†. Ἀκόμη, πρέπει νὰ μάθουμε, νὰ ἔχουμε καὶ μιὰ ἀνάλογη ἀγωγὴ γιὰ μιὰ ἐπικείμενη πεῖνα. Διότι, μὴν ξεχνοῦμε, ἂν ἐδῶ ἐσεῖς, ξέρω γώ, κάποιοι ἄνθρωποι, πόσοι ἤσαστε, κατακλύζεται βέβαια τὸν ναό, ἀλλὰ δὲν ἤσαστε παρὰ ἕνα πολύ, πολὺ μικρὸ μέρος τῆς πορείας μας. Εἶναι πολὺ φυσικό. Καὶ ἐσεῖς ἐφαρμόσατε αὐτά. Ἀλλὰ ἂν δὲν τὰ ἐφαρμόσει ἡ πόλη, τότε ἂν ἔρθει ἕνας λιμός, γιατί ἡ πόλη ἁμαρτάνει, ἔχει τόσα μέρη ποὺ ἡ πόλη ἁμαρτάνει, τόσα σημεῖα ποὺ ἁμαρτάνει ἡ πόλη. Τότε, ἀκοῦστε. Ἐὰν ἔρθουν ἔτσι τὰ πράγματα, ὁ Θεὸς ἐσᾶς δὲν θὰ σᾶς ἀφήσει. Προσέξτε με, θὰ πεινάσουμε ὅλοι, ἀλλὰ δὲν θὰ πεθάνουμε ἀπὸ τὴν πεῖνα. Αὐτὸ νὰ τὸ ξέρουμε. Ὕστερα, ἕνας ὁ ὁποῖος ἔχει παιδαγωγηθεῖ στὰ θέματα αὐτά, δὲν ὑποφέρει πολύ, ὅπως ὑποφέρει ἕνας ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει παιδαγωγηθεῖ. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ ἀποκτήσουμε μία ἀνάλογη ἀγωγή. Μιὰ ἄσκηση.
Αὐτὴ θὰ τὴν μάθουμε καὶ στὰ παιδιά μας. Τὰ παιδιά μας, ἄχ, ἂς τὰ παιδιά μας, δὲν ξέρω ἂν θὰ γίνει αὔριο τὸ πρωὶ μιὰ πεῖνα, τί θὰ κάνουν. Τί θὰ κάνουν αὐτὰ τὰ παιδιά μας; Τὰ καλοταϊσμένα, τὰ καλοφαγωμένα. Δὲν ξέρω τί θὰ κάνουν. Νὰ μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός, γιατί δὲν ξέρω, μποροῦν νὰ γίνουν θηρία αὐτὰ τὰ παιδιά. Προσέξτε με, θὰ μάθουμε τὰ παιδιά μας, σὲ μιὰ λιτότητα. Σ' αὐτὴν θὰ μάθουμε καὶ ἐμεῖς. Μὲ ἕνα δὲ πολὺ ὡραῖο καὶ φυσικὸ τρόπο, ἡ λιτότητα αὐτὴ ἔρχεται μὲ τὸ θέμα τῆς νηστείας. Ὅταν ποῦμε, ἰδίως τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ ποὺ δὲν ἔχουμε λάδι, τὶς πέντε ἡμέρες. Ξέρετε, στὴν κατοχὴ δὲν ὑπῆρχε λάδι. Καὶ τότε οἱ ἄνθρωποι, τρώγοντας μόνο λαχανίδες, ὄχι λάχανα, λαχανίδες, ἔμεινε περιώνυμος ἡ λαχανίδα τῆς κατοχῆς. Τότε τοὺς βλέπατε νὰ ἀδυνατίζουν, νὰ ἀδυνατίζουν, νὰ ἀδυνατίζουν. Κάποια στιγμὴ ἄρχισαν νὰ παχαίνουν, νὰ παχαίνουν, νὰ παχαίνουν, ἐνῷ δὲν ἄλλαξε τίποτα ἀπὸ τὴ διατροφή τους. Ἦταν τὸ πρήξιμο ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τοῦ λαδιοῦ καὶ πρησμένοι πέθαιναν. Τὸ λάδι ἔχει καὶ θρεπτικὲς οὐσίες, ἔχει καὶ βιταμίνες καὶ τὰ λοιπά. Ἔλειπε αὐτό, πέθαναν οἱ ἄνθρωποι. Λοιπόν.
Ἡ ἐκκλησία μας βάζει πέντε μέρες χωρὶς λάδι. Δὲν σοῦ βάζει πέντε μῆνες, ἢ ἕνα χρόνο ποὺ κράτησε, ξέρω γώ, ἡ πεῖνα, λιγότερο ἀπὸ χρόνο κράτησε, τὸ χειμῶνα τοῦ '41, '42. Ἀλλὰ τί; Πέντε μέρες. Σάββατο, Κυριακή, θὰ φᾶς λάδι. Καὶ ἐφόσον βέβαια, προσέξτε με, ἔχουμε μιὰ καλὴ ὑγεία, ἢ ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευή. Τί γίνεται; Μιὰ διακοπὴ σὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τρῶμε καὶ λέμε, σήμερα δὲν ἔχει. Μάλιστα, Τετάρτη καὶ Παρασκευή, ἂν τὸ θέλετε, δὲν ἔχει λάδι. Ἂν κάποιοι τρῶνε, ἔ, δὲν ξέρω. Πάντως, κανονικὰ δὲν ἔχει λάδι. Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι μιὰ ὡραία, φυσιολογικὴ ὁδὸς γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὴν τὴν λιτότητα; Καὶ μάλιστα, ὑπακούοντες εἰς τὴν φωνὴ τῆς ἐκκλησίας, ποὺ μᾶς λέει ὅτι πρέπει νὰ νηστεύουμε. Ἔτσι δημιουργεῖται αὐτὴ ἡ ἄσκηση, αὐτὴ ἡ ἀγωγή.
Ὅταν τὰ μικρά σας τὰ παιδιά, καὶ τὰ νήπια ἀκόμα, νὰ τὰ μάθετε νὰ τρῶνε ὅλες τὶς γεύσεις. Ὄχι ἐκεῖνες τὶς γεύσεις ποὺ εἶναι ἀπὸ ἕτοιμες τροφὲς καὶ μυρίζουνε φράουλα καὶ μυρίζουν κεράσι καὶ νὰ μαθαίνουνε καὶ τὴ γεύση τῆς φακῆς καὶ τῶν φασολιῶν καὶ τῶν ρεβιθιών. Βάλτε τους λίγο στὸ φαγάκι τους καὶ ἀπὸ αὐτὸ ἀλεσμένα, στὰ πολὺ νήπια, μισὴ κουταλιά, στὴ μύτη, νὰ πάρουνε γεύση. Ὥστε αὔριο νὰ μὴν εἶναι αὐτὸ τὸ φαινόμενο νὰ εἶναι κακοφάγανα. Νὰ μὴν ἀρέσουν τὰ ὄσπρια. Ξέρετε στὴν Ἑλλάδα, τρῶμε τὰ λιγότερα ὄσπρια ἀπὸ κάθε ἄλλη χώρα. Καὶ παράγουμε τόσα ὄσπρια. Εἴμαστε ἡ πλέον κρεατοφάγος χώρα. Δὲν εἶναι δυστύχημα αὐτό; Ὅταν τὰ ὄσπρια λύνουν τόσα προβλήματα τῆς ὑγείας μας, ἀλλὰ καὶ τοῦ πορτοφολιοῦ μας λύνουν τόσα προβλήματα. Δὲν εἶναι κρῖμα αὐτό; Εἶναι περίεργο. Λοιπόν, νὰ ἔχουμε λιτότητα. Νὰ τρῶμε ἀπ' ὅλα. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σήμερα, ὁ σύγχρονος Ἕλληνας τοὐλάχιστον, περιφρονεῖ καὶ βάζει στὸ περιθώριο.
Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε μάθημα λιτότητας. Θὰ χορτάσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ μείνεις στὴν λιτότητα καὶ δεύτερον, ὄχι στὴν σπατάλη. Ὅταν παρακαλῶ, ἐχόρτασε τοὺς πεντακισχίλιους. Εἶναι σαφές: "ἔφαγον καὶ ἐχορτάσθησαν". Δὲν λέει ἔφαγον, ἀλλὰ ἔφαγον καὶ ἐχορτάσθησαν, γιὰ νὰ δείξει ὅτι πράγματι δὲν πῆραν ἕνα μεζέ, μιὰ μπουκιά, νὰ μὴ μείνουν στὸ δρόμο ἀπὸ τὴν πεῖνα οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἦσαν στὴν ἐρημιά. Ἔφαγαν καὶ χόρτασαν. Καὶ τί λέει τώρα ἐδῶ; «ὡς δὲ ἐνεπλήσθησαν» Ἰω. 6,12 ἄλλο ρῆμα. Ὅταν χόρτασαν, ἄλλος Εὐαγγελιστής, βάζει τὸ ἐχορτάσθησαν. Ἐδῶ βλέπουμε στὸν Ἰωάννη, τὸ "ἐνεπλήσθησαν". Ὅταν λέει χόρτασαν, τότε ὁ Κύριος τί εἶπε; «λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· συναγάγετε τὰ περισσεύσαντα κλάσματα, ἵνα μὴ τί ἀπόληται.» Τώρα, μαζέψτε ὅ,τι περίσσεψε γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ τίποτα. Ἐκεῖνο τὸ "τί" ταῦ, γιῶτα. Θὰ πεῖ κάτι τὸ πολὺ λίγο, κάτι τὸ μικρό, τὸ πολὺ μικρό. Ἂν θέλετε, μιὰ μπουκιά, ἕνα ψίχουλο. Νὰ μὴ χαθεῖ τίποτα. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικό. Μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος τὸ μάθημα αὐτῆς τῆς λιτότητος.
Πόσο λυπᾶμαι ὅταν ἀκούω ὅτι ἄνθρωποι ἀγοράζουν κάθε μέρα ψωμί, ἀκόμη καὶ δύο φορὲς τὴν ἡμέρα ψωμί, γιὰ νὰ εἶναι πάντοτε φρέσκο. Νὰ εἶναι πολὺ φρέσκο. Γιατί ἂν μείνει τὴν ἑπομένη τὸ ψωμί, πρέπει νὰ τὸ πετάξουμε; Τὸ πετᾶμε, γιατί δὲν εἶναι φρέσκο. Εἶναι, εἶναι περίεργο πρᾶγμα. Ἀγαπητοί μου, ὅσοι τοὐλάχιστον ἀκοῦτε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸ ξέρετε, κάνετε ἁμαρτία. Γιατί; Γιατί τὸ εἶπε ὁ Κύριος. Ἐντολὴ δική του εἶναι, "ἵνα μὴ τί ἀπόληται" Στο σκουπιδοτενεκέ μας δὲν θὰ τὰ πετάξουμε ποτὲ τρόφιμα, οὔτε ψωμί. Στὸ ψυγεῖο βάλτε ἐκεῖνο ποὺ ἐπερίσσεψε. Θὰ τὸ φᾶτε. Εἶναι αὔριο, Τετάρτη. Θὰ τὸ φᾶτε τὴν Πέμπτη. Στὸ ψυγεῖο ἀντέχει. Εἶναι Σαρακοστή, ξέρω γώ, κρέας, βάλτε το στὴν κατάψυξη. Θὰ τὸ φᾶτε ὅταν τελειώσει ἡ Σαρακοστή. Δὲν θὰ πετάξετε τίποτα. Τίποτε.
Νὰ μάθουμε στὸ τραπέζι ὅταν τρῶμε, ἂς μοῦ ἐπιτρέψει ἕνα μικρό, στοιχειῶδες παράδειγμα. Πολλὲς φορὲς τὰ παιδιά μας τρῶνε δαγκώνοντας τὸ ψωμί. Θὰ τὰ μάθουμε νὰ μὴ δαγκώνουν τὸ ψωμί, ἀλλὰ νὰ τὸ κόβουν μὲ τὸ μαχαίρι τους καὶ νὰ τρῶνε ἐκεῖνο ποὺ θέλουν. Διότι ὅταν ὑπάρχει μιὰ δαγκωνιὰ στὴ φέτα τὸ ψωμί, μετὰ αὐτή... λέμε, "Ἔ, τώρα δαγκωνιά, πετιέται." Ὄχι. Καὶ ἂν ἔγινε αὐτὴ ἡ δαγκωνιά, ποὺ δὲν θὰ ἔπρεπε, γιὰ νὰ κόβουμε καὶ νὰ τρῶμε ὅσο χρειαζόμαστε, θὰ κόψουμε ἐκείνη τὴ δαγκωνιά. Ἐγὼ θὰ ὑποχρέωνα καὶ τὸ ἔχω κάνει, αὐτό, καὶ σὲ ἐπισκέπτες ἀκόμα. Φᾶτε αὐτὸ ποὺ περίσσεψε. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ πεταχτεῖ. Φᾶτε το, σᾶς παρακαλῶ. Ἄλλος ντρέπεται, ε... στριφογυρίζει, κοκκινίζει. Παρακαλῶ, τὸ φαγητό σας. Δὲν τὸ ἐφάγατε. Δὲν πρέπει νὰ πεταχτεῖ. Κόβουμε λοιπὸν ἐκεῖνο, θὰ ὑποχρεώσουμε τὸ παιδί μας νὰ τὸ φάει. Καὶ ἐκεῖνα τὰ ἄλλα ἀπὸ τὰ κομμάτια ποὺ κόψαμε, ποὺ ἔχουν μείνει, θὰ τὰ βάλουμε στὸ φοῦρνο. Θὰ γίνουνε φρυγανιές, παξιμάδια, θὰ τὰ φᾶμε αὔριο, μεθαύριο, μὲ τὸ τσάϊ μας, τὸ γάλα μας καὶ τὰ λοιπά. Τίποτα δὲν θὰ πεταχτεῖ. Σᾶς ἱκετεύω καὶ σᾶς παρακαλῶ. Τηρεῖτε τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἀκόμη, στὸν καιρὸ τῆς εὐημερίας, πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα τὸν καιρὸ τοῦ λιμοῦ. Δηλαδή, δὲν θὰ λέμε τώρα ἔχουμε εὐημερία. Ἄ, αὐτὰ εἶναι παροχημένα πράγματα. Ὄχι. Διότι ὁ γνώμων, ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἔχουμε λιτότητα, εἶναι ἡ μνήμη ἑνὸς ἐπικείμενου λιμοῦ. Μὴν τὸ ξεχνᾶτε. Καὶ αὐτὸ τὸ λέει πάλι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι στὴ Σοφία Σειράχ, στὸ 18ο κεφάλαιο, στίχος 25. «μνήσθητι καὶρὸν λιμοῦ ἐν καὶρῷ πλησμονῆς». Τὸν καιρό,λ τῆς πλησμονῆς, τῆς εὐημερίας, νὰ θυμᾶσαι τὸν καιρὸ τῆς πείνας. Ἐγώ σας ὁμολογῶ, ἐνθυμοῦμαι τὸν καιρὸ τῆς πείνας. Ἴσως ἔχουμε, ἔχουμε ζήσει ἔμπρακτα τὰ πράγματα. Ὅταν βλέπω, σᾶς τὸ ἔχω πεῖ, ὅταν κάνουμε τὶς ἀρτοκλασίες. Κάποιοι τὸ ἔχετε ἀκούσει. Ἔχουμε πολλὲς ἀρτοκλασίες. Ἄ, ἡ κάθε ἀρτοκλασία ἀπὸ πέντε ἄρτους, καὶ βλέπετε ἕνα τραπέζι, ἡ ἀγάπη σας, βέβαια, τὰ προσφέρει αὐτά, γεμᾶτα στοίβα. Ἄχ, λέω, κατοχὴ ποὺ εἶσαι, ἢ ποὺ μπορεῖς νὰ ἔλθεις. «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, (αλλά ἐκεῖνοι ποὺ ἐκζητοὺν τὸν Κύριον) οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται πὰντὸς ἀγαθοῦ.» Ψαλμ. 33, 11 Ἀλλά, ἐκζητὼ τὸν Κύριον σημαίνει ἀκούω τὶς ἐντολές του. Καὶ ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, νὰ θυμόμαστε στὸν καιρὸ τῆς πλησμονῆς, τὶς ἡμέρες τῆς πείνας. Ἔτσι ἂν σκεφτόμαστε, δὲν θὰ πετάξουμε καὶ ἐκεῖ πάλι τίποτε. «πτωχείαν καὶ ἔνδειαν ἐν ἡμέραις πλούτου». Ὅταν ἔχεις πλοῦτο, πλούτο πολύ, γιατί ἔχουμε καὶ φτώχεια ποὺ δὲν εἶναι ἀπὸ πεῖνα γενική, εἶναι γιατί κάποιος ἔπεσε ἔξω. Νὰ θυμᾶσαι τὴ φτώχεια καὶ τὴ στέρηση τῆς ἡμέρες τοῦ πλούτου. «ἀπὸ πρωΐθεν (τις ἡμέρες τοῦ πλούτου) ἕως ἑσπέρας μεταβάλλει καιρός, καὶ πάντα ἐστὶ ταχινὰ ἔναντι Κυρίου.» Σοφ. Σείρ. 18,26 Ἀπ' τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, ἀλλάζει ὁ καιρός. Καὶ ὅλα εἶναι γρήγορα μπροστὰ στὸν Θεό. Σήμερα εἶναι αὐτό, αὔριο εἶναι ἐκεῖνο. Πρέπει λοιπὸν νὰ θυμόμαστε ὅτι μπορεῖ νὰ ἔρθει πάλι πεῖνα.
Ἀκόμη νὰ μάθουμε τὸ μεγάλο μάθημα τῆς αὐτάρκειας. Δηλαδή, νὰ εἴμεθα αὐτάρκεις. Νὰ περνοῦμε καὶ πολὺ καλὰ μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουμε. Ἡ αὐτάρκεια εἶναι μέγας πλοῦτος. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. «ἔστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας.» Α Τίμ. 6,6. Πορισμὸς θὰ πεῖ πλοῦτος.λ, καὶ ὄχι πλοῦτος τυχαῖος. Ἀλλὰ μεγάλος πλοῦτος, λέει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, διὰ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅταν συνδυάζεται ἡ εὐσέβεια μὲ τὴν αὐτάρκεια. Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα, πράγματι. Θὰ σᾶς τὸ δείξω λίγο πιὸ κάτω. Λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, (διατροφές, αὐτὰ ποὺ τρῶμε. Σκεπάσματα, αὐτὰ ποὺ ντυνόμαστε. Σκέπασμα εἶναι καὶ τὰ κεραμίδια, σκέπασμα εἶναι καὶ τὰ ροῦχα) τούτοις ἀρκεσθησόμεθα (άς ἀρκιστοῦμε εἰς αὐτὰ)» Α Τίμ. 6,8. Νὰ γιατί. Μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχει ἀπὸ μιὰ φιλοσοφικὴ διάθεση, μιὰν αὐτάρκεια; Ὄχι, ἀπὸ εὐσέβεια. Μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχει κάπως, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πληρότητα. Ἐξηγοῦμαι. Ὅταν ἔχουμε εὐσέβεια, ἡ εὐσέβεια ἀγαπητοί μου, δημιουργεῖ σὲ μᾶς μιὰ μετάθεση τῶν ἀγαθῶν. Σκεφτόμαστε πάντα τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πρῶτον. Δεύτερον, σκεφτόμαστε ἄλλους ἀδελφούς μας ποὺ μπορεῖ νὰ πεινοῦν. Ὅταν ἐσὺ μὲ πολλὴν εὐκολία πετᾶς κάτι στὰ σκουπίδια, τὴν ἴδια ὥρα ἂν θυμηθεῖς ὅτι κάποιοι σὲ κάποιο ἄλλο μέρος τῆς γῆς πεινοῦν καὶ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα, τότε αἰσθάνεσαι ἄσχημα. Ὅταν γιὰ τὸ παιδί σου ἀγοράζεις ἀκριβὰ πράγματα, ὅταν τὴν ἴδια ὥρα κάποιοι ἄλλοι πεθαίνουν, στὴν Ἀφρική, σὲ κάποιον τρίτο κόσμο, ὅπως τοὺς ἔχουν ὀνομάσει, πρῶτος κόσμος, δεύτερος κόσμος, τρίτος κόσμος... Τέλος πάντων. Πεινᾶνε κάποιοι ἄνθρωποι, πεθαίνουν. Αὐτό, ἂν ἔχεις εὐσέβεια καὶ αἰσθάνεσαι ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι ἀδελφοί, θὰ σὲ κάνει νὰ μείνεις στὴν αὐτάρκεια μὲ πολὺ εὐχάριστο τρόπο, γιατί ἡ αὐτάρκεια χωρὶς εὐσέβεια μπορεῖ νὰ σοῦ φανεῖ δύσκολη. Δηλαδή, τὸ πῶ καλύτερα, ἡ αὐτάρκεια παίρνει θεολογικὴ διάσταση. Καὶ ὅταν πάρει μέσα σου θεολογικὴ διάσταση, ὅτι "ὁ ἀδελφὸς πεινᾶ, ὁ ἀδελφὸς «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μοῦ τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε». Μάτθ. 25, 40 καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά, παίρνει θεολογικὴ διάσταση, τότε ἡ αὐτάρκεια εἶναι εὐχάριστη.
Θέλετε ἀκόμη κάτι ἄλλο; Τὸ λέει σὲ πολλὰ σημεῖα ἡ Ἱερὰ Γραφὴ ὅτι εἶναι πολὺ προτιμότερο νὰ τρῶς ἕνα ἁπλὸ φαΐ ἀλλὰ νὰ τὸ τρῶς μὲ εἰρήνη, παρὰ πλουσιοπάροχα φαγητὰ καὶ νὰ τὰ τρῶς μὲ καβγᾶδες. Πόσα πλούσια σπίτια τρῶνε, τρῶνε ἀλλὰ μὲ καβγᾶδες, μαλώνουν οἱ σύζυγοι, μαλώνουν τὰ παιδιά, μαλώνουν οἱ γονεῖς μὲ τὰ παιδιὰ καὶ οὕτω καθ' ἑξῆς. Ὅταν ὑπάρχει ἡ εἰρήνη, ἡ εἰρήνη κάνει τὸ ψωμὶ καὶ τὶς ἐλιὲς τὸ πιὸ γλυκὸ φαΐ. Μὰ τὸ πιὸ γλυκό, νὰ λέει κανεὶς "Θεέ μου, μόνο εἰρήνη, καὶ ὅ,τι μοῦ δώσεις νὰ φάω θὰ εἶναι γλυκό, θὰ εἶναι πολὺ γλυκό, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει ἡ εἰρήνη". Γιατί ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη ποὺ εἶναι μὲς στὴν ψυχή μας, ποὺ ἔχουμε μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπό μας, ἡ εἰρήνη... γιατί τὰ πιὸ καλὰ φαγητὰ γίνονται πικρὰ ὅταν δὲν ὑπάρχει ἡ εἰρήνη. Πόσοι σηκώθηκαν ἀπὸ τὸ τραπέζι μὲ ἕναν κόμπο λύπης, ἐδῶ στὸν λαιμὸ μὲ ἕνα κόμπο λύπης; Ἢ ἀπὸ καβγᾶ, καὶ νὰ μὴν χαίρονται τὰ ὡραῖα φαγητά. Λείπει ἡ εἰρήνη. Γι' αὐτὸ λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε καὶ αὐτὴν τὴν αὐτάρκεια, νὰ ἔχουμε καὶ αὐτὴν τὴ θέση, νὰ ἔχουμε εὐσέβεια. Ἡ εὐσέβεια νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὴν αὐτάρκεια.
Ἀκόμη, πρέπει νὰ ἔχουμε μάθει αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν πράξη. Ὄχι θεωρητικά, νὰ ἔχουμε ὑποστεῖ μιὰ μύηση. Νὰ μποροῦμε, ὅταν χορταίνουμε, νὰ μὴν κλοτσάμε τὸν Θεό. Καὶ ὅταν πεινᾶμε, πάλι νὰ μὴν κλοτσάμε τὸν Θεό. Γι' αὐτὸ ἔλεγε ὁ Σοφὸς Σειράχ: "Κύριε, μὴ μὲ κάνεις οὔτε πλούσιο οὔτε φτωχό, πολὺ φτωχό. Διότι ἂν μὲ κάνεις πλούσιο, μπορεῖ νὰ σὲ ξεχάσω, νὰ κλοτσήσω. Ἂν μὲ κάνεις φτωχό, μπορεῖ νὰ βρίσω. Ἀλλὰ κάνε μὲ ἔτσι, ποὺ νὰ ἔχω μόνο μιὰ ἁπλῆ αὐτάρκεια".
🔸στὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν γράφει: «πλοῦτον δὲ καὶ πενίαν μὴ μοὶ δῷς, σύνταξόν δὲ μοὶ τὰ δέοντα καὶ τὰ αὐτάρκη, ἵνα μὴ πλησθεὶς ψεὺδὴς γένωμαι καὶ εἴπω· τὶς μὲ ὁρᾶ; πενηθεὶς κλέψω καὶ ὀμόσω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.» Παρ. 30, 8-9 Δὲν θέλω δὲ νὰ μοῦ δώσης οὔτε πολὺν πλοῦτον, οὔτε πτωχείαν. Δός μου τὰ ἀπαραίτητα, ὅσα εἶναι ἀρκετὰ καὶ ὅσα μοῦ χρειάζονται διὰ τὴν συντήρησίν μου. Δὲν θέλω νὰ ἔχω πολὺν πλοῦτον, διότι φοβοῦμαι, μήπως μέσα εἰς τὰ ἄφθονα αὐτὰ ἀγαθὰ ἀποδειχθῶ ψευδὴς ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων καὶ εἴπω· ποιός μὲ βλέπει; Δὲν θέλω πάλιν πτωχείαν, διότι φοβοῦμαι, μήπως ἐπάνω εἰς τὴν στέρησιν καὶ τὴν πεῖναν κλέψω καὶ ὁρκισθῶ ψευδῶς στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. (σ.σ)
Ἡ ψυχολογία τοῦ χορτάτου εἶναι φοβερή. Λέγει ἐκεῖ στὴν ὠδή του ὁ Μωυσῆς. Δηλαδὴ μιλάει ὁ Θεὸς διὰ τῆς ὠδῆς τοῦ Μωυσέως, εἶναι θέσεις θεόπνευστες. «καὶ ἔφαγεν Ἰἀκὼβ καὶ ἐνεπλήσθη, καὶ ἀπελάκτισεν ὁ ἠγαπημένος, ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθη, ἐπλατύνθη· καὶ ἐγκατέλιπε τὸν Θὲὸν τὸν ποιήσαντα αὐτὸν καὶ ἀπέστη ἀπὸ Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ.» Δευτ. 32,15 Ὅτι αὐτὸς ὁ λαός μου λέηει ἔφαγε, χόρτασε, λιπάνθηκε, πλατύνθηκε, ἐπαχύνθη, πλατύνθηκε καὶ ἀπελάκτισεν ὁ ἠγαπημένος, δηλαδὴ ὁ Ἰσραήλ, κλότσησε. Θέλετε νὰ σᾶς δώσουν κλοτσιὰ τὰ παιδιά σας; Ταΐσατέ τα πλουσιοπάροχα. Νά 'στὲ σίγουροι, μὰ σίγουροι. Καὶ ἂν δὲν φᾶτε την κλοτσιὰ τώρα, θὰ τὴ φᾶτε ἅμα θὰ γεράσετε. Ταΐστε καὶ ποτίστε τὰ παιδιά σας πλουσιοπάροχα καὶ θὰ σᾶς κλοτσίσουν.
Τὸ φαινόμενο τῆς ἀθεΐας, ξέρετε γιατί ὑπάρχει; Γιατί οἱ ἄνθρωποι τρῶνε καλὰ καὶ δὲν ὑποπτεύονται ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ δωρεοδότης ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Ἂν εἴχαμε μετριότητα στὰ ἀγαθά μας, τότε ἀγαπητοί μου, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ φαινόμενο τῆς ἀθεΐας. Νὰ τὸ ξέρετε. Ἐπαναλάβαμε ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες τοὐλάχιστον ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Μωυσέως, στὴ δευτέρα του Ὠδή. Τρίτη οὐσιαστικὰ εἶναι. Λέγεται δευτέρα. Τί; Ἦρθε ἡ εὐημερία. Μετὰ τὸν πόλεμο, μετὰ ἀπὸ τὶς περιπέτειες ποὺ εἴχαμε, τρῶνε καλά, πίνουνε καλά. Εἶναι τὰ σοῦπερ μάρκετ μας, μπαίνει κανεὶς μέσα καὶ δὲν ξέρει τί νὰ ψωνίσει, ὅλα ἀγαθά. Καὶ ἂν δὲν τά 'χουμε, κάνουμε καὶ ἀπεργίες γιὰ νά 'χουμε ἀγαθά. Ὅλα αὐτά, ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦν τὴν ἀθεΐα, τὴν ἀποσταστασία ἀπὸ τὸν Θεό. Ἂς τὸ ξέρουμε. Νὰ δεῖτε τί γεννᾶνε αὐτὰ τὰ ἀγαθά, ὅταν δὲν ξέρουμε ὅτι ὁ δωρεοδότης εἶναι ὁ Θεός. Ὅταν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὸ ξεχνᾶμε.
Λοιπόν. Ἔχεις πολλὰ ἀγαθά; Κάποτε σοῦ τὰ δίνει ὁ Θεός, εὐλογία, δόξα τῷ Θεῷ. Λέγε δόξα τῷ Θεῷ. Κάνε προσευχὴ στὸ τραπέζι σου. Λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, τραπέζι ποὺ ἀρχίζει καὶ τελειώνει μὲ προσευχή, ποτὲ δὲν θὰ μείνει ἀδειανό. Ἀκόμα καὶ στὶς δυσκολότερες ἡμέρες. Ναί, προσευχή. Ὁ Θεός μας τὰ δίνει. Ἐκεῖνον θὰ εὐχαριστήσουμε. Ἔφαγα ἐχθές, ἕνα ὑπόλοιπο ἑνὸς πεπονιοῦ, ἀπ' τὸ καλοκαίρι. Λέω, δόξα τὸ Θεό. 3 Δεκεμβρίου, ὄχι χθές. Καὶ χθὲς καὶ σήμερα. Ἕνα μικρὸ πεπόνι, ἔχει ἀρχίσει νὰ σαπίζει κάπου. Τό 'φαγα. Ἦταν ἄγλυκο, φυσικὸ ἦταν. Δεκέμβριος. Καὶ λέω δόξα τῷ Θεῷ. 3 Δεκεμβρίου, τρώω πεπόνι. Ἔ, ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀξιώσει, νὰ φᾶμε καὶ τοῦ χρόνου πεπόνι. Νὰ ζήσουμε, δόξα τῷ Θεῷ. Ποῦ ἡ ἀναφορά; Στὸν Θεό. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀναφορά μας, στὸν Θεό. Ἂς τὸ προσέχουμε λοιπὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἔχουμε λοιπὸν ἀγαθά; Στὸν Θεὸ ἡ ἀναφορά. Δὲν ἔχουμε ἀγαθά; Ἡ ἐλπίδα μας πάλι στὸν Θεό.
Ἀκοῦστε τί λέει ὁ Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος, ὁ ὁποῖος, ὅταν βρέθηκε δέσμιος, φυλακισμένος εἰς τὴν Ρώμη, καὶ τοῦ ἔστειλαν οἱ Φιλιππησίοι ἕνα χρηματικὸ ποσό. Βέβαια λέει, γιατί μοῦ τὸ στείλατε; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ δέχομαι. Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς εὐλογεῖ καὶ λοιπὰ καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. Εἶναι στὸ τέταρτο κεφάλαιο, διαβάσατε το, εἶναι πολύτιμο αὐτὸ τὸ κεφάλαιο. Λέει τὰ ἑξῆς. Καὶ αὐτὰ ποὺ λέγει, δὲν τὰ ἔμαθε μόνος σὰν χριστιανός. Πρέπει νὰ σᾶς τὸ πῶ καὶ αὐτό. Γιατί ὁ Παῦλος ἦταν μεγάλος ὅταν ἔγινε χριστιανός. Πρέπει νὰ ἦτο κάπου 30 ἐτῶν, ἴσως περισσότερο. Ὁ Παῦλος, αὐτὸ ποὺ θὰ μᾶς πεῖ τώρα, τὸ ἔμαθε στὸ σπίτι του. Διότι ἦτο ἕνας, τὸ λέει ὁ ἴδιος, σωστὸς τηρητὴς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἔμαθε στὸ σπίτι του. Ἀκοῦστε τί λέει. Τί γράφει στοὺς Φιλιππησίους. «ἐγὼ γὰρ ἔμαθον ἐν ὁἷς εἰμι αὐτάρκης εἶναι (Εγώ λέει ἔμαθα, σὲ ἐκεῖνα ποὺ βρίσκομαι, νὰ εἶμαι αὐτάρκης. Σὲ ἐκεῖνα ποὺ βρίσκομαι) οἶδα καὶ ταπεινοῦσθαι, οἶδα καὶ περισσεύειν. (Γνωρίζω νὰ ταπεινώνωμαι, δηλαδὴ νὰ μὴν ἔχω, νὰ περάσω. Γνωρίζω καὶ νὰ περισσεύω. Ἐδῶ εἶναι τὸ σπουδαῖο, τὸ μυστικό. Νὰ μπορεῖς νὰ εἶσαι ἐκεῖνο τὸ καρμπιρατὲρ ποὺ θὰ ρυθμίζεις, πῶς πρέπει νὰ κινεῖσαι, καὶ στὰ πολλὰ καὶ στὰ λίγα. Ποτὲ νὰ μὴν χάνεις τὴν πνευματικότητά σου) ἐν πὰντὶ καὶ ἐν πᾶσι μεμύημαι (Σε κάθε τι καὶ σὲ ὅλα, ἔχω μυηθεῖ. Γιατί πρόκειται περὶ μυήσεως. Αὐτὸ ποὺ στὸ σπίτι θὰ κάνουμε μὲ τὴ νηστεία, εἶναι μύησις) καὶ χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν (Έχω μάθει, καὶ νὰ χορταίνω, καὶ νὰ λέω δόξα τῷ Θεό, καὶ νὰ πεινῶ, καὶ νὰ λέω πάλι δόξα τῷ Θεὸ) καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι (Και νὰ περισσεύω, νὰ ἔχω πολλὰ ἀγαθά, καὶ νὰ ὑστεροῦμαι) πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντὶ μὲ Χρίστῷ. (Ὅλα τὰ μπορῶ, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου μου)» Φιλιπ. 4, 11-12 Ωραίο πρᾶγμα. Ἄυτοι εἶναι οἱ ὡραῖοι ἄνθρωποι ἀγαπητοί μου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὡραῖοι. Τί νομίζετε; Πῶς φτιάχνεται ὁ ἄνθρωπος; Μὲ τὰ περιστατικὰ τῆς ζωῆς, φτιάχνεται ὁ ἄνθρωπος, νὰ σκέφτεται, νὰ συμπεριφέρεται καὶ νὰ μιλάει μὲ τὸν τρόπο αὐτόν.
Ἐγὼ θὰ σᾶς ἔλεγα ἀκόμα, ἀγαπητοί, τί θὰ κάνουμε στὰ ἔσχατα, ὅταν ἔρθει ὁ Ἀντίχριστος, καὶ ἀσκήσει οἰκονομικὸ ἀποκλεισμό; Μᾶς τὸ λέει σαφῶς ἡ Ἁγία Γραφή. Θὰ ἀσκήσει οἰκονομικὸ ἀποκλεισμό. Δὲν ἔχεις τὴ σφραγῖδα στὸ χέρι ἢ στὸ μέτωπο; Δὲν θὰ μπορέσεις οὔτε νὰ ἀγοράσεις, οὔτε νὰ πουλήσεις. Πῶς θὰ ζήσεις; Ἀκόμη, πιστεύετε ὅτι ὅταν καταφύγουμε στὴν ἔρημο, στὴν ἐρημιά, ἐκεῖ, ὅπως λέγει τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως, θὰ τρέφει ὁ Θεὸς τὴν γυναῖκα. Εἶναι ἡ ἐκκλησία ποὺ θὰ ἔχει καταφύγει στὴν ἐρημιά, δηλαδὴ οἱ πιστοί. Καὶ αὐτό, τρεισήμισι χρόνια. Εἶναι στὸ 12ο κεφάλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως, στίχος 6. Πῶς ἔβγαλε τὸ λαὸ τοῦ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, –ἔχουμε ἱστορικὸ προηγούμενο– καὶ τὸν τρέφει μὲ τὸ μάννα. Τί θὰ δώσει ὁ Θεὸς τότε εἰς τοὺς πιστούς, νὰ τρέφονται ὅσο καιρὸ θὰ μένουν στὴν ἔρημο, μὴ ἐνδίδοντες εἰς τὸν Ἀντίχριστον; Τὸ πιστεύετε αὐτό; Ἀλλὰ γιὰ νὰ φτάσουμε, νὰ τὸ πιστέψουμε καὶ νὰ τὸ καταλάβουμε, πρέπει νὰ κάνουμε ἀσκήσεις. Σήμερα, πόσες ἔχουμε τοῦ μηνός; Τρεῖς. Ὅσοι δὲν νήστεψαν μέχρι τώρα, ἀπὸ τὶς 15 τοῦ Νοεμβρίου, ἀπὸ αὔριο τὸ πρωί, νὰ ἀρχίσουν νὰ νηστεύουν. Ἂν θέλουν νὰ κάνουν ἐφαρμογή, ὅσοι ἀκοῦν. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ἔχουμε μιὰ προκοπή, ἀγαπητοί μου, καὶ στὴν πνευματική μας ζωή. Ἔτσι, ἂς προσέχουμε τὴν μετριότητα πάντοτε. Καὶ τὴν ἄσκηση.
Λέγει ἡ Σοφία Σειρὰχ 18, 32: «Μὴ εὐφραίνου ἐπὶ πὸλλῇ τρύφῇ, μὴδὲ προσδεθῇς συμβολῇ αὐτῆς». Μὴν λέγει εὐφραίνεσαι μὲ πολλὴν ἀπόλαυσιν. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι, ὦ, νὰ τοὺς δεῖτε πῶς τρῶνε, πῶς πίνουν τὸ κρασί τους. Μὲ συγχωρεῖτε, τὸ κρασὶ εἶναι φτωχό, τὸ οὐίσκι τους, ἤθελα νὰ πῶ. Ναί. Πῶς τὸ πίνουν μὲ τί ἀπόλαυση! Ποὺ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δείχνει ἡδονισμό. Πῶ, φοβερὸ πρᾶγμα. Δὲν σοῦ λέει κανεὶς νὰ μὴν χαρεῖς τὴν τροφή, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ φτάνει στὸν ἡδονισμό. Εἶναι πάρα πολὺ κακὸ πρᾶγμα. Κοιτᾶξτε αὐτὸ τὸ "μὴδὲ προσδεθῇς". Αυτό μοῦ φέρνει στὸ νοῦ αὐτὸ ποὺ λέμε ἐξάρτηση. Λέμε ἐξαρτώμενα πρόσωπα. Αὐτὸς ποὺ καπνίζει εἶναι ἐξαρτώμενο πρόσωπο ἀπὸ τὸν καπνό. Αὐτὸς ποὺ παίρνει ναρκωτικὰ εἶναι ἐξαρτώμενο πρόσωπο. Γιατί δὲν εἶναι ἐξαρτώμενο πρόσωπο αὐτὸς ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει χωρὶς κρέας; Τὸ παιδὶ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει χωρὶς γάλα. Σοῦ λέει, "Δὲν μπορῶ χωρὶς γάλα." Γιατί; Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ γάλα. Εἶναι ἐξαρτώμενο πρόσωπο. Ἀγαπητοί μου, καὶ ἐσεῖς ποὺ μὲ ἀκοῦτε γιὰ τὰ παιδιά σας. Σπάστε τὴν ἐξάρτηση. Σήμερα, παιδάκι μου, θὰ πιοῦμε τσάϊ. Τσάϊ τοῦ βουνοῦ. Θὰ φᾶμε ψωμὶ καὶ ἐλιές. Ὄχι γάλα. Γιὰ νὰ σπάζουμε αὐτὲς τὶς ἐξαρτήσεις. Δὲν πρέπει νὰ εἴμαστε ἐξαρτώμενα πρόσωπα ποτὲ μὰ ποτὲ μὰ ποτέ. Νὰ εἴμαστε ἀνεξάρτητοι. Νὰ εἴμαστε πάνω ἀπὸ τὶς τροφές. Καὶ νὰ τρῶμε ὅ,τι μᾶς προσφέρεται καὶ ὅ,τι ὑπάρχει.
Καὶ ἡ προφητεία γιὰ τὸ λιμό, ἀγαπητοί μου, αὐτὴ τὴν ὁποία εἶπε ὁ Ἄγαβος, εἶχε πολὺ ἀξία γιὰ πολλὰ πράγματα. Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα, τὸ Ἅγιο, κατεχώρισε τὸ φαινόμενο αὐτῆς τῆς πείνας μέσα στὴν Ἁγία Γραφή. Εἶχε πολὺ ἀξία. Ἀλλὰ τὴν ἀξία αὐτῆς τῆς πείνας ποὺ ἔγινε, πραγματοποιήθηκε, μᾶς τὸ λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ὅτι πραγματοποιήθηκε ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος κ.λπ. Θὰ δοῦμε τὴν ἀξία μιᾶς πείνας γιὰ ἐκείνους ποὺ ξέρουν τὰ δυσάρεστα νὰ τὰ κάνουν ἐργαλεῖα γιὰ τὴν πνευματική τους ζωή, θὰ τὸ δοῦμε αὐτὸ πρῶτα ὁ Θεός, τὴν ἐρχομένη Κυριακή.