον Θεού ο Φινεές εξηγέρθη εναντίον των παρανομούντων, εξιλέωσε τον Κυριον και έτσι εσταμάτησεν η θραύσις εναντίον των Ισραηλιτών.30 Καὶ ἐστάθη πλήρης ζήλου ὁ Φινεὲς καὶ διεπέρασε μὲ τὸ δόρυ του τὸν Ἰσραηλίτην Ζαμβρῆν καὶ τὴν μετ’ αὐτοῦ ἁμαρτάνουσαν Μωαβίτιδα, οὕτω δὲ ἐξιλέωσε τὴν ὀργὴν τοῦ Κυρίου καὶ κατέπαυσε η θραῦσις καὶ ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου.
31 καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἕως τοῦ αἰῶνος.31 Η πράξις του αυτή κατελογίσθη ως πράξις δικαία, αξία να επαινήται και να υμνήται από γενεάς εις γενεάν μέχρι συντελείας του αιώνος.31 Καὶ ἐλογαριάσθη εἰς αὐτὸν ἡ πρᾶξις του αὐτὴ ὡς ἀρετή, ἐξυμνουμένη εἰς πάσας τὰς γενεᾶς μέχρις αἰωνιότητος.
32 καὶ παρώργισαν αὐτὸν ἐπὶ ὕδατος ἀντιλογίας καὶ ἐκακώθη Μωυσῆς δι᾿ αὐτούς,32 Και πάλιν εξώργισαν τον Κυριον στον τόπον, που είχεν ονομασθή ύδωρ αντιλογίας, και εξ αιτίας αυτών ετιμωρήθη ο Μωϋσής, ώστε να μη αξιωθή της χαράς να εισέλθη εις την γην της Επαγγελίας.32 Καὶ παρώργισαν τὸν Θεὸν ἐν Μεριβᾶ ἐπὶ τοῦ ὕδατος τοῦ γογγυσμοῦ τῶν καὶ δι’ αὐτοὺς ἔπαθεν ὁ Μωϋσῆς κακόν, ἀποκλεισθεὶς τοῦ νὰ ἴδῃ καὶ κατακυριεύσῃ αὐτὸς τὴν Χαναάν.
33 ὅτι παρεπίκραναν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ διέστειλεν ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ.33 Διότι εκείνοι επίκραναν και ανετάραξαν το πνεύμα του Μωϋσέως, ώστε αυτός ομίλησε με δισταγμόν και ολιγοπιστίαν.33 Διότι παρεπίκραναν ἐκεῖνοι τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ παρασυρθεὶς ὁ Μωϋσῆς πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὴν δυστροπίαν καὶ ἀπιστίαν των ὡμίλησε μὲ τὰ χείλη αὐτοῦ διστακτικῶς καὶ ὀλιγοπίστως.
34 οὐκ ἐξωλόθρευσαν τὰ ἔθνη, ἃ εἶπε Κύριος αὐτοῖς,34 Και όταν οι πρόγονοί μας κατέλαβαν την γην της Επαγγελίας, δεν εξωλόθρευσαν τα έθνη, τα οποία ο ίδιος ο Θεός τους είχε διατάξει να εξοντώσουν.34 Δὲν ἐξωλόθρευσαν τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα διέταξεν αὐτοὺς ὁ Κύριος νὰ ἐξοντώσουν μετὰ τὴν ἐγκατάστασίν των εἰς τὴν γῆν Χαναάν.
35 καὶ ἐμίγησαν ἐν τοῖς ἔθνεσι καὶ ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν·35 Ηλθαν εις επικοινωνίαν με αυτούς, συνήψαν συνοικέσια με τα έθνη αυτά και έμαθαν να πράττουν τα πονηρά έργα εκείνων.35 Καὶ συνῆψαν συνοικέσια παράνομα καὶ συνανεμίχθησαν οὕτω μετὰ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἔμαθον νὰ πράττουν καὶ αὐτοὶ τὰ ἔργα τούτων.
36 καὶ ἐδούλευσαν τοῖς γλυπτοῖς αὐτῶν, καὶ ἐγενήθη αὐτοῖς εἰς σκάνδαλον·36 Εγιναν αξιοδάκρυτοι δούλοι και προσκυνηταί εις τα είδωλα των εθνών. Αυτό δε έγινεν αιτία να περιπέσουν αυτοί εις πολλάς περιπετείας και θλίψεις.36 Καὶ ἔκλιναν γόνυ δουλικὸν ἐνώπιον τῶν γλυπτῶν καὶ εἰδώλων τῶν ἐθνῶν τούτων καὶ ἐλάτρευον αὐτά, καὶ ἔγινε τοῦτο εἰς αὐτοὺς αἰτία νὰ ὀλισθήσουν καὶ πέσουν εἰς μεγάλα κακά.
37 καὶ ἔθυσαν τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν τοῖς δαιμονίοις37 Εθυσίασαν τους υιούς των και τας θυγατέρας των εις τα δαιμόνια, εις τα είδωλα.37 Καὶ ἐθυσίασαν τοὺς υἱούς των καὶ τὰς θυγατέρας τών εἰς τὰ δαιμόνια καὶ τὰ εἴδωλα τῶν Ἀσσυρίων.
38 καὶ ἐξέχεαν αἷμα ἀθῷον, αἷμα υἱῶν αὐτῶν καὶ θυγατέρων, ὧν ἔθυσαν τοῖς γλυπτοῖς Χαναὰν καὶ ἐφονοκτονήθη ἡ γῆ ἐν τοῖς αἵμασι38 Εχυσαν αίμα αθώον, το αίμα δηλαδή των υιών και των θυγατέρων των, που εθυσίασαν εις τα γλυπτά είδωλα των Χαναναίων, και έτσι η ιερά γη των εγέμισε με το αδικοχυμένον αίμα των αθώων παιδιών των.38 Καὶ ἔχυσαν αἷμα ἀθῶον, τὸ αἷμα τῶν υἱῶν των καὶ τῶν θυγατέρων των, τοὺς ὁποίους ἐθυσίασαν εἰς τὰ γλυπτὰ εἴδωλα τῶν Χαναναίων καὶ ἡ ἁγία γῆ μὲ τὰ αἵματα ἐκεῖνα, ποὺ ἐχύθησαν εἰς αὐτήν, ἐγέμισεν ἀπὸ φόνους,
39 καὶ ἐμιάνθη ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν, καὶ ἐπόρνευσαν ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν.39 Εμολύνθη η γη με τα αποκρουστικά αυτά έργα των και αυτοί εξετράπησαν εις την πορνείαν με τα αμαρτωλά και αηδιαστικά έργα των.39 καὶ ἐμολύνθη μὲ τὰ ἀπεχθῆ ἔργα των καὶ ἀποστατήσαντες αὐτοὶ ἀπὸ τὸν οὐράνιον Νυμφίον, ἐπόρνευσαν συνδεθέντες πρὸς τὸν σατανᾶν διὰ τῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα προκόπτοντες εἰς τὸ κακὸν διέπραξαν.
40 καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐβδελύξατο τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ·40 Δια τούτο ωργίσθη πολύ ο Κυριος εναντίον αυτού του λαού, εσιχάθηκε την κληρονομίαν του.40 Καὶ ὠργίσθη ὑπερβαλλόντως ὁ Κύριος κατὰ τοῦ λαοῦ του καὶ ἀηδίασε τὴν κληρονομίαν του.
41 καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, καὶ ἐκυρίευσαν αὐτῶν οἱ μισοῦντες αὐτούς.41 Τους παρέδωκε δούλους εις τα χέρια των εχθρών των και εκείνοι οι οποίοι τους εμισούσαν, έγιναν κύριοι και αυθένται των.41 Καὶ τοὺς παρέδωκεν ὑποδούλους εἰς τὰς χεῖρας καὶ τὴν ἐξουσίαν τῶν ἐχθρῶν καὶ ἐγένοντο κύριοι καὶ ἐξουσιασταί των ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἐμίσουν.
42 καὶ ἔθλιψαν αὐτοὺς οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν, καὶ ἐταπεινώθησαν ὑπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν.42 Οι εχθροί αυτοί τους κατέθλιψαν και έτσι οι Ισραηλίται κάτω από την τυραννίαν εκείνων εταπεινώθησαν και εξηυτελίσθησαν.42 Καὶ τοὺς κατεπίεσαν οἱ ἐχθροί των καὶ περιῆλθον εἰς μέγαν ἐξευτελισμὸν καὶ ταπείνωσιν ὑπὸ τὰς χεῖρας καὶ τὴν ἐξουσίαν των.
43 πλεονάκις ἐρρύσατο αὐτούς, αὐτοὶ δὲ παρεπίκραναν αὐτὸν ἐν τῇ βουλῇ αὐτῶν καὶ ἐταπεινώθησαν ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτῶν.43 Αλλά πολλές φορές ο Κυριος τους εγλύτωσεν από κινδύνους ολεθρίους. Αυτοί όμως πολλές φορές τον επίκραναν με τας παρανόμους επιθυμίας και αποφάσεις των και εξηυτελίσθησαν μέσα εις τας παρανομίας των.43 Πλειστάκις τοὺς ἐγλύτωσεν, αὐτοὶ ὅμως τὸν παρεπίκραναν μὲ τὴν διεστραμμένην θέλησίν των καὶ τὰς ἐσκεμμένως διαπραττομένας ἁμαρτίας των καὶ δι’ αὐτὸ ἕνεκα τῶν παρανομιῶν των ἐταπεινώθησαν καὶ κατήντησαν εἰς ἐξευτελισμόν.
44 καὶ εἶδε Κύριος ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, ἐν τῷ αὐτὸν εἰσακοῦσαι τῆς δεήσεως αὐτῶν·44 Καθ' ον χρόνον όμως εταλαιπωρούντο και κατεθλίβοντο εις τας περιπετείας των αυτάς, ο Κυριος έρριξε ευμενές βλέμμα προς αυτούς, ώστε να ακούση και να κάμη δεκτήν την προσευχήν των.44 Καὶ ἔρριψε σπλαγχνικὸν τὸ βλέμμα του ὁ Κύριος εἰς αὐτούς, ὅταν οὗτοι ἐθλίβοντο καὶ κατεπιέζοντο ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν εἰς καιρὸν ποὺ εἱσήκουσε τὴν δέησίν των.
45 καὶ ἐμνήσθη τῆς διαθήκης αὐτοῦ καὶ μετεμελήθη κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους αὐτοῦ45 Ενεθυμήθη την υπόσχεσιν, την οποίαν είχε δώσει προς τους πατριάρχας, και κατά το άπειρον αυτού έλεος ελυπήθη δια τα δεινά του λαού του.45 Καὶ ἐνεθυμήθη ὁ Κύριος τὴν διαθήκην, τὴν ὁποίαν συνῆψε μὲ τοὺς Πατριάρχας, καὶ μετεμελήθη σύμφωνα μὲ τὴν πολλὴν εὐσπλαγχνίαν καὶ τὰ πολλὰ ἐλέη του.
46 καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς εἰς οἰκτιρμοὺς ἐναντίον πάντων τῶν αἰχμαλωτευσάντων αὐτούς.46 Ενέπνευσεν οίκτον και έλεος υπέρ αυτών εις τας καρδίας εκείνων, που τους είχαν αιχμαλωτίσει.46 Καὶ διήγειρεν οἶκτον εἰς τὰς καρδίας τῶν αἰχμαλωτισάντων αὐτοὺς καὶ τοὺς κατέστησε συμπαθεῖς ἀπέναντι τούτων.
47 σῶσον ἡμᾶς, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἐπισυνάγαγε ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐθνῶν τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου τῷ ἁγίῳ, τοῦ ἐγκαυχᾶσθαι ἐν τῇ αἰνέσει σου.47 Και ημείς, οι ταλαιπωρημένοι απόγονοι εκείνων, σε παρακαλούμεν, Κυριε και Θεέ μας, σώσε μας και συνάθροισέ μας πάλιν από τα διάφορα έθνη ελευθέρους εις την πατρίδα μας, δια να δοξολογήσωμεν το άγιον Ονομά σου και δια να έχωμεν το θάρρος και το δικαίωμα να καυχώμεθα, ότι λατρεύομεν και ύμνούμεν σε, τον αληθινόν και άγιον Θεόν μας.47 Σῶσον μας, Κύριε καὶ Θεέ μας, καὶ συνάθροισέ μας πάλιν εἰς τὴν πατρίδα μας ἀπὸ τὴν εἰς τὰ ἔθνη σημερινὴν διασποράν, διὰ νὰ δοξολογήσωμεν τὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιον καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν καύχημα καὶ ἐγκαλλώπισμα τὸ ὅτι σὲ λατρεύομεν καὶ σὲ ἀνυμνοῦμεν.
48 εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς ᾿Ισραὴλ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. καὶ ἐρεῖ πᾶς ὁ λαός· γένοιτο γένοιτο.48 Δοξασμένος ας είναι ο Κυριος, ο Θεός του ισραηλιτικού λαού στους αιώνας των αιώνων. Και όλος ο λαός ας αναφωνήση “γένοιτο, γένοιτο”.48 Εἶναι ἄξιος νὰ ὑμνῆται καὶ νὰ εὐλογῆται ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τώρα καὶ πάντοτε καὶ μέχρι τῆς ἀτελευτήτου διαδοχῆς τῶν αἰώνων. Καὶ ἂς ἀπαντήσῃ ὅλος ὁ λαὸς ἐπισφραγίζων τὴν εὐλογίαν καὶ τὸν ὕμνον τοῦτον: Γένοιτο, γένοιτο.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΣΤ'🔸
                             (106)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 107) ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·1 (Μασ. 107) Δοξολογείτε και ευχαριστείτε τον Κυριον δια το άπειρον αυτού μεγαλείον και τας αναριθμήτους ευεργεσίας του, διότι είναι αγαθός και ευεργετικός, η δε ευσπλαγχνία του παραμένει ανεξάντλητος στους αιώνας των αιώνων.1 Υμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε τὸν Κύριον, διότι εἶναι ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικός, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ μένει ἄστείρευτον αἰωνίως.
2 εἰπάτωσαν οἱ λελυτρωμένοι ὑπὸ Κυρίου, οὓς ἐλυτρώσατο ἐκ χειρὸς ἐχθροῦ.2 Ας διαλαλήσουν εκείνοι, που έχουν λυτρωθή υπό του Κυρίου, αυτοί τους οποίους απηλευθέρωσεν ο Κυριος από την εξουσίαν του εχθρού,2 Ἂς τὸ εἴπουν καὶ ἂς τὸ διακηρύξουν αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἐλευθερωθῆ ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν βαβυλωνιακὴν αἰχμαλωσίαν, αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἐλύτρωσεν ἀπὸ τὴν χεῖρα καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ἀπὸ τὰς διαφόρους χώρας, εἰς τὰς ὁποίας εἶχον διασπαρῇ, τοὺς συνήθροισε πάλιν εἰς τὴν πατρίδα των,
3 ἐκ τῶν χωρῶν συνήγαγεν αὐτούς, ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ βοῤῥᾶ καὶ θαλάσσης.3 και από τας διαφόρους ξένας χώρας τους επανέφερεν εις την πατρίδα των, από ανατολών και δυσμών, από βορρά και νότου.3 ἐξ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ βορρᾶ καὶ νότου.
4 ἐπλανήθησαν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐν γῇ ἀνύδρῳ, ὁδὸν πόλεως κατοικητηρίου οὐχ εὗρον,4 Περιεπλανήθησαν εις την έρημον, εις περιοχήν, η οποία ήτο άνυδρος και δεν έβρισκαν δρόμον, που θα τους ωδηγούσεν εις πόλιν κατοικουμένην, δια να εύρουν στέγην και τροφήν.4 Ἀπεπλανήθησαν εἰς τὴν ἔρημον, εἰς γῆν ποὺ ἐστερεῖτο ὕδωρ, δὲν εὗρον δρόμον, ποὺ θὰ τοὺς ὡδηγεῖ εἰς πόλιν κατοικουμένην, ἔνθα θὰ εὕρισκον στέγην καὶ τροφήν.
5 πεινῶντες καὶ διψῶντες, ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἐν αὐτοῖς ἐξέλιπε·5 Πεινώντες και διψώντες περιπλανώντο εις την έρημον, η δε ζωη των εκινδύνευε να σβήση και να λείψη.5 Διετέλουν πεινῶντες καὶ διψῶντες· ἡ ζωή των μέσα των ἐκινδύνευε νὰ σβήσῃ.
6 καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐῤῥύσατο αὐτοὺς6 Μέσα εις την θλίψιν των αυτήν έκραξαν δια της προσευχής των προς τον Κυριον και τους εγλύτωσεν από τας συμφοράς εκείνας.6 Καὶ ὅταν ἐθλίβοντο, ἐβόησαν μετὰ προσευχῆς θερμῆς πρὸς τὸν Κύριον, καὶ τοὺς ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὰς ἀνάγκας των.
7 καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς ὁδὸν εὐθεῖαν τοῦ πορευθῆναι εἰς πόλιν κατοικητηρίου.7 Τους ωδήγησεν στον ευθύν δρόμον, δια να μεταβούν εις πάλιν κατοικουμένην.7 Καὶ τοὺς ὠδήγησεν εἰς ἴσιον δρόμον διὰ νὰ πορευθοῦν εἰς πόλιν ἥτις κατῳκεῖτο.
8 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων,8 Ας δοξολογήσουν, λοιπόν, αυτοί τον Κυριον δια τας πολυαρίθμους προς αυτούς ευεργεσίας του και ας διακηρύξουν τα θαυμαστά αυτού έργα εις τους άλλους ανθρώπους.8 Ἂς δοξολογήσουν τὸν Κύριον διὰ τὰ σωτήρια ἐλέη του, καὶ ἂς διακηρύξουν τὰς θαυμασίας του λυτρώσεις εἰς τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων.
9 ὅτι ἐχόρτασε ψυχὴν κενὴν καὶ πεινῶσαν ἐνέπλησεν ἀγαθῶν.9 Διότι ο Κυριος εχόρτασε ψυχήν, που είχεν αδειάσει και εξαντληθή από την στέρησιν, και τους πεινώντας τους εγέμισεν από αγαθά.9 Διότι ἐχόρτασε ψυχὴν ποὺ ἦτο ἐξηντλημένη ἀπὸ τὴν στέρησιν, καὶ ἐγέμισεν ἀπὸ ἀγαθὰ ψυχὴν ποὺ ὑπέφερεν ἀπὸ πεῖναν.
10 καθημένους ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου, πεπεδημένους ἐν πτωχείᾳ καὶ σιδήρῳ,10 Το ίδιον έκαμε και εις τους φυλακισμένους, που ευρίσκοντο εις σκοτεινήν φυλακήν, εκεί όπου τους εβάρυνεν η σκια του θανάτου. Ησαν αυτοί δεμένοι χέρια και πόδια με σιδηρά δεσμά. Εζούσαν με στερήσεις και ταλαιπωρίας.10 Τοὺς ἔβλεπαν να κάθηνται μέσα εἰς σκοτεινὴν φυλακὴν καὶ εἰς δεσμωτήριον ὅπου ἐπλανᾶτο ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ τὸ ὁποῖον δὲν διέφερε πολὺ ἀπὸ βρωμερὸν καὶ ὀλέθριον τάφον· νὰ εἶναι δεμένοι μὲ τὰς στερήσεις τῆς πτωχείας καὶ μὲ σιδηρᾶς ἁλύσεις δικαίως τιμωρούμενοι διὰ τὰ ὅσα εἶχον πράξει.
11 ὅτι παρεπίκραναν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν βουλὴν τοῦ ῾Υψίστου παρώξυναν,11 Τούτο δέ, διότι είχαν πικράνει τον Κυριον με τας παραβάσεις των αγίων εντολών του. Εξώργισαν τον Υψιστον και αντετάχθησαν εις τα αγαθά αυτού δι' εκείνους σχέδια.11 Διότι διὰ τῆς περιφρονήσεως τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ τὸν παρεπίκραναν καὶ διὰ τῆς ἀντιστρατεύσεώς των εἰς τὴν βουλὴν καὶ τὰ ἀγαθὰ σχέδια τοῦ Ὑψίστου τὸν παρώργισαν.
12 καὶ ἐταπεινώθη ἐν κόποις ἡ καρδία αὐτῶν, ἠσθένησαν, καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθῶν·12 Από τους πολλούς κόπους και τας ταλαιπωρίας της δουλείας εταπεινώθη και έχασε κάθε θάρρος η καρδία των, εξηντλήθησαν και παρέλυσαν, χωρίς να υπάρχη κανείς, δια να τους βοηθήση.12 Καὶ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς κόπους τῆς δουλείας ἐταπεινώθη καὶ ἔχασε κάθε ἐλπίδα καὶ θάρρος ἡ καρδία των, ἐξηντλήθησαν καὶ παρέλυσαν, καὶ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς νὰ τοὺς βοηθήσῃ.
13 καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἔσωσεν αὐτοὺς13 Υπό το κράτος όμως της τρομεράς αυτής καταθλίψεως έκραξαν δια της προσευχής των προς τον Κυριον και ο σπλαγχνικός Κυριος τους έσωσεν από τας ταλαιπωρίας των.13 Καὶ ἐβόησαν διὰ θερμῆς προσευχῆς εἰς τὸν Κύριον, καθ’ ὃν χρόνον ἐθλίβοντο, καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τὰς ἀνάγκας των.
14 καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐκ σκότους καὶ σκιᾶς θανάτου καὶ τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν διέρρηξεν.14 Τους έβγαζεν έξω από την σκοτεινήν φυλακήν, από την καταθλιπτικήν σκιαν του θανάτου. Εσπασε τα δεσμά από τα χέρια και τα πόδια των και τους ηλευθέρωσε.14 Καὶ τοὺς ἔβγαλεν ἔξω ἀπὸ τὴν σκοτεινὴν φυλακὴν καὶ τὸ δεσμωτήριον ποὺ δὲν διέφερεν ἀπὸ τάφον καὶ ἔθραυσε τὰ σιδηρᾶ δεσμά των.
15 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων,15 Ας δοξολογήσουν, λοιπόν, αυτοί με ευγνομοσύνην τον Κυριον δια τα ελέη και τας ευεργεσίας του και ας διαλαλήσουν εις τους άλλους ανθρώπους το θαυμάσια έργα του Θεού.15 Ἂς δοξολογήσουν τὸν Κύριον διὰ τὰ σωτήρια ἐλέη του καὶ ἂς διακηρύξουν τὰς θαυμασίας λυτρώσεις του εἰς τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων,
16 ὅτι συνέτριψε πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέθλασεν.16 Διότι ο Κυριος, εν τη αγαθότητί του, συνέτριψε τας χαλκίνας πύλας των φυλακών των και τους σιδηρούς μοχλούς τους εθρυμμάτισε.16 διότι συνέτριψε τὰς χαλκίνας πύλας τῆς φυλακῆς των καὶ ἔθραυσε τοὺς μοχλοὺς τοὺς σιδηροῦς, μὲ τοὺς ὁποίους αὐταὶ ἐτηροῦντο κατάκλειστοι, ὥστε κανεὶς ἄνθρωπος νὰ μὴ δύναται να τὰς παραβιάσῃ.
17 ἀντελάβετο αὐτῶν ἐξ ὁδοῦ ἀνομίας αὐτῶν, διὰ γὰρ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἐταπεινώθησαν·17 Τους ανέσυρεν ο Κυριος με την παντοδυναμον δεξιάν του από τον δρόμον των παρανομιών των, διότι αυτοί εξ αιτίας των παρανομιών των υπέστησαν αυτάς τας ταπεινώσεις.17 Τοὺς ἐβοήθησε καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡμάρτανον διὰ τῆς πανισχύρου του χειρὸς τοὺς ἀνέσυρεν ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς ἀνομίας των, διότι ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν των κατήντησαν εἰς τοιαύτην ταπείνωσιν.
18 πᾶν βρῶμα ἐβδελύξατο ἡ ψυχὴ αὐτῶν, καὶ ἤγγισαν ἕως τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου·18 Εξ αιτίας των φοβερών ταλαιπωριών των εκόπηκεν η όρεξίς των. Απεστρέφοντο με αηδίαν κάθε φαγητόν και έφθασαν έτσι έως εις τας πύλας του άδου.18 Ἔγιναν ὅμοιοι πρὸς ἀρρώστους, οἱ ὁποῖοι κατελήφθησαν ἀπὸ ἀνορεξίαν καὶ ἀηδίασεν ἡ ψυχή των κάθε φαγητόν. Καὶ ἐπλησίασαν ἕως τὰς πύλας τοῦ θανάτου καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ ἀποθάνουν.
19 καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἔσωσεν αὐτούς,19 Αλλά καθ' ον χρόνον τόσον πολύ εθλίβοντο, έκραξαν με θερμήν προσευχήν προς τον Κυριον και ο Κυριος τους απήλλαξεν από τας φοβεράς αυτάς ανάγκας των.19 Καὶ ἐβόησαν διὰ τῆς προσευχῆς των πρὸς τὸν Κύριον, καθ’ ὃν χρόνον οὗτοι ἐθλίβοντο, καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τὰς ἀνάγκας των.
20 ἀπέστειλε τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ ἰάσατο αὐτοὺς καὶ ἐρρύσατο αὐτοὺς ἐκ τῶν διαφθορῶν αὐτῶν.20 Ως διαταγήν έστειλε τον λόγον του, ο οποίος και τους εθεράπευσε. Τους έσωσεν από τα κακά, τα οποία τους έφθειραν και τους έλυωναν.20 Ἀπέστειλε τὸν ζῶντα καὶ πανίσχυρον λόγον του καὶ τοὺς ἰάτρευσε καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τὰ κακὰ ποὺ τοὺς ἔφθειρον καὶ τοὺς ἔλυωναν.
21 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων21 Ας δοξολογήσουν, λοιπόν, και αυτοί με ευγνωμοσύνην τας αμετρήτους ευεργεσίας του Θεού και ας διαλαλήσουν στους άλλους ανθρώπους τας θαυματουργικάς ενεργείας εκείνου.21 Ἂς δοξολογήσουν τὸν Κύριον διὰ τὰ σωτήρια ἐλέη του καὶ ἂς διακηρύξουν τὰς θαυμασίας λυτρώσεις του εἰς τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων.
22 καὶ θυσάτωσαν αὐτῷ θυσίαν αἰνέσεως καὶ ἐξαγγειλάτωσαν τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν ἀγαλλιάσει.22 Ας προσφέρουν προς αυτόν θυσίαν δοξολογίας και ας βροντοφωνήσουν τα έργα του γεμάτοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην.22 Καὶ ἂς θυσιάσουν εἰς αὐτὸν θυσίαν ὕμνου καὶ εὐχαριστιῶν, καὶ ἂς ἐξαγγείλουν ἀφηγούμενοι μετ’ εὐγνώμονος χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως τὰ ἔργα τῆς δυνάμεώς του.
23 οἱ καταβαίνοντες εἰς θάλασσαν ἐν πλοίοις, ποιοῦντες ἐργασίαν ἐν ὕδασι πολλοῖς,23 Επίσης αυτοί, που κατεβαίνουν εις την θάλασσαν και ταξιδεύουν με πλοία και διασχίζουν πελάγη μεγάλα, όπου η εργασία των τους καλεί,23 Εἶδον καὶ οἱ Ἰουδαῖοι εἰς τὴν θάλασσαν τῶν συμφορῶν των τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ νὰ ἐκδηλοῦται πρὸς προστασίαν τῶν θαυμαστῶς, ὅπως καὶ οἱ διαπλέοντες τὴν θάλασσαν μὲ πλοῖα καὶ διασχίζοντες πελάγη μεγάλα πρὸς ἐπιτέλεσιν ἔργων μεταφορᾶς.
24 αὐτοὶ εἶδον τὰ ἔργα Κυρίου καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ ἐν τῷ βυθῷ.24 αυτοί είδαν τα έργα του Κυρίου και τα θαυμάσια αυτού εις τας βαθείας θαλάσσας.24 24 Αὐτοὶ εἶδον τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου, καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ ἐν τῷ βαθεῖ πόντῳ, πῶς ἐξαίφνης ὁ Κύριος διεγείρει σφοδρὰς τρικυμίας καὶ πῶς καταπραΰνει αὐτὰς καὶ πῶς ἐν μέσῳ τεραστίων κυμάτων κινδυνεύοντας σώζει αὐτούς.
25 εἶπε, καὶ ἔστη πνεῦμα καταιγίδος, καὶ ὑψώθη τὰ κύματα αὐτῆς·25 Είδον ότι ο Κυριος διέταξε και αμέσως εσηκώθη σφοδρός καταιγίδος άνεμος και ανυψώθησαν τα κύματα της θαλάσσης.25 25 Διέταξεν αὐτός· καὶ ἐσηκώθη ἀσυγκράτητος ἄνεμος σφοδρὸς ἀγρίας καταιγίδος καὶ ὑψώθησαν τεράστια τὰ κύματα τῆς θαλάσσης.
26 ἀναβαίνουσιν ἕως τῶν οὐρανῶν καὶ καταβαίνουσιν ἕως τῶν ἀβύσσων, ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἐν κακοῖς ἐτήκετο·26 Ανεβαίνουν με τα πλοία των επάνω εις την κορυφήν των κυμάτων έως εις τα νέφη του ουρανού και καταβαίνουν έως εις τα βάθη των θαλασσίων αβύσσων. Η ψυχή των έλυωνε από φόβον εμπρός εις τα φοβερά αυτά σημεία.26 26 Ἀναβαίνουν μὲ τὸ πλοῖον των συρόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων μέχρι τῶν νεφῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ καταβαίνουν μέχρι τοῦ βάθους τῶν θαλασσίων ἀβύσσων· ἡ ψυχή των ἀπὸ τὰ κακὰ τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀγωνίας, τὰ ὁποῖα τοὺς προεκάλει ὁ τρομερὸς κίνδυνος τοῦ ναυαγίου, ἐτήκετο σὰν κηρὸς καὶ παρέλυε.
27 ἐταράχθησαν, ἐσαλεύθησαν ὡς ὁ μεθύων, καὶ πᾶσα ἡ σοφία αὐτῶν κατεπόθη·27 Κατελήφθησαν από ζάλην, ετρίκλιζαν εξ αιτίας της τρικυμίας ωσάν μεθυσμένοι, όλη δε η ναυτική των γνώσις και πείρα απεδείχθη άχρηστος, εξηφανίσθη.27 27 Ἐταράχθησαν, ἐζαλίσθησαν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν καὶ ἐτρίκλιζαν ὅπως ὁ μεθυσμένος, καὶ ὅλη ἡ τέχνη των καὶ ἡ πεῖρα των ἡ ναυτικὴ ἠφανίσθη.
28 καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐξήγαγεν αὐτοὺς28 Εκραξαν και αυτοί προς τον Κυριον, καθ' ον χρόνον εταλαιπωρούντο από την τρικυμίαν, και ο Κυριος τους έβγαλεν από την επικίνδυνον αυτήν περιπέτειάν των.28 28 Καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐθλίβοντο, ἐβόησαν διὰ τῆς προσευχῆς των πρὸς τὸν Κύριον, καὶ τοὺς ἐξήγαγεν ἐκ τῆς στενοχώρου καὶ ἀπελπιστικῆς ἀνάγκης των.
29 καὶ ἐπέταξε τῇ καταιγίδι, καὶ ἔστη εἰς αὔραν, καὶ ἐσίγησαν τὰ κύματα αὐτῆς·29 Διότι διέταξε την καταιγίδα της θαλάσσης και εσταμάτησε και μετεβλήθη εις λεπτήν ευχάριστον αύραν. Και ηρέμησαν τα κύματα της θαλάσσης.29 Καὶ διέταξε τὴν καταιγίδα νὰ καταπαύσῃ καὶ αὐτὴ μετεστράφη εἰς αὔραν καὶ εἰς ἄνεμον ἥσυχον καὶ δροσιστικὸν καὶ κατεσιγάσθησαν τὰ κύματά της.
30 καὶ εὐφράνθησαν, ὅτι ἡσύχασαν, καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐπὶ λιμένα θελήματος αὐτοῦ.30 Οι ναύται και όσοι άλλοι ήσαν εις τα πλοία εγέμισαν από χαράν και ευφροσύνην, διότι ησύχασαν από την ταραχήν της τρικυμίας. Και ο Κυριος τους ωδήγησεν ασφαλείς στον λιμένα, που ήθελε.30 Καὶ ἐπληρώθησαν χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, διότι ἡσύχασαν ἀπὸ τὴν ταραχὴν τῶν κυμάτων. Καὶ τοὺς ὠδήγησεν εἰς τὸν λιμένα ποὺ ἤθελεν.
31 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων.31 Ας δοξολογήσουν, λοιπόν, και αυτοί τον Κυριον δια τα πολυάριθμα ελέη του. Ας διαλαλήσουν και στους άλλους ανθρώπους τα θαυμάσια αυτού έργα.31 Ἂς δοξολογήσουν τὸν Κύριον διὰ τὰ σωτήρια ἐλέη του καὶ ἂς διακηρύξουν τὰς θαυμαστὰς λυτρώσεις του εἰς τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων.
32 ὑψωσάτωσαν αὐτὸν ἐν ἐκκλησίᾳ λαοῦ καὶ ἐν καθέδρᾳ πρεσβυτέρων αἰνεσάτωσαν αὐτόν.32 Ας τον μεγαλύνουν και ας τον εξυψώσουν εις συγκέντρωσιν πλήθους λαού και ας ψάλουν προς αυτόν αίνον και ωδήν δοξολογίας, εις τόπον οπού συνεδριάζουν οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες.32 Ἂς ὑψώσουν αὐτὸν ὑμνοῦντες τὸ μεγαλεῖον του καὶ τὸ ὕψος τῆς δυνάμεως καὶ δόξης του ἐν μέσῳ παμπληθοῦς συνάξεως λαοῦ καὶ ἂς ψάλουν εἰς αὐτὸν αἶνον καὶ ᾠδὴν δοξολογίας εἰς τὸν τόπον, ὅπου θὰ κάθηνται συνεδριάζοντες πρεσβύτεροι καὶ ἄρχοντες.
33 ἔθετο ποταμοὺς εἰς ἔρημον καὶ διεξόδους ὑδάτων εἰς δίψαν,33 Αυτός εξήρανε ποταμούς και μετέβαλε τας κοίτας αυτών εις έρημον περιοχήν, και τας πηγάς, από όπου ανέβλυζαν άφθονα ύδατα, μετέβαλεν εις έκτασιν άνυδρον και διψασμένην.33 Ἀπεξήρανε ποταμοὺς καὶ μετέτρεψεν αὐτοὺς εἰς ἄνυδρον ἔρημον, καὶ πηγάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξήρχοντο ἀφθόνως ὕδατα, μετέβαλεν εἰς ἔκτασιν διψῶσαν καὶ στερουμένην ὕδατος.
34 γῆν καρποφόρον εἰς ἅλμην ἀπὸ κακίας τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ.34 Μετέβαλε γην εύφορον και καρποφόρον εις αλμυρόν βάλτον εξ αιτίας της κακίας των κατοίκων της.34 Μετεποίησε γῆν εὔφορον καὶ καρποφόρον εἰς ἁλμυρὸν τέλμα ἕνεκα τῆς κακίας τῶν κατοίκων της.
35 ἔθετο ἔρημον εἰς λίμνας ὑδάτων καὶ γῆν ἄνυδρον εἰς διεξόδους ὑδάτων.35 Εξ αντιθέτου μετέβαλε χώραν άνυδρον, έρημον και άγονον, εις λίμνας υδάτων και χώραν διψασμένην εις πηγάς υδάτων.35 Μετέτρεψε γῆν ἀμμώδη καὶ ἔρημον εἰς λίμνας ὑδάτων, καὶ γῆν στερουμένην ὕδατος εἰς πηγὰς ἐκβαλλούσας ἄφθονον ὕδωρ.
36 καὶ κατῴκισεν ἐκεῖ πεινῶντας, καὶ συνεστήσαντο πόλεις κατοικεσίας36 Εκεί ο Κυριος εγκατέστησεν ανθρώπους, οι οποίοι επεινούσαν και οι οποίοι έκτισαν πόλεις, δια να κατοικούν.36 Καὶ τὴν ἔρημον ποὺ διεβρέχετο τώρα ἀπὸ ποταμοὺς καὶ ἔγινεν εὔφορος γῆ, ἔδωκεν εἰς κατοικίαν πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπείνων καὶ ἐστεροῦντο τῶν πάντων. Καὶ συνέστησαν οὖτοι ἐκεῖ πόλεις κατοικουμένας.
37 καὶ ἔσπειραν ἀγροὺς καὶ ἐφύτευσαν ἀμπελῶνας καὶ ἐποίησαν καρπὸν γεννήματος,37 Εσπειραν εκεί αγρούς, εφύτευσαν αμπέλια, παρήγαγαν γεννήματα και καρπούς από τα καλλιεργηθέντα εδάφη.37 Καὶ ἔσπειραν ἐκεῖ ἀγροὺς καὶ ἐφύτευσαν ἀμπέλους· καὶ ἐποίησαν καρπὸν παραχθέντα καὶ γεννηθέντα ἀπὸ τὴν καλλιεργηθεῖσαν γῆν.
38 καὶ εὐλόγησεν αὐτούς, καὶ ἐπληθύνθησαν σφόδρα, καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν οὐκ ἐσμίκρυνε.38 Ο Κυριος τους ηυλόγησε και επληθύνθησαν αυτοί πάρα πολύ, και τα κατοικίδια ζώα των έγιναν πολυάριθμα.38 Καὶ εὐλόγησεν αὐτούς, καὶ ηὐξήθησαν εἰς μέγα πλῆθος καὶ δὲν περιώρισεν εἰς μικρὸν ἀριθμὸν τὰ κτήνη των, τὰ ἄλογα ζῶα τουτέστι καὶ τὰ ποίμνιά των καὶ τὰς ἀγέλας τῶν βοῶν των.
39 καὶ ὠλιγώθησαν καὶ ἐκακώθησαν ἀπὸ θλίψεως κακῶν καὶ ὀδύνης.39 Εν τω μεταξύ ωλιγόστευσαν εις αριθμόν, διότι εκακοπάθησαν και εδεινοπάθησαν, από τους πόνους και τας συμφοράς, τας οποίας κακοί άνθρωποι, που επήλθον εναντίον των, τους επροκάλεσαν.39 Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ὠλιγόστευσαν καὶ ἐκακοποιήθησαν ἀπὸ τὴν καταπίεσιν καὶ ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ ἀπὸ τὴν ὀδύνην, τὰ ὁποῖα ἄνθρωποι κακοί, ποὺ ἐπῆλθον κατ’ αὐτῶν, τοὺς ἐπροκάλεσαν.
40 ἐξεχύθη ἐξουδένωσις ἐπ᾿ ἄρχοντας αὐτῶν, καὶ ἐπλάνησεν αὐτοὺς ἐν ἀβάτῳ καὶ οὐχ ὁδῷ.40 Αλλά από τον Θεόν εξαπεστάλη εκμηδένισις και εξευτελισμός εναντίον των αρχόντων· τους ηνάγκασε να πλανώνται εις μέρη άβατα και όχι εις δρόμον βατόν και γνωστόν.40 Ἀλλ’ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐξαπελύθη ὄλεθρος καὶ ἐκμηδένισις κατὰ τῶν ἀρχόντων τῶν κακῶν τούτων ἐπιδρομέων καὶ τοὺς ἠνάγκασε νὰ πλανῶνται εἰς μέρη ἀπάτητα καὶ ὄχι εἰς δρόμον βατὸν καὶ γνωστόν.
41 καὶ ἐβοήθησε πένητι ἐκ πτωχείας καὶ ἔθετο ὡς πρόβατα πατριάς.41 Εβοήθησεν ο Θεός τον πτωχόν λαόν, δια να απαλλαγή από την πτωχείαν, η οποία τον εμάστιζεν, και αποκατέστησε τας οικογενείας των πολυπληθείς ωσάν ποίμνια προβάτων.41 Καὶ ἐβοήθησεν ὁ Θεὸς τὸν πένητα λαόν του, ἵνα ἀπαλλαγῇ ἐκ τῆς πτωχείας καὶ τῆς ἐθνικῆς καταπτώσεώς του, καὶ κατέστησε τὰς οἰκογενείας καὶ τὰς πατριάς του πολυπληθεῖς ὡς ποίμνια προβάτων.
42 ὄψονται εὐθεῖς καὶ εὐφρανθήσονται, καὶ πᾶσα ἀνομία ἐμφράξει τὸ στόμα αὐτῆς.42 Οι δίκαιοι άνθρωποι θα ίδουν όλα αυτά τα θαυμάσια έργα της αγαθότητας, της δικαιοσύνης και της παντοδυναμίας του Θεού και θα ευφρανθούν. Εξ αντιθέτου όμως κάθε παράνομος θα κλείση το στόμα του κατεντροπιασμένος.42 Θὰ βλέπουν ταῦτα οἱ εὐθεῖς καὶ οἱ δίκαιοι καὶ θὰ εὐφραίνωνται διὰ τὴν προστασίαν αὐτὴν καὶ φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ πᾶς ἄνομος καὶ ἀσεβὴς θὰ φράξῃ καὶ θὰ βουλλώσῃ τὸ στόμα του καταισχυνόμενος καὶ μὴ τολμῶν νὰ καυχηθῇ εἰς βάρος τοῦ δικαίου.
43 τίς σοφὸς καὶ φυλάξει ταῦτα καὶ συνήσει τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου;43 Ποιός είναι σοφός και συνετός άνθρωπος, ο οποίος θα τηρήση αυτά και θα κατανοήση την άπειρον ευσπλαγχνίαν του Κυρίου;43 Τίς εἶναι ὁ σοφὸς ἀνὴρ ὅστις θὰ προσέξῃ εἰς αὐτὰ καὶ φυλάττων ταῦτα εἰς τὴν μνήμην του θὰ ἐμβαθύνῃ καὶ θὰ κατανοήσῃ τὰ ἄπειρα ἐλέη καὶ τὴν ἀπέραντον εὐσπλαγχνίαν τοῦ Κυρίου;

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΡΖ'🔸
                            (107)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ᾿ῼδὴ ψαλμοῦ τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 108) ΕΤΟΙΜΗ ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ᾄσομαι καὶ ψαλῶ ἐν τῇ δόξῃ μου.2 (Μασ. 108) Είναι έτοιμη η καρδιά μου, ω Θεέ μου, είναι έτοιμη, δια να ψάλλω με την φωνήν μου προς δόξαν σου, να παίζω μουσικά όργανα με όλην μου την ψυχήν.2 Εἶναι ἕτοιμος, ὦ Θεέ μου, καὶ ἀκλονήτως ἐστηριγμένη ἐπὶ σοῦ ἡ καρδία μου. Εἶναι ἀκλόνητος καὶ ἑδραία ἡ καρδία μου. Θὰ ἀναπέμψω ᾠδὴν εὐχαριστίας καὶ θὰ ψάλω μὲ τὴν ψυχήν μου, ἥτις εἶναι ἡ δόξα καὶ τὸ πολυτιμότερον συστατικὸν τῆς ὑπάρξεώς μου.
3 ἐξεγέρθητι, ψαλτήριον καὶ κιθάρα· ἐξεγερθήσομαι ὄρθρου.3 Σηκω επάνω, ψυχή μου, και σεις μουσικά μου όργανα, λύρα και κιθάρα, σηκωθήτε, δια να υμνολογήσετε τον Θεόν. Ναι, θα σηκωθώ λίαν πρωϊ δια να ψάλλω προς τον Θεόν μου.3 Σήκω ἐπάνω ἄγρυπνος καὶ πρόθυμος, ὦ ψυχή μου· ἀφυπνίσθητε καὶ διακόψατε τὴν σιγὴν καὶ σεῖς, ὦ ὄργανά μου, τὸ ψαλτήριον καὶ ἡ κιθάρα μου. Θὰ σηκωθῶ πολὺ πρωΐ, προτοῦ ὁ ἥλιος ἀνατείλῃ.
4 ἐξομολογήσομαί σοι ἐν λαοῖς, Κύριε, ψαλῶ σοι ἐν ἔθνεσιν,4 Θα σε δοξολογήσω, Κυριε, εν μέσω λαών. Θα ψάλλω εις δόξαν σου εν μέσω των άλλων εθνών.4 Θὰ σὲ δοξολογήσω ἐν μέσῳ λαῶν, Κύριε· θὰ ψάλω μελωδικῶς πρὸς δόξαν σου ἐν μέσῳ τῶν ἐθνῶν.
5 ὅτι μέγα ἐπάνω τῶν οὐρανῶν τὸ ἔλεός σου καὶ ἕως τῶν νεφελῶν ἡ ἀλήθειά σου.5 Διότι η ευσπλαγχνία σου είναι μεγάλη και απροσμέτρητρς. Υψώνεται υπεράνω από τους ουρανούς. Μέχρι των νεφελών φθάνει η αλήθειά σου και η αξιοπιστία σου.5 Διότι εἶναι μέγα τὸ ἔλεός σου καὶ ὑψοται ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν ὑπερπληροῦν τὰ σύμπαντα, καὶ ἡ φιλαλήθειά σου καὶ ἡ ἀξιοπιστία σου φθάνει ἕως τὰ σύννεφα.
6 ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου.6 Ας υψωθή το μεγαλείον σου επάνω στους ουρανούς, ω Θεέ μου, και η δόξα σου ας απλωθή εις ολόκληρον την οικουμένην.6 Ἐμφανίσου ὅπως εἶσαι, μέγας καὶ ὑψηλὸς ἐπὶ τοῦ οὐρανοῦ, ὦ Θεέ, καὶ ἂς ἐκλάμψῃ ἡ ἔνδοξος δύναμις καὶ τὸ ἀκατανίκητον μεγαλεῖον σου ἐφ’ ὅλης τῆς γῆς, ἴνα καὶ ἐπ' αὐτῆς ἔλθη ἡ βασιλεία σου.
7 ὅπως ἂν ρυσθῶσιν οἱ ἀγαπητοί σου, σῶσον τῇ δεξιᾷ σου καὶ ἐπάκουσόν μου.7 Καμε αισθητήν την ένδοξον εμφάνισίν σου, Κυριε, δια να γλυτώσουν οι αγαπητοί σου Ιουδαίοι από τους κινδύνους. Με την παντοδύναμον δεξιάν σου σώσον με και κάμε δεκτήν την προσευχήν μου.7 Ἐμφανίσθητι, Κύριε, διὰ νὰ γλυτώσουν οἱ ἀγαπητοί σου καὶ μὴ ἐξοντωθοῦν μετὰ τὴν ἧτταν ποὺ ἔπαθαν, σῶσον αὐτοὺς διὰ τῆς ἀηττήτου δεξιάς σου καὶ ἄκουσε τὴν προσευχὴν ἐμοῦ τοῦ βασιλέως των.
8 ὁ Θεὸς ἐλάλησεν ἐν τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· ὑψωθήσομαι καὶ διαμεριῶ Σίκιμα, καὶ τὴν κοιλάδα τῶν σκηνῶν διαμετρήσω·8 Ο Θεός απήντησε με επισημότητα. Ελάλησεν εκεί στο άγιον θυσιαστήριόν του και είπε· Θα δείξω το μεγαλείον και την δύναμίν μου, θα διαμοιράσω εις σας την Συχέμ, που ευρίσκεται προς δυσμάς του Ιορδάνου, θα μετρήσω και θα σας παραχωρήσω την κοιλάδα των σκηνών, που ευρίσκεται πέραν του Ιορδάνου. Ολόκληρον την Παλαιστίνην θα την μετρήσω και θα την χαρίσω εις σας.8 Ὁ Θεὸς ἐλάλησεν ἐπισήμως ἐν τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ του καὶ ὑπεσχέθη τὰ ἑξῆς: Θὰ ἐμφανισθῶ ὑψηλὸς καὶ κραταιὸς καὶ θὰ διαμοιράσω τὴν πόλιν Συχὲμ ποὺ κεῖται πρὸς δυσμὰς τοῦ Ἰορδάνου καὶ θὰ διαμετρήσω τὴν κοιλάδα τῶν Σκηνῶν ἢ τῆς πόλεως Σουκκώθ, ποὺ ἐκτείνεται πέραν τοῦ Ἰορδάνου, τὰ δύο ταῦτα σημεῖα τῆς Παλαιστίνης, διὰ τῶν ὁποίων ὑποδηλοῦται ὁλόκληρος ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν μοιράζω καὶ καταμετρῶ.
9 ἐμός ἐστι Γαλαάδ, καὶ ἐμός ἐστι Μανασσῆς, καὶ ᾿Εφραὶμ ἀντίληψις τῆς κεφαλῆς μου, ᾿Ιούδας βασιλεύς μου,9 Διότι εις εμέ ανήκει η χώρα Γαλαάδ. Ιδική μου χώρα είναι η περιοχή Μανασσή η πέραν του Ιορδάνου. Η εντεύθεν του Ιορδάνου φυλή του Εφραίμ, η προστασία και το κράνος της κεφαλής μου, όπως επίσης και η φυλή Ιούδα, από την οποίαν προέρχονται οι βασιλείς του λαού μου.9 Ἡ χώρα τῆς φυλῆς Γαλαὰδ καὶ τῆς φυλῆς Μανασσῆ, αἱ πρὸς ἀνατολὰς τοῦ Ἰορδάνου, εἶναι ἰδικαί μου καὶ τὸν Ἐφραὶμ ἀνακηρύττω βοήθειαν κραταιὰν τῆς κεφαλῆς μου, ὁ Ἰούδας δὲ εἶναι τὸ βασιλικόν μου σκῆπτρον καὶ θὰ βασιλεύῃ ἐπὶ τῆς χώρας του.
10 Μωὰβ λέβης τῆς ἐλπίδος μου, ἐπὶ τὴν ᾿Ιδουμαίαν ἐπιβαλῶ τὸ ὑπόδημά μου, ἐμοὶ ἀλλόφυλοι ὑπετάγησαν.10 Οι Μωαβίται θα ταπεινωθούν, θα γίνουν λεκάνη ποδονιψίματος δια τον ελπιδοφόρον λαόν μου, και στους Ιδουμαίους θα απλώσω την κυριαρχίαν μου. Εις εμέ θα υποταχθούν οι Φιλισταίοι.10 Οἱ Μωαβῖται εἶναι ὁ λέβης καὶ ἡ λεκάνη, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ πλύνῃ τοὺς πόδας του ὁ ἐκλεκτὸς λαός μου, ἐπὶ τὸν ὁποῖον ἐλπίζω, καὶ ἐπὶ τῆς Ἰδουμαίας θὰ ἐπιβάλω τὸ ὑπόδημά μου ὑποτάσσων καὶ καταδούλων τοὺς κατοίκους αὐτῆς· εἰς ἐμὲ καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἀλλόφυλοι ὑπετάγησαν.
11 τίς ἀπάξει με εἰς πόλιν περιοχῆς; ἢ τίς ὁδηγήσει με ἕως τῆς ᾿Ιδουμαίας;11 Αυτά είπες, Κυριε. Ποιός τώρα θα με φέρη νικητήν εις περιτειχισμένην πόλιν, όπως είναι η πρωτεύουσα της Ιδουμαίας; Ποιός θα με οδηγήση έως εις την χώραν τήίς Ιδουμαίας;11 Αὐτὰ εἶπες καὶ ὑπεσχέθης, Κύριε· ποῖος τώρα θὰ μὲ φέρῃ νικητὴν εἰς πόλιν περιτειχισμένην καὶ ὀχυράν, ὅπως εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἰδουμαίας; Ἡ ποῖος θὰ μὲ ὁδηγήσῃ ὡς ἀρχηγὸς καὶ στρατηλάτης μου μέχρι τῆς Ἰδουμαίας;
12 οὐχὶ σύ, ὁ Θεός, ὁ ἀπωσάμενος ἡμᾶς; καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ, ὁ Θεός, ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν;12 Συ, Κυριε, δεν θα είσαι ο οδηγός μου, συ ο οποίος προηγουμένως μας είχες απομακρύνει από κοντά σου; Συ ο Θεός μου δεν θα εξέλθης μαζή με τας στρατιωτικάς μας δυνάμεις, δια να μας οδηγήσης εις νίκας;12 Δὲν θὰ μὲ ὁδηγήσῃς σύ, ὦ Θεέ, ὁ ὁποῖος τώρα μᾶς ἀπώθησας καὶ μᾶς ἀπεδοκίμασας; Καὶ δὲν θὰ ἐξέλθῃς μετὰ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεών μας, ὦ Θεέ, στρατηγὸς καὶ κραταιὸς σύμμαχός μας;
13 δὸς ἡμῖν βοήθειαν ἐκ θλίψεως, καὶ ματαία σωτηρία ἀνθρώπου.13 Δος μας, λοιπόν, βοήθειαν εις την παρούσαν θλίψιν, διότι είναι μάταιον να περιμένωμεν σωτηρίαν και βοήθειαν από ανθρώπους.13 Δός μας βοήθειαν διὰ νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν θλψιν ἡ ὁποία μᾶς συνέχει, διότι εἰς μάτην θὰ προσπαθήσῃ οἰοσδήποτε ἄνθρωπος νὰ μᾶς σώσῃ.
14 ἐν τῷ Θεῷ ποιήσωμεν δύναμιν, καὶ αὐτὸς ἐξουδενώσει τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν.14 Με την βοήθειαν του Θεού θα ενεργήσωμεν με δύναμιν και θα νικήσωμεν. Και αυτός μόνος θα εκμηδενίση και θα εξευτελίση τους εχθρούς μας.14 Διὰ τῆς βοηθείας τοῦ Θεοῦ θὰ δράσωμεν μετὰ δυνάμεως καὶ ἰσχύος καὶ αὐτὸς θὰ ἐκμηδενίσῃ τοὺς ἐχθρούς μας.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΡΗ'🔸
                            (108)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 109) Ο Θεός, τὴν αἴνεσίν μου μὴ παρασιωπήσῃς,1 (Μασ. 109) Ω Θεέ μου, μη σιωπήσης εμπρός εις την προσευχήν, την οποίαν μετά δοξολογίας απευθύνω προς σέ.1 Ω Θεέ μου, τὴν συνοδευομένην ὑπὸ αἰνέσεως δέησίν μου μὴ παρέλθῃς ἐν σιωπῇ, χωρὶς νὰ δείξῃς ἐνεργῶς τὴν συμπάθειάν σου.
2 ὅτι στόμα ἁμαρτωλοῦ καὶ στόμα δολίου ἐπ᾿ ἐμὲ ἠνοίχθη, ἐλάλησαν κατ᾿ ἐμοῦ γλώσσῃ δολίᾳ2 Διότι στόμα αμαρτωλού και δολίου ανθρώπου ηνοίχθη εναντίον μου. Ανδρες ασεβείς και πονηροί εστράφησαν εναντίον μου με δολίαν γλώσσαν.2 Διότι στόμα ἁμαρτωλοῦ καὶ στόμα δολίου ἠνοίχθη συκοφαντικὸν ἐναντίον μου· ἄνδρες ἀσυνείδητοι καὶ δόλιοι ἐλάλησαν κατ' ἐμοῦ μὲ γλῶσσαν γεμάτην ψεῦδος καὶ δολιότητα,
3 καὶ λόγοις μίσους ἐκύκλωσάν με καὶ ἐπολέμησάν με δωρεάν.3 Με περιεκύκλωσαν με λόγια μίσους και με πολεμούν χωρίς καμμίαν αιτίαν και αφορμήν.3 καὶ μὲ λόγους πλήρεις μίσους μὲ περιεκύκλωσαν καὶ μὲ ἐπολέμησαν χωρὶς ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν.
4 ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με ἐνδιέβαλλόν με, ἐγὼ δὲ προσηυχόμην·4 Αντί να με αγαπούν δια την καλωσύνην μου, με συκοφαντούσαν· εγώ δε προσηυχόμην δι' αυτούς.4 Ἀντὶ νὰ μὲ ἀγαποῦν διὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς ἐκδηλωθεῖσαν εἰλικρινῆ ἀγάπην μου μὲ διέβαλλον καὶ μὲ ἐσυκοφάντουν, ἐγὼ δὲ ἐνθέρμως ὑπὲρ αὐτῶν προσηυχόμην.
5 καὶ ἔθεντο κατ᾿ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου.5 Μου ανταπέδωσαν κακά αντί αγαθών και μίσος αντί της αγάπης, που έτρεφα προς αυτούς.5 Καὶ μοῦ ἀνταπέδωκαν κακὰ ἀντὶ τῶν ἀγαθῶν, ποὺ ἔπραξα εἰς αὐτούς, καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγάπης ποὺ τοὺς ἔδειξα.
6 κατάστησον ἐπ᾿ αὐτὸν ἁμαρτωλόν, καὶ διάβολος στήτω ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ·6 Βαλε ασεβή και σκληρόν αυθέντην επάνω εις την κεφαλήν του κυρίως υπευθύνου δια την άδικον αυτήν καταφοράν και από τα δεξιά του ας σταθή διαβολικός κατήγορος.6 Κατὰ τοῦ κυρίως ὑπευθύνου καὶ τοῦ ὑποκινητοῦ τῆς κατ’ ἐμοῦ ἀδικίας σὲ παρακαλῶ, Κύριε, ἵνα καταστήσῃς καὶ διορίσῃς ἐπ’ αὐτοῦ δικαστὴν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀπάνθρωπον, καὶ ἶνα σταθῇ ἐκ δεξιῶν του σφοδρὸς κατήγορος καὶ ἄσπλαγχνος διαβάλλων αὐτὸν δι’ ὅλα ὅσα κατὰ τὸν βίον αὐτοῦ ἐκακούργησεν.
7 ἐν τῷ κρίνεσθαι αὐτὸν ἐξέλθοι καταδεδικασμένος, καὶ ἡ προσευχὴ αὐτοῦ γενέσθω εἰς ἁμαρτίαν.7 Οταν αυτός θα δικάζεται, είθε να εξέλθη καταδικασμένος και η προσευχή, την οποίαν εις την ώραν αυτήν της ανάγκης θα κάμη, ας καταλογισθή εις αυτόν ως αμαρτία και ας γίνη εις καταδίκην του.7 Ὅταν δικάζεται, εἴθε νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ κριτηρίου καταδεδικασμένος, καὶ ἡ προσευχή του, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξ ἀνάγκης καὶ εἰς τὴν ὥραν τῆς κρίσεως καὶ τοῦ κινδύνου καταφεύγει, ἂς τοῦ καταλογισθῇ ὡς ἁμαρτία.
8 γενηθήτωσαν αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὀλίγαι, καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος.8 Αι ημέραι της ζωής του ας γίνουν ολίγαι και το αξίωμά του είθε να το πάρη άλλος.8 Ἂς γίνουν αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς του ὀλίγαι καὶ εἴθε ἄλλος νὰ λάβῃ τὸ ἀξίωμά του, αὐτὸς δὲ νὰ ἐκπέσῃ τούτου ὁριστικῶς.
9 γενηθήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ὀρφανοὶ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ χήρα·9 Ορφανά και απροστάτευτα ας μείνουν τα παιδιά του, χήρα ας μείνει η γυναίκα του.9 Ἂς γίνουν οἱ υἱοί του ὀρφανοὶ καὶ ἡ γυνή του ἂς καταστῇ χήρα.
10 σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἐπαιτησάτωσαν, ἐκβληθήτωσαν ἐκ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν.10 Τα παιδιά του από τόπου εις τόπον μεταφερόμενα ας γίνουν επαίται. Ας εκδιωχθούν από τα κρημνισμένα σπίτια των.10 Πλανόδιοι καὶ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον σαλευόμενοι ἂς μεταναστεύσουν καὶ ἂς ἐκπατρισθοῦν οἱ υἱοί του καὶ ἂς γίνουν ἐπαῖται· καὶ ἂς ἐκβληθοῦν ἀπὸ τοὺς οἴκους των, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν μεταβληθῇ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς ἐρείπια καὶ εἰς γυμνὰ οἰκόπεδα.
11 ἐξερευνησάτω δανειστὴς πάντα, ὅσα ὑπάρχει αὐτῷ, καὶ διαρπασάτωσαν ἀλλότριοι τοὺς πόνους αὐτοῦ·11 Ο δανειστής ας ερευνήση και ας καταγράψη όλα όσα ανήκουν εις αυτόν, και ξένοι άνθρωποι ας διαρπάσουν τους κόπους των χειρών του.11 Ἂς ἐξερευνήσῃ καὶ ἂς καταγράψῃ ἒν πάσῃ λεπτομερείᾳ ὁ δανειστὴς του ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, ὥστε ἐκποιῶν ταῦτα νὰ ἐπιδιώξῃ ἄνευ συγκαταβάσεως τίνος τὴν ἐξόφλησιν τοῦ πρὸς αὐτὸν χρέους του, καὶ ἂς διαρπάσουν ξένοι, ποὺ δὲν ἔχουν καμμίαν συγγένειαν πρὸς αὐτόν, τὰ ὅσα μὲ κόπους βαρεῖς ἀπέκτησεν.
12 μὴ ὑπαρξάτω αὐτῷ ἀντιλήπτωρ, μηδὲ γενηθήτω οἰκτίρμων τοῖς ὀρφανοῖς αὐτοῦ·12 Ας μη υπάρξη άνθρωπος να τον βοηθήση εις την συμφοράν του αυτήν, ούτε κανείς δια να λυπηθή τα ορφανά του.12 Ἂς μὴ ὑπάρξῃ κανεὶς βοηθὸς εἰς τὴν δυστυχίαν του, καὶ ἂς μὴ παρουσιασθῇ κανεὶς ποὺ νὰ δείξῃ συμπάθειαν εἰς τὰ ὀρφανά του.
13 γενηθήτω τὰ τέκνα αὐτοῦ εἰς ἐξολόθρευσιν, ἐν γενεᾷ μιᾷ ἐξαλειφθείη τὸ ὄνομα αὐτοῦ.13 Ας εξολοθρευθούν τα παιδιά του, ώστε το όνομά του να σβήση, χωρίς να φθάση εις δεύτερον γενεάν τέκνων.13 Ἂς καταλήξουν τὰ τέκνα του εἰς πλήρη ὄλεθρον καὶ ἑξαφανισμόν, καὶ μέσα εἰς τοὺς χρόνους μιᾶς γενεᾶς εἴθε νὰ ἐξαλειφθῇ τὸ ὄνομά του, ὥστε νὰ μὴ μείνῃ ἀπόγονός του εἰς ἄλλην γενεάν.
14 ἀναμνησθείη ἡ ἀνομία τῶν πατέρων αὐτοῦ ἔναντι Κυρίου, καὶ ἡ ἁμαρτία τῆς μητρὸς αὐτοῦ μὴ ἐξαλειφθείη·14 Είθε να μείνουν ολοφάνεροι και αλησμόνητοι ενώπιον του Κυρίου, οχι μόνον αι ιδικαί του αμαρτίαι αλλά και αι αμαρτίαι των προγόνων του. Ας μη διαγραφούν όσα ημάρτησεν η μητέρα του, ώστε και δια τας προγονικάς παραβάσεις να τιμωρηθή εκ μέρους του Θεού.14 Εἴθε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου νὰ μείνουν ἀλησμόνητοι ὄχι μόνον αἱ ἰδικαί του, ἀλλὰ καὶ αἱ ἁμαρτίαι τῶν προγόνων του, καὶ εἴθε νὰ μὴ ἑξαλειφθοῦν καὶ ὅσα ἡμάρτησεν ἡ μήτηρ του, ὥστε καὶ διὰ τὰς προγονικὰς παραβάσεις νὰ κινηθῇ κατ’ αὐτοῦ ἡ θεία ὀργὴ καὶ ἀγανάκτησις.
15 γενηθήτωσαν ἐναντίον Κυρίου διαπαντός, καὶ ἐξολοθρευθείη ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν,15 Ας παραμένουν πάντοτε ενώπιον του Κυρίου όλαι αυταί αι αμαρτίαι, δια να επισύρουν την θείαν οργήν, ώστε να εξολοθρευθή οπό τας κοινωνίας των ανθρώπων η μνήμη αυτού, με τους προγόνους και τους απογόνους του.15 Ἂς παραμένουν αὖται ἐνώπιον τοῦ Κυρίου διηνεκῶς ὥστε νὰ κινοῦν τὴν θείαν ἀγανάκτησιν καθ' ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας του, καὶ εἴθε να ἐξολοθρευθῇ καὶ νὰ σβήσῃ ὁλοτελῶς ἡ μνήμη καὶ πᾶν ἴχνος ἀναμνήσεως τούτων, προγόνων καὶ ἀπογόνων.
16 ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐμνήσθη ποιῆσαι ἔλεος καὶ κατεδίωξεν ἄνθρωπον πένητα καὶ πτωχὸν καὶ κατανενυγμένον τῇ καρδίᾳ τοῦ θανατῶσαι.16 Διότι δεν εσκέφθη και δεν απεφάσισε να φανή εύσπλαγχνος, αλλά τουναντίον κατεδίωξεν άνθρωπον δυστυχή, πτωχόν, καταλυπημένον εις την καρδίαν, δια να τον εξοντώση.16 Διότι δὲν τοῦ ἦλθεν οὐδ’ ὡς ἁπλῆ ἐνθύμησις εἰς τὸν νοῦν νὰ ἐκδηλώσῃ συμπάθειαν καὶ εὐσπλαγχνίαν, ἀλλὰ κατεδίωξεν ἄνθρωπον δυστυχῇ καὶ πτωχὸν καὶ καταπληγωμένον εἰς τὴν καρδίαν μὲ τὴν διάθεσιν καὶ ἀπόφασιν νὰ τὸν θανατώσῃ.
17 καὶ ἠγάπησε κατάραν, καὶ ἥξει αὐτῷ· καὶ οὐκ ἠθέλησεν εὐλογίαν, καὶ μακρυνθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ.17 Ο εχθρός μου ηγάπησε την κατάραν, και θα πέση επάνω του αυτή. Δεν ηθέλησε την ευλογίαν και δια τούτο η ευλογία θα απομακρυνθή από αυτόν.17 Καὶ ἠγάπησε τὴν κατάραν· καὶ θὰ ἔλθῃ αὕτη ἐπ’ αὐτοῦ· καὶ δὲν ἠθέλησε τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ· καὶ θὰ ἀπομακρυνθῇ αὕτη ἀπ’ αὐτοῦ.
18 καὶ ἐνεδύσατο κατάραν ὡς ἱμάτιον, καὶ εἰσῆλθεν ὡσεὶ ὕδωρ εἰς τὰ ἔγκατα αὐτοῦ καὶ ὡσεὶ ἔλαιον ἐν τοῖς ὀστέοις αὐτοῦ.18 Ως άλλο ένδυμα εφόρεσε και έφερε μαζή του την κατάραν και αυτή εισήλθεν στο εσωτερικόν του, όπως το ύδωρ που πίνομεν, όπως το έλαιον που τρώγομεν και το οποίον εισέρχεται μέχρι των οστών.18 Ἀσφαλῶς δὲ θὰ συμβῇ τοῦτο εἰς αὐτόν. Καὶ ὡς γεγονὸς πλέον τετελεσμένον βλέπω ὅτι θὰ ἐνδυθῇ ὡς ἱμάτιον τὴν κατάραν, ὥστε γύρω του αὕτη νὰ τὸν περιβάλλῃ· καὶ θὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὸ ἐσωτερικόν του, ὅπως τὸ ὕδωρ ποὺ πίνει εἰσδύει εἰς τὰ ἔγκατα καὶ ἐντόσθιά του, καὶ ὅπως τὸ ἔλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀλείφεται, διὰ τῶν πόρων τοῦ σώματός του εἰσχωρεῖ ἕως τὰ κόκκαλά του.
19 γενηθήτω αὐτῷ ὡς ἱμάτιον, ὃ περιβάλλεται, καὶ ὡσεὶ ζώνη, ἣν διαπαντὸς περιζώννυται.19 Η κατάρα ας γίνη δι' αυτόν, αφού το θέλει, ως ένδυμα, το οποίον φορεί, και ωσάν ζώνη, με την οποίαν πάντοτε είναι ζωσμένος.19 Ἂς γίνῃ εἰς αὐτὸν ἡ κατάρα σὰν ἔνδυμα, τὸ ὁποῖον φορεῖ καὶ μὲ τὸ ὁποῖον σκεπάζεται τὸ σῶμα του, καὶ σὰν ζώνη μὲ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι διηνεκῶς ζωσμένος, διὰ να περισφίγγῃ τὴν περιβάλλουσαν αὐτὸν κατᾶραν.
20 τοῦτο τὸ ἔργον τῶν ἐνδιαβαλλόντων με παρὰ Κυρίου καὶ τῶν λαλούντων πονηρὰ κατὰ τῆς ψυχῆς μου.20 Αυτο είναι το τραγικόν κατάντημα εκ μέρους του Κυρίου εναντίον εκείνων γενικώς, οι οποίοι με συκοφαντούν και λαλούν πονηρά και παράνομα κατά της ψυχής μου.20 Τοιαύτη ἂς εἶναι ἡ ἀμοιβὴ καὶ τοιούτους ἐκ τῶν πράξεων των ἂς ἀπολαύσουν καρποὺς ἀπὸ τὸν δικαιοκρίτην Κύριον οἱ ἐνδιαβάλλοντες καὶ κατηγοροῦντες με ἀδίκως καὶ οἱ λαλοῦντες πονηρὰ καὶ ἄνομα κατὰ τῆς ψυχῆς μου.
21 καὶ σύ, Κύριε Κύριε, ποίησον μετ᾿ ἐμοῦ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, ὅτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου. ρῦσαί με,21 Συ, Κυριέ μου Κυριε, ενέργησε κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να φανή, ότι είσαι πράγματι μαζή μου. Βοήθησέ με ένεκεν του Ονόματός σου, που εκφράζει έλεος και ευσπλαγχνίαν. Αγαθή και ευεργετική είναι η ευσπλαγχνία σου.21 Σὺ δέ, Κύριέ μου, Κύριε, πρὸς τὸν ὁποῖον προσεύχομαι, ποίησον οὕτως, ὥστε νὰ καταφανῆ, ὅτι εἶσαι μετ’ ἐμοῦ σύμμαχος καὶ ὑπερασπιστής μου. Βοήθησέ με, Κύριε, διὰ τὸ ὄνομά σου, τὸ ὁποῖον ἐκφράζει εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀγάπην. Σῶσόν με, διότι τὸ ἔλεός σου εἶναι εὐεργετικὸν καὶ ἐκχύνεται ἐπὶ πάντας.
22 ὅτι πτωχὸς καὶ πένης εἰμὶ ἐγώ, καὶ ἡ καρδία μου τετάρακται ἐντός μου.22 Λυτρωσέ με, διότι εγώ είμαι πτωχός και ταλαιπωρημένος, και η καρδία μου έχει συγκλονισθή εντός μου.22 Λύτρωσέ με, διότι πτωχὸς καὶ ἐλεεινὸς εἶμαι ἐγὼ καὶ ἡ καρδία μου σπαράσσει μέσα μου καὶ ὑπὸ σφοδρᾶς κατέχεται ταραχῆς.
23 ὡσεὶ σκιὰ ἐν τῷ ἐκκλῖναι αὐτὴν ἀντανῃρέθην, ἐξετινάχθην ὡσεὶ ἀκρίδες.23 Οπως η σκια κατά την δύσιν του ηλίου κλίνει και σβήνει, έτσι και εγώ κινδυνεύω να χαθώ. Οπως αι ακρίδες εκτινάσσονται από τον σφοδρόν άνεμον, έτσι και εγώ τινάσσομαι και ωθούμαι από την δυστυχίαν μου.23 Σὰν τὴν σκιάν, ἡ ὁποία, ὅταν δύῃ ὁ ἥλιος, κλίνει καὶ χάνεται, οὕτω κινδυνεύω καὶ ἐγὼ νὰ ἀφανισθῶ καὶ νὰ ἐκλίπω. Καὶ ὅπως αἱ ἀκρίδες τινάσσονται ὑπὸ τοῦ πνέοντος ἀνέμου καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀντιστοῦν εἰς τὰ ρεύματα αὐτοῦ, ἀλλὰ παρασύρονται ὅπου αὐτὰ τὰς φέρουν, οὕτω καὶ ἐγὼ τινάσσομαι καὶ ὠθοῦμαι ὑπὸ τῆς δυστυχίας ὡς ἔντομόν τι ἀνίσχυρον.
24 τὰ γόνατά μου ἠσθένησαν ἀπὸ νηστείας, καὶ ἡ σάρξ μου ἠλλοιώθη δι᾿ ἔλαιον.24 Τα γόνατά μου από την πείναν και την ασιτίαν έχουν εξασθενήσει, όλη δε η εμφάνισίς μου έχει αλλοιωθή από την έλλειψιν λαδιού· έγινα αγνώριστος.24 Τὰ γόνατά μου ἀδυνάτισαν καὶ τρέμουν ἕνεκα τῆς ἀσιτίας, καὶ ἐπειδὴ ἔπαυσα νὰ ἀλείφω τὴν σάρκα μου μὲ ἔλαιον, ἠλλοιώθη καὶ ἔγινεν ἀγνώριστος ἡ ὄψις μου.
25 κἀγὼ ἐγενήθην ὄνειδος αὐτοῖς· εἴδοσάν με, ἐσάλευσαν κεφαλὰς αὐτῶν.25 Κατήντησα αντικείμενον χλευασμού και ύδρεων στους εχθρούς μου. Αυτοί με είδαν και ευχαριστήθησαν. Εκίνησαν εμπαικτικώς τας κεφαλάς των εναντίον μου.25 Καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγὼ κατήντησα νὰ γίνω ὄνειδος καὶ χλευασμὸς ἐνώπιον τῶν ἐχθρῶν μου. Ὅταν μὲ εἶδαν, ἐκίνησαν μετὰ περιφρονήσεως καὶ χλεύης τὰς κεφαλάς των.
26 βοήθησόν μοι, Κύριε ὁ Θεός μου, καὶ σῶσόν με κατὰ τὸ ἔλεός σου.26 Βοήθησέ με, λοιπόν, Κυριε και Θεέ μου, και σώσε με από τα χέρια αυτών, σύμφωνα με το αμέτρητον έλεός σου.26 Βοήθησέ με, Κύριε καὶ Θεέ μου, καὶ σῶσέ με σύμφωνα μὲ τὴν εὐσπλαγχνίαν καὶ τὸ ἔλεός σου.
27 καὶ γνώτωσαν ὅτι ἡ χείρ σου αὕτη καὶ σύ, Κύριε, ἐποίησας αὐτήν.27 Ας μάθουν ότι η σωτηρία μου είναι έργον της παντοδυνάμου δεξιάς σου. Συ επραγματοποίησες την λύτρωσίν μου.27 Καὶ ἂς μάθουν οἱ πολεμοῦντές με ὅτι τῆς χειρός σου ἐνέργεια εἶναι ἡ βοήθεια αὕτη, Κύριε, καὶ ὅτι σύ, Κύριε, ἐποίησας τὴν λύτρωσίν μου ταύτην.
28 καταράσονται αὐτοί, καὶ σὺ εὐλογήσεις· οἱ ἐπανιστάμενοί μοι αἰσχυνθήτωσαν, ὁ δὲ δοῦλός σου εὐφρανθήσεται.28 Εκείνοι θα καταρώνται, συ όμως θα με ευλογής. Ετσι δε οι εχθροί, που επαναστατούν εναντίον μου, θα κατεντροπιασθούν και θα εξευτελισθούν, εγώ δε ο δούλός σου θα ευφρανθώ δια τας δωρεάς σου.28 Θὰ μὲ καταρασθοῦν αὐτοί, πλὴν σὺ θὰ μὲ εὐλογήσης· θὰ καταισχυνθοῦν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπαναστατοῦν καὶ ἐξεγείρονται κατ' ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ ὁ ταπεινὸς σου δοῦλος θὰ εὐφρανθῶ.
29 ἐνδυσάσθωσαν οἱ ἐνδιαβάλλοντές με ἐντροπὴν καὶ περιβαλέσθωσαν ὡς διπλοΐδα αἰσχύνην αὐτῶν.29 Οι συκοφάνται μου ας ενδυθούν ως μόνιμον ισοβιον ένδυμα την εντροπήν. Ας περιβληθούν μόνιμον την καταισχύνην, ωσάν πλατύν μανδύαν με πολλάς περιτυλίξεις.29 Ἂς ἐνδυθοῦν οἱ κατηγοροῦντες καὶ διαβάλλοντές με ἐντροπὴν καὶ ἂς περιβληθοῦν καταισχύνην ὡς ἄλλον πλατὺν μανδύαν ποὺ διὰ διπλῶν περιτυλίξεων περιβάλλει τὸ σῶμα.
30 ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ σφόδρα ἐν τῷ στόματί μου καὶ ἐν μέσῳ πολλῶν αἰνέσω αὐτόν,30 Εγώ δε θα δοξολογήσω τον Κυριον με όλην μου την δύναμιν δια του στόματός μου. Εν μέσω πολλών άλλων θα υμνολογήσω αυτόν.30 Θὰ δοξολογήσω τὸν Κύριον μὲ τὸ στόμα μου καὶ μὲ ὅλην τὴν δύναμίν μου καὶ ἐν μέσῳ πλήθους πολλοῦ θὰ τοῦ ψάλω αἶνον.
31 ὅτι παρέστη ἐκ δεξιῶν πένητος τοῦ σῶσαι ἐκ τῶν καταδιωκόντων τὴν ψυχήν μου.31 Διότι παρεστάθη βοηθός εκ δεξιών εμού του πτωχού, δια να σώση την ζωήν μου από εκείνους, που με καταδιώκουν.31 Διότι παρεστάθη σύμμαχος καὶ προστάτης εἰς τὰ δεξιὰ ἐμοῦ τοῦ πτωχοῦ καὶ ταπεινοῦ, διὰ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν κατεδίωκον.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹

Κάθισμα :  § 16🔹«109~117»




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΘ'🔸
                           (109)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 110) ΕΙΠΕΝ ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.1 (Μασ. 110) Είπεν ο Κυριος και Θεός μου προς τον Κυριον και Θεόν μου, προς τον Μεσσίαν· Καθησαι εις τα δεξιά του θρόνου μου και εγώ θα θέσω όλους τους εχθρούς σου ως υποπόδιον των ποδών σου.1 Εἶπεν ὁ Κύριος καὶ Θεὸς εἰς τὸν Κύριόν μου Μεσσίαν· κάθησε εἰς τὰ δεξιά μου δοξαζόμενος καὶ ἀπολαμβάνων ἴσην τιμὴν μὲ ἐμέ, ἕως ὅτου θέσω τοὺς ἐχθρούς σου σὰν ἄλλο στήριγμα, ποὺ θὰ πατοῦν ἐπάνω οἱ πόδες σου.
2 ράβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι Κύριος ἐκ Σιών, καὶ κατακυρίευε ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου.2 Και ο Δαυίδ λαβών την αποκάλυψιν αυτήν λέγει προς τον Μεσσίαν· Βασιλικήν ράβδον ακατανικήτου δυνάμεως θα χορηγήση εις σε ο Κυριος από την αγίαν Σιών. Κυριάρχησε, λοιπόν, και μένε κύριος και εξουσιαστής εν μέσω των εχθρών σου.2 Σκῆπτρον καὶ ράβδον βασιλικὴν καὶ στιβαράν, ἀκαταβλήτου δυνάμεως θὰ σοῦ ἀποστείλῃ ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν Σιών, ὅπου ὁ ἱερὸς ναὸς τῆς κατοικίας του, καὶ κατάβαλλε τοὺς ἐχθρούς σου, ἀναδεικνυόμενος θριαμβευτὴς καὶ κύριος ἐν μέσῳ αὐτῶν.
3 μετὰ σοῦ ἡ ἀρχὴ ἐν ἡμέρᾳ τῆς δυνάμεώς σου ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου· ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε.3 Μαζή σου, αναφαίρετος και προαιωνία, είναι η απόλυτος εξουσία και κυριαρχία, την οποίαν κυρίως κατά την ημέραν της επιφανείας σου θα εκδηλώσης εν μέσω της λαμπρότητος των αγίων, αγγέλων και ανθρώπων. Ο Θεός και Πατήρ λέγει προς τον Μεσσίαν· Από τους κόλπους μου, από την ιδίαν την ουσίαν μου, πριν από τον αυγερινόν και τα άλλα αστέρια, προαιωνίως και αϊδίως, σε έχω γεννήσει.3 Δὲν σοῦ προσδίδεται ἔξωθεν ἀπὸ ἄλλον, ἀλλ’ εἶναι προσὸν ἀχώριστον αὐτῆς τῆς φύσεώς σου ἡ ἐξουσία καὶ ἀρχή, τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσῃς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐπιφανείας σου, ὅτε θὰ ἐκδηλώσῃς τὴν ἀήττητον δύναμίν σου ἐν μέσῳ τῶν λαμπροτήτων τῶν ἀγγέλων καὶ λοιπῶν ἁγίων, κρίνων καὶ τιμωρῶν τοὺς κακοὺς καὶ δοξάζων τοὺς ἐναρέτους. Ἐκ τῶν κόλπων μου καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς οὐσίας μου πρὸ τῶν ἄστρων καὶ τοῦ αὐγερινοῦ σὲ ἐγέννησα, πρωτότοκον πάσης τῆς κτίσεως.
4 ὤμοσε Κύριος καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.4 Και ο Δαυίδ λέγει· Ο Κυριος ωρκίσθηκε και δεν πρόκειται να αλλάξη γνώμην. Συ, ο Μεσσίας είσαι αρχιερεύς στους αιώνας των αιώνων, κατά την τάξιν του Μελχισεδέκ.4 Ὡρκίσθη ὁ Κύριος καὶ δὲν θὰ μεταμεληθῇ, ὥστε νὰ μεταβάλῃ ἀπόφασιν. Καὶ εἶπεν ἐν τῇ ἐνόρκῳ ὑποσχέσει του· Σὺ εἶσαι ἱερεὺς αἰώνιος σὰν τὸν Μελχισεδέκ, τοῦ ὁποίου παρασιωπᾶται ἐξεπίτηδες εἰς τὴν Γραφὴν ἡ γενεαλογία καὶ ὁ θάνατος, διὰ νὰ εἶναι σύμβολον καὶ προτύπωσις τῆς παντοτεινῆς ἱερωσύνης σου, καὶ τῆς αἰωνίας βασιλείας σου, ἀφοῦ ὁ Μελχισεδὲκ ἦτο συγχρόνως καὶ ἱερεὺς καὶ βασιλεύς.
5 Κύριος ἐκ δεξιῶν σου συνέθλασεν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς αὐτοῦ βασιλεῖς·5 Ο Κυριος, ο συμπαραστάτης και βοηθός σου εκ δεξιών σου, θα συντρίψη κατά την ημέραν της οργής του τους βασιλείς της γης, που θα πάρουν εχθρικήν στάσιν απέναντί σου.5 Ὁ Κύριος παριστάμενος εἰς τὰ δεξιά σου συνέτριψε βασιλεῖς κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδηλωθῇ καὶ θὰ ἐκσπάσῃ ἡ ὀργή του.
6 κρινεῖ ἐν τοῖς ἔθνεσι, πληρώσει πτώματα, συνθλάσει κεφαλὰς ἐπὶ γῆς πολλῶν.6 Θα κρίνη και θα καταδικάση όλα τα αμαρτωλά και ασεβή έθνη, θα γεμίση με πτώματα την οικουμένην, θα συντρίψη τας κεφαλάς πολλών αρχόντων της γης.6 Καὶ θὰ κρίνῃ ἐν μέσῳ τῶν ἐθνῶν, θὰ γεμίσῃ τὸν κόσμον ἀπὸ πτώματα, θὰ καταθραύσῃ καὶ θὰ συντρίψῃ κεφαλὰς πολλῶν ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ θὰ συμβαίνουν ταῦτα διὰ μέσου τῶν γενεῶν εἰς μερικὰς κρίσεις τοῦ Θεοῦ πατάσσοντος ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τὸ κακόν, θὰ συντελεσθοῦν δὲ πλήρως καὶ ὁλοσχερῶς κατὰ τὴν Δευτέραν Παρουσίαν.
7 ἐκ χειμάρρου ἐν ὁδῷ πίεται· διὰ τοῦτο ὑψώσει κεφαλήν.7 Ο Μεσσίας αγωνιζόμενος υπέρ του λαού του θα πίη με απλότητα νερό από τον χείμαρρον. Δια δε την κακοπάθειάν του αυτήν και την ταπείνωσιν θα τον αναδείξη και θα τον δοξάση ο Κυριος.7 Ἀγωνιζόμενος δὲ καὶ κακοπαθῶν μετὰ τοῦ λαοῦ του ὁ Μεσσίας, θὰ διέλθῃ βίον λιτὸν καὶ ἀπέριττον καὶ δὲν θὰ θεωρήσῃ ἐξευτελιστικὸν πρὸς κατάσβεσιν τῆς δίψης του νὰ πίῃ ὕδωρ ἐκ χειμάρρου, τὸν ὁποῖον θὰ συναντήσῃ καθ' ὁδόν. Ἀλλ' ἀκριβῶς διὰ τὴν ταπείνωσίν του αὐτὴν θὰ ὑψώσῃ κεφαλὴν καὶ θὰ δοξασθῇ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                  🔸Ψαλμός ΡΙ'🔸
                           (110)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 111) ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐν βουλῇ εὐθέων καὶ συναγωγῇ.1 (Μασ. 111) Θα σε δοξολογήσω, Κυριε, με όλην μου την ψυχήν εν μέσω εκλεκτών και εναρέτων ανθρώπων, αλλά και εις πολυπληθή σύναξιν πιστών.1 Θὰ σὲ αἰνέσω καὶ θὰ σὲ δοξολογήσω, Κύριε, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας μου εἰς τὰ συμβούλια καὶ τὰς ἰδιαιτέρας συναντήσεις τῶν ἐκλεκτῶν σου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πολυπληθεστέραν σύναξιν τῶν πιστῶν σου.
2 μεγάλα τὰ ἔργα Κυρίου, ἐξεζητημένα εἰς πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ·2 Μεγάλα και αξιοθαύμαστα είναι τα έργα του Κυρίου· ωλοκληρωμένα λεπτομερώς με κάθε σοφίαν και αγαθότητα, σύμφωνα με το σοφόν και αγαθόν θέλημά του.2 Μεγάλα καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἀπηρτισμένα καὶ μὲ πᾶσαν σοφίαν κατεσκευασμένα, ἀνταποκρινόμενα πρὸς πάσας τὰς βουλὰς καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς ἀγαθότητάς του.
3 ἐξομολόγησις καὶ μεγαλοπρέπεια τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.3 Το κάθε έργον του είναι μαρτυρία και διακήρυξις της δόξης και της μεγαλοπρεπείας του. Η δικαιοσύνη του παραμένει λαμπρά και αναλλοίωτος στους αιώνας των αιώνων.3 Εἶναι ἄξιον νὰ ὑμνῆται καὶ μεγαλειῶδες παρουσιάζεται κάθε ἔργον του, καὶ ἡ δικαιοσύνη, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Κύριος κυβερνᾷ καὶ κατευθύνει εἰς τὸν τελικόν των σκοπὸν τὰ σύμπαντα, εἶναι ἀναλλοίωτος, ἀδιάσειστος καὶ αἰωνία.
4 μνείαν ἐποιήσατο τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύριος·4 Ο Κυριος διέταξε τους γονείς να ενθυμούνται οι ίδιοι, να διδάσκουν δε και εις τα παιδιά των τα θαυμάσια αυτού έργα. Ο Κυριος, ο οποίος έκαμε τα εξαίρετα αυτά έργα, είναι σπλαγχνικός και οικτίρμων.4 Συστήσας τὰς ἑορτάς του καὶ διατάξας τοὺς πατέρας νὰ μνημονεύουν εἰς τοὺς υἱοὺς αὐτῶν τὰ θαυμάσιά του ἐξησφάλισε ταῦτα ἀπὸ τῆς λήθης καὶ ὑποβοηθεῖ τοὺς δούλους του νὰ τὰ ἐνθυμοῦνται. Ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὰ θαυμάσια ταῦτα, εἶναι ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων.
5 τροφὴν ἔδωκε τοῖς φοβουμένοις αὐτόν, μνησθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ.5 Αυτός έδωσε τροφήν το μάνα στους σεβομένους το Ονομά του. Θα ενθυμήται πάντοτε την διαθήκην του, δια της οποίας υπεσχέθη να προστατεύη τον λαόν του.5 Εἰς τοὺς φοβουμένους αὐτὸν ἔδωκε τροφὴν τὸ μάννα, θὰ ἐνθυμῆται πάντοτε τὴν διαθήκην τὴν ὁποίαν συνῆψε μετὰ τοῦ λαοῦ του.
6 ἰσχὺν ἔργων αὐτοῦ ἀνήγγειλε τῷ λαῷ αὐτοῦ τοῦ δοῦναι αὐτοῖς κληρονομίαν ἐθνῶν.6 Την δύναμιν των μεγάλων και καταπληκτικών έργων του ανήγγειλε και κατέστησε γνωστήν στον λαόν του, με το να δώση εις αυτόν κληρονομίαν τα ειδωλολατρικά έθνη, την χώραν της Παλαιστίνης.6 Τὴν δύναμιν τῶν καταπληκτικῶν ἔργων καὶ θαυμάτων του κατέστησε γνωστὴν εἰς τὸν λαόν του, ἐνεργήσας μεγάλα καὶ θαυμαστά, διὰ νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ὡς κληρονομίαν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἡ ὁποία κατείχετο ὑπὸ ἐθνῶν εἰδωλολατρικῶν.
7 ἔργα χειρῶν αὐτοῦ ἀλήθεια καὶ κρίσις· πισταὶ πᾶσαι αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ,7 Τα έργα των χειρών του διακηρύττουν πάντοτε την φιλαλήθειάν του, την πιστότητά του, την δικαιοκρισίαν του. Αξιόπιστοι και ασάλευτοι είναι όλαι αι εντολαί του,7 Τὰ ἔργα τῶν χειρῶν του ἀποδεικνύουν τὴν φιλαλήθειαν καὶ ἀξιοπιστίαν του ἐν τῇ πιστῇ τηρήσει τῶν ὑποσχέσεών του καὶ τὴν εὐθεῖαν κρίσιν καὶ δικαιοσύνην αὐτοῦ. Βέβαιαι καὶ ἀσάλευτοι καὶ μὲ αἰώνιον κῦρος εἶναι ὅλαι αἱ ἐντολαί του.
8 ἐστηριγμέναι εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, πεποιημέναι ἐν ἀληθείᾳ καὶ εὐθύτητι.8 θεμελιωμέναι και ακλόνητοι στον αιώνα του αιώνος. Είναι θεσπισμέναι και περιέχουν αλήθειαν και ευθύτητα, χωρίς ίχνος ψεύδους και ιδιοτελείας.8 Εἶναι καλὰ στερεωμένοι καὶ θὰ παραμείνουν ἀμετακίνητοι διὰ μέσου πάντων τῶν αἰώνων. Διότι ἔχουν συνταχθῇ μὲ ἀλήθειαν καὶ εὐθύτητα, ἀνόθευτοι ἀπὸ ψεῦδος καὶ πλάνην, καὶ ἐλεύθεραι ἀπὸ δολιότητα καὶ ἰδιοτέλειαν, καὶ πάντοτε ἀποβλέπουν πρὸς τὸ δίκαιον καὶ ὠφέλιμον.
9 λύτρωσιν ἀπέστειλε τῷ λαῷ αὐτοῦ, ἐνετείλατο εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκην αὐτοῦ· ἅγιον καὶ φοβερὸν τὸ ὄνομα αὐτοῦ.9 Λυτρωσιν, απελευθέρωσιν από την σκληράν δουλείαν των Αιγυπτίων, έστειλεν ο Κυριος στον λαόν του. Εδωσεν επί του όρους Σινά τον αιώνιον Νομον του. Αγιον και σεβαστόν είναι πάντοτε το Ονομά του.9 Λύτρωσιν καὶ ἀπελευθέρωσιν ἐκ τῆς σκληρᾶς δουλείας τῆς Αἰγύπτου ἀπέστειλεν εἰς τὸν λαόν του ὁ Κύριος, ἡ ἰσχὺς τῆς διαθήκης του ἐκτείνεται εἰς ὅλας τὰς γενεᾶς καὶ εἶναι αἰώνιον τὸ κῦρος αὐτῆς· διὰ τῆς θαυμαστῆς δὲ ταύτης λυτρώσεώς του καὶ τῶν καταπληκτικῶν ἔργων του κατέστησεν ἔνδοξον καὶ φοβερὸν τὸ ὄνομά του.
10 ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσις δὲ ἀγαθὴ πᾶσι τοῖς ποιοῦσιν αὐτήν. ἡ αἴνεσις αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.10 Αρχή και θεμέλιον της πραγματικής σοφίας είναι η ευλάβεια και ο σεβασμός προς τον Κυριον, η δε σύνεσις είναι ωφέλιμος μόνον εις εκείνους, οι οποίοι την εφαρμόζουν και ζουν σύμφωνα με αυτήν. Η δοξολογία προς τον Κυριον μένει και πρέπει να μένη εις πάντας τους αιώνας.10 Ναί, φοβερόν. Ἀλλ’ ὁ φόβος τὸν ὁποῖον ἐμπνέει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, εἶναι ἀρχὴ καὶ ρίζα τῆς ἀληθινῆς σοφίας, ἡ σύνεσις δὲ τότε εἶναι ἀγαθὴ καὶ ἀποδίδει τοὺς καρπούς της, ὅταν ἐφαρμόζεται καὶ ἐπιτελῆται δι’ ἔργων. Ἡ αἴνεσις καὶ δοξολογία τοῦ Κυρίου ἂς παραμένῃ καὶ ἂς διαρκῆ ἀτελευτήτως εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΙΑ'🔸
                            (111)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 112) ΜΑΚΑΡΙΟΣ ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον, ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα·1 (Μασ. 112) Τρισευτυχισμένος και ευλογημένος είναι ο άνθρωπος, ο οποίος σέβεται και ευλαβείται τον Κυριον. Αυτός με όλην του την θέλησιν θα ποθή να γνωρίζη και να εφαρμόζη τον νόμον του Θεού.1 Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φοβεῖται τὸν Κύριον· αὐτὸς μὲ ὅλην τὴν θέλησιν τῆς ψυχῆς του θὰ ποθήσῃ καὶ θὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ.
2 δυνατὸν ἐν τῇ γῇ ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ, γενεὰ εὐθέων εὐλογηθήσεται.2 Ισχυροί και ακατανίκητοι θα είναι οι απόγονοί του στον κόσμον αυτόν. Ως γενεά δε δικαία θα έχουν την ευλογίαν του Θεού.2 Ἰσχυροὶ καὶ ἀκατάβλητοι θὰ εἶναι ἐν τῇ γῇ οἱ ἀπόγονοί του, ὡς γενεὰ δικαίων καὶ εἰλικρινῶν ἀνθρώπων θὰ ἀπολαύσῃ τὰς εὐλογίας τοῦ Κυρίου.
3 δόξα καὶ πλοῦτος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.3 Η δόξα και ο πλούτος θα υπάρχουν εις την οικογένειάν του και η δικαιοσύνη αυτού θα παραμένη εις αιώνα αιώνος.3 Δόξα καὶ πλοῦτος θὰ πλεονάζουν εἰς τὸν οἶκον του, καὶ ἡ ἀρετή του θὰ παραμένῃ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος ἐγκωμιαζομένη ὑπὸ τῶν ἐπιζώντων καὶ στεφανουμένη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.
4 ἐξανέτειλεν ἐν σκότει φῶς τοῖς εὐθέσιν ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων καὶ δίκαιος.4 Μέσα στο σκότος της αγνοίας και της πλάνης και των δυσχερών περιστάσεων έλαμψε παρά Θεού το φως της αληθινής γνώσεως στους ευθείς κατά την καρδίαν. Διότι ο Κυριος είναι ελεήμων, οικτίρμων και δίκαιος.4 Εἰς τὸ σκότος τῆς ἀγνοίας ἢ τῶν θλίψεων, ποὺ τυχὸν θὰ συναντήσουν οἱ εὐθεῖς καὶ δίκαιοι ἄνθρωποι, ἐπεφάνη καὶ ἐπέλαμψε φῶς γνώσεως καὶ παρηγορίας· ·ο Θεὸς εἶναι ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων καὶ δίκαιος, συμπαθῶν μὲν καὶ συμπονῶν τοὺς δικαίους εἰς τὰς θλίψεις των, μετὰ δικαιοσύνης δὲ ἀποβλέπων εἰς τὴν ἀγαθὴν πρόθεσίν των καὶ ἀπαλλάσσων τούτους πάσης πλάνης.
5 χρηστὸς ἀνὴρ ὁ οἰκτείρων καὶ κιχρῶν· οἰκονομήσει τοὺς λόγους αὐτοῦ ἐν κρίσει,5 Αγαθός και χρήσιμος στους περί αυτόν είναι ο άνθρωπος εκείνος, που σπλαγχνίζεται τους άλλους, και τους δανείζει, χωρίς να δυσκολεύεται. Αυτός θα προσέχει πάντοτε τους λόγους του και τας κρίσστου, ώστε να μη θίγη τους άλλους, αλλά να τους οικοδομή.5 Ἐκεῖνος εἶναι ἄνθρωπος καλοκάγαθος, ὁ ὁποῖος σπλαγχνίζεται καὶ δανείζει τοὺς ἐν ἀνάγκαις· αὐτὸς δὲν ὁμιλεῖ ποτὲ ἀπερισκέπτως, ἀλλὰ μὲ φρόνησιν πολλὴν καὶ κρίσιν θὰ οἰκονομήσῃ τοὺς λόγους του προσέχων νὰ μὴ θίξῃ δι’ αὐτῶν κανένα, οὔτε νὰ πληγώσῃ ὁπωσδήποτε τὴν εὐαισθησίαν καὶ φιλοτιμίαν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ ἐλεουμένων καὶ δανειζομένων.
6 ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα οὐ σαλευθήσεται, εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος.6 Ο δίκαιος αυτός άνθρωπος ποτέ δεν θα σαλευθή εις την πίστιν του· εις την ζωήν του ποτέ δεν θα κλονισθή, ώστε να πέση, αλλά θα μνημονεύεται δια παντός εκ μέρους των άλλων.6 Εὐτυχὴς ὁ ἄνθρωπος οὗτος, διότι δὲν θὰ σαλευθῇ, στερούμενος τῆς εἰρήνης του ἐν μέσῳ τῶν πειρασμῶν καὶ καταντῶν εἰς ἀπόγνωσιν, ἀλλ’ ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ θὰ παραμένῃ παντοτεινὰ ἀδιάσειστος. Ὁ δίκαιος καὶ ἐνάρετος θὰ ἀφήσῃ τὴν ἀνάμνησίν του καὶ μετὰ θάνατον ἄσβεστον καὶ διαρκῆ εἰς τοὺς αἰῶνας, διότι ὄχι μόνον εὐφήμως θὰ μνημονεύεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς οὐδέποτε θὰ λησμονήσῃ αὐτόν.
7 ἀπὸ ἀκοῆς πονηρᾶς οὐ φοβηθήσεται· ἑτοίμη ἡ καρδία αὐτοῦ ἐλπίζειν ἐπὶ Κύριον.7 Δεν θα φοβηθή τας ψευδείς και συκοφαντικάς διαδόσεις των άλλων. Η καρδία του είναι ετοίμη και σταθερά στο να ελπίζη πάντοτε στον Κυριον.7 Δὲν θὰ φοβηθῇ οὐδὲ θὰ τρομάξῃ ἀπὸ ψευδεῖς φήμας καὶ κατηγορίας· εἶναι πάντοτε προητοιμασμένη καὶ πρόθυμος ἡ καρδία του νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος διασκεδάζει τὰς συκοφαντίας καὶ ἀποδεικνύει τὴν ἀθωότητα τῶν δούλων του.
8 ἐστήρικται ἡ καρδία αὐτοῦ, οὐ μὴ φοβηθῇ, ἕως οὗ ἐπίδῃ ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ·8 Είναι στερεωμένη η καρδία του και ποτέ δεν θα φοβηθή από κανένα κίνδυνον, αλλά τουναντίον θα ίδη τους εχθρούς αυτού να ταπεινώνονται ενώπιον του.8 Δὲν ταλαντεύεται οὐδὲ κλονίζεται ἡ καρδία του, ἀλλ’ εἶναι ἐστηριγμένη εἰς τὸν Κύριον, καὶ δι' αὐτὸ κατ' οὐδένα λόγον θὰ φοβηθῇ κατὰ τὸ μεταξὺ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ παρέλθῃ ἕως ὅτου ἴδῃ τεταπεινωμένους τοὺς ἐχθρούς του.
9 ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, τὸ κέρας αὐτοῦ ὑψωθήσεται ἐν δόξῃ.9 Αυτός εσκόρπισε τον πλούτον του με αγάπην. Εδωκεν στους πτωχούς. Η αρετή του και η αγάπη του μένει στον αιώνα του αιώνος και υμνείται παρά των ανθρώπων. Η δύναμίς του θα ανυψωθή εις μεγάλο ύψος δόξης.9 Ἄφθόνως καὶ πλουσιοπαρόχως ἐσκόρπισεν εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην, ἔδωκεν εἰς τοὺς πτωχούς· ἡ ἐκ τῶν ἀγαθοεργιῶν ἀρετή του μένει διὰ παντὸς ἐπαινουμένη ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ δι' αἰωνίων ἀμοιβῶν βραβευόμενη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀκμὴ καὶ δύναμις αὐτοῦ καὶ τοῦ οἴκου του θὰ ἐξυψωθῇ ἔνδοξος καὶ λαμπρά.
10 ἁμαρτωλὸς ὄψεται καὶ ὀργισθήσεται, τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ βρύξει καὶ τακήσεται· ἐπιθυμία ἁμαρτωλοῦ ἀπολεῖται.10 Ο αμαρτωλός θα ίδη αυτά και θα καταληφθή από οργήν. Θα τρίξη τα δόντια του, θα λυώση από τον φθόνον του, αλλά αι φθονεραί επιθυμίαι του, όπως και κάθε πονηρά επιθυμία του αμαρτωλού ανθρώπου, θα χαθή, θα πέση στο κενόν.10 Ὁ ἁμαρτωλὸς θὰ ἴδῃ τὴν εὐδοκίμησιν αὐτὴν τοῦ δικαίου καὶ θὰ ὀργισθῇ, καὶ ἐκ τοῦ μίσους του θὰ τρίξῃ τοὺς ὀδόντάς του καὶ θὰ λειώσῃ ἀπὸ τὸν φθόνον του. Ἀλλ' ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ποὺ θέλει τὴν καταστροφὴν τοῦ δικαίου, θὰ χαθῇ καὶ δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΙΒ'🔸
                            (112)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 113) ΑΙΝΕΙΤΕ, παῖδες, Κύριον, αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου·1 (Μασ. 113) Δοξολογείτε, παίδες, πάντοτε τον Κυριον. Υμνολογήσατε το πάντιμον όνομα του Κυρίου.1 Αἰνεῖτε, δοῦλοι Θεοῦ, τὸν Κύριον· αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου. Δοξολογήσατε τὸν Κύριον διὰ τὰς ἀπείρους τελειότητας, αἱ ὁποῖαι σημαίνονται διὰ τοῦ ὀνόματός του.
2 εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.2 Ας είναι το όνομα του Κυρίου πάντοτε δοξασμένον από τώρα και έως στους απεράντους αιώνας των αιώνων.2 Ἂς εἶναι τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον καὶ δοξασμένον ἀπὸ τώρα καὶ πάντοτε, διὰ μέσου πάντων τῶν αἰώνων.
3 ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν αἰνετὸν τὸ ὄνομα Κυρίου.3 Δοξασμένον ας είναι το όνομα του Κυρίου από των ανατολών ηλίου μέχρι και των δυσμών, εις όλην την έκτασιν της οικουμένης και της γης.3 Ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν, καθ’ ὅλην τὴν γῆν, εἶναι πρέπον νὰ ἀνυμνῆται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ ἂς μὴ μείνῃ οὔτε σπιθαμὴ γῆς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἀντηχοῦν ὕμνοι δοξολογίας πρὸς τὸν Κύριον.
4 ὑψηλὸς ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη ὁ Κύριος, ἐπὶ τοὺς οὐρανοὺς ἡ δόξα αὐτοῦ.4 Μέγας, κυρίαρχος και ένδοξος ο Κυριος επάνω εις όλα τα έθνη. Η δόξα του ξεπερνά τα ύψη των ουρανών.4 Ὑψηλότερος καὶ ὑπέρτερος ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη εἶναι ὁ Κύριος· ὑπερβαίνει τὴν μεγαλοπρέπειαν τῶν οὐρανῶν ἡ δόξα του.
5 τίς ὡς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν; ὁ ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν5 Ποιός άλλος είναι τόσον μέγας και ένδοξος, όσον είναι ο Κυριος και Θεός μας; Κανείς. Αυτός είναι που κατοικεί εις τα ύψη των ουρανών.5 Ποῖος εἶναι σὰν τὸν Κύριον, τὸν ὁποῖον λατρεύομεν ὡς τὸν μόνον Θεόν μας; Ποῖος εἶναι τόσον μέγας καὶ ὑψηλός, ἀλλὰ καὶ τόσον συμπαθὴς καὶ συγκαταβατικὸς πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ ταπεινούς; Αὐτὸς εἶναι ποὺ κατοικεῖ εἰς τὰ ὕψη τῶν οὐρανῶν ὡς μόνος Ὕψιστος.
6 καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ,6 Αυτός ρίπτει ένα βλέμμα ευμενείας και καλωσύνης στους ταπεινούς, που υπάρχουν στον ουρανόν και εις την γην.6 Καὶ ὅμως πάντοτε ρίπτει συμπαθές, καταδεκτικὸν καὶ εὐμενὲς τὸ βλέμμα του εἰς τὰ ταπεινά, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχουν, ὄχι μόνον ἐν τῷ οὐρανῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ γῇ·
7 ὁ ἐγείρων ἀπὸ γῆς πτωχὸν καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψῶν πένητα7 Αυτός ανασηκώνει από το χώμα ισχυρόν και πλούσιον τον πεσμένον εκεί πτωχόν, τον δε δυστυχή και πεινασμένον, που κάθεται επάνω εις την κοπριάν, τον ανυψώνει και τον δοξάζει,7 Αὐτὸς σηκώνει τὸν πτωχὸν ἀπὸ τὸ χῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον γυμνὸς σχεδὸν κατάκειται· καὶ αὐτὸς ἀνυψώνει τὸν πένητα ἀπὸ τὰ σκύβαλα καὶ τὴν κοινωνικὴν αὐτοῦ ἀθλιότητα καὶ καταφρόνησιν,
8 τοῦ καθίσαι αὐτὸν μετὰ ἀρχόντων, μετὰ ἀρχόντων λαοῦ αὐτοῦ·8 δια να τον βάλη να καθήση μαζή με τους επισήμους ανθρώπους, με τους άρχοντας του εκλεκτού του λαού.8 διὰ νὰ τὸν βάλῃ νὰ καθίσῃ μὲ ἄρχοντας, μὲ τοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ του, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἐξέλεξε καὶ ἀνέδειξε τοιούτους.
9 ὁ κατοικίζων στεῖραν ἐν οἴκῳ, μητέρα ἐπὶ τέκνοις εὐφραινομένην.9 Αυτός εγκαθιστά μόνιμον και αμετακίνητον στον οίκον της την πρώην στείραν, διότι την αναδεικνύει μητέρα ευφραινομένην εις τα πολλά παιδιά της.9 Αὐτὸς ἐγκαθιστᾲ εἰς οἶκον τὴν στεῖραν καὶ τὴν εὐλογεῖ, ὥστε νὰ γίνῃ μήτηρ καὶ νὰ εὐφραίνεται διὰ τὰ ἀποκτηθέντα ὑπ’ αὐτῆς τέκνα.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΙΓ'🔸
                            (113)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 114) ΕΝ ΕΞΟΔῼ ᾿Ισραὴλ ἐξ Αἰγύπτου, οἴκου ᾿Ιακὼβ ἐκ λαοῦ βαρβάρου,1 (Μασ. 114) Οταν ο ισραηλιτικός λαός επραγματοποίησε την έξοδόν του από την Αίγυπτον, όταν οι απόγονοι του Ιακώβ ελεύθεροι απεμακρύνθησαν από τον βάρβαρον αιγυπτιακόν λαόν,1 Όταν ἐξῆλθεν ἐλεύθερος ὁ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, καὶ ὅταν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰακώβ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ μέσον λαοῦ βαρβάρου,
2 ἐγενήθη ᾿Ιουδαία ἁγίασμα αὐτοῦ, ᾿Ισραὴλ ἐξουσία αὐτοῦ.2 τότε κυρίως η Ιουδαία εξεχωρίσθη από τα αλλά ειδωλολατρικά έθνη και έγινε αφιερωμένη στον Θεόν, ο δε ισραηλιτικός λαός, ετέθη υπό την ιδιαιτέραν διακυβέρνησιν και πρόνοιαν του Θεού. Αυτό άλλως τε μαρτυρεί το πλήθος των θαυμαστών έργων.2 ἔγινεν ἡ Ἰουδαία χώρα ξεχωρισμένη καὶ ἀφιερωμένη εἰς τὸν Θεόν, καὶ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξουσίαν καὶ πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ.
3 ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ ᾿Ιορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω·3 Η Ερυθρά Θαλασσα είδε τον ισραηλιτικον λαόν και υπεχώρησε, σχισθείσα εις δύο. Ο Ιορδάνης ποταμός ανέκοψε το ρεύμα του και εστράφη εις τα οπίσω, δια να δώση δίοδον στους Ισραηλίτας.3 Ἡ Ἐρυθρὰ θάλασσα εἶδε τὸν Ἰσραὴλ καὶ ἔφυγε σχισθεῖσα εἰς δύο διὰ νὰ τοῦ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν δίοδον· ὁ Ἰορδάνης ἔστρεψε τὸ ρεῦμα του ὀπίσω καὶ ἐξηράνθη διὰ νὰ μὴ παρεμποδισθῇ ἡ εἴσοδος τοῦ Ἰσραὴλ εἰς τὴν γῆν Χαναάν.
4 τὰ ὄρη ἐσκίρτησαν ὡσεὶ κριοὶ καὶ οἱ βουνοὶ ὡς ἀρνία προβάτων.4 Τα όρη εσκίρτησαν από αγαλλίασιν ωσάν κριοι και τα βουνά σαν τα αρνάκια των προβάτων.4 Τὰ ὅρη ἀνεσκίρτησαν σὰν νὰ ἦσαν κριοὶ ἀπὸ τὸν φόβον τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου, ὅταν ἔδιδεν εἰς τὸ Σινᾶ τὸν νόμον, καὶ τὰ βουνὰ ἐπήδησαν σὰν ἀρνία προβάτων.
5 τί σοί ἐστι, θάλασσα, ὅτι ἔφυγες, καὶ σύ, ᾿Ιορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω;5 Τι συνέβη εις σέ, ω θάλασσα, που εσχίσθης εις δύο και υπεχώρησες προ των Ισραηλιτών, και συ, Ιορδάνη, που ανέκοψες την ροήν σου προς την θάλασσαν, και εγύρισες προς τα οπίσω;5 Τί σοῦ συνέβη, ὦ θάλασσα, καὶ ἔφυγες, καὶ τί ἔπαθες καὶ σύ, ὦ Ἰορδάνη, ποὺ ἔστρεψας τὸ ρεῦμα σου ὀπίσω;
6 τὰ ὄρη, ὅτι ἐσκιρτήσατε ὡσεὶ κριοί, καὶ οἱ βουνοὶ ὡς ἀρνία προβάτων;6 Διατί σεις, όρη του Σινά, εσκιρτήσατε ωσάν κριοι και τα βουνά ωσάν αρνάκια προβάτων;6 Καὶ διατὶ τὰ ὅρη ἀνεσκιρτήσατε σὰν κριοί; Καὶ σεῖς βουνὰ διατὶ ἀνεπηδήσατε σὰν ἀρνία προβάτων;
7 ἀπὸ προσώπου Κυρίου ἐσαλεύθη ἡ γῆ, ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ ᾿Ιακὼβ7 Εγιναν αυτά, επειδή εσημειώθη εκεί η παρουσία του Κυρίου. Εσείσθη η γη με την εμφάνισίν του Θεού του Ιακώβ.7 Ἐπεφάνη ὁ Θεὸς καὶ ἀπὸ τὸν φόβον τὸν ὁποῖον ἐμπνέει τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου ἐσαλεύθη ἀπὸ σεισμὸν μέγαν ἡ γῆ, ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ,
8 τοῦ στρέψαντος τὴν πέτραν εἰς λίμνας ὑδάτων καὶ τὴν ἀκρότομον εἰς πηγὰς ὑδάτων.8 Αυτού, ο οποίος μετέβαλε τον ξηρόν βράχον εις λίμνας υδάτων και τον απότομον σκληρόν γρανίτην εις πηγάς υδάτων.8 ὁ ὁποῖος μετέστρεψε καὶ μετέβαλε τὴν σκληρὰν καὶ ξηρὰν πέτραν εἰς λίμνας γεμάτας ἀπὸ ὕδατα καὶ τὸν συμπαγῆ καὶ ἀπότομον γρανίτην εἰς πηγὰς ὑδάτων.
9 μὴ ἡμῖν, Κύριε, μὴ ἡμῖν, ἀλλ᾿ ἢ τῷ ὀνόματί σου δὸς δόξαν, ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου,9 Εγιναν αυτά προς χάριν ημών. Ομως οχι προς ημάς, Κυριε, οχι προς ημάς, αλλά στο πάντιμον Ονομά σου δώσε δόξαν. Εις σε και μόνον πρέπει η δόξα δια την πολλήν ευσπλαγχνίαν σου, που έδειξες και δεικνύεις προς ημάς, και δια την αλήθειαν, την οποίαν μας φανέρωνεις.9 Ὅπως δὲ τότε θαυμαστὴ ὑπῆρξεν ἡ παρέμβασίς σου, οὕτω καὶ τώρα ἂς λάμψῃ ἡ ἐπιφάνεά σου. Ὄχι εἰς ἠμᾶς τοὺς εὐτελεῖς καὶ ἀναξίους, Κύριε· ὄχι εἰς ἠμᾶς, ἀλλὰ εἰς τὸ ὄνομά σου δὸς τὴν δόξαν. Δοξάσθητι, Κύριε, διὰ τοῦ ἐλέους τὸ ὁποῖον θὰ δείξῃς οἰκτείρων ἡμᾶς τοὺς ἀναξίους, καὶ διὰ τῆς ἀληθείας σου, ἡ ὁποία θὰ καταδειχθῇ ἐν τῇ τηρήσει τῶν ἐπαγγελιῶν σου.
10 μήποτε εἴπωσι τὰ ἔθνη· ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν;10 Σώζε μας πάντοτε σύμφωνα με την υπόσχεσίν σου, δια να μη καταστραφώμεν και είπουν τα ειδωλολατρικά έθνη· Που είναι, λοιπόν, ο Θεός των;10 Μὴ τύχη καὶ εἴπουν οἱ ἐθνικοί, ὅταν θὰ μᾶς ἴδουν ἀπροστατεύτους καὶ ἐγκαταλελειμμένους· Ποῦ εἶναι ὁ Θεός των; Διατὶ δὲν φαίνεται πουθενά, ὅπως βοηθήσῃ αὐτούς;
11 ὁ δὲ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε.11 Και όμως ο Θεός μας υπάρχει παντού, στον ουρανόν και εις την γην, και όλα τα έργα, τα οποία ηθέλησε και θέλει, έπραξε και πράττει.11 Ὁ Θεός μας ὅμως τόσον εἰς τὸν οὐρανόν, ὅσον καὶ εἰς τὴν γῆν, ὅλα ὅσα ἠθέλησε τὰ ἔκαμε καὶ τίποτε δὲν παρουσιάσθη ἀδύνατον εἰς τὴν δύναμίν του.
12 τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν, ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων·12 Αντιθέτως τα είδωλα των εθνών είναι κατασκευασμένα από άργυρον και χρυσόν, έργα ανθρωπίνων χειρών,12 Ἀντιθέτως τὰ εἴδωλα, ποὺ λατρεύουν οἱ ἐθνικοί, εἶναι μὲν ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι μέταλλα ἄψυχα, τὰ ὁποῖα κατειργάσθησαν καὶ προσέδωκαν εἰς αὐτὰ τὴν μορφὴν τῶν εἰδώλων ἀνθρώπιναι χεῖρες.
13 στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται,13 που έχουν στόμα άλλα δεν ημπορούν να ομιλήσουν, έχουν οφθαλμούς και δεν ημπορούν να ίδουν,13 Στόμα ἔχουν, ἀλλὰ μὴ περιμένῃς νὰ ὁμιλήσουν καὶ νὰ ἐκφράσουν τὸ θέλημά των· μάτια ἔχουν, ἀλλὰ δὲν βλέπουν διόλου.
14 ὦτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἀκούσονται, ρῖνας ἔχουσι, καὶ οὐκ ὀσφρανθήσονται,14 έχουν αυτιά αλλά δεν ακούουν, έχουν ρίνας και δεν ημπορούν να οσφρανθούν.14 Ἔχουν αὐτιά, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀκούσουν, ρῖνας ἔχουν, ἀλλὰ δὲν θὰ αἰσθανθοῦν τὴν μυρωδιὰ τοῦ λιβάνου ἢ τῆς κνίσης τῶν θυσιαζομένων πρὸ αὐτῶν ζώων.
15 χεῖρας ἔχουσι, καὶ οὐ ψηλαφήσουσι, πόδας ἔχουσι καὶ οὐ περιπατήσουσιν, οὐ φωνήσουσιν ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν.15 Εχουν χέρια, αλλά δεν δύνανται να ψηλαφήσουν, έχουν πόδια, χωρίς και να ημπορούν να βαδίσουν, ούτε δύνανται να αρθρώσουν λέξιν από τους λάρυγγας αυτών.15 Ἔχουν χεῖρας, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ ἠμπορέσουν μὲ αὐτὰς νὰ ἐγγίσουν τινα ἢ νὰ τὸν ψηλαφήσουν· ἔχουν πόδας, ἀλλὰ δὲν θὰ περιπατήσουν, οὔτε θὰ σπεύσουν πρὸς βοήθειαν τῶν ἐπικαλουμένων αὐτούς. Δὲν θὰ φωνάξουν μὲ τὸν λάρυγγά των, διὰ νὰ διδάξουν ἢ παραμυθήσουν ἢ καὶ ἀπειλήσουν τοὺς λάτρεις των.
16 ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτοῖς.16 Ομοιοι με τα είδωλα αυτά, τα νεκρά και τα άψυχα, ας γίνουν και εκείνοι, οι οποίοι τα κατασκευάζουν και όλοι εκείνοι, οι οποίοι πιστεύουν εις αυτά.16 Ὅμοιοι πρὸς τοὺς ἀψύχους καὶ ἀσυναισθήτους τούτους θεοὺς θὰ γίνουν καὶ ὅσοι κατασκευάζουν τὰ εἴδωλά των, καθὼς καὶ ὅλοι ὅσοι στηρίζουν τὴν πεποίθησιν καὶ ἐλπίδα των εἰς αὐτούς. Εἰς ἠθικὴν ἀναισθησίαν θὰ καταλήξουν καὶ αὐτοὶ καὶ θὰ καταντήσουν νὰ γίνουν αἰχμάλωτοι τῆς ματαιότητος, δουλεύοντες εἰς τὴν ὕλην καὶ εἰς ψευδῆ ὄνειρα καὶ φαντασίας.
17 οἶκος ᾿Ισραὴλ ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον· βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν.17 Ο δε Ισραηλιτικός λαός ήλπισεν απ' αρχής και θα ελπίζη στον Κυριον, διότι αυτός είναι βοηθός εις τας ανάγκας του, υπερασπιστής στους διαφόρους κινδύνους, που τον απειλούν.17 Ὁ οἶκος τοῦ Ἰσραὴλ ἀνέκαθεν ἤλπισεν εἰς τὸν Κύριον· αὐτὸς εἶναι ὁ βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστής των.
18 οἶκος ᾿Ααρὼν ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον· βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν.18 Ο ιερατικός οίκος του Ααρών ήλπισε και ελπίζει προς τον Κυριον. Βοηθός και υπερασπιστής αυτών είναι ο αληθινός Θεός.18 Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀαρών, ὁλόκληρον τὸ ἱερατικὸν γένος τοῦ Ἰσραήλ, ἤλπισαν εἰς τὸν Κύριον· αὐτὸς εἶναι ὁ βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστής των.
19 οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον ἤλπισαν ἐπὶ Κύριον· βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν.19 Οι προσήλυτοι από τα διάφορα ειδωλολατρικά έθνη, που σέβονται τον αληθινόν Θεόν, ήλπισαν και ελπίζουν εις αυτόν. Διότι είναι βοηθός και υπερασπιστής των.19 Οἱ ἐκ τῶν ἐθνικῶν γνωρίσαντες τὸν ἀληθινὸν Θέον καὶ φοβούμενοι αὐτὸν ἤλπισαν ἐπὶ Κύριον· καὶ δὲν διεψεύσθησαν εἰς τὰς ἐλπίδας των, διότι ἀπεδείχθη βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστής των.
20 Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν εὐλόγησεν ἡμᾶς, εὐλόγησε τὸν οἶκον ᾿Ισραήλ, εὐλόγησε τὸν οἶκον ᾿Ααρών,20 Ο Κυριος μας ενθυμείται, μας έχει πάντοτε προ οφθαλμών, μας ηυλόγησε με την προστασίαν και τα αγαθά του και θα μας ευλογή. Θα ευλογήση την ιερατικήν οικογενειάν του Ααρών!20 Ὁ Κύριος δὲν μᾶς ἐλησμόνησεν, ἀλλ' ἐνθυμηθεὶς ἡμᾶς μᾶς ηὐλόγησε πλουσίως· ηὐλόγησε τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ· ηὐλόγησε τὸ ἱερατικὸν γένος, τὸ καταγόμενον ἀπὸ τὸν Ἀαρών·
21 εὐλόγησε τοὺς φοβουμένους τὸν Κύριον, τοὺς μικροὺς μετὰ τῶν μεγάλων.21 Θα ευλογήση τους προσηλύτους, οι οποίοι τον σέβονται, τους μικρούς μαζή με τους μεγάλους.21 ηὐλόγησε τοὺς φοβουμένους τὸν Κύριον· ὅλους ἀνεξαιρέτως ηὐλόγησεν, τόσον τοὺς μικροὺς εἴτε κατὰ τὴν ἡλικίαν εἴτε κατὰ τὴν δόξαν καὶ δύναμιν, ὅσον καὶ τοὺς μεγάλους.
22 προσθείη Κύριος ἐφ᾿ ὑμᾶς, ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν.22 Είθε να προσθέση ο Κυριος εις σας, εις σας και εις τα τέκνα σας νέας ευλογίας.22 Εἴθε νὰ προσθέση ὁ Κύριος ἐφ’ ὑμῶν καὶ ἐπὶ τῶν υἱῶν σας νέας εὐλογίας.
23 εὐλογημένοι ὑμεῖς τῷ Κυρίῳ τῷ ποιήσαντι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.23 Είθε να είσθε σεις ευλογημένοι παρά του Κυρίου και εις δόξαν του Κυρίου, ο οποίος εδημιούργησε το σύμπαν, τον ουρανόν και την γην.23 Εἴθε νὰ εἶσθε σεῖς εὐλογημένοι, πρὸς δόξαν καὶ ἔπαινον τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
24 ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ, τὴν δὲ γῆν ἔδωκε τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων.24 Ο υπεράνω του ουρανού των αστέρων υπέρτατος ουρανός ανήκει στον Κυριον ως ίδικόν του κατ' εξοχήν ενδιαίτημα· την γην όμως έδωκεν ως κατοικίαν στους ανθρώπους.24 Ὁ ὑπέρτατος οὐρανὸς ὁ ὑπερκείμενος τοῦ οὐρανοῦ τῶν ἀστέρων, εἶναι ἐνδιαίτημα καὶ κατοικία τοῦ Κυρίου, τὴν δὲ γῆν ἔδωκεν ὁ Κύριος εἰς τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων ὡς κατοικητήριον κατὰ τὴν ἐξ αὐτῆς ὀλιγοχρόνιον διάβασίν των.
25 οὐχ οἱ νεκροὶ αἰνέσουσί σε, Κύριε, οὐδὲ πάντες οἱ καταβαίνοντες εἰς ᾅδου,25 Βοήθησέ μας, Κυριε, να ζήσωμεν ειρηνικοί και μακροχρόνιοι εδώ εις την γην, δια να σε δοξάζωμεν, διότι οι νεκροί δεν σε δοξάζουν, Κυριε. Αυτοί, οι οποίοι κατεβαίνουν κάτω στο σκότος του άδου, δεν σε ενθυμούνται και δεν σε δοξολογούν.25 Βοήθησέ μας, Κύριε, ἐφ' ὅσον ζῶμεν εἰς τὴν γῆν, διὰ νὰ ὑμνῶμεν καὶ δοξάζωμεν τὸ ὄνομά σου. Δὲν θὰ σὲ ὑμνήσουν οἱ νεκροί, Κύριε, τῶν ὁποίων τὸ στόμα ἔκλεισε διὰ παντὸς καὶ αἱ χεῖρες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παίξουν ὄργανον καὶ ψαλτήριον. Οὔτε θὰ σὲ δοξολογήσουν ὅσοι καταβαίνουν εἰς τὸν Ἅδην.
26 ἀλλ᾿ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εὐλογήσομεν τὸν Κύριον, ἀπὸ τοῦ νῦν, καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.26 Αλλά ημείς, που ζώμεν, θα δοξολογήσωμεν τον Κυριον καθ' όλην την ζωήν μας και τώρα και δια δε των απογόνων μας στους αιώνας των αιώνων.26 Ἀλλ ’ ἠμεῖς οἱ ζῶντες θὰ ὑμνοῦμεν τὸν Κύριον ἀπὸ τώρα, ἐνόσῳ ζῶμεν ἡμεῖς, καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος θὰ τὸν ὑμνοῦμεν διὰ τῶν στομάτων τῶν ἀπογόνων μας.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΙΔ'🔸
                            (114)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 115) ΗΓΑΠΗΣΑ, ὅτι εἰσακούσεται Κύριος τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου,1 (Μασ. 115) Ηγάπησά με όλην μου την καρδιά τον Κυριον, διότι έκαμε δεκτήν και θα κάμνη και στο μέλλον δεκτήν την θερμήν προσευχήν μου.1 Ηγάπησα τὸν Κύριον, διότι καὶ τώρα καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ εἰσακούσῃ τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου.
2 ὅτι ἔκλινε τὸ οὖς αὐτοῦ ἐμοί, καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις μου ἐπικαλέσομαι.2 Διότι έκλινε το αυτί του προς εμέ, και εγώ θα τον επικαλούμαι εις όλας τας ημέρας της ζωής μου.2 Διότι ηὐδόκησε νὰ κλίνῃ εἰς ἐμὲ εὐμενὲς τὸ οὖς αὐτοῦ· ὅθεν καὶ ἐγὼ θὰ τὸν ἐπικαλοῦμαι καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας μου, ἐφ’ ὅσον θὰ ζῶ.
3 περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου, κίνδυνοι ᾅδου εὕροσάν με· θλῖψιν καὶ ὀδύνην εὗρον,3 Θανάσιμοι πόνοι και αγωνίαι θανάτου με έχουν περικυκλώσει. Φοβεροί κίνδυνοι με ευρήκαν, οι οποίοι απειλούν να με κρημνίσουν στον άδην. Θλίψιν και οδύνην συνήντησα εις την πορείαν της ζωής μου.3 Μὲ ἐκύκλωσαν ἀγωνιώδεις φόβοι θανάτου, κίνδυνοι ἐπαπειλοῦντες νὰ μὲ στείλουν εἰς τὸν Ἅδην μὲ εὗρον θλῖψιν καὶ ὀδύνην συνήντησα.
4 καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπεκαλεσάμην· ὦ Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου.4 Υπό το κράτος των αγωνιωδών αυτών περιστάσεων επεκαλέσθην δια της προσευχής το όνομα του Κυρίου και είπα· Ω Κυριε, σώσε την ζωήν μου από τους τρομερούς κινδύνους.4 Καὶ ἐν μέσῳ τῶν κινδύνων τούτων ποὺ ἠπείλουν τὴν ζωήν μου, ἐπεκαλέσθην τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ εἶπον: Ὦ Κύριε, γλύτωσε τὴν ζωὴν καὶ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ τὰς στενοχωρίας της.
5 ἐλεήμων ὁ Κύριος καὶ δίκαιος, καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλεεῖ.5 Ο Κυριος είναι εύσπλαγχνος και δίκαιος. Αυτός στέλλει πλούσια τα ελέη του προς ημάς.5 Εἶναι ἐλεήμων ὁ Κύριος καὶ δίκαιος, δι' αὐτὸ δὲ καὶ εὐσπλαγχνίζεται τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν, καὶ θέλει νὰ βλέπῃ τὸ δίκαιον θριαμβεῦον. Μολονότι δὲ ἡ δικαιοσύνη του ἀπαιτεῖ τὴν τιμωρίαν μας, τὸ ἔλεός του νικᾷ καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἐλεεῖ.
6 φυλάσσων τὰ νήπια ὁ Κύριος· ἐταπεινώθην, καὶ ἔσωσέ με.6 Ο Κυριος φυλάσσει τα νήπια, τους αδυνάτους, τους ακάκους και αδόλους κατά την καρδίαν ανθρώπους. Εγώ εταπεινώθην ως ένα νήπιον ενώπιόν του και ο Κυριος δια την ταπείνωσίν μου αυτήν με έσωσε.6 Φυλάσσει ὁ Κύριος τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀκάκους καὶ ἀπονηρεύτους, οἱ ὁποῖοι μόνοι των δὲν δύνανται νὰ προστατεύσουν ἑαυτούς, σὰν τὰ νήπια. Ἐταπεινώθην καὶ ἐγὼ καὶ ἔγινα ὡς νήπιον καὶ μὲ ἔσωσε.
7 ἐπίστρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι Κύριος εὐηργέτησέ σε,7 Ω ψυχή μου, σύνελθε από την ταραχήν και ατονίαν, εις την οποίαν έχεις περιπέσει. Ξαναγύρισε εις την προτέραν σου ανάπαυσιν και ειρήνην, διότι ο Κυριος σε έχει πλέον ευεργετήσει.7 Σύνελθε εἰς ἑαυτήν, ὦ ψυχή μου· ἀνάλαβε ἐκ τῆς καταπτώσεώς σου καὶ ἐπάνελθε νὰ ἀπολαύσῃς τὴν ἀνάπαυσιν τῆς θείας προστασίας. Παῦσε νὰ ἀδημονῇς καὶ νὰ θρηνῇς, διότι ὁ Κύριος σὲ εὐηργέτησε.
8 ὅτι ἐξείλετο τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων καὶ τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος.8 Πράγματι ο Κυριος εγλύτωσε την ζωήν μου από τον θάνατον, τους οφθαλμούς μου τους απήλλαξεν από τα δάκρυα και τους πόδας μου τους διεφύλαξεν από ολισθήματα.8 Διότι ἀπηλευθέρωσε τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τὸν τρομερὸν κίνδυνον τοῦ θανάτου, ποὺ ἀντιμετώπισα, ἐσφόγγισε τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ τὰ δάκρυα, καὶ ἐπρόλαβε τοὺς πόδας μου ἀπὸ τοῦ νὰ ὀλισθήσουν καὶ σκοντάψουν.
9 εὐαρεστήσω ἐνώπιον Κυρίου, ἐν χώρᾳ ζώντων.9 Δια τούτο, εφ' όσον θα ζω, εφ' όσον θα υπάρχω εις την γην των ζώντων ανθρώπων, θα προσπαθώ να πράττω πάντοτε το ευάρεστον ενώπιον Κυρίου.9 Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ λυτρωθεῖς ἐκ τοῦ θανάτου θὰ διάγω ἐν τῇ χώρᾳ τῶν ζώντων, ὅπου ὁ Κύριος μὲ διετήρησε, ζωὴν εὐάρεστον καὶ εὐγνώμονα εἰς αὐτόν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΙΕ'🔸
                            (115)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 116) ΕΠΙΣΤΕΥΣΑ, διὸ ἐλάλησα· ἐγὼ δὲ ἐταπεινώθην σφόδρα.1 (Μασ. 116) Επίστευσα στον Θεόν, και, φωτιζόμενος από αυτήν την πίστιν, ωμίλησα την αλήθειαν και είπα· εξ αιτίας των πολλών θλίψεων εταπεινώθηκα πάρα πολύ.1 Επίστευσα εἰς τὸν Θεόν, δι' αὐτὸ δὲ καὶ ἐξεδήλωσα δι’ ὁμολογίας τοῦ στόματός μου τὴν πλημμυροῦσαν τὴν καρδίαν μου πίστιν καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτόν. Ἰδοὺ δὲ τί εἶπον· Ἐγὼ ἀπὸ τοὺς σφοδροὺς πειρασμοὺς περιῆλθον εἰς πολλὴν ταπείνωσιν καὶ ἐξευτελισμόν.
2 ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης.2 Εγώ δε εις κατάστασιν εκστάσεως και αναταραχής ευρισκόμενος είπα· Καθε άνθρωπος είναι ψεύστης· εις αυτόν, λοιπόν, θα στηριχθώ η στον παντοδύναμον και αληθινόν Θεόν;2 Εἰς τὴν ψυχικὴν δὲ ἔκστασιν καὶ ἀναισθησίαν, τὴν ὁποίαν μοῦ προεκάλεσαν τὰ πολλὰ δεινά, εἶπα ὁ ταλαίπωρος ἐγώ· Πᾶς ἄνθρωπος εἶναι ψεύστης, ὕπαρξις ἄστατος καὶ σαθρά. Εἰς ἀνθρώπους λοιπὸν θὰ στηριχθῶ, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἐλπίσω;
3 τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;3 Τι ανταποδώσω στον Κιριον δι' όλας τας ευεργεσίας τας οποίας έχει κάμει προς εμέ;3 Εἰς τὸν Θεὸν προσέφυγα καὶ ἐπροστατεύθην. Τί νὰ ἀνταποδώσω εἰς τὸν Κύριον δι’ ἅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰς προστασίας, τὰς ὁποίας ὡς νὰ μοῦ τὰς ἐχρεώστει πλουσίους ἔδωκεν εἰς ἐμέ;
4 ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι.4 Θα πάρω και θα πιώ οίνον από το ποτήριον της ειρηνικής θυσίας, που του προσφέρω δια την σωτηρίαν μου, και πλήρης ευγνωμοσύνης θα αναφέρω και θα επικαλεσθώ το όνομα του Κυρίου.4 Κατὰ τὴν εἰρηνικὴν θυσίαν, ποὺ θὰ τοῦ προσφέρω ἐπὶ τῇ διασώσει μου, θὰ λάβω ποτήριον εὐχαριστίας καὶ πλήρης εὐγνωμοσύνης θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.
5 τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.5 Τα τάματα, τα οποία έχω κάμει, θα τα αποδώσω προς τον Κυριον έμπροσθεν όλου του λαού.5 Τὰς θυσίας ποὺ ἔταξα καὶ ὑπεσχεθην εἰς τὸν Κύριον, θὰ ἐκτελέσω καὶ θὰ τοῦ τὰς προσφέρω δημοσία καὶ πανηγυρικῶς ἔμπροσθεν ὅλου τοῦ λαοῦ του.
6 τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ.6 Τιμά ο Θεός, βραβεύει και δοξάζει τους αφωσιωμένους εις αυτόν, όταν μάλιστα αποθνήσκουν δια την αγάπην και την δόξαν του.6 Λογαριάζει πολὺ ὁ Κύριος τὸν θάνατον τῶν ἀφωσιωμένων εἰς αὐτὸν καὶ στεφανώνει δι' ἀνυπολογίστων τιμῶν τοὺς ἀποθνήσκοντας διὰ τὴν ἀγάπην του.
7 ὦ Κύριε, ἐγὼ δοῦλος σός, ἐγὼ δοῦλος σὸς καὶ υἱὸς τῆς παιδίσκης σου. διέρρηξας τοὺς δεσμούς μου,7 Ω Κυριε, εγώ είμαι δούλος ιδικός σου, είμαι δούλος ιδικός σου, παιδί της δούλης σου. Συ έθραυσες τις αλυσίδες των μεγάλων και πολλών δεινών μου, εξ αιτίας των οποίων εκινδύνευα να αποθάνω.7 Ὦ Κύριε, καὶ ἐγὼ εἶμαι δοῦλος σου· καὶ ἐγὼ εἶμαι δοῦλος ἰδικός σου καὶ εἶμαι υἱὸς τῆς δούλης σου, ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν στέγην σου, ὡς ἀνήκοντα ἐξ ὁλοκλήρου εἰς σέ, μὲ ἐγέννησε. Ἔσπασας τὰς ἁλύσεις καὶ τὰ δεσμὰ τῶν δεινῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐκινδύνευον νὰ ἀποθάνω.
8 σοὶ θύσω θυσίαν αἰνέσεως καὶ ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐπικαλέσομαι.8 Εις σε λοιπόν θα προσφέρω θυσίαν δοξολογίας δια την διάσωσίν μου και το Ονομά σου το σεδαστόν επικαλούμαι και θα επικαλούμαι.8 Εἰς σὲ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τώρα θὰ προσφέρω θυσίαν αἰνέσεως καὶ πλήρης εὐγνωμοσύνης θὰ σὲ ἐπικαλεσθῶ, ὅταν θὰ ὑψώνω εὐλαβῶς τὸ ποτήριον διὰ νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸ ὄνομά σου.
9 τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ,9 Τα τάματά μου προς τον Κυριον θα τα εκπληρώσω εγώ δημοσία, ενώπιον όλου του λαού του,9 Τὰ ὅσα ὑπεσχέθην ταξίματα εἰς τὸν Κύριον, ὅταν κινδυνεύων ἐπεκαλούμην τὴν βοήθειάν του, θὰ τὰ ἐκτελέσω ἐπακριβῶς ὡς χρέος ἱερὸν ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ του,
10 ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου ἐν μέσῳ σου, ῾Ιερουσαλήμ.10 εκεί, εις τας αυλάς του ναού του Κυρίου εντός της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ.10 προσφέρων τὰς θυσίας ποὺ ἔταξα εἰς τὰς ἱερὰς αὐλὰς τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου, ἐν τῷ ναῷ, ὅστις ἔχει ἀνεγερθῇ εἰς τὸ κέντρον σου, ὦ Ἱερουσαλήμ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΙΣΤ'🔸
                            (116)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 117) ΑΙΝΕΙΤΕ τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔθνη, ἐπαινέσατε αὐτόν, πάντες οἱ λαοί,1 (Μασ. 117) Δοξολογείτε τον Κυριον όλα τα έθνη της γης, επαινέσατέ τον όλοι οι λαοί.1 Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ὅλα τὰ ἔθνη, ἐπαινέσατε αὐτὸν πάντες οἱ λαοί, ὑμνοῦντες τὸ μεγαλεῖον του καὶ τὴν ἄπειρον δόξαν του.
2 ὅτι ἐκραταιώθη τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα.2 Υμνολογήσατέ τον, διότι το έλεός του εδείχθη προς ημάς μέγα και ακατανίκητον, η δε φιλαλήθειά του και η αξιοπιστία εις τας υποσχέσστου παραμένει στους αιώνας των αιώνων.2 Ὑμνήσατέ τον, διότι τὸ ἔλεος του ἐδείχθη πρὸς ἡμᾶς μέγα καὶ κραταιόν, κατανικῆσαν κάθε ἐμπόδιον καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας. Καὶ ἐλεήσας ἠμᾶς ὁ Κύριος ἀπεδείχθη πιστὸς εἰς τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς ἐπαληθεὐσεως τούτων ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου παραμένει ἀδιάψευατος καὶ ὑπερύμνητος εἰς τοὺς αἰῶνας.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΙΖ'🔸
                            (117)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 118) ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.1 (Μασ. 118) Δοξολογείτε συνεχώς και ευχαριστείτε τον Κυριον, διότι είναι πανάγαθος, διότι αιώνιον και πλουσιόδωρον είναι το έλεός του.1 Δοξολογήσατε καὶ εὐχαριστήσατε τὸν Κύριον, διότι εἶναι ἀγαθός, διότι πάντοτε καὶ διαρκῶς ἐλεεῖ καὶ ἡ εὐσπλαγχνία του εἶναι ἀστείρευτος πηγὴ ἐλέους, ὥστε τὸ ἔλεός του να μένῃ ἀνεξάντλητον εἰς τὸν αἰῶνα.
2 εἰπάτω δὴ οἶκος ᾿Ισραὴλ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·2 Ας διακηρύξη όλος ο ισραηλιτικός λαός, ότι είναι πανάγαθος, διότι είναι αιώνιον και πλουσιόδωρον το έλεός του.2 Ἂς εἴπῃ λοιπὸν καὶ ἂς διακηρύξῃ ὁ οἶκος τοῦ Ἰσραήλ, ὅλοι γενικῶς οἱ Ἰσραηλῖται, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀστείρευτον καὶ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
3 εἰπάτω δὴ οἶκος ᾿Ααρὼν ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·3 Ας διαλαλήση το ιερατικόν γένος του Ααρών, ότι είναι πανάγαθος, ότι αιώνιον και πλουσιόδωρον είναι το έλεός του.3 Ἂς εἴπῃ τώρα καὶ τὸ ἀπὸ τοῶ Ἀαρὼν καταγόμενον ἱερατικὸν γένος, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἀγαθός, διότι τὸ ἔλεός του παραμένει αἰώνιον.
4 εἰπάτωσαν δὴ πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.4 Ας διαλαλήσουν, λοιπόν, όλοι όσοι ευλαβούνται τον Κυριον, οι προσήλυτοι εκ των εθνών, ότι ο Κυριος είναι πανάγαθος, ότι αιώνιον και πλουσιόδωρον είναι το έλεός του.4 Ἂς διακηρύξουν καὶ ἂς τὸ φωνάξουν ὅλοι οἱ ἐξ ἐθνῶν προσήλυτοι, ὅσοι φοβοῦνται τὸν Κύριον, ὅτι εἶναι ἀγαθός, διότι δὲν παύει ποτὲ ἀπὸ τοῦ να ἐλεῇ διὰ μέσου πάντων τῶν αἰώνων.
5 ἐκ θλίψεως ἐπεκαλεσάμην τὸν Κύριον, καὶ ἐπήκουσέ μου εἰς πλατυσμόν.5 Οταν ευρισκόμην εις μεγάλην θλίψιν, παρεκάλεσα τον Κυριον και ο Κυριος έκαμε δεκτήν την προσευχήν μου και μου έστειλεν άνεσιν.5 Ἐκ μέσου τῆς κυκλωσάσης μὲ θλίψεως ἐπεκαλέσθην τὸν Κύριον καὶ ἑπήκουσε τῆς προσευχῆς μου καὶ ἐκ τῆς στενοχώρίας μου μὲ ὠδήγησεν εἰς εὐρυχωρίαν καὶ ἀνακούφισιν.
6 Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος.6 Οταν ο Κυριος είναι βοηθός και συμπαραστάτης μου, δεν θα φοβηθώ ποτέ από τας απειλάς και τας κακότητας του οιουδήποτε ανθρώπου.6 Ὁ Κύριος ἐγένετο εἰς ἐμὲ βοηθὸς καὶ δὲν θὰ φοβηθῶ τί θὰ μοῦ κάμῃ οἰοσδήποτε ἄνθρωπος.
7 Κύριος ἐμοὶ βοηθός, κἀγὼ ἐπόψομαι τοὺς ἐχθρούς μου.7 Ο Κυριος είναι ο παντοδύναμος βοηθός μου, δια τούτο και θα ίδω ταπεινωμένους προ των ποδών μου τους εχθρούς μου.7 Ὃ Κύριος εἶναι βοηθὸς καὶ σύμμαχός μου, δι’ αὐτὸ δὲ καὶ ἐγὼ θὰ ἴδω τοὺς ἐχθρούς μου πρὸ τῶν ποδῶν μου ἡττημένους καὶ κατησχυμμένους.
8 ἀγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον ἢ πεποιθέναι ἐπ᾿ ἄνθρωπον·8 Είναι ασυγκρίτως προτιμότερον και επωφελέστερον να έχη κανείς στηριγμένην την πεποίθησίν του στον Κυριον η να εμπιστεύεται τον εαυτόν του στους ανθρώπους.8 Ἀσυγκρίτως καλύτερον καὶ ἀσφαλέστερον νὰ στηρίζῃ τις τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησή του εἰς τὸν Κύριον, παρὰ νὰ βασίζεται εἰς τὴν βοήθειαν καὶ συμμαχίαν ἀνθρώπου.
9 ἀγαθὸν ἐλπίζειν ἐπὶ Κύριον ἢ ἐλπίζειν ἐπ᾿ ἄρχουσι.9 Προτιμότερον και επωφελέστερον είναι να ελπίζη κανείς στον Κυριον, παρά να ελπίζη εις την βοήθειαν των αρχόντων.9 Εἶναι ἀσυγκρίτως προτιμότερον νὰ ἐλπίῃ τις εἰς τὸν Κύριον, παρὰ νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄρχοντας καὶ ἡγεμόνας.
10 πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς·10 Ολα τα γύρω έθνη έχθρικώς με περιεκύκλωσαν, εγώ όμως με το όνομα του Κυρίου, το οποίον και επεκαλέσθην, τους απέκρουσα και υπερήσπισα τον εαυτόν μου.10 Ὅλα τὰ γειτονικὰ ἔθνη μὲ περιεκύκλωσαν καὶ ὐμύνθην κατ’ αὐτῶν ἐπικαλεσθεὶς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τὴν βοήθειαν αὐτοῦ.
11 κυκλώσαντες ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.11 Με πολλήν ορμήν και μανίαν με περιεκύκλωσαν, και εγώ εν ονόματι Κυρίου τους απέκρουσα.11 Μὲ πολλὴν ὁρμὴν μὲ περιεκύκλωσαν καὶ μὲ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἀντεπεξῆλθον καὶ ἠμύνθην νικηφόρως κατ’ αὐτῶν.
12 ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ μέλισσαι κηρίον καὶ ἐξεκαύθησαν ὡς πῦρ ἐν ἀκάνθαις, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.12 Με περιεκύκλωσαν, όπως περικυκλώνουν αι μέλισσαι την κηρήθραν, ήναψε πυρκαϊά μανίας μέσα των εναντίον μου, ωσάν η φωτιά εις τα αγκάθια. Και εγώ εν ονόματι Κυρίου τους απέκρουσα.12 Ἔπεσαν ἐπάνω μου καὶ μὲ περιεκύκλωσαν, ὅπως κυκλώνουν καὶ σωρεύονται εἰς τὴν κηρήθραν αἱ μέλισσαι, καὶ ἤναψαν ὅπως ἡ φωτιά, ὅταν κατακαίῃ ἀκάνθας καὶ φρύγανα. Λάβρως ἐπέπεσαν κατ’ ἐμοῦ. Καὶ διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἠμύνθην νικηφόρως κατ’ αὐτῶν.
13 ὠσθεὶς ἀνετράπην τοῦ πεσεῖν, καὶ ὁ Κύριος ἀντελάβετό μου.13 Με έσπρωξαν εχθρικαί χείρες, έχασα την ισορροπίαν μου και εκινδύνευσα να πέσω κάτω, αλλά ο Κυριος με έπιασε με το χέρι του και με εστήριξε.13 Μὲ ἔσπρωξαν χωρὶς νὰ τὸ περιμένω χεῖρες ἐχθρικαὶ καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ πέσω. Καὶ ὁ Κύριος μὲ ὑπεστήριξε διὰ τῆς χειρός του καὶ μὲ ἐβοήθησε.
14 ἰσχύς μου καὶ ὕμνησίς μου ὁ Κύριος καὶ ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν.14 Ο Κυριος είναι η δύναμίς μου, είναι η δοξολογία μου, αυτός πάντοτε υπήρξε δι' εμέ σωτήρ.14 Διὰ τῆς ἐνισχύσεως καὶ προστασίας, τὴν ὁποίαν μοῦ παρέχει ὁ Κύριος, γίνεται αὐτὸς ἰσχὺς καὶ δύναμίς μου, ἀλλὰ καὶ δόξα μου καὶ ὕμνησίς μου, θρίαμβος καὶ κλέος μου, καὶ ἡ βοήθειά του μοῦ ἐξησφάλισε τὴν σωτηρίαν.
15 φωνὴ ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας ἐν σκηναῖς δικαίων· δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν,15 Φωναί χαράς και αγαλλιάσεως, λόγω της σωτηρίας μας, ακούονται εις τας κατοικίας των δικαίων Ισραηλιτών. Η παντοδύναμος δεξιά του Κυρίου επραγματοποίησεν έργα δυνατά και αξιοθαύμαστα.15 Καὶ τώρα ἐκεῖ ὅπου λυτρωμένοι καὶ νικηταὶ ἔχουν κατασκηνώσει οἱ δίκαιοι, ἀκούεται πανηγυρικὴ φωνὴ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως, καὶ ὕμνοι σωτηρίας ἀντηχοῦν. Ἡ δεξιὰ τοῦ Κυρίου συνετέλεσεν ἔργα δυνατὰ καὶ ἀξιοθαυμάστοὺς θριάμβους.
16 δεξιὰ Κυρίου ὕψωσέ με, δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν.16 Η παντοδύναμος δεξιά του Κυρίου με ύψωσε και με εδόξασε, η δεξιά του Κυρίου επραγματοποίησεν έργα δυνατά και θαυμαστά.16 Ἡ δεξιὰ Κυρίου μὲ ἀνύψωσε καὶ μὲ ἀνέδειξε νικητὴν κατὰ τῶν ἐχθρῶν μου. Ἡ δεξιὰ Κυρίου κατειργάσθη δυνάμεις.
17 οὐκ ἀποθανοῦμαι, ἀλλὰ ζήσομαι καὶ διηγήσομαι τὰ ἔργα Κυρίου.17 Πιστεύω απολύτως εις την παντοδύναμον βοήθειάν του και διαλαλώ, ότι δεν θα αποθάνω εγώ και ο λαός μου, αλλά θα ζήσωμεν και θα διηγούμεθα τα θαυμαστά και καταπληκτικά αυτά έργα του Κυρίου.17 Δὲν θὰ ἀποθάνω καὶ δὲν θὰ ἐκλείψω ἐγὼ ὁ λαὸς τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ θὰ ζήσω καὶ θὰ διηγοῦμαι τὰ θαυμάσια ἔργα τοῦ Κυρίου.
18 παιδεύων ἐπαίδευσέ με ὁ Κύριος καὶ τῷ θανάτῳ οὐ παρέδωκέ με.18 Δια μέσου πολλών δοκιμασιών και παιδαγωγικών θλίψεων με επαιδαγώγησε και με ετιμώρησεν ο Κυριος, αλλά δεν με παρέδωκεν στον θάνατον και τον αφανισμόν.18 Δι' ἐθνικῶν συμφορῶν καὶ δοκιμασιῶν μὲ ἐπαιδαγώγησε καὶ μὲ ἐτιμώρησεν ὁ Κύριος, δὲν μὲ παρέδωκεν ὅμως εἰς τὸν θάνατον καὶ τὸν παντελῆ ἀφανισμόν.
19 ἀνοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης· εἰσελθὼν ἐν αὐταῖς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ.19 Και τώρα σεις, ιερείς, ανοίξατέ μου τας πύλας του ναού του Θεού. Θα εισέλθω εις τας αυλάς του ναού και θα δοξολογήσω τον Κυριον.19 Καὶ τώρα ποὺ ἡ λιτανεία μας κατέφθασεν εἰς τὸν ναόν, ἀνοίξατέ μου σεῖς οἱ ἱερεῖς τὰς πύλας τοῦ ναοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον κατοικεῖ ὁ δίκαιος καὶ ἐν δικαιοσύνῃ κρίνων Θεός. Ἀφοῦ δι’ αὐτῶν εἰσέλθω εἰς τὸν ναόν, θὰ ὑμνήσω καὶ θὰ εὐχαριστήσω μετὰ θερμῆς εὐγνωμοσύνης τὸν Κύριον.
20 αὕτη ἡ πύλη τοῦ Κυρίου, δίκαιοι εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ.20 Αύτη είναι η πύλη του ναού του Κυρίου και μόνον δίκαιοι και ενάρετοι έχουν το δικαίωμα να διέλθουν δι' αυτής προς τον ναόν.20 Αὕτη ἡ πύλη, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἱερεῖς ζητεῖτε να ἀνοίξωμεν, εἶναι ἡ πύλη τοῦ Κυρίου. Καὶ μόνον ὅσοι εἶναι δίκαιοι καὶ ἐνάρετοι ἔχουν δικαίωμα νὰ εἰσέλθουν καὶ νὰ διαβοῦν αὐτήν.
21 ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπήκουσάς μου καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν.21 Εγώ, Κυριε, θα σε δοξολογήσω δια τα μεγαλεία σου, θα εκφράσω την ευγνωμοσύνην μου δια τας ευεργεσίας σου, διότι ήκουσες ευμενώς και εδέχθης την προσευχήν μου και ανεδείχθης σωτήρ μου.21 Θὰ σὲ εὐχαριστήσω καὶ θὰ σὲ ὑμνήσω εὐγνωμόνως, διότι μὲ ἤκουσες καὶ ἔγινες σωτήρ μου.
22 λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας·22 Εγώ, που εις την περίστασιν αυτήν προεικονίζω και προαναγγέλλω τον σωτήρα, ομοιάζω με λίθον, τον οποίον κατεφρόνησαν οκνηροί και ανίκανοι οικοδόμοι. Αυτός όμως ο λίθος έγινεν εις τας χείρας του εμπείρου οικοδόμου θεμέλιος και ακρογωνιαίος λίθος του θείου οικοδομήματος.22 Ἐγὼ ὁ Ἰσραήλ, προτυπῶν καὶ τὸν Μεσσίαν, εἶμαι ὁ λίθος, τὸν ὁποῖον ἀπέρριψαν ὡς ἀκατάλληλον καὶ ἄχρηστον οἱ κτίσται, οἱ ῥυθμίζοντες διὰ τῆς σπάθης καὶ τῶν συμμαχιῶν των τὰς τύχας τῶν ἀσημοτέρων λαῶν. Ἀλλ’ ὁ λίθος αὐτὸς ἔγινε τῆς ὅλης οἰκοδομῆς κεφαλὴ καὶ ἀκρογωνιαῖος λίθος. Οὕτω καὶ ὁ Χριστός, μολονότι ἀπερρίφθη ὡς ἄχρηστος ἀπὸ τοὺς οἰκοδόμους τῆς συναγωγῆς, συνήνωσε τοὺς δύο λαούς, Ἰουδαίους καὶ ἐθνικούς, εἰς μίαν Ἐκκλησίαν καὶ ἐγένετο ταύτης ἀρχηγὸς καὶ κεφαλὴ καὶ ποιμήν.
23 παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.23 Αυτή η πνευματική οικοδομή, η Εκκλησία της λυτρώσεως και σωτηρίας, εθεμελιώθη και οικοδομήθη εκ μέρους του Κυρίου και είναι αξιοθαύμαστος στους οφθαλμούς μας.23 Ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐγένετο τοῦτο καὶ εἶναι θαυμαστὸν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς ἠμῶν τῶν πιστευόντων.
24 αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ.24 Αυτή είναι η πανηγυρική και χαρμόσυνος ημέρα, την οποίαν ο Κυριος έκαμε. Ας αγαλιασθώμεν και ας ευφρανθώμεν κατ' αυτήν.24 Αὐτὴ ἡ λαμπρὰ καὶ πανηγυρικὴ ἡμέρα, καθ’ ἢν ἀνυψώθη ὁ Ἰσραήλ, πολὺ δὲ περισσότερον ἡ ἡμέρα τῆς ἀνυψώσεως τοῦ Μεσαίου, εἶναι ἡμέρα τὴν ὁποίαν ἐποίησεν ὁ Κύριος. Ἂς χαρῶμεν καὶ ἂς εὐφρανθῶμεν κατ’ αὐτήν.
25 ὦ Κύριε, σῶσον δή, ὦ Κύριε, εὐόδωσον δή.25 Ω Κυριε, σώσον λοιπόν τον λαόν σου. Κατευόδωσον αυτόν, στο να επιτύχη τον προορισμόν του.25 Ὦ Κύριε, σῶσον μας λοιπὸν τώρα· ὦ Κύριε, καθοδήγησέ μας ἀσφαλῶς πρὸς αἴσιον καὶ εὐτυχὲς τέρμα.
26 εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου· εὐλογήκαμεν ὑμᾶς ἐξ οἴκου Κυρίου.26 Ευλογημένος ας είσαι συ, ο ευσεβής ισραηλιτικός λαός, ο οποίος έρχεσαι στον ναόν του Κυρίου. Εις σας τους ευλαβείς δίδομεν τας ευλογίας, αι οποίαι αναβλύζουν από τον ναόν του Κυρίου.26 Εὐλογημένος ἐσο σύ, ὦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἔρχεσαι εἰς τὸν ναόν, καὶ διαβαίνεις τὰς πύλας του ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου· σοῦ ἀπενείμαμεν τὰς εὐλογίας, αἱ ὁποῖαι ἀναβρύουν ἀπὸ τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου. Ἀλλ’ εὐλογημένος ἐσο καὶ ὁ ὑπὸ τοῦ Ἰσραὴλ προτυπούμενος Μεσσίας, ὁ ὁποῖος ἔρχεσαι σταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριον ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ.
27 Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· συστήσασθε ἑορτὴν ἐν τοῖς πυκάζουσιν ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου.27 Ο Θεός και Κυριος μας μας εφώτισε με το φως της θείας του παρουσίας· Οργανώσατε και ευτρεπίσατε εορταστικήν πομπήν, κρατούντες πυκνοφύλλους κλάδους και προχωρούντες μέχρι των κεράτων του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων.27 Θεὸς εἶναι ὁ Κύριός μας, πλήρης ἰσχύος καὶ δυνάμεως, καὶ ἐφανερώθη ἔνδοξος καὶ εὐμενὴς πρὸς ἡμᾶς· τακτοποιήσατε ἐορταστικὴν πομπὴν σείοντες τοὺς πυκνοὺς κλάδους τῶν φοινίκων καὶ προχωροῦντες εὐλαβῶς καὶ χαρμοσύνως μέχρι τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου τῶν ὁλοκαυτωμάτων.
28 Θεός μου εἶ σύ, καὶ ἐξομολογήσομαί σοι· Θεός μου εἶ σύ, καὶ ὑψώσω σε· ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπήκουσάς μου καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν.28 Και ο λαός απαντά· Συ, Κυριε, είσαι ο Θεός μου, και σε εγώ θα δοξολογώ πάντοτε. Συ είσαι ο Θεός μου και εγώ θα ανυμνώ το μεγαλείον και την δόξαν σου. Θα σε δοξολογώ δια το μεγαλείον σου, θα σε ευγνωμονώ δια τας ευεργεσίας σου, διότι, Κυριε, έκαμες δεκτήν την προσευχήν μου και έγινες ο σωτήρ μου.28 Θεός μου εἶσαι σὺ καὶ θὰ σὲ εὐχαριστήσω ἐγκωμιάζων σέ· Θεός μου εἶσαι σὺ καὶ θὰ σὲ ἀνευφημήσω καὶ θὰ διακηρύξω τὸ μεγαλεῖον καὶ τὸ ὕψος σου. Θὰ σὲ ἀνυμνήσω καὶ θὰ διαλαλήσω τὴν πρὸς σὲ εὐγνωμοσύνην μου, διότι εἱσήκουσας τὴν προσευχήν μου καὶ ἀνεδείχθης σωτήρ μου.
29 ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.29 Δοξολογείτε, λοιπόν τον Κυριον, διότι είναι πανάγαθος, διότι είναι αιώνιον και πλουσιόδωρον το έλεός του.29 Εὐχαριστεῖτε καὶ δοξολογεῖτε τὸν Κύριον, διότι εἶναι ἀγαθὸς καὶ μᾶς εὐεργετεῖ· διότι ἀνεξάντλητον καὶ αἰώνιον εἶναι τὸ ἔλεός του.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 17🔹«118»



             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΙΗ'🔸
                             (118)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 (Μασ. 119) ΜΑΚΑΡΙΟΙ οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ οἱ πορευόμενοι ἐν νόμῳ Κυρίου.1 (Μασ. 119) Μακάριοι είναι οι άμεμπτοι και ανεπίληπτοι εις τας πορείας της ζωής των. Αυτοί, οι οποίοι ζουν και πορεύονται σύμφωνα με τον νόμον του Κυρίου.1 Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἱς τὴν διαγωγήν των καὶ εἱς τὸν δρόμον τῆς ζωῆς των εἶναι ἄμεμπτοι, οἱ ὁποῖοι βαδίζουν καὶ συμπεριφέρονται σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ Κυρίου.
2 μακάριοι οἱ ἐξερευνῶντες τὰ μαρτύρια αὐτοῦ· ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ἐκζητήσουσιν αὐτόν.2 Μακάριοι είναι αυτοί, που ερευνούν με ενδιαφέρον και μελετούν με ευλάβειαν τας μαρτυρίας και τα θελήματα του Κυρίου, δια να τα γνωρίσουν και τα εφαρμόσουν εις την ζωήν των. Αυτοί με όλην των την καρδίαν θα αναζητήσουν και θα ανεύρουν τον Κυριον.2 Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐνδιαφέρον καὶ εὐλάβειαν ἐξετάζουν τὰς μαρτυρίας τοῦ Κυρίου, ἵνα μανθάνοντες αὐτὰς συμμορφωθοῦν πρὸς ταύτας. Αὐτοὶ μὲ ὅλην των τὴν καρδίαν θὰ ζητήσουν νὰ εὔρουν καὶ νὰ γνωρίσουν αὐτὸν τὸν ἴδιον.
3 οὐ γὰρ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ ἐπορεύθησαν.3 Δεν είναι μακάριοι οι αμαρτωλοί· διότι αυτοί εργάζονται και εφαρμόζουν εις την ζωήν των την παρανομίαν και δεν ζουν σύμφωνα με τας εντολάς του Θεού.3 Διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται τὴν ἀνομίαν, δὲν ἐπορεύθησαν εἰς τὰς ὁδοὺς τὰς δεικνυομένας ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ Κυρίου καὶ εἶναι ἀδύνατον αὐτοὶ νὰ εὔρουν καὶ νὰ πλησιάσουν αὐτόν.
4 σὺ ἐνετείλω τὰς ἐντολάς σου τοῦ φυλάξασθαι σφόδρα.4 Συ, έδωσες τας εντολάς σου εις ημάς, δια να τας τηρήσωμεν με κάθε προσοχήν και ακρίβειαν.4 Σὺ παρήγγειλες καὶ ἔδωκες εἱς ἡμᾶς τὰς ἐντολάς σου διὰ νὰ τὰς φυλάξωμεν καὶ τὰς τηρήσωμεν μὲ πᾶσαν προθυμίαν καὶ ἀκρίβειαν.
5 ὄφελον κατευθυνθείησαν αἱ ὁδοί μου τοῦ φυλάξασθαι τὰ δικαιώματά σου.5 Είθε να ευοδωθούν αι πορείαι και αι προσπάθειαί μου, στο να φυλάττω με ακρίβειαν τα προστάγματά σου.5 Εἴθε νὰ συμμορφωθῇ καὶ νὰ κατευθυνθῇ ἡ διαγωγὴ καὶ ἡ ὅλη μου συμπεριφορά, ὥστε νὰ φυλάττω τὰ προστάγματά σου, τῶν ὁποίων τὴν τήρησιν δικαιούσαι ν’ ἀξιοῖς παρ' ἡμῶν.
6 τότε οὐ μὴ αἰσχυνθῶ ἐν τῷ με ἐπιβλέπειν ἐπὶ πάσας τὰς ἐντολάς σου.6 Τοτε δεν θα εντροπιασθώ, όταν με προσοχήν και ευλάβειαν έχω εστραμμένα τα βλέμματά μου εις όλας τας εντολάς σου.6 Τότε καὶ μόνον δὲν θὰ καταληφθῶ ἀπὸ ἐντροπήν, ὅταν μὲ προσοχὴν καὶ μὲ φόβον καὶ μὲ ἀπόφασιν εὐλαβῆ ἔχω ἐστραμμένα τὰ βλέμματά μου εἰς ὅλας τὰς ἐντολάς σου διὰ νὰ τὰς τηρῶ.
7 ἐξομολογήσομαί σοι ἐν εὐθύτητι καρδίας ἐν τῷ μεμαθηκέναι με τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.7 Θα σε δοξολογώ με ειλικρίνειαν καρδίας, όταν θα έχω μάθει και θα προσπαθώ να εφαρμόζω τας εντολάς της δικαιοσύνης σου.7 Θὰ σὲ δοξάζω καὶ θὰ σὲ ἀνυμνῶ μὲ εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνειαν καρδίας, ὅταν θὰ ἔχω μάθει τὰς ἐντολάς, μὲ τὰς ὁποίας ἐν πάσῃ δικαιοσύνῃ θὰ κρίνῃς τοὺς ἀνθρώπους.
8 τὰ δικαιώματά σου φυλάξω· μή με ἐγκαταλίπῃς ἕως σφόδρα. -8 Θέλω με όλην μου την καρδιά να φυλάξω τας εντολάς σου, συ δέ, Κυριε, ποτέ μη με εγκαταλείψης εις την προσπάθειάν μου αυτήν.8 Ποθῶ νὰ φυλάξω τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ δικαιώματά σου· μὴ μὲ ἀφήσῃς ἀβοήθητον οὐδ' ἐπὶ μίαν στιγμὴν καὶ ἀσφαλῶς διὰ τῆς βοηθείας σου θὰ ἐπιτύχω τοῦτο.
9 ᾿Εν τίνι κατορθώσει νεώτερος τὴν ὁδὸν αὐτοῦ; ἐν τῷ φυλάξασθαι τοὺς λόγους σου.9 Με ποιόν τρόπον θα κατορθώση και θα επιτύχη ο νεώτερος εις την ζωήν του; Μονον όταν τηρή τους λόγους σου.9 Διὰ τίνος μέσου θὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ζωήν του ὁ νέος καὶ θὰ κατορθώσῃ νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ κάθε κίνδυνον καὶ παγίδα κατ’ αὐτήν; Διὰ τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν λόγων σου.
10 ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐξεζήτησά σε· μὴ ἀπώσῃ με ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου.10 Με όλην μου την καρδίαν σε ανεζήτησα, Κυριε, μη παραχωρήσης να απομακρυνθώ από τας εντολάς σου.10 Μὲ ὅλην μου τὴν καρδίαν καὶ μὲ πόθον πολὺν σὲ ἐζήτησα. Μὴ μὲ ἀφήσῃς νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὰς ἐντολάς σου, ἀλλὰ διατήρησόν με ἐν τῇ ὑπακοῇ αὐτῶν.
11 ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἔκρυψα τὰ λόγιά σου, ὅπως ἂν μὴ ἁμάρτω σοι.11 Εις τα βάθη της καρδίας μου, ως πολύτιμον θησαυρόν, έκρυψα τα λόγιά σου, δια να μη αμαρτάνω απέναντί σου.11 Εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας μου ὡς πολύτιμον καὶ ἀσύλητον θησαυρὸν ἔκρυψα τὰ θεῖα σοῦ λόγια, ἵνα ἐνθυμούμενος πάντοτε ταῦτα μὴ ὑποπέσω εἰς ἁμαρτίαν τινα ἐνώπιόν σου.
12 εὐλογητὸς εἶ, Κύριε· δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.12 Δοξασμένος είσαι, Κυριε· δίδαξέ με σαφέστερον και βαθύτερον τας εντολάς σου.12 Εἶσαι, Κύριε, ἄξιος νὰ εὐλογῆσαι καὶ νὰ δοξάζεσαι. Διὰ τοῦ φωτισμοῦ σου δίδαξόν με τὰς ἐντολάς σου, τῶν ὁποίων τὴν τήρησιν δικαιούσαι ν’ ἀξιοῖς ἀπὸ ὅλουςμας.
13 ἐν τοῖς χείλεσί μου ἐξήγγειλα πάντα τὰ κρίματα τοῦ στόματός σου.13 Με τα χείλη μου διεκήρυξα προς όλους όλας τας εντολάς σου, τας οποίας συ μας εδίδαξες.13 Ὅλας τὰς ἐν τῷ νόμῳ σου κρίσεις καὶ ἀποφάνσεις σου, σύμφωνα μὲ τὰς ὁποίας θὰ μᾶς κρίνῃς, τὰς ἐξήγγειλα διὰ τῶν χειλέων μου καὶ διεκήρυξα αὐτὰς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους.
14 ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην ὡς ἐπὶ παντὶ πλούτῳ.14 Βαδίζων και συμπεριφερόμενος σύμφωνα με τας εντολάς σου, εδοκίμασα τέρψεις, ως εάν ήμην κάτοχος όλου του πλούτου της γης.14 Βαδίσας καὶ πολιτευθεὶς σύμφωνα μὲ τὰς ἐν τῷ νόμῳ μαρτυρίας σου, ᾐσθάνθην τέρψεις ὁποίας θὰ ἐδοκίμαζεν ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ἐγίνετο κάτοχος ὅλου τοῦ γηΐνου πλούτου.
15 ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου ἀδολεσχήσω καὶ κατανοήσω τὰς ὁδούς σου.15 Εις την μελέτην των εντολών σου θα επιδοθώ με χαράν και θα καταβάλλω κάθε προσπάθειαν να κατανοήσω τους δρόμους σου.15 Τὰς ἐντολάς σου θὰ μελετήσω καὶ εἰς αὐτὰς θὰ ἐντρυφήσω καὶ θὰ κατανοήσω τὰς ὁδοὺς καὶ τὰ προστάγματά σου, συμφώνως πρὸς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συμμορφώνωμεν τὴν διαγωγήν μας.
16 ἐν τοῖς δικαιώμασί σου μελετήσω, οὐκ ἐπιλήσομαι τῶν λόγων σου. -16 Θα μελετήσω με όλην την δύναμιν του νου και της καρδίας μου τα προστάγματά σου. Δεν θα λησμονήσω ποτέ τα λόγια σου.16 Θὰ συγκεντρώσω τὸν νοῦν μου εἰς τὰ παραγγέλματα, τὰ ὁποῖα δικαιωματικῶς νομοθετεῖς εἰς ἡμᾶς. Δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ τοὺς νόμους σου.
17 ᾿Ανταπόδος τῷ δούλῳ σου· ζήσομαι καὶ φυλάξω τοὺς λόγους σου.17 Ανταπόδος εις εμέ τον δούλον σου τας δωρεάς σου ανάλογα με τον ζήλον, που έχω προς μελέτην των εντολών σου. Ετσι θα ζήσω και θα φυλάξω εγώ τους λόγους σου.17 Ἀντάμειψον τὸν ζῆλον τοῦτον τοῦ δούλου σου· δός μου ζωὴν καὶ προστάτευσέ με κατὰ τῶν ἐπαπειλούντων με κινδύνων, καὶ πλήρης εὐγνωμοσύνης θὰ φυλάξω καὶ ἐγὼ τοὺς λόγους σου.
18 ἀποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ κατανοήσω τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ νόμου σου.18 Απομάκρυνε κάθε επισκίασμα και κάμε καθαρούς και φωτεινούς τους οφθαλμούς της ψυχής μου, και τότε εγώ θα κατανοήσω βαθύτερον το θαυμάσιον περιεχόμενον του Νομου σου.18 Ἀπομάκρυνε κάθε κάλυμμα ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μου, καὶ δός μοι φωτισμὸν διανοίας ἵνα κατανοήσω δι' αὐτοῦ τὸ θαυμαστὸν βάθος τῆς σοφίας καὶ χρησιμότητος τοῦ νόμου σου.
19 πάροικος ἐγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ· μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς σου.19 Προσωρινός και παρεπίδημος είμαι εγώ εις την γην αυτήν. Μη αποκρύψης, λοιπόν, από εμέ τας εντολάς σου.19 Προσωρινὸς εἶμαι εἰς τὴν γῆν, διὰ τῆς τηρήσεως δὲ τῶν ἐντολῶν σου θὰ ὁδηγηθῶ ἀσφαλῶς εἰς τὴν πραγματικὴν καὶ αἰωνίαν πατρίδα. Μὴ ἀποκρύψῃς λοιπὸν ἀπ’ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς σου, ἀλλὰ φώτισέ με να ἐμβαθύνω εἰς αὐτάς.
20 ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ.20 Από φλογερόν πόθον πλημμυρίζει η ψυχή μου, στο να επιθυμή να γνωρίζη, να εφαρμόζη και να απολαμβάνη την μελέτην των εντολών σου εις όλας τας περιστάσεις της ζωής της.20 Σφοδρὸν πόθον ἔχει ἡ ψυχή μου διὰ νὰ ἐπιθυμῇ καὶ διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃ πάντοτε καὶ εἰς πάντα καιρὸν τὴν μελέτην καὶ τήρησιν τῶν ἐντολῶν σου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ μᾶς κρίνῃς.
21 ἐπετίμησας ὑπερηφάνοις· ἐπικατάρατοι οἱ ἐκκλίνοντες ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου.21 Επέπληξες τους αλαζόνας και υπερηφάνους, που δεν καταδέχονται να γνωρίσουν και εφαρμόσουν τον Νομον σου. Κατηραμένοι είναι εκείνοι, οι οποίοι παρεκκλίνουν από την τήρησιν των εντολών σου.21 Ἐπέπληξας καὶ κατέκρινας τοὺς ὑπερηφάνους, οἵτινες καταφρονοῦν καὶ δὲν ὑπακούουν εἰς τὰ προστάγματά σου· ἐπικατάρατοι εἶναι ἀπὸ σὲ ὅσοι παρεκκλίνουν ἀπὸ τὰς ἐντολάς σου.
22 περίελε ἀπ᾿ ἐμοῦ ὄνειδος καὶ ἐξουδένωσιν, ὅτι τὰ μαρτύριά σου ἐξεζήτησα.22 Αφαίρεσε και απομάκρυνε από εμέ ονειδισμούς και εξευτελισμούς εκ μέρους των εχθρών μου, διότι εγώ με πόθον πολύν ανεζήτησα και ηθέλησα να γνωρίσω τας εντολάς σου.22 Σήκωσε τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ τὰς ἐξουδενώσεις, μὲ τὰς ὁποίας ζητοῦν νὰ μὲ ἐξευτελίσουν οἱ ὑπερήφανοι. Εὐπροσώπησόν με, διότι μὲ πόθον πολὺν ἐζήτησα τὴν ἐφαρμογὴν καὶ πιστὴν τήρησιν τῶν ἐν τῷ νόμῳ μαρτυρίων σου.
23 καὶ γὰρ ἐκάθισαν ἄρχοντες καὶ κατ᾿ ἐμοῦ κατελάλουν, ὁ δὲ δοῦλός σου ἠδολέσχει ἐν τοῖς δικαιώμασί σου.23 Διότι πονηροί άρχοντες εκάθησαν εις συνέδριον και εις σύσκεψιν, και κατεφέρθησαν εναντίον μου. Εγώ όμως ο δούλος σου με ενδιαφέρον και ευλάβειαν εμελετούσα συνεχώς τα προστάγματά σου.23 Σοῦ ἀπευθύνῳ τὴν παράκλησιν αὐτήν, διότι ἄρχοντες καὶ ἡγεμόνες τῆς γῆς ἐκάθισαν εἰς συνέδριον κατ’ ἐμοῦ καὶ ὡμίλουν ἐναντίον μου περιϋβρίζοντες καὶ ζητοῦντες τὴν ἐξουδένωσίν μου. Ἐγὼ ὅμως ὁ ἀφωσιωμένος δοῦλος σου τὸν νοῦν μου ὁλόκληρον εἶχον προσηλωμένον εἰς τὰ προστάγματά σου, τῶν ὁποίων τὴν τήρησιν δικαιοῦσαι νὰ ἀξιοῖς παρ’ ἡμῶν.
24 καὶ γὰρ τὰ μαρτύριά σου μελέτη μού ἐστι, καὶ αἱ συμβουλίαι μου τὰ δικαιώματά σου. -24 Πράγματι, ευλαβής πάντοτε μελέτη μου έχουν γίνει αι μαρτυρίαι, τας οποίας η Γραφή μας δίδει δια σέ, τα δε προστάγματά σου είναι οι πολύτιμοι σύμβουλοί μου.24 Εἶναι γεγονὸς ὅτι αἱ μαρτυρίαι, ποὺ μᾶς δίδεις εἰς τὰς Γραφάς, εἶναι διαρκὴς μελέτη μου, καὶ τὰ δικαιώματά σου εἶναι πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν νουθετοῦμαι καὶ λαμβάνω συμβουλάς.
25 ᾿Εκολλήθη τῷ ἐδάφει ἡ ψυχή μου· ζῆσόν με κατὰ τὸν λόγον σου.25 Από το βάρος της θλίψεως και του πόνου μου έπεσα λιπόθυμος και αναίσθητος· εκολλησα στο έδαφος. Κανείς δεν ημπορεί να με βοηθήση. Συ όμως, Κυριε, σύμφωνα με τας υποσχέσεις σου δώσε μου ζωήν.25 Ἡ ζωή μου κατέπεσεν ἀπὸ τὴν πολλὴν θλῖψιν εἰς τὸ χῶμα καὶ δι’ ἀνθρωπίνης δυνάμεως εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ τάφου. Ζωογόνησέ με σύμφωνα μὲ τὰς ἐπαγγελίας ποὺ περιέχονται εἰς τὸν λόγον σου.
26 τὰς ὁδούς μου ἐξήγγειλα, καὶ ἐπήκουσάς μου· δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.26 Εξωμολογήθην προς σε όλας εν γένει τας πράξεις μου και την πορείαν της ζωής μου. Συ δέ με ήκουσες. Διδαξε εις εμέ τας εντολάς σου, δια να τας γνωρίσω και συμμορφωθώ προς αυτάς.26 Τὴν συμπεριφοράν μου καὶ ὅλας ἐν γένει τὰς πράξεις μου καὶ τὰς ἀνάγκας μου σοῦ τὰς ἐξωμολογήθην, καὶ σὺ ηὐδόκησας νὰ μὲ ἀκούσῃς· δίδαξόν με διὰ τοῦ φωτισμοῦ σου τὰ δικαιώματά σου, ὥστε τελείως νὰ συμμορφωθῶ πρὸς αὐτά, ἀπαλλασσόμενος καὶ παντὸς ἐξ ἀγνοίας παραπτώματός μου.
27 ὁδὸν δικαιωμάτων σου συνέτισόν με, καὶ ἀδολεσχήσω ἐν τοῖς θαυμασίοις σου.27 Συνέτισέ με, σύμφωνα με την σοφίαν των διδαγμάτων σου, και εγώ θα εντρυφώ μελετών τα θαυμάσια έργα σου.27 Συνέτισέ με ὥστε νὰ βαδίζω πάντοτε τὴν ὁδὸν τῶν ἐντολῶν, τὰς ὁποίας δικαιωματικῶς ζητεῖς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ τηρῶμεν. Καὶ τότε ἔχων τὴν σύνεσιν ταύτην θὰ καταγίνωμαι εἰς τὴν μελέτην τῶν θαυμασίων σου, μὴ παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν ἀπατηλὴν ματαιότητα.
28 ἐνύσταξεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἀκηδίας· βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου.28 Από νυσταγμόν και ατονίαν κατελήφθη η ψυχή μου λόγω της αθυμίας, που δημιουργεί η θλίψις. Ενίσχυσέ με με τα λόγιά σου και απάλλαξέ με από αυτήν την κατάστασιν.28 Ἐχαλαρώθη καὶ κατελήφθη ἀπὸ νυσταγμὸν ἡ ψυχή μου λόγῳ τῆς χαυνώσεως, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ θλῖψις καὶ μικροψυχία. Ἐνθάρρυνέ με σὺ καὶ στήριξέ με διὰ τῶν λόγων σου, ἐνισχύων τὴν ἀτονίαν τῆς ψυχῆς μου.
29 ὁδὸν ἀδικίας ἀπόστησον ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ τῷ νόμῳ σου ἐλέησόν με.29 Καθε δρόμον αδικίας, συμπεριφοράν αμαρτωλήν και παράνομον, απομάκρυνέ την από εμέ. Με την γνώσιν δε και το φως του Νομου σου ελέησέ με και ενίσχυσέ με.29 Ἀπομάκρυνε ἀπὸ ἐμὲ πᾶσαν συμπεριφορὰν ἄδικον· ἀπομάκρυνέ με ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐλέησέ με φωτίζων με ἵνα κατανοῶ τὸν νόμον σου, καὶ ἐνισχύων με ἵνα συμμορφοῦμαι πρὸς αὐτόν.
30 ὁδὸν ἀληθείας ᾑρετισάμην καὶ τὰ κρίματά σου οὐκ ἐπελαθόμην.30 Εξέλεξα και επροτίμησα με όλην μου την καρδίαν τον δρόμον της ιδικής σου αληθείας. Δια τούτο και τας εντολάς σου, που είναι η αλήθεια, δεν τας ελησμόνησα.30 Ἐπόθησα καὶ ἐπροτίμησα τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς, τὸν ὁποῖον μᾶς δεικνύει ἡ ἀλήθεια τοῦ νόμου σου, καὶ δὲν μοῦ ἔφυγαν ποτὲ ἀπὸ τὴν μνήμην αἱ τῆς πανσόφου σοῦ κρίσεως ἐντολαί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ μᾶς κρίνῃς.
31 ἐκολλήθην τοῖς μαρτυρίοις σου, Κύριε· μή με καταισχύνῃς.31 Προσεκολλήθην, Κυριε, με την καρδιάν μου εις τας εντολάς σου, αι οποίαι μαρτυρούν το μεγαλείον σου αλλά και τον δρόμον της πορείας μας. Μη με αφήσης και κατεντροπιασθώ ενώπιον των ανθρώπων.31 Προσεκολλήθην, Κύριε, μὲ πόθον καὶ θεῖον ἔρωτα εἰς τὰς μαρτυρίας, τὰς ὁποίας μᾶς παρέχεις διὰ τοῦ νόμου σου καὶ τῶν ἐπαγγελιῶν σου· μὴ μὲ ἀφήσῃς ἀβοήθητον, διὰ νὰ μὴ παραβαίνω αὐτὰς καὶ ἐντροπιάζωμαι.
32 ὁδὸν ἐντολῶν σου ἔδραμον, ὅταν ἐπλάτυνας τὴν καρδίαν μου. -32 Οταν απήλλαξες την καρδίαν μου από την στενοχωρίαν της θλίψεως και έδωσες εις αυτήν άνεσιν και χαράν, τότε έτρεξα ακούραστος και χαρούμενος τον δρόμον των εντολών σου.32 Ὅταν εἰς τὴν στενοχωρημένην μου καρδίαν ἔδωκες τὴν εὐρυχωρίαν τῆς παρηγορίας καὶ ἐνισχύσεώς σου, τότε ἀκούραστος ἔτρεξα εἰς τὸν δρόμον τῶν ἐντολῶν σου.
33 Νομοθέτησόν με, Κύριε, τὴν ὁδὸν τῶν δικαιωμάτων σου, καὶ ἐκζητήσω αὐτὴν διαπαντός.33 Φανέρωσέ μου, Κυριε, τον δρόμον των εντολών σου και θα ζητώ με πόθον να βαδίζω πάντοτε αυτόν.33 Φανέρωσέ μου, Κύριε, διὰ τοῦ φωτισμοῦ σου, τὴν ὁδὸν τῶν ἐντολῶν σου καὶ θὰ ζητήσω μὲ ἀπόφασιν στερεὰν νὰ βαδίζω πάντοτε εἰς αὐτήν.
34 συνέτισόν με, καὶ ἐξερευνήσω τὸν νόμον σου καὶ φυλάξω αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου.34 Δος μου σύνεσιν και θα ερευνώ, δια να μανθάνω λεπτομερέστερον και βαθύτερον τον Νομον σου, και θα τον εφαρμόζω με όλην μου την καρδίαν.34 Δός μου τὴν σύνεσιν τῆς χάριτός σου καὶ θὰ ἐμβαθύνω δι’ αὐτῆς εἰς τὸν νόμον σου πρὸς πλήρη κατανόησιν αὐτοῦ καὶ μὲ ὅλην μου τὴν καρδίαν θὰ τὸν φυλάξω.
35 ὁδήγησόν με ἐν τῇ τρίβῳ τῶν ἐντολῶν σου, ὅτι αὐτὴν ἠθέλησα.35 Οδήγησέ με, λοιπόν, συ στον δρόμον των εντολών σου, διότι αυτόν επόθησε η ψυχή μου και ηθέλησε.35 Ὁδήγησόν με εἰς τὸν δρόμον τῶν ἐντολῶν σου, φωτίζων με καὶ βοηθῶν πάντοτε ἵνα βαδίζω εἰς αὐτόν, διότι τὸν δρόμον αὐτὸν ἠγάπησα καὶ μὲ τὴν καρδίαν μου ἠθέλησα.
36 κλῖνον τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου καὶ μὴ εἰς πλεονεξίαν.36 Καμε την καρδίαν μου να αισθάνεται κλίσιν, πόθον και αγάπην εις τας εντολάς σου και οχι εις την πλεονεξίαν και την αγάπην του πλούτου.36 Ἔμπνευσον σὺ εἰς τὴν καρδίαν μου κλίσιν καὶ ἔρωτα πρὸς τὰς μαρτυρίας, ποὺ μᾶς παρέχεις ἐν τῷ νόμῳ σου, καὶ ἐνίσχυσέ την νὰ μὴ κλίνῃ πρὸς τὴν πλεονεξίαν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ πλούτου, ὁ ὁποῖος πάντοτε καθιστᾷ ἀχόρταστον αὐτήν.
37 ἀπόστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα, ἐν τῇ ὁδῷ σου ζῆσόν με.37 Στρέψε αλλού τα μάτια της ψυχής μου, δια να μη ίδω και επιθυμήσω τα μάταια και προσωρινά και επιβλαβή του κόσμου αυτού. Βοήθησέ με να πορεύωμαι καθ' όλην μου την ζωήν τον δρόμον των εντολών σου.37 Στρέψε μακρὰν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μου διὰ νὰ μὴ ἴδω καὶ νὰ μὴ ἐπιθυμήσω τὰ μάταια καὶ παροδικὰ ἀγαθὰ καὶ ἐπινοήματα τῶν προσκολλημένων εἰς τὴν ὕλην ἀνθρώπων, καὶ δός μοι νὰ ζήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν σου.
38 στῆσον τῷ δούλῳ σου τὸ λόγιόν σου εἰς τὸν φόβον σου.38 Ασάλευτον και ανεπισκίαστον εγκαθίδρυσε μέσα εις την καρδίαν του δούλου σου τον λόγον σου, δια να αυξηθή έτσι η προς σε ευλάβειά μου.38 Ἀπόδειξόν μοι διὰ τῶν πραγμάτων τὸ ἀσάλευτον καὶ βέβαιον τῶν ἐν τοῖς θείοις σου ἀποφθέγμασιν ὑποσχέσεων, καὶ στήριξόν με εἰς τὴν πρὸς αὐτὰς ἐμπιστοσύνην, ἵνα αὐξηθῇ ἐπὶ μᾶλλον ὁ φόβος μου καὶ ἡ εὐλάβειά μου πρὸς σέ.
39 περίελε τὸν ὀνειδισμόν μου, ὃν ὑπώπτευσα· ὅτι τὰ κρίματά σου χρηστά.39 Διώξε μακρυά από εμέ τας λοιδωρίας και τας ύβρεις των εχθρών μου, τας οποίας διαισθάνομαι και δειλιάζω. Ζητώ δε από σε τούτο, διότι αι κρίσεις σου είναι πάντοτε ωφέλιμοι και ευεργετικαί δι' ημάς.39 Ἀπομάκρυνε ἀπὸ ἐμὲ τὰς ὕβρεις καὶ τοὺς χλευασμούς, τοὺς ὁποίους μὲ βλέμμα γεμᾶτον δειλίαν παρακολουθῶ νὰ μοῦ ἀπευθυνοῦν οἱ ἐχθροί μου διὰ τὴν συμμόρφωσίν μου πρὸς τὸν νόμον σου. Ἀπάλλαξέ με ἀπὸ τὴν δειλίαν καὶ τὸν δισταγμὸν αὐτόν, διότι τὰ παραγγέλματά σου, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς κρίνῃς, φέρουν τιμὴν καὶ εὐτυχίαν εἰς τοὺς τηροῦντας αὐτά.
40 ἰδοὺ ἐπεθύμησα τὰς ἐντολάς σου· ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ζῆσόν με. -40 Ιδού, επόθησα τας εντολάς σου. Συ, που είσαι δίκαιος, περιφρούρησε και παράτεινε την ζωήν μου.40 Ἰδοὺ ἐπεθύμησα καὶ ἐπόθησα τὴν τήρησιν τῶν ἐντολῶν σου. Ὡς δίκαιος ποὺ εἶσαι, δός μου βοήθειαν καὶ ζωὴν καὶ μὴ μὲ ἀφίνῃς νὰ θανατωθῶ ἀπὸ τὴν ἐπιβουλὴν τῶν ἐχθρῶν μου καὶ ἀπὸ τὰς παγίδας τῆς ἁμαρτίας.
41 Καὶ ἔλθοι ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ ἔλεός σου, Κύριε, τὸ σωτήριόν σου κατὰ τὸν λόγον σου.41 Είθε να έλθη εις εμέ, Κυριε, το έλεός σου και δι' αυτού να σωθώ σύμφωνα με τον ιδικόν σου λόγον και την υπόσχεσίν σου.41 Καὶ εἴθε νὰ ἔλθῃ ἐπ’ ἐμοῦ τὸ ἔλεός σου. Κύριε, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ σωθῶ σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσίν σου.
42 καὶ ἀποκριθήσομαι τοῖς ὀνειδίζουσί μοι λόγον, ὅτι ἤλπισα ἐπὶ τοῖς λόγοις σου.42 Και τότε θα είμαι εις θέσιν να δίδω απάντησιν εις εκείνους, οι οποίοι με εμπαίζουν και με υβρίζουν, διότι θα έχω στηρίξει τας ελπίδας μου εις την αξιοπιστίαν των λόγων σου.42 Καὶ τότε θὰ ἔχω νὰ δώσω ἀπάντησιν καὶ ἀπολογίαν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μὲ περιγελοῦν, ἐπειδὴ ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰς ὑποσχέσεις σου.
43 καὶ μὴ περιέλῃς ἐκ τοῦ στόματός μου λόγον ἀληθείας ἕως σφόδρα, ὅτι ἐπὶ τοῖς κρίμασί σου ἐπήλπισα.43 Ποτέ μη αφαιρέσης από το στόμα μου, Κυριε, τον λόγον της αληθείας σου και το θάρρος να ομολογώ αυτήν. Διότι εγώ εις τας ιδικάς σου δικαίας κρίσεις και αποφάσεις έχω ελπίσει.43 Καὶ μὴ ἀφαιρέσῃς ἀπὸ τὸ στόμα μου, ἀλλὰ χάρισε εἰς αὐτὸ ἰσχυροτάτην καὶ ἀνδρικωτάτη ὁμολογίαν τῆς ἀληθείας τοῦ νόμου σου καὶ τῶν κριμάτων σου, διότι εἰς αὐτὰ ἐστήριξα ὁλόκληρον τὴν ἐλπίδα μου.
44 καὶ φυλάξω τὸν νόμον σου διαπαντός, εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.44 Ετσι από σε βοηθούμενος θα τηρήσω καθ' όλον το διάστημα της ζωής μου τον Νομον σου, στον αιώνα και στους αιώνας των αιώνων.44 Καὶ οὕτω βοηθούμενος καὶ ἐμπνεόμενος ἀπὸ σὲ θὰ φυλάξω τὸν νόμον σου διαπαντός, καθ’ ὅλους τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας.
45 καὶ ἐπορευόμην ἐν πλατυσμῷ, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐξεζήτησα.45 Εβαδιζα την πορείαν της ζωής μου με άνεσιν και ηρεμίαν, διότι εζήτησα με πόθον να εφαρμόζω τας εντολάς σου.45 Καὶ δὲν ἐδοκίμασα καμμίαν στενοχώριαν, ἀλλ’ ἐβάδιζον καὶ διηρχόμην τὰς ἡμέρας μου μὲ εὐρυχωρίαν ἀνακουφίσεως καὶ εἰρήνης, διότι ἐζήτησα μὲ πόθον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐντολῶν σου.
46 καὶ ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων καὶ οὐκ ᾐσχυνόμην.46 Ωμιλούσα περί των εντολών σου ενώπιον των βασιλέων και δεν ησθανόμην καμμίαν εντροπήν, κανένα δισταγμόν.46 Καὶ ὡμίλουν περὶ τῶν ἐν τῷ νόμῳ μαρτυριῶν σου καὶ ἐντολῶν σου ἔμπροσθεν βασιλέων καὶ δὲν ἐνετρεπόμην, ἀλλὰ μετὰ πάσης παρρησίας ἐλάλουν πρὸς αὐτούς.
47 καὶ ἐμελέτων ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου, ἃς ἠγάπησα σφόδρα.47 Επέμενα εις την μελέτην των εντολών σου, τας οποίας πάρα πολύ ηγάπησα.47 Καὶ ἐνετρύφων ἐν τῇ μελέτῃ τῶν ἐντολῶν σου, τὰς ὁποίας ἠγάπησα διαπύρως.
48 καὶ ἦρα τὰς χεῖράς μου πρὸς τὰς ἐντολάς σου ἃς ἠγάπησα, καὶ ἠδολέσχουν ἐν τοῖς δικαιώμασί σου. -48 Με πολλήν ευλάβειαν και ιερόν πόθον εσήκωσα τα χέρια μου προς τα βιβλία, που περιέχουν τας εντολάς σου, τας οποίας ηγάπησα και εις την μελέτην των δικαιωμάτων σου εγώ εντρυφούσα.48 Καὶ ἐσήκωσα τὰς χεῖράς μου μετ’ εὐλαβείας καὶ πολλοῦ πόθου πρὸς τὰς ἐντολάς σου, διὰ τὰς ὁποίας μὲ κατέλαβε ἔρως καὶ ἀγάπη σφοδρά, καὶ ἐπὶ ὤρας ὁλοκλήρους ἀπερροφώμην μελετῶν καὶ σκεπτόμενος τὰ δικαιώματά σου.
49 Μνήσθητι τῶν λόγων σου τῷ δούλῳ σου, ὧν ἐπήλπισάς με.49 Ενθυμήσου τας υποσχέσεις σου προς εμέ τον δούλον σου, εις τας οποίας εγώ έχω στηρίξει τας ελπίδας μου.49 Ἐνθυμήσου τὰς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωκες εἰς ἐμὲ τὸν δοῦλον σου περὶ τῆς διασώσεώς μου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα τὰς σαλευομένας ἄλλοτε ἐλπίδας μου καὶ ἀνεπτέρωσας αὐτάς.
50 αὕτη με παρεκάλεσεν ἐν τῇ ταπεινώσει μου, ὅτι τὸ λόγιόν σου ἔζησέ με.50 Η υπόσχεσίς σου αυτή με παρηγόρησεν εις τας περιπετείας και θλίψεις της ζωής μου, διότι αυτός ο λόγος σου εχάρισε και περιεφρούρησε την ζωήν μου.50 Αὕτη ὑπῆρξε παρηγορία καὶ στηριγμὸς εἰς τὴν ἐκ τῶν συμφορῶν καὶ κινδύνων ταπείνωσή μου, ἡ ἐκ τῆς πείρας μου πληροφορία, ὅτι τὴν ζωήν μου καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐχρεώστουν εἰς τὸν ἅγιον σου λόγον.
51 ὑπερήφανοι παρηνόμουν ἕως σφόδρα, ἀπὸ δὲ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐξέκλινα.51 Αλαζονικοί και αδιάντροποι άνθρωποι ασυστόλως καταπατούσαν τον Νομον σου. Εγώ όμως δεν παρεξέκλινα από αυτόν.51 Ἄνθρωποι, μὴ λογαριάζοντες ἐν τῇ ὑπερηφανείᾳ καὶ ἀλαζονείᾳ των κανένα, διέπραττον συνεχῶς καὶ ἀφόβως παρανομίας, ἐγὼ ὅμως οὐδὲ κατὰ κεραίαν δὲν παρεξέκλινα ἀπὸ τὸν νόμον σου.
52 ἐμνήσθην τῶν κριμάτων σου ἀπ᾿ αἰῶνος, Κύριε, καὶ παρεκλήθην.52 Ενεθυμήθην πάντοτε τας αιωνίας και δικαίας κρίσεις και εντολάς σου, Κυριε, και εις αυτάς ευρήκα παρηγορίαν.52 Ἐνεθυμήθην τὰ αἰώνια τοῦ νόμου σου κρίματα, Κύριε, τὰ ἀπ’ αἰώνων δοθέντα εἰς τοὺς προγόνους μας καὶ διὰ μέσου τῶν αἰώνων μυριάκις ἐπιβεβαιωθέντα δι’ ἀμοιβῶν τῶν δικαίων καὶ τιμωρίας τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ παρηγορήθην εἰς τὰς δοκιμασίας μου.
53 ἀθυμία κατέσχε με ἀπὸ ἁμαρτωλῶν τῶν ἐγκαταλιμπανόντων τὸν νόμον σου.53 Αποκαρδίωσις και μελαγχολία με κατελάμβανεν, όταν έβλεπα τους αμαρτωλούς, αυτούς οι οποίοι εγκατέλιπον τον Νομον σου.53 Ἀθυμία πολλὴ μὲ κατέλαβεν, ὅταν ἔβλεπα τοὺς ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειπον καὶ ἠθέτουν τὸν νόμον σου, διὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὰς ἁμαρτωλάς των κλίσεις.
54 ψαλτὰ ἦσάν μοι τὰ δικαιώματά σου ἐν τόπῳ παροικίας μου.54 Εις τον τόπον, όπου εξόριστος κατοικούσα, έψαλλα τα προστάγματά σου, Κυριε, και τίποτε άλλο.54 Δὲν ἔψαλλον ἄλλο τι εἰς τὸν τόπον τῆς ξενιτείας καὶ ἐξορίας μου παρὰ τὰ προστάγματα, τῶν ὁποίων τὴν τήρησιν παρ' ἠμῶν δικαίως ἀξιοῖς. Αὐτὰ ἦσαν τὰ μόνα ᾄσματα ποὺ ἔψαλλον πρὸς διασκέδασιν τῶν θλίψεών μου.
55 ἐμνήσθην ἐν νυκτὶ τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, καὶ ἐφύλαξα τὸν νόμον σου.55 Οχι μόνον κατά την ημέραν αλλά και κατά την νύκτα ενεθυμούμην, Κυριε, το πάντιμον Ονομά σου, και αυτή η ανάμνησις με ενίσχυσε και εφύλαξα τον Νομον σου.55 Ἐνεθυμήθην κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νυκτὸς τὸ ὄνομά σου, Κύριε, καὶ ἡ ἐνθύμησις αὐτὴ μὲ προητοίμασε καὶ μὲ διέθεσεν, ὥστε ἐφύλαξα τὸν νόμον σου·
56 αὕτη ἐγενήθη μοι, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. -56 Ποθος, που εγεννήθη μέσα μου και συνεχής προσπάθειά μου, ήτο αυτή, να επιζητώ και να προσπαθώ να εφαρμόζω τα δικαιώματά σου.56 ἄλλοι ἐσχεδίαζαν ἀλλα κατὰ τὴν νύκτα καὶ εἰς ἄλλας προέβησαν ἀποφάσεις καὶ ἐνεργείας. Ἀλλ’ ὁ ἰδικός μου πόθος καὶ ἡ ἰδική μου προσπάθεια καὶ ἐνέργεια ὑπῆρξεν αὕτη, τὸ νὰ ζητῶ ἐξ ὅλης καρδίας ὅπως μάθω καὶ φυλάξω τὰ δικαιώματά σου.
57 Μερίς μου εἶ, Κύριε, εἶπα τοῦ φυλάξασθαι τὸν νόμον σου.57 Συ είσαι, Κυριε, η κληρονομική μερίς μου· δια τούτο εγώ απεφάσισα και είπα να φυλάττω πάντοτε τον Νομον σου.57 Μερίδιον κληρονομίας μου καὶ ἀτίμητος πλοῦτος μου εἶσαι, Κύριε. Διὰ τοῦτο, ἵνα μὴ χωρισθῶ ἀπὸ σοῦ, ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν καὶ ὑπεσχέθην νὰ φυλάξω τὸν νόμον σου.
58 ἐδεήθην τοῦ προσώπου σου ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου· ἐλέησόν με κατὰ τὸ λόγιόν σου.58 Παρεκάλεσα με όλην μου την καρδίαν το άγιον πρόσωπόν σου. Ελέησέ με σύμφωνα με τας υποσχέσεις, που μας έχεις δώσει.58 Παρεκάλεσα ἐκ βάθους καρδίας τὸ πρόσωπόν σου· ἐλέησόν με σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσίν σου.
59 διελογισάμην τὰς ὁδούς σου καὶ ἐπέστρεψα τοὺς πόδας μου εἰς τὰ μαρτύριά σου.59 Με τον νουν μου εσκεπτόμην πάντοτε τους δρόμους, τους οποίους εχάραξε το άγιον θέλημά σου, και χάρις στους ευλαβείς αυτούς διαλογισμούς επανέφερα τους πόδας μου στο θέλημά σου και συνεμόρφωσα την ζωήν μου προς αυτό.59 Τὸν νοῦν μου προσήλωσα εἰς τὸ νὰ γνωρίσω καὶ διακρίνω καλύτερα τοὺς δρόμους τῆς ἀρετῆς, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος σου καθορίζει. Τί ζητεῖς καὶ τί θέλεις νὰ πράττω, αὐτὸ ἦτο ὁ διαρκὴς λογισμός μου. Καὶ συνέπεια τούτου ὑπῆρξεν, ὅτι ἐπανέφερα τοὺς πόδας μου εἰς τὰ μαρτύριά σου καὶ συνεμόρφωσα κατὰ πάντα τὴν ζωήν μου πρὸς αὐτά.
60 ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην τοῦ φυλάξασθαι τὰς ἐντολάς σου.60 Προετοιμάσθηκα καταλλήλως εν όψει ενδεχομένων πειρασμών και δεν εκλονίσθην εις την απόφασίν μου να τηρήσω τας εντολάς σου.60 Προητοιμάσθην διὰ καταλλήλων σκέψεων καὶ ἀποφάσεων καὶ δὲν ἠσθάνθην κλονισμὸν καὶ ἀμφιταλάντευσιν τινα διὰ νὰ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου.
61 σχοινία ἁμαρτωλῶν περιεπλάκησάν μοι, καὶ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην.61 Αι παγίδες και αι επιβουλαί των αμαρτωλών, ως άλλα σχοίνινα δίκτυα, περιεπλέχθησαν επάνω μου. Αλλά εγώ ούτε τότε δεν ελησμόνησα τον Νομον σου.61 Αἱ ἐπιβουλαὶ καὶ συκοφαντίαι τῶν ἁμαρτωλῶν ὡς ἄλλα σχοινία παγιδευτικῶν δικτύων περιεπλέχθησαν εἰς ἐμέ, ἀλλὰ δὲν ἐλησμόνησα οὐδὲ κατὰ τὰς ὥρας αὐτὰς τῶν κατ’ ἐμοῦ ἐπιβουλῶν τὰς ὑποχρεώσεις ποὺ μοῦ ἐπιβάλλει ὁ νόμος σου.
62 μεσονύκτιον ἐξηγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖσθαί σοι ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.62 Κατά το μεσονύκτιον εξυπνούσα, εσηκωνόμην από την κλίνην μου, δια να σε ανυμνολογήσω και σε δοξάσω δια τας δικαίας κρίσεις σου και ενεργείας σου.62 Πλήρης δὲ εὐγνωμοσύνης ἐσηκωνόμην τὸ μεσονύκτιον ἀπὸ τὴν κλίνην μου διὰ νὰ σὲ δοξολογήσω καὶ σὲ ἀνυμνήσω διὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ σου δίκαια παραγγέλματα, διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ὁποίων ἐσώθην ἐκ τῶν παγίδων.
63 μέτοχος ἐγώ εἰμι πάντων τῶν φοβουμένων σε καὶ τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολάς σου.63 Είμαι και εγώ ένας από όλους εκείνους, οι οποίοι σε ευλαβούνται, Κυριε, και προσπαθούν να φυλάττουν τας εντολάς σου.63 Οὐδεμίαν σχέσιν καὶ συμμετοχὴν ἔχω μετὰ τῶν παρανόμων· φιλίας καλλιεργῶ καὶ συνάπτω σχέσεις μὲ ὅλους ὅσοι σὲ φοβοῦνται καὶ φυλάσσουν τὰς ἐντολάς σου.
64 τοῦ ἐλέους σου, Κύριε, πλήρης ἡ γῆ· τὰ δικαιώματά σου δίδαξόν με. -64 Από τα έργα της φιλανθρωπίας και αγαθότητός σου είναι γεμάτη η γη. Διδαξέ με περισσότερον και αναλυτικώτερον, δια να γνωρίσω βαθύτερον τα δικαιώματά σου.64 Ἀπὸ τὸ ἔλεός σου, Κύριε, εἶναι γεμάτη ὅλη ἡ γῆ, διότι σὺ εὐσπλαγχνίζεσαι καὶ εὐεργετεῖς ὅλα τὰ πλάσματά σου· ἐλλεησον λοιπὸν καὶ ἐμὲ καὶ δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου, ὥστε καὶ διὰ τῆς πλήρους τούτων ἐφαρμογῆς νὰ τὰ μάθω καὶ νὰ καταστήσω ταῦτα κτῆμα μου.
65 Χρηστότητα ἐποίησας μετὰ τοῦ δούλου σου, Κύριε, κατὰ τὸν λόγον σου.65 Αγαθότητα και ευεργεσίας έδειξες και έπραξες προς τον δούλον σου, Κυριε, σύμφωνα με την υπόσχεσίν σου.65 Ἐδείχθης ἀγαθὸς καὶ εὐεργετικός, Κύριε, πρὸς τὸν δοῦλον σου, συμφώνως πρὸς τὰς ἐν ταῖς Γραφαῖς ὑποσχέσεις σου.
66 χρηστότητα καὶ παιδείαν καὶ γνῶσιν δίδαξόν με, ὅτι ταῖς ἐντολαῖς σου ἐπίστευσα.66 Διδαξέ με καλωσύνην και ευεργετικότητα, αληθινήν παιδείαν και γνώσιν, διότι εγώ ακλονήτως επίστευσα εις τας εντολάς σου.66 Τὴν καλωσύνην καὶ εὐεργετικότητα καὶ τὴν διὰ τῆς παιδαγωγίας σου σοφίαν καὶ σύνεσιν καὶ τελείαν τοῦ νόμου σου γνῶσιν δίδαξόν με, διότι ἐπίστευσα εἰς τὰς ἐντολάς σου καὶ ἐπόθησα ἀκριβὴς τηρητλής των νὰ ἀναδειχθῶ.
67 πρὸ τοῦ με ταπεινωθῆναι ἐγὼ ἐπλημμέλησα, διὰ τοῦτο τὸ λόγιόν σου ἐφύλαξα.67 Πριν δια της πατρικής σου διαπαιδαγωγήσεως εγώ ταπεινωθώ, είχα αμαρτήσει ενώπιόν σου. Δια τούτο τώρα εσυνετίσθην και εφύλαξα τους λόγους σου.67 Προτοῦ νὰ ταπεινωθῶ διὰ τῆς δοκιμασίας καὶ θλίψεως, ἐγὼ ἡμάρτησα. Ἀλλὰ διότι ἐπαιδαγωγήθην καὶ ἐταπεινώθην ὑπὸ τῆς θλίψεως, δι’ αὐτὸ ἐφύλαξα τὰς ἐντολάς σου.
68 χρηστὸς εἶ σύ, Κύριε, καὶ ἐν τῇ χρηστότητί σου δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.68 Πανάγαθος, Κυριε, και ευεργετικός είσαι συ. Και σύμφωνα με την καλωσύνην σου και μακροθυμίαν αυτήν δίδαξέ με τας εντολάς σου.68 Γεμᾶτος ἀγαθότητα καὶ καλωσύνην εἶσαι σύ, Κύριε· καὶ ἐν τῇ καλωσύνῃ σου αὐτῇ παραβλέπων τὰ ὅσα ἔπταισα ἐνώπιόν σου δίδαξόν με τὰς ἐντολάς σου φωτίζων με καὶ ἐνισχύων με, ὥστε ὄχι μόνον νὰ τὰς ἐννοῶ, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰς φυλάττω πλήρως.
69 ἐπληθύνθη ἐπ᾿ ἐμὲ ἀδικία ὑπερηφάνων, ἐγὼ δὲ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐξερευνήσω τὰς ἐντολάς σου.69 Πολλάς και μεγάλας αδικίας έχουν διαπράξει εναντίον μου αλαζονικοί και εγωπαθείς άνθρωποι. Εγώ όμως παρ' όλα αυτά θα ερευνώ, θα μελετώ και θα μανθάνω πάντοτε τας εντολάς σου.69 Πλῆθος πολὺ ἀδικημάτων διέπραξαν κατ' ἐμοῦ οἱ ὑπερήφανοι, οἱ περιφρονοῦντες τὸν νόμον σου καὶ τὴν δικαιοσύνην σου· ἐγὼ ὅμως δὲν ἐσκέφθην νὰ τοὺς ἀνταποδώσω κακά, ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν καρδίαν μου ἐξήτασα καὶ ἐμελέτησα τὰς ἐντολάς σου, διὰ νὰ φυλάξω αὐτάς.
70 ἐτυρώθη ὡς γάλα ἡ καρδία αὐτῶν, ἐγὼ δὲ τὸν νόμον σου ἐμελέτησα.70 Οπως σκληρύνεται το γάλα, όταν γίνεται τυρί, έτσι εσκληρύνθη και επωρώθη η καρδία των αλαζονικών και εγωπαθών. Εγώ όμως εμελετούσα και θα μελετώ τον Νομον σου.70 Ὅπως τὸ γάλα, ὅταν πήγνυται εἰς τυρόν, σκληρύνεται, οὕτως ἐπωρώθη καὶ ἡ καρδία των, ἐγὼ ὅμως ἐμελέτησα τὸν νόμον σου, διὰ νὰ ἔχω αὐτὸν παντοτεινὸν ὁδηγόν μου.
71 ἀγαθόν μοι ὅτι ἐταπείνωσάς με, ὅπως ἂν μάθω τὰ δικαιώματά σου.71 Ευεργετικόν και σωτήριον υπήρξε δι' εμέ το γεγονός, ότι δια της πατρικής σου παιδαγωγίας και των θλίψεων με εταπείνωσες, δια να μάθω έτσι καλύτερα τας εντολάς σου.71 Εὐεργετικὸν καὶ σωτηριῶδες ὑπῆρξε δι' ἐμὲ τὸ ὅτι διὰ τῶν θλίψεων μὲ ἐταπείνωσες, διότι διὰ τῆς παιδαγωγίας σου ταύτης ὠδηγήθην εἰς τὸ νὰ μάθω τὰ δικαιώματά σου.
72 ἀγαθός μοι ὁ νόμος τοῦ στόματός σου ὑπὲρ χιλιάδας χρυσίου καὶ ἀργυρίου. -72 Ο ιδικός σου Νομος, που εβγήκεν από το πανάγιον στόμα σου, είναι ασυγκρίτως προτιμότερος εις εμέ από θησαυρούς χρυσίου και αργυρίου.72 Πολύτιμος θησαυρὸς εἶναι δι’ ἐμὲ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον τὸ στόμα σου ὥρισε, καὶ τὸν προτιμῶ πολὺ περισσότερον ἀπὸ χιλιάδας καὶ σωροὺς χρυσῶν καὶ ἀργυρῶν νομισμάτων.
73 Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με· συνέτισόν με καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου.73 Τα χέριά σου με εδημιούργησαν από το χώμα. Αυτά με διέπλασαν και μου έδωσαν μορφήν και σώμα. Δος μου, λοιπόν και σύνεσιν δια να μάθω βαθύτερον και ευρύτερον τας εντολάς σου.73 Αἱ χεῖρες σου μὲ ἐποίησαν καὶ μὲ ἔπλασαν· μόρφωσόν μου καὶ τὸν νοῦν πληρῶν αὐτὸν συνέσεως, ὁπότε θὰ μάθω ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὰς ἐντολάς σου καὶ θὰ ἀναδειχθῶ πραγματικὴ εἰκὼν καὶ ὁμοίωμά σου.
74 οἱ φοβούμενοί σε ὄψονταί με καὶ εὐφρανθήσονται, ὅτι εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα.74 Οι πιστοί εις σέ, εκείνοι οι οποίοι σε ευλαβούνται, θα με ίδουν προκόπτοντα εις την αρετήν και θα ευφρανθούν. Διότι εγώ είχα στηρίξει και στηρίζω τας ελπίδας μου εις τα λόγια σου.74 Οὕτω κατηρτισμένον καὶ προκόπτοντα θὰ μὲ ἴδουν ὅσοι σὲ φοβοῦνται καὶ θὰ εὐφρανθοῦν, διότι τὸ θαυμαστὸν αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθε, ἐπειδὴ ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου εἰς τοὺς λόγους σου.
75 ἔγνων, Κύριε, ὅτι δικαιοσύνη τὰ κρίματά σου, καὶ ἀληθείᾳ ἐταπείνωσάς με.75 Εγνώρισα και έμαθα, Κυριε, ότι τα προστάγματα του Νομου σου είναι έκφρασις και πραγματοποίησις της δικαιοσύνης. Δικαίως δε και επωφελώς δι' εμέ με εταπείνωσες δια των θλίψεων.75 Ἔμαθα, Κύριε, διὰ τῆς παιδαγωγίας σου, ὅτι τὰ ἐν τῷ νόμῳ προστάγματά σου ἐνσαρκώνουν καὶ ἐκφράζουν τὴν δικαιοσύνην καὶ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἀληθείας ἐπέτρεψας νὰ ταπεινωθῶ καὶ νὰ ἐμπέσω εἰς θλίψεις.
76 γενηθήτω δὴ τὸ ἔλεός σου τοῦ παρακαλέσαι με κατὰ τὸ λόγιόν σου τῷ δούλῳ σου.76 Τωρα όμως ας έλθη η ευσπλαγχνία σου να με παρηγορήση σύμφωνα με την υπόσχεσιν, την οποίαν έχεις δώσει στον δούλον σου.76 Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ παρέλθῃ τὸ ποτήριον τῆς δοκιμασίας σου· ἂς ἔλθῃ τώρα πλέον τὸ ἔλεός σου καὶ ἡ εὐσπλαγχνία σου νὰ μὲ παρηγορήσουν σύμφωνα πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκας εἰς τὸν δοῦλον σου.
77 ἐλθέτωσάν μοι οἱ οἰκτιρμοί σου, καὶ ζήσομαι, ὅτι ὁ νόμος σου μελέτη μού ἐστιν.77 Ας έλθουν, λοιπόν, εις εμέ οι οικτιρμοί σου και έτσι εγώ θα διαφύγω θανασίμους κινδύνους και θα ζήσω, διότι ο Νομος σου είναι μελέτη μου.77 Ἂς ἔλθουν εἰς ἐμὲ οἱ οἰκτιρμοί σου διὰ νὰ μοῦ δώσουν ζωήν, διότι καὶ μέσα εἰς τὰς θλίψεις μου δὲν σὲ ἐλησμόνησα, ἀλλ’ ὁ νόμος σου ἀποτελεῖ τὴν διαρκῆ σκέψιν καὶ ἀπασχόλησιν τοῦ νοῦ μου.
78 αἰσχυνθήτωσαν ὑπερήφανοι, ὅτι ἀδίκως ἠνόμησαν εἰς ἐμέ· ἐγὼ δὲ ἀδολεσχήσω ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου.78 Ας κατεντροπιασθούν οι αλαζονικοί και εγωπαθείς, διότι, χωρίς εγώ να τους δώσω καμμίαν αφορμήν, χωρίς να τους αδικήσω εις τίποτε, παρανομούν εναντίον μου. Εγώ όμως, απολύτως ήσυχος, θα εντρυφώ συχνά εις την μελέτην του Νομου σου.78 Ἂς καταισχυνθοῦν οἱ ὑπερήφανοι, οἱ ἀγερώχως καὶ σκληρῶς πρὸς ἐμὲ συμπεριφερόμενοι, διότι ἀδίκως καὶ ἀναιτίως παρανομοῦν εἰς βάρος μου, ἐγὼ δὲ ὅπως εἰς τὸ παρελθὸν οὕτω καὶ εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἀπαοχολοῦμαι ἀπὸ αἰσθήματα μίσους καὶ ἐκδικήσεως κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ θὰ ἐντρυφῶ ἐν τῇ μελέτῃ τῶν ἐντολῶν σου.
79 ἐπιστρεψάτωσάν με οἱ φοβούμενοί σε καὶ οἱ γινώσκοντες τὰ μαρτύριά σου.79 Από τον εξευτελισμόν αυτόν των υπερηφάνων ας διδαχθούν και ας επιστρέψουν προς εμέ, όσοι προηγουμένως εδειλίασαν και απεμακρύνθησαν και οι οποίοι εν τούτοις σε ευλαβούνται, Κυριε, και γνωρίζουν τας εντολάς σου.79 Ἂς ἐνθαρρυνθοῦν ἐκ τῆς καταισχύνῃς τῶν ὑπερηφάνων καὶ ἂς ἐπιστρέψουν πρὸς ἐμὲ ὅσοι ἐκ δειλίας ἀπεμακρύνθησαν προσκαίρως ἀπ' ἐμοῦ, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι σὲ φοβοῦνται καὶ γνωρίζουν τὰς ἐν τῷ νόμῳ μαρτυρίας καὶ ἐντολάς σου.
80 γενηθήτω ἡ καρδία μου ἄμωμος ἐν τοῖς δικαιώμασί σου, ὅπως ἂν μὴ αἰσχυνθῶ. -80 Είθε η καρδία μου, με τον ιδικόν σου φωτισμόν, να γίνη άμεμπτος και ακεραία εις την τήρησιν των εντολών σου, δια να μη εντροπιασθώ και εγώ, όπως οι υπερήφανοι.80 Εἴθε ἡ καρδία μου νὰ γίνῃ διὰ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς ἐνισχύσεώς σου ἄμεμπτος ἐν τῇ τηρήσει τῶν δικαιωμάτων σου, διὰ νὰ μὴ ἐντροπιασθῶ ὡς παραβάτης καὶ ἔνοχος, οὔτε ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων οὔτε ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ κριτηρίου σου.
81 ᾿Εκλείπει εἰς τὸ σωτήριόν σου ἡ ψυχή μου, εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα.81 Απέκαμεν η ψυχή μου να σε παρακαλή και να περιμένη από σε την σωτηρίαν μου. Εν τούτοις εγώ στους λόγους σου έχω στηρίξει τας ελπίδας μου.81 Ἀπέκαμεν ἡ ψυχή μου προσμένουσα τὴν παρὰ σοῦ σωτηρίαν· ἐν τούτοις δὲν ἔπαυσα νὰ στηρίζω τὴν ἐλπίδα μου εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰς ὑποσχέσεις σου.
82 ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου εἰς τὸ λόγιόν σου λέγοντες· πότε παρακαλέσεις με;82 Ητόνησαν και κοντεύουν να σβήσουν οι οφθαλμοί μου από την μελέτην των λόγων και των υποσχέσεών σου και με κάνουν συνεχώς να λέγω· Ποτε, Κυριε, θα με παρηγορήσης;82 Κινδυνεύουν νὰ χάσουν τὸ φῶς των οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τὴν προσήλωσίν των εἰς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ ἀλανθάστου λόγου σου καὶ μὲ ἀναγκάζουν νὰ διερωτῶμαι: Πότε λοιπὸν θὰ μὲ παρηγόρησης;
83 ὅτι ἐγενήθην ὡς ἀσκὸς ἐν πάχνῃ· τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην.83 Εκακουχήθηκα πάρα πολύ. Εγινα κατάξηρος σαν το ασκί, που εσκληρύνθη εις την παγωνιάν και την πάχνην. Εν τούτοις ούτε προς στιγμήν δεν ελησμόνησα τα δικαιώματά σου.83 Τόσον πολὺ ἐκακουχήθην καὶ ἐταλαιπωρήθην, ὥστε ἔγινα κατάξηρος καὶ σκασμένος, ὅπως ὁ ἀσκὸς τὸν ὁποῖον ἔπηξε καὶ ἐσκλήρυνε ἡ πάχνη καὶ ἡ παγωνιά. Δὲν ἐλησμόνησα ὅμως οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τὰ δικαιώματά σου.
84 πόσαι εἰσὶν αἱ ἡμέραι τοῦ δούλου σου; πότε ποιήσεις μοι ἐκ τῶν καταδιωκόντων με κρίσιν;84 Ποσαι είναι ακόμη αι ημέραι της ζωής του δούλου σου; Ολίγαι. Ποτε, λοιπόν, συ θα αναλάβης την υπόθεσίν μου, θα εκφέρης και θα εφαρμόσης την δικαίαν σου κρίσιν εναντίον εκείνων, που με καταδιώκουν;84 Πόσαι εἶναι αἱ ἡμέραι τοῦ δούλου σοῦ; Ὠλιγόστευσαν αὖται πολύ. Πότε θὰ ἐπέμβῃς διὰ να κάμῃς ὑπὲρ ἐμοῦ κρίσιν ἐκείνων ποὺ μὲ καταδιώκουν, ὥστε νὰ ἀπολαύσω καὶ ἐγὼ ὀλίγην εἰρήνην καὶ ἀνάπαυσιν κατὰ τὰς ἐναπομένουσας εἰς ἐμὲ ἡμέρας;
85 διηγήσαντό μοι παράνομοι ἀδολεσχίας, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ὁ νόμος σου, Κύριε.85 Φλυαρίας και ματαιότητας μου διηγούντο οι παράνομοι. Αυτά όμως δεν είναι δυνατόν κατά κανένα τρόπον να συγκριθούν με τον Νομον σου, Κυριε.85 Φλυαρίας ἀνοήτων σκέψεων τῆς ματαίας τῶν διανοίας μου ἀνέπτυξαν καὶ ἐξέθεσαν ἄνθρωποι παράνομοι, διὰ νὰ μὲ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸ καθῆκον, ἀλλ’ αὐτὰ ποὺ μοῦ εἶπαν δὲν δύνανται οὐδὲ κἀν νὰ συγκριθοῦν πρὸς τὸν νόμον σου, Κύριε.
86 πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου ἀλήθεια· ἀδίκως κατεδίωξάν με, βοήθησόν μοι.86 Ολαι αι ιδικαί σου εντολαί είναι αλήθεια. Αδίκως αυτοί με κατεδίωξαν. Συ, λοιπόν, που μισείς την αδικίαν και αγαπάς την αλήθειαν, σπεύσε να με βοηθήσης και να με προστατεύσης.86 Ἀντιθέτως πρὸς τὰς φλυαρίας καὶ τὰ ψεύδη τῆς ἀπάτης ποὺ μοῦ εἶπον αὐτοί, αἱ ἐντολαί σου ὅλαι εἶναι ἀλήθεια καὶ φῶς· ἀδίκως αὐτοὶ μὲ κατεδίωξαν, σὺ λοιπὸν ποὺ μισεῖς τὴν ἀδικίαν, σπεῦσον εἰς βοήθειαν καὶ προστασίαν μου.
87 παρὰ βραχὺ συνετέλεσάν με ἐν τῇ γῇ, ἐγὼ δὲ οὐκ ἐγκατέλιπον τὰς ἐντολάς σου.87 Ολίγον ακόμη και οι μανιώδεις εχθροί μου θα με απετελείωναν και θα με έρριπταν νεκρόν κάτω εις την γην. Εγώ όμως δεν εγκατέλειψα ούτε παρέβην τας εντολάς σου.87 Ὁ κατ’ ἐμοῦ διωγμός των ἦτο τόσον μανιώδης καὶ ἐξοντωτικός, ὥστε παρ' ὀλίγον νὰ μὲ ἀποτελειώσουν ἐν τῇ γῇ καὶ νὰ μὲ ἐξαφανίσουν ἐξ αὐτῆς· ἐγὼ ὅμως δὲν ἐγκατέλιπον οὐδὲ ἠθέτησα τὰς ἐντολάς σου.
88 κατὰ τὸ ἔλεός σου ζῆσόν με, καὶ φυλάξω τὰ μαρτύρια τοῦ στόματός σου. -88 Συμφωνα με το άπειρον έλεός σου γλύτωσέ με από τους φοβερούς αυτούς κινδύνους και περιφρούρησε την ζωήν μου. Εγώ δέ, πλήρης ευγνωμοσύνης δια την σωτηρίαν μου, θα φυλάξω ακόμη περισσότερον τας εντολάς, που προέρχονται από το άγιον στόμα σου.88 Εἶσαι ἐλεήμων καὶ εὔσπλαγχνος· σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸ ἔλεός σου γλύτωσέ με ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς αὐτοὺς κινδύνους καὶ δῶσε μου ζωήν· καὶ τότε πλήρης εὐγνωμοσύνης διὰ τὴν σωτηρίαν σου ἐγὼ θὰ προσκολληθῶ ἀκόμη περισσότερον εἰς σὲ καὶ θὰ φυλάξω τὰς μαρτυρίας καὶ τὰς ἐντολὰς τοῦ στόματός σου.
89 Εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε, ὁ λόγος σου διαμένει ἐν τῷ οὐρανῷ.89 Ο λόγος σου, Κυριε, παραμένει αναλλοίωτος και αιώνιος στον ουρανόν, διότι έχει έδραν και πηγήν του σε τον ουράνιον Θεόν.89 Ὁ λόγος σου, Κύριε, ἔχει αἰώνιον κῦρος, διότι τὴν προέλευσίν του καὶ τὰ θεμέλιά του δὲν τὰ ἔχει εἰς τὴν εὐμετάβλητον ματαιότητα τοῦ παρόντος κόσμου, ἀλλ’ εἰς τὸν αἰώνιον καὶ ἀναλλοίωτον πνευματικὸν κόσμον τοῦ οὐρανοῦ.
90 εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἡ ἀλήθειά σου· ἐθεμελίωσας τὴν γῆν καὶ διαμένει.90 Η αλήθειά σου παραμένει αμετακίνητος από γενεάς εις γενεάν. Εθεμελίωσες αυτήν ασφαλή, όπως την γην, η οποία δια τούτο παραμένει.90 Ἡ ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ ἀποκαλυφθεῖσα εἰς ἡμᾶς ἀλήθειά σου παραμένει ἀδιάσειστος διὰ μέσου τῶν γενεῶν διδάσκουσα καὶ φρονηματίζουσα ταύτας, διότι εἶναι ἀλήθεια ἰδική σου, ὁ ὁποῖος ἐθεμελίωσας τὴν γῆν καὶ διαμένει αὕτη χωρὶς κανεὶς νὰ δύναται νὰ τὴν ταράξῃ.
91 τῇ διατάξει σου διαμένει ἡμέρα, ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα σά.91 Συ έδωσες την παντοδύναμον προσταγήν σου και παραμένει η ημέρα. Διότι όλα όσα υπάρχουν είναι δούλα και υποτεταγμένα στο άγιον θέλημά σου.91 Δυνάμει τοῦ προστακτικοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον εἶπες σύ, παραμένει ἡ ἡμέρα. Διότι ὅλα ὅσα ὑπάρχουν δουλικῶς ὑπακούουν εἰς σέ, δι' αὐτὸ δὲ καὶ διατηροῦνται, διότι δουλικῶς ἐμμένουν εἰς τοὺς φυσικοὺς νόμους, ποὺ ὤρισες σύ.
92 εἰ μὴ ὅτι ὁ νόμος σου μελέτη μού ἐστι, τότε ἂν ἀπωλόμην ἐν τῇ ταπεινώσει μου.92 Εάν ο Νομος σου δεν ήτο προσφιλής μελέτη και εντρύφημά μου, εγώ θα εχανόμην εξ ολοκλήρου ανάμεσα εις τας περιπετείας και τας θλίψεις, που τόσον πολύ με είχαν ταπεινώσει.92 Ἐὰν ὁ νόμος σου δὲν ἦτο προσφιλὴς καὶ παρηγορητικὴ μελέτη μου, θὰ ἐχανόμην ὁλοτελῶς ἐν μέσῳ τῶν θλίψεων ποὺ τόσον πολὺ μὲ ἐταπείνωσαν.
93 εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι τῶν δικαιωμάτων σου, ὅτι ἐν αὐτοῖς ἔζησάς με.93 Εις τον αιώνα δεν θα ξεχάσω τα δικαιώματά σου, διότι δια μέσου αυτών συ μου έδωκες και διετήρησες την ζωήν μου.93 Δὲν θὰ ξεχάσω ποτὲ εἰς τὸν αἰῶνα τὰ δικαιώματά σου, διότι διὰ τῆς παρηγορίας καὶ ἐνισχύσεως τὴν ὁποίαν μὲ αὐτὰ μοῦ ἔδιδες, μὲ ἐζωοποίησας.
94 σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα.94 Ιδικός σου άνθρωπος, ιδικός σου δούλος είμαι εγώ, Κυριε. Σώσε με, διότι τας εντολάς σου με πολύν πόθον εζήτησα και ηρεύνησα να μάθω.94 Ἰδικός σου δοῦλος εἶμαι ἐγώ, σῶσόν με· μὴ μὲ ἀφίνῃς ἀπροστάτευτον, διότι μὲ ὅλην τὴν καρδίαν μου ἐζήτησα νὰ μάθω καὶ νὰ φυλάξω τὰ δικαιώματά σου.
95 ἐμὲ ὑπέμειναν ἁμαρτωλοὶ τοῦ ἀπολέσαι με· τὰ μαρτύριά σου συνῆκα.95 Με παρεμόνευσαν με πολλήν υπομονήν οι αμαρτωλοί, δια να με εξοντώσουν. Αλλ' εγώ προς τον Νομον σου είχα εστραμμένην την προσοχήν και την διάνοιάν μου.95 Μὲ παρεμόνευσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ διὰ νὰ μὲ ἐξοντώσουν ἀλλ’ ἐγὼ πρὸς τὰς μαρτυρίας τοῦ νόμου σου εἶχον ἐστραμμένην ὅλην τὴν προσοχήν μου.
96 πάσης συντελείας εἶδον πέρας· πλατεῖα ἡ ἐντολή σου σφόδρα. -96 Είδα ότι όλα αυτά, που οι άνθρωποι τα θεωρούν τέλεια, πλούτη και δόξαν και τα άλλα αγαθά του κόσμου τούτου, είδα να έχουν ένα τέλος. Η εντολή σου όμως εκτείνεται εις απέραντον χρονικόν διάστημα, αναλλοίωτος και έγκυρος.96 Πὰν ὅ,τι θεωροῦν οἱ ἄνθρωποι τέλειον καὶ εἰς πλοῦτη καὶ εἰς δόξαν καὶ εἰς εὐτυχίαν εἶδον νὰ ἔχῃ πέρας καὶ τέλος. Ἡ ἐντολή σου ἔχει πλάτη χρόνου καὶ διαρκείας καὶ γνώσεως καὶ ἀνέσεως ἀπέραντα καὶ χαρίζει εἰς τοὺς τηρητάς της αἰωνίαν καὶ ἀνέκφραστον εὐτυχίαν.
97 ῾Ως ἠγάπησα τὸν νόμον σου, Κύριε· ὅλην τὴν ἡμέραν μελέτη μού ἐστιν.97 Ποσον πολύ ηγάπησα πράγματι τον Νομον σου, Κυριε! Ολην την ημέραν αυτός είναι η μελέτη μου και το εντρύφημά μου.97 Πόσον τῷ ὄντι ἠγάπησα τὸν νόμον σου, Κύριε, καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ἐντρυφῶ ἐν τῇ μελέτῃ του.
98 ὑπὲρ τοὺς ἐχθρούς μου ἐσόφισάς με τὴν ἐντολήν σου, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα ἐμή ἐστιν.98 Με ανέδειξες σοφώτερον από τους εχθρούς μου, με το να με διδάξης την εντολήν σου, διότι αυτή παραμένει πάντοτε κτήμα μου, γνώσις και σοφία μου.98 Μὲ ἔκαμες σοφώτερον ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου, διδάξας με τὴν ἐντολήν σου· καὶ ἡ σοφία μου αὐτὴ ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι διὰ τῆς μελέτης καὶ ἐφαρμογῆς τῆς ἐντολῆς σου ἔγινεν αὕτη αἰώνιον καὶ ἀναφαίρετον κτῆμα μου.
99 ὑπὲρ πάντας τοὺς διδάσκοντάς με συνῆκα, ὅτι τὰ μαρτύριά σου μελέτη μού ἐστιν.99 Εξεπέρασα όλους τους διδασκάλους μου εις γνώσιν και σοφίαν και σύνεσιν, διότι τα μαρτύρια του Νομου σου είναι η προσφιλής μελέτη μου.99 Ὅλους τοὺς διδασκάλους μου, ποὺ μοῦ ἐδίδασκον τὴν γνῶσιν καὶ σοφίαν τοῦ κόσμου, τοὺς ὑπερέβην εἰς γνῶσιν καὶ εἰς σύνεσιν, διότι αἱ μαρτυρίαι τοῦ νόμου σου εἶναι ἡ προσφιλὴς μελέτη μου.
100 ὑπὲρ πρεσβυτέρους συνῆκα, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐξεζήτησα.100 Απέκτησα σύνεσιν πολύ μεγαλυτέραν και από τους γεροντοτέρους μου, διότι εγώ με πόθον πολύν εζήτησα να μάθω και να εφαρμόσω τας εντολάς σου.100 Τοὺς γεροντοτέρους μου, οἱ ὁποῖοι προβάλλουν τὴν πεῖραν των ὡς πηγὴν σοφίας, τοὺς ἐξεπέρασα εἰς σύνεσιν καὶ γνῶσιν, διότι τὰς ἐντολάς σου μὲ πόθον πολὺν ἐζήτησα νὰ μάθω καὶ νὰ ἐφαρμόσω.
101 ἐκ πάσης ὁδοῦ πονηρᾶς ἐκώλυσα τοὺς πόδας μου, ὅπως ἂν φυλάξω τοὺς λόγους σου.101 Επροφύλαξα τον εαυτόν μου, ώστε να μη βαδίσω ποτέ δρόμους πονηρίας. Και ηγωνίσθην εξ αντιθέτου να φυλάξω όλας τας εντολάς σου.101 Προεφύλαξα τὸν ἑαυτόν μου νὰ μὴ βαδίσω ποτὲ ὁδὸν πονηράν· ἠμπόδισα τὸν ἑαυτόν μου ἀπὸ τοῦ νὰ διαπράξῃ οἱανδήποτε ἁμαρτίαν, ὥστε νὰ ἀποδειχθῶ ἀκριβῆς καὶ τέλειος τηρητὴς τῶν λόγων σου.
102 ἀπὸ τῶν κριμάτων σου οὐκ ἐξέκλινα, ὅτι σὺ ἐνομοθέτησάς με.102 Από τας εντολάς σου δεν παρεξέκλινα, διότι αναγνωρίζω ότι συ τας ενομοθέτησες προς καθοδήγησίν μου.102 Ἀπὸ τὰς ἐντολάς, τὰς ὁποίας ἡ σοφία σου μᾶς ὥρισε, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ μᾶς κρίνῃς, δὲν παρεξέκλινα, διότι οὐχὶ ἄνθρωπος, ἀλλὰ σὺ ὁ ἴδιος ἐνομοθέτησας ταύτας εἰς ἐμέ.
103 ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου.103 Ποσον γλυκέα και ευχάριστα είναι τα λόγιά σου στον λάρυγγά μου! Οταν τα προφέρω δια του στόματός μου, είναι γλυκύτερα παρά πάνω από το μέλι.103 Πόσον γλυκέα εἶναι τὰ θεῖα σου λόγια εἰς τὴν μελετῶσαν αὐτὰ ψυχήν μου καὶ εἰς τὸν ἐκφωνοῦντα αὐτὰ λάρυγγά μου. Εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερα ἀπὸ ὅ,τι τὸ μέλι εἶναι εἰς τὸ στόμα μου.
104 ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου συνῆκα· διὰ τοῦτο ἐμίσησα πᾶσαν ὁδὸν ἀδικίας. -104 Μελετών τας εντολάς σου επήρα σύνεσιν και σοφίαν. Φωτισμένος δε από αυτάς εμίσησα κάθε δρόμον αδικίας, στον οποίον πλανώνται οι αμαρτωλοί άνθρωποι.104 Σύνεσιν πολλὴν καὶ σοφίαν ἔλαβον ἀπὸ τὴν μελέτην καὶ τήρησιν τῶν ἐντολῶν σου· δι' αὐτὸ ἐμίσησα πάντα δρόμον ἀδικίας, εἰς τὸν ὁποῖον πλανῶνται οἱ ἀγνοοῦντες σὲ καὶ τὸν νόμον σου.
105 Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου.105 Φωτοβόλος λύχνος εις την πορείαν της ζωής μου είναι, ο Νομος σου. Φως πλούσιον στους δρόμους μου.105 Ὁ νόμος σου εἶναι φῶς καθοδηγοῦν με διὰ νὰ πολιτεύωμαι ὀρθῶς καὶ ἀπροσκόπτως, ὅπως καὶ ὁ λύχνος φωτίζει ἐν καιρῷ νυκτὸς ἵνα μὴ σκοντάπτουν οἱ πόδες μου. Ὁ θεῖος σου οὗτος λύχνος εἶναι φῶς ποὺ φωτίζει τὰς ὁδοὺς τῆς ζωῆς μου.
106 ὤμοσα καὶ ἔστησα τοῦ φυλάξασθαι τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.106 Ωρκίσθην και ανέλαβα την υποχρέωσιν να τηρώ ακριβώς τας εντολάς του Νομου σου.106 Ἐνόρκως ὑπεσχέθην καὶ ἐμπράκτως ἐπεκύρωσα τὸν ὅρκον μου, περὶ τοῦ ὅτι θὰ τηρῶ ἐπακριβῶς τὰς δικαίας κρίσεις τοῦ νόμου σου καὶ τῶν ἐντολῶν σου.
107 ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα· Κύριε, ζῆσόν με κατὰ τὸν λόγον σου.107 Μεγάλας ταλαιπωρίας και ταπεινώσεις υπέστην από τους εχθρούς μου. Κυριε, σύμφωνα με την υπόσχεσίν σου, περιφρούρησε την κινδυνεύουσαν ζωήν μου.107 Ὑφίσταμαι μεγάλας καὶ ἀγρίας ταπεινώσεις ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου. Ζωοποίησέ με σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσίν σου.
108 τὰ ἑκούσια τοῦ στόματός μου εὐδόκησον δή, Κύριε, καὶ τὰ κρίματά σου δίδαξόν με.108 Δέξου, Κυριε, με ευμένειαν τας δοξολογίας και εκφράσεις ευγνωμοσύνης, τας οποίας με όλην μου την καρδίαν αναπέμπω προς σε. Διδαξέ με ευρύτερον και βαθύτερον τας εντολάς της δικαιοσύνης σου.108 Τὰς δοξολογίας καὶ εὐχαριστίας, ποὺ μὲ ὅλην μου τὴν θέλησιν προσφέρω διὰ τοῦ στόματός μου εἰς σέ, δέχθητι εὐμενῶς, Κύριε, καὶ βλέπων τὴν εὐγνώμονα διάθεσίν μου δίδαξόν με βαθύτερον τὰ προστάγματά σου, διὰ τῶν ὁποίων θὰ μᾶς κρίνῃς.
109 ἡ ψυχή μου ἐν ταῖς χερσί σου διαπαντός, καὶ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην.109 Η ζωη μου ευρίσκεται πάντοτε εις τα χέρια σου. Εγώ δέ ποτέ δεν ελησμόνησα να μελετώ και να εφαρμόζω τον Νομον σου.109 Ἡ ψυχή μου εἶναι πάντοτε εἰς τὰς χεῖρας σου καὶ δὲν ἐλησμόνησα ποτὲ τὸν νόμον σου. Κάτεχέ με λοιπὸν ὑπὸ τὴν προστασίαν σου καὶ διεύθυνέ με, ὅπου σὺ θέλεις.
110 ἔθεντο ἁμαρτωλοὶ παγίδα μοι, καὶ ἐκ τῶν ἐντολῶν σου οὐκ ἐπλανήθην.110 Οι αμαρτωλοί μου έστησαν παγίδας, εγώ όμως δεν επλανήθην και δεν απεμακρύνθην από τας εντολάς σου.110 Οἱ ἁμαρτωλοὶ μοῦ ἔστησαν παγίδα καὶ ἐμηχανεύθησαν δόλους κατ’ ἐμοῦ, ἐγὼ ὅμως ἀντιθέτως πρὸς αὐτοὺς δὲν ἐπλανήθην ἀπὸ τὰς ἐντολάς σου, ἀλλ’ ἐνέμεινα πιστῶς εἰς τὴν τήρησιν αὐτῶν.
111 ἐκληρονόμησα τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι ἀγαλλίαμα τῆς καρδίας μού εἰσιν.111 Κληρονομία μου και αναφαίρετος περιουσία μου έγιναν τα μαρτύριά σου. Διότι, αυτά αποτελούν την ευφροσύνην και αγαλλίασαν της καρδίας μου.111 Αἱ ἐν τῷ νόμῳ σου μαρτυρίαι ἐγένοντο κληρονομία μου ἀναφαίρετος καὶ αἰωνία, διότι ἐνεχάραξα αὐτὰς εἰς τὴν καρδίαν μου καὶ εἶναι δι’ αὐτὴν πηγὴ ἀγαλλιάσεως καὶ εὐφροσύνης.
112 ἔκλινα τὴν καρδίαν μου τοῦ ποιῆσαι τὰ δικαιώματά σου εἰς τὸν αἰῶνα δι᾿ ἀντάμειψιν. -112 Εστρεψα με όλην μου την διάθεσιν την καρδίαν μου, στο να εφαρμόζω τας εντολάς σου πάντοτε. Διότι οι τηρηταί αυτών θα αμειφθούν.112 Ἔδωκα σταθερὰν κλίσιν εἰς τὴν καρδίαν μου μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐκτελῶ τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ δικαιώματά σου διαρκῶς καὶ ἀπαύστως, ὥστε νὰ ἀπολαύσω καὶ τῆς ἀνταμοιβῆς, ἥτις θὰ δοθῇ εἰς τοὺς τηρητάς των.
113 Παρανόμους ἐμίσησα, τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα.113 Ανθρώπους παρανόμους εμίσησα, τον δε Νομον σου ηγάπησα.113 Τοὺς μὴ ἐμμένοντας εἰς τὴν τήρησιν τοῦ νόμου σου, ἀλλ' ἀθετοῦντας αὐτὸν τοὺς ἀπεστράφην καὶ τοὺς ἐμίσησα, ἠγάπησα δὲ μὲ ὅλην μου τὴν καρδίαν τὸν νόμον σου, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ παραβαίνουν.
114 βοηθός μου, καὶ ἀντιλήπτωρ μου εἶ σύ· εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα.114 Βοηθός και προστάτης μου είσαι συ, Κυριε. Εγώ δε στους λόγους και τας υποσχέσεις και τας εντολάς σου έχω στηρίξει τας ελπίδας μου.114 Εἶσαι σὺ ὁ βοηθός μου καὶ ὁ ὑποβαστάζων με προστάτης· ὁλόκληρον τὴν ἐλπίδα μου ἐστήριξα εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰς ὑποσχέσεις σου.
115 ἐκκλίνατε ἀπ᾿ ἐμοῦ, πονηρευόμενοι, καὶ ἐξερευνήσω τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ μου.115 Φυγετε μακράν από εμέ οι άνθρωποι, οι οποίοι μελετάτε και αγαπάτε και πράττετε την πονηρίαν. Εγώ δε θα ερευνήσω βαθύτερον και θα μάθω σαφέστερον τας εντολάς του Θεού μου.115 Φύγετε μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ ὅσοι ἐσυνηθίσατε νὰ πράττετε τὸ πονηρόν, καὶ ἐλεύθερος τότε ἀπὸ τὰ ἐμπόδιά σας θὰ μελετῶ καὶ θὰ ἐμβαθύνω εἰς τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ μου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον σεῖς μὲ τὰ ἔργα καὶ τὰς διαθέσεις σας ἀπεξενώθητε.
116 ἀντιλαβοῦ μου κατὰ τὸ λόγιόν σου, καὶ ζῆσόν με, καὶ μὴ καταισχύνῃς με ἀπὸ τῆς προσδοκίας μου.116 Απλωσε το προστατευτικό σου χέρι πιάσε με και συγκράτησέ με, σύμφωνα με την υπόσχεσίν σου. Σώσε και περιφρούρησε την ζωήν μου από τους κινδύνους και μη με εντροπιάσης σχετικώς με τας ελπίδας, που έχω στηρίξει εις σέ.116 Ἔκτεινον τὴν προστατευτικὴν χεῖρα σου καὶ ὑποβάστασόν με σύμφωνα μὲ τὴν ἀψευδῆ σου ὑπόσχεσιν· καὶ ἀπομάκρυνον κάθε κίνδυνον ἐπαπειλοῦντα τὴν ζωήν μου· δός μοι ζωὴν καὶ μὴ μὲ ἐντροπιάσῃς ἀρνούμενος τὴν βοήθειαν καὶ σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν γεμᾶτος ἐλπίδα περιμένω νὰ μοῦ στείλῃς.
117 βοήθησόν μοι, καὶ σωθήσομαι καὶ μελετήσω ἐν τοῖς δικαιώμασί σου διαπαντός.117 Βοήθησέ με, διότι με την ιδικήν σου βοήθειαν θα σωθώ από τους κινδύνους και έτσι ασφαλής και απερίσπαστος θα μελετώ πάντοτε τας εντολάς σου.117 Βοήθησόν με ἐν μέσῳ τῶν παγίδων καὶ τῶν κινδύνων, ὑπὸ τῶν ὁποίων κυκλοῦμαι. Καὶ ὅταν ἔχω σὲ βοηθόν, ἀσφαλῶς θὰ σωθῶ καὶ θὰ ἀφιερώσω τότε τὴν ζωήν μου εἰς τὸ νὰ μελετῶ πάντοτε τὰς ἐν τῷ νόμῳ σου ἐντολάς, ἵνα καὶ τελειότερον συμμορφοῦμαι πρὸς αὐτάς.
118 ἐξουδένωσας πάντας τοὺς ἀποστατοῦντας ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων σου, ὅτι ἄδικον τὸ ἐνθύμημα αὐτῶν.118 Εξουθένωσες και εξηυτέλισες όλους εκείνους, οι οποίοι απεμακρύνθησαν από τας εντολάς σου, διότι οι διαλογισμοί της διανοίας των και αι επιθυμίαι της καρδίας των ήσαν άδικοι.118 Ἐξηυτέλισας καὶ ἐξεμηδένισας ὅλους ὅσοι ἀποστατοῦν ἀπὸ τὰς ἐντολάς σου, καὶ ἀντιτίθενται εἰς αὐτάς, διότι ὅσα συνέλαβον καὶ ἐσχεδίασαν κατὰ νοῦν εἶναι ἀπατηλὰ καὶ σαθρά.
119 παραβαίνοντας ἐλογισάμην πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς· διὰ τοῦτο ἠγάπησα τὰ μαρτύριά σου.119 Ηρεύνησα με τον νουν μου, εσκέφθην και είδα ότι παρέρχονται όλοι οι αμαρτωλοί της γης και εξαφανίζονται. Δια τούτο εγώ ηγάπησα τον Νομον σου, ο οποίος αποτελεί σωτηρίαν και ασφάλειαν.119 Ἔβαλα μὲ τὸν νοῦν μου ἕνα πρὸς ἕνα ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς καὶ τοὺς εἶδα νὰ διαβαίνουν καὶ νὰ ἀφανίζωνται ὅλοι. Δι' αὐτὸ δὲ καὶ ἐγὼ ἠγάπησα καὶ προοεκολλήθην εἰς τὰς μαρτυρίας τοῦ νόμου σου, διότι μόνον ὅσοι φυλάττουν αὐτὸν δὲν θὰ ἑξαφανισθοῦν.
120 καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας μου· ἀπὸ γὰρ τῶν κριμάτων σου ἐφοβήθην. -120 Καρφωσε και νέκρωσε δια του αγίου φόβου σου τα προς την αμαρτίαν κλίνοντα μέλη της σαρκός μου. Ζητώ αυτήν την χάριν, διότι με τρομάζουν αι εναντίον της αμαρτίας τιμωρίαι σου.120 Κάρφωσε καὶ νέκρωσε διὰ τοῦ φόβου σου τὰ μέλη τῆς σαρκός μου, ὥστε νὰ μὴ ἐνεργοῦν οὐδέποτε τὴν ἁμαρτίαν, ἀλλὰ νὰ εἶναι πάντοτε σὰν μὲ καρφιὰ σταυρωμένα ὡς πρὸς αὐτήν. Σοῦ ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν αὐτήν, διότι μὲ τρομάζουν αἱ κατὰ τῆς ἁμαρτίας κρίσεις καὶ τιμωρίαι σου καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θέλω ποτὲ νὰ εὑρεθῶ ἔνοχος ἀπέναντί σου.
121 ᾿Εποίησα κρῖμα καὶ δικαιοσύνην· μὴ παραδῷς με τοῖς ἀδικοῦσί με.121 Επεδίωξα την ευθύτητα και δικαιοσύνην, την οποίαν συ θέλεις. Δια τούτο μη με παραδώσης εις τα χέρια των εχθρών μου, που με αδικούν.121 Προσεπάθησα νὰ ἐξομοιωθῶ πρὸς σὲ καὶ κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις ἐπεδίωξα τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν δικαιοσύνην. Μὴ μὲ ἀφίνῃς λοιπὸν νὰ περιέλθω αἰχμάλωτος εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀδικοῦν.
122 ἔκδεξαι τὸν δοῦλόν σου εἰς ἀγαθόν· μὴ συκοφαντησάτωσάν με ὑπερήφανοι.122 Δια το καλόν μου και προς ασφάλειάν μου πάρε κάτω από την προστασίαν σου εμέ τον δούλον σου, ώστε να μη τολμήσουν να διατυπώσουν εναντίον μου συκοφαντίας οι υπερήφανοι και αν διατυπώσουν, να μη γίνουν αυταί πιστευταί.122 Λέβε τὸν δούλον σου ὑπὸ τὴν προστασίαν σου καὶ γενοῦ ἀσφάλεια εἰς ἐμὲ πρὸς τὸ καλάν μου, ἵνα μὴ συκοφαντηθῶ ὑπὸ τῶν ὑπερηφάνων καὶ πέσω θῦμα τῶν ἀσυνειδήτων ἐκβιασμῶν των.
123 οἱ ὀφθαλμοί μου ἐξέλιπον εἰς τὸ σωτήριόν σου καὶ εἰς τὸ λόγιον τῆς δικαιοσύνης σου.123 Απέκαμαν τα μάτια μου περιμένοντα την σωτηρίαν από σέ, και την εκπλήρωσιν της δικαίας υποσχέσεώς σου.123 Ἀπέκαμαν οἱ ὀφθαλμοί μου περιμένοντες πότε θὰ ἀποσταλῇ ἡ παρὰ σοῦ σωτηρία καὶ πότε θὰ ἐκπληρωθῇ ἡ σύμφωνα μὲ τὴν δικαιοσύνην σου δοθεῖσα ὑπόσχεσίς σου.
124 ποίησον μετὰ τοῦ δούλου σου κατὰ τὸ ἔλεός σου καὶ τὰ δικαιώματά σου δίδαξόν με.124 Σε ικετεύω να φερθής προς εμέ, τον δούλόν σου, σύμφωνα με το έλεός σου, όχι σύμφωνα με τας ιδικάς μου πράξεις. Δια να ευαρεστώ δε πάντοτε εις σέ, δίδαξέ με ακόμη περισσότερον τας εντολάς σου.124 Μεταχειρίσου με σύμφωνα μὲ τὸ ἄπειρον ἔλεός σου καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὰς πράξεις μου. Διὰ νὰ γίνουν δὲ αὗται κατὰ πάντα ἀρεσταὶ εἰς σέ, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
125 δοῦλός σού εἰμι ἐγώ· συνέτισόν με, καὶ γνώσομαι τὰ μαρτύριά σου.125 Ιδικός σου δούλος είμαι εγώ. Δος μου λοιπόν, Κυριε, σοφίαν και σύνεσιν, δια να γνωρίσω και μάθω τας εντολάς σου.125 Εἶμαι δοῦλος σου καὶ θέλω νὰ ἀνήκω ἐξ ὁλοκλήρου εἰς σέ. Διάνοιξον τὸν νοῦν μου καὶ σόφισον αὐτόν, καὶ τότε διὰ τοῦ φωτισμοῦ σου τούτου θὰ μάθω πληρέστερον τὰς ἐν τῷ νόμῳ μαρτυρίας σου.
126 καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ· διεσκέδασαν τὸν νόμον σου.126 Εφθασε δια τον Κυριον ο καιρός να αντιδράση και να εφαρμόση δικαιοσύνην εναντίον των εχθρών μου. Αυτοί κατεπάτησαν και κατεξέσχισαν τον Νομον σου.126 Εἶναι καιρός, Κύριε, νὰ δράσῃς καὶ νὰ κάμῃς ἐκδίκησιν ὑπὲρ τῶν δούλων σου, διότι οἱ παράνομοι καὶ ἀσεβοῦντες κατὰ σοῦ παρεβίασαν καὶ κατεξέσχισαν τὸν νόμον σου.
127 διὰ τοῦτο ἠγάπησα τὰς ἐντολάς σου ὑπὲρ χρυσίον καὶ τοπάζιον.127 Η πονηρία και η κακότης εκείνων με έκαμε να αγαπήσω ακόμη περισσότερον τας εντολάς σου περισσότερον από το χρυσάφι και τους πολύτιμους λίθους.127 Ἡ ἀσεβής των ὅμως συμπεριφορὰ διήγειρεν ἐπὶ μᾶλλον τὸν ὑπὲρ τοῦ νόμου σου ζῆλον μου, καὶ διὰ τοῦτο ἠγάπησα αὐτὸν περισσότερον ἀπὸ τὸν χρυσὸν καὶ τοὺς πολυτίμους λίθους.
128 διὰ τοῦτο πρὸς πάσας τὰς ἐντολάς σου κατωρθούμην, πᾶσαν ὁδὸν ἄδικον ἐμίσησα. -128 Δια τούτο συνεμορφούμην προς όλας τας εντολάς σου, εμίσησα δε κάθε άδικον πράξιν.128 Διότι δὲ τόσον πολὺ ἠγάπησα τὸν νόμον σου, συνεμορφούμην πρὸς ὅλας τὰς ἐντολάς σου καὶ ἐμίσησα πάντα δρόμον ὁδηγοῦντα πρὸς τὴν ἀδικίαν.
129 Θαυμαστὰ τὰ μαρτύριά σου· διὰ τοῦτο ἐξηρεύνησεν αὐτὰ ἡ ψυχή μου.129 Βαθύν θαυμασμόν μου προκαλούν αι εντολαί, που υπάρχουν στον Νομον σου. Δια τούτο η ψυχή μου τας ηρεύνησε και τας εμελέτησε με πόθον.129 Αἱ ἐν τῷ θείῳ νόμῳ σου μαρτυρίαι προκαλοῦν τὸν θαυμασμὸν διὰ τὰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας ἀποκαλύπτουν, καὶ διὰ τὴν παρηγορίαν καὶ τὸν φωτισμόν, τὸν ὁποῖον μεταδίδουν. Δι’ αὐτὸ μὲ πόθον πολὺν ἐζήτησα αὐτὰς καὶ προσεπάθησε πάντοτε νὰ ἐμβαθήνῃ εἰς ταύτας ἡ ψυχή μου.
130 ἡ δήλωσις τῶν λόγων σου φωτιεῖ καὶ συνετιεῖ νηπίους.130 Η φανέρωσις και η ανάλυσις των εντολών σου φωτίζει και συνετίζει και αυτούς ακόμη τους απλοϊκούς ανθρώπους.130 Ἡ φανέρωσις καὶ ἡ διὰ τῆς ἀναπτύξεως ἀποσαφήνισις τῶν λόγων σου, ὥστε νὰ γίνουν ταῦτα καταληπτά, θὰ φωτίσῃ καὶ θὰ καταστήσῃ σοφοὺς καὶ συνετοὺς τοὺς ἁπλοῦς καὶ ἀκάκους.
131 τὸ στόμα μου ἤνοιξα καὶ εἵλκυσα πνεῦμα, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐπεπόθουν.131 Ηνοιξα το στόμα μου και εισέπνευσα τον ζωογόνον αέρα. Ετσι ελαχτάρησα και λαχταρώ τας εντολάς σου.131 Ἤνοιξα ἀσθμαίνων τὸ στόμα μου καὶ προσπαθῶ νὰ ἑλκύσω καὶ νὰ εἰσπνεύσω ἀέρα· ἔχω σφοδροτάτην ἐπιθυμίαν καὶ πόθον θερμόν, ἅτινα ἔχουν ἀνάγκην ταχείας καὶ ἐπειγούσης ἰκανοποιησεως· φλέγομαι ὑπὸ τῆς δίψης τῶν προσταγμάτων σου, καὶ ὁ πόθος μου αὐτὸς διὰ νὰ μάθω καὶ ἐφαρμόσω τὰς ἐντολάς σου, ἔχει τὸν ἀντίκτυπον αὐτὸν καὶ εἰς τὸ σῶμα μου.
132 ᾿Επίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με κατὰ τὸ κρίμα τῶν ἀγαπώντων τὸ ὄνομά σου.132 Ριξε ένα σπλαγχνικό βλέμμα εις εμέ και ελέησέ με, σύμφωνα με την αξιόπιστον υπόσχεσίν σου να προστατεύης εκείνους, που σέβονται και αγαπούν το Ονομά σου.132 Ρῖψε εὐσπλαγχνικὸν τὸ βλέμμα σου καὶ εἰς ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με σύμφωνα μὲ τὴν δικαίαν καὶ ἀμετάκλητον ἀπόφασίν σου νὰ προστατεύῃς ὅλους ὅσοι σὲ ἀγαποῦν, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἀγαθότης σου ἔδωκε τὸ δικαίωμα να ἐλπίζουν πάντοτε ἐπὶ τῶν εὐσπλάγχνων διαθέσεών σου.
133 τὰ διαβήματά μου κατεύθυνον κατὰ τὸ λόγιόν σου, καὶ μὴ κατακυριευσάτω μου πᾶσα ἀνομία.133 Κατεύθυνε την ζωήν και τα έργα μου σύμφωνα με το λόγιόν σου, ώστε καμμία παρανομία να μη κυριεύση την ψυχήν μου.133 Συμμόρφωσε τὰς πράξεις μου καὶ ὅλην τὴν συμπεριφοράν μου πρὸς τὰς ἐντολάς σου καὶ οὕτως ἂς μὴ μὲ αἰχμαλωτίσῃ καὶ κυριεύσῃ οἱαδήποτε ἀνομία.
134 λύτρωσαί με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου.134 Γλύτωσέ με από συκοφαντίας ανθρώπων και εγώ θα φυλάξω τας εντολάς σου.134 Γλύτωσέ με ἀπὸ τὰς ψευδεῖς κατηγορίας τῶν συκοφαντούντων με ἀνθρώπων, καὶ ἐλεύθερος τότε ἀπὸ τὰς δυσκολίας καὶ τὰ ἐμπόδια καὶ ἀπὸ τὴν θλῖψιν καὶ στενοχώριαν τῶν συκοφαντιῶν θὰ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου.
135 τὸ πρόσωπόν σου ἐπίφανον ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου καὶ δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.135 Ας επιλάμψη και ας φωτίση εμέ τον δούλόν σου η αγαθότης και η καλωσύνη του προσώπου σου· δίδαξέ με τα προστάγματά σου.135 Ἂς ἐπιλάμψῃ ἡ εὐμένεια καὶ ἡ εὐδοκία τοῦ προσώπου σου εἰς ἐμὲ τὸν δοῦλον σου· κατάπεμψον τὰς χαρίτας τοῦ προσώπου σου εἰς ἐμέ· καὶ δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου, ὥστε κατανοῶν αὐτὰ βαθύτερον νὰ συμμορφωθῶ πρὸς ταῦτα πλήρως.
136 διεξόδους ὑδάτων κατέδυσαν οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐπεὶ οὐκ ἐφύλαξα τὸν νόμον σου. -136 Εις τα αφθόνως αναβλύζοντα δάκρυά μου εβυθίσθησαν τα μάτια μου· και τούτο, διότι δεν ετήρησα πάντοτε τον Νομον σου.136 Εἰς ποταμοὺς δακρύων ἐβυθίσθησαν τὰ μάτια μου καὶ κρουνηδὸν ἔρρευσαν τὰ δάκρυά μου, ἐπειδὴ συνῃσθάνθην ἐν συντριβῇ τὴν ἐνοχήν μου, ὅταν κάποτε δὲν ἐφύλαξα τὸν νόμον σου.
137 Δίκαιος εἶ, Κύριε, καὶ εὐθεῖαι αἱ κρίσεις σου.137 Δικαιος είσαι, Κυριε, και αι αποφάσεις σου είναι ορθαί και ευθείαι.137 Δίκαιος εἶσαι, Κύριε· καὶ ὅ,τι σὺ ἀποφασίζεις εἶναι ὀρθόν, ἀλάνθαστον καὶ εὐθές.
138 ἐνετείλω δικαιοσύνην τὰ μαρτύριά σου καὶ ἀλήθειαν σφόδρα.138 Τα προστάγματά σου, Κυριε, τα οποία ως εντολάς έδωσες εις ημάς, είναι απολύτως δίκαια και αληθινά.138 Αἱ μαρτυρίαι, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκας ὡς νόμον καὶ ὡς ἐντολάς, ἵνα τὰς τηρῶμεν, εἶναι δικαιοσύνη ἄμεμπτος καὶ ἀλήθεια ἁγνοτάτη.
139 ἐξέτηξέ με ὁ ζῆλός σου, ὅτι ἐπελάθοντο τῶν λόγων σου οἱ ἐχθροί μου.139 Με έλυωσεν ωσάν κερί ο ζήλός μου δια την δόξαν του Ονόματός σου, διότι οι εχθροί μου ελησμόνησαν εντελώς τας εντολάς σου.139 Ὁ ὑπὲρ τῆς δόξης σου θερμὸς καὶ φλογερὸς ζῆλος μου μὲ ἔκαμε νὰ λυώσω ὡς κηρός, διότι εἶδα ὅτι οἱ ἐχθροί μου ἐλησμόνησαν καὶ δὲν ἔδωκαν καμμίαν προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους τῶν ἐντολῶν σου.
140 πεπυρωμένον τὸ λόγιόν σου σφόδρα, καὶ ὁ δοῦλός σου ἠγάπησεν αὐτό.140 Είναι όμως άφρονες, διότι τα λόγιά σου είναι ολοκάθαρα και απαστράπτοντα, όπως το χρυσάφι, το οποίον εκαθαρίσθη στο πυρωμένο καμίνι. Δια τούτο εγώ ο δούλος σου τα ηγάπησα.140 Ἀλλὰ πόσον εἶναι ἄφρονες! Διότι ὁ λόγος σου, τὸν ὁποῖον περιεφρόνησαν, εἶναι ἀκίβδηλος καὶ ἄδολος καὶ ἁγνὸς καὶ ἀπὸ πᾶσαν πλάνην ἀνόθευτος, ὅπως ὁ χρυσὸς ποὺ ἐκαθαρίσθη εἰς τὸ πῦρ, δι’ αὐτὸ καὶ ὁ ταπεινός σου δοῦλος ἠγάπησεν αὐτόν.
141 νεώτερος ἐγώ εἰμι καὶ ἐξουδενωμένος· τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην.141 Μικρός κατά την ηλικίαν, καταφρονημένος και εξουδενωμένος είμαι μέσα εις την κοινωνίαν. Αλλά τας εντολάς σου ποτέ δεν τας ελησμόνησα.141 Εἶμαι ἄσημος ἐγὼ καὶ μικρὸς καὶ περιφρονημένος, ὀσονδήποτε ὅμως καὶ ἂν περιφρονοῦμαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, δὲν ἐλησμόνησα ποτὲ τὰς ἐντολάς σου, εἰς τὰς ὁποίας εὗρον παρηγορίαν καὶ ἐνίσχυσιν ἐν μέσῳ τῶν καταφρονήσεων.
142 ἡ δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ νόμος σου ἀλήθεια.142 Η δικαιοσύνη σου, Κυριε, είναι δικαοσύνη αιωνία και αναλλοίωτος και ο Νομος σου είναι αυτή αύτη η αλήθεια.142 Ἡ δικαιοσύνη σου εἶναι αἰωνία, εἰς πᾶσαν δὲ ἐποχὴν καὶ ὑπὸ πάντων τῶν ἐναρέτων καὶ ἐχεφρόνων θὰ εὑρίσκεται ἐν τοῖς πράγμασι καὶ θὰ ὁμολογῆται ὡς δικαιοσύνη ἄμεμπτος καὶ ἐν πᾶσιν ἀκριβῆς, καὶ ὁ νόμος σου θὰ ἀποδεικνύεται ὡς ἀπόλυτος καὶ ἀδιάψευστος ἀλήθεια.
143 θλίψεις καὶ ἀνάγκαι εὕροσάν με· αἱ ἐντολαί σου μελέτη μου.143 Με ευρήκαν θλίψεις και ανάγκαι, αλλά αι εντολαί σου, Κυριε, ήσαν πάντοτε μελέτη και παρηγορία μου.143 Μὲ ηὗραν θλίψεις καὶ στενοχωρίαι καὶ ἀνάγκαι πιεστικαὶ αἱ ἐντολαί σου εἶναι ἡ παρηγοροῦσα καὶ ἐνισχύουσά με σπουδὴ καὶ μελέτη.
144 δικαιοσύνη τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα· συνέτισόν με, καὶ ζήσομαι -144 Τα προστάγματά σου είναι δίκαια, αιώνια και αναλλοίωτα. Συνέτισέ με δια μέσου αυτών, ώστε να ζήσω εγώ σύμφωνα με το άγιον θέλημά σου.144 Αἱ μαρτυρίαι τοῦ στόματός σου εἶναι πάντοτε ἡ ἔκφρασις τῆς αἰωνίας δικαιοσύνης καὶ ὁ δι' αὐτῶν συνετισθεὶς θὰ ζήσῃ αἰωνίως. Δὸς λοιπὸν καὶ εἰς ἐμὲ τὴν σύνεσιν ταύτην καὶ θὰ ζήσω.
145 ᾿Εκέκραξα ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου· ἐπάκουσόν μου, Κύριε, τὰ δικαιώματά σου ἐκζητήσω.145 Με όλην μου την καρδία έκραξα προς σέ· άκουσε και κάμε δεκτήν, Κυριε, την προσευχήν μου. Εγώ δε θα ζητήσω να μάθω και να κατανοήσω τας εντολάς σου.145 Μὲ ὅλην μου τὴν καρδίαν ἐδεήθην καὶ ἐφώναξα μετὰ κραυγῆς ἰσχυράς· ἄκουσε καὶ κάνε δεκτήν, Κύριε, τὴν δέησίν μου, ὁπότε καὶ ἐγὼ ἀπαλλασσόμενος τῶν ἐμποδιζόντων με πειρασμῶν μὲ πόθον πολὺν θὰ ἐπιδοθῶ εἰς τὴν γνῶσιν καὶ τήρησιν τῶν δικαιωμάτων σου.
146 ἐκέκραξά σοι· σῶσόν με, καὶ φυλάξω τὰ μαρτύριά σου.146 Εκραξα προς σέ, Κυριε· σώσε και περιφρούρησε την ζωήν μου, που κινδυνεύει, και εγώ θα φυλάξω τας εντολάς σου.146 Ἐφώναξα ἰσχυρῶς παρακαλῶν σε, Κύριε· σῶσόν με ἀπὸ τοὺς περιστοιχίζοντάς με κινδύνους, καὶ θὰ φυλάξω διὰ τῆς χάριτός σου τὰς ἐν τῷ νόμῳ μαρτυρίας σου.
147 προέφθασα ἐν ἀωρίᾳ καὶ ἐκέκραξα, εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα.147 Πολύ ενωρίς, πριν περάση η νύκτα, εγώ εσηκώθηκα και προσηυχήθην με κραυγήν προς σε, διότι ήλπισα εις τα λόγια σου.147 Προέλαβον προτοῦ νὰ διαλυθοῦν τὰ σκότη τῆς νυκτὸς καὶ ἐσηκώθην ἐνωρὶς καὶ πρόωρα ἀπὸ τὴν κλίνην καὶ σὲ παρεκάλεσα μετὰ φωνῆς ἰσχυρᾶς· εἰς τὰς ὑποσχέσεις ποὺ περιέχονται εἰς τοὺς λόγους σου ἐστήριξα τὴν ὅλην ἐλπίδα μου.
148 προέφθασαν οἱ ὀφθαλμοί μου πρὸς ὄρθρον τοῦ μελετᾶν τὰ λόγιά σου.148 Ηνοιξαν τα μάτια μου πολύ ενωρίς, ενώ ακόμη ήτο βαθύς όρθρος, δια να μελετήσω τους λόγους σου.148 Ἐπρόλαβον τὰς αὐγὰς τῆς ἡμέρας καὶ ἠγρύπνησαν οἱ ὀφθαλμοί μου εἰς τὸν καιρὸν τοῦ πρωϊνοῦ σκότους διὰ νὰ μελετοῦν τὰ λογία σου.
149 τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, Κύριε, κατὰ τὸ ἔλεός σου, κατὰ τὸ κρῖμά σου ζῆσόν με.149 Ακουσε, Κυριε, την φωνήν της δεήσεώς μου, σύμφωνα με την ευσπλαγχνίαν σου, και κατά την δικαίαν σου απόφασιν περιφρούρησε και παράτεινε την ζωήν μου.149 Ἄκουσε, Κύριε, τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου σύμφωνα μὲ τὴν εὔσπλαγχνον διάθεσιν ποὺ ἔχεις νὰ ἐλεῆς τοὺς δούλους σου· δός μου ζωήν, σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ἔχεις λάβει νὰ δεικνύῃς ἔλεος εἰς τοὺς πιστούς σου.
150 προσήγγισαν οἱ καταδιώκοντές με ἀνομίᾳ, ἀπὸ δὲ τοῦ νόμου σου ἐμακρύνθησαν.150 Οι εχθροί μου, που αδίκως και παραλόγως με καταδιώκουν, με επλησίασαν, δια να με εξοντώσουν. Αυτοί όμως ευρίσκονται μακράν από το άγιον θέλημά σου.150 Αὐτοὶ ποὺ μὲ καταδιώκουν, χωρὶς νὰ διστάζουν πᾶσαν παράβασιν τοῦ νόμου σου νὰ ἀποτολμήσουν πρὸς ἐξόντωσίν μου, μὲ ἐπλησίασαν, ἀπὸ τὸν νόμον σου δὲ ἐμακρύνθησαν καὶ εἶναι διατεθειμένοι πᾶσαν παρανομίαν νὰ μετέλθουν εἰς βάρος μου.
151 ἐγγὺς εἶ, Κύριε, καὶ πᾶσαι αἱ ὁδοί σου ἀλήθεια.151 Αλλά συ, Κυριε, είσαι κοντά μου. Ολοι δε οι τρόποι ενεργείας σου προς ημάς τους ανθρώπους είναι δίκαιοι και αληθινοί.151 Ἀλλὰ σύ, Κύριε, εἶσαι πλησίον μου καὶ ὅπως σὺ εἶσαι ἡ ἀπόλυτος ἀλήθεια, οὕτω καὶ οἱ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τρόποι σου ἐπὶ τῆς ἀληθείας βασίζονται καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸ ἀληθὲς καὶ βέβαιον τῶν ὑποσχέσεών σου, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν σωτηρίαν τῶν ἐλπιζόντων ἐπὶ σέ.
152 κατ᾿ ἀρχὰς ἔγνων ἐκ τῶν μαρτυρίων σου, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα ἐθεμελίωσας αὐτά. -152 Απ' αρχής εγώ, Κυριε, εγνώρισα και κατενόησα τα μαρτύριά σου και επείσθην απολύτως, ότι αι εντολαί σου έχουν αιώνια τα θεμέλιά των.152 Παλαιόθεν καὶ ἀπ’ ἀρχῆς γνωρίζω ἀπὸ τὰς ἐν τῇ Γραφῇ μαρτυρίας σου, ὅτι αὗται εἶναι τόσον ἀληθεῖς καὶ δίκαιαι, ὥστε δὲν πρόκειται να διαψευσθοῦν καὶ νὰ χάσουν τὸ κῦρος των ποτέ, ἀλλ’ εἶναι θεμελιωμένοι ἀπὸ σὲ διὰ να εἶναι αἰώνιαι.
153 ῎Ιδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ ἐξελοῦ με, ὅτι τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην.153 Ιδε την καταφρόνησιν και την εξουθένωσιν, εις την οποίαν με έχουν ρίξει οι εχθροί μου, και σπεύσε να με βγάλης από αυτήν, διότι εγώ δεν ελησμόνησα ποτέ τον Νομον σου.153 Ἴδε εἰς ποίαν ταπείνωσιν καὶ εἰς ποῖον ἐξευτελισμὸν μὲ κατέρριψαν οἱ ἐχθροί μου. Λυπήσου με καὶ σπεῦσον νὰ μὲ ἀπαλλάξῃς, διότι δὲν ἐλησμόνησα τὸν νόμον σου, ὅπως τὸν ἐλησμόνησαν οἱ ἐχθροί μου.
154 κρῖνον τὴν κρίσιν μου καὶ λύτρωσαί με· διὰ τὸν λόγον σου ζῆσόν με.154 Συ, ωσάν δίκαιος που είσαι, κρίνε με δικαιοσύνην την υπόθεσίν μου και απάλλαξέ με από τους εχθρούς μου. Συμφωνα δε με την υπόσχεσίν σου περιφρούρησε και παράτεινε την ζωήν μου.154 Κάμε κρίσιν ἐπὶ τῆς δικαίας ὑποθέσεωςμου καὶ γενοῦ Λυτρωτὴς καὶ Σωτήρ μου· διὰ τὰς ἐν τῷ λόγῳ σου περιλαμβανομένας ὑποσχέσεις ζωοποίησόν με.
155 μακρὰν ἀπὸ ἁμαρτωλῶν σωτηρία, ὅτι τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐξεζήτησαν.155 Η σωτηρία των δικαίων είσαι συ. Η σωτηρία όμως των αμαρτωλών είναι μακράν, είναι ανύπαρκτος, διότι δεν εζήτησαν να μελετήσουν και να καταμάθουν τας εντολάς σου.155 Εἶναι μακρὰν ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἡ σωτηρία, διότι τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ καθήκοντα, τῶν ὁποίων τὴν τήρησιν δικαιούσαι ν’ ἀξιοῖς ἀπὸ ἡμᾶς, δὲν τὰ ἐπόθησαν οὔτε τὰ ἐλογάριασαν.
156 οἱ οἰκτιρμοί σου πολλοί, Κύριε· κατὰ τὸ κρῖμά σου ζῆσόν με.156 Τα ελέη σου, Κυριε, είναι πολλά. Συμφωνα με την εύσπλαγχνον κρίσιν σου περιφρούρησε και παράτεινε την ζωήν μου.156 Οἱ οἰκτιρμοί σου εἶναι πολλοὶ καὶ ἡ εὐσπλαγχνία σου μεγάλη, Κύριε· συμφώνως πρὸς τὴν φιλάνθρωπον καὶ φιλεύσπλαγχνον κρίσιν σου δός μου ζωήν.
157 πολλοὶ οἱ ἐκδιώκοντές με καὶ θλίβοντές με· ἐκ τῶν μαρτυρίων σου οὐκ ἐξέκλινα.157 Πολλοί είναι οι εχθροί μου, που με καταδιώκουν και με καταθλίβουν. Εγώ όμως ποτέ δεν παρεξέκλινα από τας εντολάς σου.157 Εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ μὲ διώχνουν καὶ μὲ στενοχωροῦν προκαλοῦντες εἰς ἐμὲ θλίψεις μεγάλας· ἀλλ’ ὅμως ἐγὼ δὲν ἀπεμακρύνθην οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἀπὸ τὰς μαρτυρίας σου.
158 εἶδον ἀσυνετοῦντας καὶ ἐξετηκόμην, ὅτι τὰ λόγιά σου οὐκ ἐφυλάξαντο.158 Είδα ασυνέτους ανθρώπους να απορρίπτουν τας εντολάς σου και έλυωνα από τον πόνον, διότι αυτοί δεν ετήρησαν τα λόγια σου.158 Εἶδον αὐτοὺς ποὺ ἀπωθοῦν τὴν σύνεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ φόβος σου καὶ ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν σου ἐμπνέει, καὶ ἀπὸ τὸν ζῆλον καὶ τὴν θλῖψιν μου ἔλυωνα, διότι δὲν ἐφύλαξαν τὰ θεῖα σου λόγια.
159 ἴδε, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα· Κύριε, ἐν τῷ ἐλέει σου ζῆσόν με.159 Ιδε όμως, Κυριε, ότι εγώ ηγάπησα με όλην μου την καρδίαν τας εντολάς σου. Κυριε, κατά το μέγα έλεός σου, χάρισέ μου ασφαλή και μακράν την ζωήν.159 Ἴδε πόσον ἠγάπησα τὰς ἐντολάς σου· Κύριε, δεῖξε καὶ πρὸς ἐμὲ τὸ ἔλεός σου καὶ δῶσε μου ζωήν.
160 ἀρχὴ τῶν λόγων σου ἀλήθεια, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα πάντα τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. -160 Αρχή, βάσις και περιεχόμενον των λόγων σου είναι η αλήθεια και όλαι αι κρίσεις της δικαιοσύνης σου είναι αιώνιοι και αμετάθετοι.160 Θεμέλιον καὶ περίληψις τῶν λόγων σου εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ αἱ κρίσεις τῆς δικαιοσύνης σου ὅλαι εἶναι αἰώνιαι καὶ ἀμετάθετοι καὶ κανεὶς δὲν δυναταὶ νὰ ἀνατρέψῃ αὐτάς.
161 ῎Αρχοντες κατεδίωξάν με δωρεάν, καὶ ἀπὸ τῶν λόγων σου ἐδειλίασεν ἡ καρδία μου.161 Αρχοντες ασεβείς με κατεδίωξαν χωρίς λόγον και αφορμήν. Δεν τους εφοβήθην. Από τους λόγους σου μόνον εδειλίασεν η καρδία μου, μήπως τυχόν και τους παραβώ.161 Ἄρχοντες ἀλλόθρησκοι μὲ κατεδίωξαν ἀναιτίως, ἀλλὰ δὲν ἐφοβήθην αὐτοὺς καὶ μόνον ἀπὸ τοὺς λόγους σου ἐδειλίασεν ἡ καρδία μου, φοβηθεῖσα μήπως ἀθετοῦσα αὐτοὺς ἐμπέσῃ εἰς τὸ φοβερόν σου κρίμα.
162 ἀγαλλιάσομαι ἐγὼ ἐπὶ τὰ λόγιά σου ὡς ὁ εὑρίσκων σκῦλα πολλά.162 Εγώ θα χαρώ τόσον πολύ από την μελέτην, την αποδοχήν και εφαρμογήν των λόγων σου, ωσάν ο νικητής εκείνος ο οποίος ευρίσκει πολλά και πολύτιμα λάφυρα.162 Τόσον μεγάλην ἀγαλλίασιν μοῦ φέρει ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἐφαρμογὴ τῶν λόγων σου, ὅσην αἰσθάνεται καὶ μαχητής, ὁ ὁποῖος εὑρίσκει λάφυρα πολλά.
163 ἀδικίαν ἐμίσησα καὶ ἐβδελυξάμην, τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα.163 Εμίσησα και εσιχάθηκα την αδικίαν. Τον δε Νομον σου ηγάπησα.163 Ἐμίσησα καὶ ἐκ βάθους ἐσιχάθην πᾶσαν ἀδικίαν, ἠγάπησα δὲ τὸν νόμον σου, τὸν ὁποῖον θέλγομαι μελετῶν καὶ εὐφραίνομαι ἐφαρμόζων.
164 ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ᾔνεσά σε ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.164 Πολλές φορές κατά το διάστημα της ημέρας σε εδοξολόγησα δια τας δικαίας κρίσεις σου.164 Πολλάκις κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἡμέρας σὲ ἐδοξολόγησα διὰ τὰς δικαίας κρίσεις τῆς νομοθεσίας σου καὶ τῶν ἀνταποδόσεών σου.
165 εἰρήνη πολλὴ τοῖς ἀγαπῶσι τὸν νόμον σου, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς σκάνδαλον.165 Ειρήνη πολλή βασιλεύει εις την καρδίαν εκείνων, που αγαπούν και φυλάττουν τον Νομον σου. Δεν υπάρχει εις αυτούς σκάνδαλον, που να σκοντάπτουν επάνω του, να τους αναταράσση και να τους κλονίζη.165 Εἰρήνη πολλὴ κυριαρχεῖ εἰς τὴν ψυχὴν ἐκείνων, ποὺ ἀγαποῦν καὶ φυλάττουν τὸν νόμον σου, καὶ οὔτε ἀπὸ πειρασμόν τινα κλονίζονται, οὔτε ἐν τῇ ἀρετῇ σκοντάπτουν.
166 προσεδόκων τὸ σωτήριόν σου, Κύριε, καὶ τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα.166 Παντοτε, Κυριε, από σε επερίμενα την σωτηρίαν, και τας εντολάς σου ηγάπησα.166 Ἀκλόνητος εἰς τὴν πρὸς σὲ ἐλπίδα ἐπερίμενα, Κύριε, τὴν παρὰ σοῦ σωτηρίαν, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἠγάπησα τὰς ἐντολάς σου, προσπαθῶν πάντοτε να τηρῶ αὐτάς.
167 ἐφύλαξεν ἡ ψυχή μου τὰ μαρτύριά σου καὶ ἠγάπησεν αὐτὰ σφόδρα.167 Η ψυχή μου εφύλαξε τας εντολάς σου, διότι θερμότατα τας έχει αγαπήσει.167 Ἐφύλαξεν ἡ ψυχή μου τὰς ἐν τῷ νόμῳ μαρτυρίας σου καὶ ἡ τήρησις αὕτη ἐνίσχυσε τὸν πρὸς αὐτὰς ἔρωτά μου, ὁ ὁποῖος ἤναψε εἰς τὴν καρδίαν μου σφοδρός.
168 ἐφύλαξα τὰς ἐντολάς σου καὶ τὰ μαρτύριά σου, ὅτι πᾶσαι αἱ ὁδοί μου ἐναντίον σου, Κύριε. -168 Εφύλαξα τας εντολάς σου και τα μαρτύριά σου, Κυριε, διότι έχω την συναίσθησιν ότι όλαι αι πορείαι της ζωής μου ευρίσκονται ενώπιόν σου.168 Ἐφύλαξα τὰς ἐντολὰς καὶ τὰς μαρτυρίας σου, διότι συνησθανόμην, ὅτι ὁλόκληρος ἡ συμπεριφορά μου καὶ κάθε τι ποὺ σκέπτομαι ἡ ἐνεργῷ εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς τὸ ὄμμα σου. Κύριε, καὶ παρακολουθεῖς αὐτά.
169 ᾿Εγγισάτω ἡ δέησίς μου ἐνώπιόν σου, Κύριε· κατὰ τὸ λόγιόν σου συνέτισόν με.169 Ας πλησιάση, λοιπόν, ενώπιον του θρόνου της μεγαλωσύνης σου η δέησίς μου, Κυριε, και σύμφωνα με την ρητήν υπόσχεσίν σου ότι ακούεις τας προσευχάς μας, δος μου σύνεσιν και φωτισμόν.169 Ἂς πλησιάσῃ ἡ δέησίς μου πρὸ τοῦ θρόνου σου καὶ ἂς φθάσῃ εἰς σέ. Κύριε· δός μου σύνεσιν καὶ σοφίαν καὶ σώζουσαν γνῶσιν σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσίν σου, ὅτι θὰ φωτίζῃς τοὺς ἐπικαλουμένους σέ.
170 εἰσέλθοι τὸ ἀξίωμά μου ἐνώπιόν σου, Κύριε· κατὰ τὸ λόγιόν σου ῥῦσαί με.170 Είθε να φθάση εις σέ, Κυριε, η ιερά αυτή αξίωσίς μου. Κυριε, σύμφωνα με την υπόσχεσίν σου, γλύτωσέ με από τους διαφόρους κινδύνους, που απειλούν την ζωήν μου.170 Εἴθε νὰ φθάσῃ μέχρι σοῦ. Κύριε, ἡ ἐπίμονος ἀξίωσις τῆς προσευχῆς μου, ἡ λέγουσα· σύμφωνα μὲ τὴν εἰς τὸν ἀψευδῆ λόγον σου ὑπόσχεσίν σου, γενοῦ ρύστης μου καὶ σωτήρ μου.
171 ἐξερεύξαιντο τὰ χείλη μου ὕμνον, ὅταν διδάξῃς με τὰ δικαιώματά σου.171 Είθε από την καρδίαν και τα χείλη μου να αναβλύζουν πλούσιοι ύμνοι εις δόξαν σου. Και τούτο θα γίνη, όταν με διδάξης τα προστάγματά σου.171 Θὰ ἀναβλύσῃ καὶ θὰ ἀναπηδήσῃ ἀπὸ τὰ χείλη μου συνεχὴς καὶ ἀκατάπαυστος ὕμνος, ὅταν θὰ μὲ διδάξῃς τὴν γνῶσιν καὶ τὴν τήρησιν τῶν δικαιωμάτων σου.
172 φθέγξαιτο ἡ γλῶσσά μου τὰ λόγιά σου, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου δικαιοσύνη.172 Είθε η γλώσσά μου να ομιλή και να διαλαλή πάντοτε τα λόγια σου, διότι όλαι αι εντολαί σου είναι δίκαιαι και ορθαί.172 Εἴθε ἡ γλῶσσα μου νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἕξιν ὅπως λέγῃ πάντοτε τὰ θεῖα σοῦ λόγια, διότι ὅλαι αἱ ἐντολαί σου ἐκφράζουν καὶ διδάσκουν τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀρετήν.
173 γενέσθω ἡ χείρ σου τοῦ σῶσαί με, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ᾑρετισάμην.173 Ας απλωθή προς εμέ το προστατευτικό σου χέρι, δια να με σώσης, διότι εγώ, υπέρ πάντα τα άλλα, επροτίμησα και ηγάπησα τας εντολάς σου.173 Ἂς ἀπλωθῇ ἐπάνω μου ἡ παντοδύναμος χείρ σου διὰ νὰ μὲ σώσῃ, διότι τὰς ἐντολάς σου ἐπροτίμησα ἀπὸ κάθε γήϊνον καὶ εἰς αὐτὰς εὐηρεστήθην.
174 ἐπεπόθησα τὸ σωτήριόν σου, Κύριε, καὶ ὁ νόμος σου μελέτη μού ἐστι.174 Με όλην μου την καρδίαν επόθησα την σωτηρίαν, την οποίαν συ, Κυριε, δίδεις, και ο Νομος σου είναι παντοτεινή μου μελέτη.174 Ἐπόθησα μὲ ὅλην μου τὴν καρδίαν τὴν σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν σύ, Κύριε, παρέχεις, καὶ δι’ αὐτὸ μελετῶ διαρκῶς τὸν νόμον σου, ἵνα συμμορφούμενος πρὸς αὐτὸν ἐπιτύχω ταύτην.
175 ζήσεται ἡ ψυχή μου καὶ αἰνέσει σε, καὶ τὰ κρίματά σου βοηθήσει μοι.175 Χαρις εις την ιδικήν σου προστασίαν θα ζήσω και θα σε υμνώ, αι δε δίκαιαι κρίσεις σου θα με βοηθήσουν.175 Διὰ τῆς προστασίας καὶ χάριτός σου θὰ ζήσῃ ἡ ψυχή μου καὶ θὰ σὲ ὑμνήσῃ εὐγνωμόνως, καὶ θὰ μὲ βοηθήσουν αἱ σοφαὶ καὶ ἀγαθαὶ κρίσεις καὶ βουλαὶ τῆς προνοίας σου.
176 ἐπλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός· ζήτησον τὸν δοῦλόν σου, ὅτι τὰς ἐντολάς σου οὐκ ἐπελαθόμην.176 Επλανήθην, Κυριε, σαν απολωλός πρόβατον, μη με αφήσης· αναζήτησε εμέ τον δούλον σου, διότι ποτέ εγώ δεν ελησμόνησα τας εντολάς σου.176 Ἐπλανήθην καὶ ἐγὼ σὰν τὸ χαμένον πρόβατον· μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς, ἀλλὰ ζήτησον νὰ εὕρῃς ἐμὲ τὸν δοῦλον σου, διότι ὀσονδήποτε καὶ ἂν ἐπλανήθην, δὲν ἐξέχασα τὰς ἐντολάς σου.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 18🔹«119~133»



             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΙΘ'🔸
                            (119)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 120) ΠΡΟΣ Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου.1 (Μασ. 120) Προς τον Κυριον εις περιστάσεις θλίψεων έκραξα δια της προσευχής και με εισήκουσε·1 Πρὸς τὸν Κύριον πολλάκις κατὰ τὸ παρελθόν, ὅταν ἐθλιβόμην, ἐφώναξα διὰ τῶν πρὸς αὐτὸν προσευχῶν μου καὶ μὲ εἰσήκουσε.
2 Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας.2 και τώρα, Κυριε, γλύτωσε την ψυχήν μου από χείλη, τα οποία ομιλούν εναντίον μου αδικίας και συκοφαντίας, από γλώσσαν, η οποία εξυφαίνει δολοπλοκίας.2 Κύριε, καθὼς ἄλλοτε, οὕτω καὶ τώρα λύτρωσε τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χείλη ἄδικα καὶ συκοφαντικὰ καὶ ἀπὸ γλῶσσαν πλέκουσαν δόλους.
3 τί δοθείη σοι καὶ τί προστεθείη σοι πρὸς γλῶσσαν δολίαν;3 Ποία βοήθεια πρέπει να σου δοθή, ποία ενίσχυσις πρέπει να προστεθή επί πλέον εις σέ, δια να αποκρούσης την δολοπλόκον γλώσσαν;3 Τί ἠμπορεῖ νὰ σοῦ δοθῇ καὶ τί νὰ σοῦ προστεθῇ ὡς ἀνταπόδομα ἔναντι τῆς δολίας γλώσσης σου;
4 τὰ βέλη τοῦ δυνατοῦ ἠκονημένα, σὺν τοῖς ἄνθραξι τοῖς ἐρημικοῖς.4 Θα σου δοθούν τα ακονισμένα βέλη του παντοδυνάμου Θεού, τα ωπλισμένα με άνθρακας πυρός, τα οποία κατακαίουν και ερημώνουν.4 Τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὰ βέλη τὰ ἀκονισμένα τοῦ Δυνατοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τοὺς ἄνθρακας ἐκ ξύλων ἀγρίων τῆς ἐρήμου, ἐκ τῶν ὁποίων ἰσχυρότεροι καὶ διαρκέστεροι πυραὶ δημιουργοῦνται.
5 οἴμοι! ὅτι ἡ παροικία μου ἐμακρύνθη, κατεσκήνωσα μετὰ τῶν σκηνωμάτων Κηδάρ.5 Αλλοίμονον! Διότι η παραμονή μου εις την ξένην γην παρετάθη επί μακρόν. Κατεσκήνωσα μαζή με τους σκηνίτας Κηδάρ, με τους βαρβάρους απογόνους του Ισμαήλ.5 Ἀλλοίμονον, διότι ἡ μακρὰν τῆς πολυποθήτου μου καὶ φιλειρηνικῆς Σιὼν ξενητεία μου παρετάθη ἐπὶ μακράν, κατεσκήνωσα καὶ ἔστησα τὴν ἀθλίαν σκηνὴν τοῦ μετανάστου μετὰ τῶν σκηνῶν τῶν βαρβάρων καὶ ἐχθρευομένων τὴν εἰρήνην Κηδαρινῶν, τῶν περιφερομένων εἰς τὴν ἔρημον τῆς Ἀραβίας.
6 πολλὰ παρῴκησεν ἡ ψυχή μου.6 Επί πολύν χρόνον παρετάθη η ξενητειά μου.6 Ἐπὶ πολὺν χρόνον παρέμεινε ξενητευμένη ἡ ψυχή μου. Φθάνουν πλέον τὰ βάσανα τοῦ ἐκπατρισμοῦ μου.
7 μετὰ τῶν μισούντων τὴν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός· ὅταν ἐλάλουν αὐτοῖς, ἐπολέμουν με δωρεάν.7 Με τους ανθρώπους, οι οποίοι εμισούσαν την ειρήνην, εγώ ήμην πάντοτε ειρηνικός. Οταν συνωμιλούσα με αυτούς, εκείνοι με επολεμούσαν χωρίς λόγον και αφορμήν. Σώσέ με, Κυριε.7 Προσπαθῶν νὰ συνεννοηθῶ μὲ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μισοῦν τὴν εἰρήνην, εἶμαι εἰρηνικὸς πρὸς αὐτούς. Ἀλλ’ εἰς μάτην, ὅταν ὁμιλῶ πρὸς αὐτούς, μὲ πολεμοῦν ἀδίκως καὶ χωρὶς ἀφορμήν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΚ΄🔸
                            (120)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 121) ΗΡΑ τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου.1 (Μασ. 121) Από την ξένην χώραν εσήκωσα τα μάτιά μου προς τα όρη Σιών, από όπου θα έλθη η βοήθειά μου παρά του Κυρίου, δια να επαναπατρισθώ.1 Εκ τῆς ξένης γῆς ἐστραμμένος πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ προσευχόμενος σηκώνω τοὺς ὀφθαλμούς μου πρὸς τὰ ἱερὰ ὅρη τῆς Σιών, ὅθεν θὰ μοῦ ἔλθῃ ἡ ἀναγκαιοῦσα εἰς ἐμὲ καὶ ἀναμενομένη παρ’ ἐμοῦ βοήθεια.
2 ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.2 Η βοήθειά μου θα έλθη από τον Κυριον, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν και την γην.2 Ἡ βοήθειά μου ἔρχεται ἀπὸ τὸν παντοδύναμον Κύριον, ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Αὐτὸς θὰ μὲ βοηθήσῃ καὶ κατὰ τὴν ἱερὰν ταύτην ἀποδημίαν, ὥστε ὑπερπηδῶν τοὺς κινδύνους τοῦ ταξειδίου νὰ φθάσω ἀσφαλῶς εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν.
3 μὴ δῴης εἰς σάλον τὸν πόδα σου, μηδὲ νυστάξῃ ὁ φυλάσσων σε.3 Είθε, ω ψυχή μου, ποτέ να μη σαλευθή το ποδί σου. Ποτέ να μη νυστάξη και αδιαφορήση δια σε ο Κυριος, ο οποίος σε φυλάσσει.3 Εἴθε να μὴ σαλευθῇ ὁ πούς σου, ὦ ψυχή μου. Εἴθε νὰ μὴ εἰσέλθῃς εἰς πειρασμὸν καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃς τὴν θέλησίν σου νὰ ὀλισθήσῃ καὶ παρεκκλίνει εἰς τὸ κακόν, ὥστε νὰ μὴ νυστάξῃ καὶ ὁ φυλάσσων σέ.
4 ἰδοὺ οὐ νυστάξει οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν ᾿Ισραήλ.4 Ιδού, δεν θα νυστάξη, ούτε θα κοιμηθή, ούτε θα αδιαφορήση ο Κυριος, ο οποίος περιφρουρεί τον ισραηλιτικόν λαόν.4 Τί; Νὰ νυστάξῃ ὁ Θεός; Ἀδύνατον. Ναί, δὲν θὰ νυστάξῃ οὔτε θὰ κοιμηθῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ αἰώνων εἶναι ἄγρυπνος φύλαξ καὶ προστάτης τοῦ Ἰσραήλ.
5 Κύριος φυλάξει σε, Κύριος σκέπη σοι ἐπὶ χεῖρα δεξιάν σου·5 Τουναντίον, ο Κυριος θα σε περιφρουρήση ασφαλή, ω λαέ του Ισραήλ. Ο Κυριος θα είναι ο παντοδύναμος σκεπαστής και υπερασπιστής σου, ο οποίος θα ίσταται συμπαραστάτης σου εκ δεξιών σου.5 Ὁ Κύριος θὰ σὲ φυλάξῃ· ὁ Κύριος θὰ πορεύεται ὡς σκέπη καὶ προστασία σου εἰς τὰ δεξιά σου.
6 ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σε, οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα.6 Τοτε κατά την ημέραν ο ήλιος δεν θα σε καυματίση, ούτε η σελήνη θα σε βλάψη κατά την νύκτα.6 Τόσην πρόνοιαν θὰ λάβῃ περὶ σοῦ ὁ φυλάσσων σὲ Κύριος, ὥστε καὶ τὴν ἡμέραν, ὅταν ὁδοιπορῇς, ὁ ἥλιος δὲν θὰ σὲ καύσῃ, οὔτε ἡ σελήνη θὰ σὲ βλάψῃ κατὰ τὴν νύκτα.
7 Κύριος φυλάξει σε ἀπὸ παντὸς κακοῦ, φυλάξει τὴν ψυχήν σου ὁ Κύριος.7 Ο Κυριος θα σε προφυλάξη από κάθε κακόν. Θα φυλάξη την ζωήν σου ο Κυριος.7 Ὁ Κύριος θὰ σὲ φυλάξῃ ἀπὸ κάθε κακόν, θὰ φυλάξῃ τὴν ψυχήν σου ὁ Κύριος.
8 Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν σου καὶ τὴν ἔξοδόν σου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.8 Ο Κυριος θα φυλάξη την είσοδόν σου και την έξοδόν σου από το σπίτι σου· γενικώς την πορείαν της ζωής σου και στο παρόν και στο μέλλον.8 Ὁ Κύριος θὰ φυλάσσῃ τὴν ἐκ τῶν ἔργων σου ἐπάνοδον καὶ εἴσοδον εἰς τὸν οἶκον σου· θὰ φυλάσσῃ καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ οἴκου σου ἔξοδόν σου πρὸς μετάβασιν εἰς τὴν ἐργασίαν σου· ὅπου καὶ ἂν σταθῇς καὶ ὅπου πορευθῇς, ὁτιδήποτε ἐπιχειρήσῃς, ὁ Κύριος θὰ σὲ φυλάττῃ, οὐ μόνον ἐν τῷ παρόντι, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰωνίως.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΚΑ΄🔸
                             (121)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 122) ΕΥΦΡΑΝΘΗΝ ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα.1 (Μασ. 122) Εσκίρτησα από χαράν και αγαλλίασιν, όταν, ενώ ευρισκόμην εις ξένην χώραν, μερικοί προσκυνηταί μου είπαν· Θα πορευθώμεν τώρα στον ναόν του Κυρίου.1 Εὐφρανθῇ καὶ ἐσκίρτησεν ἀπὸ χαρὰν ἡ καρδία μου, ὅταν ἐπλησιάζομεν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ μοῦ εἶπαν οἱ ἐν τῇ ξένῃ μετ’ ἐμοῦ παροικοῦντες καὶ συμμετέχοντες τῆς ἱερᾶς ἀποδημίας: Θὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου.
2 ἑστῶτες ἦσαν οἱ πόδες ἡμῶν ἐν ταῖς αὐλαῖς σου, ῾Ιερουσαλήμ.2 Και ιδού, τα πόδια μας τώρα ίστανται εις τας αυλάς σου, ω Ιερουσαλήμ.2 Ἰδοὺ τὸ ταξίδιόν μας ἔφθασεν εἰς αἴσιον πέρας καὶ οἱ πόδες μας ἔχουν ἤδη σταθῇ εἰς τὰς αὐλάς σου, ὦ Ἱερουσαλήμ.
3 ῾Ιερουσαλὴμ οἰκοδομουμένη ὡς πόλις, ἧς ἡ μετοχὴ αὐτῆς ἐπὶ τὸ αὐτό.3 Η Ιερουσαλήμ, η οποία έχει οικοδομηθή ως πολυάνθρωπος, μεγάλη και λαμπρά πόλις, της οποίας τα κτίρια συνέχονται το ένα με το άλλο, ώστε να μη είναι αραιοκατωκημένη.3 Ἰδοὺ ἡ Ἱερουσαλὴμ ἔχει οἰκοδομηθῇ ὡς πόλις μεγάλη καὶ λαμπρά, συμπεπυκνωμένη καὶ συμπαγής, τῆς ὁποίας ὅλα τὰ μέρη ἀποτελοῦν ἀδιάσπαστον συνέχειαν καὶ ἡ ὁποία δὲν ὁμοιάζει πρὸς τὰ ἀραιοκατοικημένα χωρία καὶ τὰς ἄλλας πόλεις.
4 ἐκεῖ γὰρ ἀνέβησαν αἱ φυλαί, φυλαὶ Κυρίου, μαρτύριον τῷ ᾿Ισραήλ, τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι Κυρίου·4 Περισσότερον όμως ποθητή και αγαπητή είναι, διότι εκεί ανέρχονται αι διάφοροι φυλαί, αι φυλαί του λαού του Θεού, σύμφωνα προς την εντολήν του Κυρίου, δια να υμνήσουν και δοξολογήσουν το πάντιμον όνομά του Κυρίου.4 Ἀλλ’ εἶναι περισσότερον ἐπιθυμητή, διότι ἐκεῖ ἀναβαίνουν φυλαί, φυλαὶ ἀποτελοῦσαι τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου ἀναβαίνουσι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, τὸν μαρτυροῦντα καὶ ἐπιτάττοντα εἰς τὸν Ἰσραὴλ νὰ ἀναβαίνῃ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, διὰ νὰ ὑμνήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.
5 ὅτι ἐκεῖ ἐκάθισαν θρόνοι εἰς κρίσιν, θρόνοι ἐπὶ οἶκον Δαυΐδ.5 Ηυφράνθη η Ιερουσαλήμ, διότι εκεί εστήνοντο θρόνοι δικαστικοί, θρόνοι δια την βασιλεύουσαν οικογένειαν του Δαυίδ.5 Ἀλλ’ εἶναι ποθητὴ ἡ ἀνάβασις εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ διότι ἐκεῖ ἐστήθησαν θρόνοι δικαστικοί, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐξήγγελλον δικαστικὰς ἀποφάσεις οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ ἔθνους μας· θρόνοι διὰ τοὺς διαδόχους ἐκ τῆς δυναστείας καὶ οἰκογενείας τοῦ Δαβίδ.
6 ἐρωτήσατε δὴ τὰ εἰς εἰρήνην τὴν ῾Ιερουσαλήμ, καὶ εὐθηνία τοῖς ἀγαπῶσί σε·6 Ω σεις οι προσκυνηταί, παρακαλέσατε τον Κυριον δια την ασφάλειαν, την ειρήνην και την ευημερίαν της Ιερουσαλήμ. Ω Ιερουσαλήμ! Ευτυχία ας υπάρχη πάντοτε εις εκείνους, οι οποίοι σε αγαπούν.6 Εὐχήθητε λοιπὸν εἰρήνην καὶ εὐτυχίαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ ἂς ὑπάρχῃ εὐημερία καὶ ἀφθονία ἀγαθῶν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὦ ἁγία πόλις, σὲ ἀγαποῦν.
7 γενέσθω δὴ εἰρήνη ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ εὐθηνία ἐν ταῖς πυργοβάρεσί σου.7 Ειρήνη ας βασιλεύς μέσα εις τα τείχη σου, τα οποία αποτελούν την δύναμιν, που σε περιφρουρεί. Αφθονία και ασφάλεια ας υπάρχη στους πύργους των θησαυρών σου και τους προμαχώνας σου.7 Ἂς ἔλθῃ εἰρήνη εἰς τὰ τείχη σου, ἅτινα ἀποτελοῦν τὴν περιφρουροῦσαν σε δύναμιν, καὶ ἄφθονος ἀσφάλεια εἰς τοὺς πύργους καὶ προμαχῶνας σου.
8 ἕνεκα τῶν ἀδελφῶν μου καὶ τῶν πλησίον μου, ἐλάλουν δὴ εἰρήνην περὶ σοῦ·8 Χαριν των αδελφών μου και των φίλων μου, που κατοικούν εις σέ, εύχομαι πάντοτε ειρήνην και ευημερίαν δια σέ.8 Χάριν τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν φίλων μου, τῶν ὁμοεθνῶν καὶ ὁμοπίστων μου, οἵτινες κατοικοῦν εἰς σέ, λαλῶ καὶ εὔχομαι εἰρήνην εἰς σέ.
9 ἕνεκα τοῦ οἴκου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἐξεζήτησα ἀγαθά σοι.9 Χαριν του ναού Κυρίου του Θεού μας εζήτησα και ζητώ με θερμήν προσευχήν αγαθά δια σέ, ω Ιερουσαλήμ.9 Χάριν τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, διὰ τὸν ἱερὸν ναόν, ὅστις ἀποτελεῖτο στόλισμά σου καὶ τὸ καύχημά μας, ἐζήτησα μετὰ θερμότητος ἀγαθὰ διὰ σέ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΚΒ΄🔸
                            (122)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 123) ΠΡΟΣ σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ.1 (Μασ. 123) Προς σε και μόνον έχω υψωμένα τα μάτια μου, Κυριε, ο οποίος κατοικείς στον ουρανόν.1 Πρὸς σὲ καὶ ὄχι πρὸς ἄλλον ἔχω ὑψωμένους τοὺς ὀφθαλμούς μου, ὁ ὁποῖος κατοικεῖς εἰς τὸν οὐρανόν.
2 ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, ὡς ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας αὐτῆς, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς.2 Ιδού, όπως τα μάτια των δούλων είναι προσηλωμένα εις τα χέρια των κυρίων των, και οι οφθαλμοί της δούλης εις τα χέρια της κυρίας της, περιμένοντες από εκείνους αγαθά, έτσι και τα μάτια μας στρέφονται προς Κυριον, τον Θεόν μας και τον παρακαλούν, μέχρις ότου πλούσιον εκδηλώση προς ημάς το έλεός του.2 Ἰδού, καθὼς οἱ ὀφθαλμοὶ δούλων εἶναι προσηλωμένοι εἰς χεῖρας τῶν κυρίων των, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ δούλης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας της, ἵνα λάβουν ἐξ αὐτῶν τὸ σύνθημα τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς προστασίας των, οὕτω καὶ οἱ ἰδικοί μας ὀφθαλμοὶ εἶναι ἐστραμμένοι μετ’ ἐμπιστοσύνης καὶ εὐπειθοῦς ἐγκαρτερήσεως πρὸς τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας, Ἕως ὅτου μᾶς εὐσπλαγχνισθῇ καὶ μᾶς ἐλεήσῃ.
3 ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, ὅτι ἐπὶ πολὺ ἐπλήσθημεν ἐξουδενώσεως,3 Ελέησέ μας, Κυριε, ελέησέ μας, διότι επί μακρόν χρόνον εγεμίσαμεν από καταφρόνησιν και εξουθένωσιν.3 Ἐλέησόν μας, Κύριε, ἐπιμόνως σὲ ἱκετεύομεν· ἐλέησόν μας. Διότι καθ’ ὑπερβολὴν ἐχορτάσθημεν ἀπὸ καταφρόνησιν.
4 ἐπὶ πλεῖον ἐπλήσθη ἡ ψυχὴ ἡμῶν. Τὸ ὄνειδος τοῖς εὐθηνοῦσι, καὶ ἡ ἐξουδένωσις τοῖς ὑπερηφάνοις.4 Εγέμισε με το παραπάνω η ψυχή μας. Είθε η καταισχύνη να έλθη εναντίον των πλουσίων και αλαζονικών τυράννων μας, ο εξευτελισμός και η εξουθένωσις εναντίον των υπερηφάνων, οι οποίοι μας κατατυραννούν.4 Ὑπερεγέμισε καὶ ὑπερεχορτάσθη ἡ ψυχή μας. Εἴθε ἡ ἐντροπὴ νὰ ἔλθῃ εἰς τοὺς εὐδαιμονοῦντας τυράννους μας καὶ ὁ ἐξευτελισμὸς εἰς τοὺς ὑπερηφάνους καταδυναστευτάς μας.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΚΓ΄🔸
                            (123)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 124) ΕΙ ΜΗ ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν, εἰπάτω δὴ ᾿Ισραήλ·1 (Μασ. 124) Εάν ο Κυριος δεν ήτο μαζή μας, βοηθός και υπερασπιστής μας, ας το ομολογήση λοιπόν όλος ο ισραηλιτικός λαός,1 Εὰν δὲν ἦτο ὁ Κύριος μαζί μας ἂς τὸ ὁμολογήσῃ ὁλόκληρος ὁ Ἰσραήλ
2 εἰ μὴ ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν ἐν τῷ ἐπαναστῆναι ἀνθρώπους ἐφ᾿ ἡμᾶς,2 εάν ο Κυριος δεν ευρίσκετο μαζή μας, όταν οι εχθροί μας πάνοπλοι και ισχυροί εξηγέρθησαν εναντίον μας,2 ἐὰν δὲν ἦτο ὁ Κύριος ἐν μέσῳ ἡμῶν προστάτης καὶ ὑπερασπιστής μας, ὅταν ἐξηγέρθησαν ἄνθρωποι ἐναντίον μας,
3 ἄρα ζῶντας ἂν κατέπιον ἡμᾶς ἐν τῷ ὀργισθῆναι τὸν θυμὸν αὐτῶν ἐφ᾿ ἡμᾶς·3 ασφαλώς και βεβαίως ζωντανούς θα μας κστέπιναν, όταν η οργή των είχεν ανάψει εναντίον μας.3 βεβαίως θὰ μᾶς κατέπιναν ζωντανούς· ὅταν ἤναψεν ὁ θυμός των ἐναντίον μας,
4 ἄρα τὸ ὕδωρ ἂν κατεπόντισεν ἡμᾶς, χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν·4 Το ορμητικόν ρεύμα του μίσους και της κακίας των θα μας κατεπόντιζε και θα μας κατέπνιγε. Ποταμόν ορμητικόν από εκείνους, που σχηματίζονται τον χειμώνα, θα διήρχετο η ψυχή μας.4 ἀσφαλῶς ὁ κατακλυσμὸς τοῦ μίσους των καὶ ἡ ὁρμὴ τῆς παραφορᾶς των, ποὺ ὡμοίαζε πρὸς ἀσυγκράτητον ρεῦμα ὕδατος ὑπερεκχειλίσαντος ποταμοῦ, θὰ μᾶς κατεπόντιζε καὶ θὰ μᾶς ἀπέπνιγε· ποταμὸν σφοδρὸν καὶ ὁρμητικὸν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ σχηματίζονται τὸν χειμῶνα, θὰ διήρχετο ἡ ψυχή μας.
5 ἄρα διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν τὸ ὕδωρ τὸ ἀνυπόστατον.5 Ασφαλώς θα διήρχετο η ψυχά μας βαθύτατον ύδωρ, όπου πυθμήν δεν υπάρχει, και θα κατεποντίζετο.5 Ἀσφαλῶς θὰ διήρχετο ἡ ψυχή μας τὸ ὕδωρ τὸ ἀπύθμενον, ὅπου οὐδὲν στήριγμα θὰ ἠδύναντο νὰ εὕρουν οἱ πόδες μας.
6 εὐλογητὸς Κύριος, ὃς οὐκ ἔδωκεν ἡμᾶς εἰς θήραν τοῖς ὀδοῦσιν αὐτῶν.6 Ας είναι όμως ευλογημένον και δοξασμένον το όνομά του Κυρίου, ο οποίος δεν μας αφήκε να γίνωμεν θήραμα και τροφή στους οδόντας των αγρίων αυτών θηρίων, των εχθρών μας.6 Ἂς ἔχῃ δόξαν ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος δὲν μᾶς παρέδωκεν ὡς κυνήγιον καὶ θήραμα εἰς τοὺς ὀδόντας των, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ κατεσπαρασσόμεθα.
7 ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὡς στρουθίον ἐρρύσθη ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων· ἡ παγὶς συνετρίβη, καὶ ἡμεῖς ἐρρύσθημεν.7 Η ζωη μας εγλύτωσεν από τα χέρια των, όπως το στρουθίον διαφεύγει την παγίδα των κυνηγών. Η παγίς των εχθρών μας συνετρίβη και ημείς διεσώθημεν.7 Ἡ ψυχή μας σὰν στρουθίον ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὴν παγίδα τῶν παραμονευόντων νὰ τὴν συλλάβουν ὡς θήραμα. Ἡ παγίς, τὴν ὁποίαν εἶχαν στήσει, συνετρίβη καὶ ἡμεῖς ἐσώθημεν.
8 ἡ βοήθεια ἡμῶν ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.8 Η βοήθεια και η σωτηρία μας οφείλεται στον παντοδύναμον Κυριον μας, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν και την γην.8 Ἡ βοήθειά μας βασίζεται εἰς τὴν ἐπίκλησιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΚΔ΄🔸
                            (124)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 125) ΟΙ ΠΕΠΟΙΘΟΤΕΣ ἐπὶ Κύριον ὡς ὄρος Σιών· οὐ σαλευθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα ὁ κατοικῶν ῾Ιερουσαλήμ.1 (Μασ. 125) Αυτοί που έχουν στηρίξει την πεποίθησιν των εις τον Κύριον, ομοιάζουν προς το ακλόνητον όρος της Σιών, διότι όπως εκείνο, έτσι και ο κάθε κάτοικος της Ιερουσαλημ, που πιστεύει εις τον Θεο, ποτέ δεν θα κλονισθή.1 Όσοι ἔχουν στηρίξει τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησίν των ἐπὶ τοῦ Κυρίου, ὁμοιάζουν πρὸς τὸ στερεῶς θεμελιωμένον ἐν τῇ γῇ καὶ μεγαλοπρεπῶς ὑψούμενον ὄρος τῆς Σιών. Δὲν θὰ σαλευθῇ ποτὲ εἰς τὸν αἰῶνα ὁ μετ’ εὐλαβείας καὶ στερρᾶς πεποιθήσεως εἰς τὸν Θεὸν κατοικῶν ἐν Ἱερουσαλήμ.
2 ὄρη κύκλῳ αὐτῆς, καὶ ὁ Κύριος κύκλῳ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.2 Όπως γύρω από την Ιερουσαλήμ υπάρχουν λόφοι, οι οποίοι την προασπίζουν από τας επιδρομάς των εχθρών, έτσι και ο Κύριος ως ακατανόκητον όπλον ευρίσκεται γύρω από τον λαόν του, προστατεύων αυτόν εις τους αιώνας των αιώνων.2 Ὅπως ὅρη περικυκλώνουν τὴν Ἱερουσαλήμ, οὕτω καὶ ὁ Κύριος διὰ τῆς θείας προστασίας καὶ κηδεμονίας του θὰ περικυκλώνῃ καὶ θὰ περιφράττῃ τὸν εὐσεβῆ λαόν του, οὐ μόνον ἐν τῷ παρόντι, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα.
3 ὅτι οὐκ ἀφήσει Κύριος τὴν ράβδον τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπὶ τὸν κλῆρον τῶν δικαίων, ὅπως ἂν μὴ ἐκτείνωσιν οἱ δίκαιοι ἐν ἀνομίαις χεῖρας αὐτῶν.3 Δεν θα επιτρέψη ο Κύριος να πίπτη βασανιστική και τυραννική η ράβδος και η εξουσία των αμαρτωλών εναντίον της κληρονομίας των δικαίων Ισραηλιτών. Και τούτο, δια να μη σκανδαλισθούν οι δίκαιοι από τον θρίαμβον του κακού και απλώσουν και αυτοί τα χέρια των εις έργα παρανομίας.3 Διότι δὲν θὰ ἀφήσῃ ἀτελευτήτως τὴν ράβδον καὶ τὸ βασιλικὸν σκῆπτρον τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἐθνικῶν ἐπὶ τῆς κληρονομίας τῶν δικαίων, ἵνα μὴ παρακινηθοῦν εἴτε ἐκ τοῦ κακοῦ παραδείγματος τῶν κατακτητῶν, εἴτε ἐξ ἀπελπισίας διὰ τὴν παρατεινομένην ἐγκατάλειψιν, νὰ ἀπλώσουν καὶ αὐτοὶ τὰς χεῖρας των εἰς ἔργα παράνομα καὶ χάνοντες τὴν πίστιν των οἱ δίκαιοι νὰ αὐτομολήσουν πρὸς τοὺς ἐθνικούς.
4 ἀγάθυνον, Κύριε, τοῖς ἀγαθοῖς καὶ τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ·4 Δείξε και στείλε, Κύριε, τα αγαθά σου εις τους αγαθούς ανθρώπους, εις αυτούς που έχουν ειλικρινή και άδολον την καρδίαν.4 Ἀγαθοποίησον καὶ εὐεργέτησον, Κύριε, τοὺς ἀγαθοὺς καὶ τοὺς ἔχοντας εὐθεῖαν καὶ ἀπονήρευτον τὴν καρδίαν.
5 τοὺς δὲ ἐκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιὰς ἀπάξει Κύριος μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν εἰρήνη ἐπὶ τὸν ᾿Ισραήλ.5 Αυτούς όμως, οι οποίοι παρεκκλίνουν εις τους διεστραμμένους δρόμους της πονηρίας, θα εξολοθρεύση ο Κύριος, μαζή με τους εργαζομένους την ανομίαν. Είθε να βασιλεύη η ειρ'ηνη εις τον λαόν του Ισραήλ.5 Αὐτοὺς δέ, οἱ ὁποῖοι παρεκκλίνουν καὶ λοξοδρομοῦν εἰς σκολιοὺς καὶ διεστραμμένους δρόμους, θὰ ἐξολοθρεύσῃ ὁ Κύριος ὁμοῦ μὲ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν. Εἴθε νὰ εἶναι εἰρήνη εἰς τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ εἴθε οὗτος νὰ εὐτυχῇ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΚΕ΄🔸
                            (125)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 126) ΕΝ Τῼ ἐπιστρέψαι Κύριον τὴν αἰχμαλωσίαν Σιὼν ἐγενήθημεν ὡσεὶ παρακεκλημένοι.1 (Μασ. 126) Οταν ο δίκαιος και παντοδύναμος Κυριος επανέφερεν ημάς τους αιχμαλώτους από την Βαβυλώνα και αποκατέστησεν εις την πατρίδα μας, ησθάνθημεν μεγάλην παρηγορίαν και χαράν.1 Όταν ὁ Κύριος ἐπέστρεψε καὶ ἀποκατέστησεν εἰς τὴν πατρίδα των τοὺς αἰχμαλώτους τῶν τέκνων τῆς Σιών, ἠσθάνθημεν μεγάλην παρηγορίαν καὶ χαράν.
2 τότε ἐπλήσθη χαρᾶς τὸ στόμα ἡμῶν καὶ ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἀγαλλιάσεως. τότε ἐροῦσιν ἐν τοῖς ἔθνεσιν· ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μετ᾿ αὐτῶν.2 Τοτε εγέμισε το στόμα μας από ενθουσιώδεις αναφωνήσεις χαράς και η γλώσσα μας από λόγια αγαλλιάσεως. Τοτε και αυτοί ακόμη οι ειδωλολατρικοί, λαοί έλεγαν· Ο Κυριος έκαμε μεγάλα έργα προς χάριν των Ισραηλιτών.2 Τότε ἐγέμισε τὸ στόμα μας ἀπὸ λόγους καὶ ἐπιφωνήσεις χαρᾶς καὶ ἡ γλῶσσα μας ἀπὸ λόγους ἀγαλλιάσεως. Τότε ἐπὶ τῇ ἐπιστροφῇ ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας εἶπαν ἀκόμη καὶ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν πολλοί: Μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἐποίησεν ὁ Κύριος εἰς αὐτούς.
3 ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μεθ᾿ ἡμῶν, ἐγενήθημεν εὐφραινόμενοι.3 Πράγματι μεγάλα και θαυμαστά έργα υπέρ ημών έκαμεν ο Κυριος. Δι' αυτό και ημείς εγεμίσαμεν από χαράν και αγαλλίασιν.3 Ναί· ὅντως μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἐποίησεν εἰς ἡμᾶς ὁ Κύριος καὶ δι' αὐτὸ εἴχομεν εὐφρανθῇ.
4 ἐπίστρεψον, Κύριε, τὴν αἰχμαλωσίαν ἡμῶν ὡς χειμάρρους ἐν τῷ νότῳ.4 Επανάφερε όμως, Κυριε, και τους υπολειφθέντας αιχμαλώτους Ιουδαίους, πολυαρίθμους, σαν χειμάρρους, οι οποίοι κατά τον χειμώνα γεμίζουν νερά και ορμητικοί χύνονται προς νότον.4 Κατευόδωσε, Κύριε, καὶ τῶν ὑπολοίπων αἰχμαλώτων μας τὴν ἐπιστροφήν· ἐπίστρεψέ τους σὰν τοὺς χειμάρρους εἰς τὴν πρὸς νότον τῆς Παλαιστίνης ἄνυδρον χώραν, ἥτις διψῶσα καὶ ξηραινομένη κατὰ τὸ θέρος ἀπορροφὰ ἀπλήστως τὰ κατακλύζοντα αὐτὴν κατὰ τὸν χειμῶνα ὕδατα τῶν χειμάρρων. Ξηρὰ καὶ ἔρημος κατήντησε καὶ ἡ πατρίς μας καὶ ἵνα ἀναθάλῃ ἔχει ἀνάγκην ὡς χείμαρροι πλημμυροῦντες νὰ ἐπιστρέψουν εἰς αὐτὴν τὰ τέκνα της.
5 οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι.5 Οσοι με δάκρυα απελπισίας εξ αιτίας της ξηρασίας σπείρουν τους αγρούς των, όταν πέσουν αι βροχαί και καρποφορήσουν οι αγροί των, θα θερίσουν σκιρτώντες από αγαλλίασιν.5 Οἱ πρὸς νότον τῆς Παλαιστίνης κατοικοῦντες, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν καιρὸν τῆς σπορᾶς βλέποντες τὴν τρομερὰν ξηρασίαν σπείρουν μὲ δάκρυα, μετὰ τὴν γονιμοποίησιν τῶν ἀγρῶν των διὰ τῆς πλημμύρας, θὰ θερίσουν σκιρτῶντες ἐξ ἀγαλλιάσεως.
6 πορευόμενοι ἐπορεύοντο καὶ ἔκλαιον βάλλοντες τὰ σπέρματα αὐτῶν· ἐρχόμενοι δὲ ἥξουσιν ἐν ἀγαλλιάσει αἴροντες τὰ δράγματα αὐτῶν.6 Οι γεωργοί μεταβαίνοντες στους αγρούς των ρίπτουν τους σπόρους με δάκρυα, διότι δεν γνωρίζουν, αν και τι θα θερίσουν. Κατά τον θερισμόν όμως επανέρχονται από τους αγρούς με αγαλλίασιν φέροντες στους ώμους των τα δεμάτια από τα μεστωμένα στάχυα. Ετσι και ημείς πονεμένοι και κλαίοντες εβαδίζαμεν προς την εξορίαν της Βαβυλώνος. Χαίροντες δε και αγαλλόμενοι επανήλθομεν με την βοήθειάν σου εις την πατρίδα μας.6 Πορευόμενοι καὶ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραὴλ εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν, ἐπήγαιναν καὶ ἔκλαιον ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τοῦ βασιλείου των ἐν τῇ ἐξορίᾳ. Ἀλλ’ ἔκλαιον σπείροντες τὰ σπέρματα τῆς παιδαγωγίας καὶ δοκιμασίας των, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἐκαρποφορεῖ καὶ πάλιν ἐλευθερία. Ἐπιστρέφοντες δὲ ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας θὰ ἔρχωνται μὲ ἀγαλλίασιν σηκώνοντες ἐπὶ τῶν ὤμων των τὰ χειροβόλια τῶν καρπῶν τῆς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ παιδαγωγίας των.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

              🔸Ψαλμός ΡΚΣΤ΄🔸
                            (126)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 127) ΕΑΝ μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες· ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων.1 (Μασ. 127) Εάν ο ίδιος ο Κυριος δεν οικοδομήση και δεν ευδοκήση εις την ανοικοδόμησιν ενός οίκου, ματαίως εκοπίασαν οι οικοδομούντες αυτόν. Εάν ο ίδιος ο Κυριος δεν φυλάξη μίαν πόλιν, ματαίως ηγρύπνησαν οι φρουροί της.1 Εὰν δὲν οἰκοδομήσῃ τὸν οἶκον αὐτὸς ὁ Κύριος, ματαίως ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες αὐτόν. Ἐὰν δὲν φυλάξῃ τὴν πόλιν αὐτὸς ὁ Κύριος, ματαίως ἀγρύπνησαν οἱ φυλάσσοντας καὶ φρουροῦντες αὐτήν.
2 εἰς μάτην ὑμῖν ἐστι τὸ ὀρθρίζειν, ἐγείρεσθαι μετὰ τὸ καθῆσθαι, οἱ ἐσθίοντες ἄρτον ὀδύνης, ὅταν δῷ τοῖς ἀγαπητοῖς αὐτοῦ ὕπνον.2 Εάν δεν έχετε δοηθόν τον Θεόν, ματαίως εξυπνάτε από τον βαθύν όρθρον, δια να μεταβήτε εις τας εργασίας σας. Ματαίως, μόλις σηκωθήτε από την κλίνην σας η από την τράπεζαν του φαγητού, σπεύδετε προς την εργασίαν σας· και έτσι τρώγετε τον άρτον σας με πολύν κόπον και πόνον εις στιγμήν, κατά την οποίαν ο Κυριος δίδει στους αγαπητούς του πιστούς ανθρώπους ήρεμον ύπνον·2 Ἐὰν δὲν ἔχετε τὸν Θεὸν βοηθόν, ματαίως ἐξυπνᾶτε προτοῦ ἐξημερώσῃ διὰ νὰ τρέξετε εἰς τὴν ἐργασίαν σας· εἰς μάτην ἀποβαίνει εἰς σᾶς τὸ νὰ σηκώνεσθε ἀπὸ τὴν κλίνην ἢ τὴν τράπεζαν γρήγορα καὶ εὐθὺς μόλις κατεκλίθητε πρὸς ἀνάπαυσιν ἢ ἐκαθήσατε διὰ νὰ φάγητε. Ἀπευθύνομαι πρὸς σᾶς, ποὺ τρώγετε ἄρτον βασανισμένον ἐκ τῆς πολλῆς καὶ ἀγωνιώδους μερίμνης, ἐνῷ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ὁ Κύριος δίδει γλυκὸν ὕπνον εἰς τοὺς ἀγαπητούς του, οἱ ὁποῖοι ἀναπαύονται, διότι ἐπέρριψαν τὴν μέριμνάν των εἰς αὐτόν.
3 ἰδοὺ ἡ κληρονομία Κυρίου υἱοί, ὁ μισθὸς τοῦ καρποῦ τῆς γαστρός.3 ιδού ποιά είναι η πολύτιμος δωρεά του Κυρίου, που δίδεται από αυτόν στους αγαπητούς του. Είναι τα παιδιά, οι απόγονοι. Ο μισθός και η αμοιβή των δικαίων είναι τα τέκνα, καρπός της μητρικής γαστρός.3 Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ κληρονομία καὶ τὸ δῶρον τοῦ Κυρίου, τὸ διδόμενον ὑπὸ αὐτοῦ εἰς τοὺς ἀγαπητούς του. Εἶναι υἱοὶ καὶ ἀπόγονοι. Ὁ μισθὸς καὶ ἡ ἀμοιβὴ τῶν δικαίων εἶναι τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα ὡς καρπὸς ἐκβλαστάνουν ἐκ τῆς μητρικῆς γαστρός.
4 ὡσεὶ βέλη ἐν χειρὶ δυνατοῦ, οὕτως οἱ υἱοὶ τῶν ἐκτετιναγμένων.4 Ωσάν βέλη εις τα χέρια ικανού και εμπείρου πολεμιστού ομοιάζουν τα παιδιά των παραμερισμένων από τους ανθρώπους, αλλά πιστών στον Θεόν γονέων. 5 Μακάριος είναι ο γονεύς εκείνος, ο οποίος θα αποκτήση δια των παιδιών του ο,τι επιθυμεί. Δεν θα εντροπιασθούν οι γονείς αυτοί των πολλών παιδιών, όταν συζητούν με τους εχθρούς των εις τας πύλας της πόλεως.4 Σὰν τὰ βέλη τὰ ὁποῖα κρατοῦνται εἰς τὴν χεῖρα ἀνδρὸς γενναίου καὶ ἐμπειροπολέμου, οὕτως ὁμοιάζουν καὶ οἱ υἱοὶ τῶν γονέων, οἵτινες εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐκτιναχθοῦν καὶ ἐπιπέσουν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ἀκράτητοι.
5 μακάριος ὃς πληρώσει τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ἐξ αὐτῶν· οὐ καταισχυνθήσονται, ὅταν λαλῶσι τοῖς ἐχθροῖς αὐτῶν ἐν πύλαις.5 Μακάριος είναι ο γονεύς εκείνος, ο οποίος θα αποκτήση δια των παιδιών του ό,τι επιθυμεί. Δεν θα εντροπιασθούν οι γονείς αυτοί των πολλών πσιδιών, όταν συζητούν με τους εχθρούς των εις τας πύλας της πόλεως.5 Μακάριος ὁ γονεύς, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπολαύσῃ δι’ αὐτῶν ὅ,τι ἐπεθύμει, ὅταν ἐνυμφεύετο καὶ ὁ ὁποῖος θὰ βλέπῃ γύρω του πλῆθος ἀκμαίων υἱῶν. Δὲν θὰ ἐντροπιασθοῦν οἱ τοιοῦτοι γονεῖς, ὅταν λογομαχοῦν μὲ τοὺς ἐχθρούς των ἔμπροσθεν τῶν πυλῶν τῆς πόλεως.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΚΖ΄🔸
                           (127)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 128) ΜΑΚΑΡΙΟΙ πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ.1 (Μασ. 128) Τρισευτυχισμένοι είναι όλοι όσοι φοβούνται και ευλαβούνται τον Κυριον, οι οποίοι πορεύονται και συμπεριφέρονται σύμφωνα με τας εντολάς του.1 Μακάριοι εἶναι ὅλοι ὅσοι φοβοῦνται τὸν Κύριον, οἱ ὁποῖοι βαδίζουν καὶ συμπεριφέρονται σύμφωνα πρὸς τὰς ἐντολάς του.
2 τοὺς πόνους τῶν καρπῶν σου φάγεσαι· μακάριος εἶ, καὶ καλῶς σοι ἔσται.2 Συ, που ευλαβείσαι τον Κυριον, θα τρώγης τους κόπους των χειρών σου, και όχι οι ξένοι και οι εχθροί σου. Είσαι καλότυχος και ευτυχισμένος, και όλα τα ζητήματά σου θα πάνε καλά.2 Τοὺς κόπους τῶν χειρῶν σου θὰ τρώγῃς σὺ καὶ ὄχι ξένοι καὶ ἐχθροί σου. Θὰ εἶσαι εὐτυχὴς καὶ καλῶς θὰ σοῦ πηγαίνουν ὅλα.
3 ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας σου· οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης σου.3 Η γυναίκα σου, μέσα εις τα δωμάτια του σπιτιού σου, θα είναι ωσάν την κληματαριά της αυλής σου, την γεμάτην καρπούς. Τα παιδιά σου θα παρακάθηνται ολόγυρα από την τράπεζάν σου, σαν νεόφυτα δένδρύλλια ελαιών.3 Ἡ γυνή σου θὰ εἶναι σὰν κληματαριὰ γεμάτη καρποὺς εἰς τὴν περιοχὴν καὶ τοὺς θαλάμους τῆς οἰκίας σου στολίζουσα αὐτὴν διὰ τῆς φιλεργίας καὶ οἰκοκυροσύνης της, ἀλλὰ καὶ σκιαζομένη καὶ σκεπομένη ὑπ’ αὐτῆς. Οἱ υἱοί σου θὰ παρακάθηνται τριγύρω ἀπὸ τὴν τράπεζάν σου σὰν νεοφυτευμένα δένδρα ἀειθαλῶν καὶ εὐκάρπων ἐλαιῶν.
4 ἰδοὺ οὕτως εὐλογηθήσεται ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.4 Ιδού, έτσι θα ευλογηθή κάθε άνθρωπος, ο οποίος φοβείται και ευλαδείται τον Κυριον.4 Ἰδοὺ πρόσεξε· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εὐλογῆται ὁ ἄνθρωπος, ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.
5 εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιών, καὶ ἴδοις τὰ ἀγαθὰ ῾Ιερουσαλὴμ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου·5 Είθε, λοιπόν, σε τον φοβούμενον αυτόν, να σε ευλογήση ο Κυριος από την αγίαν Σιών, όπου ο ιερός ναός του, να ίδης και να απολαύσης τα αγαθά της Ιερουσαλήμ όλας τας ημέρας της ζωής σου.5 Εἴθε νὰ σὲ εὐλογήσῃ ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν Σιών, ὅπου ὑψοῦται τὸ κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ, ὁ ἅγιος ναός του ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκπέμπεται ἡ εὐλογία. Καὶ εὐλογούμενος εἴθε νὰ ἴδῃς τὴν εὐδαιμονίαν καὶ πρόοδον τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀπολαμβάνων ταύτην καὶ σύ, καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου.
6 καὶ ἴδοις υἱοὺς τῶν υἱῶν σου. εἰρήνη ἐπὶ τὸν ᾿Ισραήλ.6 Είθε να ίδης τέκνα των τέκνων σου. Είθε η ειρήνη του Θεού να βασιλεύη εις ολόκληρον τον ισραηλιτικόν λαόν.6 Εἴθε νὰ ἴδῃς τέκνα τῶν τέκνων σου. Εἴθε νὰ εὐτυχῆ ὁλόκληρος ὁ λαός μας Ἰσραήλ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΚΗ΄🔸
                            (128)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 129) ΠΛΕΟΝΑΚΙΣ ἐπολέμησάν με ἐκ νεότητός μου, εἰπάτω δὴ ᾿Ισραήλ·1 (Μασ. 129) Πολλές φορές και από πολύν καιρόν, όταν ακόμη ως νεαρόν έθνος ηρχίσαμεν την ζωήν μας εις την Αίγιπτον, μας επολέμησαν οι εχθροί μας. Ας το διακηρύξη αυτό ο ισραηλιτικός λαός.1 Πολλάκις μὲ ἐπολέμησαν ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς νεότητός μου, ὅτε ἤρχιζα τὴν ζωήν μου ὡς ἔθνος ἐν Αἰγύπτῳ. Ἂς ὁμολογήσῃ τοῦτο ὁλόκληρος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός.
2 πλεονάκις ἐπολέμησάν με ἐκ νεότητός μου, καὶ γὰρ οὐκ ἠδυνήθησάν μοι.2 Πολλές φορές μας επολέμησαν οι εχθροί μας από την αρχήν της εθνικής μας ζωής και όμως δεν κατόρθωσαν να μας επιβληθούν και να μας εξοντώσουν.2 Πολλάκις μὲ ἐπολέμησαν ἀπὸ νεότητός μου, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μὲ καταβάλουν.
3 ἐπὶ τὸν νῶτόν μου ἐτέκταινον οἱ ἁμαρτωλοί, ἐμάκρυναν τὴν ἀνομίαν αὐτῶν.3 Καθήσαντες τυραννικά επάνω μας, εσφυροκοπούσαν εις την ράχιν μας οι ασεβείς ειδωλολατρικοί λαοί και επί πολύν χρόνον επεξέτεινον την παράνομον αυτήν συμπεριφοράν.3 Ἐπικαθήσαντες ἐπὶ τῆς ράχεως καὶ τῶν νώτων μου οἱ εἰδωλολάτραι κατακτηταὶ συνεχῶς ἐσφυροκόπουν ἐπ’ αὐτῶν, ἐπὶ μακρὰν χρόνον παρέτειναν τὰς κατ’ ἐμοῦ ἀνομίας των.
4 Κύριος δίκαιος συνέκοψεν αὐχένας ἁμαρτωλῶν.4 Αλλ' ο δίκαιος Κυριος κατέκοψε και εταπείνωσε τους αυχένας των αλαζονικών αμαρτωλών αυτών τυράννων μας.4 Ἀλλ' ὁ δίκαιος Κύριος κατέκοψεν ὅλους μαζὶ τοὺς ἀλαζονικοὺς καὶ ἐπηρμένους αὐχένας τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ κατέστησεν ἡμᾶς ἐπικρατεστέρους.
5 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω πάντες οἱ μισοῦντες Σιών.5 Ας κατεντροπιασθούν και ας στραφούν εντροπιασμένοι προς τα οπίσω όλοι εκείνοι, οι οποίοι μισούν την αγίαν Σιών, την Ιερουσαλήμ.5 Ἂς ἐντροπιασθοῦν καὶ ἂς στραφοῦν ὀπίσω νικώμενοι κατὰ κράτος ὅλοι ὅσοι μισοῦν τὴν Σιών.
6 γενηθήτωσαν ὡσεὶ χόρτος δωμάτων, ὃς πρὸ τοῦ ἐκσπασθῆναι ἐξηράνθη·6 Ας γίνουν όλοι αυτοί ωσάν το χορτάρι, που φυτρώνει επάνω εις τα λιακωτά, και το οποίον, πριν κανείς το εκριζώση, ξηραίνεται μόνον του.6 Ἂς γίνουν σὰν τὸν χόρτον, ὅστις φυτρώνει ἐπάνω εἰς τὰ δώματα καὶ τὰς στέγας καὶ ὁ ὁποῖος πρὶν ἐκσπασθῇ καὶ ἐκριζωθῇ ἀπὸ ἀνθρωπίνας χεῖρας ξηραίνεται ἀφ’ ἑαυτοῦ, διότι δὲν ἔχει βάθος.
7 οὗ οὐκ ἐπλήρωσε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὁ θερίζων καὶ τὸν κόλπον αὐτοῦ ὁ τὰ δράγματα συλλέγων,7 Από αυτό το χορτάρι δεν ημπορεί ποτέ να γεμίση τα χέρια του ο θεριστής, ο οποίος θερίζει τα στάχυα, ούτε βέβαια και την αγκαλιάν του ο εργάτης, ο οποίος μαζεύει και δένει εις δεμάτια τα στάχυα.7 Ἂς γίνουν σὰν τὸν χόρτον αὐτόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν ἐγέμισε τὴν χεῖρα του ὁ θεριστὴς καὶ τὸν κόλπον του αὐτὸς ποὺ συλλέγει τὰ χειροβόλια.
8 καὶ οὐκ εἶπαν οἱ παράγοντες· εὐλογία Κυρίου ἐφ᾿ ὑμᾶς, εὐλογήκαμεν ὑμᾶς ἐν ὀνόματι Κυρίου.8 Ούτε οι διαβάται θα είπουν προς εκείνους οι οποίοι, τυχόν, θα εμάζευαν τα χορταράκια αυτά· η ευλογία και η ειρήνη του Θεού να είναι μαζή σας· ούτε και εκείνοι, φυσικά, θα απαντήσουν προς τους διαβάτας· Η ευλογία του Θεού μαζή σας. Εν ονόματι του Κυρίου σας ευλογούμεν και ημείς.8 Οὔτε οἱ ἄνθρωποι οἱ περαστικοὶ εἶπαν πρὸς αὐτούς· <ὥρα καλή σας, θερισταί· ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου νὰ εἶναι μαζί σας>· οὔτε ἀπήντησαν ἐκεῖνοι· <ὥρα καλὴ σας, διαβάται· σᾶς εὐλογοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου>.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΚΘ΄🔸
                            (129)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 130) ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ἐκέκραξά σοι, Κύριε·1 (Μασ. 130) Από τα βάθη της ψυχής μου, εις δυστυχίαν ευρισκόμενος, Εκραξα, Κυριε, προς σέ.1 Απὸ τὰ βάθη τῆς δυστυχίας μου καὶ τὴν ἄβυσσον τῶν συμφορῶν μου ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε·
2 Κύριε, εἰσάκουσον τῆς φωνῆς μου· γενηθήτω τὰ ὦτά σου προσέχοντα εἰς τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου.2 Κυριε, άκουσε και κάμε δεκτήν την δέησίν μου. Ας γίνουν προσεκτικά τα αυτιά σου εις τα λόγια της δεήσεώς μου.2 Κύριε, ἄκουσον τὴν φωνήν μου· εἴθε νὰ γίνουν προσεκτικὰ τὰ ὦτα σου εἰς τὴν φωνὴν τῆς παρακλήσεώς μου.
3 ἐὰν ἀνομίας παρατηρήσῃς, Κύριε Κύριε, τίς ὑποστήσεται;3 Κυριε, Κυριε, εάν παρατηρήσης και εξετάσης τας αμαρτίας μας, ποιός είναι δυνατόν να ανθέξη στο ερευνητικόν βλέμμα σου και την δικαίαν καταδικαστικήν απόφασίν σου;3 Ἐὰν δὲν παραβλέψῃς τὰς ἀνομίας μου, ἀλλ ’ ἐξετάσῃς ταύτας καὶ προσηλώσῃς τὸ βλέμμα σου εἰς αὐτάς, ὦ Κύριε, Κύριε, ποῖος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ σταθῇ ἐνώπιόν σου καὶ νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος τῆς δικαιοκρισίας σου;
4 ὅτι παρὰ σοὶ ὁ ἱλασμός ἐστιν.4 Παίρνω όμως θάρρος, διότι γνωρίζω ότι εις σε υπάρχει το έλεος και η συγχώρησις.4 Ἀλλὰ παρὰ σοὶ ὑπάρχει ὁ ἱλασμὸς καὶ ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν.
5 ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὑπέμεινά σε, Κύριε, ὑπέμεινεν ἡ ψυχή μου εἰς τὸν λόγον σου.5 Δια το όνομά σου, Κυριε, το οποίον υπενθυμίζει αγαθότητα και φιλανθρωπίαν, με πολλήν την υπομονήν και εγκαρτέρησιν ήλπισα εις σέ. Η ψυχή μου, με ακλόνητον πεποίθησιν εις την φιλαλήθειαν των υποσχέσεών σου, υπομένει και περιμένει την βοήθείαν σου.5 Διὰ τὸ ὄνομά σου, τὸ ὁποῖον ὑπενθυμίζει τὴν ἀγαθότητα καὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου, μετ' ἐγκαρτερήσεως πολλῆς ἤλπισα εἰς σέ, Κύριε· περιέμεινε μετ’ ἀδιασείστου ἐλπίδος ἡ ψυχή μου τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεώς σου περὶ συγχωρήσεως τῶν ἐκζητοῦντων τὸ ἔλεός σου.
6 ἤλπισεν ἡ ψυχή μου ἐπὶ τὸν Κύριον απὸ φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτός· ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας ἐλπισάτω ᾿Ισραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον.6 Η ψυχή μου ήλπισε και ελπίζει στον Κυριον, από βαθέος όρθρου μέχρι της προχωρημένης νυκτός. Εις τον Κυριον όλος ο ισραηλιτικός λαός ας ελπίζη από βαθείας πρωΐας μέχρι προχωρημένης νυκτός.6 Ἤλπισεν ἡ ψυχή μου εἰς τὸν Κύριον καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν. Ἀπὸ τῆς πρωϊνῆς ὥρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἀρχίζει τὸ πρῶτον τρίωρον τῆς φρουρᾶς μέχρι τῆς νυκτός· ἀπὸ τῆς πρωΐας ἂς ἐλπίζῃ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἰσραὴλ πρὸς τὸν Κύριον.
7 ὅτι παρὰ τῷ Κυρίῳ τὸ ἔλεος καὶ πολλὴ παρ᾿ αὐτῷ λύτρωσις,7 Διότι στον Κυριον υπάρχει το έλεος. Εις αυτόν υπάρχει ανεξάντλητος και από αυτόν χορηγείται πλουσία η βοήθεια προς σωτηρίαν.7 Διότι μόνον πλησίον τοῦ Κυρίου ὑπάρχει τὸ ἔλεος καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ ἐλέους καὶ παρ’ αὐτῷ ὑπάρχει ἄφθονος καὶ διὰ ποικίλων μέσων παρεχομένη σωτηρία.
8 καὶ αὐτὸς λυτρώσεται τὸν ᾿Ισραὴλ ἐκ πασῶν τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ.8 Και αυτός θα απαλλάξη τον ισραηλιτικόν λαόν από όλας τας αμαρτίας του.8 Καὶ αὐτὸς θὰ ἀπαλλάξῃ τὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ τὸ βάρος ὅλων τῶν ἀνομιῶν του.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΛ΄🔸
                            (130)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 131) ΚΥΡΙΕ, οὐχ ὑψώθη ἡ καρδία μου, οὐδὲ ἐμετεωρίσθησαν οἱ ὀφθαλμοί μου, οὐδὲ ἐπορεύθην ἐν μεγάλοις, οὐδὲ ἐν θαυμασίοις ὑπὲρ ἐμέ.1 (Μασ. 131) Κυριε, δεν υψώθηκε από κενοδοξίαν και υπερηφάνειαν η καρδία μου, ούτε και εσήκωσα τα μάτια μου με έπαρσιν απέναντι των άλλων. Δεν επεδίωξα δία λόγους φιλοδοξίας μεγαλεία, ούτε επεχείρησα πράγματα, που υπερβαίνουν την δύναμίν μου και την αξίαν μου, με σκοπόν να προκαλέσω τον θαυμασμόν.1 Κύριε, δὲν ὑψώθη ἀπὸ ἔπαρσιν καὶ ὑπερηφάνειαν ἡ καρδία μου, οὔτε οἱ ὀφθαλμοί μου ἐσηκώθησαν ἀκατάδεκτοι καὶ μετ’ ἀλαζονείας ὑπὲρ τοὺς ἄλλους παρατρέχοντες αὐτούς, οὔτε ἐπεδίωξα ἐκ φιλοδοξίας μεγάλα, οὔτε ἐπεχείρησα πράγματα ὑπερβαίνοντα τὰς δυνάμεις μου, διὰ τῶν ὁποίων νὰ προκαλέσω τὴν τιμὴν καὶ τὸν θαυμασμόν.
2 εἰ μὴ ἐταπεινοφρόνουν, ἀλλὰ ὕψωσα τὴν ψυχήν μου ὡς τὸ ἀπογεγαλακτισμένον ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, ὡς ἀνταποδώσεις ἐπὶ τὴν ψυχήν μου.2 Εάν δεν εζούσα και δεν εφερόμην με ταπεινοφροσύνην, εάν δεν έχω εξαρτήσει όλην μου την ύπαρξιν από σε και προς σε δεν έχω υψωμένα τα βλέμματά μου, όπως το απογαλακτισμένον βρέφος προς την μητέρα του, έτσι ας ανταποδώσης εις την ψυχήν μου, τιμωρίαν μεν εάν εφέρθην με υπερηφάνειαν, αμοιβήν δε εάν έζησα με ταπεινοφροσύνην.2 Ἐὰν δὲν διηρχόμην τὴν ζωήν μου ἐν ταπεινοφροσύνη, καὶ ἐὰν δὲν ἐξήρτησα ὅλην τὴν ἐσωτερικήν μου ὕπαρξιν ἀπὸ σέ, ὥστε νὰ ἔχω ὑψωμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς πρὸς σὲ σὰν τὸ νήπιον, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἀποκόψει ἀπὸ τὸ μητρικὸν γάλα, καὶ ὑψώνει πλῆρες πόθου τὸ στόμα καὶ τὰ χείλη του πρὸς τὴν μητέρα, ἀναζητοῦν τὸ μητρικὸν στῆθος, οὕτως ἂς ἀνταποδώσῃς εἰς τὴν ψυχήν μου, τιμωρῶν τὴν ὑπερηφάνειάν μου.
3 ἐλπισάτω ᾿Ισραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον, ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.3 Ολος ο Ισραηλιτικός λαός ας έχη στηριγμένας τας ελπίδας του προς τον Κυριον από τώρα και στον αιώνα του αιώνος.3 Ἂς ἐλπίζῃ ὁ Ἰσραὴλ εἰς τὸν Κύριον τώρα καὶ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΛΑ΄🔸
                            (131)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 132) ΜΝΗΣΘΗΤΙ, Κύριε, τοῦ Δαυΐδ καὶ πάσης τῆς πρᾳότητος αὐτοῦ,1 (Μασ. 132) Ενθυμήσου, Κυριε, τον Δαυίδ και όλην αυτού την ανεξικακίαν, την μάκροθυμίαν και την ταπεινοφροσύνην, δια των οποίων ευηρέστησεν εις σέ.1 Ενθυμήσου, Κύριε, τὸν Δαβίδ, καὶ ὅλην τὴν ἀνεξικακίαν καὶ εὐσέβειάν του, διὰ τῶν ὁποίων εὐηρέστησεν εἰς σέ.
2 ὡς ὤμοσε τῷ Κυρίῳ, ηὔξατο τῷ Θεῷ ᾿Ιακώβ·2 Ενθυμήσου ότι ένορκον έδωκεν υπόσχεσιν εις σε τον Κυριον, έκαμε τάξιμον εις σε τον Θεόν του ισραηλιτικού λαού.2 Ἐνθυμήσου πῶς ἔδωκεν ἔνορκον ὑπόσχεσιν εἰς τὸν Κύριον, πῶς ἔκαμεν εὐχὴν καὶ τάξιμον εἰς τὸν Θεὸν τοῦ Ἰακὼβ λέγων·
3 εἰ εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ κλίνης στρωμνῆς μου,3 Είπε· Δεν θα εισέλθω εις την σκηνήν που κατοικώ, ούτε θα ανεβώ στο στρωμένο κρεββάτι μου,3 Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν σκηνήν, ἐντὸς τῆς ὁποίας κατοικῶ, οὔτε θὰ ἀναβῶ εἰς τὴν κλίνην, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιῶ ὡς στρωμνήν μου,
4 εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου,4 ούτε θα παραδώσω τα μάτια μου στον ύπνον και τα βλέφαρά μου στον νυσταγμόν· δεν θα δώσω ανάπαυσιν στους κροτάφους μου,4 οὔτε θὰ παραδώσω τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς ὕπνον καὶ τὰ βλέφαρά μου εἰς νυσταγμόν, οὔτε θὰ δώσω ἀνάπαυσιν εἰς τοὺς κροτάφους μου,
5 ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ ᾿Ιακώβ.5 μέχρις ότου εύρω κατάλληλον τόπον δια τον Κυριον, δια την κατοικίαν του Θεού του Ιακώβ.5 ἕως ὅτου εὕρω τόπον κατάλληλον διὰ τὸν Κύριον, κατοικίαν διὰ τὸν Θεὸν τοῦ Ἰακώβ.
6 ἰδοὺ ἠκούσαμεν αὐτὴν ἐν ᾿Εφραθᾷ, εὕρομεν αὐτὴν ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ·6 Αυτά είπεν εκείνος, ημείς δε το έθνος του Ισραήλ, ιδού ηκούσαμεν ότι η Κιβωτός της Διαθήκης ευρίσκετο εις Εφραθά, την ευρήκαμεν εις τας δασώδεις περιοχάς της Καριαθιαρείμ.6 Ταῦτα ἐκεῖνος ηὔχετο μεθ’ ὅρκου. Ἠμεῖς δέ, τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων, ἰδοὺ ἠκούσαμεν ὅτι ἦτο ἡ κιβωτὸς αὕτη τῆς διαθήκης εἰς Ἐφραθᾶ καὶ τὴν εὕρομεν εἰς τὰς δασώδεις πεδιάδας τῆς Καριαθιαρείμ.
7 εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ, προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ.7 Τωρα όμως θα εισέλθωμεν εις την Ιερουσαλήμ, εις τα σκηνώματα του Θεού. Θα προσκυνήσωμεν στον τόπον, όπου εστάθησαν οι πόδες του, όπου υπάρχει η ιερά Κιβωτός της Διαθήκης.7 Τώρα ὅμως θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ ἐν Σιὼν σκηνώματα τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ προσκυνήσωμεν εἰς τὸν τόπον ὅπου ἐστάθησάν οἱ πόδες του καὶ ὅπου ὑπάρχει τὸ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν του, ἡ ἱερὰ τῆς διαθήκης κιβωτός.
8 ἀνάστηθι, Κύριε, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, σὺ καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγιάσματός σου·8 Σηκω, λοιπόν, Κυριε, και αναπαύσου μονίμως πλέον στον λαόν σου· συ και η ιερά Κιβωτός σου, η οποία έως τώρα περιεπλανάτο από τόπου εις τόπον.8 Ἐγέρθητι, Κύριε, ἵνα ὑπάγῃς εἰς τὸν τόπον τῆς μονίμου κατοικίας σου, εἰς τὸν ἅγιον ναὸν τῆς Σιών, τὸν τόπον τῆς ἀναπαύσεώς σου, σὺ καὶ ἡ μέχρι τοῦδε μὴ ἀναπαυομένη, ἀλλὰ διαρκῶς μετατοπισμένη κιβωτός, τὴν ὁποίαν ἁγιάζει ἡ παρουσία σου.
9 οἱ ἱερεῖς σου ἐνδύσονται δικαιοσύνην, καὶ οἱ ὅσιοί σου ἀγαλλιάσονται.9 Οι ιερείς σου ως ένδυμά των θα έχουν την δικαιοσύνην και οι άλλοι, οι αφωσιωμένοι εις σε 'Ισραηλιται, θα σκιρτούν από αγαλλίασιν και χαράν.9 Οἱ ἱερεῖς σου ἂς ἐνδυθοῦν τὴν ἀρετὴν τῆς δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας σύμβολα εἶναι αἱ στολαί των, καὶ οἱ ἀφωσιωμένοι εἰς σὲ εἴθε νὰ σκιρτοῦν ψάλλοντες ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει τοὺς πρὸς λατρείαν σου ὕμνους.
10 ἕνεκεν Δαυΐδ τοῦ δούλου σου μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπον τοῦ χριστοῦ σου.10 Χαριν του πιστού δούλου σου Δαυίδ μη αποκρούσης και μη αποστροφής το πρόσωπον του εκάστοτε χρισμένου από σε βασιλέως του Ισραήλ.10 Χάριν τοῦ Δαβίδ, τοῦ πιστοῦ δούλου σου, μὴ ἀποκρούσῃς καὶ μὴ ἀποστραφῇς τὸ πρόσωπον τοῦ διαδόχου του, τὸν ὁποῖον σὺ ἔχρισας βασιλέα.
11 ὤμοσε Κύριος τῷ Δαυΐδ ἀλήθειαν καὶ οὐ μὴ ἀθετήσει αὐτήν· ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τοῦ θρόνου σου·11 Ενορκον και αμετάθετον υπόσχεσιν έδωκεν ο Κυριος στον Δαυίδ και δεν θα την παραβή. Από τους απογόνους σου είπε, θα αναβιβάζω διαδόχους στον θρόνον σου.11 Ἔδωκεν ἔνορκον καὶ ἀληθῆ ὑπόσχεσιν ὁ Κύριος εἰς τὸν Δαβὶδ καὶ δὲν θὰ παραβῇ αὐτήν. Ἰδοὺ αὕτη· ἐκ τῶν ἀπογόνων σου θὰ ἀναβιβάζω διαδόχους ἐπὶ τοῦ θρόνου σου.
12 ἐὰν φυλάξωνται οἱ υἱοί σου τὴν διαθήκην μου καὶ τὰ μαρτύριά μου ταῦτα, ἃ διδάξω αὐτούς, καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν ἕως τοῦ αἰῶνος καθιοῦνται ἐπὶ τοῦ θρόνου σου.12 Εάν δε οι απόγονοί σου τηρήσουν την διαθήκην μου, τας σαφείς και ρητάς εντολάς, τας οποίας εγώ θα διδάξω εις αυτούς, τότε αυτοί και οι απόγονοί των θα καθήσουν αιωνίως επί του βασιλικού θρόνου σου.12 Ἐὰν φυλάξουν οἱ ἀπόγονοί σου τὴν διαθήκην μου καὶ τὰς μεμαρτυρημένας ὑπ’ ἐμοῦ ἐντολὰς ταύτας, τὰς ὁποίας θὰ τοὺς διδάξω, τότε καὶ οἱ ἀπόγονοί των θὰ κάθηνται αἰωνίως ἐπὶ τοῦ θρόνου σου.
13 ὅτι ἐξελέξατο Κύριος τὴν Σιών, ᾑρετίσατο αὐτὴν εἰς κατοικίαν ἑαυτῷ·13 Αυτά είπεν ο Κυριος, διότι εξέλεξε δια τον εαυτόν του και ηγάπησε την Σων ως μόνιμον κατοικίαν του και διεκήρυξε ρητώς·13 Διότι ὁ Κύριος ἐξέλεξε δι' ἑαυτὸν τὴν Σιών, προετίμησεν αὐτὴν διὰ να εἶναι κατοικία του.
14 αὕτη ἡ κατάπαυσίς μου εἰς αἰῶνα αἰῶνος, ᾧδε κατοικήσω, ὅτι ᾑρετισάμην αὐτήν·14 Αυτή η Ιερουσαλήμ είναι η μόνιμος κατοικία μου εις αιώνας αιώνων. Εδώ θα κατοικήσω, διότι αυτήν εγώ εξέλεξα και επροτίμησα.14 Αὕτη εἶναι ὁ τόπος τῆς παντοτεινῆς μου καταπαύσεως, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ παραμείνω αἰωνίως. Ἐδῶ θὰ κατοικήσω διότι τὴν ἐξέλεξα καὶ τὴν ἠγάπησα.
15 τὴν θύραν αὐτῆς εὐλογῶν εὐλογήσω, τοὺς πτωχοὺς αὐτῆς χορτάσω ἄρτων,15 Τα προς διατροφήν των κατοίκων της θηράματα και τα άλλα υλικά αγαθά εγώ θα ευλογήσω πλουσίως. Τους πτωχούς της θα τους χορτάσω με άρτους και με ποικίλας τροφάς.15 Τὰ πρὸς διατροφήν της θηράματα καὶ ὑλικὰ ἀγαθά της θὰ εὐλογῶ ἀφθόνως, τοὺς πτωχοὺς αὐτῆς θὰ τοὺς χορτάζω μὲ ἄρτους.
16 τοὺς ἱερεῖς αὐτῆς ἐνδύσω σωτηρίαν, καὶ οἱ ὅσιοι αὐτῆς ἀγαλλιάσει ἀγαλλιάσονται.16 Τους ιερείς της θα τους ενδύσω με δύναμιν σωτηριώδη, και οι αφωσιωμένοι εις αυτήν άνθρωποι θα σκιρτούν με χαράν και αγαλλίασιν.16 Τοὺς ἱερεῖς της θὰ περιβάλλω μὲ σωτηρίαν καὶ οἱ ἀφωσιωμένοι εἰς ἐμὲ ἐκ τῶν κατοίκων της θὰ σκιρτοῦν ἐκ μεγάλης ἀγαλλιάσεως.
17 ἐκεῖ ἐξανατελῶ κέρας τῷ Δαυΐδ, ἡτοίμασα λύχνον τῷ χριστῷ μου·17 Εκεί, εις την Ιερουσαλήμ, θα αναδείξω με λαμπρότητα την βασιλικήν δύναμιν του Δαυίδ. Εχω δε προετοιμάσει εκεί ως λαμπρότατον ανέσπερον φως αιώνιον βασιλέα, ένα από τους απογόνους του Δαυίδ, τον Μεσσίαν.17 Ἐκεῖ ἐπὶ τῆς Σιὼν θὰ κάμω νὰ ἀνατείλῃ καὶ να ἀναφανῇ μετὰ λαμπρότητος δύναμις ἀκατάλυτος χάριν τοῦ Δαβίδ, ἡτοίμασα λύχνον λαμπρὸν δόξης καὶ διαδοχῆς διαρκοῦς εἰς τὸν ὑπ’ ἐμοῦ χρισθέντα βασιλέα, διότι ἐκεῖ θὰ λάμψη ὡς ἀνέσπερος ἥλιος δικαιοσύνης ὁ ἐκ τοῦ Δαβὶδ καταγόμενος κατὰ σάρκα Μεσσίας.
18 τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ ἐνδύσω αἰσχύνην, ἐπὶ δὲ αὐτὸν ἐξανθήσει τὸ ἁγίασμά μου.18 Τους εχθρούς του χρισθέντος αυτού αιωνίου βασιλέως, θα τους περιβάλω με καταισχύνην. Εις αυτόν δε τον ίδιον θα ανθή και θα ευωδιάζη το αγίασμά μου.18 Τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Δαβὶδ καὶ τῶν διαδόχων του θὰ ἐνδύσω μὲ ἐντροπήν, ἐπάνω δὲ εἰς αὐτὸν θὰ ἐκλάμψῃ ὡς λαμπρὸν καὶ ἀειθαλὲς φυτὸν ἡ ἁγιωσύνη τοῦ χρίσματός μου.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΛΒ΄🔸
                           (132)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 133) ΙΔΟΥ δὴ τί καλὸν ἢ τί τερπνόν, ἀλλ᾿ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό;1 (Μασ. 133) Τι ωραιότερον η τι τερπνότερον υπάρχει, παρά το να κατοικούν αδελφοί εν αγάπη και ομονοία επί το αυτό;1 Ιδοὺ λοιπὸν συνηνώθη τὸ ἔθνος μας ἐν ὁμονοίᾳ καὶ εἴμεθα ὅλοι μαζὶ ὡς μία οἰκογένεια εἰρηνικῶς συγκατοικοῦσα. Τί ὡραιότερον καὶ τί τερπνότερον ὑπάρχει παρὰ νὰ συγκατοικοῦν οἱ ὁμογενεῖς ἀδελφοὶ ὅλοι μαζί;
2 ὡς μύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα, τὸν πώγωνα τοῦ ᾿Ααρών, τὸ καταβαῖνον ἐπὶ τὴν ᾤαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ·2 Είναι ωσάν το άγιον ευώδες μύρον, το οποίον εχύθη τότε εις την κεφαλήν του αρχιερέως Ααρών και καταβαίνει στον πώγωνά του, τον πώγωνα του Ααρών και φθάνει έως εις τα κράσπεδα του ενδύματός του.2 Εἶναι ὅπως τὸ ἅγιον μύρον, τὸ ὁποῖον χυθὲν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ ἀρχιερέως κατέβαινεν εἰς τὸν πώγωνα, τὸν πώγωνα τοῦ Ἀαρών, τοῦ πρώτου ἀρχιερέως, τοῦ ὑπ' αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ ἀναδειχθέντος, τὸ ὁποῖον κατέβαινεν εἰς τὸ περιλαίμιον τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ. Ποία εὐωδία ἐκπέμπεται καὶ ποία δαψίλεια χάριτος καὶ εὐλογίας προέρχεται ἐκ τῆς θρησκευτικῆς συναδελφώσεως τῶν πιστῶν!
3 ὡς δρόσος ᾿Αερμὼν ἡ καταβαίνουσα ἐπὶ τὰ ὄρη Σιών· ὅτι ἐκεῖ ἐνετείλατο Κύριος τὴν εὐλογίαν, ζωὴν ἕως τοῦ αἰῶνος.3 Είναι ωσάν την δρόσον του όρους Αερμών, η οποία κατεβαίνει και φθάνει ζωογόνος έως εις τα όρη Σιών. Διότι εκεί, εις την Σιών, υπεσχέθη ο Θεός την ευλογίαν του, ζωήν παντοτεινήν και ατελείωτον.3 Εἶναι σὰν τὴν δρόσον τοῦ πρὸς βορρᾶν τῆς Παλαιστίνης ὑψουμένου ὄρους Ἀερμών, ἡ ὁποία καταβαίνει εἰς τὰ ὅρη Σιών. Διότι ἐκεῖ εἰς τὴν Σιὼν ὑπεσχέθη ὁ Κύριος τὴν εὐλογίαν, ἐκεῖ ὑπεσχέθη νὰ δώσῃ ζωὴν ἀτελεύτητον καὶ αἰωνίαν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΛΓ΄🔸
                            (133)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿ῼδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.
1 (Μασ. 134) ΙΔΟΥ δὴ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ δοῦλοι Κυρίου οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν.1 (Μασ. 134) Εμπρός, λοιπόν, δοξολογείτε τον Κυριον δια την μεγαλωσύνην και τα θαυμαστά αυτού έργα όλοι σεις, οι δούλοι του Κυρίου, οι ιερείς, οι λειτουργοί του, οι οποίοι ίστασθε όρθιοι στον ναόν του Κυρίου, εις τας αυλάς του ναού του Θεού μας.1 Iδοὺ ἠμεῖς ἐν τῷ ναῷ. Ἐμπρὸς λοιπὸν ὑμνεῖτε τὸν Κύριον ὅλοι σεῖς οἱ ἱερεῖς καὶ λευῖται, οἱ λειτουργοῖ καὶ δοῦλοι τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖοι ἵστασθε καὶ ὑπηρετεῖτε αὐτὸν ἐν τῷ ναῷ, ὅστις εἶναι ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου, καθὼς καὶ ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ ἱεροῦ περιβόλου τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ μας.
2 ἐν ταῖς νυξὶν ἐπάρατε τὰς χεῖρας ὑμῶν εἰς τὰ ἅγια καὶ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον.2 Κατά τας νύκτας να υψώνετε τα χέρια σας, ιερείς-λειτουργοί προς την κατεύθυνσιν του ναού του Κυρίου και να δοξολογήτε τον Κυριον.2 Κατὰ τὰς νύκτας ὑψώσατε εἰς προσευχὴν τὰς χεῖρας σας ἐατραμμένοι πρὸς τὰ ἐν τῷ ναῷ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ὑμνεῖτε τὸν Κύριον.
3 εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιὼν ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.3 Και οι Ιερείς προς τον λαόν απαντούν· Είθε, ω λαέ, να σε ευλογήση ο Κυριος από την αγίαν Σιών. Αυτός, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν και την γην.3 Εἴθε σὲ ποὺ ἀπευθύνεις τὰς προτροπὰς αὐτὰς νὰ σὲ εὐλογήσῃ ἀπὸ τὴν Σιὼν ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. ---

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 19🔹«134~142»




             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΛΔ΄🔸
                            (134)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούΐα.
1 (Μασ. 135) ΑΙΝΕΙΤΕ τὸ ὄνομα Κυρίου, αἰνεῖτε, δοῦλοι, Κύριον,1 (Μασ. 135) Υμνους και δοξολογίας συνεχώς να αναπέμπετε στο όνομα Κυρίου. Αινείτε σεις οι ιερείς, δούλοι Κυρίου, τον Κυριον.1 Ύμνους καὶ ἐπαίνους ἀναπέμψατε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου· αἰνεῖτε σεῖς, οἱ ἱερεῖς καὶ λευῖται, οἱ λειτουργοῖ καὶ δοῦλοι του, τὸν Κύριον,
2 οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν.2 Σεις που ίστασθε υπηρετούντες ευλαβώς στον οίκον Κυρίου, εις τας αυλάς του ναού του Θεού μας.2 οἱ ὁποῖοι ἵστασθε καὶ ὑπηρετεῖτε εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ μας.
3 αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸς Κύριος· ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, ὅτι καλόν·3 Αινείτε τον Κυριον, διότι ο Κυριος μας είναι αγαθός, άξιος να του αναπέμπεται συνεχώς κάθε ύμνος και δοξολογία. Ψαλατε, τη συνοδεία μουσικών οργάνων, ύμνους στο Ονομά του, διότι αυτό είναι καλόν και ωφέλιμον.3 Ὑμνολογεῖτε τὸν Κύριον, διότι ὁ Κύριος εἶναι ἀγαθὸς καὶ τοῦ ἀξίζει κάθε αἶνος καὶ ὕμνος· ψάλατε ὕμνους εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διότι τὸ νὰ ὑμνῇ τις τὸν Κύριον, συνοδεύων τοὺς ὕμνους του μετὰ μουσικῆς ἁρμονίας, εἶναι ὠψέλιμον καὶ τερπνόν.
4 ὅτι τὸν ᾿Ιακὼβ ἐξελέξατο ἑαυτῷ ὁ Κύριος, ᾿Ισραὴλ εἰς περιουσιασμὸν ἑαυτῷ.4 Ψαλατε εις αυτόν, διότι ο Κυριος ημάς τους απογόνους του Ισραήλ εξέλεξεν ως ιδικήν του περιουσίαν, ως ιδικόν του λαόν.4 Ὑμνεῖτε καὶ ψάλατε πρὸς δόξαν του, διότι ὁ Κύριος ἐξέλεξε διὰ τὸν ἑαυτόν του ὡς λαὸν ἰδικόν του τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ, τὸν λαὸν Ἰσραὴλ ἐδιάλεξε διὰ νὰ εἶναι πλοῦτος καὶ περιουσία του, ἰδιαιτέρως προνοήσας περὶ αὐτοῦ.
5 ὅτι ἐγὼ ἔγνωκα ὅτι μέγας ὁ Κύριος, καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν παρὰ πάντας τοὺς θεούς.5 Εγώ, ο ισραηλιτικός λαός, έχω πλέον γνωρίσει καλά και μάθει, ότι είναι μέγας ο Κυριος. Ο Κυριος ημών είναι ανώτερος από όλους τους ψευδείς θεούς.5 Διότι ἐγὼ ὁ Ἰσραὴλ ἐξ ἰδίας πείρας ἐδιδάχθην καὶ ἔμαθον, ὅτι εἶναι μέγας ὁ Κύριος, καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν εἶναι ὑπέρτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ψευδοθεούς.
6 πάντα, ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ, ἐν ταῖς θαλάσσαις καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἀβύσσοις·6 Αυτός δια της παντοδυναμίας, της πανσοφίας και αγαθότητός του, εδημιούργησεν όλα όσα ηθέλησεν στον ουρανόν, εις την γην και την θάλασσαν, και εις όλα τα αβυσσαλέα βάθη των ωκεανών.6 Ὅλα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος τὰ ἐδημιούργησε διὰ μόνου τοῦ βουλήματός του, ὅσα ὑπάρχουν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν ταῖς θαλάσσαις καὶ εἰς ὅλας τὰς ἀβύσσους τῶν ὠκεανῶν.
7 ἀνάγων νεφέλας ἐξ ἐσχάτου τῆς γῆς, ἀστραπὰς εἰς ὑετὸν ἐποίησεν· ὁ ἐξάγων ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ,7 Αυτός είναι, ο οποίος υψώνει και κινεί τας νεφέλας από τα άκρα του ορίζοντος της γης και μετατρέπει τας αστραπάς εις βροχάς. Αυτός είναι, που βγάζει και εξαπολύει ασυγκράτητους ανέμους από τα θησαυροφυλάκιά του, εις τα οποία τους κρατεί κλεισμένους.7 Αὐτὸς εἶναι ποὺ ὑψώνει τὰς νεφέλας ἀπὸ τὰς ἐσχατιὰς τῆς γῆς, τὰς ἀστραπὰς μετατρέπει εἰς βροχήν, χωρὶς αὔτη οὔτε να θερμαίνεται ἐκ τοῦ πυρὸς τῶν ἀστραπῶν, οὔτε νὰ κατασβήνῃ τοῦτο. Αὐτὸς ἐξάγει τοὺς ἀσυγκρατήτους ἀνέμους ἀπὸ τὰ θησαυροφυλάκιά του, ὅπου τοὺς κρατεῖ ἐγκεκλεισμένους, κατὰ βούλησιν ἐξαπολύων αὐτούς.
8 ὃς ἐπάταξε τὰ πρωτότοκα Αἰγύπτου ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους.8 Αυτός εκτύπησε δια θανάτου όλα τα πρωτότοκα της Αιγύπτου, από πρωτοτόκου του ανθρώπου μέχρι και του ζώου.8 Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐπάταξε διὰ θανάτου τὰ πρωτότοκα τῆς Αἰγύπτου, ἀπὸ τὰ πρωτότοκα τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τῶν πρωτοτόκων τοῦ κτήνους.
9 ἐξαπέστειλε σημεῖα καὶ τέρατα ἐν μέσῳ σου, Αἴγυπτε, ἐν Φαραὼ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς δούλοις αὐτοῦ.9 Αυτός εις σέ, ω Αίγυπτε, εξαπέστειλεν ολοφάνερα σημεία και καταπληκτικά θαύματα, στον Φαραώ και εις όλους τους δούλους του Φαραώ.9 Ἐξαπέστειλε σημεῖα καὶ καταπληκτικὰ θαύματα εἰς τὸ μέσον σου, ὦ Αἴγυπτε, εἰς τὸν Φαραὼ καὶ εἰς ὅλους τοὺς δούλους του.
10 ὃς ἐπάταξεν ἔθνη πολλὰ καὶ ἀπέκτεινε βασιλεῖς κραταιούς.10 Αυτός είναι, ο οποίος εκτύπησε πολλά ειδωλολατρικά έθνη και εθανάτωσε ισχυρούς βασιλείς·10 Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁποῖος ἐπάταξεν ἔθνη εἰδωλολατρικὰ πολλὰ καὶ παρέδωκεν εἰς θάνατον βασιλεῖς ἰσχυρούς,
11 τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν ᾿Αμορραίων καὶ τὸν ῍Ωγ βασιλέα τῆς Βασὰν καὶ πάσας τὰς βασιλείας Χαναάν,11 τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων, και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν, και άλλους βασιλείς όλων των βασιλείων της Χαναάν.11 τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν Ἀμορραίων καὶ τὸν Ὢγ βασιλέα τῆς Βασάν, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἀντεστάθησαν πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας, καθὼς καὶ εἴκοσι ἑπτὰ ἄλλους βασιλεῖς, οἵτινες κατεῖχον τοὺς θρόνους ὅλων τῶν βασιλείων τῆς Χαναάν.
12 καὶ ἔδωκε τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν, κληρονομίαν ᾿Ισραὴλ λαῷ αὐτοῦ.12 Αυτός έδωκε την χώραν εκείνων κληρονομίαν και ιδιοκτησίαν, κληρονομίαν στον ιδικόν του λαόν τον ισραηλιτικόν.12 Καὶ ἔδωκε τὴν χώραν αὐτῶν κληρονομίαν, κληρονομίαν εἰς τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραήλ.
13 Κύριε, τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.13 Κυριε, αλησμόνητον θα μείνη το όνομά σου στους αιώνας των αιώνων δια μέσου όλων των γενεών.13 Κύριε, τὸ ὄνομά σου μένει ἔνδοξον καὶ ἀλησμόνητον εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ σὺ μετὰ τῶν θαυμαστῶν ἔργων τῆς Προνοίας καὶ δυνάμεώς σου θὰ μνημονεύεσαι εὐλαβῶς καὶ λατρευτικῶς ἀπὸ τῆς μιᾶς γενεᾶς εἰς τὴν ἄλλην αἰωνίως.
14 ὅτι κρινεῖ Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῖς δούλοις αὐτοῦ παρακληθήσεται.14 Διότι ο Κυριος θα κυβερνά και θα διεκδική και θα υποστηρίζη τα δίκαια του λαού του και θα κάμπτεται εις τας ικεσίας αυτών.14 Διότι θὰ κρίνῃ καὶ θὰ διεκδικήσῃ ὁ Κύριος τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ του, καὶ διὰ τὰς παρεκτροπὰς τῶν δούλων του θὰ καταπραϋνθῇ καὶ θὰ ἐπικαμφθῇ εἰς τὰς δεήσεις των.
15 τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων·15 Εξ αντιθέτου τα είδωλα των διαφόρων ειδωλολατρικών λαών είναι άργυρος και χρυσός, έργα ανθρωπίνων χειρών.15 Ἀντιθέτως τὰ εἴδωλα, ποὺ λατρεύουν οἱ ἐθνικοί, εἶναι ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ, μέταλλα ἄψυχα τὰ ὁποῖα κατειργάσθησαν καὶ προσέδωσαν εἰς αὐτὰ τὴν μορφὴν τοῦ εἰδώλου ἀνθρώπιναι χεῖρες.
16 στόμα ἔχουσι καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι καὶ οὐκ ὄψονται,16 Εχουν στόμα και δεν ημπορούν να ομιλούν, οφθαλμούς έχουν και δεν ημπορούν να ίδουν.16 Στόμα ἔχουν, ἀλλὰ δὲν θὰ ὁμιλήσουν ποτέ, μάτια ἔχουν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἴδουν ποτέ.
17 ὦτα ἔχουσι καὶ οὐκ ἐνωτισθήσονται, οὐδὲ γάρ ἐστι πνεῦμα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν.17 Εχουν αυτιά και δεν ημπορούν να ακούσουν. Δεν υπάρχει αναπνοή, δείγμα ζωής, στο στόμα των.17 Ἔχουν αὐτιά, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ ἀκούσουν, διότι οὔτε πνοὴ ὑπάρχει εἰς τὸ στόμα των.
18 ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτοῖς.18 Ομοιοι προς τα νεκρά και άψυχα αυτά είδωλα ας γίνουν όλοι εκείνοι, που τα κατασκευάζουν και όσοι στηρίζουν την πίστιν και τας ελπίδας των εις αυτά.18 Ὅμοιοι πρὸς τοὺς ἀψύχους τούτους καὶ ἀναισθήτους θεοὺς εἴθε νὰ γίνουν καὶ ὅλοι ὅσοι κατασκευάζουν τὰ εἴδωλα ταῦτα καὶ ὅλοι ὅσοι στηρίζουν τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησίν των εἰς ταῦτα.
19 οἶκος ᾿Ισραήλ, εὐλογήσατε τὸν Κύριον· οἶκος ᾿Ααρών, εὐλογήσατε τὸν Κύριον.19 Σεις όμως, Ισραηλίται, ανυμνολογήσατε τον Κυριον, ιερατικός οίκος του Ααρών δοξολογήσατε τον Κυριον.19 Σὺ ὅμως, ὦ γένος τοῦ Ἰσραήλ, δοξολογήσατε τὸν Κύριον· ὁ οἶκος καὶ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀαρών, τὸ γένος τὸ ἱερατικόν, δοξολογήσατε τὸν Κύριον.
20 οἶκος Λευΐ, εὐλογήσατε τὸν Κύριον· οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, εὐλογήσατε τὸν Κύριον,20 Σεις οι Λευίται δοξολογήσατε τον Κυριον. Οι ευλαβούμενοι και φοβούμενοι τον Κυριον δοξολογήσατε τον Κυριον.20 Ὁ οἶκος τοῦ Λευΐ, ἡ φυλὴ ἡ ὑπηρετοῦσα ἐν τῷ ναῷ, δοξολογήσατε τὸν Κύριον· ὅσοι φοβεῖσθε τὸν Κύριον, δοξολογήσατε τὸν Κύριον.
21 εὐλογητὸς Κύριος ἐκ Σιών, ὁ κατοικῶν ῾Ιερουσαλήμ.21 Ευλογημένος και δοξασμένος από την αγίαν Σιών ας είναι ο Κυριος, που κατοικεί εις την Ιερουσαλήμ.21 Ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν Σιών, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν αὐτῇ ἔχει τὸ κέντρον τῆς λατρείας του, ἥτις θὰ διαδοθῇ βαθμηδὸν εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΛΕ΄🔸
                           (135)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούΐα.
1 (Μασ. 136) ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·1 (Μασ. 136) Δοξολογείτε συνεχώς τον Κυριον, διότι είναι αγαθός, διότι ανεξάντλητον και αιώνιον είναι το έλεός του.1 Δοξολογεῖτε μετὰ βαθείας εὐγνωμοσύνης τὸν Κύριον, διότι εἶναι ἀγαθός, διότι πάντοτε καὶ διαρκῶς ἐλεεῖ καὶ τὸ ἔλεός του μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
2 ἐξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τῶν θεῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·2 Δοξολογείτε συνεχώς τον Θεόν, τον Κυριον εις όλους τους Θεούς της γης, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.2 Δοξολογεῖτε τὸν Θεὸν τὸν κατεξουσιάζοντα καὶ καταισχύνοντα τοὺς ψευδοθεοὺς τῶν εἰδώλων, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
3 ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ τῶν κυρίων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·3 Δοξολογείτε συνεχώς τον Κυριον, ο οποίος είναι ο απόλυτος εξουσιαστής και κυρίαρχος όλων των αρχόντων· διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.3 Δοξολογεῖτε τὸν Κύριον, τὸν Δεσπότην καὶ κυρίαρχον πάντων τῶν ἐν τῇ γῇ ἀρχόντων καὶ κυρίων, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
4 τῷ ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·4 Δοξολογείτε αυτόν, ο οποίος επραγματοποίησεν έργα θαυμαστά μόνος του, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.4 Δοξολογεῖτε αὐτὸν ὁ ὁποῖος μόνος καὶ ἄνευ βοηθείας ἄλλου τινὸς ἐποίησε θαυμάσια ἔργα μεγάλα, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
5 τῷ ποιήσαντι τοὺς οὐρανοὺς ἐν συνέσει, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·5 Αυτόν, ο οποίος εδημιούργησε τους ουρανούς με άπειρον σοφίαν, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.5 Ὁ ὁποῖος ἐποίησε μετὰ σοφίας ἀνεκφράστου τοὺς οὐρανούς, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
6 τῷ στερεώσαντι τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·6 Εστερέωσε την γην επάνω εις τα ύδατα, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.6 Ὁ ὁποῖος ἐστερέωσε τὴν γῆν ἐπάνω εἰς τὰ ὕδατα τῶν κυκλούντων αὐτὴν ὠκεανῶν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
7 τῷ ποιήσαντι φῶτα μεγάλα μόνῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·7 Δοξολογείτε αυτόν, ο οποίος μόνος του, χωρίς την βοήθειαν κανενός, εδημιούργησε τα μεγάλα φώτα, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.7 Ὁ ὁποῖος μόνος του ἐποίησε φῶτα μεγάλα, φωτίζοντα τὰ ἠμισφαίρια τῆς γῆς, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
8 τὸν ἥλιον εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·8 Εδημιούργησε δηλαδή τον ήλιον, δια να εξουσιάζη κατά το διάστημα της ημέρας, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.8 Ἐποίησε τὸν ἥλιον, διὰ νὰ ἐξουσιάζῃ διὰ τοῦ φωτός του κατὰ τὴν ἡμέραν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
9 τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας εἰς ἐξουσίαν τῆς νυκτός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·9 Εδημιούργησε την σελήνην και τους αστέρας, δια να εξουσιάζουν με το φως των κατά την νύκτα, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.9 Ἐποίησε καὶ τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας, ἵνα διὰ τοῦ φωτός των ἐξουσιάζουν κατὰ τὴν νύκτα, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
10 τῷ πατάξαντι Αἴγυπτον σὺν τοῖς πρωτοτόκοις αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,10 Δοξολογείτε αυτόν, ο οποίος εκτύπησε με θάνατον τα πρωτοτόκα των Αιγυπτίων, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.10 Εὐλογεῖτε αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐπάταξε τοὺς Αἰγυπτίους μὲ τὰ πρωτότοκα αὐτῶν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
11 καὶ ἐξαγαγόντι τὸν ᾿Ισραὴλ ἐκ μέσου αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,11 Αυτόν, ο οποίος έβγαλεν ελεύθερον τον ισραηλιτικόν λαόν εκ μέσου των Αιγυπτίων, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.11 Καὶ ἐξήγαγε τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὸ μέσον αὐτῶν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
12 ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·12 Τους ηλευθέρωσε με την ακατανίκητον δύναμίν του, με τον παντοδύναμον βραχίονα του, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.12 Τὸν ἐξήγαγε μὲ χεῖρα ἰσχυρὰν καὶ βραχίονα ὑψηλόν, μὲ δύναμιν ἀκαταγώνιστον καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἀντίστασιν ὑψουμένην καὶ κατασυντρίβουσαν αὐτήν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
13 τῷ καταδιελόντι τὴν ᾿Ερυθρὰν θάλασσαν εἰς διαιρέσεις, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·13 Δοξολογείτε τον Κυριον, ο οποίος διήρεσεν εις δύο την Ερυθράν θάλασσαν, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.13 Ὁ ὁποῖος κατετεμάχισε καὶ διῄρεσεν εἰς δύο τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
14 καὶ διαγαγόντι τὸν ᾿Ισραὴλ διὰ μέσου αὐτῆς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,14 Αυτόν, ο οποίος διεβίβασε δια μέσου αυτής τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.14 Καὶ ὁ ὁποῖος ἐπέρασε διὰ μέσου αὐτῆς τὸν Ἰσραὴλ ἀφόβως, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
15 καὶ ἐκτινάξαντι Φαραὼ καὶ τὴν δύναμιν αὐτοῦ εἰς θάλασσαν ᾿Ερυθράν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·15 Αυτόν, ο οποίος εξετίναξε με απέραντον ευκολίαν τον Φαραώ και όλην την στρατιωτικήν εκείνου δύναμιν και τους κατεπόντισεν εις την Ερυθράν Θαλασσαν, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.15 Καὶ ἐξετίναξε μὲ πᾶσαν εὐκολίαν τὸν Φαραὼ καὶ τὴν στρατιωτικήν του δύναμιν εἰς τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
16 τῷ διαγαγόντι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·16 Αυτόν, ο οποίος καθωδήγησε και επροστάτευσε τον λαόν του εις την έρημον, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.16 Ὑμνεῖτε τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐπροστάτευσε τὸν λαόν του ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὥστε ἄνευ στερήσεως τίνος να διαβῇ αὐτήν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ εἰς τὸν αἰῶνα.
17 τῷ πατάξαντι βασιλεῖς μεγάλους, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,17 Εκτύπησε και κατέβαλε βασιλείς μεγάλων περιοχών, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του. 18 Εθανάτωσε ισχυρούς βασιλείς, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.17 Ὁ ὁποῖος ἐπάταξε μεγάλους βασιλεῖς, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ εἰς τὸν αἰῶνα,
18 καὶ ἀποκτείναντι βασιλεῖς κραταιούς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,18 Εθανάτωσε ισχυρούς βασιλεί, διότι αιώνιον και ανεξαντήτον είναι το έλεός του.18 καὶ παρέδωκεν εἰς θάνατον βασιλεῖς ποὺ εἶχον δύναμιν μεγάλην καὶ ἰσχυρὸν κράτος, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως,
19 τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν ᾿Αμορραίων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,19 Τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.19 τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν Ἀμορραίων, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως,
20 καὶ τὸν ῍Ωγ βασιλέα τῆς Βασάν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,20 Και τον Ωγ βασιλέα της χώρας Βασάν, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.20 καὶ τὸν Ὢγ βασιλέα τῆς Βασάν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως·
21 καὶ δόντι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,21 Αυτός έδωκε την χώραν εκείνων κληρονομίαν και ιδιοκτησίαν, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.21 καὶ ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὴν χώραν των κληρονομίαν, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως·
22 κληρονομίαν ᾿Ισραὴλ δούλῳ αὐτοῦ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.22 Κληρονομίαν στους δούλους του τους Ισραηλίτας, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.22 κληρονομίαν εἰς τὸν Ἰσραήλ, τὸν προσφιλῆ του δοῦλον, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
23 ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ Κύριος, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,23 Δοξολογείτε τον Κυριον, διότι εις όλας τας περιστάσεις, κατά τας οποίας ευρέθημεν υπό το κράτος δεινών, θλίψεων και εξευτελισμών μας ενεθυμήθη ο Κυριος. Διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.23 Ὑμνεῖτε τὸν Θεόν, διότι εἰς πᾶσαν ταπείνωσιν καὶ ἐθνικήν μας περιπέτειαν μᾶς ἐνεθυμήθη ὁ Κύριος, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως,
24 καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·24 Μας εγλύτωσεν από τα χέρια των εχθρών μας, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.24 καὶ μᾶς ἠλευθέρωσεν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούςμας, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
25 ὁ διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκί, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.25 Αυτός δίδει τροφήν εις πάσαν σάρκα, εις κάθε τι το οποίον ζη, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.25 Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁποῖος δίδει τὴν κατάλληλον τροφὴν εἰς πᾶσαν σάρκα, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.
26 ἐξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.26 Υμνείτε συνεχώς και δοξολογείτε τον Θεόν του ουρανού, διότι αιώνιον και ανεξάντλητον είναι το έλεός του.26 Ὑμνεῖτε καὶ δοξολογεῖτε τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ, διότι τὸ ἔλεός του εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαρκεῖ αἰωνίως.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΛΣΤ΄🔸
                            (136)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ ῾Ιερεμίου.
1 (Μασ. 137) ΕΠΙ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών.1 (Μασ. 137) Εις τας όχθας των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν δούλοι και εξόριστοι και εκλαύσαμεν ενθυμούμενοι την Ιερουσαλήμ.1 Επὶ τῶν ποταμῶν τῆς Βαβυλῶνος παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ Εὐφράτου, τοῦ Τίγρητος καὶ τῶν παραποτάμων των ἐκαθήσαμεν θλιμμένοι καὶ ἐκλαύσαμεν, ὅταν ἐνεθυμήθημεν ἡμεῖς οἱ αἰχμάλωτοι τὴν προσφιλῆ μας Σιών.
2 ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν·2 Εις τας ιτέας, που υψώνονται εις τας όχθας των ποταμών, οι οποίοι διαρρέουν την χώραν, εκρεμάσαμεν θλιμμένοι τα μουσικά μας όργανα.2 Ἐπὶ τῶν ἰτεῶν, αἵτινες ὑψοῦνται παρὰ τὰς ὄχθας τῶν ποταμῶν ποὺ ρέουν ἐν μέσῳ τῆς χώρας ταύτης, ἐκρεμάσαμεν τὰ εἰς τὴν λατρείαν χρησιμοποιούμενα ὄργανά μας-
3 ὅτι ἐκεῖ ἐπηρώτησαν ἡμᾶς οἱ αἰχμαλωτεύσαντες ἡμᾶς λόγους ᾠδῶν καὶ οἱ ἀπαγαγόντες ἡμᾶς ὕμνον· ᾄσατε ἡμῖν ἐκ τῶν ᾠδῶν Σιών.3 Και τούτο, διότι αυτοί οι οποίοι μας είχαν αιχμαλωτίσει και μεταφέρει εις την Βαβυλώνα, μας εζήτησαν εκεί να ψάλωμεν τα ιερά άσματα. Αυτοί που μας είχαν απαγάγει αιχμαλώτους από την πατρίδα μας, εζήτησαν να τους ψάλωμεν τους ιερούς ύμνους και μας έλεγαν· Ψαλατε εις ημάς από τα άσματα της πατρίδος σας, της Σιών!3 καὶ τοῦτο διότι ἐκεῖ μᾶς ἐζήτησαν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἠχμαλωτισαν, ᾠδὰς διὰ τοῦ στόματος ἒν τῇ ἱερᾷ λατρείᾳ ᾀδομένας, καὶ αὐτοὶ ποὺ μᾶς ἀπήγαγον ἀπὸ τὴν πατρίδα μας μᾶς ἐζήτησαν ὕμνον μουσικὸν καὶ ἐναρμόνιον· τραγῳδήσατε πρὸς διασκέδασίν μας, ἔλεγον, ἀπὸ τὰ ᾄσματα ποὺ ἐψάλλετε, ὅταν ἦσθε εἰς τὴν Σιών.
4 πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;4 Και ημείς είπομεν· Πως θα ψάλλωμεν την ιεράν ωδήν του Κυρίου εις ξένην ειδωλολατρικήν χώραν και θα λησμονήσωμεν την πατρίδα μας;4 Πῶς θὰ ψάλω τὴν ἱερὰν ᾠδήν τοῦ Κυρίου, ἥτις μόνον εἰς ἱερὸν χῶρον πρέπει νὰ ἀκούεται, πῶς θὰ τὴν ψάλω εἰς χώραν ξένην, μολυσμένην ὑπὸ τῆς λατρείας ψευδῶν θεῶν;
5 ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, ῾Ιερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου·5 Εάν σε λησμονήσω, ω Ιερουσαλήμ, και θελήσω να ψάλλω με την συνοδείαν μουσικών οργάνων, εδώ εις την ξένην χώραν, ας γίνη αναίσθητος και παράλυτος η δεξιά μου χείρ.5 Ἐὰν ἐγὼ ὁ αἰχμάλωτος εἰς τὴν Βαβυλῶνα Ἰσραηλίτης σὲ λησμονήσω, ὦ Ἱερουσαλήμ, εἴθε τότε νὰ λησμονηθῇ ἡ δεξιά μου, ἀποξηραινομένη ὥστε νὰ μὴ τὴν αἰσθάνωμαι πλέον καὶ νὰ εἶναι ἀνίκανος ὅπως παίζῃ τὰ ἱερὰ ὄργανα.
6 κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν ῾Ιερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου.6 Η γλώσσα μου, που θα τολμήση να ψάλλη τας ιεράς ωδάς, ας κολλήση στον λάρυγγά μου, εάν δεν σε ενθυμηθώ, εάν δεν προτάξω σε την Ιερουσαλήμ, ως την υψίστην χαράν και αγαλλίασιν της καρδίας μου.6 Ἐὰν δὲν σὲ ἐνθυμηθῶ, ἂς κολλήσῃ ἡ γλῶσσα μου εἰς τὸν λάρυγγά μου, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ψάλω, ἂς γίνω βωβός, ἐὰν δὲν προτάξω τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ὑψίστην χαράν μου, καὶ ὡς ἀρχὴν καὶ κολοφῶνα οἱασδήποτε εὐφροσύνης μου.
7 μνήσθητι, Κύριε, τῶν υἱῶν ᾿Εδὼμ τὴν ἡμέραν ῾Ιερουσαλὴμ τῶν λεγόντων· ἐκκενοῦτε, ἐκκενοῦτε, ἕως τῶν θεμελίων αὐτῆς.7 Ενθυμήσου, Κυριε, και τιμώρησε τους εχθρούς μας τους Ιδουμαίους, οι οποίοι κατά την τραγικήν εκείνην ημέραν, που κατεστράφη η Ιερουσαλήμ, έλεγαν προς τους εχθρούς μας· Αδειάσατέ την, αδειάσατε την Ιερουσαλήμ από τους κατοίκους, καταστρέψατέ την από τα θεμέλιά της.7 Ἐνθυμήσου, Κύριε, καὶ τιμώρησε σὺ τοὺς Ἰδουμαίους, οἵτινες κατὰ τὴν ἀποφράδα ἐκείνην ἡμέραν, ποὺ ἐκυριεύθη καὶ κατεστράφη ἡ Ἱερουσαλήμ, ἔλεγον πρὸς τοὺς Βαβυλωνίους κατακτητάς: Κατακρημνίζετε καὶ ἀδειάζετε τὸ ἔδαφος τῆς Ἱερουσαλὴμ μέχρι τῶν θεμελίων της.
8 θυγάτηρ Βαβυλῶνος ἡ ταλαίπωρος, μακάριος ὃς ἀνταποδώσει σοι τὸ ἀνταπόδομά σου, ὃ ἀνταπέδωκας ἡμῖν·8 Δυστυχία εις σέ, ταλαίπωρος και αθλία Βαβυλών, δια την έπαρσίν σου και τας αδικίας που έχεις κάμει! Μακάριος θα είναι εκείνος, ο οποίος θα σου ανταποδώση ο,τι έκαμες εις ημάς, τα δεινά, τα οποία έπραξες εις βάρος μας.8 Ταλαίπωρος Βαβυλών· μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ σοῦ ἀνταποδώσῃ ὅ,τι μᾶς ἔκαμες, ἀνταμείβων σὲ μὲ τὴν αὐτὴν πληρωμήν, μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς ἐτιμώρησες.
9 μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.9 Μακάριος θα είναι εκείνος, ο οποίος θα κρατήση εις τας χείρας του τα βρέφη σου και θα τα συντρίψη κτυπών αυτά στους βράχους.9 Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἁρπάσῃ δυνατὰ εἰς τὰς χεῖρας του καὶ θὰ συντρίψῃ τὰ νήπιά σου ἐκσφενδονίζων αὐτὰ ἐπὶ τῶν πετρῶν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΛΖ΄🔸
                           (137)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ᾿Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου.
1 (Μασ. 138) ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, καὶ ἐναντίον ἀγγέλων ψαλῶ σοι, ὅτι ἤκουσας πάντα τὰ ῥήματα τοῦ στόματός μου.1 (Μασ. 138) Θα σε δοξολογήσω, Κυριε, δια τα μεγαλεία σου και θα σε ευχαριστήσω δια τας ευεργεσίας σου με όλην μου την καρδιά. Ενώπιον των αγίων αγγέλων, οι οποίοι περιβάλλουν τον θρόνον σου, θα ψάλλω ύμνον προς σέ, διότι ήκουσες και έκαμες δεκτούς όλους τους λόγους, τους οποίους προσευχόμενος σου απηύθυνα με το στόμα μου.1 Θὰ σὲ δοξολογήσω, Κύριε, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας μου καὶ ἐνώπιον τῶν κυκλούντων τὸν θρόνον σου ἀγγέλων θὰ ψάλω ὕμνον πρὸς σέ, διότι ἤκουσας ὅλους τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους προσευχόμενος σοῦ ἀπηύθυνα διὰ τοῦ στόματός μου.
2 προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου καὶ ἐξομολογήσομαι τῷ ὀνόματί σου ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου, ὅτι ἐμεγάλυνας ἐπὶ πᾶν τὸ ὄνομα τὸ ἅγιόν σου.2 Θα προσκυνήσω με γυρισμένον το πρόσωπόν μου προς τον ναόν τον άγιόν σου και θα δοξολογήσω με ευγνωμοσύνης το Ονομά σου δια το έλεός σου και την φιλαλήθειάν σου, όπως αυτή κατεδείχθη εις την τήρησιν των υποσχέσεών σου. Διότι με τα καταπληκτικά έργα της μεγαλωσύνης σου απέδειξες, υπέρ παν άλλο όνομα, θαυμαστόν το άγιον Ονομά σου.2 Θὰ προσκυνήσω ἐστραμμένος ψυχῇ καὶ σώματι πρὸς τὸν ἅγιον ναόν σου καὶ θὰ ἀνυμνήσω εὐγνωμόνως τὸ ὄνομά σου διὰ τὸ ἔλεός σου καὶ διὰ τὴν φιλαλήθειάν σου, ἡ ὁποία κατεδείχθη ἐν τῇ πιστῇ τηρήσει τῶν ὑποσχέσεών σου. Διότι ἀπέδειξας μέγα καὶ θαυμαστόν, παραπάνω ἀπὸ κάθε ἄλλο τὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιον.
3 ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσωμαί σε, ταχὺ ἐπάκουσόν μου· πολυωρήσεις με ἐν ψυχῇ μου δυνάμει σου.3 Εις οποιανδήποτε ημέραν και αν σε επικαλεσθώ, Κυριε, κάμε δεκτήν αμέσως την προσευχήν μου. Με την ιδικήν σου δύναμιν, θα με προστατεύσης και θα μου δώσης ειρηνικήν και μακράν ζωήν.3 Εἰς οἰανδήποτε ἡμέραν καὶ ἂν σὲ ἐπικαλεσθῶ, ἐπακοῦσόν με ἀμέσως καὶ ἄνευ ἀργοπορίας· διὰ τῆς δυνάμεώς σου πολλῆς ἐπιμελείας θὰ μὲ ἀξιώσῃς, καὶ πολὺ θὰ ἐνθαρρύνῃς τὴν ψυχήν μου.
4 ἐξομολογησάσθωσάν σοι, Κύριε, πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, ὅτι ἤκουσαν πάντα τὰ ρήματα τοῦ στόματός σου.4 Ας σε δοξολογήσουν, Κυριε, όλοι οι βασιλείς της γης, διότι ήκουσαν και είδαν με τα ίδια των τα μάτια να εκπληρώνωνται όλαι αι υποσχέσεις, που είχες δώσει.4 Ἂς σὲ ὑμνήσουν, Κύριε, οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ὅλοι, διότι ἤκουσαν ὅλους τοὺς λόγους καὶ τὰς ὑποσχέσεις τοῦ στόματός σου καὶ εἶδον πιστῶς πραγματοποιουμένας ταύτας.
5 καὶ ἆσάτωσαν ἐν ταῖς ᾠδαῖς Κυρίου, ὅτι μεγάλη ἡ δόξα Κυρίου,5 Ας ψάλουν και αυτοί τας ιεράς ωδάς του Κυρίου, διότι μεγάλη είναι η δόξα του Κυρίου.5 Καὶ ἂς ψάλουν τὰς ᾠδὰς τοῦ Κυρίου, διότι μεγάλη εἶναι ἡ δόξα τοῦ Κυρίου.
6 ὅτι ὑψηλὸς Κύριος καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορᾷ καὶ τὰ ὑψηλὰ ἀπὸ μακρόθεν γινώσκει.6 Διότι ο Κυριος είναι μέγας και κραταιός· επιβλέπει στους ταπεινούς ανθρώπους, αλλά και τους υπερηφάνους τους διακρίνει και τους γνωρίζει από μακράν ακόμη.6 Διότι ὑψηλὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ μολονότι τὸ μεγαλεῖον του εἶναι ἄφθαστον, καταδέχεται ἀπὸ τοῦ ὕψους του μετ’ ἐνδιαφέροντος νὰ ἐπιβλέπῃ τοὺς ταπεινόφρονας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑψηλόφρονας διακρίνει ἀπὸ μακράν.
7 ἐὰν πορευθῶ ἐν μέσῳ θλίψεως, ζήσεις με· ἐπ᾿ ὀργὴν ἐχθρῶν μου ἐξέτεινας χεῖράς σου, καὶ ἔσωσέ με ἡ δεξιά σου.7 Εάν εις την πορείαν της ζωής μου περιπέσω εις θλίψεις, συ Κυριε, θα με σώσης από τους θανασίμους κινδύνους. Εναντίον των ωργισμένων εχθρών μου ήπλωσες τα παντοδύναμα χέρια σου και με έσωσεν η ακατανίκητος δεξιά σου.7 Ἐὰν ἐμπέσω καὶ ἀναγκασθῶ νὰ βαδίσω ἐν μέσῳ θλίψεως, θὰ μὲ διατηρήσῃς σὺ ἐν τῇ ζωῇ· κατὰ τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ μίσους τῶν ἐχθρῶν μου, ὡς ἐν τῷ παρελθόντι, οὕτω καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἐξαπλώσῃς προστατευτικὰς τὰς χεῖρας σου ἐπ' ἐμοῦ καὶ θὰ μὲ σώσῃ ἡ δεξιά σου.
8 Κύριος ἀνταποδώσει ὑπὲρ ἐμοῦ. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς.8 Ο Κυριος είναι πάντοτε ο υπερασπιστής μου και αυτός θα ανταποδώση την δικαίαν τιμωρίαν υπέρ εμού εναντίον των εχθρών μου. Κυριε το ελεός σου είναι αιώνιον. Μη αδιαφορήσης δια τα έργα των χειρών σου.8 Ὁ Κύριος θὰ μὲ ὑπερασπίσῃ καὶ θὰ ἀνταποδώσῃ εἰς τοὺς ἐχθρούς μου τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν, ἀναλαμβάνουν τὴν προστασίαν μου· Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἶναι ἀνεξάντλητον καὶ διαμένει εἰς τὸν αἰῶνα. Μὴ παρίδῃς καὶ μὴ καταφρονήσῃς τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου, ἀλλὰ χάρισε τὴν σωτηρίαν εἰς ὅλους.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΛΗ΄🔸
                           (138)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 139) ΚΥΡΙΕ, ἐδοκίμασάς με, καὶ ἔγνως με·1 (Μασ. 139) Κυριε, με εδοκίμασες, με εγνώρισες και έμαθες ποιός είμαι.1 Κύριε, μὲ ἐδοκίμασας καὶ κατεμέτρησας τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου καὶ ἐγνώρισας τί εἶμαι,
2 σὺ ἔγνως τὴν καθέδραν μου καὶ τὴν ἔγερσίν μου, σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν·2 Συ με εγνωρισες καλά και όταν αναπαύωμαι και όταν εγείρωμαι. Ολη η πορεία της ζωής μου κατά την ημέραν και κατά την νύκτα σου είναι γνωστή. Συ κατανοείς καλώς τους διαλογισμούς μου από μακράν, πριν ακόμη συλληφθούν εις την διάνοιάν μου.2 σὺ μὲ ἐγνώρισας καλὰ καὶ ὅταν κάθημαι καὶ ὅταν ἐγείρωμαι, εἰξεύρεις καλὰ ὅλας τὰς κινήσεις μου καὶ ὁλόκληρον τὸν βίον μου. Σὺ κατανοεῖς τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρὰν καὶ πολὺ πρὶν οὖτοι συλληφθοῦν εἰς τὸν νοῦν μου.
3 τὴν τρίβον μου καὶ τὴν σχοῖνόν μου ἐξιχνίασας καὶ πάσας τὰς ὁδούς μου προεῖδες,3 Ολόκληρον τον δρόμον της ζωής μου, όσον διήνυσα μέχρι σήμερα και όσος υπολείπεται ακόμη συ τον γνωρίζεις μέχρι και των παραμικροτέρων λεπτομερειών. Ολας τας πορείας μου εκ των προτέρων γνωρίζεις, Κυριε.3 Τὸν δρόμον μου καὶ πᾶσαν τὴν ἔκτασιν καὶ τὸ μέτρον τῆς ζωῆς μου, σὺ τὰ παρηκολούθησες καὶ τὰ ἐγνώρισες ἐπακριβῶς, τὸν δημόσιον καὶ τὸν ἰδιωτικόν μου βίον καὶ ὅλας τὰς ὁδούς μου, πᾶσαν ἐν γένει τὴν φανερὰν καὶ μυστικὴν διαγωγήν μου προεῖδες.
4 ὅτι οὐκ ἔστι δόλος ἐν γλώσσῃ μου.4 Και γνωρίζεις, ότι δεν υπάρχει δολιότης εις την γλώσσαν μου.4 Ἐγνώρισες ὅτι δὲν ὑπάρχει δόλος εἰς τὴν γλῶσσάν μου, ἀλλὰ λαλεῖ αὕτη ὅ,τι ἔχω καὶ εἰς τὴν καρδίαν μου.
5 ἰδού, Κύριε, σὺ ἔγνως πάντα, τὰ ἔσχατα καὶ τὰ ἀρχαῖα· σὺ ἔπλασάς με καὶ ἔθηκας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου.5 Ιδού, Κυριε, συ ως παντογνώστης εγνώρισες όλα, τα πρόσφατα και τα αρχαία. Συ με επλασες και με έθεσες κάτω από το προστατευτικόν σου χέρι.5 Ἰδού, Κύριε, σὺ ἐγνώρισας ὅλα, τὰ πρόσφατα καὶ τὰ παλαιὰ ἐγνώρισας καὶ τὰ τῆς γεροντικῆς μου ἡλικίας καὶ τὰ τῆς νεανικῆς· σὺ μὲ ἔπλασας καὶ ἔθεσας τὴν προνοητικὴν καὶ ἐξουσιαστικήν σου χεῖρα ἐπ' ἐμοῦ.
6 ἐθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ· ἐκραταιώθη, οὐ μὴ δύνωμαι πρὸς αὐτήν.6 Γεμάτος θαυμασμόν μένω εμπρός εις την ακριβεστάτην γνώσιν, την οποίαν έχεις περί εμού. Είναι άφθαστος και ασύγκριτος, αδύνατον να την συλλάβω με τας ασθενείς διανοητικάς δυνάμεις μου.6 Μοῦ κινεῖ τὸν θαυμασμὸν ἡ γνῶσις, τὴν ὁποίαν περὶ ἐμοῦ ἔχεις· εἶναι κραταιὰ καὶ ἀσυγκρίτως ἰσχυροτέρα τῶν ἀσθενῶν διανοητικῶν μου δυνάμεων· δὲν δύναμαι νὰ τὴν συλλάβω. Συντρίβομαι πρὸ αὐτῆς.
7 ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;7 Που είναι δυνατόν να πορευθώ, ώστε να είμαι μακράν από το Πνεύμά σου; Και που να καταφύγω, ώστε να μη ευρίσκωμαι κάτω από το ιδικόν σου βλέμμα;7 Ποῦ νὰ ὑπάγω, ὥστε νὰ εἶμαι μακρὰν ἀπὸ τὸ πνεῦμά σου, καὶ ποῦ νὰ φύγω ὥστε νὰ μὴ παρακολουθοῦμαι ἀπὸ τὸ πρόσωπόν σου;
8 ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει·8 Εάν αναβώ στον ουρανόν, συ υπάρχεις εκεί. Εάν καταβώ στον άδην, συ παρευρίσκεσαι εκεί.8 Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ εἶσαι ἐκεῖ· ἐὰν ἀποθάνω καὶ καταβῶ εἰς τὸν Ἅδην, ἡ παρουσία σου καὶ ἐκεῖ ἐκτείνεται.
9 ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης,9 Εάν αποκτήσω πτέρυγας και κατά τα χαράματα με αυτάς πετάξω πριν ανατείλη ο ήλιος, και κατασκηνώσω εις τα άκρα της ξηράς και της θαλάσσης, εκεί όπου δύει ο ήλιος, εκεί συ υπάρχεις.9 Ἐὰν ἤθελον γίνει πτερωτὸς καὶ ἔπαιρνα ἐπάνω μου ἰδικά μου πτερὰ ἐκεῖ, ὅπου ἀνατέλλει κατὰ τὰ βαθειὰ ἐξημερώματα ὁ ἥλιος (Κατὰ τὸ ἑβραϊκόν: Ἐὰν ἀναλάβω τὰς πτέρυγας τοῦ ὄρθρου = Ἐὰν μὲ φωτὸς ταχύτητα), καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰς ἐσχατιὰς τῆς θαλάσσης ὅπου γίνεται ἡ δύσις, καὶ πετάξω λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν ἕως τὴν δύσιν,
10 καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου.10 Και το στοργικό σου χέρι θα με καθοδηγήση και η παντοδύναμος δεξιά σου θα με κρατήση και θα με υποστηρίξη.10 ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἡ χείρ σου θὰ μὲ ὁδηγήσῃ καὶ θὰ μὲ κρατῇ σφιγκτὰ ἡ δεξιά σου.
11 καὶ εἶπα· ἄρα σκότος καταπατήσει με, καὶ νὺξ φωτισμὸς ἐν τῇ τρυφῇ μου·11 Εάν είπω· ας έλθη λοιπόν σκοτάδι να με περιβάλη από όλα τα σημεία και να με σκεπάση και η σκοτεινή νυξ ας υποκαταστήση τον φωτισμόν της ημέρας, ώστε να διέρχωμαι αθέατος εν τρυφή τας ώρας της ζωής μου, θα πλανηθώ.11 Καὶ ἐὰν καθ’ ὑπόθεσιν εἴπω· ἂς ἔλθῃ λοιπὸν τὸ σκότος νὰ μὲ καταπατήσῃ καὶ νὰ μὲ σκεπάσῃ, καὶ ἡ νὺξ ἂς καταλάβῃ θέσιν φωτὸς καὶ τὸ σκότος της ἂς μείνῃ ἀντὶ φωτισμοῦ κατὰ τὴν ἐντρύφησίν μου, ὥστε ὑπὸ τὰ σκότη νὰ τρυφήσω ἀθέατος.
12 ὅτι σκότος οὐ σκοτισθήσεται ἀπὸ σοῦ, καὶ νὺξ ὡς ἡμέρα φωτισθήσεται· ὡς τὸ σκότος αὐτῆς, οὕτως καὶ τὸ φῶς αὐτῆς.12 Διότι το σκότος δεν είναι δια σε σκοτάδι, και η νύκτα είναι ενώπιόν σου φωτισμένη, όπως η ημέρα. Το σκότος της νυκτός είναι όπως το φως της ημέρας. Ολα ολόφωτα και καθαρά είναι ενώπιόν σου.12 Πόσον θὰ πλανηθῶ! Διότι τὸ σκότος δὲν θὰ σκοτισθῇ καὶ δὲν θὰ μείνῃ ἀθέατον καὶ ἀφώτιστον ἀπὸ σέ, καὶ ἡ νὺξ τῆς τρυφῆς καὶ τῶν ὀργίων μου θὰ εἶναι φωτισμένη ἐνώπιόν σου ὡς ἡμέρα. Ὅπως εἶναι τὸ σκότος τῆς νυκτός, οὕτως εἶναι καὶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Διότι καὶ τὸ σκότος τῆς νυκτὸς εἶναι φανερὸν ἐνώπιόν σου, ὡς νὰ φωτίζεται λαμπρῶς ὑπὸ φωτός.
13 ὅτι σὺ ἐκτήσω τοὺς νεφρούς μου, Κύριε, ἀντελάβου μου ἐκ γαστρὸς μητρός μου.13 Διότι συ, Κυριε, έχεις ως κτήμά σου και γνωρίζεις πολύ καλά τους νεφρούς μου, όλον δηλαδή τον εσωτερικόν μου κόσμον. Συ με ανέλαβες υπό την προστασίαν σου από τότε, που ήμην έμβρυον εις την κοιλίαν της μητρός μου.13 Διότι σύ, Κύριε, ἐδημιούργησας καὶ γνωρίζεις ὡς κτῆμα σου τοὺς νεφρούς μου, τὸ ἐσωτερικὸν τοῦτο κέντρον τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ συναισθημάτων μου. Κύριε, μὲ ἀνέλαβες ὑπὸ τὴν προστασίαν σου ἀφ’ ὅτου ἀκόμη ἤμην εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός μου.
14 ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθης· θαυμάσια τὰ ἔργα σου, καὶ ἡ ψυχή μου γινώσκει σφόδρα.14 Θα σε δοξολογώ, λοιπόν, με ευγνωμοσύνην, διότι και εις αυτό το σημείον εδείχθης αξιοθαύμαστος, ώστε να προκαλής κατάπληξιν και φόβον. Θαυμαστά είναι τα έργα σου, Κυριε, και εγώ τα γνωρίζω καλά, πάρα πολύ καλά από προσωπικήν μου πείραν.14 Θὰ σὲ δοξολογήσω καὶ θὰ σὲ εὐχαριστήσω εὐγνωμόνως, διότι ἐδείχθης θαυμαστὸς μέχρι σημείου προκαλοῦντος κατάπληξιν καὶ φόβον. Θαυμάσια τὰ ἔργα σου καὶ ἡ ψυχή μου γνωρίζει τοῦτο πολὺ καλὰ ἐξ ἰδίας πείρας.
15 οὐκ ἐκρύβη τὸ ὀστοῦν μου ἀπὸ σοῦ, ὃ ἐποίησας ἐν κρυφῇ, καὶ ἡ ὑπόστασίς μου ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς·15 Δεν έμεινε κρυπτός και άγνωστος εις σε ο σχηματισμός των οστέων μου, τα οποία διεμορφώνοντο αφανώς εις την κοιλίαν της μητρός μου. Δεν έμεινεν άγνωστος και αφανής εις σε η αρχική μου υπόστασις, όταν εν τη κοιλία της μητρός μου, ως εις τα κατώτατα της γης διεμορφώνετο.15 Δὲν ἐκρύβη ἀπὸ σὲ ὁ ὀστέϊνος σκελετός μου, ὅταν ἤρχισε νὰ διαμορφοῦται ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός μου καὶ τὸν ὁποῖον ἐποίησας ἀφανῶς, μακρὰν ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινον ὀφθαλμόν. Οὔτε ὑπῆρξεν ἀφανὴς εἰς σὲ ἡ πρώτη σύστασις καὶ ὑπόστασίς μου, ὅταν ἐγκυμονεῖτο ἐν τῷ σκότει τῆς μητρικῆς κοιλίας ὡς εἰς τὰ κατώτατα τῆς γῆς θαμμένη καὶ ἀποκεκρυμμένη.
16 τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶδον οἱ ὀφθαλμοί σου, καὶ ἐπὶ τὸ βιβλίον σου πάντες γραφήσονται· ἡμέρας πλασθήσονται καὶ οὐθεὶς ἐν αὐτοῖς.16 Το άπλαστον και αδιαμόρφωτον εις την κοιλίαν της μητρός μου έμβρυον, το είδαν οι οφθαλμοί σου και στο βιβλίον σου είναι γραμμένοι όλοι οι άνθρωποι. Υπό το ιδικόν σου βλέμμα θα διαπλασθούν ημέραν με την ημέραν ως έμβρυα και θα μεγαλώσουν, και ούτε ένας από αυτούς δεν θα αγνοηθή από σέ.16 Τὴν ἀκατέργαστον καὶ ἀδιαμόρφωτον ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς μητρός μου οὐσίαν μου καὶ τί θὰ ἀπέβαινον ἀπὸ τῆς ἀσχηματίστου ἐκείνης καταστάσεώς μου, τὸ εἶδόν οἱ ὀφθαλμοί σου καὶ τὸ προεγνώρισας λεπτομερῶς, καὶ εἰς τὸ βιβλίον σου εἶναι ὅλοι γραμμένοι προτοῦ νὰ γεννηθοῦν· θὰ πλασθοῦν οὗτοι καὶ θὰ αὐξηθοῦν βαθμηδόν, ἡμέραν μὲ τὴν ἡμέραν, ὅταν θὰ ἴδουν τὸ φῶς αὐτῆς, ἀλλὰ σὺ γνωρίζεις τούτους πλήρως προτοῦ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν ζωὴν κανεὶς ἐξ αὐτῶν.
17 ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὁ Θεός, λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν·17 Πολύτιμοι μου είναι οι φίλοι σου, ω Θεέ. Η αρχή και η πορεία της ζωής των και εν γένει η δύναμίς των, κάτω από το προστατευτικό σου χέρι, υπήρξαν εξόχως ισχυραί και σταθεροί.17 Ἀπὸ ἐμὲ δὲ μεγάλως ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὦ Θεέ, καὶ αἱ ἀρχαὶ τῆς καταβολῆς καὶ τῆς ὑπάρξεώς των καὶ ἐν γένει ἡ δύναμις καὶ ἐπιρροή των ὑπὸ τὴν χεῖρα τῆς προστασίας σου ὑπῆρξαν ἐξόχως δυναταὶ καὶ ἀδιάσειστοι. (Κατὰ τὸ ἑβραϊκόν:17 Πόσον αἱ βουλαί σου ἐξετιμήθησαν παρ’ ἐμοῦ! Πόσον τὸ σύνολον αὐτῶν εἶναι μέγα καὶ ἀναρίθμητον!18 Ἐὰν ἀποπειραθῶ νὰ τὰς ἀριθμήσω, ὑπερβαίνουν τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης).
18 ἐξαριθμήσομαι αὐτούς, καὶ ὑπὲρ ἄμμον πληθυνθήσονται· ἐξηγέρθην καὶ ἔτι εἰμὶ μετὰ σοῦ.18 Προσπαθώ να τους καταμετρήσω, αλλά έχουν πληθυνθή και αυξηθή περισσότερον από την άμμον. Κοιμάμαι με τας ιεράς αυτάς σκέψεις των θαυμασίων σου. Σηκώνομαι το πρωϊ και πάλιν είμαι μαζή σου, έχων εις σε νουν και καρδίαν εστραμμένα.18 Προσπαθῶ νὰ τοὺς μετρήσω, ἀλλ’ ἔχουν πληθυνθῇ περισσότερον ἀπὸ τὴν ἄμμον. Κατακλίνομαι καὶ κοιμῶμαι κατὰ τὴν νύκτα ἀπερροφημένος ἀπὸ τὴν μελέτην τῶν θαυμαστῶν ποιημάτων σου. Σηκώνομαι τὴν πρωΐαν καὶ ἀκόμη εἶμαι μαζί σου γεραίρων τὰ ἔργα σου.
19 ἐὰν ἀποκτείνῃς ἁμαρτωλούς, ὁ Θεός, ἄνδρες αἱμάτων, ἐκκλίνατε ἀπ᾿ ἐμοῦ,19 Εάν εθανάτωνες τους ασεβείς και αμετανοήτους αμαρτωλούς, έργον δικαιοσύνης θα έπραττες, Κυριε. Ανδρες ασεβείς, άνδρες αιμοβόροι, απομακρυνθήτε και φύγετε από κοντά μου.19 Ἐὰν παρέδιδες εἰς θάνατον τοὺς ἁμαρτωλούς, ὦ Θεέ, ὁποῖον δίκαιον ἔργον θὰ ἐπετέλεις! Ἄνθρωποι αἱμοβόροι καὶ αἰμοδιψεῖς, φύγετε μακρὰν ἀπὸ ἐμέ.
20 ὅτι ἐρισταί ἐστε εἰς διαλογισμούς· λήψονται εἰς ματαιότητα τὰς πόλεις σου.20 Διότι είσθε εριστικοί και πάντοτε σκέπτεσθε φιλονεικίας και μάχας. Ματαίως θα καταλάβουν τας ιδικάς σου πόλεις, Κυριε, διότι από αυτάς θα εκδιωχθούν με την ιδικήν σου δύναμιν.20 Διότι διαρκῶς εἶσθε φιλόνεικοι καὶ διαλογίζεσθε ἔριδας καὶ μάχας· ματαίως θὰ καταλάβουν τὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι σὲ ἀναγνωρίζουν κυριάρχην των, διότι πολὺ ταχέως θὰ ἐκδιωχθοῦν ἐξ αὐτῶν.
21 οὐχὶ τοὺς μισοῦντάς σε, Κύριε, ἐμίσησα καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου ἐξετηκόμην;21 Εγώ, Κυριε, δεν εμίσησα αυτούς τους ασεβείς, οι οποίοι σε μισούν και δεν έλυωσα ωσάν κερί εξ αιτίας της αηδίας και αποστροφής μου προς τους εχθρούς σου;21 Δὲν ἐμίσησα, Κύριε, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι σὲ μισοῦν, καὶ ἐκ τοῦ ζήλου μου δὲν ἐλυωσα ὡς κηρὸς λόγῳ τῆς πρὸς τοὺς ἐχθρούς σου ἀποστροφῆς μου;
22 τέλειον μῖσος ἐμίσουν αὐτούς, εἰς ἐχθροὺς ἐγένοντό μοι.22 Με όλην μου την καρδιά και την ψυχήν τους εμίσησα και εκείνοι έγιναν εχθροί μου.22 Τέλειον μῖσος ἐξ ὅλης τῆς καρδίας μου καὶ ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου ἐμίσουν αὐτοὺς καὶ μετεβλήθησαν εἰς ἐχθρούς μου.
23 δοκίμασόν με, ὁ Θεός, καὶ γνῶθι τὴν καρδίαν μου, ἔτασόν με καὶ γνῶθι τὰς τρίβους μου.23 Δοκίμασέ με, Κυριε, και μάθε καλά την καρδιά μου. Εξέτασε και μάθε τον τρόπον της ζωής μου.23 Δοκίμασόν με καὶ ἐρεύνησόν με καλῶς, ὦ Θεέ μου, καὶ γνώρισε τὴν καρδίαν μου· ἐξέτασόν με καὶ γνώρισε τὰς ὁδοὺς καὶ τὸν τρόπον τῆς συμπεριφορᾶς καὶ πολιτείας μου.
24 καὶ ἴδε εἰ ὁδὸς ἀνομίας ἐν ἐμοί, καὶ ὁδήγησόν με ἐν ὁδῷ αἰωνίᾳ.24 Και ίδε αν υπάρχη οδός παρανομίας εις εμέ. Εάν, δηλαδή, δεν έζησα, όπως συ θέλεις. Οδήγησέ με, Κυριε, μέχρι τέλους εις την οδόν της αιωνιότητας.24 Καὶ ἴδε, ἐὰν ὑπάρχῃ ὁδὸς ἀνομίας εἰς ἐμὲ καὶ ἐὰν δὲν ἐπολιτεύθην ἐν ἀγαθῇ πάντοτε συνειδήσει. Καὶ ἀποβλέπων εἰς τὰς ἀγαθὰς προθέσεις μου ὁδήγησόν με εἰς τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία θὰ μὲ φέρῃ εἰς τὴν αἰωνίαν ζωήν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΛΘ΄🔸
                            (139)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.11
2 (Μασ. 140) ΕΞΕΛΟΥ με, Κύριε, ἐξ ἀνθρώπου πονηροῦ, ἀπὸ ἀνδρὸς ἀδίκου ρῦσαί με,2 (Μασ. 140) Γλύτωσέ με, Κυριε, από πονηρόν άνθρωπον· από άδικον άνθρωπον σώσε με.2 Γλύτωσέ με, Κύριε, ἀπὸ κάθε ἄνθρωπον πονηρόν, ἀπὸ κάθε ἄνθρωπον ἄδικον σῶσόν με·
3 οἵτινες ἐλογίσαντο ἀδικίαν ἐν καρδίᾳ, ὅλην τὴν ἡμέραν παρετάσσοντο πολέμους·3 Αυτοί συνεχώς σκέπτονται από μέσα των και καταστρώνουν σχέδια να με αδικήσουν. Ολην την ημέραν προετοιμάζονται και ζητούν αφορμάς δι' έριδας και μάχας.3 ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι μέσα εἰς τὰς καρδίας των σκέπτονται μόνον πῶς νὰ κάμνουν τὴν ἀδικίαν, καθ' ὅλην τὴν ἡμέραν ἀναζητοῦν ἀφορμὰς συγκρούσεων καὶ ἐρίδων καὶ γίνονται προκλητικοὶ σὰν νὰ παρατάσσωνται εἰς πολέμους.
4 ἠκόνησαν γλῶσσαν αὐτῶν ὡσεὶ ὄφεως, ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν. (διάψαλμα).4 Ετρόχισαν την συκοφαντικήν των γλώσσαν, την έκαμαν ωσάν του φιδιού. Δηλητήριον οχιάς υπάρχει κάτω από τα χείλη των.4 Ἐτρόχισαν τὴν συκοφαντικὴν γλῶσσαν των καὶ κατέστησαν αὐτὴν διὰ τῆς συκοφαντίας ὁμοίαν πρὸς τὴν γλῶσσαν ὄφεως, δηλητήριον ἐχιδνῶν καὶ ἀσπίδων ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὰ συκοφαντικὰ χείλη των.
5 φύλαξόν με, Κύριε, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ, ἀπὸ ἀνθρώπων ἀδίκων ἐξελοῦ με, οἵτινες διελογίσαντο τοῦ ὑποσκελίσαι τὰ διαβήματά μου·5 Φυλαξέ με, Κυριε, από το χέρι αμαρτωλού ανθρώπου. Γλύτωσέ με από αδίκους ανθρώπους, οι οποίοι εσκέφθησαν να με ανατρέψουν και καταπατήσουν στο έδαφος.5 Φύλαξέ με, Κύριε, ἀπὸ τὴν χεῖρα κάθε ἁμαρτωλοῦ καὶ συκοφάντου, γλύτωσέ με ἀπὸ ἀνθρώπους ἀδίκους καὶ ἐκβιαστάς, οἱ ὁποῖοι ἐσχεδίασαν μὲ τὸν νοῦν τους, πῶς δι' ἐνέδρας νὰ μὲ ἀνατρέψουν καὶ νὰ μοῦ προκαλέσουν πτῶσιν κατὰ τὴν ἀμέριμνον καὶ ἀνύποπτον πορείαν μου.
6 ἔκρυψαν ὑπερήφανοι παγίδα μοι καὶ σχοινία διέτειναν, παγίδα τοῖς ποσί μου, ἐχόμενα τρίβους σκάνδαλα ἔθεντό μοι. (διάψαλμα).6 Εγωϊσταί και ιδιοτελείς άνθρωποι μου έστησαν κρυφά παγίδα. Ηπλωσαν, ωσάν σχοινία, τα δίκτυα της δολιότητός των, δια να παγιδεύσουν τα πόδια μου. Και πλησίον στον δρόμον, από τον οποίον θα επερνούσα, ετοποθέτησαν προσκόμματα, δια να σκοντάψω.6 Οἱ περιφρονοῦντες τοὺς πάντας ὑπερήφανοι ἔστησαν κρυφίαν παγίδα διὰ νὰ μὲ συλλάβουν καὶ ἤπλωσαν ὡς ἄλλα σχοινία καὶ δίκτυα δολίας ἐπιβουλὰς διὰ νὰ παγιδεύσουν τοὺς πόδας μου καὶ ἐμπλέξουν τούτους εἰς αὐτάς, κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου, ποὺ θὰ διέβαινον, ἔθεσαν προσκόμματα διὰ νὰ σκοντάψω ἐπ’ αὐτῶν καὶ κρημνισθῶ.
7 εἶπα τῷ Κυρίῳ· Θεός μου εἶ σύ, ἐνώτισαι, Κύριε, τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου.7 Ενώπιον αυτού του κινδύνου είπα στον Κυριον· Συ είσαι ο Θεός μου. Ακουσε, Κυριε, και κάμε δεκτήν την φωνήν της δεήσεώς μου.7 Πρὸ τῆς μεγάλης ταύτης ἐπιβουλῆς εἶπα πρὸς τὸν Κύριον· Σὺ καὶ μόνος σὺ εἶσαι ὁ Θεός μου· εὐδόκησον νὰ δεχθῇς εἰς τὰ ὦτα σου τὴν φωνὴν τῆς ἱκετευτικῆς προσευχῆς μου.
8 Κύριε, Κύριε, δύναμις τῆς σωτηρίας μου, ἐπεσκίασας ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου ἐν ἡμέρᾳ πολέμου.8 Κυριε, Κυριε, συ είσαι η δύναμις, δια της οποίας και μόνης εγώ θα σωθώ. Ερριψες την σκιαν της προστασίας σου, ως ισχυράν περικεφαλαίαν, επάνω στο κεφάλι μου κατά την ημέραν, που εκείνοι με επολεμούσαν.8 Κύριε, Κύριε, εἶσαι ἡ ἀκαταγώνιστος δύναμις, ἡ ὁποία ἐργάζεται τὴν σωτηρίαν μου· ἔρριψας τὴν σκιὰν τῆς προστασίας σου, ὡς ἄλλην ἀπρόσβλητον περικεφαλαίαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πολέμου.
9 μὴ παραδῷς με, Κύριε, ἀπὸ τῆς ἐπιθυμίας μου ἁμαρτωλῷ· διελογίσαντο κατ᾿ ἐμοῦ, μὴ ἐγκαταλίπῃς με, μήποτε ὑψωθῶσιν. (διάψαλμα).9 Μη με παραδώσης, Κυριε, εις τα χέρια αμαρτωλού, πράγμα το οποίον βαθύτατα αποστρέφομαι. Εκείνοι συνέλαβαν και κατέστρωσαν εναντίον μου σχέδια εξοντώσεως. Μη με εγκαταλίπης και επιτύχουν τα σχέδιά των, δια να μη υπερηφανευθούν απέναντι των ανθρώπων σου.9 Μὴ μὲ παραδώσῃς καὶ τώρα, Κύριε, ἀντιθέτως πρὸς τὸν πόθον καὶ τὴν ἐπιθυμίαν μου εἰς χεῖρας ἁμαρτωλοῦ· συνέλαβον διὰ τῆς διανοίας των ἐξοντωτικὰ σχέδια κατ' ἐμοῦ. Μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς καὶ ἐπιτύχουν τὰ σχέδιά των, διότι φόβος ὑπάρχει νὰ ὑψωθοῦν, καὶ ἀγέρωχοι καθιστάμενοι νὰ καταστοῦν τρόμος τῶν ἐναρέτων.
10 ἡ κεφαλὴ τοῦ κυκλώματος αὐτῶν, κόπος τῶν χειλέων αὐτῶν καλύψει αὐτούς.10 Ο αρχηγός της συμμορίας των εχθρών μου έχει αλαζονικώς υψωμένην την κεφαλήν του. Ομως επάνω των θα πέση και θα τους σκεπάση η δολιότης και η συκοφαντία του στόματός των.10 Ὑψωμένη ὑπερηφάνως εἶναι ἡ κεφαλὴ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ περιεκύκλωσαν. Θὰ ξαναπέσῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ θὰ τοὺς καλύψῃ ἡ σχεδιασθεῖσα μὲ κόπον καὶ πολλὴν σκέψιν ἀδικία, τὴν ὁποίαν τὰ χείλη των ἐξέθεσαν καὶ συνεβούλευσαν πρὸς ἐκτελεσιν.
11 πεσοῦνται ἐπ᾿ αὐτοὺς ἄνθρακες, ἐν πυρὶ καταβαλεῖς αὐτούς, ἐν ταλαιπωρίαις οὐ μὴ ὑποστῶσιν.11 Θα πέσουν επάνω εις τα κεφάλια των αναμμένα κάρβουνα, θα τους ρίψης μέσα εις την φωτιάν, δεν θα ανθέξουν εις τας ταλαιπωρίας και τας τιμωρίας, που θα τους υποβάλης.11 Θὰ πέσουν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των ἄνθρακες ἀναμμένοι· θὰ τοὺς καταρρίψῃς μέσα εἰς τὸ πῦρ· θὰ ἐμπέσουν εἰς βάσανα καὶ ταλαιπωρίας, τὰς ὁποίας δὲν θὰ δύνανται νὰ βαστάσουν, ἀλλὰ θὰ συντρίβουν ὑπὸ τὸ βάρος των.
12 ἀνὴρ γλωσσώδης οὐ κατευθυνθήσεται ἐπὶ τῆς γῆς, ἄνδρα ἄδικον κακὰ θηρεύσει εἰς διαφθοράν.12 Ανθρωπος, ο οποίος έχει εριστικήν και συκοφαντικήν την γλώσσαν, δεν θα κατευοδωθή εις την γην αυτήν. Τον άδικον άνθρωπον θα τον κυνηγήσουν και θα τον συλλάβουν, ωσάν θήραμα, και θα τον οδηγήσουν εις την καταστροφήν αι ταλαιπωρίαι και αι συμφοραί.12 Ἄνθρωπος ἔχων κακὴν καισυκοφαντικην γλῶσσαν δὲν θὰ προκόψῃ, οὔτε θὰ ἔχῃ καλὸν τέλος ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄδικον ἄνθρωπον θὰ συλλάβουν ὡς θήραμά των δυστυχίαι καὶ συμφοραί, αἵτινες θὰ προκαλέσουν τὴν καταστροφήν του.
13 ἔγνων ὅτι ποιήσει Κύριος τὴν κρίσιν τῶν πτωχῶν καὶ τὴν δίκην τῶν πενήτων.13 Από το φως της διδασκαλίας σου και από την προσωπικήν μου πείραν, έμαθα και επείσθην, ότι ο Κυριος θα υπερασπίση την δικαίαν υπόθεσιν των πτωχών και θα αποδώση το δίκαιον στους εγκαταλελειμμένους και πτωχούς.13 Ἡ πίστις καὶ ἡ πεῖρα μὲ ἐδίδαξαν, ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν του διὰ τὴν δικαίαν ὑπόθεσιν τῶν πτωχῶν, καὶ θὰ ἐκδικήσῃ τὸ δίκαιον τῶν ἐγκαταλελειμμένων καὶ ἐλεεινῶν.
14 πλὴν δίκαιοι ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου, κατοικήσουσιν εὐθεῖς σὺν τῷ προσώπῳ σου.14 Οσον όμως και αν εις μερικάς περιστάσεις επικρατή αδικία, οι δίκαιοι θα θριαμβεύσουν τελικώς, θα δοξολογήσουν το όνομά σου, Κυριε. Οι δε ευθείς και ειλικρινείς θα κατοικούν ασφαλείς μαζή σου, Κυριε.14 Ὅσον καὶ ἂν ἀργοπορῇ τοῦτο καὶ ἀπογοητεύωνται διὰ τοῦτο μερικοί, οἱ δίκαιοι ὅμως θὰ δοξολογήσουν τὸ ὄνομά σου καὶ οἱ εὐθεῖς θὰ συγκατοικῶσι μετὰ τοῦ προσώπου σου ἀκλόνητοι καὶ ἀπρόσβλητοι ἐκ πειρασμῶν καὶ συμφορῶν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                🔸Ψαλμός ΡΜ΄🔸
                            (140)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 141) ΚΥΡΙΕ, ἐκέκραξα πρὸς σέ, εἰσάκουσόν μου· πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ.1 (Μασ. 141) Κυριε, πολλές φορές έκραξα προς σέ. Καμε δεκτήν την προσευχήν μου. Δώσε προσοχήν εις την φωνήν της δεήσεώς μου κάθε φοράν, που με κραυγήν ισχυράν απευθύνομαι προς σέ.1 Κύριε, ἔκραξα πρὸς σέ· εἰσάκουσον τὴν προσευχήν μου· εὐδόκησον νὰ προσέξῃς τὴν φωνὴν τῆς ἱκεσίας καὶ παρακλήσεώς μου, καθ’ ὃν χρόνον μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς ἀπευθύνω ταύτην πρὸς σέ.
2 κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου, ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή.2 Ας ανέλθη κατ'ευθείαν η προσευχή μου ως ευάρεστον ευώδες θυμίαμα ενώπιόν σου. Κατά την ώραν της προσευχής, η ανύψωσις των χειρών μου προς σε ας γίνη δεκτή ως ευάρεστος εσπερινή θυσία.2 Ὡς ἱερὸν καὶ εὐῶδες θυμίαμα ἂς ἀναβῇ κατ' εὐθεῖαν ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, ἡ ἱκετευτικὴ ἀνύψωσις τῶν χειρῶν μου ἂς γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ σοῦ ὡς θυσία ἐσπερινή.
3 θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου.3 Θέσε, Κυριε, φρουράν στο στόμα μου, ώστε να ελέγχη και μη αφήνη να βγαίνουν όλα τα λόγια μου. Θέσε, Κυριε, θύραν, ώστε να περικλείη τα χείλη μου, δια να μη εξέρχωνται λόγοι κακοί από αυτά.3 Θέσε, Κύριε, φρουρὰν εἰς τὸ στόμα μου καὶ γύρω ἀπὸ τὰ χείλη μου θέσε θύραν περιφράσσουσαν καὶ περιέχουσαν αὐτά, ὥστε νὰ μὴ ἐξέρχεται λόγος κακὸς ἐξ αὐτῶν.
4 μὴ ἐκκλίνῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους πονηρίας τοῦ προφασίζεσθαι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις σὺν ἀνθρώποις ἐργαζομένοις τὴν ἀνομίαν, καὶ οὐ μὴ συνδυάσω μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν αὐτῶν.4 Μη επιτρέψης να παρεκκλίνη η καρδία μου εις λόγους και αποφάσεις πονηράς, ώστε να παρασυρθώ εις ανοήτους προφάσεις, δια να δικαιολογήσω ολοφάνερες αμαρτίες μου, κατά το παράδειγμα των ανθρώπων, οι οποίοι καταπατούν τον Νομον σου και εργάζονται το κακόν. Δεν θέλω να συναναστρέφομαι και να έχω επικοινωνίαν ούτε με τους εκλεκτούς άνδρας αυτών.4 Μὴ ἐπιτρέψῃς νὰ ἐκτραπῇ ἡ καρδία μου εἰς λόγους πονηρούς, διὰ νὰ παρασυρθῶ εἰς προφάσεις δικαιολογούσας προδήλους ἁμαρτίας κατὰ τὸ παράδειγμα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι συστηματικῶς παραβαίνουν τὸν νόμον σου, ἐνῷ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ συνδυάζωμαι καὶ νὰ συναναστρέφομαι οὔτε μὲ τοὺς ὑπερέχοντας καὶ ἀπολαύοντας τιμῆς ἐκ τοῦ κόσμου μεταξὺ αὐτῶν.
5 παιδεύσει με δίκαιος ἐν ἐλέει καὶ ἐλέγξει με, ἔλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου· ὅτι ἔτι καὶ ἡ προσευχή μου ἐν ταῖς εὐδοκίαις αὐτῶν·5 Ας με διαπαιδαγωγήση ο δίκαιος, έστω και με αυστηρότητα, την οποίαν όμως θα του εμπνέη η προς εμέ αγάπη του και συμπάθεια, και ας με ελέγξη. Μυρωμένον ευώδες έλαιον αμαρτωλού να μη αρωματίση ποτέ την κεφαλήν μου. Δεν ζηλεύω την ευημερίαν των αμαρτωλών, προσεύχομαι εξ αντιθέτου ποτέ να μη μετάσχω εις αυτήν.5 Δέχομαι εὐγνωμόνως τοὺς ἐλέγχους τοῦ δικαίου, διότι θὰ μὲ παιδαγωγήσῃ συμπαθῶς καὶ θὰ μὲ ἐπιπλήξῃ, ἀλλ' ἔλαιον καὶ μῦρον ἁμαρτωλοῦ καὶ παρανόμου, θέλοντος νὰ μὲ περιποιηθῇ, ἂς μὴ χυθῇ ποτὲ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου. Δὲν θέλω τίποτε ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς. Διότι ἀκόμη καὶ εἰς τὰς εὐτυχίας καὶ εὐημερίας των ὄχι μόνον δὲν τοὺς ζηλεύω, ἀλλὰ προσεύχομαι νὰ μὴ μετάσχω εἰς αὐτάς.
6 κατεπόθησαν ἐχόμενα πέτρας οἱ κριταὶ αὐτῶν· ἀκούσονται τὰ ρήματά μου ὅτι ἡδύνθησαν.6 Διότι οι πρόκριτοι και επίσημοι μεταξύ αυτών κατεποντίσθησαν εις την θάλασσαν πλησίον αποκρήμνων βράχων. Οι δίκαιοι θα ακούσουν τα λόγια μου αυτά και θα αισθανθούν γλυκείαν και δικαίαν ικανοποιησιν.6 Διότι οἱ πρόκριτοί των καὶ οἱ μεγαλυτέραν μεταξὺ αὐτῶν ἐπιρροὴν ἔχοντες ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν συντριβέντες κατὰ μῆκος τοῦ βράχου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπὸ τῆς τιμωροῦ δεξιᾶς σου κατεκρημνίσθησαν, κατεπόθησαν ὑπὸ τῶν κυμάτων. Θ’ ἀκούσουν μετ' ἐνδιαφέροντος τοὺς προφητικοὺς τούτους λόγους μου οἱ ἀπροκαταλήπτως κρίνοντες, διότι εὐχάριστον καὶ γλυκεῖαν ἐντύπωσιν θὰ προκαλέσουν εἰς αὐτούς.
7 ὡσεὶ πάχος γῆς ἐρράγη ἐπὶ τῆς γῆς, διεσκορπίσθη τὰ ὀστᾶ αὐτῶν παρὰ τὸν ᾅδην.7 Οπως οι βώλοι του παχέος χώματος όταν ρίπτωνται εις την γην, σπάζουν και διασκορπίζονται ως χώμα, έτσι θα διασκορπισθούν άταφα τα οστά των ασεβών ανθρώπων παραπλεύρως στο στόμα του άδου.7 Ὅπως παχεῖς τῆς γῆς βῶλοι σπάζουν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους πληττόμενοι ὑπὸ τῆς ἀξίνης ἢ τοῦ ἀρότρου, οὕτω διεσκορπίσθησαν τὰ ὀστᾶ των παρὰ τὸ στόμιον τοῦ Ἅδου ἄταφα καὶ ποδοπατούμενα.
8 ὅτι πρὸς σέ, Κύριε, Κύριε, οἱ ὀφθαλμοί μου· ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, μὴ ἀντανέλῃς τὴν ψυχήν μου.8 Θα τιμωρηθούν αυτοί, διότι εγώ προς σε, Κυριε Κυριε, έχω εστραμμένα τα μάτια μου. Εις σε έχω στηρίξει την ελπίδα μου. Μη επιτρέψης να αφαιρεθή η ζωη μου από τους πονηρούς ανθρώπους.8 Ναί, θὰ τιμωρηθοὺν οἱ ἐχθροί μου οὖτοι. Διότι πρὸς σέ, Κύριε, Κύριε, εἶναι ἐστραμμένοι οἱ ὀφθαλμοί μου ἀναμένοντες βοήθειαν. Ἐπὶ σοῦ ἐστήριξα ὁλόκληρον τὴν ἐλπίδα μου· μὴ ἀφαιρέσῃς καὶ μὴ ἀπολέσῃς τὴν ζωήν μου.
9 φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι, καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν.9 Φυλαξέ με από τας παγίδας, τας οποίας αυτοί ολόγυρά μου έχουν στήσει και από τα προσκόμματα, τα οποία παρεμβάλλουν στον δρόμον μου αυτοί, που καταπατούν τον Νομον σου και εργάζονται το κακόν.9 Φύλαξέ με ἀπὸ τὴν παγίδα, τὴν ὁποίαν ὅλοι τους ἔστησαν πρὸς ἐξόντωσίν μου, καὶ ἀπὸ τὰ σκάνδαλα τὰ ὁποῖα ἐπινοοῦν οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν.
10 πεσοῦνται ἐν ἀμφιβλήστρῳ αὐτῶν οἱ ἁμαρτωλοί· κατὰ μόνας εἰμὶ ἐγὼ ἕως ἂν παρέλθω.10 Οι αμαρτωλοί θα πέσουν και θα περιπλακούν εις τα δίκτυα της δολιότητός των, τα οποία είχαν κατασκευάσει και στήσει δια τους άλλους. Εγώ όμως θα ζω μεμονωμένος, χωρισμένος από αυτούς, έως ότου προσπεράσω σώος και αβλαβής από τα πονηρά διαβούλιά των.10 Θὰ πέσουν οἱ ἁμαρτωλοὶ μέσα εἰς τὸ δίκτυον τῆς ἐπιβουλῆς, τὸ ὁποῖον οἱ ἴδιοι πρὸς βλάβην μου κατεσκεύασαν· ἐγὼ δὲ θὰ παραμένω χωρισμένος ἀπ’αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἔχω καμμίαν σχέσιν πρὸς τὰς πράξεις καὶ ἐνεργείας των, μέχρις ὅτου παρέλθω σῶος καὶ ἀβλαβὴς ἀπὸ τὰς ἐπιβουλάς των.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΜΑ΄🔸
                            (141)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Συνέσεως τῷ Δαυΐδ, ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῷ σπηλαίῳ· προσευχή.11
2 (Μασ. 142) ΦΩΝῌ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐδεήθην.2 (Μασ. 142) Με θερμήν μεγαλόφωνον προσευχήν έκραξα προς τον Κυριον. Από τα βάθη της ψυχής μου τον παρεκάλεσα.2 Μὲ ἔντασιν θερμὴν τῶν ψυχικῶν μου δυνάμεων ὕψωσα κραυγὴν ἰσχυρὰν καὶ ἐφάναξα πρὸς τὸν Κύριον, μὲ φωνὴν ἐξερχομένην ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδίας μου παρεκάλεσα τὸν Κύριον.
3 ἐκχεῶ ἐνώπιον αὐτοῦ τὴν δέησίν μου, τὴν θλῖψίν μου ἐνώπιον αὐτοῦ ἀπαγγελῶ.3 Θα αφήσω να χυθή ενώπιον αυτού η δέησίς μου. Θα εξαγγείλω εμπρός εις αυτόν την θλίψιν της ψυχής μου.3 Θὰ ἐκχύσω ἐνώπιόν του τὴν δέησίν μου, τὸν πόνον καὶ τὴν θλῖψιν τῆς ψυχῆς μου ἐνώπιόν του θὰ ἀπαγγείλω.
4 ἐν τῷ ἐκλείπειν ἐξ ἐμοῦ τὸ πνεῦμά μου, καὶ σὺ ἔγνως τὰς τρίβους μου· ἐν ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ ἐπορευόμην, ἔκρυψαν παγίδα μοι.4 Τωρα, που εμπρός στους μεγάλους κινδύνους λιποψυχώ και κινδυνεύω να χάσω την ζωήν μου, συ, Κυριε, έχεις γνωρίσει και γνωρίζεις πόσον αθώα υπήρξεν η πορεία της ζωής μου. Ομως εις την ευθείαν αυτήν οδόν, την οποίαν εβάδισα και βαδίζω, έστησαν κρυφά παγίδα οι εχθροί μου, δια να με συλλάβουν.4 Καθ’ ἣν ὥραν ἐγὼ λιποψυχῶ καὶ ἐκ τῆς ἀποθαρρύνσεως κινδυνεύει νὰ ἐκλείψῃ τὸ πνεῦμα μου, σὺ ἔχεις πλήρη γνῶσιν περὶ ἐμοῦ καὶ γνωρίζεις μὲ ποίας ἀγωνίας βαδίζω. Εἰς τὸν δρόμον αὐτόν, εἰς τὸν ὁποῖον πορεύομαι, ἔστησαν κρυφίαν παγίδα πρὸς ἐξόντωσίν μου. Διέρχομαι ἐν μέσῳ κινδύνων καὶ ἐπιβουλῶν.
5 κατενόουν εἰς τὰ δεξιὰ καὶ ἐπέβλεπον, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐπιγινώσκων με· ἀπώλετο φυγὴ ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκζητῶν τὴν ψυχήν μου.5 Στρέφω τα βλέμματά μου προς τα δεξιά, παρατηρώ με προσοχήν και αγωνίαν, δια να εύρω βοηθόν, και δεν υπάρχει κανείς, ο οποίος να έχη επίγνωσιν του κινδύνου, που διατρέχω, και να δύναται να με βοηθήση. Εχάθηκε κάθε τρόπος διαφυγής από τον κίνδυνον αυτόν. Κανείς πλέον, ούτε από τους φίλους μου, δεν φροντίζει δια την σωτηρίαν της ζωής μου.5 Στρέφω τὰ βλέμματά μου πρὸς τὰ δεξιά, ὅπου συνήθως εὑρίσκονται οἱ φιλικῶς διακείμενοι, καὶ ἐξετάζω νὰ εὕρω βοηθόν τινα, ἀλλὰ κανεὶς δὲν ὑπάρχει νὰ μοῦ δώσῃ γνωριμίαν καὶ νὰ μὲ χαιρετήση· ἐχάθη πᾶσα διαφυγὴ ἐκ τοῦ κινδύνου δι’ ἐμέ, δὲν ἔχω ποὺ νὰ καταφύγω καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἐνδιαφερόμενος καὶ φροντίζων διὰ τὴν ζωήν μου.
6 ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, εἶπα· σὺ εἶ ἡ ἐλπίς μου, μερίς μου εἶ ἐν γῇ ζώντων.6 Χωρίς καμμίαν πλέον βοήθειαν εκ μέρους των ανθρώπων κράζω με όλην μου την δύναμιν προς σε, Κυριε, και διακηρύττω· Συ είσαι η ελπίς μου· Συ είσαι η πολύτιμος κληρονομία μου εις την παρούσαν ζωήν.6 Ἀπηλπισμένος ἐκ τῆς γῆς ἐφώναξα πρὸς σέ, Κύριε, καὶ εἶπα· σὺ εἶσαι ἡ ἐλπίς μου· εἶσαι ἡ πολύτιμος μερὶς καὶ κληρονομία μου, ὁ ἀτίμητος θησαυρὸς ἐν τῇ γῇ τῶν ζώντων.
7 πρόσχες πρὸς τὴν δέησίν μου, ὅτι ἐταπεινώθην σφόδρα· ρῦσαί με ἐκ τῶν καταδιωκόντων με, ὅτι ἐκραταιώθησαν ὑπὲρ ἐμέ.7 Δώσε, λοιπόν, προσοχήν εις την δέησίν μου, διότι έχω κακοπαθήσει πολύ και αποκάμει. Σώσε με από εκείνους, οι οποίοι με καταδιώκουν ζητούντες την εξοντωσίν μου, διότι είναι πολύ ισχυρότεροι από εμέ.7 Εὐδόκησον να προσέξῃς τὴν δέησίν μου, διότι ἐκ τῶν συμφορῶν καὶ καταδιώξεων κατεβλήθην καὶ κατέπεσα εἰς μεγάλην ταπείνωσιν· γλύτωσέ με ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μὲ καταδιώκουν, διότι ἔγιναν πολὺ ἰσχυρότεροι ἀπὸ ἐμέ.
8 ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου· ἐμὲ ὑπομενοῦσι δίκαιοι, ἕως οὗ ἀνταποδῷς μοι.8 Βγάλε με από την φυλακήν του σπηλαίου, ώστε ελεύθερος και γεμάτος ευγνωμοσύνην να δοξολογώ το άγιον Ονομά σου. Οι δίκαιοι θα περιμένουν να ίδουν την καλήν έκβασιν, την οποίαν συ ως αμοιβήν των ελπίδων μου θα δώσης.8 Ἐξάγαγε τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τὴν φυλακὴν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι ἐγκεκλεισμένος, ἵνα ἐλεύθερος καὶ σεσωσμένος δοξολογήσω τὸ ὄνομά σου. Θὰ περιμένουν νὰ μὲ βοηθήσῃς προσευχόμενοι ὑπὲρ ἐμοῦ δίκαιοι πολλοί, ἕως ὅτου μοῦ ἀποδώσῃς τὴν ἀπαλλαγὴν ὡς ἀμοιβὴν τῶν πρὸς σὲ ἐλπίδων μας.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΜΒ΄🔸
                           (142)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ὅτε αὐτὸν ὁ υἱὸς καταδιώκει.
1 (Μασ. 143) ΚΥΡΙΕ, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου·1 (Μασ. 143) Κυριε, άκουσε και κάμε δεκτήν την προσευχήν μου. Ακουσε την ικετευτικήν παράκλησίν μου εν ονόματι της φιλαληθείας σου και των υποσχέσεων, που μας έχεις δώσει. Εισάκουσόν μου εν ονόματι της δικαιοσύνης σου, η οποία απαιτεί την προστασίαν του κάθε αθώου.1 Κύριε, εἰσάκουσον τὴν προσευχήν μου, εὐδόκησον νὰ δεχθῇς εἰς τὰ ὦτα σου τὴν ἱκετευτικὴν παράκλησίν μου ἐν ὀνόματι τῆς φιλαληθείας σου καὶ τῆς πιστῆς τηρήσεως τῶν ὑποσχέσεών σου, εἰσάκουσόν με ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης σου, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τὴν προστασίαν παντὸς ἀθώου κατὰ τῶν ἀδικούντων αὐτόν.
2 καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν.2 Μη θελήσης όμως να προβής εις λεπτομερή εξέτασιν της ζωής εμού του δούλου σου, διότι κανείς από τους ζώντας ανθρώπους επί της γης δεν θα ευρεθή τελείως αθώος και αναμάρτητος ενώπιόν σου.2 Καὶ μὴ ἔμβῃς εἰς ἀκριβῆ ἐξέτασιν καὶ κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, διότι ἂν θελήσῃς νὰ κρίνῃς ἐν δικαιοσύνῃ τὰς πράξεις μας, δὲν θὰ ἐξέλθῃ δεδικαιωμένος ἐνώπιον σου οὐδεὶς ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ γῇ ζῶντας.
3 ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος·3 Ακουσε, λοιπόν, Κυριε, το δίκαιον αίτημά μου, διότι εχθρός αδίστακτος με καταδιώκει ζητών να μου αφαιρέση την ζωήν. Με εποδοπάτησε κάτω στο χώμα, με εξηυτέλισε, με έχει καθίσει στο χείλος του τάφου. Με έχει οδηγήσει στο στόμα του σκοτεινού άδου, όπου ευρίσκονται οι από αρχαιότατα χρόνια νεκροί.3 Παραβλέπων λοιπὸν τὰς ἁμαρτίας μου, εἰσάκουσόν με, Κύριε, διότι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ὕπαρξίν μου, κατέρριψεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τεταπεινωμένην καὶ ἐξηυτελισμένην τὴν ζωήν μου, μὲ ἔκαμε νὰ καθήσω εἰς τὸν σκοτεινὸν τῆς μαύρης συμφορᾶς Ἅδην, ἕνεκα τῆς ὁποίας κινδυνεύω νὰ ἀποθάνω καὶ εἶμαι λησμονημένος καὶ ἐγκαταλελειμμένος, ὅπως οἱ ἀπ’ αἰῶνος καὶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου νεκροί, τοὺς ὁποίους κανεὶς πλέον δὲν ἐνθυμεῖται.
4 καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου.4 Από τας βαρείας αυτάς θλίψεις έχει καταληφθή από αθυμίαν το πνεύμα μου. Η καρδία μου εντός μου συνεχώς ταράσσεται.4 Καὶ ἐπειδὴ τὸ πνεῦμα μου ἐκυριεύθη ἀπὸ ἀθυμίαν καὶ κατάπτωσιν, κατεβλήθη καὶ τὸ αἰσθάνομαι μέσα μου πολὺ βαρύ· ἡ καρδία μου εἰς τὰ βάθη τοῦ ἐσωτερικοῦ μου κατελήφθη ὑπὸ ταραχῆς.
5 ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων.5 Εις αυτήν την πολυώδυνον κατάστασιν ευρισκόμενος ενεθυμήθην παλαιάς ημέρας ειρήνης και ασφαλείας. Εβύθισα την σκέψιν μου εις τα έργα της ιδικής σου προστασίας, εμελέτησα καλώς τα έργα των χειρών σου.5 Καὶ ἐν μέσῳ τῆς ψυχικῆς μου ταύτης καταπτώσεως, ἐνεθυμήθην ἡμέρας παλαιάς, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπήλαυσα τῆς προστασίας σου· ἐμελέτησα καὶ ἐβύθισα τὴν σκέψιν μου εἰς ὅλα τὰ ἔργα τῆς πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὸ ὅλον ἔθνος μας προνοίας σου· ὅλα ἐν γένει τὰ ποιήματα τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων καὶ ἐσκεπτόμην.
6 διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. (διάψαλμα).6 Από την μελέτην αυτήν τονωθείς εις την πίστιν και την ελπίδα προς σέ, ύψωσα ικετευτικάς τας χείράς μου προς σε και η ψυχή μου, ωσάν γη κατάξηρος, εζήτησε δρόσον και αναψυχήν από σέ.6 Ἐκ τῆς μελέτης ταύτης ἀναθαρρήσας ἀνύψωσα μετὰ βαθείας ἐλπίδος πρὸς σὲ τὰς χείραςμου, ἡ ψυχή μου δὲ γεμάτη πόθον σὲ ἐδίψησε καὶ ἐξεζήτησε τὴν βοήθειάν σου ὡς γῆ κατάξηρος καὶ ἄνυδρος ἔχουσα ἄμεσον ἀνάγκην να ποτισθῇ.
7 ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον.7 Οσον το δυνατόν ταχύτερον κάμε δεκτήν, Κυριε, την προσευχήν μου. Απέκαμα πλέον, ωλιγοψύχησε και κινδυνεύει να σβήση το πνεύμα μου. Μη γυρίσης αλλού το πρόσωπόν σου από εμέ. Διότι τότε θα ομοιάσω πλέον με τους νεκρούς, οι οποίοι κατεβαίνουν οριστικώς εις τον τάφον.7 Γρήγορα, Κύριε, εἰσάκουσον τὴν προσευχήν μου· διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ μὲ ἐγκαταλείψῃ τὸ πνεῦμα μου καὶ νὰ ἀποθάνω· μὴ στρέψῃς μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ τὸ πρόσωπόν σου, διότι ἄλλως θὰ γίνω ὅμοιος πρὸς τοὺς νεκρούς, οἱ ὁποῖοι κατέρχονται εἰς τὸν λάκκον τοῦ τάφου.
8 ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου·8 Ευδόκησε, Κυριε, να ακούσω και να αισθανθώ λίαν πρωϊ, συντόμως, το έλεός σου, διότι εγώ εις σε μόνον έχω στηρίξει τας ελπίδας μου. Καμε γνωστήν εις εμέ, Κυριε, την οδόν, το άγιόν σου θέλημα, σύμφωνα προς το οποίον να ρυθμίσω την πορείαν της ζωής μου. Διότι προς σέε υψώνω και παραδίδω ολόκληρον την ψυχήν μου.8 Δὸς νὰ ἀκούσω καὶ νὰ αἰσθανθῶ γρήγορα καὶ πολὺ πρωῒ τὸ ἔλεός σου, διότι ἐπὶ σοῦ ἐστήριξα τὴν ὅλην ἐλπίδα μου· γενοῦ ὁδηγός μου, Κύριε, καὶ γνώρισον εἰς ἐμὲ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βαδίζω, ὥστε νὰ εὐαρεστῶ ἐνώπιόν σου, διότι πρὸς σὲ ὕψωσα τὴν ψυχήν μου καὶ δὲν θέλω ποτὲ αὕτη νὰ χωρισθῇ ἀπὸ σοῦ.
9 ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κατέφυγον.9 Βγάλε με και ελευθέρωσέ με, Κυριε, από τους εχθρούς μου, διότι εγώ προς σε απ' αρχής και μέχρι σήμερον καταφεύγω.9 Ἐλευθέρωσέ με, Κύριε, ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μου, διότι εἰς σὲ πλήρης ἐμπιστοσύνης καὶ ἐλπίδος κατέφυγον.
10 δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου· τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ.10 Διδαξέ με, ποίον είναι το θέλημά σου και δος μου την αγαθήν διάθεσιν να το εφαρμόζω πάντοτε, διότι συ είσαι ο Θεός μου. Το Πνεύμά σου το αγαθόν αυτό θα με οδηγήση εις την ευθείαν και ευάρεστον εις σε οδόν.10 Διὰ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός μου καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς θελήσεώς μου, δίδαξέ με, Κύριε, νὰ πράττω πάντοτε τὸ θέλημά σου, διότι σὺ εἶσαι ὁ Θεός μου καὶ εἰς σὲ ὀφείλω πάντοτε νὰ ὑποτάσσωμαι. Τὸ Πνεῦμα σου τὸ ἀγαθὸν ἄς μου γίνῃ διδάσκαλος καὶ ἂς μὲ ὁδηγήσῃ εἰς ὁδὸν εὐθεῖαν ἀπηλλαγμένην ἀπὸ πᾶσαν πλάνην καὶ ἀπὸ κάθε ἐμπόδιον πρὸς ἄσκησιν τῆς ἀρετῆς.
11 ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου·11 Ενεκεν του ονόματός σου, που σημαίνει έλεος και αγάπην, θα περιφρουρήσης και θα παρατείνης την ζωήν μου. Εν τη δικαιοσύνη σου θα βγάλης την ψυχήν μου από την βαρείαν θλίψιν, που οι εχθροί μου έχουν επιφέρει.11 Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, τὸ ὁποῖον σημαίνει ἔλεος, φιλανθρωπίαν καὶ ἀγάπην, θὰ μοῦ δώσῃς ζωὴν καὶ θὰ μὲ ἀναζωογονήσῃς, Κύριε· καὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου θὰ ἐξαγάγῃς τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τὴν θλῖψιν τὴν ὁποίαν ἐν ἀδικίᾳ πολλῇ μοῦ ἐδημιούργησαν.
12 καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός σού εἰμι.12 Με το έλεός σου αυτό, που θα δείξης προς εμέ, θα εξολοθρεύσης τους εχθρούς μου, θα καταστρέψης όλους εκείνους, οι οποίοι θλίβουν την ζωήν μου, διότι εγώ είμαι ιδικός σου δούλος.12 Καὶ διὰ τοῦ ἐλέους, τὸ ὁποῖον θὰ δείξῃς εἰς ἐμέ, θὰ ἐξολοθρεύσῃς τοὺς ἐχθρούς μου καὶ θὰ παραδώσῃς εἰς ἀπώλειαν ὅλους ὅσοι θλίβουν τὴν ψυχήν μου, διότι ἐγὼ εἶμαι δοῦλος καὶ κτῆμα ἰδικόν σου.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                            🔹

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹
             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷
         🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹~🔹


Κάθισμα :  § 20🔹«143~150»



             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός,  Ἅγιος Ἰσχυρός,
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ´)

Δόξα Πατρὶ ... Καὶ νῦν ...

Παναγία Τριάς ... 

Πάτερ ἡμῶν ... 

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα,  τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον,  εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.  Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. 
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΜΓ΄🔸
                           (143)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τῷ Δαυΐδ, πρὸς τὸν Γολιάδ.
1 (Μασ. 144) ΕΥΛΟΓΗΤΟΣ Κύριος ὁ Θεός μου ὁ διδάσκων τὰς χεῖράς μου εἰς παράταξιν, τοὺς δακτύλους μου εἰς πόλεμον·1 (Μασ. 144) Δοξασμένος ας είναι ο Κυριος και Θεός μου, ο οποίος διδάσκει τα χέρια μου να χειρίζονται την σπάθην κατά τας συμπλοκάς εις τας μάχας, και τα δάκτυλά μου να χρησιμοποιούν το τόξον κατά τους πολέμους.1 Δοξασμένος νὰ εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεός μου, ὁ ὁποῖος διδάσκει τὰς χεῖρας μου νὰ χειρίζωνται τὴν σπάθην εἰς παράταξιν μαχῶν καὶ τοὺς δακτύλους μου νὰ χρησιμοποιοῦν τὸ τόξον εἰς περίπτωσιν πολέμου.
2 ἔλεός μου καὶ καταφυγή μου, ἀντιλήπτωρ μου καὶ ρύστης μου, ὑπερασπιστής μου, καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ ἤλπισα, ὁ ὑποτάσσων τὸν λαόν μου ὑπ᾿ ἐμέ.2 Αυτός είναι το έλεός μου, το καταφύγιόν μου, ο προστάτης μου και ο ελευθερωτής μου, ο υπερασπιστής μου, και εις αυτόν έχω στηρίξει τας ελπίδας μου· εις αυτόν, ο οποίος υποτάσσει ομονοημένον τον λαόν μου εις εμέ.2 Αὐτὸς εἶναι τὸ ἔλεος καὶ τὸ καταφύγιόν μου, ὁ προστάτης μου καὶ ὁ ἐλευθερωτής μου, ὁ ὑπερασπιστής μου, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐστήριξα τὰς ἐλπίδας μου, ὁ ὁποῖος ὑποτάσσει ἀφατρίαστον καὶ ὁμονοοῦντα τὸν λαόν μου εἰς ἐμέ.
3 Κύριε, τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι ἐγνώσθης αὐτῷ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι λογίζῃ αὐτῷ;3 Κυριε, τι είναι τάχα ο ευτελής άνθρωπος, ώστε να αποκαλύπτης και να καθιστάς τον εαυτόν σου γνωστόν εις αυτόν; Η ο υιός του ανθρώπου, ώστε να τον λογαριάζης και να τον λαμβάνης υπ όψιν σου;3 Κύριε, ποῖος εἶμαι ἐγώ, τὸν ὁποῖον τόσον ἠγάπησας; Τί εἶναι ἐν γένει ὁ εὐτελὴς ἄνθρωπος, ὥστε νὰ τοῦ καθιστὰς γνωστὸν τὸν ἑαυτόν σου καὶ νὰ ἀποκαλύπτεσαι εἰς αὐτόν; Ἢ τί εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ τὸν συλλογίζεσαι καὶ να τὸν λογαριάζῃς;
4 ἄνθρωπος ματαιότητι ὡμοιώθη, αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεὶ σκιὰ παράγουσι.4 Ο άνθρωπος είναι όμοιος προς το μάταιον και παροδικόν. Αι ημέραί του παρέρχονται ωσάν σκια.4 Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅμοιος πρὸς ματαιότητα καὶ πρὸς περαστικὸν φύσημα ἀνέμου, αἱ ἡμέραι του περνοῦν ὅπως ἡ σκιά.
5 Κύριε, κλῖνον οὐρανοὺς καὶ κατάβηθι, ἅψαι τῶν ὀρέων, καὶ καπνισθήσονται.5 Συ όμως, Κυριε, που είσαι τόσον συγκαταβατικός προς ημάς τους ευτελείς ανθρώπους, χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβα. Εγγισε με τα χέρια σου τα βουνά και θα ανάψουν και θα γεμίσουν καπνόν.5 Ἀλλ' ἀφοῦ εἶσαι τόσον ἀγαθός, ὥστε νὰ συγκαταβαίνῃς πρὸς τὴν ματαιότητα καὶ σκιὰν ταύτην, σὲ παρακαλῶ, χαμήλωσον, Κύριε, καὶ τώρα τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατάβα πρὸς βοήθειάν μου· ἔγγισον διὰ τῆς χειρός σου τὰ ὅρη, καὶ ἀμέσως ταῦτα θὰ καπνισθοῦν δι’ ἠφαιστειώδους ἐκρήξεως.
6 ἄστραψον ἀστραπὴν καὶ σκορπιεῖς αὐτούς, ἐξαπόστειλον τὰ βέλη σου καὶ συνταράξεις αὐτούς.6 Αστραψε αστραπήν επάνω από τους εχθρούς μου κα θα τους διασκορπίσης. Στείλε εναντίον των τα βέλη σου, και θα τους συγκλονίσης6 Ἄστραψε μίαν καὶ μόνην ἀστραπὴν ὑπεράνω τῶν ἐχθρῶν μου καὶ εἶναι ἀρκετὴ αὕτη διὰ νὰ τοὺς σκορπίσῃς. Ἐξαπόστειλον κατ’ αὐτῶν τὰ βέλη τῶν κεραυνῶν σου καὶ θὰ τοὺς ταράξῃς ὅλους.
7 ἐξαπόστειλον τὴν χεῖρά σου ἐξ ὕψους, ἐξελοῦ με καὶ ρῦσαί με ἐξ ὑδάτων πολλῶν, ἐκ χειρὸς υἱῶν ἀλλοτρίων,7 Απλωσε, Κυριε, το χέρι σου από το ουράνιον ύψος, βγάλε με και γλύτωσέ με από τα πολλά ορμητικά ύδατα, που απειλούν να με πνίξουν· από τα χέρια δηλαδή των αλλοεθνών ανθρώπων.7 Ἄπλωσε τὴν προστατευτικὴν καὶ ἀκαταμάχητον χεῖρα σου ἀπὸ τὸ ἔνδοξον ὕψος σου, ἐλευθέρωσέ με καὶ σῶσε με ἀπὸ τὰς ἀτάκτους ἐφόδους τῶν πολεμίων, οἱ ὁποῖοι ὡς ὕδατα πολλὰ μὲ ὁρμὴν μεγάλην ἐπέπεσαν κατ’ ἐμοῦ· σῶσε με ἀπὸ τὴν χεῖρα ἀνθρώπων ἀλλοφύλων καὶ ἀλλοεθνῶν,
8 ὧν τὸ στόμα ἐλάλησε ματαιότητα, καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν δεξιὰ ἀδικίας.8 Αυτών, των οποίων το στόμα ελάλησε δόλια και ασύστατα πράγματα και η δεξιά των χειρ είναι όργανον αδικημάτων.8 τῶν ὁποίων τὸ στόμα ἐλάλησε πάντοτε ἀσύστατα ψεύδη καὶ ἡ δεξιά των εἶναι δεξιὰ ψευδορκοῦσα πρὸς ἐπιτυχίαν ἀδίκων καὶ ἀνόμων σκοπῶν.
9 ὁ Θεός, ᾠδὴν καινὴν ᾄσομαί σοι, ἐν ψαλτηρίῳ δεκαχόρδῳ ψαλῶ σοι9 Ω Θεέ μου, εις την νέαν αυτήν συντριβήν των εχθρών μου, θα ψάλλω εγώ προς σε νέον άσμα ευγνωμοσύνης. Με δεκάχορδον μουσικόν όργανον θα σε υμνολογήσω· σέ,9 Ὦ Θεέ μου, ᾠδὴν νέαν, ἁρμόζουσαν εἰς τὴν νέαν ταύτην περίστασιν τῆς προστασίας σου, θὰ σοῦ ἀναπέμψω, μὲ ψαλτήριον δεκάχορδον συγχρόνως θὰ σοῦ ψάλω·
10 τῷ διδόντι τὴν σωτηρίαν τοῖς βασιλεῦσι, τῷ λυτρουμένῳ Δαυΐδ τὸν δοῦλον αὐτοῦ ἐκ ρομφαίας πονηρᾶς.10 ο οποίος ανέκαθεν δίδεις νίκας και σωτηρίαν στους βασιλείς· σέ, ο οποίος έσωσες εμέ, τον δούλον σου Δαυίδ από την θανατηφόρον ρομφαίαν του Γολιάθ.10 εἰς σέ, ὁ ὁποῖος παρέχεις τὴν σωτηρίαν εἰς τοὺς πιστοὺς βασιλεῖς, ὁ ὁποῖος ἐλύτρωσε τὸν δοῦλον του Δαβὶδ ἀπὸ σπάθην πονηρὰν καὶ ὀλεθρίαν, τὴν σπάθην τοῦ Γολιάθ.
11 ρῦσαί με καὶ ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς υἱῶν ἀλλοτρίων, ὧν τὸ στόμα ἐλάλησε ματαιότητα καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν δεξιὰ ἀδικίας.11 Απάλλαξέ με και τώρα και γλύτωσέ με από τα χέρια των αλλοεθνών, των οποίων το στόμα ελάλησε και λαλεί ψευδολογίας, η δε δεξιά των χειρ είναι όργανον αδικίας.11 Γλύτωσέ με καὶ ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ τὴν χεῖρα τῶν ἀλλοφύλων, τῶν ὁποίων τὸ στόμα ἐλάλησε πάντοτε ἀσύστατα ψεύδη καὶ ἡ δεξιά των ψευδορκεῖ, ἵνα διαπράττῃ ἐπιτυχῶς κάθε ἀδικίαν·
12 ὧν οἱ υἱοὶ ὡς νεόφυτα ἱδρυμένα ἐν τῇ νεότητι αὐτῶν, αἱ θυγατέρες αὐτῶν κεκαλλωπισμέναι, περικεκοσμημέναι ὡς ὁμοίωμα ναοῦ,12 Αυτοί απολαμβάνουν σήμερον όλα τα αγαθά. Τα παιδιά των λόγω της νεότητός των όμοιάζουν σαν βλαστάρια καλώς ριζωμένα και θαλερά. Αι θυγατέρες των είναι καλλωπισμένες και στολισμένες με κοσμήματα στο σώμα των, ωσάν τα αγάλματα ειδωλολατρικού ναού.12 τῶν ὁποίων οἱ υἱοὶ ὁμοιάζουν πρὸς νεοφύτευτα δένδρα, καλῶς ριζωμένα καὶ πράσινα λόγῳ τῆς νεότητός των· αἱ θυγατέρες των εἶναι καλλωπισμένα! μὲ ψιμύθια καὶ στολισμέναι μὲ κοσμήματα γύρω ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ σώματος των, ὅπως στολίζεται ἄγαλμα καὶ εἴδωλον ναοῦ.
13 τὰ ταμιεῖα αὐτῶν πλήρη, ἐξερευγόμενα ἐκ τούτου εἰς τοῦτο, τὰ πρόβατα αὐτῶν πολύτοκα, πληθύνοντα ἐν ταῖς ἐξόδοις αὐτῶν,13 Αι αποθήκαι των είναι γεμάται από αγαθά. Υπερεκχυλίζουν από κάθε είδος· τα πρόβατά των είναι πολύτοκα. Πολλαπλασιάζονται αναρίθμητα στους βοσκοτόπους, όπου εξέρχονται προς βοσκήν.13 Αἱ ἀποθῆκαι των εἶναι γεμᾶται καὶ βγάζουν ἀπὸ τὰ ὑπερχειλιζόμενα βάθη των παντὸς εἴδους τροφὰς καὶ προϊόντα, ὥστε ἀπὸ τὸ ἓν δοχεῖον ποὺ ἐγέμισε νὰ μεταφέρεται τὸ περίσσευμα εἰς τὸ ἕτερον· τὰ πρόβατά των εἶναι πολύτοκα αὐξάνοντα καὶ πληθυνόμενα εἰς τοὺς ἀνοικτοὺς τόπους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐξέρχονται πρὸς βοσκήν.
14 οἱ βόες αὐτῶν παχεῖς, οὐκ ἔστι κατάπτωμα φραγμοῦ, οὐδὲ διέξοδος, οὐδὲ κραυγὴ ἐν ταῖς πλατείαις αὐτῶν,14 Τα βόϊδια των είναι παχέα. Κανένας από τους τοίχους των οικοδομών των δεν έχει κρημνισθή ούτε και έχει υποστή καμμίαν ρωγμήν. Δεν ακούεται κραυγή θρήνου και πόνου εις τας πλατείας των.14 Οἱ βόες των εἶναι παχεῖς. Δὲν ὑπάρχει κανὲν ρῆγμα εἰς τοὺς φραγμοὺς καὶ εἰς τὰ τείχη των, ἀλλ’ ὀρθοῦνται ταῦτα στερεά, οὔτε ἔξοδος πολιτῶν συρομένων εἰς αἰχμαλωσίαν, οὔτε κραυγή τις θρήνου δι’ ἀτύχημα τῶν ἐθνικὸν ἀκούεται εἰς τὰς πλατείας των.
15 ἐμακάρισαν τὸν λαόν, ᾧ ταῦτά ἐστι· μακάριος ὁ λαός, οὗ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ.15 Εκείνοι, οι οποίοι αγνοούν σε και το θέλημά σου, εκαλοτύχησαν τον λαόν, ο οποίος απολαμβάνει αυτά τα αγαθά. Αλλά εις την πραγματικότητα μακάριος είναι ο λαός εκείνος, του οποίου ο αληθινός Θεός είναι ο Θεός και Κυριος του.15 Οἱ μάταιοι καὶ ὑλόφρονες ἄνθρωποι ἐμακάρισαν τὸν λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχουν τὰ ἀγαθὰ ταῦτα. Ἀλλὰ μακάριος πράγματι εἶναι ὁ λαός, τοῦ ὁποίου Θεός του εἶναι ὁ Κύριος τοῦ παντός.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΜΔ΄🔸
                           (144)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Αἴνεσις τοῦ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 145) ΥΨΩΣΩ σε, ὁ Θεός μου ὁ βασιλεύς μου, καὶ εὐλογήσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.1 (Μασ. 145) Θα διαλαλήσω το μεγαλείον σου, ω Θεέ μου και βασιληά μου. Θα δοξολογήσω το πάντιμον Ονομά σου πάντοτε και στον αιώνα του αιώνος.1 Θὰ ὑμνήσω καὶ θὰ διακηρύξω τὸ ὕψος σου, ὦ Θεέ μου καὶ βασιλεῦ μου, καὶ θὰ δοξολογῶ τὸ ὄνομά σου διηνεκῶς εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
2 καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν εὐλογήσω σε καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.2 Καθε ημέραν θα σε δοξολογώ και θα υμνώ το Ονομά σου, πάντοτε και στους αιώνας των αιώνων.2 Καθ’ ἐκάστην ἡμέραν θὰ δοξολογῶ καὶ θὰ ὑμνῶ τὸ ὄνομά σου πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας.
3 μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα, καὶ τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ οὐκ ἔστι πέρας.3 Μέγας είναι ο Κυριος και άξιος να υμνήται πολύ, παρά πολύ, διότι η μεγαλωσύνη του είναι απεριόριστος και απροσμέτρητος.3 Μέγας εἶναι ὁ Κύριος καὶ καθ’ ὑπερβολὴν ἄξιος να ὑμνῆται, καὶ ἡ μεγαλωσύνη του δὲν ἔχει ὅριον, ἀλλ’ εἶναι ἄπειρος καὶ ἀπεριμέτρητος.
4 γενεὰ καὶ γενεὰ ἐπαινέσει τὰ ἔργα σου καὶ τὴν δύναμίν σου ἀπαγγελοῦσι.4 Καθε ερχομένη γενεά θα υμνή σε δια τα θαυμαστά έργα σου, και οι άνθρωποι θα διακηρύττουν πάντοτε την παντοδυναμίαν σου.4 Ὅλαι αἱ γενεαί, ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, θὰ ἀνυμνοῦν τὰ ἐν ἀπείρῳ δυνάμει καὶ σοφίᾳ συντελεσθέντα ἔργα σου καὶ θὰ διακηρύττουν τὴν παντοδυναμίαν σου.
5 τὴν μεγαλοπρέπειαν τῆς δόξης τῆς ἁγιωσύνης σου λαλήσουσι καὶ τὰ θαυμάσιά σου διηγήσονται.5 Την μεγαλοπρεπή λαμπρότητα της αγιότητός σου θα υμνούν και θα διηγούνται τα θαυμαστά σου έργα.5 Τὴν μεγαλοπρεπῆ καὶ ἔκλαμπρον δόξαν τῆς ἁγιότητός σου θὰ διαλαλοῦν, καὶ τὰ ἄξια παντὸς θαυμασμοῦ εὐεργετικὰ ἔργα σου θὰ ἐκδιηγοῦνται.
6 καὶ τὴν δύναμιν τῶν φοβερῶν σου ἐροῦσι καὶ τὴν μεγαλωσύνην σου διηγήσονται.6 Την ακατανίκητον δύναμιν των φοβερών σου έργων εναντίον των αμετανοήτων ασεβών θα λέγουν μεταξύ των, και το απέραντον μεγαλείον σου θα διηγούνται.6 Καὶ τὴν συντριπτικὴν δύναμιν τῶν φοβερῶν πρὸς τιμωρίαν τοῦ κακοῦ μεγαλουργιῦν σου θὰ ἐξιστοροῦν, καὶ τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον σου θὰ διηγοῦνται.
7 μνήμην τοῦ πλήθους τῆς χρηστότητός σου ἐξερεύξονται καὶ τῇ δικαιοσύνῃ σου ἀγαλλιάσονται.7 Θα αφήνουν να εκχυθή από την καρδίαν των η ευγνώμων ανάμνησις των αναριθμήτων ευεργεσιών της καλωσύνης σου. Θα πλημμυρίζουν από αγαλλίασιν δια την δικαιοσύνην, την οποίαν συ εφαρμόζεις πάντοτε.7 Τὴν ἀνεξάλειπτον ἀνάμνησιν τοῦ πλήθους τῶν εὐεργεσιῶν τῆς καλοκαγαθίας σου μὲ ὑπερεκχυνόμενον ἐκ τοῦ βάθους τῶν καρδιῶν των ἐνθουσιασμὸν θὰ διακηρύττουν καὶ θὰ ἀγάλλωνται διὰ τὴν δικαιοσύνην σου, ἡ ὁποία εἰς τὰς ἐν τῇ κυβερνήσει τοῦ κόσμου ἐνεργείας σου διαλάμπει.
8 οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος.8 Οικτίρμων και εύσπλαγχνος είναι ο Κυριος, μακρόθυμος και πολυέλεος.8 Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων εἶναι ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος.
9 χρηστὸς Κύριος τοῖς σύμπασι, καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ.9 Αγαθός και ευεργετικός είναι ο Κυριος προς όλους γενικώς, και τα ελέη αυτού απλώνονται εις όλα τα έργα της δημιουργίας του.9 Εὐεργετικὸς καὶ καλοκάγαθος δεικνύεται εἰς τὰ σύμπαντα ὁ Κύριος καὶ οἱ οἰκτιρμοί του ἐκτείνονται εἰς πάντα τὰ ἔργα του, εἰς ὁλόκληρον τὴν λογικὴν καὶ ἄψυχον κτίσιν του.
10 ἐξομολογησάσθωσάν σοι, Κύριε, πάντα τὰ ἔργα σου, καὶ οἱ ὅσιοί σου εὐλογησάτωσάν σε.10 Ας σε δοξολογήσουν, Κυριε, όλα τα δημιουργήματά σου, προ παντός δε ας ευλογήσουν το πάντιμον Ονομά σου οι αφωσιωμένοι εις σε πιστοί.10 Ἂς σὲ ὑμνολογοῦν εὐγνωμόνως Κύριε, ὅλα τὰ ἔργα σου, ἔμψυχά τε καὶ ἄψυχα, καὶ ἐξαιρέτως ἂς σὲ δοξολογοῦν οἱ ἀφωσιωμένοι εἰς σὲ δοῦλοι σου.
11 δόξαν τῆς βασιλείας σου ἐροῦσι καὶ τὴν δυναστείαν σου λαλήσουσι11 Αυτοί θα διαλαλούν την ένδοξον βασιλείαν σου και θα διηγούνται την παντοδύναμον κυριαρχίαν σου,11 Ἐν ταῖς δοξολογίαις των ταύταις θὰ κάνουν λόγον περὶ τῆς δόξης τῆς βασιλείας σου καὶ θὰ ὁμιλοῦν περὶ τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας καὶ δυνάμεώς σου,
12 τοῦ γνωρίσαι τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὴν δυναστείαν σου καὶ τὴν δόξαν τῆς μεγαλοπρεπείας τῆς βασιλείας σου.12 δια να καταστήσουν γνωστήν στους άλλους ανθρώπους την παντοδυναμίαν σου και την ανυπέρβλητον λαμπρότητα της βασιλείας σου.12 διὰ νὰ καταστήσουν γνωστὴν εἰς ὅλους τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀκατάλυτον κυριαρχίαν καὶ δύναμίν σου, καθὼς καὶ τὴν ἀνυπέρβλητον δόξαν τῆς μεγαλοπρεπεστάτης βασιλείας σου.
13 ἡ βασιλεία σου βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ δεσποτεία σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ. 13α πιστὸς Κύριος ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις αὐτοῦ καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.13 Η ιδική σου βασιλεία, Κυριε, είναι βασιλεία αιωνία και η κυριαρχία σου απλώνεται εις όλας τας γενεάς. 13α Ο Κυριος είναι πιστός τηρητής των υποσχέσεών του και άμωμος εις όλα αυτού τα έργα.13 Ἡ βασιλεία σου εἶναι βασιλεία παντοτεινὴ καὶ ἀκατάλυτος εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας, καὶ ἡ κυριαρχία σου εἶναι ἀπέραντος καὶ δεσπόζει ἐπὶ πασῶν ἀνεξαιρέτως τῶν γενεῶν ζώντων καὶ θανόντων. 13α Ὁ Κύριος εἶναι ἀξιόπιστος καὶ ἀληθὴς εἰς ὅλους τοὺς λόγους καὶ τὰς ὑποσχέσείς του καὶ ἅγιος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του.
14 ὑποστηρίζει Κύριος πάντας τοὺς καταπίπτοντας καὶ ἀνορθοῖ πάντας τοὺς κατερραγμένους.14 Ο Κυριος υποβαστάζει και στηρίζει όλους εκείνους, οι οποίοι κινδυνεύουν να πέσουν και να συντριβούν, και ανεγείρει αυτούς, οι οποίοι έχουν πέσει και συντριβή.14 Ὑποβαστάζει καὶ ὑποστηρίζει ὁ Κύριος ὅλους ὅσοι κινδυνεύουν νὰ καταπέσουν καὶ νὰ συντριβοῦν, καὶ ἐγείρει ὀρθίους καὶ ὑγιεῖς πάλιν ὅλους ὅσοι ἐκρημνίσθησαν καὶ συνετρίβησαν.
15 οἱ ὀφθαλμοὶ πάντων εἰς σὲ ἐλπίζουσι, καὶ σὺ δίδως τὴν τροφὴν αὐτῶν ἐν εὐκαιρίᾳ.15 Οι οφθαλμοί όλων στρέφονται με ελπίδα βοηθείας προς σέ, διότι συ δίδεις την τροφήν των στον κατάλληλον χρόνον.15 Οἱ ὀφθαλμοὶ ὅλων πρὸς σὲ μετ’ ἐλπίδος καὶ ἐμπιστοσύνης εἶναι ἐστραμμένοι καὶ σὺ δίδεις εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν τὴν πρὸς συντήρησιν τροφήν των.
16 ἀνοίγεις σὺ τὰς χεῖράς σου καὶ ἐμπιπλᾷς πᾶν ζῷον εὐδοκίας.16 Ανοίγεις συ τας παντοδυνάμους και πλουσιοδώρους χείρας σου και γεμίζεις κάθε ζωντανόν ον από όλα τα αγαθά, που του χρειάζονται.16 Ἀρκεῖ καὶ μόνον σὺ νὰ ἀνοίξῃς τὴν πατρικὴν καὶ γενναιόδωρον χεῖρά σου καὶ χορταίνεις πᾶσαν ζῶσαν ὕπαρξιν μετ’ ἀφθονίας ἰκανοποιούσης πᾶσαν ἀνάγκην καὶ ἐπιθυμίαν της.
17 δίκαιος Κύριος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.17 Ο Κυριος είναι δίκαιος εις όλους τους τρόπους της ενεργείας του και άμωμος και ακατηγόρητος εις όλα αυτού τα έργα.17 Εἶναι δίκαιος ὁ Κύριος εἰς ὅλας τὰς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐνεργείας του καὶ τὰς μεθόδους τῆς προνοίας του, καθὼς εἶναι καὶ ἅγιος εἰς ὅλα ὅσα πράττει πρὸς διακυβέρνησιν συμπάσης τῆς δημιουργίας του.
18 ἐγγὺς Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν, πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ.18 Είναι πάντοτε κοντά εις εκείνους, οι οποίοι τον επικαλούνται με πίστιν, εις όλους όσοι τον επικαλούνται με ειλικρίνειαν καρδίας.18 Εἶναι πολὺ πλησίον ὁ Κύριος εἰς ὅλους ὅσοι τὸν ἐπικαλοῦνται· ὅσοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ εἰλικρίνειαν καὶ ἁγνὰ ἐλατήρια.
19 θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούσεται καὶ σώσει αὐτούς.19 Τα δίκαια θελήματα και αιτήματα αυτών, οι οποίοι τον ευλαβούνται, θα εκπληρώση ο Κυριος, θα κάμη δεκτήν την δέησιν των και θα τους σώση από τους διαφόρους κινδύνους.19 Θὰ ἐκτελέσῃ ὁ Κύριος τὸ θέλημα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὸν φοβοῦνται καὶ θὰ εἰσακούσῃ τὴν δέησίν των καὶ θὰ τοὺς σώσῃ.
20 φυλάσσει Κύριος πάντας τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐξολοθρεύσει.20 Περιφρουρεί και φυλάσσει ο Κυριος όλους εκείνους, οι οποίοι τον αγαπούν. Εξ αντιθέτου δε θα παραδώση στον όλεθρον όλους τους αμαρτωλούς.20 Φρουρεῖ καὶ προφυλάττει ὁ Κύριος ὅλους ὅσοι τὸν ἀγαποῦν καὶ θὰ ἐξολοθρεύσῃ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς.
21 αἴνεσιν Κυρίου λαλήσει τὸ στόμα μου· καὶ εὐλογείτω πᾶσα σὰρξ τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.21 Υμνους δοξολογίας και ευγνωμοσύνης θα λέγη το στόμα μου διαρκώς προς τον Κυριον και κάθε άλλος άνθρωπος ας δοξολογή το άγιον Ονομά του πάντοτε και στους αιώνας των αιώνων.21 Διότι λοιπὸν εἶναι μέγας καὶ οἰκτίρμων καὶ χρηστὸς καὶ πιστὸς καὶ δίκαιος ὁ Κύριος, θὰ ἀναπέμπῃ ὕμνον πρὸς αὐτὸν τὸ στόμα μου καὶ ἂς δοξολογῇ πᾶσα σὰρξ τὸ ἅγιον ὄνομά του εἰς πάντας τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΜΕ΄🔸
                            (145)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα· ᾿Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου.
1 (Μασ. 146) ΑΙΝΕΙ, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον·1 (Μασ. 146) Ω ψυχή μου, δοξολόγησε τον Κυριον!1 Επαίνους καὶ ὕμνους ἀνάπεμπε, ὧ ψυχή μου, πρὸς τὸν Κύριον.
2 αἰνέσω Κύριον ἐν τῇ ζωῇ μου, ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω.2 Θα δοξολογώ τον Κυριον καθ' όλον το διάστημα της ζωής μου. Θα ψάλλω προς αυτόν ύμνους, έως ότου ζω.2 Θὰ αἰνῶ τὸν Κύριον καθ’ ὅλην τὴν ζωήν μου, θὰ ψάλλω ὕμνους εἰς τὸν Θεόν μου, ὅσον θὰ ὑπάρχω καὶ θὰ εἶμαι ζωντανός.
3 μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία.3 Μη στηρίζετε την πεποίθησιν και την ελπίδα σας στους άρχοντας, στους υιούς των θνητών ανθρώπων, οι οποίοι δεν έχουν πάντοτε την δύναμιν να σας σώσουν.3 Μὴ στηρίζετε τὴν πεποίθησιν καὶ ἐλπίδα σας εἰς κοσμικοὺς ἄρχοντας, εἰς υἱοὺς καὶ ἀπογόνους τῶν ἐφημέρων καὶ ἀδυνάτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ σᾶς σώσουν.
4 ἐξελεύσεται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. καὶ ἐπιστρέψει εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ· ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ.4 Του καθενός από αυτούς, όσον ισχυρός και αν φαίνεται, το πνεύμα θα εξέλθη από το σώμα κατά την ώραν του θανάτου του. Και το σώμα του θα επιστρέψη εις την γην του. Κατά δε την ημέραν εκείνην του θανάτου θα χαθούν και θα διαλυθούν όλα τα σχέδιά του.4 Ἑκάστου ἐκ τούτων συντόμως θὰ ἐξέλθῃ τὸ πνεῦμα του καὶ θὰ ἐπιστρέψῃ οὗτος εἰς τὴν γῆν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐλήφθη· κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου του θὰ χαθοῦν ὅλα τὰ σχέδια καὶ οἱ διαλογισμοί του.
5 μακάριος οὗ ὁ Θεὸς ᾿Ιακὼβ βοηθὸς αὐτοῦ, ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ5 Μακάριος όμως είναι εκείνος, ο οποίος έχει ως βοηθόν του τον Θεόν του Ιακώβ και ο οποίος στηρίζει τας ελπίδας του εις Κυριον τον Θεόν του.5 Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποίου ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακὼβ εἶναι βοηθὸς τόν, ὁ ὁποῖος τὴν ἐλπίδα τὸν ἐστήριξεν ἐπὶ τὸν Κύριον, ἐπὶ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ αὐτοῦ.
6 τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· τὸν φυλάσσοντα ἀλήθειαν εἰς τὸν αἰῶνα,6 Εις αυτόν, ο οποίος εδημιούργησε τον αυρανόν και την γην, την θάλασσαν και όλα όσα υπάρχουν εις αυτά. Αυτόν, ο οποίος τηρεί και φυλάσσει πιστώς τους λόγους και τας υποσχέσστου εις όλους τους αιώνας.6 Ἐπὶ τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν θάλασσαν καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν ἐν αὐτοῖς, ἐπὶ τὸν παντοδυνάμου, ὁ ὁποῖος φυλάσσει καὶ τηρεῖ αἰωνίως μετὰ πάσης πιστότητος τὰς ἀληθεῖς καὶ μηδέποτε διαψευδομένας ὑποσχέσεις του,
7 ποιοῦντα κρῖμα τοῖς ἀδικουμένοις, διδόντα τροφὴν τοῖς πεινῶσι. Κύριος λύει πεπεδημένους,7 Αυτόν, ο οποίος κάμνει δικαίαν κρίσιν και αποδίδει το δίκαιον στους αδικουμένους. Διδει τροφήν στους πεινώντας. Ο Κυριος, αυτός λύει τα δεσμά των σιδηροδεμένων αιχμαλώτων και τους δίδει την ελευθερίαν.7 ὁ ὁποῖος ἀποδίδει δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἀδικουμένους, δίδει τροφὴν εἰς τοὺς πεινῶντας· ὁ Κύριος λύει τοὺς ἁλυσοδέμενους ἀπελευθερώνων ἀπὸ τῆς σκληρᾶς δουλείας καὶ αἰχμαλωσίας τὸν λαόν του.
8 Κύριος σοφοῖ τυφλούς, Κύριος ἀνορθοῖ κατερραγμένους, Κύριος ἀγαπᾷ δικαίους,8 Ο Κυριος δίδει σοφίαν στους τυφλούς με το φως της αληθείας του. Ο Κυριος ανορθώνει τους ηθικώς και σωματικώς συντετριμμένους. Ο Κυριος αγαπά τους δικαίους.8 Ὁ Κύριος δίδει σοφίαν εἰς τοὺς τυφλοὺς εὐαγγελιζόμενος εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπὸ τοῦ ἠθικοῦ σκότους ἀνάβλεψιν, ὁ Κύριος ἀνορθώνει τοὺς ὑπὸ τῆς δυστυχίας καὶ ὑπὸ πάσης ἀθλιότητος συντετριμμένους, ὁ Κύριος ἀγαπᾷ τοὺς δικαίους,
9 Κύριος φυλάσσει τοὺς προσηλύτους· ὀρφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται καὶ ὁδὸν ἁμαρτωλῶν ἀφανιεῖ.9 Ο Κυριος περιφρουρεί και προστατεύει τους ξένους, αυτός θα αναλάβη υπό την προστασίαν του τα ορφανά και τας χήρας, και θα εξαφανίση τας πορείας των αμαρτωλών.9 ὁ Κύριος φυλάσσει τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι προσειλκύσθησαν εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν πίστιν καὶ ἐν χώρα ξένη ζῶντες στεροῦνται προστατῶν καὶ φίλων· θὰ ἀναλάβῃ τὸν ὀρφανὸν καὶ τὴν χήραν ὑπὸ τὴν προστασίαν του καὶ θὰ ἐξαφανίσῃ τὰ πονηρὰ σχέδια καὶ τὰς πιεστικὰς καὶ ἐκμεταλλευτικὰς μεθόδους τῶν ἁμαρτωλῶν.
10 βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ὁ Θεός σου, Σιών, εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.10 Ο Κυριος θα βασιλεύση στον αιώνα, ο Θεός σου, Σιών, εις όλας τας γενεάς των γενεών.10 Θὰ βασιλεύσῃ ὁ Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ὁ Θεός, τὸν ὁποῖον λατρεύεις, ὦ Σιών, θὰ βασιλεύῃ καθ’ ὅλους τοὺς αἰῶνας, ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην γενεάν.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

              🔸Ψαλμός ΡΜΣΤ΄🔸
                            (146)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα· ᾿Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου.
1 (Μασ. 147, 1-11) ΑΙΝΕΙΤΕ τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸν ψαλμός· τῷ Θεῷ ἡμῶν ἡδυνθείη αἴνεσις.1 (Μασ. 147, 1-11) Υμνείτε και δοξολογείτε τον Κυριον, διότι είναι ευχάριστον και ωφέλιμον να υμνή κανείς αυτόν. Είθε δε να γίνη γλυκύς και ευχάριστος ο ύμνος μας αυτός προς τον Θεόν μας.1 Επαινετικοὺς ὕμνους ἀναπέμψατε πρὸς τὸν Κύριον, διότι εἶναι ἐπωφελὲς καὶ θελκτικὸν νὰ ψάλλῃ τις πρὸς δόξαν του. Εἴθε νὰ λογισθῇ ἡδεῖα καὶ εὐπρόσδεκτος εἰς τὸν Θεόν μας ἡ παρ’ ἡμῶν πρὸς αὐτὸν ἀναπεμπομένη αἴνεσις.
2 οἰκοδομῶν ῾Ιερουσαλὴμ ὁ Κύριος, καὶ τὰς διασπορὰς τοῦ ᾿Ισραὴλ ἐπισυνάξει,2 Ας τον δοξολογήσωμεν, διότι ο Κυριος είναι αυτός που ανοικοδομεί την Ιερουσαλήμ. Αυτός συγκεντρώνει τους διασκορπισμένους Ισραηλίτας από τας ξένας χώρας εις την πατρίδα των.2 Διότι ἀνοικοδομεῖ τὴν κατεστραμμένην Ἱερουσαλὴμ ὁ Κύριος καὶ τοὺς ἐκδιωχθέντας ἐξ αὐτῆς καὶ διασπαρέντας ἀνὰ τὰς ξένας χώρας Ἰσραηλίτας θὰ συνάξῃ καὶ πάλιν εἰς αὐτήν.
3 ὁ ἰώμενος τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν καὶ δεσμεύων τὰ συντρίμματα αὐτῶν,3 Θεραπεύει τους συντετριμμένους κατά την καρδίαν από το βάρος των θλίψεων. Ωσάν άριστος ιατρός επιδένει με θεραπευτικούς επιδέσμους τα συντρίμματα αυτών.3 Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἰατρεύει τοὺς ἔχοντας συντετριμμένην τὴν καρδίαν καὶ οἱονεῖ διὰ θεραπευτικῶν ἐπιδέσμων ὡς καλὸς ἰατρὸς ἀνασυνδέει σφιγκτὰ τὰ ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας καὶ δουλείας συντρίμματά των.
4 ὁ ἀριθμῶν πλήθη ἄστρων, καὶ πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν.4 Εχει καταμετρήσει και γνωρίζει τον απεριόριστον αριθμόν των αστέρων των διεσπαρμένων στον ουρανόν, ωσάν να έχη δώσει όνομα στον καθένα από αυτούς.4 Ἠξεύρει δὲ κατ' ὄνομα ὅλους τοὺς διεσπαρμένους αὐτός, ὁ ὁποῖος μὲ πᾶσαν εὐκολίαν ἀριθμεῖ τὰ δι’ ἠμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἀναρίθμητα πλήθη τῶν ἀστέρων καὶ γνωρίζει ὅλους τοὺς ἀστέρας τόσον καλά, σὰν νὰ εἶχε δώσει ὄνομα εἰς τὸν καθένα των καὶ μὲ τὸ ὄνομά του τοῦτο νὰ καλῇ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν.
5 μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν, καὶ μεγάλη ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, καὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός.5 Μέγας είναι ο Κυριος μας και μεγάλη η δύναμίς του και κανείς ποτέ δεν είναι εις θέσιν να καταμετρήση, να συλλάβη και να περιγράψη την άπειρον σοφίαν του.5 Μέγας εἶναι ὁ Κύριός μας καὶ μεγάλη ἡ δύναμίς του καὶ τὴν σοφίαν του οὐδεὶς δύναται νὰ καταμετρήσῃ καὶ δι’ ἀριθμοῦ νὰ παραστήσῃ αὐτήν.
6 ἀναλαμβάνων πρᾳεῖς ὁ Κύριος, ταπεινῶν δὲ ἁμαρτωλοὺς ἕως τῆς γῆς.6 Ο Κυριος αναλαμβάνει υπό την προστασίαν του τους πράους, τους δε υπερηφάνους και αμαρτωλούς θα τους ταπεινώση και θα τους ρίψη κάτω μέχρις εδάφους.6 Παίρνει ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν προστατευτικῶν του χειρῶν καὶ ἀνυψώνει τοὺς πράους, τοὺς διὰ ταπεινώσεων διαχθέντας τὴν ὑπομονήν, ταπεινώνει δὲ καὶ κατακρημνίζει μέχρι τοῦ ἐδάφους τοὺς ἁμαρτωλούς.
7 ἐξάρξατε τῷ Κυρίῳ ἐν ἐξομολογήσει, ψάλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν ἐν κιθάρᾳ7 Αρχίσατε, λοιπόν, να δοξολογήτε τον Κυριον. Ψαλατε προς τιμήν του Θεού μας ύμνον με συνοδίαν κιθάρας.7 Ἀρχίσατε νὰ ὑμνῆτε τὸν Κύριον διὰ δοξολογίας, ψάλατε πρὸς τιμὴν τοῦ Θεοῦ μας μὲ κιθάραν·
8 τῷ περιβάλλοντι τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις, τῷ ἑτοιμάζοντι τῇ γῇ ὑετόν, τῷ ἐξανατέλλοντι ἐν ὄρεσι χόρτον καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων,8 Ψαλατε εις αυτόν, ο οποίος περιβάλλει τον ουρανόν με ευεργετικάς νεφέλας, και με αυτάς προετοιμάζει την βροχήν δια την γην. Και με την βροχήν κάμνει να βλαστήση, και εις αυτά ακόμη τα όρη, χορτάρι και χλόη δια την εξυπηρλέτησιν των ανθρώπων.8 αὐτὸν ὁ ὁποῖος περιβάλλει καὶ σκεπάζει τὸν οὐρανὸν μὲ νεφέλας, ποὺ σκιάζουν τὸν καυστικὸν ἢλιον· ὁ ὁποῖος προετοιμάζει πρὸς ποτισμὸν τῆς γῆς βροχήν, ὁ ὁποῖος κάμνει νὰ ἀναφύεται εἰς τὰ ὄρη χόρτος καὶ χλόη πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀνθρώπων·
9 διδόντι τοῖς κτήνεσι τροφὴν αὐτῶν καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν.9 Δοξολογήσατε αυτόν, ο οποίος παρέχει τροφήν εις τα κτήνη, όπως επίσης και εις τα μικρά πουλιά των κοράκων, τα οποία με τους κρωγμούς των φαίνεται σαν να τον επικαλούνται.9 ὁ ὁποῖος δίδει εἰς τὰ κτήνη τὴν τροφήν των, καθὼς καὶ εἰς τὰ μικρὰ πουλιὰ τῶν κοράκων, τὰ ὁποῖα μὲ τοὺς κρωγμούς, ποὺ ἐκβάλλουν ἐξ αἰτίας τῆς πείνης των, φαίνονται, ὅτι τὸν ἐπικαλοῦνται.
10 οὐκ ἐν τῇ δυναστείᾳ τοῦ ἵππου θελήσει, οὐδὲ ἐν ταῖς κνήμαις τοῦ ἀνδρὸς εὐδοκεῖ·10 Δεν ευαρεστείται ο Κυριος ούτε και δίδει την νίκην στο ισχυρόν ιππικόν ούτε στους ταχείς και ισχυρούς πόδας του ανθρώπου.10 Δὲν θὰ εὐαρεστηθῇ ὁ Κύριος εἰς τὸ ἰσχυρὸν ἱππικόν, οὔτε θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τοὺς εὐκινήτους καὶ ταχεῖς πόδας τοῦ πολεμιστοῦ ἀνδρός.
11 εὐδοκεῖ Κύριος ἐν τοῖς φοβουμένοις αὐτὸν καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ.11 Ο Κυριος ευαρεστείται εις εκείνους, που τον ευλαβούνται· εις όλους αυτούς, που ελπίζουν στο έλεός του.11 Εὐαρεστεῖται ὁ Κύριος καὶ παρέχει τὴν εὔνοιαν αὐτοῦ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν φοβοῦνται καὶ εἰς ὅλους ὅσοι στηρίζουν τὴν ἐλπίδα των εἰς τὸ ἔλεός του.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΜΖ΄🔸
                           (147)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα· ᾿Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου.
1 (Μασ. 147, 12-20) ΕΠΑΙΝΕΙ, ῾Ιερουσαλήμ, τὸν Κύριον, αἴνει τὸν Θεόν σου, Σιών,1 (Μασ. 147, 12-20) Ω Ιερουσαλήμ, ψάλλε ύμνους και εγκώμια προς τον Κυριον! Δοξολόγει τον Θεόν σου, Σιών.1 Ύμνους ἐπαινετικοὺς ἀνάπεμπε, ὦ Ἱερουσαλήμ, πρὸς τὸν Κύριον· ἀνύμνει τὸν Θεόν σου, ὦ Σιών.
2 ὅτι ἐνίσχυσε τοὺς μοχλοὺς τῶν πυλῶν σου, εὐλόγησε τοὺς υἱούς σου ἐν σοί·2 Διότι εστερέωσε και έκαμε ισχυρούς τους μοχλούς, με τους οποίους κλείονται ασφαλώς αι πύλαι των νεοκτισμένων τειχών σου. Ο Κυριος ηυλόγησε τους υιούς σου, οι οποίοι ευρίσκονται εντός της περιοχής σου.2 Διότι εὐδόκησε νὰ κτισθοῦν καὶ πάλιν τὰ κατεστραμμένα τείχη σου, ἐστερέωσε καὶ κατέστησεν ἰσχυροὺς τοὺς μοχλούς, μὲ τοὺς ὁποίους διατηροῦνται κλεισταὶ καὶ ἀπαραβίαστοι αἱ πύλαι σου καὶ ἀφοῦ οὕτω τοὺς ἠσφάλισεν, ηὐλόγησε τοὺς διαμένοντας ἐντὸς τῶν τειχῶν σου υἱούς σου.
3 ὁ τιθεὶς τὰ ὅριά σου εἰρήνην καὶ στέαρ πυροῦ ἐμπιπλῶν σε·3 Αυτός εγκατέστησεν ειρήνην εις τα όριά σου, σε περιφρουρεί από τους εχθρούς σου και χορταίνει με εκλεκτόν σίτον τα τέκνα σου.3 Αὐτὸς ἐξεδίωξεν ἀπὸ τὰ σύνορα σου τὸν πόλεμον καὶ ἐγκαθίδρυσεν εἰς αὐτὰ τὴν εἰρήνην, σὲ γεμίζει δὲ καὶ σὲ χορταίνει μὲ ἄφρωτον καὶ ἐκλεκτὸν σῖτον.
4 ὁ ἀποστέλλων τὸ λόγιον αὐτοῦ τῇ γῇ, ἕως τάχους δραμεῖται ὁ λόγος αὐτοῦ·4 Αυτός αποστέλλει την παντοδύναμον ευεργετικήν προσταγήν του δια την καρποφορίαν της γης. Και η προσταγή του ταχύτατα θα τρέξη προς την γην και θα γίνη αμέσως έργον.4 Αὐτὸς ἀποστέλλει εἰς τὴν γῆν τὴν περὶ καρποφορίας αὐτῆς θείαν προσταγήν του, τάχιστα καὶ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ θὰ τρέξῃ ὁ λόγος του δραστικὸς καὶ δημιουργικός.
5 διδόντος χιόνα αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον, ὁμίχλην ὡσεὶ σποδὸν πάσσοντος·5 Αυτός είναι που δίδει χιόνι ολόλευκο, ωσάν το μαλλί του προβάτου, ο οποίος σκορπίζει σαν στάκτην την ομίχλην.5 Εἶναι ὁ λόγος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν χιόνα λευκὴν καὶ μαλακὴν σὰν τὸ μαλλίον, ὁ ὁποῖος σκορπίζει καὶ ἐπιπάσσει σὰν στάκτην τὴν ὁμίχλην μετατρεπομένην εἰς πάχνην,
6 βάλλοντος κρύσταλλον αὐτοῦ ὡσεὶ ψωμούς, κατὰ πρόσωπον ψύχους αὐτοῦ τίς ὑποστήσεται;6 Ριπτει την χάλαζαν με όσην ευκολίαν ημείς ρίπτομεν τα ψιχία του ψωμιού. Ποιός ημπορεί να υποστή και ανθέξη εμπρός στο ψύχος των πάγων και των χιόνων και των παγωμένων ορμητικών ανέμων;6 ὁ ὁποῖος ρίπτει τὴν χάλαζαν καὶ τοὺς ὀγκώδεις πάγους τῶν ποταμῶν καὶ τῶν ὠκεανῶν, μεθ' ὅσης εὐκολίας καὶ ἠμεῖς σκορπίζομεν ἐπὶ γῆς ψιχία ἢ καὶ ὁλόκληρα τεμάχια ἄρτου πρὸς διατροφὴν τῶν κατοικιδίων πτηνῶν καὶ ζώων μας. Ἐμπρὸς εἰς τὸ ψῦχος τῶν πάγων καὶ τῶν χιόνων του ποῖος δύναται να ἀνθέξῃ, ἐὰν ταῦτα παρετείνοντο ἐπὶ μακράν;
7 ἐξαποστελεῖ τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ τήξει αὐτά· πνεύσει τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ ρυήσεται ὕδατα.7 Αυτός μόνος θα δώση προσταγήν και θα λυώσουν οι πάγοι και τα χιόνια, θα πνεύση δηλαδή ο ευεργετικός άνεμός του, θα λυώσουν τα χιόνια και οι πάγοι και θα ρεύσουν ύδατα, δια να ποτίσουν όρη και πεδιάδας.7 Ἀλλ’ αὐτὸς θὰ στείλῃ τὸν λόγον καὶ τὴν προσταγήν του καὶ θὰ τὰ λειώσῃ· θὰ πνεύσῃ ὁ ἄνεμός του καὶ θὰ ρεύσουν ἐκ τῶν πάγων καὶ τῶν χιόνων νερά, τὰ ὁποῖα θὰ ποτίσουν τὰ ὅρη καὶ τὰς πεδιάδας.
8 ὁ ἀπαγγέλλων τὸν λόγον αὐτοῦ τῷ ᾿Ιακώβ, δικαιώματα καὶ κρίματα αὐτοῦ τῷ ᾿Ισραήλ.8 Αυτός απεκάλυψε και κατέστησε γνωστόν το άγιον θέλημά του στους απογόνους του Ιακώβ, τας εντολάς του και τα δίκαια προστάγματά του στον ισραηλιτικόν λαόν.8 Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁποῖος κατέστησε γνωστὸν τὸν λόγον του εἰς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ, τὰς ἐντολάς του καὶ τὰ δίκαια προστάγματά του εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας.
9 οὐκ ἐποίησεν οὕτως παντὶ ἔθνει καὶ τὰ κρίματα αὐτοῦ οὐκ ἐδήλωσεν αὐτοῖς.9 Δεν έπραξεν όμως το ίδιον και δια κάθε άλλο έθνος. Δεν εφανέρωσε εις όλα τα έθνη τα παραγγέλματά του και τας εντολάς του.9 Καὶ ἀπεκάλυψε ταῦτα προνομιακῶς εἰς τὸν Ἰσραήλ. Δὲν ἐποίησε οὐδὲ συμπεριεφέρθη ὁ Θεὸς κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον εἰς κάθε ἔθνος καὶ δὲν ἐφανέρωσεν εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ταῦτα τὰ παραγγέλματά του.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΜΗ΄🔸
                            (148)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα· ᾿Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου.
1 ΑΙΝΕΙΤΕ τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν· αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις.1 Σεις οι άγγελοι αινείτε τον Κυριον επάνω από τους ουρανούς. Δολογείτε αυτόν μέχρι των ακρότατων περιοχών του ουρανού.1 Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, αἰνεῖτε αὐτὸν εἰς τὰ ὕψιστα μέρη καὶ τοὺς ὑψίστους ὁρίζοντας καὶ κύκλους.
2 αἰνεῖτε αὐτόν, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ· αἰνεῖτε αὐτόν, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ.2 Δοξολογήσατε αυτόν όλοι οι άγγελοι. Αινέσατέ τον και υμνείτε τον συνεχώς όλαι αι ουράνιαι δυνάμεις του.2 Αἰνεῖτε αὐτὸν ὅλοι οἱ ἄγγελοί του, αἰνεῖτε αὐτὸν ὅλαι αἱ ἀγγελικαὶ δυνάμεις καὶ στρατιαὶ του.
3 αἰνεῖτε αὐτὸν ἥλιος καὶ σελήνη, αἰνεῖτε αὐτὸν πάντα τὰ ἄστρα καὶ τὸ φῶς.3 Δοξολογείτε αυτόν ο ήλιος, η σελήνη· δοξολογείτε αυτόν όλα τα άστρα και το φως.3 Αἰνεῖτε αὐτὸν ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη· αἰνεῖτε αὐτὸν ὅλα τὰ ἄστρα καὶ τὸ ἐκπεμπόμενον ἐξ αὐτῶν φῶς.
4 αἰνεῖτε αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν.4 Αινείτε αυτόν οι πνευματικοί ουρανοί, που εκτείνονται πέραν από τους αστρικούς ουρανούς. Ας επαινέση και δοξολογήση τον Κυριον το ύδωρ, το οποίον είναι αποθηκευμένον επάνω από τον ουρανόν.4 Αἰνεῖτε αὐτὸν οἱ ὑπεράνω τοῦ ἐνάστρου οὐρανοῦ ἐκτεινόμενοι ὑπερυψηλοὶ οὐρανοὶ καὶ τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον κρατεῖ διὰ τῶν νεφελῶν ἀποθηκευμένον ὁ Θεὸς ὑπεράνω τῆς ἀτμοσφαίρας καὶ τοῦ κάτωθεν τῶν ἀστέρων ἐκτεινομένου στερεώματος.
5 αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου, ὅτι αὐτὸς εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν.5 Τα πάντα ας δοξολογήσουν το όνομά του Κυρίου, διότι αυτός ένα μόνον λόγον είπε και εδημιουργήθησαν. Αυτός έδωσε διαταγήν και αμέσως εκτίσθησαν.5 Ἂς αἰνέσουν πάντα ταῦτα τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, διότι αὐτὸς ἕνα καὶ μόνον λόγον του εἶπε καὶ ἀμέσως ταῦτα ἔγιναν, ἐν πρόσταγμα ἔδωκεν αὐτὸς καὶ ἀμέσως ταῦτα ἐκτίσθησαν.
6 ἔστησεν αὐτὰ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· πρόσταγμα ἔθετο, καὶ οὐ παρελεύσεται.6 Ενηρμόνισεν, εστερέωσε και έστησεν αυτά ασφαλή στον αιώνα και στον αιώνα του αιώνος. Εξέδωκε παντοδύναμον πρόσταγμα, το οποίον δεν πρόκειται να ακυρωθή.6 Ἔστησε καὶ ἐστερέωσεν αὐτὰ ἐν ἁρμονικὴ τάξει, διὰ νὰ μένουν ἀμετακίνητα εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἐξέδωκε πρόσταγμα καὶ διάταγμα βασιλικόν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ παρέλθῃ, ἀλλὰ θὰ μένῃ αἰωνίως.
7 αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῆς γῆς, δράκοντες καὶ πᾶσαι ἄβυσσοι·7 Δοξολογείτε τον Κυριον και από την γην, τα θαλάσσια κήτη και όλαι αι θάλασσαι.7 Αἰνεῖτε τὸν Κύριον καὶ ἀπὸ τὴν γῆν, οἱ ἓν ταῖς θαλάσσαις δράκοντες καὶ πᾶσαι αἱ ἄβυσσοι τῶν ὠκεανῶν·
8 πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεῦμα καταιγίδος, τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ·8 Το πυρ της αστραπής, η χάλαζα, η χιών, οι πάγοι, ο ορμητικός άνεμος της καταιγίδος, όλα αυτά που κινούνται και εκτελούν την παντοδύναμον προσταγήν του.8 τὸ πῦρ τῶν ἀστραπῶν, ἡ χάλαζα, ἡ χιών, οἱ κρύσταλλοι τῶν πάγων, ὁ σφοδρὸς ἄνεμος ὁ προκαλῶν τὴν καταιγίδα, πάντα ταῦτα τὰ ἀτμοσφαιρικὰ φαινόμενα, τὰ ἐκτελοῦντα τὸν λόγον τοῦ προστάγματός του.
9 τὰ ὄρη καὶ πάντες οἱ βουνοί, ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι·9 Αινείτε αυτόν τα όρη τα υψηλά και όλοι οι λόφοι, όλα τα καρποφόρα και όλα τα άγρια δένδρα, όπως είναι αι κέδροι.9 Αἰνεῖτε τὸν Κύριον τὰ ὑψηλὰ ὅρη καὶ ὅλα τὰ βουνά, τὰ καρποφόρα δένδρα, τὰ ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων καλλιεργούμενα, καὶ ὅλαι αἱ πανύψηλοι κέδροι, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ Κύριος ἐφύτευσε.
10 τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη, ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά·10 Τα άγρια θηρία της υπαίθρου και όλα τα κτήνη, τα ερπετά και όλα τα ιπτάμενα πτηνά.10 Αἰνεῖτε τὸν Κύριον τὰ ἄγρια θηρία τῆς γῆς καὶ ὅλα τὰ ὑπηρετοῦντα τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου ἥμερα κτήνη· τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ πετεινά, ποὺ διὰ τῶν πτερῶν των διασχίζουν τοὺς ὁρίζοντας.
11 βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ πάντες λαοί, ἄρχοντες καὶ πάντες κριταὶ γῆς·11 Αινείτε αυτόν οι βασιλείς της γης και όλοι οι λαοί, οι άρχοντες και όλοι οι δικασταί των ανθρώπων.11 Αἰνεῖτε τὸν Κύριον οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ ὅλοι οἱ λαοί, οἱ ἄρχοντες καὶ ὅλοι οἱ κριταὶ καὶ δικασταὶ τῆς γῆς.
12 νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων·12 Οι νέοι άνδρες και αι παρθένοι, οι γεροντότεροι μαζή με τους νεωτέρους.12 Οἱ νεαροὶ ἔφηβοι καὶ αἱ παρθένοι, οἱ γεροντότεροι μαζὶ μὲ τοὺς νεωτέρους.
13 αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου, ὅτι ὑψώθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ μόνου· ἡ ἐξομολόγησις αὐτοῦ ἐπὶ γῆς καὶ οὐρανοῦ.13 Ας υμνήσουν όλοι το όνομά του Κυρίου, διότι αυτού μόνον το Ονομα εμεγαλύνθη και εξυψώθη. Η δοξολογία του απλώνεται εις τυν ουρανόν και εις την γην.13 Ἂς ὑμνήσουν ὅλοι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, διότι αὐτοῦ καὶ μόνον τὸ ὄνομα ἐξυψώθη καὶ ἐμεγαλύνθη διὰ τὰ θαυμαστὰ καὶ ἔνδοξα ἔργα του. Ὁ ὕμνος καὶ ἡ δοξολογία τῆς μεγαλειότητός του ὑψοῦται ὑπεράνω τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ, ὁπόθεν ἄνθρωποι καὶ ἄγγελοι τοῦ ἀναπέμπουν αἴνους.
14 καὶ ὑψώσει κέρας λαοῦ αὐτοῦ· ὕμνος πᾶσι τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραήλ, λαῷ ἐγγίζοντι αὐτῷ.14 Θα εξυψώση και θα ενισχύση ο Κυριος την δύναμιν του λαού του. Υμνος και δόξα θα αποδοθή εις όλους τους αφωσιωμένους προς αυτόν, στους απογόνους του Ισραήλ, στον λαόν, ο οποίος τον πλησιάζει με πίστιν και του είναι οικείος και αγαπητός.14 Καὶ θὰ ἐξυψώσῃ αὐτὸς τὴν δύναμιν καὶ τὸ κέρας τοῦ λαοῦ του, καθιστὼν αὐτὸν περίβλεπτον καὶ ἔνδοξον. Ὕμνος καὶ δόξα θὰ ἀποδοθῇ εἰς ὅλους τοὺς ἀφωσιωμένους εἰς αὐτόν, εἰς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ, εἰς τὸν λαὸν ποὺ πλησιάζει εἰς αὐτὸν καὶ εἶναι οἰκεῖος αὐτοῦ.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

               🔸Ψαλμός ΡΜΘ΄🔸
                            (149)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 ΑΣΑΤΕ τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν, ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν ἐκκλησίᾳ ὁσίων.1 Ψαλατε στον Κυριον καινούργιον άσμα δια τας πλουσίας αυτού ευλογίας, και ο αίνος αυτός ας ψαλή εις την συγκέντρωσιν των αφοσιωμένων δούλων του, των Ισραηλιτών.1 Μέλψατε διὰ τοῦ στόματος εἰς τὸν Κύριον ᾆσμα νέον, τὰς νέας αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς χαρίτας ἐγκωμιάζον, καὶ ἡ αἴνεσις αὐτοῦ διὰ τοῦ νέου ᾄσματος ἂς ἀντηχήσῃ ἐν τῇ συνάξει τῶν ἀφωσιωμένων του δούλων, συνενουμένων εἰς μίαν ψυχὴν καὶ καρδίαν πρὸς ἐξύμνησιν τοῦ Κυρίου.
2 εὐφρανθήτω ᾿Ισραὴλ ἐπὶ τῷ ποιήσαντι αὐτόν, καὶ οἱ υἱοὶ Σιὼν ἀγαλλιάσθωσαν ἐπὶ τῷ βασιλεῖ αὐτῶν.2 Ας ευφρανθή ο ισραηλιτικός λαός δια τον Κυριον, ο οποίος ανέδειξεν αυτόν εκλεκτόν λαόν του, και οι κάτοικοι της Σιών ας ευφρανθούν, ας σκιρτήσουν από χαράν και αγαλλίασιν, διότι έχουν βασιλέα τον Θεόν.2 Ἂς εὐφρανθῇ ὁ Ἰσραὴλ διὰ τὸν συγκροτήσαντα αὐτὸν εἰς ἔθνος ἐκλεκτὸν καὶ διὰ τὸν ποιήσαντα αὐτὸν λαὸν ἠγαπημένον του· καὶ οἱ ἔχοντες τὴν Σιὼν πνευματικὴν μητέρα ἂς σκιρτήσουν ἐξ ἀγαλλιάσεως διὰ τὸν βασιλέα των.
3 αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν χορῷ, ἐν τυμπάνῳ καὶ ψαλτηρίῳ ψαλάτωσαν αὐτῷ,3 Ας υμνολογήσουν το Ονομά του με ιερούς ευλαβείς χορούς υπό τον ήχον τύμπανων και με την συνοδείαν κιθάρας.3 Ἂς ὑμνήσουν τὸ ὄνομά του μὲ χορὸν ἱερὸν καὶ εὐλαβῆ, μὲ τύμπανον καὶ μὲ κιθάραν ἂς ψάλουν πρὸς δόξαν του.
4 ὅτι εὐδοκεῖ Κύριος ἐν τῷ λαῷ αὐτοῦ καὶ ὑψώσει πραεῖς ἐν σωτηρίᾳ.4 Διότι ο Κυριος έδειξε και πάλιν και δεικνύει την ευμένειάν του προς τον λαόν του. Θα δοξάση και θα χαρίση σωτηρίαν στους πράους και υπομονητικούς.4 Διότι διὰ νέων δειγμάτων εὐνοίας ἐκδηλώσεν ὁ Κύριος τὴν εὐαρέσκειάν του εἰς τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ θὰ ὑψώσῃ τοὺς διὰ τῶν παθημάτων τῆς ἐξορίας ἐκδιδαχθέντας τὴν ὑπομονὴν καὶ πραότητα δούλους του μὲ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ σωτηρίαν, τὴν ὀποίαν θὰ τοὺς χαρίσῃ.
5 καυχήσονται ὅσιοι ἐν δόξῃ καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν.5 Θα καυχώνται οι αφωσιωμένοι δούλοι του δια την ένδοξον επιστροφήν των, θα πλημμυρίζουν από αγαλλίασιν δια την απελευθέρωσίν των και θα κατακλίνωνται πλήρεις χαράς και αγαλλιάσεως.5 θὰ καυχῶνται οἱ ἀφωσιωμένοι δοῦλοι του διὰ τὴν δόξαν τῆς ἐπιστροφῆς ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας των, καὶ θὰ ἀγάλλωνται χαρμόσυνα ᾄσματα τραγῳδοῦντες ἀκόμη καὶ εἰς τὰς κοίτας τοῦ ὕπνου των.
6 αἱ ὑψώσεις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν, καὶ ῥομφαῖαι δίστομοι ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν6 Αι δοξολογίαι και τα εγκώμια του Θεού των θα υπάρχουν πάντοτε, και θα απαγγέλλωνται δια του λάρυγγός των. Ταυτοχρόνως όμως αι μεγάλαι δίστομοι ρομφαίαι θα ευρίσκωνται εις τα χέρια των,6 Τὰ ἐγκώμια, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀνυμνοῦν τὸ ὕψος καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ, θὰ ὑπάρχουν πάντοτε εἰς τὸν λάρυγγά των, καὶ εἰς τὰς χεῖρας των θὰ κρατοῦνται σπάθαι δίκοποι, αἱ ὁποῖαι μὲ δύο κόψεις θὰ κατασφάξουν τοὺς ἐχθρούς των,
7 τοῦ ποιῆσαι ἐκδίκησιν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ἐλεγμοὺς ἐν τοῖς λαοῖς,7 δια να αντεπεξέλθουν εναντίον των εχθρικών λαών και να τιμωρήσουν αυτούς·7 διὰ νὰ ποιήσουν οὕτως ἐκδίκησιν μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν, τιμωρίας καὶ ποινὰς μεταξὺ τῶν λαῶν·
8 τοῦ δῆσαι τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν ἐν πέδαις καὶ τοὺς ἐνδόξους αὐτῶν ἐν χειροπέδαις σιδηραῖς,8 δια να δέσουν τους βασιλείς των εθνών με σιδηρά δεσμά και τους ενδόξους άρχοντάς των με σιδερένιες χειροπέδες,8 διὰ νὰ δέσουν μὲ σιδηρᾶς ἁλύσεις τοὺς πόδας τῶν βασιλέων των, καὶ μὲ σιδηρᾶ δεσμὰ τὰς χεῖρας τῶν ἐνδόξων ἀρχόντων των·
9 τοῦ ποιῆσαι ἐν αὐτοῖς κρῖμα ἔγγραπτον· δόξα αὕτη ἔσται πᾶσι τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ.9 ώστε να εφαρμοσθή εναντίον αυτών η γραμμένη εις τας προφητείας δικαία απόφασίς του Θεού. Και η εκτέλεσις της δικαίας αυτής αποφάσεως θα είναι μεγάλη δόξα στους αφωσιωμένους του Ιουδαίους.9 διὰ να ἐκτελέσουν οὕτω μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν τούτων δικαίαν τοῦ Θεοῦ ἀπόφασιν καὶ κρίσιν, προωρισμένην καὶ προφητευμένην εἰς τὰς θείας Γραφάς· ἡ ἀνάθεσις δὲ καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ κρίματος τούτου εἰς τοὺς ἀφωσιωμένους εἰς αὐτὸν Ἰουδαίους θὰ εἶναι δόξα δι’ ὅλους αὐτούς.

 

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷

                 🔸Ψαλμός ΡΝ΄🔸
                            (150)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
᾿Αλληλούϊα.
1 ΑΙΝΕΙΤΕ τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν στερεώματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ·1 Δοξολογείτε τον Κυριον εις τα άγια αυτού σκηνώματα, στον ναόν και το θυσιαστήριόν του. Αινείτε αυτόν όλοι όσοι ζήτε κάτω από το στερέωμα του ουρανού, έργον της παντοδυναμίας του.1 Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ σκηνώμασι καὶ θυσιαστηρίοις, αἰνεῖτε αὐτὸν ὅσοι εἶσθε ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἀνυπερβλήτου δυνάμεώς του.
2 αἰνεῖτε αὐτὸν ἐπὶ ταῖς δυναστείαις αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ.2 Αινείτε αυτόν δια τα μεγάλα και θαυμαστά έργα του, που μαρτυρούν την παντοδυναμίαν του. Αινείτε αυτόν κατά την άπειρον αυτού μεγαλωσύνην και δόξαν.2 Αἰνεῖτε αὐτὸν διὰ τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα τῆς ἀμέτρητου δυνάμεώς του, αἰνεῖτε αὐτὸν ὅπως ἐμπρέπει εἰς τὸ ἄπειρον ὕψος τῆς μεγαλειότητός του.
3 αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ·3 Αινείτε αυτόν με τον ήχον της σάλπιγγος, αινείτε αυτόν με λύραν και κιθάραν.3 Αἰνεῖτε αὐτόν, ὦ ἱερεῖς, μὲ ἦχον σάλπιγγος, αἰνεῖτε αὐτόν, ὦ λευῖται, κρούοντες ψαλτήριον καὶ κιθάραν.
4 αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ·4 Αινείτε αυτόν με τύμπανα και ιερούς χορούς, αινείτε αυτόν με έγχορδα και με άλλα μουσικά όργανα.4 Αἰνεῖτε αὐτόν, ὦ τυμπανίστριαι γυναῖκες, κροτοῦσαι τύμπανον, καὶ σεῖς οἱ ἄνδρες σύροντες σεμνοπρεπῶς χορόν. Αἰνεῖτε αὐτὸν μὲ ἔγχορδα καὶ πνευστὰ ὄργανα.
5 αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ.5 Αινείτε αυτόν με κύμβαλα που αναδίδουν γλυκείς και ωραίους ήχους, αινείτε αυτόν με κύμβαλα που αλαλάζουν.5 Αἰνεῖτε αὐτὸν μὲ κύμβαλα λεπτότατα καὶ ἡσύχως ἠχοῦντα, αἰνεῖτε αὐτὸν καὶ μὲ κύμβαλα παταγωδῶς κροτοῦντα καὶ τοὺς θριαμβευτικοὺς ἀλαλαγμοὺς ὑπενθυμίζοντα.
6 πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον. ἀλληλούϊα.6 Καθε τι το οποίον αναπνέει, ας αινέση και ας δοξολογήση τον Κυριον. Αινείτε τον Κυριον.6 Κάθε τι ποὺ ἔχει ζωὴν καὶ ἀναπνέει, ἂς αἰνέσῃ τὸν Κύριον. Ἀλληλούϊα. Αἰνεῖτε τὸν Θεόν.

 

                            🔹

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούια,
Δόξα σοι ὁ Θεός (γ’),
Μετανοίας (γ΄)

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Δόξα ... Καὶ νῦν ...

Κύριε, σῶσε και ἐλέησε τοὺς δούλους σου,

                            🔸

                   ~ Ονόματα ~

                            🔸

δώρησαί τους ειρήνη ψυχής και υγεία σώματος.
Συγχώρησέ τους κάθε αμάρτημα εκούσιο και ακούσιο.
Δια των αγίων προσευχών τους ελέησε και εμένα τον άθλιο.

                              ♰ 

               🔸Ψαλμός ΡΝΑ'🔸
                            (151)

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. ΚολιτσάραΕρμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Οὗτος ὁ ψαλμὸς ἰδιόγραφος εἰς Δαυΐδ καὶ ἔξωθεν τοῦ ἀριθμοῦ· ὅτε ἐμονομάχησε τῷ Γολιάθ.
1 ΜΙΚΡΟΣ ἤμην ἐν τοῖς ἀδελφοῖς μου καὶ νεώτερος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου· ἐποίμαινον τὰ πρόβατα τοῦ πατρός μου.1 Μικρός και άσημος ήμην μεταξύ των αδελφών μου. Νεώτερος κατά την ηλικίαν εις την οικίαν του πατρός μου. Δι' αυτό και έβοσκα τα πρόβατα του πατρός μου.1 Οὗτος ὁ ψαλμὸς ἰδιόγραφος εἰς Δαυὶδ καὶ ἔξωθεν τοῦ ἀριθμου· ὅτε ἐμονομάχησε τῷ Γολιάθ.
2 αἱ χεῖρές μου ἐποίησαν ὄργανον, καὶ οἱ δάκτυλοί μου ἥρμοσαν ψαλτήριον.2 Τα χέρια μου κατεσκεύασαν μουσικόν όργανον και τα δάκτυλά μου συνηρμολόγησαν ψαλτήριον, δια να ανυμνολογώ τον Κυριον.2 Ήμην μικρὸς καὶ ἄσημος μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν μου καὶ ἤμην ὁ νεώτερος κατὰ τὴν ἡλικίαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πατρός μου, δι' αὐτὸ δὲ καὶ ἔβοσκον εἰς τὰ ὅρη τὰ πρόβατα τοῦ πατρός μου.
3 καὶ τίς ἀναγγελεῖ τῷ Κυρίῳ μου; αὐτὸς Κύριος, αὐτὸς εἰσακούσει.3 Ποίος είναι ικανός και άξιος να ανυμνολογήση τον Κυριον; Αυτός όμως ο ίδιος ο Κυριος, αποβλέπων εις την αγαθήν διάθεσιν της καρδίας μου, θα κάμη ευμενώς δεκτόν τον ύμνον, που θα του ψάλω.3 Αἱ χεῖρες μου ἐποίησαν ὄργανον καὶ οἱ δάκτυλοί μου συνήρμοσαν ψαλτήριον, διὰ νὰ μέλπω ὕμνους πρὸς τὸν Κύριον.
4 αὐτὸς ἐξαπέστειλε τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἦρέ με ἐκ τῶν προβάτων τοῦ πατρός μου καὶ ἔχρισέ με ἐν τῷ ἐλαίῳ τῆς χρίσεως αὑτοῦ.4 Αυτός έστειλε τον άγγελόν του και με επήρε έξαφνα από τα πρόβατα του πατρός μου και με έχρισε με το έλαιον, με το οποίον χρίονται οι βασιλείς.4 Ἀλλὰ καὶ ποῖος εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐξαγγείλῃ τὰ θαυμάσια τοῦ Κυρίου μου διὰ γλώσσης, ἀναμέλπων συγχρόνως καὶ διὰ μουσικῶν ὀργάνων ὕμνους πρὸς δόξαν αὐτοῦ; Αὐτὸς ὅμως εἶναι Κύριος καὶ ὡς γνωρίζων τι τὰ βάθη τῆς καρδίας μου ποθοῦν νὰ εἴπουν, ἤκουσε ταῦτα, ἔστω καὶ ἂν τὸ στόμα ἦτο ἀδύνατον νὰ τὰ ἐξαγγείλῃ.
5 οἱ ἀδελφοί μου καλοὶ καὶ μεγάλοι, καὶ οὐκ εὐδόκησεν ἐν αὐτοῖς ὁ Κύριος.5 Οι αδελφοί μου ήσαν ωραίοι και εύσωμοι, αλλά δεν ευηρεστήθη εις αυτούς ο Κυριος.5 Αὐτὸς ἐξαπέστειλε τὸν ἄγγελόν του καῖμε παρέλαβεν αἰφνιδίως ἀπὸ τὰ πρόβατα τοῦ πατρός μου καὶ μὲ ἔχρισε μὲ τὸ ἔλαιον, μὲ τὸ ὁποῖον χρίει τοὺς βασιλεῖς.
6 ἐξῆλθον εἰς συνάντησιν τῷ ἀλλοφύλῳ, καὶ ἐπικατηράσατό με ἐν τοῖς εἰδώλοις αὐτοῦ·6 Εξήλθον, δια να αντιμετωπίσω και μονομαχήσω με τον αλλόφυλον Γολιάθ, και εκείνος με κατηράσθη επικαλεσθείς εναντίον μου τα είδωλά του.6 Οἱ ἀδελφοί μου ἦσαν ὡραῖοι καὶ εὔσωμοι καὶ ὅμως ὁ Κύριος δὲν ἔδειξε τὴν εὐαρέσκειάν του εἰς αὐτούς.
7 ἐγὼ δέ, σπασάμενος τὴν παρ᾿ αὐτοῦ μάχαιραν, ἀπεκεφάλισα αὐτὸν καὶ ἦρα ὄνειδος ἐξ υἱῶν ᾿Ισραήλ.7 Εγώ όμως ανέσπασα την ιδικήν του μάχαιραν και τον απεκεφάλισα. Απεμάκρυνα δε έτσι και εξήλειψα την εντροπήν του ισραηλιτικού λαού.7 Ἐξῆλθον ὅπως ἀντιμετωπίσω τὸν ἀλλόφυλον Γολιὰθ καὶ ἐκεῖνος μὲ κατηράσθη ἐπικαλεσθεὶς τὰ εἴδωλά του.

 

                              ♰

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, Ἀμήν.

♰. Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.

             🔷 ➖▫️➖ ♰ ➖▫️➖ 🔷