Ἀλλά ἐνῶ ὁ Θεός –προσέξτε αὐτό σημεῖο πού θά σᾶς πῶ- καθορίζει σύνορα εἰς τούς λαούς… πού λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στούς Ἀθηναίους: «Ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν», τά «ὁροθέσια» εἶναι τά σύνορα καί ὁ Θεός κανονίζει καί ἀκόμη πόσο θά ζήσει ἕνας λαός, τούς «προστεταγμένους καιροὺς». Ὁρίζει ἔ! Λοιπόν, αὐτό πού θέλω νά προσέξτε τώρα εἶναι τό ἐξῆς· ἀντίθετα -ἐδῶ προσέξτε εἶναι πολύ σπουδαῖο- ὁ Ἀντίχριστος θά σπάσει τά σύνορα τῶν λαῶν καί θά γίνει κοσμοκράτωρ ἐφ’ ὅλης τῆς γῆς. Αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό, τό ἀναμένουμε. Καί μάλιστα μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι, ἐπειδή γίνονται πόλεμοι μεταξύ τῶν λαῶν πρέπει νά ἑνωθοῦν οἱ λαοί, νά μήν ὑπάρχουν σύνορα, ὥστε νά μήν ὑπάρχει πόλεμος. Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἔργον τοῦ ἀντιχρίστου, μᾶς καθορίζεται αὐτό, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες τήν Ἁγία Γραφή. Ἄν δεῖτε, λοιπόν, ὅ,τι γίνεται τώρα μέ τήν Εὐρώπη, ἕνα παρακάτω-παρακάτω βῆμα εἶναι νά μήν ὑπάρχουν πιά τίποτα, σύνορα, νά μήν ὑπάρχουν, τότε θά πεῖτε ὅτι ἔρχεται ὁ Ἀντίχριστος. Ὅλα αὐτά εἶναι προπαρασκευή τῆς βασιλείας, τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ ἀντιχρίστου.
Ἀλλά τά σύνορα εἴπαμε καί λέγαμε, μιᾶς γῆς, ἑνός τόπου καθορίζουν μία πατρίδα. Τί εἶναι ἡ πατρίδα; Τί εἶναι ἡ πατρίδα. Πρίν ἀπαντήσουμε, ἄς δοῦμε ἕνα πολύ ὄμορφο ποίημα τοῦ Βικέλα, πού ἀναφέρεται εἰς τήν πατρίδα. Λέγει:
Μή πράσινοι παντοῦ δέν εἶν’ οἱ κάμποι;
κι ἡ θάλασσα δέν εἶναι γαλανή;
Παντοῦ ὁ ἴδιος ἥλιος μή δέ λάμπει;
ἴδιοι παντοῦ δέν εἶν’ οἱ οὐρανοί;
Γιατί κανείς ὅταν ξενιτευτεῖ,
ἀφοῦ στήν ἴδια γῆ παντοῦ πλανᾶται,
γιατί μιά μόνη γῆς γωνιά ποθεῖ,
γιατί, ὅπου κι ἄν πάει, τήν θυμᾶται;
Πράγματι. Θά λέγαμε: «Παντοῦ εἶναι ὁ ἥλιος, παντοῦ εἶναι τά σύννεφα, παντοῦ ἡ σελήνη, παντοῦ ὅπου πᾶμε, ἡ γῆ εἶναι, γιατί, ὅμως, θυμόμαστε ὅταν φύγουμε ἀπό τήν πατρίδα μας, ἐκείνη τήν μικρή γωνιά πού μείναμε, πού γεννηθήκαμε, πού γνωρίσαμε, τούς ἀνθρώπους πού μᾶς περιέβαλλαν ἅμα εἴμαστε μικροί… κ.λπ…. κ.λπ.;». Ἔτσι βλέπει κανένας ὅτι τό αἴσθημα τῆς ἀγάπης πρός τήν πατρίδα, εἶναι βαθύ, εἶναι, ἄν θέλετε, βαθιά φυτεμένο ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο τόν Δημιουργό, στήν ψυχή τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Τό προσέξατε; Ἀπό τόν ἴδιο τόν Δημιουργό! Καί ὁ Ἀδάμ τιμωρήθηκε νά βγεῖ ἀπό τά ὅρια τοῦ Παραδείσου, πού εἶχε ζήσει καί εἶχε ἀγαπήσει. Διότι γιά τόν Ἀδάμ ἡ πατρίδα του ἦταν ὁ Παράδεισος. Ἐκεῖ τόν ἔβαλε, λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, ὁ Θεός, ἐκεῖ τόν ἔβαλε, εἰς τόν παράδεισον τῆς τρυφῆς, δηλαδή τῆς ἀπολαύσεως. Γι’ αὐτό ἕνα τροπάριο τῆς γιορτῆς (συγνώμη, εἶναι ὁ Οἶκος τῆς ἡμέρας, εἶναι ἕνα εἶδος τροπαρίου, λέγεταιν Οἶκος) τῆς Τυρινῆς. Θά σᾶς πῶ ἔτσι μερικά ἀποσπάσματα: «Ἐκάθισεν Ἀδὰμ τότε, καὶ ἔκλαυσεν ἀπέναντι τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου, χερσὶ τύπτων τὰς ὄψεις, (:μέ τά χέρια του χτυποῦσε τό πρόσωπό του) … Ἰδὼν Ἀδὰμ τὸν Ἄγγελον, ὠθήσαντα, καὶ κλείσαντα τὴν τοῦ θείου κήπου θύραν, ἀνεστέναξε μέγα, καὶ ἔλεγεν. « Ἀφοῦ εἶδε», λέγει, «ὁ Ἀδάμ τόν ἄγγελο, νά σπρώχνει καί νά κλείνει τήν πόρτα αὐτοῦ τοῦ θείου κήπου, ἀναστέναξε πολύ καί ἔλεγε»: «Συνάλγησον Παράδεισε (: Πόνεσε καί σύ μαζί μου, Παράδεισε) τῷ κτήτορι πτωχεύσαντι, (:ἐγώ εἶμαι ὁ κτήτωρ, ἐγώ εἶμαι ὁ νοικοκύρης τοῦ Παραδείσου, φτώχυνα ὅμως καί βρέθηκα ἔξω ἀπό τόν Παράδεισον) καὶ τῷ ἤχῳ σου τῶν φύλλων, ἱκέτευσον τὸν Πλάστην, μὴ κλείσῃ σε (:καί μέ τό θρόϊσμα, τόν ἦχο -ὡραῖο, ποιητικότατο- μέ τό θρόϊσμα –λέει- τῶν φύλλων σου -πού ‘σαν δένδρα μέσα- παρακάλεσε καί σύ μέ τόν τρόπο σου τόν Πλάστην νά μή μέ κλείσει ὁλότελα ἀπ’ ἔξω)». Βλέπετε, λοιπόν, ἡ νοσταλγία τοῦ Παραδείσου, ἡ νοσταλγία τῆς πατρίδας. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς στήν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή ὑπάρχει αὐτή ἡ νοσταλγία τοῦ Παραδείσου, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίτυπον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καί ἡ κάθε πατρίδα εἶναι ἀντίτυπον τοῦ Παραδείσου. Καί καί ἡ κάθε πατρίδα -τό ἐπαναλαμβάνω- εἶναι ἀντίτυπον τοῦ Παραδείσου!
Τί εἶναι ὅμως ἡ πατρίδα; ἐρωτήσαμε, προηγουμένως. Ἰδιαίτερη πατρίδα, εἶναι ἡ γῆ πού γεννηθήκαμε. Τό λέμε: «Ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρίδα». Εἶμαι Ἕλληνας, πατρίδα μου εἶναι ἡ Ἑλλάς, ἀλλά ἰδιαιτέρα μου πατρίδα εἶναι ὁ τόπος, τό χωριό, ἡ πόλη, ἐκεῖ πού ἔχω γεννηθεῖ. Λοιπόν, εἶναι ἡ γῆ πού γεννηθήκαμε, ἐκεῖ πού πρωτο-εἴδαμε τό φῶς τοῦ ἥλιου. Ἤλθαμε σέ μία κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους τῆς ἰδίας γῆς, ζήσαμε τίς ἴδιες συνήθειες, δοκιμάσαμε τούς ἴδιους φόβους (μάλιστα σέ μιά πολεμική περίοδο), ἀλλά καί τίς ἴδιες χαρές. Γράψαμε τήν ἴδια Ἱστορία, θάψαμε στήν ἴδια γῆ τούς νεκρούς μας. Αὐτή εἶναι ἡ ἰδιαιτέρα πατρίδα. Κι ἄν τήν πλατύνουμε αὐτήν τήν ἰδιαιτέρα πατρίδα πού κατοικοῦν οἱ ὁμόφυλοί μας (τῆς ἰδίας φυλῆς), τότε ἔχουμε τήν μεγάλη πατρίδα. Ἡ πατρίδα συνδέεται πάντοτε μέ τήν γῆ, πάντοτε καί κατά κανόνα δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά πατρίδα χωρίς γῆ. Οἱ Μικρασιάτες ὅταν ἔφυγαν, τότε, μέ τήν καταστροφήν τό 1922 ἀπό τήν Μικρά Ἀσία καί ἦρθαν στήν Ἑλλάδα, κουβάλησαν ὅ,τι μποροῦσαν νά κουβαλήσουν, τά πάντα. Κουβάλησαν μαζί τους, πράγματα, κοινή Ἱστορία, κοινή γλῶσσα, ἐκτός ἀπό τήν γῆ τους. Γι’ αὐτό λέγονται ξεριζωμένοι. Εἴδατε; ἐκτός ἀπό τήν γῆ τους. Ξεριζωμένοι. Αὐτῆς τῆς ἐννοίας τῆς πατρίδος, συμβολο αἰσθητό εἶναι ἡ σημαία. Θυμοῦμαι, ὅταν εἴμαστε στόν παλιό Ἅγιο Ἀχίλλειο, πάνω στόν λόφο, καί ἤρχετο ἡ φρουρά τῆς πόλεως, κάθε Κυριακή ἀπόγευμα (ἤτανε μετά τό Κατηχητικό πρό τῆς ὁμιλίας πού θά κάναμε τό βράδυ), καί εἴχαμε τήν ὑποστολή τῆς σημαίας μέ μουσική… κ.λπ., μία μικρή τελετή. Δέν σᾶς κρύπτω ὅτι μέ συγκινοῦσε πάρα πολύ, ὅπως νομίζω συγκινεῖ καί τόν κάθε Ἕλληνα ὅταν βλέπει τήν σημαία νά ἐπαίρεται -ὅταν ἔχουμε τήν ἔπαρση- καί τήν ὑποστολή, καί νά αἰσθάνεται ὅτι ἐκεῖ πραγματικά κλείνεται ὅλη ἡ πατρίδα μας! Γι’ αὐτό σᾶς εἶπα ὅτι σύμβολον τῆς πατρίδος μας εἶναι η σημαία.
Ὁ Τωβίτ, μέ τήν οἰκογένειά του εἶχε ξεριζωθεῖ ἀπό τό Βόρειο Βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ - ὁ Τωβίτ, τοῦ ὁποίου τώρα τήν πνευματική του διαθήκη ἀναλύουμε- καί εἶχε συρθεῖ αἰχμάλωτος εἰς τήν Νινευή, τήν μεγάλη, τήν πρωτεύουσα τῶν Ἀσσυρίων. Ἀργότερα καί τό Νότιο Βασίλειο αἰχμαλωτίστηκε ἀπό τούς Βαβυλωνίους, τόν Ναβουχοδονόσωρα καί σύρθηκαν ἐκεῖ. Συνεπῶς τόσο τό Βόρειο, ὅσο καί τό Νότιο Βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ ἔχασαν τήν πατρίδα τους, καί ὁ Θεός προφητικά εἶχε μιλήσει γι’ αὐτούς, λέγοντας ὃτι ἄν δέν ἀκοῦν τίς ἐντολές Του, θά τούς προκαλέσει μετοικεσία. Τί θά πεῖ «μετοικεσία»; Θ’ ἀλλάξουν πατρίδα, θ’ ἀλλάξουν σπίτι. Καί μάλιστα ὁ Ματθαῖος ἀναφέρεται στήν «μετοικεσία». «Ἀπό μετοικεσίας», λέει, «Βαβυλῶνος…» κλπ., εἶναι στόν κατάλογο τῶν προγόνων κατά σάρκα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί τοῦτο σάν τιμωρία τοῦ λαοῦ Του. Ὥστε, δηλαδή, ὅταν ὁ Θεός σέ ξεριζώνει ἀπό μία γῆ, τήν γῆ τῆς πατρίδος σου, αὐτό εἶναι τιμωρία; Ναί, εἶναι τιμωρία καί μάλιστα σημαντικοτάτη τιμωρία. Γι’ αὐτό βλέπετε ἡ πατρίδα ἔχει μιά ἀξία, τήν ὁποία, βεβαίως, τονίζει ἰδιαιτέρως καί πολλαπλῶς ἡ Ἁγία Γραφή.
Οἱ Ἑβραῖοι αἰχμάλωτοι στήν Βαβυλῶνα ὅταν ἔφτασαν ψάλλουν τόν ἐξῆς Ψαλμό (εἶναι ὁ 136ος). Λέει: «Ἐπί τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος -πού ἦταν ὁ Εὐφράτης ποταμός- ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών (:Κάτσαμε καί κλάψαμε, ἐκεῖ πού καθίσαμε στήν ἀκροποταμιά τοῦ Εὐφράτη ποταμοῦ, καί θυμηθήκαμε τήν Σιών, τήν πατρίδα μας…), πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας; (:Πῶς νά ψάλλουμε τήν ὠδή τοῦ Κυρίου σέ ξένο τόπο;) -ἐπί γῆς ἀλλοτρίας, προσέξατέ το αὐτό-. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, ῾Ιερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου (:Ἂν σέ ξεχάσω Ἱερουσαλήμ, νά μέ ξεχάσει τό δεξί μου χέρι, νά γίνει παράλυτο) κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ (:νά κολλήσει ἡ γλῶσσα μου στό λαρύγγι μου, νά μήν μπορῶ νά μιλήσω, ὦ Ἱερουσαλήμ, πατρίδα μου, ἄν σέ ξεχάσω)». Εἶναι ἕνα ὡραῖο ἐλεγεῖο δυνατῆς ποιήσεως. Δέν εἶναι, ὅμως, τῆς ὥρας νά σᾶς πῶ πιό πολλά, παρά μόνο ἐδῶ εἶναι ἡ νοσταλγία τῆς πατρίδος.
Ἔτσι ὁ Τωβίτ ὅταν ἐμφανίζεται ὁ ἀρχάγγελος Ραφαήλ, χωρίς βεβαίως νά τονε γνωρίζει, ἦρθε ὡς ἕνας ἄνδρας -πιό μεγάλος ἀπό τόν γιό του- πού θά ἦταν συνοδός τοῦ γιοῦ του πού θά πήγαινε στούς Ράγους τῆς Μηδίας… κ.λπ. τονε ρωτᾶ… γιατί ζήτησε ὁ Τωβίτ καί λέει… μάλιστα ἦταν τυφλός ὁ Τωβίτ ἔ; Ἀπό ‘να περιστατικό… λέει στόν γιό του: «Φέρε μου τον ἐδῶ νά τόν γνωρίσω ποιός εἶναι αὐτός πού θά γίνει ὁδηγός σου». Καί τόν ρώτησε (μεταξύ τῶν ἄλλων): «Ἐκ ποίας πατρίδος εἶ σύ;». « Ἀπό ποιά πατρίδα εἶσαι ἐσύ;». Ἀκόμη ἡ Ἐσθήρ, ἐκείνη ἡ θαυμάσια γυναῖκα -Ἑβραία ἦτο, βασιλική σύζυγος τοῦ Ἀρταξέρξη, ἀπό τούς αἰχμαλώτους τήν εἶχε ἐπιλέξει -ἦταν πολύ ὡραία γυναῖκα- ὡς βασιλικήν σύζυγον. Ὄχι βασίλισσαν, βασιλικήν σύζυγον, ἔχει σημασία. Γιά τήν αἰχμαλωσία τοῦ λαοῦ της λέει στόν βασιλιά… πέρασε πολλές περιπέτειες ἡ Ἐσθήρ, καί ξέρετε εἶναι παραφθορά τῆς ἑλληνικῆς λέξεως «ἀστήρ»… λέει τά ἐξῆς στόν βασιλιᾶ: «Πῶς γὰρ δυνήσομαι ἰδεῖν τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου καὶ πῶς δυνήσομαι σωθῆναι ἐν τῇ ἀπωλείᾳ τῆς πατρίδος μου;». « Πῶς εἶναι δυνατόν ἐγώ νά σωθῶ ὅταν ἐξολοθρεύονται οἱ ἄνθρωποι τῆς πατρίδος μου;». Νά πεῖ…: «Τώρα, δέν βαριέσαι, ἐγώ εἶμαι βασίλισσα, θά κοιτάζω τώρα τούς συμπατριῶτες μου ἤ τήν πατρίδα μου…;». Εἴδατε παρακαλῶ;
Καί ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος, τότε πού ἤθελαν νά ἀποτινάξουν τόν ζυγόν τῶν ἀπογόνων τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, προκειμένου νά ἀντιμετωπίσει μάλιστα ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος τόν Ἀντίοχον τόν Εὐπάτορα, ζήτησε ἀπό τόν λαό μία τριήμερο προσευχή, καί νηστεία καί μετάνοιες (τό κείμενο λέει: «προπτώσεις», εἶναι οἱ μετάνοιες) καί κλαυθμό (κλᾶμα, δάκρυα, τρεῖς μέρες και τρεῖς νύχτες!) καί τούς εἶπε νά εἶναι ἕτοιμοι, ὁ λαός. Ἀκοῦστε πῶς τό λέει: «Δούς δὲ τὴν ἐπιτροπὴν τῷ κτίστῃ τοῦ κόσμου», τί θά πεῖ «τήν ἐπιτροπήν ἔδωσε»; Τήν κυβέρνηση, τήν φροντίδα, εἰς τόν Κτίστη τοῦ κόσμου, εἰς τόν Θεόν, «παρακαλέσας τοὺς σὺν αὐτῶ -αὐτοί πού ‘σάν μαζί του- γενναίως ἀγωνίσασθαι μέχρι θανάτου (:γενναίως νά ἀγωνιστοῦν, μέχρι θανάτου…) - γιά τί πρᾶγμα; ἀκοῦστε τί ἀπαριθμεῖ: «περὶ νόμων, περὶ -ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος- πόλεως, πατρίδος, πολιτείας -εἶναι οἱ θεσμοί- ἐποιήσατο περὶ Μωδεΐν τὴν στρατοπεδείαν. Δοὺς δὲ τοῖς περὶ αὐτὸν σύνθεμα «Θεοῦ νίκη», «Καί τούς ἔδωσε», λέει, «τό σύνθημα (σύνθεμα) ‘’Θεοῦ νίκη’’, ἡ νίκη Θεοῦ». (Μακκαβαίων Β΄, 13,14). Εἴδατε περί τίνος ἔπρεπε νά πολεμήσουν;
Εἶναι ἄραγε τυχαῖον αὐτό πού σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος διά τόν Κύριον πού λέγει: «Καί ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν (:ἔφυγε ἀπό κεῖ) καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πατρίδα ἑαυτοῦ» (Μαρκ. 6,1). Εἶναι τυχαῖο; Θά μποροῦσε νά πεῖ: στήν Ναζαρέτ. Γιατί λέει «εἰς τήν πατρίδα ἑαυτοῦ»; Γιατί ἄραγε ὁ Κύριος ἔκλαυσε βλέποντας τήν Ἱερουσαλήμ, καί προλέγοντας τήν καταστροφή της; «Ἔκλαυσεν ἐπ’αὐτῇ» μᾶς σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος. Μέ καύχηση ἀκόμα, παιδιά, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει εἰς τίν χιλίαρχον Λυσίαν, (σέ μιά περιπέτεια πού εἶχε μέ τούς συμπατριῶτες του): «Ἐγὼ ἄνθρωπος μέν εἰμι ᾿Ιουδαῖος Ταρσεύς, τῆς Κιλικίας εἶμαι Ἑβραῖος (:ἀλλά ἔχω γεννηθεῖ εἰς τήν Ταρσόν τῆς Κιλικίας) οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης (:καί δέν εἶμαι, λέει, γέννημα καί θρέμμα τῆς Ταρσοῦ, καί ἡ Ταρσός νά εἶναι ‘κανα χωριουδάκι)· οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης!». «Εἶναι σπουδαία πόλις, ἡ πόλις πού γεννήθηκα». Γιατί τό προβάλλει ἄραγε αὐτό, εἶναι τυχαῖον; Ἡ ἀγάπη τοῦ Παύλου ἀκόμα στούς συμπατριῶτες του φτάνει στό ὕψιστον σημεῖον ὅταν γράφει: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν ᾿Ισραηλῖται». θά εὐχόμουνα, λέει, νά ἀποχωριστῶ ἀπό τόν Χριστόν… δηλαδή, νά πάω στήν Κόλαση, προκειμένου οἱ ἀδελφοί μου… κοιτᾶξτε ἐδῶ, κατά συσσώρευσιν· ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, (εἶναι οἱ συμπατριῶτες) τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, (εἶναι οἱ συμπατριῶτες) οἵτινές (οἱ ὁποῖοι) εἰσιν ᾿Ισραηλῖται. Εἴδατε τί εὔχεται; Πόσο ἀγαποῦσε τούς συμπατριῶτες του; Γιατί δέν εἶπε τό αὐτό γιά τούς Ἕλληνες ἤ γιά ἄλλους λαούς;
Κι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, γράφει σέ μία του ἐπιστολή στόν ὕπαρχο Σωφρόνιο, τά ἐξῆς χαριτωμένα: «Μητέρα τιμᾶν τῶν ὁσίων. Μήτηρ δέ ἄλλη μέν ἄλλου. Κοινή δέ πάντων πατρίς». Δηλαδή, νά τιμοῦμε τήν μητέρα μας εἶναι χρέος ἱερό. Ἡ μητέρα καθενός εἶναι διαφορετική. Κοινή μητέρα ὅλων εἶναι ἡ πατρίδα. Πολύ ὡραῖο! Βλέπετε σᾶς πῆρα καί ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί ἐνδεικτικῶς κι ἀπό τούς Πατέρες. Κι ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γράφει τά ἐξῆς στούς «Ἀνδριάντες», εἶναι μιά σειρά ὁμιλιῶν: «Οὐδέν πατρίδος γλυκύτερον (:Δέν ὑπάρχει πιό γλυκύ πρᾶγμα, ἀπό τήν πατρίδα)». Παιδιά, μόνο ὅταν κανείς ξενιτευτεῖ καταλαβαίνει τί σημαίνει πατρίδα. Γι’ αὐτό ἔρχονται ἀπό ἄλλους τόπους… ἀπό τήν Ἀμερική, ἀπό τήν Αὐστραλία… ξέρετε μέ τί συγκίνηση ἔρχονται ἐδῶ στήν πατρίδα τους, καί μάλιστα εἰς τήν ἰδιαιτέρα τους πατρίδα, τό χωριό τους, τήν πόλη τους, τό νησί τους, ἐκεῖ πού γεννήθηκαν.
Ἡ πατρίδα, βέβαια, εἶναι μία ἀξία, ἀλλά μιά ἀξία πιό κάτω ἀπό τήν πίστη εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Βεβαίως. Ἄν ἔπρεπε νά κρίνουμε καί νά συγκρίνουμε τίς ἀξίες βέβαια ἔχουν μίαν ἱεράρχησιν. Ἡ μιά εἶναι πιό πάνω ἀπό τήν ἄλλη ἤ ἡ ἄλλη εἶναι πιό κάτω ἀπό τήν τρίτην… κ.ο.κ. Ἔτσι γιά κεῖνον πού ἀπαρνεῖται τήν πατρίδα του ἄν χρειαστεῖ χάριν τοῦ Χριστοῦ, εἶναι σπουδαῖο. Ὅταν λέω «ἀπαρνοῦμαι» ὄχι μέ τήν ἔννοια νά προδώσω τήν πατρίδα μου, μέ τήν ἔννοια νά ἐξοριστῶ. Μ’ αὐτήν τήν ἔννοια. Δηλαδή, νά μέ βγάλουν ἀπό τήν πατρίδα μου, νά μέ στείλουν ἀλλοῦ, δέν θά πῶ «ὄχι» χάριν τοῦ Χριστοῦ, θά πῶ: «Προτιμῶ νά ἐξοριστῶ». Τί θά πεῖ «ἐξορίζομαι»; Θά πεῖ βγαίνω ἀπό τά ὅρια. Ποιά ὅρια; Τῆς πατρίδος μου, τῆς τοπικῆς μου πατρίδος. Ἄν ἔχουμε μάλιστα ἐξορίστους στόν ἴδιο τόπο, σημαίνει μέ παίρνουν ἀπό δῶ τόν τόπο μου καί μέ πηγαίνουν σ’ ἕναν ἄλλο τόπο, καί ἐκεῖ μέ ἐπιτηροῦν, νά βρίσκομαι ἐκεῖ! Αὐτό λέγεται ἐξορία, βγαίνω ἀπό τά ὅρια, ποιά ὅρια; Τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδας. Ἐάν πρέπει γιά τόν Χριστό, θά τό δεχθῶ. Ἐξάλλου δέν μᾶς εἶπε ὁ Κύριος καί τόν ἑαυτό μας ἀκόμη πρέπει νά ἀρνηθοῦμε; Κι ἀσφαλῶς ὁ ἑαυτός μας εἶναι πιό πάνω ἀπό τήν ἀξία «πατρίδα». Εἶναι πολύ φυσικό. Ἡ πατρίδα μπορεῖ νά σέ καταδικάσει σέ θάνατο, ἀκριβῶς γιατί πιστεύεις εἰς τόν Χριστόν. Δέν θά τήν προσβάλεις. Μέ κατεδίκασε ἡ πατρίδα μου σέ θάνατο· δέν τήν προσβάλω, ἀλλά δέν προδίδω τόν Χριστόν. Ὅπως κατεδίκασε κάποτε ἡ πατρίδα τόν Σωκράτη γιά τίς φιλοσοφικές του θέσεις. Προτίμησε νά πεθάνει γι’ αὐτές τίς φιλοσοφικές του θέσεις, παρά νά τίς προδώσει. Πόσο περισσότερο ὁ Χριστιανός δέν πρέπει νά προδώσει τήν πίστη του, ἔστω καί διά τήν ἀξίαν πού λέγεται πατρίδα!
Ἡ πατρίδα δέν παύει ἀπό τοῦ νά εἶναι ἕνα σχῆμα τοῦ παρόντος αἰῶνος. Εἴδατε πόσα εἴπαμε γιά τήν πατρίδα κι ὅτι πρέπει νά τήν ἀγαπᾶμε, κι ὅτι πρέπει νά ἀγαπᾶμε καί τούς συμπατριῶτες μας. Ναί, ναί, ἀλλά εἶναι ἕνα σχῆμα. Ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ πατρίδα μας ἐκείνη, ἡ νοσταλγία πού ἔχουμε γι’ αὐτή τήν πατρίδα… λέει στόν «Ἀπωλεσθέντα Παράδεισον» ὁ Μίλτων (Ἄγγλος ποιητής) ὅτι νιώθουμε μέσα μας τόν χαμένο Παράδεισο -ἐξ οὗ καί ὁ τίτλος αὐτοῦ τοῦ ἔπους, ἕνα ὁλόκληρο ποίημα, τεράστιο ποίημα, ὁλόκληρο βιβλίο εἶναι- αἰσθανόμεθα μέσα μας τόν χαμένον αὐτόν Παράδεισον, τήν χαμένη μας πατρίδα, κι αὐτήν νοσταλγοῦμε. Ἀλλά σᾶς εἶπα ὅτι ἡ πατρίδα εἶναι ἀντίτυπον τοῦ Παραδείσου, κι ὁ Παράδεισος ἀντίτυπον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐάν, λοιπόν, ἡ πατρίδα εἶναι ἕνα σχῆμα τοῦ παρόντος αἰῶνος, ἀλλά σχῆμα δέν εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μία μόνιμος αἰωνία κατάστασις. Γι’ αὐτό οἱ πιστοί, χωρίς νά παύουν νά ἀγαποῦν τήν γήινη πατρίδα τους, ὅμως προσβλέπουν σέ μιά κρείττονα πατρίδα, σέ μιά καλύτερη πατρίδα. Γι’ αὐτό οἱ Ἅγιοι αἰσθάνονται -ὅπως γράφει στήν «πρός Ἑβραίους» ὁ Ἀπόστολος Παῦλος- ὅτι «ξένοι (οἱ ἅγιοι) καί παρεπίδημοι εἰσιν ἐπί τῆς γῆς». Στήν πραγματικότητα, μπορεῖ νά ‘μαι στό χωριό πού γεννήθηκα, ἀλλά εἶμαι ξένος καί παρεπίδημος. Τι θά πεῖ «παρεπίδημος»; Θά πεῖ, ἀπό κάπου ἔφυγα καί μένω σ’ ἕναν τόπο. Ἐδῶ εἶμαι παρεπίδημος, δέν γεννήθηκα στή Θεσσαλία. Εἶμαι παρεπίδημος. Παρεπιδημῶ εἰς τήν Θεσσαλία. Ἔστω κι ἄν ζήσω 100 χρόνια στή Θεσσαλία, παρεπιδημῶ εις τήν Θεσσαλία, δέν εἶν’ ἡ πατρίδα μου. Ἔτσι, λοιπόν, οἱ Ἅγιοι λέει, ἔβλεπαν τόν ἑαυτό τους σάν ξένο, σάν παρεπίδημο ἐπί τῆς γῆς. Γιατί; «Ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι (:ἒτσι, μοιάζουν, παρουσιάζονται -ἀφοῦ εἶναι παρεπίδημοι καί ξένοι- ὅτι γυρεύουν κάποια πατρίδα…) νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται (:ἐπιθυμοῦν μιά καλύτερη πατρίδα) τοῦτ' ἔστιν ἐπουρανίου (:δηλαδή ἐπουρανίου)· ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν (:γιατί ἔχει ἑτοιμάσει σ’ αὐτούς ὁ Θεός μίαν πόλιν)». Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ πόλις; Δέν εἶναι ἄλλη, παιδιά, παρά ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Γι’ αὐτό θά πεῖ πιό κάτω ὁ Ἀπόστολος Παῦλος -στήν «πρός Ἑβραίους» πάντοτε- «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». «Δέν ἔχουμε ἐδῶ πατρίδα, τή μελλοντική μας πατρίδα γυρεύουμε». Νά γιατί δέν μποροῦμε νά προδώσουμε ἐκείνη τήν πατρίδα τοῦ οὐρανοῦ, χάριν τῆς ἐπιγείου πατρίδος. Ἄν τό θέλετε, οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα, στρατιῶτες ἦσαν, ἀπό διαφορετικές πατρίδες -λέει ὁ Μέγας Βασίλειος στό ἐγκώμιό του γι’ αὐτούς- ἀλλά ἔβλεπαν σ’ ἐκείνη τήν πατρίδα, ἦσαν στρατιῶτες ὅμως καί ὑπηρετοῦσαν τήν ἐπιγεία πατρίδα. Κι ἄν τό θέλετε, ἐκεῖνοι πού θά πᾶν νά πολεμήσουν ἄν χρειαστεῖ γιά τήν ἐπίγεια πατρίδα, ξέρετε ποιοί εἶναι; Οἱ Χριστιανοί. Ὄχι ἐκεῖνοι οἱ ἄλλοι, οἱ ἀρνησιπάτριδες, ἐκεῖνοι πού σήμερα ἔχουμε ὅλο καινούριες θεωρίες… γιά λόγους, λέει, συνειδήσεως, δέν θά πάω νά πολεμήσω, ἤ δέν θά πάρω ὅπλο… δέν θά κάνω τοῦτο ἤ ἐκεῖνο… Ἐκεῖνοι πού θά πολεμήσουν εἶναι οἱ Χριστιανοί. Ἀλλά οἱ Χριστιανοί ὑπηρετοῦν βεβαίως τήν πατρίδα τους τήν ἐπιγεία, ἀλλά ἔχουν τά μάτια τους στήν μεγάλη, τήν μόνιμη, τῆς ὁποίας κτίστης καί δημιουργός εἶναι ὁ Θεός, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό, παιδιά, ἄς ξαναδιαβάσουμε τήν προτροπή τοῦ Τωβίτ: «Καὶ νῦν, παιδίον, ἀγάπα τοὺς ἀδελφούς σου (:καί τώρα παιδί μου, λέει, νά ἀγαπᾶς τούς συμπατριῶτες σου, καί συνεπῶς καί τήν πατρίδα σου)». Κι αὐτό ὁ Τωβίτ τό ἔδειξε στή Νινευή, μέ τήν φροντίδα πού ἔδειχνε ὁ θαυμάσιος αὐτός ἄνθρωπος στούς συμπατριῶτες του. Μέ κίνδυνο μάλιστα τῆς ζωῆς του, ὅταν τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς -ὄχι πρώτη φορά, ἀλλά τότε συνέβη ἕνα περιστατικό- λέει στό παιδί του: «Ἐμεῖς ἔχουμε νά φᾶμε ὅλα τά ἀγαθά -ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μακριά ἀπό τά Ιεροσόλυμα- πήγαινε φώναξε κανένα συμπατριώτη πού θά βρεῖς στήν ἀγορά». «Φώναξε», λέει, «νά ‘ρθει νά φᾶμε μαζί». Καί πάει καί τοῦ λέει ὁ γιός του: « Πατέρα, βρῆκα κάποιους πεθαμένους, νεκρούς, πού τούς πέταξαν ἀπό τό τεῖχος ἐξω, ἐπειδή εἶχαν κινηθεῖ πατριωτικά». Ὅταν τ’ ἄκουσε, ἐπῆγε νά τούς θάψει, μέ κίνδυνο τήν ζωή του. Διότι ἀπηγορεύετο ρητῶς, διότι εἶχαν τιμωρηθεῖ νά πεταχτοῦν ἔξω ἀπό τό τεῖχος οἱ Ἑβραῖοι. Καί πῆγε καί τούς ἔθαψε! Ξαναλέω μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Κι ὅταν ὁ Τωβίτ γύρισε, δέν μποροῦσε νά φάει γιατί ἦτο κατά τόν νόμον ἀκάθαρτος… καί τό βράδυ ἔμεινε ἔξω, καί κεῖ κάποιο πουλί κουτσούλησε πάνω μέσ’ στά μάτια του, καί ἐκεῖ πού τά ‘τριψε τά μάτια του -νίτρο ἔχουν οἱ κουτσουλιές τῶν πουλιῶν- καί ἐκεῖ τυφλώθηκε! Εἴδατε περιπέτεια; Γιατί ἀγαποῦσε τούς συμπατριῶτες του, γιατί ἀγαποῦσε τήν πατρίδα του. Θ’ ἀγαπᾶμε τήν πατρίδα μας, ναί. Θά τήν ἀγαποῦμε τήν πατρίδα μας, ἀλλά πέρα καί πάνω ἀπ’ ὅλα θά ἀγαπᾶμε ἐκείνη τήν μεγάλη, για ὅλους μας πατρίδα, τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
24η ομιλία στην κατηγορία "Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ".
►Όλες οι ομιλίες της Κατηγορίας :
" Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ. " εδώ ⬇️
https://arnion.gr/index.php/palaia-diauhkh/h-pnevmatikh-diauhkh-toy-tvbit
↕️
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/blog-post_7.html?m=1
Ἀπομαγνητοφώνηση, ψηφιοποίηση: Ἠλίας Τσακνάκης.
Επιμέλεια κειμένου : Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος.
🔸Λίστα ομιλιών της σειράς
«Ἡ Πνευματική Διαθήκη τοῦ Τωβίτ».🔻
https://drive.google.com/file/d/1RZ1sYHVgLqBWiFNCBGi90Z__kjEnhr2H/view?usp=drivesdk
💠Πλήρης απομαγνητοφωνημένες σειρές ομιλιών (Βιβλία).
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/search/label/%F0%9F%92%A0%CE%A0%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82%20%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AD%CF%82%20%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD%20%28%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1%29.?m=1
🔸Επεξηγηματικό βίντεο Ασπάλαθου.
https://youtu.be/8tNfAHRkTCk
__⬇️Playlist "Ασπάλαθου".⬇️__
https://aspalathos21.blogspot.com/2021/07/blog-post_83.html?m=0
Όλες οι ομιλίες ~4.487~ του μακαριστού πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/4487.html?m=0
📃Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του πατρός Αθανασίου. ⬇️
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/2021/04/blog-post_15.html?m=0
📜 Αποσπάσματα ομιλιών πατρός Αθανασίου ⬇️
https://athanasioslogos.blogspot.com/?m=0
__⬇️ Facebook ⬇️__
https://www.facebook.com/groups/1637818926362004/?ref=share
Κατάλογος ομιλιών πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://drive.google.com/file/d/1JmrxaObMVyTA4_pS5yuMaQdoBf8-LwBP/view?usp=drivesdk
†.Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.