†. Σήμερα, ἀγαπητοί μου, θά ἀναλύσουμε τόν 22ο Ψαλμό. Φυσικά κάνουμε μία επιλογή ἀπό τούς Ψαλμούς –ἴσως ὄχι τήν σπουδαιότερη– γιατί διαφορετικά, ὅπως σᾶς εἶπα μιά περασμένη φορά, θα χρειαζόταν πολύς χρόνος, ἴσως καί πέντε χρόνια. Θά ἀναλύσουμε μερικούς από τους πιό ἀντιπροσωπευτικούς Ψαλμούς, μία κατηγορία ἀπό τούς ἄμεσα χριστολογικούς, ὅπως εἶναι ὁ 2ος Ψαλμός, πού ἤδη κάναμε, ὁ 21ος Ψαλμός, ὁ 109ος καί ἄλλοι. Ακόμα θά ἀναλύσουμε και μερικούς πνευματικῆς κατευθύνσεως Ψαλμούς, πού θά μᾶς βοηθήσουν στην πνευματική μας ζωή. Τίποτα ἄλλο, γιατί που νά ἀναλύσει κανείς ὅλους τούς Ψαλμούς!... Αρχίζουμε λοιπόν τόν 22ο Ψαλμό:
1) Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει.
2) εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με,
3) τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν.
ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
4) ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν.
5) ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον.
6) καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.»
Εἶναι μικρός Ψαλμός, ὅπως εἴδατε, ἔχει μόνον ἕξι στίχους, καί ἡ ἐπιγραφή του εἶναι: «Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ». Βλέπετε, δέν λέει «Ψαλμὸς τοῦ Δαυΐδ», ἀλλά «τῷ Δαυΐδ», δηλαδή Ψαλμός στον Δαβίδ. Ἔτσι θά μπορούσαμε νά ἀποδώσουμε τήν ἐπιγραφή αυτή. Ὅμως δέν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι ἡ ἀπόδοση, αλλά Ψαλμός ἀποδιδόμενος στον Δαβίδ, καί αὐτό ἀντιστοιχεῖ μέ τό Ψαλμός τοῦ Δαβίδ· δηλαδή ἡ πατρότητα τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι αὐτή, ὅτι συγγραφέας του εἶναι ὁ Δαβίδ, εἶναι Ψαλμός δαβιδικός.
Το περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι ἕνας ΰμνος πρός τόν Θεό, ἕνας ὕμνος πού βγαίνει ἀπό τήν καρδιά τοῦ Δαβίδ καί ἀφορᾶ στόν Δαβίδ. Εἶναι ἕνας Ψαλμός καθαρά προσωπικός.
Στον 2ο Ψαλμό πού εἴχαμε κάνει, ἄν θυμόσαστε, τόν ἀνεπίγραφο –αλλά κατά παράδοση καί σύμφωνα καί μέ τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, εἶναι τοῦ Δαβίδ– μιλάει, θά λέγαμε, ὁ ἴδιος ὁ Μεσσίας. Ὁ Δαβίδ μπαίνει κι ἐκεῖνος μέσα στόν Ψαλμό, ὅπως ἀκριβῶς ἔχουμε στήν ἀρχαία τραγωδία δύο ἥρωες πού συνομιλοῦν ἐπάνω στη σκηνή, καί παρεμβάλλεται ὁ χορός –πού, ὅπως ἴσως θα ξέρετε, ἔχει ἕναν πάρα πολύ σπουδαῖο ρόλο– καί συμμετέχει, ἐξηγώντας διάφορα πράγματα σχετικά μέ τήν ὑπόθεση.
Καί μιά πού ἀνέφερα τό παράδειγμα αὐτό τῆς ἀρχαίας τραγωδίας, νά σᾶς πῶ ὅτι τό βιβλίο Άσμα Ασμάτων εἶναι ἀκριβῶς- ἀκριβῶς ὅπως εἶναι ἡ ἀρχαία τραγωδία. Μάλιστα, εἶναι ἕνα γαμήλιο τραγούδι καί ἀναφέρεται σ' ἐκεῖνον, σ' ἐκείνη καί στον χορό. Ο τίτλος εἶναι Άσμα Ασμάτων καί θά πεῖ: τό Τραγούδι τῶν Τραγουδιῶν. Εἶναι πολύ ὡραῖος τίτλος, καί εἶναι σύμφωνα μέ τήν έβραϊκή έκφραση «ματαιότης ματαιοτήτων». Εἶναι ἕνας τονισμός ἐκείνου που θέλει να τονίσει ὁ ποιητής καί σημαίνει καθ' ὑπερβολήν ἄσμα.
Ἂς ποῦμε δυό λόγια γι' αυτό. Λοιπόν, μπαίνει ἐκεῖνος στόν κῆπο, χτυπάει την πόρτα, κι ἐκείνη απαντάει: «Τί θέλεις;». Βάζει το χέρι μέσα ἀπό μιά τρύπα τῆς πόρτας ν' ἀνοίξει τό πόμολο, ἀλλά ἡ πόρτα δέν ἀνοίγει. Ἐκείνη λέει: «Δέν μπορῶ νά σηκωθώ, γιατί μόλις ἔπεσα στο κρεβάτι κι ἔχω πλύνει και τα πόδια μου. Ποῦ νά σηκωθῶ, νά τά λερώσω τώρα χάμω...». Ἐκεῖνος φεύγει. Μετανοεῖ ἐκείνη, σηκώνεται πάνω, ἀνοίγει τήν πόρτα και βλέπει ὅτι ἐκεῖνος ἔχει φύγει. Βγαίνει στον δρόμο. Ἐνῶ πρῶτα εἶπε ὅτι θά λέρωνε τα πόδια της, τώρα ξυπόλυτη βγαίνει στον δρόμο! Κι ὅπως τρέχει, τή συναντοῦν ἄνθρωποι, ὁ χορός: «Ποῦ τρέχεις; Ποῦ πηγαίνεις;». «Μήπως εἴδατε τόν ἀδελφιδό μου;», δηλαδή τόν ἀγαπημένο μου, «μήπως τόν ἔχετε δεῖ;».
Βλέπετε πῶς μπαίνει ὁ χορός στη μέση. Οἱ ἥρωες λοιπόν εἶναι ἐκεῖνος, ἐκείνη, καί μπαίνει κι ὁ χορός. Ὁ χορός εἶναι ἕνα ἀπαραίτητο στοιχεῖο στὴν ἀρχαία τραγωδία, τελείως απαραίτητο. Θα λέγαμε πώς εἶναι ὅ,τι εἶναι σήμερα ὁ κομφερασιέ, αὐτός πού ἐξηγεῖ μερικά πράγματα, ἤ ὅταν ἀκοῦμε ἕνα διήγημα ἀπό τό ραδιόφωνο και μπαίνει κάποιος καί ἀφηγεῖται συμπληρωματικά μερικά στοιχεῖα, πού διαφορετικά θά ἔμεναν κενά· ἔτσι εἶναι ὁ χορός.
Ὁ Δαβίδ λοιπόν παρεμβάλλεται στον 2ο Ψαλμό, ὡς ἕνα τρίτο πρόσωπο, ἀνάμεσα στόν Θεό καί στόν Μεσσία Του, τόν χριστόν Του τό θυμόσαστε ἀπό τήν περασμένη φορά. Ὁ 22ος ὅμως Ψαλμός εἶναι προσωπικός Ψαλμός, εἶναι δικός του. Εἶναι ἀπό τόν ἑαυτό του γιά τόν ἑαυτό του. Κατά συνέπεια θά λέγαμε εἶναι ἕνα θαυμάσιο, χαριτωμένο ποιηματάκι, βαθύ σε νοήματα –κάθε ἔργο τοῦ Δαβίδ σᾶς εἶπα ὅτι εἶναι πάντοτε πολύ βαθύ– εἶναι εἰδυλλιακό καί παραβάλλεται μέ μία παραβολή ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ιωάννη. Ἐκεῖ λέει ὁ Χριστός: «Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων», καί ἀκόμη «Ὁ ποιμήν ὁ καλός ὁδηγεῖ τά πρόβατά Του στο μαντρί θά μποῦν, θά βγοῦν» (Ἰωάν. 10, 1-15.). Το «θά μποῦν» σημαίνει ἀσφάλεια τό «θά βγοῦν καί νομήν εὑρήσουν» σημαίνει θά βροῦν φαγητό. Η μάντρα ἔχει ψηλά τείχη, προστατεύεται, καί ὑπάρχει καί ἡ θύρα πού εἶναι ὁ Χριστός, καί οὕτω καθ' ἑξῆς. Μπορεῖ λοιπόν αὐτός ὁ Ψαλμός, ὁ 22ος, νά παρομοιασθεῖ μέ αὐτήν τήν παραβολή τοῦ Χριστοῦ, πού ἀναφέρει το Κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο.
Ὁ ὅλος Ψαλμός ἔχει δύο μέρη. Τό πρῶτο μέρος, ἀπό τόν στίχο 1 ἕως 4, αναφέρεται στήν εἰκόνα τοῦ καλοῦ ποιμένος, ἐνῶ οἱ δύο ὑπόλοιποι στίχοι, ὁ 5ος καί ὁ 6ος, ἀναφέρονται σέ μιά δεύτερη εἰκόνα, τοῦ Θεοῦ συμποσιάρχου. Αλλά ὅπως γιά τήν πρώτη εἰκόνα, τοῦ καλοῦ ποιμένος, ἔχουμε τό παράλληλό της ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, ἔτσι καί τή δεύτερη εἰκόνα, τοῦ συμποσιάρχου, (τοῦ ἑστιάτορος, τοῦ φίλου που προσκαλεῖ, τοῦ φίλου πού φιλοξενεῖ, ἤ τοῦ τραπεζοκόμου, μέ τήν κύρια σημασία της λέξεως, δηλαδή αὐτοῦ πού ὑπηρετεῖ στό τραπέζι), ἐπίσης τή συναντᾶμε καί στήν Καινή Διαθήκη. Ἔτσι ὁ Ψαλμός αὐτός δέν εἶναι καθόλου ξένος, ὄχι μόνο ὡς πρός τό πνεῦμα τῆς Παλαιᾶς, μέσα στήν ὁποία ἔχει ἐνταχθεῖ, ἀλλά ἐντάσσεται θαυμάσια καί στό πνεῦμα τῆς Καινῆς Διαθήκης· εἶναι συγγενικότατος. Καί οἱ δύο αὐτές εικόνες, τοῦ Θεοῦ ποιμένος καί τοῦ Θεοῦ συμποσιάρχου, εἶναι εἰκόνες οἰκεῖες, ὡραιότατες, χαριτωμένες, βαθύτατες, καί διδάσκουν, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ.
Καί προχωρᾶμε. Ερχόμαστε στην πρώτη εἰκόνα: «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει». Ὁ Κύριος εἶναι ποιμένας μου καί ἀπό τίποτα δέν θά μέ στερήσει, τίποτα δέν θά μοῦ λείψει. Εἶναι χαριτωμένος στίχος!
Θυμᾶμαι κάποτε ἔκανα επί σειρά ἐτῶν Κατώτερο Κατηχητικό Σχολείο στο Ζάνειο Ορφανοτροφεῖο Πειραιῶς, πού εἶχε ἕνα παράρτημα στην Εκάλη, πιό πάνω ἀπό τήν Κηφισιά. Πήγαινα ἐκεῖ στά ὀρφανά παιδιά, για μια περίπου δωδεκαετία. Θυμᾶμαι λοιπόν ἕνα μάθημα πού τούς εἶχα κάνει γιά τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πού εἶχε ρητό αὐτόν τόν στίχο πού ἀναλύουμε «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει». Τά ἔβαλα τα παιδιά νά τόν μάθουν τον στίχο αυτό, νά τόν ξέρουν πάντα... καί πάντα νά τόν θυμοῦνται, γιατί πίστευα τό ἑξῆς:
Τα παιδιά αὐτὰ ἦσαν ὀρφανά, και ίσως κάποτε στή ζωή τους νά ἔρχονταν σε κάποια ἀπόγνωση, κάποια ἀπελπισία, και –γιατί ὄχι;– κάποιο ἀπ' αὐτά να σκεπτόταν κάποτε καί νά αὐτοκτονήσει! Ἴσως λοιπόν ξαφνικά να θυμόταν το «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει», καί τήν τελευταία στιγμή νά σωζόταν. Ἤ, ἄν μέν πήγαινε να αυτοκτονήσει, να συνερχόταν ἤ, ἂν εἶχε έλθει σε κάποια απελπιστική κατάσταση γιά τήν παραπέρα ζωή του, να πάρει κουράγιο, να πάρει θάρρος, να συνέλθει, και να προχωρήσει με ἐλπίδα.
Γιατί, πραγματικά, οὔτε λίγο ούτε πολύ, αὐτός ὁ στίχος ἔρχεται νά μᾶς δώσει τήν εἰκόνα τοῦ προνοητοῦ Θεοῦ, μέ τό χαριτωμένο σχῆμα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὁ ποιμένας, καί τοῦ ἀνθρώπου που είναι το πρόβατο. «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει»! Ὁ Κύριος μέ ποιμαίνει, εἶμαι τό πρόβατό Του, ὁ ποιμένας μου είναι Ἐκεῖνος, καί, ἀφοῦ εἶμαι κτῆμα Του, είμαι κάτω καί ἀπό τό ἐνδιαφέρον Του. Τί ἔχω λοιπόν να φοβηθώ; Δέν θά μέ στερήσει από τίποτα απολύτως.
Ἔχετε διανοηθεῖ τσοπάνη να αφήνει τα πρόβατά του να ψοφήσουν ἀπό τήν πείνα; Εἶναι ἀδιανόητο. Ὁ τσοπάνης όμως θα το έκανε αυτό, όχι γιατί αγαπάει τα πρόβατα, αλλά γιατί έχει συμφέρον ἀπό αὐτά· γιατί ἄν τ' ἀφήσει καί ψοφήσουν, δέν θά πάρει οὔτε τό γάλα οὔτε τὸ μαλλί οὔτε τὸ κρέας τους. Ὁ Θεός ὅμως δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τά πρόβατά του τά λογικά, τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός κινεῖται ἀπό ἀγάπη, καί ἡ ἀγάπη εἶναι ἀπίθανα καί ἀφάνταστα ἰσχυρότερη ἀπό τό συμφέρον. Ἔτσι μέ ἀπόλυτη πεποίθηση ὁ Ψαλμωδός λέει ὅτι ὁ Θεός δέν θά τόν στερήσει από τίποτα, γιατί εἶναι ὁ ποιμένας του.
Μοῦ ἔλεγε μια κυρία σήμερα ὅτι ἡ κόρη της –πού εἶναι μορφωμένη καί εἶναι ἤδη κάπου ἐκπαιδευτικός– τῆς ἔκανε μια απίθανη ερώτηση, καί μάλιστα ἔλεγε πώς δέν φανταζόταν ποτέ ὅτι ἡ κόρη της θά τῆς ἔκανε αὐτή τήν ἐρώτηση. Της είπε δηλαδή: «Δὲν μοῦ λές, μητέρα σε βλέπω τρέχεις στις ομιλίες, στις εκκλησίες, στις λειτουργίες, διαβάζεις, προσεύχεσαι, καί τά λοιπά καί τά λοιπά... Δέ μου λές· αὐτά πού κάνεις τά πιστεύεις;». Σταυροκοπήθηκε ή μάνα μέ τήν ἐρώτηση τῆς κόρης απού τή γνωρίζω κι ἐγώ, ἦταν μιά καλή κοπέλα, και στα Κατηχητικά πήγαινε καί στήν ἐκκλησία... Καί ἡ μητέρα της τῆς ἀπάντησε: «Παιδάκι μου, καί βέβαια τα πιστεύω! Τί ἐρώτημα είναι αυτό; Καί βέβαια τα πιστεύω!».
Ἡ καημένη ἡ μητέρα –ᾶς τό πῶ ἔτσι για μια στιγμή– ἀφελής κάπως, δέν μπορεῖ νά φανταστεῖ τήν ἐποχή μας, πλαισιωμένη σήμερα από τόση ἀθεία –που να τήν φανταστεῖ!...– ακούει τήν κόρη της να λέει: «Πίστεψέ με· ἀγωνίζομαι να πιστέψω, καί δέν μπορῶ! Καί τό σπουδαῖο εἶναι πώς αισθάνομαι ὅτι δέν ἔχω ἕνα ἀποκούμπι, μιά ἀσφάλεια!». Ἔχασε την πίστη της!
Εἶναι τό δράμα τοῦ ἀθέου. Δηλαδή γιά τόν ἄθεο ὁ στίχος «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει» εἶναι ουτοπία, εἶναι ἀδιανόητος ὁ στίχος αὐτός. Ἐκεῖ, ξαναλέω, εἶναι τό δράμα τοῦ ἀθέου ἀνθρώπου!
Κι ἐγώ ἔχω ἕναν φίλο, ἕναν χρόνο πιο μεγάλο από μένα, πού εἶναι ἐφηβικός μου φίλος. Έχασε κι αυτός τήν πίστη του. Πρό πολλῶν ἐτῶν τήν ἔχει χάσει. Εγώ ἤδη εἶχα γίνει κληρικός. Καί μοῦ εἶχε στείλει μία κάρτα, πού μοῦ ἔγραφε ὅτι παρακαλοῦσε τόν Θεό –ποιόν Θεό!...– ἂν ὑπῆρχε, ὅποιος κι ἄν ἦταν, νά τόν πάρει ἀπὸ τὸ αὐτὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει πίσω στην πίστη, γιατί υπέφερε φοβερά! Αἰσθανόταν μετέωρο τόν ἑαυτό του.
Αγαπητοί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται τήν ἀσφάλεια τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, αὐτήν πού αισθάνεται το πρόβατο μέσα στο μαντρί του κάτω ἀπό τόν τσοπάνη του, ὁ ἄνθρωπος αὐτός αἰσθάνεται τρομερά μικρός μέσα από σύμπαν, καί νιώθει ότι το σύμπαν θα πέσει νά τόν πλακώσει, νά τόν συντρίψει! Τό σύμπαν το βλέπει ἐχθρικό απέναντί του. Δέν βλέπει τόν οὐρανό από πάνω σάν μιά καμάρα πού τόν προστατεύει, αλλά σάν μία χάλκινη κατασκευή, θα λέγαμε, πού θά πέσει να τον συντρίψει.
Γιά νά πάρετε μιά εἰκόνα, σᾶς λέω: Ἡ γάτα ἀγαπάει να βρίσκεται μέσα στο σπίτι· ἀγαπάει πάρα πολύ το σπίτι ή γάτα. Ὅταν ἀντιληφθεῖ ὅτι τή βάλατε σ' ένα δωμάτιο που δέν τῆς εἶναι οἰκεῖο, την κλείσατε σ' ένα χῶρο ἄγνωστο, πού δέν αἰσθάνεται ὅτι ἐκεῖ μέσα μπορεῖ νὰ ἔχει ἀσφάλεια, ξέρετε πως κάνει τὸ ζῶο αὐτό; Μπορεῖ νά σοῦ βγάλει τά μάτια, ἂν μπεῖς μέσα ἐκεῖ. Τό ἴδιο κάνουν κι άλλα ζωντανά ὅταν ἀντιληφθοῦν ὅτι λείπει ὁ νοικοκύρης, λείπουν οἱ ἄνθρωποι, ἀμέσως τα βλέπετε νά τά χάνουν, να γυρεύουν κάτι. Πάρτε κατσίκες, πρόβατα, νά τά πᾶτε ἐπάνω στο βουνό, και για μια στιγμή, αν ξεμακρύνει ένα, θα δείτε να κάνει σαν παλαβό, και να φωνάζει πού ἔχασε το κοπάδι, γιατί ἔχει τήν αἴσθηση τῆς ἀνασφάλειας.
Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος μαστίζεται ἀπ' αὐτό τό δράμα, τό αἴσθημα τῆς ἀνασφάλειας. Θα έλεγα χωρίς να θέλω νά ἐπεκταθώ περισσότερο ὅτι αὐτό ὄχι μόνο τῶν μαστίζει, αλλά τοῦ ἔχει γίνει ψύχωση. Οι σύγχρονος άνθρωπος είναι διαπυχισμένος άνθρωπος. Δεν ξέρει πως θα ξημερώσει ή αυριανή μέρα. Δεν ξέρει ἂν θά ἔχουμε αὔριο εἰρήνη ή πόλεμο δέν ξέρει ἂν θά ἔχει τό σπίτι του ἤ δέν θά τό ἔχει. Δηλαδή ή ανασφάλεια υπάρχει στον σύγχρονο ἄνθρωπο σήμερα όσο ποτέ ἄλλοτε, ὅταν –τό δράμα του κι ἐδῶ– ὑπάρχουν Ὀργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ὅταν ὑπάρχουν διεθνείς συνεννοήσεις καὶ ἐπαφές, ὅταν ὑπάρχουν Ασφαλιστικές Εταιρείες, ὅταν ὑπάρχει ἡ Προσωπική του Ασφάλεια, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἔχει τή Σύνταξή του καί τά λοιπά καί τά λοιπά, ὅταν ὑπάρχουν οἱ γιατροί δίπλα, ὑπάρχουν Νοσοκομεία, υπάρχει τό τηλέφωνο... Τό τηλέφωνο ξέρετε ότι δίνει ένα αίσθημα ασφαλείας. Το ξέρετε αὐτό; Γιατί λέει κανείς: Εἶμαι μέν μόνος μου, ἀλλά ἔχει τό τηλέφωνο. Ἂν μου τύχει κάτι, έχω τηλέφωνο. Ἔχει τόσα στοιχεῖα πού θά μποροῦσαν νά τοῦ προσφέρουν τό αἴσθημα τῆς ἀσφάλειας! Αλλά ἡ πραγματική ασφάλεια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Θεός! Όλα τα ἄλλα εἶναι οἱ ἀσφάλειες, με μικρό άλφα. Ὁ Θεός εἶναι ή Ασφάλεια. Εἶναι ἐκεῖνο πού λέει ὁ Βερίτης σ' ένα ποίημά του: «Ήσαν φώτα, χίλια φώτα, μα δεν ήτανε τὸ Φῶς!». Θα λέγαμε με μία παραλαγής «Εἶναι ἀσφάλειες, χίλιες ασφάλειες, μά δέν εἶναι ἡ Ασφάλεια!». Γι' αὐτό, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος ἀπό τόν Θεό γιά τόν Θεό, τελικά αἰσθάνεται αὐτό τό αἴσθημα τῆς ἀσφάλειας μόνο κοντά Του!
Ἡ εἰκόνα τοῦ ποιμένος ὑπάρχει καί στήν Παλαιά Διαθήκη καί στήν Καινή. Στην Καινή Διαθήκη αναφέρεται στο Κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο, 10, 14:
«Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός». Όχι ἁπλῶς «ὁ καλός», ἀλλὰ «ὁ ποιμὴν ὁ καλός». Είναι ένας τονισμός τοῦ ποιμένος, ἂν καί εἶναι αὐτονόητο ὅτι ὁ ποιμήν εἶναι καλός. Ωστόσο μπαίνει αὐτό τό ἐπίθετο σάν ἕνας προσδιορισμός, ὅτι ὁ ποιμήν είναι καλός· μὴν ἀμφιβάλλετε.
Στην Προς Εβραίους ἐπιστολή του, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποκαλεῖ τόν Χριστό «ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν» (Έβρ. 13, 20.), καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος, στην πρώτη του ἐπιστολή, ἀποκαλεῖ τόν Χριστό «ἀρχιποίμενα» (Α΄ Πέτρ. 5, 4.). Ὅλα αὐτά δείχνουν, ἀγαπητοί μου, τή φροντίδα καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεός εἶναι προνοητής.
Ὁ 2ος στίχος ἔρχεται να διαφοροποιήσει αὐτήν τήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δηλαδή νά τήν κάνει πιο σαφή καί πιό περιγραφική. «Εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με». Ἐκεῖ πού ἦταν ἡ δροσερή χλόη, το δροσερό χορτάρι, τα νερά πού ξεκουράζουν, ἐκεῖ μέ τοποθέτησε.
Το ρήμα «κατεσκήνωσεν» είναι χαριτωμένο, και δείχνει ὅτι μοῦ ἔστησε τή σκηνή μου, τό μαντρί μου. Αλλά καί οἱ λέξεις «εξέθρεψε» και «ἀναπαύσεως» δείχνουν ὄχι μόνο τροφή, ἀλλά καί ἀναύπαση· ὄχι μόνο ἁπλά να ζήσει το πρόβατο, αλλά και να είναι ευχαριστήμένο, δηλαδή ὄχι νά μένει σέ ὀλιγάρκεια, ἀλλά νά βρίσκεται μέσα σέ ἀφθονία. Φυσικά μή ξεχνάμε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἀφθονίας ἔχει πολύ διαφορετική θέση από τήν ἔννοια της κοσμικής αφθονίας. Ποτέ μην το ξεχνάμε!
Όπως θα ξέρετε, τα χωριά καί οἱ πόλεις πού ἦσαν γύρω ἀπό τή λίμνη Γεννησαρέτ ἔτρωγαν ψάρια. Σήμερα βέβαια θα μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι τά ψάρια εἶναι κάπως ἀκριβά, ἡ τιμή τους εἶναι μετά το κρέας, ἴσως νά εἶναι καί λίγο ακριβότερα κι ἀπό τό κοτόπουλο. Μάλιστα μερικά ψάρια, κάπως πολυτελείας, εἶναι πολύ ακριβά, ἀπρόσιτα. Ωστόσο, γιά τήν περιοχή ἐκείνη, τα ψάρια ήταν ή φτηνή τροφή, ἐπειδή ψάρευαν ἐκεῖ δίπλα. Στά Ἱεροσόλυμα ὅμως τα ψάρια ἦταν ἀκριβά, γιατί ἡ θάλασσα δέν ἦταν κοντά, ἡ ἀπόσταση δέν ἦταν μικρή, κι ἔτσι δέν ἔτρωγαν ψάρι συχνά. Αλλά γενικά τά ψάρια ἦταν ἕνα πολύ-πολύ κοινό καί συνηθισμένο φαγητό γύρω από τη λίμνη.
Ὁ Χριστός, ὅταν ἔκανε το θαύμα, χόρτασε τον κόσμο με ψωμί και ψάρια. Αυτό γιά μᾶς θὰ ἀντιστοιχούσε σήμερα μέ ψωμί κι ελιές. Ἦταν ἕνα λιτό φαγητό. Αναφέρεται ἐκεῖ ὅτι ἔφαγαν και χόρτασαν καί σήκωσαν και περισσεύματα. (Βλ. Ματθ. 14, 15-21.) Αυτό το λιτό φαγητό, ή λιτότητα, εἶναι ὁ χορτασμός κατά τήν ἀντίληψη της Αγίας Γραφῆς γιὰ τὴν ἔννοια τῆς ἀφθονίας. Δέν εἶναι ἡ κοσμική αντίληψη, δηλαδή νά ἔχουμε πολλά, ἄφθονα, νά κολυμπάμε μέσα στα πλούτη καί τ' ἀγαθά, ὥστε νά ἔχουμε περισσεύματα για σπατάλη. Θα παρακαλέσω, αὐτήν τήν ἀντίληψη περί ἀφθονίας νά τήν ἀποκτήσουμε ὅπως τή λέει η Αγία Γραφή: Δηλαδή να έχουμε τόσο, όσο νά μήν πεινάσουμε. (Βλ. Ματθ. 10, 10. Λουκ. 3, 14. Α' Τιμ. 6, 8. Φιλιπ. 4, 12 κ.ά.) Αυτό.
Η Καινή Διαθήκη μας λέει: «δὸς ἡμῖν σήμερον» (Ματθ. 6, 11.). Αν σήμερα ἔχουμε, ἔχουμε ἀφθονία· το αύριο ανήκει στον Θεό. Αν το αύριο γίνει σήμερα και πούμε «Θεέ μου, δῶσε μου σήμερα» καί ἐξασφαλίσω πάλι τό σήμερα, τότε πάλι ἔχω ἀφθονία. Προσέξτε το αὐτό τό σημεῖο, γιατί ίσως κάποτε να θέλουμε να κάνουμε σύγκριση ανάμεσα στην αφθονία την κατά Θεόν και στον κατά κόσμον πλοῦτο, καί νά νομίζουμε ὅτι ὁ Θεός μᾶς κρατάει στη φτώχεια.
Εἶναι ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Χριστός στούς μαθητές Του, ὅταν τοὺς ἔστειλε «άτερ βαλαντίου», χωρίς νομίσματα, ἄνευ ὑποδημάτων καί ἄνευ ράβδου, χωρίς να ἔχουν τίποτα δηλαδή –έτσι... να, ἔτσι... τίποτα– και τούς εἶπε νά μήν ἔχουν δύο χιτῶνες, νά ἔχουν μόνο ὅ,τι φορούσαν δηλαδή, ούτε ταξιδιωτικό σάκκο, πού να ὑπάρχει μέσα κάτι... μιά αλλαξιά. Τίποτα· μόνο ὅ,τι φοροῦσαν. Καί τούς εἶπε: «Ἐκεῖ πού θά πᾶτε, θά μπεῖτε καί θά βγεῖτε, θά φᾶτε καί θά πιεῖτε. Ὅπου και να πάτε». Κι ὅταν ἤθελε νὰ ἀνανεώσει το θέμα αυτό, για να δείξει ὅτι οἱ ἄνθρωποι θά φέρονταν πλέον ἐχθρικά πρὸς αὐτούς, τους είπε: «Όπου σᾶς ἔστειλα, σας έλειψε τίποτα;». Καί εἶπαν: «Τίποτα, Κύριε!» (Ματθ. 10, 1-15. Λουκά 22, 35.)
Βλέπετε τήν ἔννοια τῆς ἀφθονίας; Φοροῦσαν ὅ,τι φορούσαν, χρήματα δεν είχαν, παπούτσια δεν φορούσαν. «Σᾶς ἔλειψε τίποτα;»... Προσέξτε λοιπόν τήν ἔννοια τῆς ἀφθονίας πῶς τή θέλει ὁ Θεός.
Ἴσως μου πείτε; Μά ὁ Θεός είναι πολύ ἀγαθός καί πολύ πλούσιος· δηλαδή όλα ανήκουν στον Θεό.
Ναί. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως εἶναι κακομαθημένος. Είναι όπως ένα μικρό παιδί πού τρώει πολύ καλά στο σπίτι του πατέρα του, αλλά δεν πρέπει να έχει χρήματα στα χέρια του, γιατί ἄν ἔχει, θα γίνει κακομαθημέννος, θα μάθει να σπαταλάει. Αλλοίμονο ἂν στά παιδιάνσας δίνετε χρήματα. Αλλοίμονο! Προσέξτε αὐτό τό σημεῖο. Αλλοίμονο! Ἐκτός ἀπό τά εἰσιτήριά τους, οὔτε γιά κουλούρι νά μή δίνετε. Προσέξτε με: ὄχι χρήματα για κουλούρι κάθε μέρα στο σχολεῖο. Να παίρνουν ψωμί από το σπίτι. Ἔχω ἀκούσει ὅτι ντρέπονται τα παιδιά να πάρουν ψωμί από το σπίτι να φάνε στο σχολεῖο. Γιατί να ντρέπονται; Επί τέλους ἄς κάνει ἡ μητέρα κουλούρια στο σπίτι, ἄς κάνει ὅ,τι θέλει, ἂς ἀγοράσει με το κιλό τά στραγάλια καί τόν πασατέμπο και τις καραμέλες καί τά λοιπά, καί νά τά βάλει στην τσάντα τοῦ παιδιοῦ. Ὄχι χρήματα όμως γιά νά ἀγοράζει το παιδί ὅ,τι θέλει, γιατί θα μάθει να είναι σπάταλο. Μόνο ἴσως γιά τά εισιτήρια. Αυτό· τίποτα άλλο. Η να κρατάει κανένα τάλληρο στην τσέπη του, ἂν τοῦ τύχει τίποτα· κάπως ἔτσι. Νά μήν ἔχει χρήματα να ξοδεύει.
Το παιδί λοιπόν δέν στερεῖται τίποτα στο σπίτι του πατέρα του· δέν ἔχει ὅμως χρήματα. Ἔτσι εἶναι ὁ Χριστιανός. Δέν εἶναι πλούσιος, νά ἔχει ἀποθέματα· αλλά δεν στερείται τίποτα! Κι ἐκεῖνο τὸ «ἔχει ὁ Θεός», πού γράφουν σ' αὐτά τά διάφορα αυτοκίνητα, τά φορτηγά, αὐτή τήν ἐπιγραφή πού ἔχουν, αὐτό τό «ἔχει ὁ Θεός», ἂν τό ξέραμε... κι ἄν μπορούσαμε να μετρήσουμε το βάθος αὐτῆς τῆς φράσεως...! Δηλαδή σημαίνει αυτό που λέει: ἔχει ὁ Θεός! Δεν έχει σημασία ἂν ἔχω ἢ δέν ἔχω ἐγώ· ἔχει ὁ Θεός. Εγώ δέν ἔχω, ἀλλά ἔχει ὁ Θεός! Όπως θὰ ἔλεγε το παιδί; «Εγώ δέν ἔχω λεφτά στην τσέπη μου, ἀλλά ἔχει ὅμως ὁ πατέρας μου λεφτά στην τσέπη του. Εγώ δέν εἶμαι πλούσιος, ἀλλά εἶναι πλούσιος ὁ πατέρας μου. Εγώ δέν ἔχω τσουκάλι να μαγειρεύω, ἀλλά ὅμως ἔχει ὁ πατέρας μου τσουκάλι καί μαγειρεύει».
Αὐτή εἶναι ἡ θέση τῆς θείας πρόνοιας. Ταυτόχρονα ὁ Θεός δίνει στόν ἄνθρωπο ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη, καί ὁ ἄνθρωπος δεν φεύγει από τον Θεό· εἶναι δεμένος. Ὁ Θεός δίνει τόσα, ὅσα γιά νά μήν φύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεό, γιατί διαφορετικά θα μπορούσε να φύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπό κοντά Του. Γι' αυτό λέει ὁ σοφός Σειράχ: «Κύριε, μή μέ κάνεις οὔτε πλούσιο οὔτε φτωχό. Φτωχό, γιατί θα μπορούσα ἴσως να βαρυγκομήσω, πλούσιο, γιατί θα μπορούσα να Σε ξεχάσω. Αλλά να με κάνεις τόσο, ώστε να μένω πάντοτε κάτω ἀπό τή δική Σου ἐξάρτηση».
Στον στίχο 3 περνάει ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ ἀλόγου προβάτου στο λογικό πρόβατο. Ενώ προηγουμένως χρησιμοποίησε τόν τσοπάνη, το πρόβατο, τή χλόη, τό λιβάδι καί τό νερό, τώρα περνάει στα πρόσωπα: στον Ποιμένα, πού εἶναι ὁ Θεός, καί στό ποιμαινόμενο πρόβατο, πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κι ἔτσι ἔρχεται στήν, θα λέγαμε, πραγματική εικόνα.
«Τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν». Τί ὡραῖο αὐτό! Γύρισε πίσω τήν ψυχή μου. «Ωδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ». Με οδήγησε στους δρόμους τῆς ἀρετῆς, ἐξαιτίας τοῦ ὀνόματός Του, χάρη στο ὅνομά Του.
Ἐδῶ τώρα θά ἀπαριθμήσει πρώτα τὰ ἀγαθὰ τῆς Θείας πρόνοιας καί μετά θα μιλήσει για το τί σημαίνει ἀσφάλεια κοντά στον Θεό.
Τὰ ἀγαθά πρώτα: «τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν».
Ψυχή θά πεῖ ζωή. Κατά λέξη λοιπόν ἡ ἀπόδοση εἶναι αυτή. Μου ζωογόνησε τη ζωή μου, μοῦ ἔδωσε πίσω τη ζωή μου. Ὅπως σε μια γλάστρα που ξεχάσα με νά τήν ποτίσουμε, καί τά φύλλα μαράθηκαν καί πάνε νά ξεραθοῦν· τούς ρίχνουμε ὅμως νερό, κι ἀμέσως ζωηρεύουν. Κατά λέξη λοιπόν καί ἡ φράση «τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν» θά πεῖ μέ ἀναζωογόνησε· ἤμουν λιποθυμισμένος, καί ἦρθε καί μέ ζωογόνησε!
Ἀλλά ἄς πάρουμε ὅμως καί μία άλλη όψη της προτάσεως αὐτῆς, ὅπως εἶναι διατυπωμένη, μέ τήν ἔννοια τή σύγχρονη: Μοῦ γύρισε την ψυχή μου. Εἶπα τήν άληθινή ἔννοια τώρα· ἔτσι; Μου γύρισε την ψυχή μου, μου τήν ἐπέστρεψε πίσω. Εἶχε φύγει ἡ ψυχή μου ἀπό τόν Θεό, καί μοῦ τήν ἐπιστρέφει.
Ὅτι ἡ ἔννοια αὐτή σ' αὐτήν τήν πρόταση δέν εἶναι ξένη θά τό δοῦμε λίγο πιο κάτω, ὅταν θά πεῖ «τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου». Πραγματικά, αγαπητοί μου, ὁ Θεός δέν προνοεί φυσικά μόνο γιά τό σῶμα μας, ἀλλά καί γιά τήν ψυχή μας, καί ἡ κύρια φροντίδα Του εἶναι ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀνθρώπου στον Θεό. Ἄλλωστε ἡ εἰκόνα τοῦ καλοῦ ποιμένος, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔρχεται στον κόσμο να βρεῖ τὸ χαμένο πρόβατο, είναι χαμένο επειδή απομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό. Εἶναι ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀνθρώπου στον Θεό, καί αὐτή ἡ ἐπιστροφή στον Θεό γίνεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἄν ὁ Θεός δέν συνεργήσει ὥστε νά ἐπιστρέψει ὁ ἄνθρωπος, μόνος του ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γυρίσει πίσω στον Θεό. Δέν μπορεῖ ποτέ. Εἶναι ἀδύνατον! Έτσι λοιπόν φανερώνει ὁ Δαβίδ αυτήν τή μεγάλη αλήθεια καί τή λέει μέ εὐγνωμοσύνη: «Μου γύρισε την ψυχή μου πίσω»!
Καί «ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης».
Οἱ τρίβοι εἶναι οἱ δρόμοι, καί ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἀρετή, ἡ ποικίλη ἀρετή. Καί μέ ὁδήγησε, πρῶτα ὡς ἐπιστροφέας, τώρα ὡς ὁδηγητής, ὡς καθοδηγητής. Γυρίζει την ψυχή μου καί μέ ὁδηγεῖ σε μονοπάτια ἀρετῆς καί ἁγιότητος.
Δέν μοῦ λέτε, ἀγαπητοί· ἔχετε καμιά ἱστορία τῆς ἐπιστροφῆς σας στον Θεό; Ὅταν ἔρχεται κάποιος ἄνθρωπος νὰ ἐξομολογηθεί για πρώτη φορά, θέλω πάρα πολύ –εφόσον βέβαια θά ἔχω και καιρό– ἀγαπάω πάρα πολύ να ρωτήσω τί ἦταν ἐκεῖνο πού τόν ἔκανε να ἔρθει γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ καί ποιά εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐπιστροφῆς του, όταν μάλιστα διακρίνω να υπάρχει ξεχειλισμένη μετάνοια, δηλαδή ἀληθινή μετάνοια. Από τίς χιλιάδες ανθρώπους πού ἔχουν ἐξομολογηθεῖ μέχρι σήμερα σ' ἐμένα, ἤ καλύτερα στόν Θεό μέσα ἀπό ἐμένα, πολύ λίγες ψυχές εἶναι ἐκεῖνες πού ἔχουν ἀληθινά μετανοήσει κι ἔχουν πάρει στα πολύ - πολύ σοβαρά τη μετάνοιά τους. Πιστέψτε με, πολύ λίγες ψυχές!... άνδρες και γυναίκες και παιδιά! Έχουν ἐξομολογηθεῖ καί παιδιά καί ἔφηβοι, καί βλέπει κανείς ένα αριστούργημα ἐπιστροφῆς, καί μάλιστα μόνιμης ἐπιστροφῆς, ὄχι κάτι τό αἴολο, τό ἐπιπόλαιο. Μιά ἐπιστροφή μόνιμη, πού να βλέπει κανείς και να λέει: «αὗτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου» (Ψαλμ. 76, 11.)! Γίνεται αλλοίωση! Κι ὅταν λέμε αλλοίωση, εννοούμε πώς γίνεται πραγματική αλλαγή, γίνεται κάτι ἄλλο. Λέμε, τό κρέας ἔπαθε ἀλλοίωση τό ψωμί ἔπαθε ἀλλοίωση. Έγινε κάτι ἄλλο· δέν εἶναι ὅπως πρῶτα. Γίνεται ἀλλοίωση τῆς ψυχῆς, κι αὐτό εἶναι ἔργο τῆς δεξιᾶς τοῦ Θεοῦ. Πιστέψτε με, σε πολύ λίγους ἀνθρώπους τό ἔχω δεῖ. Σ' αὐτές τίς περιπτώσεις λοιπόν ρωτάω: «Τί σᾶς ἔκανε να ἐπιστρέψετε στον Θεό;». Κι ἐκεῖ μαθαίνω τήν ἱστορία τῆς ἐπιστροφῆς, πού δέν εἶναι παρὰ ἡ ἱστορία της Θείας Χάριτος, εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Αγαπητοί μου, εἶναι χαριτωμένες ἱστορίες αυτές, καί εἶναι χαριτωμένες, γιατί εἶναι ἔργα τῆς Χάριτος!... Πραγματικά.
Ρωτάω λοιπόν τόν καθέναν ἀπό ἐσᾶς, εἴτε θά ἦταν ἐνδιαφέρουσα ἡ ἱστορία του εἴτε λιγότερο ἐνδιαφέρουσα –γιατί, λίγο ή πολύ, ὅλοι ἔχουμε μία ιστορία– ρωτάω τήν ἱστορία τῆς ἐπιστροφῆς του στον Θεό. Αυτή λοιπόν ἡ ἱστορία τῆς ἐπιστροφῆς μας στον Θεό αναφέρεται σ' Αυτόν, καί κατά συνέπεια ή εὐχαριστία μας ανήκει στον Θεό, καί γι' αυτό λέει «ένεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ». Κατά λέξη θά πεῖ χάριν τοῦ ὀνόματός Του. Ποιό εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ; Φιλάνθρωπος, Ἐλεήμονας, Πατέρας, Ποιμένας. Κι ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος, Ἐλεήμονας, Πατέρας. Ποιμένας, γι' αὐτό ἀκριβῶς μέ γύρισε πίσω. Με γύρισε, ἐπειδή ὅλα αὐτά εἶναι ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι, ἐδῶ ἔχουμε τήν προσωπική ιστορία του Δαβίδ, αλλά ταυτόχρονα ο Ψαλμός αὐτός ἀντανακλά σε κάποιο βαθμό και την προσωπική ιστορία της κάθε ψυχῆς. Θυμόσαστε ποὺ σᾶς ἔλεγα στην εισαγωγή, ὅπως λέει ὁ μέγας Αθανάσιος, ὅτι μέ τή μελέτη τῶν Ψαλμῶν ἐπιτυγχάνεται τοῦτο τὸ θαυμαστό, δηλαδή ή προσέγγιση τῆς ψυχῆς αὐτοῦ πού διαβάζει τούς Ψαλμούς στην ψυχή καί τίς περιπέτειές της του Συγγραφέως τῶν Ψαλμών, ἢ τῶν Συγγραφέων που συνέθεσαν τους Ψαλμούς! Είναι πολύτιμο αυτό το πράγμα, γιατί ἀρχίζει να γίνεται μία ταύτιση τῆς ψυχῆς μας μέ τήν ψυχή τοῦ Ὑμνογράφου, τοῦ Ψαλμωδού. Αυτό, δηλαδή ἡ προσέγγιση καί μετά ή ταύτιση, γίνεται σιγά-σιγά.
Γι' αὐτό θά πρέπει νά ἀποδώσουμε πολλή ευγνωμοσύνη στον Θεό, πού μᾶς δίνει τέτοιες ευκαιρίες, γιατί αὐτοί οἱ ἴδιοι οἱ Ψαλμοί εἶναι γιά μᾶς ἕνας ὁδηγός στον δρόμο πού θά μᾶς φέρει κοντά Του, ἕναν δρόμο που προηγουμένως βάδισαν ἄλλοι ἄνθρωποι. Και να σκεφθεῖτε ὅτι δέν εἶναι μόνο ἡ ψυχή του συντάκτου τοῦ Ψαλμοῦ, ἀλλά εἶναι καί οἱ ἄπειρες ἐκεῖνες ψυχές, μέσα στούς αἰῶνες, πού ἀκολούθησαν τόν ἴδιο δρόμο. Πόσες ψυχές σώθηκαν μέσα ἀπό τό Ψαλτήρι! Πόσες ψυχές ἁγιάστηκαν και πόσες ψυχές ταυτίστηκαν μέ τήν ψυχή τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ! Αυτό, και μόνο νά τό σκεφθεῖ κανείς, εἶναι ἕνα μεγάλο ἔργο.
Τώρα θά μᾶς πεῖ ἕνα στοιχεῖο ἀσφαλείας: «Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ». Δηλαδή κι αν ἀκόμα περπατήσω μέσα στη σκιά του θανάτου, δεν ἔχω τίποτα να φοβηθῶ, γιατί Ἐσύ εἶσαι μαζί μου.
Αὐτός ὁ στίχος κάποτε έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση στον φιλόσοφο Κάντ, τον Κάντιο, καί ἔγραψε τα ἑξῆς: «Διάβασα χιλιάδες βιβλία. Κανένα βιβλίο δέν με στερέωσε σέ μιά ἀσφάλεια, ὅσο ὁ στίχος αὐτός!», δηλαδή ὁ στίχος αὐτός τοῦ Δαβίδ, «ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ». Εἴδατε τί λέει ένας φιλόσοφος που διάβασε χιλιάδες βιβλία;
Θά πῶ μέ ἄλλα λόγια αὐτό πού εἶπε ὁ Κάντιος: Ἂν ἔχετε μιά τεράστια βιβλιοθήκη μέ βιβλία τῶν σοφῶν τῆς γῆς, ὅλων τῶν αἰώνων καί ὅλων τῶν ἐποχῶν, κι ἔρθουν ἕνα βράδυ, σᾶς σηκώνουν ἀπό τό κρεβάτι σας καί σᾶς ποῦν; «Σήκω, φύγε· θα σε πάρουμε μαζί μας θα σε πάμε... στη Σιβηρία. Δεν θα ξαναγυρίσεις πιά πίσω. Ἔχεις δικαίωμα να πάρεις μαζί σου μόνο ἕνα βιβλίο, ὅποιο θέλεις», ἀγαπητοί μου, ἀπό τά σοφά βιβλία πού διαθέτει ἡ βιβλιοθήκη σας, ποιό θα διαλέγατε; Μόνο τήν Ἁγία Γραφή! Τίποτα άλλο. Τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει ἐρείσματα. Ὅσα σοφά κι ἂν εἶπαν οἱ σοφοί, εἶναι ἄνθρωποι, πέθαναν, ἔφυγαν, καί δέν μποροῦμε νά ἔχουμε τήν ἐγγύηση ἀπ' ὅλες αὐτές τίς σοφίες –αλλοίμονο– τίς ἀνθρώπινες μόνο! Αλλά ὅταν ἔχουμε τήν ἐγγύηση τοῦ Θεοῦ, τότε; Ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀσφάλειά μας· ἐκεῖ, καί μόνον ἐκεῖ! Γι' αὐτό λέει ἐδῶ ὁ Ψαλμωδός: «Κι ἂν περάσω ἀκόμα κι ἀπό τή σκιά τοῦ θανάτου, τί ἔχω να φοβηθῶ; Ἐσύ εἰσαι μαζί μου». Μεγάλη ασφάλεια, μεγάλο αἴσθημα ασφαλείας, μεγάλο κεφάλαιο για τον κάθε πιστό,
Ξέρετε ποιά εἶναι αὐτή ἡ σκιά τοῦ θανάτου; Είναι ἡ ἀπειλή τοῦ θανάτου. Ἄν σᾶς πάρουν, για παράδειγμα, καί σας βάλουν στη σειρά γιά νά σᾶς τουφεκίσουν, δέν ἔχετε τίποτα να φοβηθείτε, γιατί κοντά σας είναι ο Θεός! Νά μή σᾶς τουφεκίσουν ὡς ἐγκληματία, αλλά γιατί κάποιοι ἔτσι θέλουν! (Ὑπῆρξαν κάποτε περίοδοι... καί ὑπάρχουν, καί θά ὑπάρξουν περίοδοι, πού θα μᾶς βάλουν στη σειρά νά μᾶς τουφεκίσουν, όχι γιατί κάναμε τίποτα, αλλά... έτσι! Οἱ ἄνθρωποι ἔτσι θέλουν πολλές φορές). Τώρα που βρισκόμαστε; Δέν εἴμαστε στο θάνατο· εἴμαστε ὅμως στη σειρά. Ακόμη δέν δόθηκε τό σύνθημα του πυρός· εἴμαστε στη σειρά, ἀκόμη εἴμαστε στη ζωή. Αρα δεν μπήκαμε στον θάνατο, είμαστε... στη σκιά τοῦ θανάτου (τόν θάνατο ἐδῶ τόν παίρνει σάν ἕνα ἀντικείμενο πού ρίχνει σκιά). Κι ἄν λοιπόν βρεθοῦμε πίσω από τη σκιά τοῦ θανάτου, δηλαδή στην περιοχή του, ἐκεῖ ποὺ ἀπειλούμαστε πραγματικά να πεθάνουμε, δέν ἔχουμε τίποτα να φοβηθοῦμε!
Διάβαζε κάποιος από τούς πατέρες τοῦ Μοναστηριού μας γιά τή ζωή τοῦ μακαριστοῦ Διονυσίου, μητροπολίτη Τρίκκης –τόν εἶχαν πάρει ὅμηρο οἱ Γερμανοί– σ' ἕνα βιβλίο του, μέ τίτλο Οἱ μάρτυρες (ἴσως νά τό ἔχω διαβάσει παλιά, δεν το θυμᾶμαι ὅμως, γιατί είναι παλιά έκδοση αυτή, πάρα πολύ παλιά έκδοση). Ἐκεῖ περιγράφει τό τί πέρασε στο στρατόπεδο τῶν Γερμανῶν καί τά λοιπά καί τά λοιπά. Ήταν αυτός καί ἄλλοι τρεῖς. Τότε ήταν ἤδη κληρικός. Μάλιστα ἡ Ἐγκυκλοπαίδεια ή Θρησκευτική έχει διασώσει μια φωτογραφία του μέ λαϊκά ρούχα, μέσα στο στρατόπεδο! Οι Ρώσοι ήδη έμπαιναν στη Γερμανία, και οι Γερμανοί ήταν πάρα πολύ ἐξαγριωμένοι. Είχε παρθεί μια απόφαση να ἀπολύσουν τους αιχμαλώτους από το στρατόπεδο, να τους βγάλουν ἔξω· ἀντίθετα όμως αυτοί των Es-Es ήθελαν ὁπωσδήποτε να εκτελέσουν ὅλους τούς κρατουμένους. Ἔτσι λοιπόν μπήκαν μέσα από κελλί καί ἔβγαλαν ἔξω καὶ τούς τέσσερις νὰ τοὺς ἐκτελέσουν. Καί λέει ἐκεῖ ὁ Τρίκκης: «Ἔφαγα μια κλωτσιά από κάποιον, και βρέθηκα πάλι μέσα σ' ένα κελλί»! Τούς τρεῖς τοὺς ἐκτέλεσαν τόν Τρίκκης ὄχι! «Ποιός μοῦ ἔδωσε τήν κλωτσιά αὐτή, καί πῶς ξαναβρέθηκα πάλι μέσα σ' ἕνα κελλί; Αὐτό δέν μπορῶ νά τό καταλάβω, οὔτε νά τό θυμηθῶ».
Ἢ ἀκόμη βλέπετε, ἀγαπητοί μου, ὕστερα ἀπό ἕναν πολυβολισμό να πέφτουν όλοι κάτω, να περνάει καί ἡ χαριστική βολή από πάνω, και τελικά κάποιος ἄνθρωπος να γλυτώνει!
Αὐτή εἶναι ἡ σκιά τοῦ θανάτου. «Κι ἐκεῖ ἀκόμη ἄν βρεθώ, λέει ὁ πιστός, δέν ἔχω τίποτα να φοβηθώ, γιατί Ἐσύ είσαι μαζί μου». Είναι καταπληκτικό! Χρειάζεται πραγματικά μία μεγάλη καί βαθειά πίστη! Ἄν αἰσθάνεται κανείς ἔτσι, τότε πραγματικά δέν φοβᾶται τίποτα στη ζωή του. Είναι μεγάλο κεφάλαιο αυτό. Φανερώνει ἀκόμη τήν ἀπανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ... καί πολλά ἄλλα. Ὁ Θεός εἶναι προνοητής. Μέ βλέπει ὅ,τι καί νά κάνω, καί προνοεί για μένα.
Καί ἐρχόμαστε στο δεύτερο ημιστίχιο του 4ου στίχου, «ή ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν», ἡ ράβδος Σου καί ἡ βακτηρία Σου μέ παρηγόρησαν καί μέ στήριξαν.
Ἡ ράβδος καί ἡ βακτηρία εἶναι λέξεις ταυτόσημες. Ἔχουν διαφορετικό όνομα, γιατί έχουν διαφορετική χρήση. Αν μέν ἔχουμε ἕνα ξύλο σαν τρίτο πόδι μας γιά νά ἀκουμπᾶμε καί νά στηριζόμαστε, τότε λέγεται βακτηρία. Ἄν αὐτό τό ἴδιο ξύλο το σηκώσουμε καί χτυπήσουμε κάποιον, τότε λέγεται ράβδος. Τό ἴδιο λοιπόν ὄργανο ἔχει διπλή χρήση, καί ἔχουμε δύο ὀνόματα, για να δηλωθοῦν οἱ δύο αὐτές χρήσεις.
Οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ὁ Θεός ἐδῶ, ἀγαπητοί μου, ἔχει τίς μεθόδους του. Δηλαδή, για να εἶμαι το ποιμεννόμενο πρόβατο του, να εἶμαι μέσα στην ασφάλειά Του, στο μαντρί Του, να εἶμαι στη νομή του, να εἶμαι κάτω ἀπό τήν ἐπίβλεψή Του καί νά μήν φοβᾶμαι τίποτα, γιά νά φθάσω ἐκεῖ, ὁ Θεός χρησιμοποίησε για μένα καί ράβδο και βακτηρία.
Ἡ εἰκόνα είναι παρμένη πάλι ἀπό τόν τσοπάνη μέ τα πρόβατα. Χρησιμοποιεῖ αὐτήν τήν ποιμενική θα λένγαμε ράβδο, τήν γκλίτσα, ἄλλοτε γιά νά κάνει μιά κίνηση καί νά βάζει τα πρόβατα στον δρόμο νά τά πάει ὅπου θέλει, κι ἄλλοτε, ὅταν κάποιο πρόβατο ξεμακρύνει, τότε το χτυπάει... Έχετε δεῖ τσοπάνη να χρησιμοποιεῖ τήν γκλίτσα του σ' αυτή τη διπλή χρήση;
Καί οἱ δυό οἱ χρήσεις εἶναι προϊόντα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἡ πρώτη εἶναι το χάιδεμα τοῦ Θεοῦ. Πόσες φορές αἰσθανόμαστε αυτό το χάδι τοῦ Θεοῦ!... Εἶναι όπως αισθανόμαστε μέσα σ' ένα καύσωνα ἐκεῖνον τὸν μπάτη, τό ἀεράκι, πού ἔρχεται καί μᾶς δροσίζει. Πραγματικά ή βακτηρία τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ανάπαυση!
Τί νὰ σᾶς πῶς Ἂς ποῦμε ὅτι σ' ένα πρόβλημά μας, σέ μιά περιπέτειά μας, ἔρχεται μία λύση· πῶς αἰσθανόμαστε τότε; Πολλές φορές εγώ στον δρόμο κρατῶ δυό-τέσσερις τσάντες (παίρνω ένα πάρα πολύ κοινό παράδειγμα, πού τό ἔχετε ζήσει μαζί μου ἐσεῖς). Εἶναι πολύ βαριές, πρέπει να κρατάω καί τό ράσο μου, δυσκολεύομαι... Ἐκεῖ ξαφνικά κάποιος ἀπό πίσω μου ἔρχεται, μοῦ ἁρπάζει τις τσάντες, ἤ ἄν ἔχει ποδήλατο μοῦ παίρναι όλα τα πράγματα, τα βάζει ἐπάνω (πολλοί από σας μοῦ τό ἔχετε κάνει αυτό στον δρόμο· πολλοί!) και πραγματικά ελαφρύνομαι! Πάω ὄμορφα ἐπάνω στό Αναγνωστήριο, και λέω: «Δόξα τῷ Θεῷ! ἔφυγε τό βάρος τώρα το κρατάει κάποιος ἄλλος». Αὐτό εἶναι τό χάδι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ βακτηρία τοῦ Θεοῦ, εἶναι τό στήριγμα τοῦ Θεοῦ.
Όταν όμως καμιά φορά παρεκκλίνουμε, τότε πέφτει ἡ ράβδος... Πίπτει ὅπου δέν πίπτει λόγος. Κι ὁ Θεός, ὅπου δέν ἐφαρμόζεται ὁ λόγος Του, κάνει εφαρμογή της ράβδου Του. Ὅταν ὅμως ὁ Θεός ἀγαπάει κάποιον πολύ-πολύ, ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι τηρητής τοῦ λόγου Του καί ὄχι ἀρνητής, πάλι πέφτει ἡ ράβδος, κι αὐτό εἶναι περίεργο! Τώρα όμως ή ράβδος είναι παιδαγωγική. Δέν τή χρησιμοποιεῖ ὁ Θεός γιά νά τιμωρήσει, ἀλλά γιά νά χαρίσει πιο πολλά ἀγαθά. Εἶναι πραγματικά κάτι τό περίεργο!
Λέγεται ὅτι ὁ Σολωμός, ὁ ποιητής μας, εἶχε ἕναν συμμαθητή πού ἦταν πολύ κατώτερος ἀπό αὐτόν· ὁ δάσκαλος ὅμως ἔκανε διαρκῶς παρατηρήσεις στον Σολωμό· «Αὐτό δέν τό 'χεις καλό· ἐκεῖνο δέν τό 'κανες καλό· δέν τά έγραψες ἐκεῖνα καλά...» καί λοιπά καί λοιπά. Κάποτε ἔφθασε σε απόγνωση ὁ Σολωμός, καί λέει στον δάσκαλό του: «Μά ὅλο ἐμένα μαλώνετε, ἐνῶ ἐγώ εἶμαι πολύ καλύτερος ἀπό τόν ἄλλο...». Καί ὁ δάσκαλος τοῦ λέει: «Μα ἐπειδή ἀξίζεις, γι' αυτό σε μαλώνω. Ἐπειδὴ ἀξίζεις!».
Λοιπόν, ἀγαπητοί, ὅλες οἱ δοκιμασίες τοῦ Θεοῦ πέφτουν ἐπάνω στα κεφάλια τῶν Ἁγίων, γιά νά τούς ἀναδείξει ὁ Θεός ήρωες. Αμάρτησε ὁ Ἰώβ, καί ἔπεσε βαρύ τό χέρι τοῦ Θεοῦ ἐπάνω του; Βέβαια, όπως ίσχυρίζεται ὁ ἴδιος, δεν ήταν αμέτοχος ἁμαρτίας. Παρακάτω ἀποδεικνύει ὁ Θεός ὅτι ἦταν· ἀλλά ὅμως δὲν ἦταν μέτοχος στον βαθμό πού νά ὑποστεῖ ἐκείνη τή φοβερή ταλαιπωρία καί περιπέτεια, δηλαδή μέσα σε μια μέρα να χάσει τα παιδιά του, να χάσει την περιουσία του, να τά χάσει ὅλα, καί σέ μιά δεύτερη φάση να χάσει καί τήν ὑγεία του! Ὅμως τό χέρι τοῦ Θεοῦ ἔπεσε βαρύ, ὅχι για να παιδαγωγήσει τὸν Ἰώβ από να διορθωθεί σε κάτι, αλλά γιά νά τόν κάνει ἥρωα τῆς ὑπομονῆς, ὑπόδειγμα στους αιώνες ὅλων τῶν αἰώνων.
Γι' αὐτό, ξέρετε, τη Μεγάλη Εβδομάδα διαβάζουμε αναγνώσματα ἀπό τόν Ἰώβ, γιατί ὁ Ἰώβ είναι τύπος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Χριστός ὑπέμεινε τα πάντα, γιατί πραγματικά έπεσε βαρύ το χέρι τοῦ Πατρὸς ἐπάνω Του. Ἐκεῖνο τό «ίνατί με εγκατέλειπες;» (Ματθ. 27, 46.) εἶναι, θα λέγαμε, το αποκορύφωμα αὐτοῦ τοῦ δυνατού χτυπήματος τοῦ χεριοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στον Μεσσία. Κι αὐτό ἔγινε γιά νά φανερωθεῖ –ἐκτός ἀπό τό ὅτι ὁ Χριστός πάσχει γιά μᾶς καί ὀδυνᾶται καί ὑποφέρει– ὅτι καί οἱ πιστοί θά δεχθοῦν βαρύ τό χέρι τοῦ Θεοῦ. Προσέξτε: Η Προς Εβραίους ἐπιστολή το λέει αυτό, και ἀναφέρεται στην παιδαγωγία, πώς εἶναι «εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ» (Ἑβρ. 12, 10.), στο να γίνουμε μέτοχοι τῆς ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ!
Ἔτσι, σᾶς παρακαλώ πολύ, ὅταν ἔχουμε μία δοκιμασία, ποτέ μην πούμε; «Γιατί υπάρχει αυτή ή δοκιμασία». Είναι βλάσφημος ο λόγος που λέμε «Τί Σου έκανα Θεέ μου;». Ξέρετε πόσο βλάσφημος εἶναι; Κάνουμε ἔτσι τόν Θεό αντίδικό μας. «Τί Σοῦ ἔκανα;»!... Εἶναι ὅπως ὁ ἀντίδικος γείτονας, πού ἔχουμε μαζί του διαφορές. Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Ὁ Θεός εἶναι ἀντίδικος;... Ο Θεός είναι ποιμένας μας, εἶναι Πατέρας μας. Θα μποροῦσε τό παιδί νά βλέπει τόν πατέρα του ὡς ἀντίδικο;... Αν φθάσει το παιδί να νιώθει έτσι γιά τόν πατέρα του, τότε ἔχουμε πλέον καταστροφή αὐτῆς τῆς ωραιότατης εικόνας ποιμένος καί ποιμενομένου, πατρός καὶ υἱοῦ. Ὁ Θεός εἶναι Πατέρας· παιδαγωγεί, βοηθάει, ἐνισχύει, γιά νά κάνει τό παιδί Του ὅπως πρέπει να εἶναι. Ὁ Θεός ἔρχεται νά μᾶς βοηθήσει να γίνουμε ήρωες τῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλπίδος, τῆς ὑπομονῆς, τῆς σωφροσύνης!
Θυμόσαστε τί περιπέτεια εἶχε ὁ Ἰωσήφ στήν Αἴγυπτο; Ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά πουληθεῖ, νά μπεῖ στόν πειρασμό τῆς γυναίκας τοῦ Πετεφρή, καί ἐξ αἰτίας τῆς ἄδικης ἀποφάσεως ἀπό τόν πειρασμό αὐτῆς τῆς γυναίκας, ἐπέτρεψε να καθήσει περίπου μιά δεκαετία μέσα στό ὀχύρωμα, στη φυλακή. Κι ὅλα αὐτά γιατί; Τό λέει ὁ ἴδιος ὁ Ἰωσήφ στ' ἀδέλφια του, πού ἔτρεμαν καί φοβοῦνταν ὅτι τώρα θά τά ἐκδικηθεῖ. Λέει: «Μή φοβάστε ὁ Θεός προνόησε να με στείλει στην Αίγυπτο πιο μπροστά από σας, προβλέποντας ότι θα γίνει ό λιμός. Ἐμένα μέ ἔστειλε προπομπό, να φθάσω να γίνω ἀντιβασιλέας, να μην πεινάσει οὔτε ἡ Αίγυπτος καὶ οἱ γύρω ἀπό αὐτήν ἄνθρωποι, ἀλλά οὔτε καί ἐσεῖς. Λοιπόν τί φοβόσαστε; Αὐτό πού ἐσεῖς κάνατε ὡς κακία, αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ χρησιμοποίησε κατά έναν θαυμάσιο τρόπο, να φθάσω να γίνω εγώ ὁ τροφοδότης, ὁ σιτοδότης τῆς Αἰγύπτου καί δικός σας» (Γέν. 45, 5-8.). Ἐγώ θά ἔλεγα ὅτι γι' αὐτό ἔγινε ὁ λιμός για να φθάσουν τὰ ἀδέλφια ἐκεῖ, στην Αίγυπτο!
Βλέπετε, παρακαλώ, τί βγαίνει; Καί ὅταν αὐτό γίνεται για υλικά πράγματα, φαντασθεῖτε ὅταν πρόκειται γιὰ ἀρετές!... "Ύστερα έλαμψε το πρόσωπο τοῦ Ἰωσήφ από πλευρᾶς ἀρετῶν. Ἀποδείχθηκε σώφρων, ἀποδείχθηκε ἀνεξίκακος, ἀποδείχθηκε ὑπομονετικός, και ἀπό τήν Ἐκκλησία μας ονομάστηκε Πάγκαλος. Ἡ μνήμη του γιορτάζεται τη Μεγάλη Δευτέρα, ὡς τύπος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ!
Ἄν δέν εἶχε τήν περιπέτεια αυτή ὁ Ἰωσήφ, ρωτάω, θὰ ἀναδεικνυόταν ὅ,τι ἀναδείχθηκε; Όχι. Ήταν άμαρτωλός ὁ Ἰωσήφ, καί εἶχε τήν περιπέτεια αυτή; Όχι. Επεσε λοιπόν ράβδος, για να αυξηθεῖ ἡ ἁγιότητα. Σέ μιά τέτοια αὔξηση τῆς ἁγιότητος, ἐκεῖνος πού ἔχει νοῦ, ξέρετε τί θά ἔλεγε στον Θεό; αυτό που λέει ἕνας στίχος ψαλμικός: «Ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος» (Ψαλμ. 37, 18.). Ἔχω τήν πλάτη μου ἕτοιμη για να φάω καμουτσικές, ὄχι μόνο γιά τιμωρία, άλλά καί γιά αύξηση τῆς ἁγιότητος. Ἄλλωστε το ρήμα παρεκάλεσαν σημαίνει με βοήθησαν, με παρηγόρησαν, με ενίσχυσαν, με εξύψωσαν.
Ἐδῶ, ἀγαπητοί, τελειώνει ὄχι μόνον ἡ ὥρα -πραγματικά τελείωσε καί ἡ ὥρα, και θα προχωρήσω λίγο σύντομα– αλλά τελειώνει καί ἡ πρώτη εικόνα του καλοῦ ποιμένος, τοῦ ποιμένος Θεοῦ. Καί μπαίνουμε στη δεύτερη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὡς συμποσιάρχου, τραπεζοκόμου.
«Ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν». Ὑπέροχο αὐτό! Ἔχεις ἑτοιμάσει μπροστά μου τραπέζι, ἔχεις ἐτοιμο το τραπέζι!
Υπάρχει ἡ ἔκφραση στον λαό μας: «Τί θέλει; να τοῦ ἔχουμε ἕτοιμο καί τό τραπέζι;», ή «Θέλει νά βρεῖ στρωμένο τραπέζι;». Δηλαδή ἐννοεῖ νά εἶναι ἕτοιμα τά ἀγαθά, καί νά μή δουλέψει; Λοιπόν, ἀγαπητοί, ὁ Θεός ετοιμάζει μπροστά στον άνθρωπο τράπεζα. Πότε ὄμως; Ὅταν ἤδη ὁ ἄνθρωπος ἔχει περάσει ἀπό τήν παιδαγωγία τή δική Του. Τότε παρέχει τράπεζα!
Παρακάτω θά πεῖ τίς λεπτομέρειες, «ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον». Μοῦ ἑτοίμασες τραπέζι ἀπέναντι σ' ἐκείνους πού μέ πικραίνουν, για να τους δείξεις ότι Ἐσύ μέ προστατεύεις· ἄλειψες με μυρωμένο λάδι το κεφάλι μου –συνήθεια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, νὰ ἀλείφουν μέ ἄρωμα τό κεφάλι τοῦ ἐπισκέπτου· ὅπως ἔπλεναν καί τά πόδια– καί τό ποτήρι Σου, πού μοῦ τό πρόσφερες, ξεχειλισμένο ἀπό τό πιό θαυμάσιο κρασί, με μέθυσε, με γέμισε εὐφροσύνη. Εἶναι λεπτομέρειες του τραπεζιού.
Ὅλα αὐτά θυμίζουν ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Χριστός. Παρομοίασε τη Βασιλεία Του μέ τράπεζα. Συνδαιτημόνες βάζει τούς πιστούς Του καί ὑπηρέτη στο τραπέζι –ἀλλοίμονο!– βάζει τόν ἑαυτόν Του!... «Περιζώσεται καὶ ἀνακλινεῖ αὐτούς, καὶ παρελθὼν διακονήσει αὐτοῖς» (Λουκᾶ 12, 37.). Ὁ Ἰησοῦς Χριστός θα περιζώσει τη μέση του, θα βάλει ποδιά διακονίας, θα τους βάλει να καθήσουν, καί περνώντας θά τούς διακονήσει, θά τούς ὑπηρετήσει. Το θυμόσαστε από την Καινή Διαθήκη αὐτό; Ὑπηρετεῖ τήν τράπεζα ὁ Χριστός, γιά νά εὐφραίνονται ὅσοι κάθησαν στο τραπέζι, κι αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀποδείχθηκαν μαθητές Του.
Καί πραγματικά, ἀγαπητοί τό τραπέζι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι στρωμένο από τη ζωή αυτή. Εἶναι ὅσα διακόνησε ὁ Χριστός, πού μᾶς τά παρέχει μέ τά Μυστήριά του, για να βρεθούμε στη Βασιλεία Του· ἀλλά πρωτίστως καί κυρίως, τό Σῶμα Του καί τό Αἷμα Του. Ἐκεῖνος τά διακόνησε αὐτά· Ἐκεῖνος ἀνέβηκε στον σταυρό. Ἐκεῖνος ἔχυσε το Αίμα Του. Ἐκεῖνος λογχίσθηκε, ἀποδοκιμάσθηκε! Ἐκεῖνος ὅλα, για να μᾶς τὰ δώσει ἐμᾶς ἔτοιμα στην τράπεζα, να τα γευθούμε και να ζήσουμε! Εἶναι λοιπόν το τραπέζι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τα Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς βάζουν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στο τραπέζι τοῦ Θεοῦ.
Καί λέει τώρα ἐδῶ: «καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με»· ἕνα ποτήρι πού μεθᾶ, ἕνα ποτήρι ξέχειλο, «ὡσεὶ κράτιστον», κρασί καθαρό, ανόθευτο, ὑπέροχο· ποιότητα πρώτη, άριστο! Εἶναι το ποτήριο τῆς Θείας Κοινωνίας· εἶναι το ποτήριο τῆς ζωῆς εἶναι το ποτήριο τῆς εἰρήνης· εἶναι το ποτήριο τῆς χαρᾶς· εἶναι το ποτήγιο τῆς ἀφθονίας...
Ο Χριστός εἶπε: «ἐγὼ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν» (Ἰωάν. 10, 10.). Εγώ γι' αυτό ήλθα στον κόσμο, για να έχουν ζωή και περίσσευμα ζωής. Όχι απλά όπως ένα ποτήρι, θα λέγαμε, πού ἔχει νερό, αλλά ένα ποτήρι πού είναι ξεχειλισμένο από νερό. Εἶναι ἔκφραση. Ὄχι ζωή, αλλά ξέχειλη ζωή! Αὐτό εἶναι το κράτιστον ποτήριον.
Αὐτό εἶναι τὸ ποτήρι που έχει μέσα τη ζωή, και μᾶς τή δίνει ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτό εἶναι πραγματικά κάτι πού μᾶς κάνει νά στεκόμαστε μέ δέος στην προσφορά αὐτή τοῦ Χριστοῦ. Πόσες ψυχές δέν ἔνιωσαν τήν προσφορά αὐτή τοῦ Χριστοῦ!... Καί αὐτή ἡ αἴσθηση ξέρετε πῶς εἶναι; Κι αὐτό δημιουργεῖ ἀλλοίωση στην ψυχή. Αὐτή, ἀγαπητοί μου, ἡ αἴσθηση τῆς προσφορᾶς τοῦ Χριστοῦ κάνει μερικές ψυχές, σ' ὅλους τοὺς αἰῶνες, να γεμίζουν από δάκρυα, μέχρι πού να πεθάνουν! Κλαίνε διαρκώς! Κλαίνε συνέχεια!... Πλέουν μέσα σε πελάγη ευτυχίας, εὐγνωμοσύνης, καί δέν ξέρουν μέ ποιόν τρόπο νά ποῦν τό εὐχαριστῶ τους.
Εἶναι ἐκεῖνο τό «τί ανταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀνταπέδωκέ μοι», που λέει ο Ψαλμωδός, ἤ αὐτό πού ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας στούς Αἴνους τοῦ βαρέος ἤχου, «Τί ἀνταποδώσωμεν...» (Ψαλμ. 115, 3.) –το ίδιο είναι, ἀλλά σε Πληθυντικό αριθμό– δηλαδή: Τί νά τοῦ ἀνταποδώσουμε γιά ὅλα ἐκεῖνα πού μᾶς ἔδωσε;... Τί νά Τοῦ ἀνταποδώσουμε; Κι ἐκεῖνο τὸ ὡραῖο τροπάριο πού λέει ὅτι γιά μᾶς ἀνέβηκε στον σταυρό, γιά μᾶς ἀναστήθηκε, γιά μᾶς ἀναλήφθηκε, γιά μᾶς τά πάντα ἔδωσε· τί νά Τοῦ δώσωμε; Αὐτό, ἀγαπητοί μου, τό αισθάνονται μόνον οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν μπεῖ μέσα στόν χῶρο τῆς ἁγιότητος. Προσέξτε: όχι νοησιαρχικά· βιωματικά. Κι αὐτή ἡ βιωματική αἴσθηση, κατά τήν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, κάνει τόν ἄνθρωπο ἄλλον ἄνθρωπο, ἐντελῶς ἄλλον ἄνθρωπο, τόν κάνει ἅγιο. Δέν θέλει πιά οὔτε ν' ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος, οὔτε να προσκολληθεί στον παρόντα κόσμο. Τα αυτή ή αἴσθηση τῶν δωρεῶν τοῦ Χριστοῦ!... Είναι πηγή ὅλης τῆς θεολογίας· γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος βλέπει τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποτελεῖ τή μεγάλη προσφορά Του στόν ἄνθρωπο, ἀπό ἐκεῖ βγάζει ὅλη τή θεολογία του. Καί εἶναι τόσο μέσα στη θεολογία ὁ ἄνθρωπος, ὥστε δέν ξέρει πως να στέκεται πάντοτε μπροστά στόν Θεό. Δυστυχῶς ὅμως εἶναι λίγες οἱ ψυχές ἐκεῖνες πού αἰσθάνονται ἔτσι. Εγώ πάντως θά εὐχόμουν νά εἴμαστε ὅλοι μας.
Καί ὁ τελευταῖος στίχος ἔρχεται να επαναλάβει ὅ,τι καί προηγουμένως μᾶς εἶπε, ὡς πρός τή ράβδον καί τή βακτηρίαν. «Καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου», καί τό ἔλεός Σου θά μέ καταδιώκει ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου.
Προσωποποιεῖ τό ἔλεος, πού δέν διώκει αλλά κατάδιώκει. Ἡ πρόθεση κατά εἶναι τονισμός τοῦ ρήματος διώκει. Δεν μου λέτε: Τὸ νὰ σᾶς κυνηγάει ένας σκύλος από πίσω εἶναι εὐχάριστο; Νὰ σᾶς κυνηγάει μια οχιά ἀπό πίσω εἶναι εὐχάριστο; Νά σᾶς κυνηγοῦν ἐχθροί νά σᾶς σκοτώσουν είναι ευχάριστο; Νά σᾶς κυνηγοῦν ἀπό πίσω χρήματα πολλά εἶναι δυσάρεστο; Νά σᾶς κυνηγοῦν ἀγαθά πολλά από πίσω σας καί δῶρα εἶναι δυσάρεστο; Δεν λέει με καταδιώκει ἡ δικαιοσύνη Σου· δεν λέει με καταδιώκει τό κρίμα Σου, ἡ κρίση Σου· δεν λέει μέ καταδιώκει το θυμωμένο Σου πρόσωπο, ὅπως θα συνέβαινε στον Κάιν, πού τοῦ λέει «ὅπου να σταθεῖς, θα τρέμεις καί θά στενάζεις» (Γέν. 4, 12.), ἀλλά ἐδῶ λέει θά μέ καταδιώκει τό ἔλεός Σου! Καταλαβαίνετε τί σημαίνει αυτό; Θα ψάχνει νά μέ βρεῖ τό ἔλεός Του! Εγώ θα φεύγω, γιατί δέν ἔχω ὑπολογίσει βαθειά τί σημαίνει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, κι ἐκεῖνο θά μέ κυνηγάει!...
Παραβάλλετε ἐκεῖνο πού λέει στην Καινή Διαθήκη «ἀνάγκασαν εἰσελθεῖν» (Λουκά 14, 23.). Αὐτὸ τὸ «ἀνάγκασον» ἔχει, θα λέγαμε, τήν ἴδια ἔννοια με το «καταδιώξει». Καὶ τὸ καταδιώκω καὶ τὸ ἀναγκάζω εἶναι ρήματα που θα λέγαμε πώς δέν ἔχουν καί τόσο καλή ἔννοια.
Όμως τα αντικείμενα της καταδιώξεως καί τοῦ ἐξαναγκασμοῦ εἶναι ὑπέροχα! Τὸ μὲν ἀντικείμενο τῆς καταδιώξεως εἶναι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τοῦ δὲ ἐξαναγκασμοῦ εἶναι τὸ βασιλικό τραπέζι, δηλαδή ή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Θυμόσαστε την παραβολή, πού εἶπε ὁ οικοδεσπότης στον δοῦλο του «καί ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου», νά ἔρθουν να φάνε στο τραπέζι μου; Τό ἀναγκάζω καί τό καταδιώκω λοιπόν, ἐπειδή ἔχουν ἀρνητικό χαρακτήρα, παίρνουν μία εξαιρετικά δυνατή θέση από θέμα τοῦ ἐλέους του Θεοῦ καί τῆς Βασιλείας Του!
Ἔτσι, ἀγαπητοί... τι να πούμε; Ἔχετε ποτέ άντιληφθεῖ τό κυνηγητό, το κρυφτούλι τοῦ Θεοῦ μὲ ἐσᾶς, ἤ μ' ἐμᾶς; Μᾶς κυνηγάει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, κάποτε καί χρόνια ολόκληρα. Παίζουμε κρυφτό! Ένα κυνηγητό και ένα κρυφτό παίζουμε. Όμως ἀντιλαμβανόμαστε ότι μᾶς κυνηγάει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, καί τό βάζουμε στα πόδια, γιατί δέν τή θέλουμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ! Δέν τή θέλουμε! Περίεργο πράγμα! Καί δέν τή θέλουμε γιατί, ὅπως λένε πολλοί, «δεν θέλουμε νά εἴμαστε πολύ θρησκευτικοί». Νομίζουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι θά πάθουν κάτι, θα χαθοῦν, ἄν γίνουν δῆθεν πολύ θρησκευτικοί. Ο Θεός ὅμως μᾶς κυνηγάει· δέν μᾶς ἀφήνει. Ὅπου να πᾶμε, μᾶς κυνηγάει, με ποικίλες εὐκαιρίες καί μορφές. Κι ἐμεῖς ὅλο κρυβόμαστε, όλο το στρίβουμε! Κι ἔρχεται κάποια στιγμή –θά πῶ μιά λέξη απλοελληνική– και μᾶς γραπώνει! Θα πω τήν ἀντίστοιχη στην καθαρεύουσα: μᾶς καταλαμβάνει!
Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ᾽ ᾧ καὶ κατελήφθην» (Φιλιπ. 3, 12.). Έτρεχα να πιάσω, να γραπώσω· ἀλλά πιάστηκα, γραπώθηκα!... Ξέρεις τί θά πεῖ νά κυνηγάς να πιάσεις κάτι, καί νά πιαστεῖς ἐσύ ἀπ' αὐτό;... Εἶναι ἕνα ωραίο πιάσιμο στα δίχτυα τοῦ Θεοῦ, θαυμάσιο πιάσιμο! Όταν σε πιάσει ή φούχτα τοῦ Θεοῦ –ὄχι γιά νά σέ συντρίψει· ὄχι τό χέρι τῆς δικαιοσύνης Του, αλλά τό χέρι τοῦ ἐλέους του– τότε αἰσθάνεσαι ὅλη ἐκείνη τήν ἄνεση καί τή χαρά καί τήν εὐφροσύνη! Τότε έχεις βρει τον Θεό σου! Είναι η ημέρα τῆς ἀναγεννήσεώς σου, ή ημέρα των εγκαινίων σου, ἡ ἡμέρα τῆς χαρᾶς σου, ἡ ἡμέρα των γάμων σου, τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ψυχῆς σου!...
«Καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν». Δηλαδή: Καί τό νά κατοικῶ στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου σε όλη μου τη ζωή εἶναι ο πόθος μου. Ἐδῶ ἐξυμνεῖται ἡ παραμονή στις αυλές του Κυρίου. Και σε άλλον Ψαλμό λέει: «Ως αγαπητὰ τὰ σκηνώματα σου, Κύριε...», και παρακάτω: «ἐξελεξάμην παραῤῥιπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἢ οἰκεῖν μὲ ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν» (Ψαλμ. 83, 2· 11.). Προτίμησα, λέει, να εἶμαι πεταμένος σε μιά ἄκρη τῶν αὐλῶν τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ, παρά να εἶμαι μέσα σε βασιλικά παλάτια ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Αὐτός εἶναι ὁ μεγάλος πάθος τοῦ Δαβίδ, ἀλλά καί κάθε εὐσεβοῦς ἀνθρώπου. Δέν τόν νοιάζει πως θα περάσει στη ζωή του, δέν τόν νοιάζει ἄν τρώει ψωμί κι ελιές, ἀρκεῖ μόνο νά εἶναι κοντά στόν Θεό!
Πρέπει νά πῶ καί κάτι, πού, σας βεβαιώνω, αγαπητοί μου, πολλές φορές μοῦ ἔχει συμβεῖ μ' ἐσᾶς, καί τό ἐκτιμῶ πολύ. Πολύ, πάρα πολύ τό ἐκτιμῶ! Πάρα πολλοί άνθρωποι, ἄνδρες και γυναίκες και νέοι στην ἡλικία ἀλλά καί μεγάλης ηλικίας, τούς ἔχει δοθεῖ ἡ εὐκαιρία να φύγουν από τη Λάρισα, ή για επαγγελματικούς λόγους ἤ γιά ἄλλους λόγους, ἀκόμη καί γιά λόγους ὑγείας καί λοιπά· αλλά δέν φεύγουν, γιατί λένε: «Δεν θέλουμε να χάσουμε τις πνευματικές ευκαιρίες». Ἐγώ σταυροκοπιέμαι... καί σάν ἐπιχείρημα τούς λέω: «Ὅπου νά πᾶτε, θά βρεῖτε βέβαια πνευματικές εὐκαιρίες». Σᾶς τό βεβαιώνω. Τέτοιοι ἄνθρωποι πρέπει και σήμερα νά εἶναι παρόντες ἐδῶ, γιατί εἶναι ἀρκετοί αὐτοί. Δέν φεύγουν γιά νά μήν χάσουν τίς πνευματικές εὐκαιρίες! Ἔχουν δοθεῖ εὐκαιρίες σέ ἀνθρώπους να πᾶνε στην Αμερική ἤ στην Αυστραλία ή στον Καναδά ἤ στήν Εὐρώπη. «Καί ἐκεῖ πῶς θά ἐκκλησιάζομαι; Καί ποῦ θά ἀκούω λόγο Θεοῦ;» Καί δέν φεύγουν· κάθονται ἐδῶ. Αὐτό σημαίνει «καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν».
Αὐτό τό «μακρότητα ἡμερῶν»͵ οἱ Πατέρες τό ἑρμηνεύουν ὡς αἰωνίως. Δηλαδή, μ' ἄλλα λόγια: ἡ χαρά μου, ἡ εὐτυχία μου, ἡ τρυφή μου, εἶναι νά εἶμαι στις αὐλές τοῦ Κυρίου, στη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων!
Αὐτός, ἀγαπητοί μου, εἶναι ὁ 22ος Ψαλμός, ὁ Ψαλμός τοῦ Δαβίδ, ὁ προσωπικός αυτός Ψαλμός, πού θα ταίριαζε, καί θά ὄφειλε νά ταίριαζε, στην κάθε ψυχή ἀπό μᾶς.
Δευτέρα, 31-10-1977
3η ομιλία στην κατηγορία : "Ἀνάλυσις Ψαλμῶν'.
►Όλες οι ομιλίες της Κατηγορίας :
" Ἀνάλυσις Ψαλμῶν.
(Ὁμιλίες εἰς τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν) " εδώ ⬇️
https://arnion.gr/index.php/palaia-diauhkh/analysis-calmvn
↕️
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/blog-post_76.html?m=1
Απομαγνητοφώνηση :
Ιερά μονή Κομνηνείου.
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/2021/04/blog-post_15.html?m=1
🔸Λίστα ομιλιών της σειράς
«Ἀνάλυσις Ψαλμῶν».🔻
https://drive.google.com/file/d/1TYl6bvFofrohQvNazPRXiWU3vTikWUmi/view?usp=drivesdk
🔸📜 Απομαγνητοφωνημενες ομιλίες της σειράς «Ἀνάλυσις Ψαλμῶν».🔻
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/search/label/%F0%9F%94%B9%E1%BC%88%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B9%CF%82%20%CE%A8%CE%B1%CE%BB%CE%BC%E1%BF%B6%CE%BD.%0A%28%E1%BD%89%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B5%CF%82%20%CE%B5%E1%BC%B0%CF%82%20%CF%84%CF%8C%20%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%20%CF%84%E1%BF%B6%CE%BD%20%CE%A8%CE%B1%CE%BB%CE%BC%E1%BF%B6%CE%BD%29.?m=1
💠Πλήρης απομαγνητοφωνημένες σειρές ομιλιών (Βιβλία).
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/search/label/%F0%9F%92%A0%CE%A0%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82%20%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CF%82%20%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AD%CF%82%20%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD%20%28%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1%29.?m=1
🔸Επεξηγηματικό βίντεο Ασπάλαθου.
https://youtu.be/8tNfAHRkTCk
__⬇️Playlist "Ασπάλαθου".⬇️__
https://aspalathos21.blogspot.com/2021/07/blog-post_83.html?m=0
Όλες οι ομιλίες ~4.487~ του μακαριστού πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/4487.html?m=0
📃Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του πατρός Αθανασίου. ⬇️
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/2021/04/blog-post_15.html?m=0
📜 Αποσπάσματα ομιλιών πατρός Αθανασίου ⬇️
https://athanasioslogos.blogspot.com/?m=0
__⬇️ Facebook ⬇️__
https://www.facebook.com/groups/1637818926362004/?ref=share
Κατάλογος ομιλιών πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://drive.google.com/file/d/1JmrxaObMVyTA4_pS5yuMaQdoBf8-LwBP/view?usp=drivesdk
†.Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.