†. Όπως αντιληφθήκαμε, αγαπητοί μου, από την ευαγγελική περικοπή, ένα πολύ μεγάλο τμήμα ανεφέρετο εις τον ταλανισμόν των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Έλεγε ο Κύριος: «Οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ...» κ.τ.λ. Και όταν ταλανίζει ο Θεός, είναι κάτι φρικτό. Οι ταλανισμοί αυτοί -δηλαδή «οὐαὶ» θα πει «αλίμονο»,«οὐαὶ» θα πει «αλίμονο»- συνεπώς, «ταλανίζω» και αυτό ακριβώς είναι το φοβερό ότι αυτοί οι ταλανισμοί, δηλαδή «ταλανίζω», λέω «οὐαὶ», λέω «αλίμονο», έχουν και επίκαιρον και εσχατολογικόν χαρακτήρα. Είναι επτά οι ταλανισμοί, τα «οὐαὶ», τα «αλίμονο» που λέει ο Κύριος προς τους Γραμματείς και εις τους Φαρισαίους. Οκτώ βέβαια είναι για την ακρίβεια, αλλά θεωρείται ότι το πρώτο «οὐαὶ» εισήχθη από τον Μάρκον σε μια αντιγραφή. Πάντως, όπως κι αν έχει το θέμα, και εκείνο του Μάρκου που αναφέρεται στο ευαγγέλιο του Μάρκου και εκείνο ο Κύριος το είπε.
Αυτοί οι ταλανισμοί είναι μία προέκτασις έξι ταλανισμών, έξι «οὐαὶ», που λέγει ο προφήτης Ησαΐας εις το πέμπτον κεφάλαιον. Και εκεί ομιλεί ο Λόγος του Θεού, είναι το ίδιο πρόσωπο. Και δια του προφήτου ταλανίζει τότε εκείνους οι οποίοι ήσαν άξιοι ταλανισμού. Όπως, επί παραδείγματι, «όταν», λέγει, «σπρώχνεις, σπρώχνεις τα όριά σου από το χωράφι σου για να πάρεις χωράφι από τον άλλον»· και ούτω καθεξής. Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτά τα «οὐαὶ» βρίσκομε πολλές φορές κι εμείς τον εαυτόν μας γιατί, πώς να το κάνομε, αποτείνονται για τον καθένα από εμάς, όταν για κάποιον λόγο θα φτάναμε να μοιάζομε στη συμπεριφορά με εκείνους προς τους οποίους ο Κύριος απέτεινε το «οὐαὶ». Και τι σημαίνει; «Οἷα κακὰ καὶ οἷος ὄλεθρος πνευματικὸς ἀναμένει ἡμᾶς», λέγει ένας ερμηνευτής. Δηλαδή, «τι κακά, ποια κακά και ποια καταστροφή πνευματική μας αναμένει!».
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί». Σε όλους αυτούς τους ταλανισμούς που ο Κύριος αποτείνει προς τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς, στερεοτύπως επαναλαμβάνεται το «ὑποκριταί». Και «ὑποκριτής» στον χώρο της θρησκείας σημαίνει, όπως λέγει ένας άλλος ερμηνευτής, «ὡς ὑποκρινομένους εὐλάβειαν καὶ ἀρετήν». «Σαν να υποκρίνονται την ευλάβεια και την αρετή, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει» Έτσι, θα λέγαμε, ότι υπάρχει μια ανομοιότητα ανάμεσα στο μέσα και στο έξω. Στο μέσα του ανθρώπου και στο έξω του ανθρώπου. Γι’αυτό, επιτρέψατέ μου αγαπητοί, να δούμε κανα-δυο, όσο ο χρόνος μας πάρει, απ’ αυτούς τους ταλανισμούς, να τους αναλύσομε, διότι, όπως θα δείτε, μας ενδιαφέρουν πάρα πολύ.
Ένας εξ αυτών λέει: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας. Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν». Εδώ ο Κύριος παίρνει ένα παράδειγμα και λέει ότι «εσείς, οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς, τηρούντες κάποιες διατάξεις εντελώς ανθρώπινες, θέλοντας να έχετε κάποιους καθαρισμούς και κάποιους αγνισμούς, νομίζετε πως όταν πλύνετε πολύ καλά τα ποτήρια σας και τα πιάτα σας και να μην αγγίσουν πουθενά σε κάτι το μολυσμένο, αυτό που θα φάτε και θα είναι μέσα στο πιάτο, ότι σας καθιστά καθαρούς. Τυφλέ Φαρισαίε!», λέει ο Κύριος, «Καθάρισε πρώτα το μέσα και το απέξω θα ‘ναι καθαρό.Γιατί; Διότι το μέσα, αυτό που έβαλες στο πιάτο σου να το φας, αυτό το κέρδισες και το έβαλες στο πιάτο σου με αδικίαν. Και φροντίζεις και λες ότι θα είναι καθαρό το πιάτο μου, ενώ το περιεχόμενον του πιάτου είναι ρυπαρόν επειδή το απέκτησες με αρπαγή!». Γι’ αυτό είδατε εδώ ο Κύριος πώς ομιλεί: «Τυφλέ Φαρισαίε! Δεν βλέπεις; Δεν καταλαβαίνεις; Και δεν αισθάνεσαι ότι αυτό είναι μια υποκρισία, το να νομίζεις ότι εξωτερικά θα μπορείς να εμφανίζεσαι σαν καθαρός, σαν άνθρωπος που τηρείς τις διατάξεις της καθαρότητος και του αγνισμού, ενώ στην πραγματικότητα είσαι ένας άδικος, είσαι ένας άρπαγας, δεν το αντιλαμβάνεσαι αυτό;».
Δυστυχώς, αγαπητοί μου, μέσα στον χώρο της ευσεβείας πολλές φορές, συναντούμε μόνο ένα σχήμα ευσεβείας, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Το εσωτερικό μας πολλές φορές είναι απαράδεκτα ρυπαρόν. Κι όμως ο κόσμος έτσι μας βλέπει. Λέγει ο απόστολος Παύλος, γράφει στον Τιμόθεο και του λέγει: «Τοῦτο δὲ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί(:Αυτό να το ξέρεις, ότι τις έσχατες ημέρες - της Ιστορίας εννοεί- θα σταθούν δύσκολοι καιροί)· ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι…» κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. να μην σας τα διαβάσω όλα· παίρνω το πρώτο μόνο, το «φίλαυτοι», διότι η φιλαυτία περιέχει όλα τα παρακάτω τα οποία ο απόστολος Παύλος απαριθμεί.
Και θα κλείσει αυτό που θα πει ότι δηλαδή οι άνθρωποι θα είναι σε φοβερή πνευματική κατάπτωση και παρακμή, και τελειώνει έτσι: «ἔχοντες - ποιοι; Εννοείται οι πιστοί, διότι αυτά λέγονται δια τους πιστούς, πάντοτε δια τους Χριστιανούς- ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι». «Μόρφωσις», θα πει από το «μορφή», δηλαδή ένα καλούπι, δηλαδή μια εξωτερική επιφάνεια. Αυτό θα πει «μορφώνω», «μόρφωσις» κ.λπ. Κάτι που πια έχει σχηματιστεί, έχει φορμαριστεί. Έτσι, μπορεί κανείς να έχει μίαν φορμαρισμένην, θα λέγαμε, ευσέβεια, να φοράει σεμνά ρούχα, να μιλάει σεμνά, να έχει ύφος σεμνό, «στην πραγματικότητα όμως», λέει ο απόστολος Παύλος, «εκείνοι οι οποίοι έχουν αυτήν την μόρφωσιν της ευσεβείας, αυτό το καλούπιασμα της ευσεβείας, έχουν αρνηθεί την δύναμη της ευσεβείας». Ποια είναι αυτή «η δύναμις της ευσεβείας»; Όταν λέμε «είμαι ευσεβής άνθρωπος» σημαίνει «έχω το Πνεύμα του Θεού και συνεπώς πρέπει να έχω την δύναμιν να κινούμαι μέσα εις τον κόσμον, όχι σαν ψόφιος, αλλά σαν δυνατός, να μπορώ να αντιμετωπίζω το καθετί μέσα εις τον κόσμον αυτόν». Δεν είναι αρκετό, λοιπόν, να έχω αυτό το σχήμα μιας ευσεβείας. Πρέπει να λέγω ότι είμαι Χριστιανός και η παρουσία μου και η παρουσία μου, ως παρουσία Αγίου Πνεύματος, να δίνει την αίσθηση μέσα εις τον κόσμον.
Αλλά τι γίνεται; Στην προς Ρωμαίους, λέει ο απόστολος Παύλος: «Μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ». Όταν αρχίζω εγώ, ο άνθρωπος, να έχω μεν αυτήν την μόρφωση της ευσεβείας, το σχήμα της ευσεβείας, αλλά, αλλά να συσχηματίζομαι, προσέξτε το ρήμα «συσχηματίζομαι», «παίρνω το ίδιο καλούπι με τον κόσμο» –σε τι; Σε τι; Όχι στα εξωτερικά μου διότι στα εξωτερικά μου έχω την μόρφωση της ευσεβείας, είμαι σεμνός, είμαι άνθρωπος που δείχνω ότι είμαι άξιος σεβασμού- στην πραγματικότητα, ο συσχηματισμός αυτός είναι στη νοοτροπία. Συσχηματίζομαι με τον κόσμον και σκέπτομαι όπως σκέπτεται ο κόσμος.
Αγαπητοί μου, οι πιο πολλοί σήμερα Χριστιανοί μας, και όταν λέμε «Χριστιανοί μας» δεν εννοώ τον λαό μας, διότι όλοι είμεθα κατά τεκμήριο βαπτισμένοι, εννοώ εκείνοι οι οποίοι επαγγέλονται την ευσέβειαν, εκείνοι οι οποίοι λένε ότι είναι ευσεβείς-ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος από τους ευσεβείς μας ανθρώπους στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σχήμα εξωτερικόν ευσεβείας, εσωτερικά δε ένας συσχηματισμός με τον κόσμον αυτόν. Σας λέγω αλήθεια, είναι εκπληκτικόν το πώς σήμερα οι Χριστιανοί μας σκέπτονται και το πώς ενεργούν, εντελώς εντελώς κοσμικά.
Ο Κύριος πάνω σ’ αυτό κάποτε όταν ερωτήθηκε: «Πότε έρχεται η Βασιλεία του Θεού;», απήντησε ως εξής. Θα σας κάνω, μάλιστα, εδώ μία μικρή διασάφηση. Ότι αυτό που θα σας πω δεν είναι γραμμένο στο ευαγγέλιον. Είναι από τα λεγόμενα λόγια του Κυρίου που διέσωσαν οι αποστολικοί Πατέρες· δηλαδή η πρώτη παράδοσις· που δεν κατεγράφησαν στην Αγία Γραφή- βέβαια, τι να καταγραφεί στην Αγία Γραφή, μόνο τα αναγκαία. Δεν λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Κι άλλα πολλά υπάρχουν που δεν γράφτηκαν γιατί αν έπρεπε όλα να γραφτούν, θα γέμιζαν, δεν θα χωρούσαν τα βιβλία αυτά που θα εγράφοντο σε όλες τις βιβλιοθήκες του κόσμου»; Διασώζει, λοιπόν, ο άγιος Κλήμης Ρώμης, αποστολικός Πατήρ, αυτούς τους λόγους, τρεις είναι, τρεις- ο Κύριος είπε, έδωσε τρεις απαντήσεις, το πότε έρχεται η Βασιλεία του Θεού, πού; Όχι στον κόσμο η Βασιλεία του Θεού, αλλά στον κάθε άνθρωπο. Εξάλλου ο Κύριος είπε ότι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν», «η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας». Πότε, λοιπόν, έρχεται μέσα μου η Βασιλεία του Θεού; Γιατί κάποτε είναι απέξω μου. Όταν την αποδεχτώ, πιστέψω, τότε περνάει μέσα μου.
Πότε περνάει η Βασιλεία του Θεού μέσα μου; Ακούστε τι λέγει ο Κύριος, θα σας πω το ένα από τα τρία: «Ὅταν ἔσται τὸ ἔξω ὡς τὸ ἔσω».«Όταν», δηλαδή, «είναι όμοιο το απέξω με το μέσα».«Τὴν ψυχὴν λέγει τὸ ἔσω», ερμηνεύει εδώ ο άγιος Κλήμης ο Ρώμης, «τὸ δὲ ἔξω τὸ σῶμα λέγει». Τι είναι το «ἔξω»; Το σώμα, αυτό που φαίνεται. Τι είναι το «μέσα»; Είναι η ψυχή. «Ὃν τρόπον οὖν σου τὸ σῶμα φαίνεται, οὕτως καὶ ἡ ψυχή σου δῆλος ἔσται ἐν τοῖς καλοῖς ἔργοις». «Και», όπως λέγει, «με τον τρόπο που το σώμα σου φαίνεται- Πώς κινείσαι; Και σε βλέπουν;- έτσι και η ψυχή σου πρέπει να είναι φανερή στα καλά έργα». Δηλαδή δεν θα υπάρχει υποκρισία. Δεν θα υπάρχει διαφοροποίησις μεταξύ του έξω και του έσω. Αυτά τα δυο θα είναι ταυτισμένα. Ό,τι είναι το μέσα θα είναι και το έξω. Ό,τι είναι το έξω, θα είναι και το μέσα.
Λέει ο άγιος Κλήμης -δηλαδή ο Κύριος το λέγει και διασώζει ο άγιος Κλήμης- είναι στη δευτέρα του επιστολή προς Κορινθίους, στην δωδεκάτη παράγραφο. Έτσι βλέπομε, αγαπητοί μου, εδώ ότι πρέπει να υπάρχει αυτό. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε: «Οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε» κ.τ.λ. Ακόμη, και κάτι άλλο: Είναι, όπως λέγει ένας άλλος Πατέρας της Εκκλησίας μας, «τὸ ἀνθρωπίναις παραδόσεσιν ἀκολουθοῦντες». Ενώ πήραμε το Ευαγγέλιον, όπως και οι Εβραίοι, ο λαός του Θεού πήρε τον νόμο, όμως, ο νόμος αυτός και οι εντολές του Θεού εξελίχτηκαν σε ανθρώπινες παραδόσεις, έτσι κι εδώ, όταν εμείς γνωρίσαμε το Ευαγγέλιον, εμείς, οι Έλληνες, βεβαίως μας βρήκε να έχομε κάποιες παραδόσεις ειδωλολατρικές, έναν τρόπο ζωής. Κι ενώ δεχτήκαμε το Ευαγγέλιον, περιέργως συνεχίζομε να έχομε και εκείνα που είχαμε πριν γνωρίσουμε το Ευαγγέλιον.
Και το ακόμη χειρότερον, ότι, ενώ έχουν περάσει 2000 χρόνια -για μας μιλάω, τους Έλληνες- δεν έχομε ξεχάσει, αγαπητοί μου, εκείνα που είχαμε τότε που οι πρόγονοί μας ζούσαν και το χειρότερο, σας λέγω, ότι προσπαθούμε όλα αυτά, ως παραδόσεις εθνικές, να τα αναβιώσομε… Και το να γνωρίζομε την ιστορία μας, κανείς δεν αντιλέγει. Το να θέλομε να φέρομε ειδωλολατρικές συνήθειες, ή να συμπλέξομε την ευσέβεια με ειδωλολατρικά πράγματα της πρώτης μας ζωής, αυτό είναι φοβερό!Είναι φοβερό! Δεν μπορούμε να μιλάμε πια για μια ευσέβεια! Δεν μπορεί κανείς να λέει: «Είμαι ευσεβής» και να ακολουθεί αυτά τα πράγματα. Αν ρίξετε μια ματιά στην ύπαιθρο, αλλά και δυστυχώς τα Μέσα Ενημερώσεως τονίζουν όλως ιδιαιτέρως αυτές τις καταστάσεις, θα δείτε, φερειπείν, προχθές, του Λαζάρου, βγαίνουν τα παιδάκια να ψάλουν τα κάλαντα. Και εκεί βλέπετε να συμπλέκονται -να συμπλέκονται!- ειδωλολατρικά πράγματα ή μαγικά. Πώς το κάνομε αυτό; Έτσι, είναι ακόμα εκείνο που δεν ταιριάζει με μας, το ότι διατηρούμε αυτές τις εθνικές, δηλαδή ειδωλολατρικές παραδόσεις.
Ακόμα, υπάρχει και ένας εξωτερικός τυπικισμός στη ζωή μας, δηλαδή κάτι που, εξωτερικά μεν, έχουμε κάποια σχέση με τον Θεό, με έναν τυπικισμό, πάμε στην Εκκλησία, λέμε καλά λόγια, λέμε ότι πιστεύομε, στην πραγματικότητα δεν έχομε καμία σχέση με τον Θεό. Κι όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ὑμεῖς», λέγει, δηλαδή ερμηνεύει τον λόγο του Κυρίου που λέγει εις τους Φαρισαίους, «ὑμεῖς(:εσείς), τὰ γὰρ μικρὰ καὶ ἔξω φυλάττοντες, τῶν μεγάλων καὶ ἔνδον ἀμελεῖτε». «Εκείνα που είναι μικρά και εξωτερικά, αυτά μετά πάσης ευλαβείας τα φυλάτε. Εκείνα που είναι μεγάλα και εσωτερικά, που μπορεί να είναι φοβερά πάθη μες στην ψυχή, αυτά», λέγει, «γι’ αυτά δεν φροντίζετε». Βλέπει κανένας, λοιπόν, ότι τα πράγματα δεν είναι σωστά. Δεν πρέπει να είναι έτσι. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι πρέπει να καλλιεργούμε τον έσω άνθρωπο, που να ταυτίζεται με τον έξω. Γιατί αλλιώτικα αποτείνεται σε μας ο Κύριος και ανήκει σε μας αυτό το φοβερό «Οὐαὶ» που είπε. Αυτό το φοβερό «αλίμονον».
Επιτρέψατε να πάρομεν έναν ακόμη ταλανισμόν: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν». «Αλίμονό σας, γιατί κλείνετε την πόρτα της Βασιλείας του Θεού μπροστά στους ανθρώπους, δεν τους αφήνετε να μπουν στη Βασιλεία του Θεού και, ενώ εσείς δεν μπαίνετε, εμποδίζετε και εκείνους οι οποίοι θέλουν να μπουν». Φρικτός, φρικτός, αγαπητοί μου, ταλανισμός! Και πάντοτε- δυστυχώς!- επίκαιρος σε κάθε εποχή! Είναι όταν οι διανοούμενοι, οι λεγόμενοι «πνευματικοί» - το «πνευματικοί» εντός εισαγωγικών το βάζω, γιατί δεν έχουν καμία σχέση με το Πνεύμα το Άγιον- οι λεγόμενοι «πνευματικοί άνθρωποι», οι λεγόμενοι «άνθρωποι των Γραμμάτων» όχι μόνο δεν κατανοούν το πρόσωπον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το Οποίον δεν θέλουν να δεχθούν, δεν θέλουν να πιστέψουν, αλλά και εμποδίζουν να πιστέψουν οι καλοπροαίρετες ψυχές.
Έτσι θα τους δείτε -σε κάθε εποχή, σας λέγω- να προβάλουν ποικίλες ψευδείς θεωρίες,ψευδείς φιλοσοφικές θέσεις και να διαστρέφουν την Ιστορία ακόμη, μόνο και μόνο για να αποτρέψουν τους ανθρώπους από την πίστη εις τον Ιησούν Χριστόν. Δεν αφήνουν να μπουν εις την Βασιλεία του Θεού. Μιλάνε, επί παραδείγματι, για θεωρίες περί της αιωνιότητος της ύλης, ότι ο κόσμος έγινε μόνος του, ενώ η Γραφή λέγει ότι ο Θεός έκανε τον κόσμον, μιλάνε για την «αυτόματον γένεση», λένε ότι η ζωή μόνη της ξεπετάχτηκε από τη νεκρά ύλη, μιλάνε για τη «θεωρία της εξελίξεως», ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τα ζώα, ακόμα μιλάνε για μια ελευθερία στο σεξ και παραβλέπουνε εκείνα τα οποία λέγει ο Θεός, σου λέγει «με βάση την επιστήμη, εμείς μιλάμε», ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ότι το θέμα αυτό -παρακαλώ θα παρακαλέσω να το καταλάβουμε, αφού λέγεται ότι θα μπει και ως μάθημα στα σχολεία η γενετησία διαπαιδαγώγησις- δεν είναι αρκετό το θέμα να ειπωθεί μόνον από επιστημονικής πλευράς.Πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται και με θέματα που να το κατοχυρώνουν και πνευματικά. Και δεν υπάρχει άλλη κατοχύρωσις από την ευαγγελική κατοχύρωση, την πνευματική.
Διότι όταν πεις: «Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από τι; Αποτελείται από τούτο, εκείνο, εκείνο… Να του κάνομε ανατομία. Να πούμε ότι έχει αυτά τα όργανα, ότι γίνονται έτσι κι έτσι…» - δεν είναι αρκετό γιατί απλούστατα μία τέτοια, μία τέτοια, θα λέγαμε, διδασκαλία στα παιδιά την πονηρία θα υπεγύρει, αλλά ωφέλεια δεν θα υπάρξει.Με τι πρέπει να συνοδεύεται; Με μίαν πνευματικήν κατοχύρωσιν. Ο καθηγητής που θα πει στα παιδιά ότι το ανθρώπινο σώμα έχει αυτήν την ανατομία και αυτήν την λειτουργικότητα, πρέπει να πει ταυτόχρονα ότι έχομε μία θέση που μας απεκαλύφθη και είναι παραπέρα από εκείνα τα οποία εμείς βλέπομε στην ανθρωπίνη κατασκευή. Ότι το ανθρώπινον σώμα είναι ναός που κατοικεί το Πνεύμα του Θεού. Αν αυτό το πράγμα ειπωθεί και ότι αυτό το σώμα κάποτε θα αναστηθεί και δεν μπορεί να κουβαλάει μαζί του σαρκικά αμαρτήματα…
Ναι! Συμφωνούμε, θα διαφωτίσουμε τα παιδιά μας, θα τους πούμε τους κινδύνους που μπορεί να διατρέχουν. Αλλά δεν είναι αρκετό, πρέπει να τους πούμε ότι πρέπει να υπάρχει και μια εξ αποκαλύψεως πνευματική κατοχύρωση. Και τότε μπορούμε να έχομε μιαν ασφάλεια. Όταν, όμως, αυτό το πνευματικό στοιχείο, που μας έφερε ο Κύριος εις τον κόσμον, μας δίδαξε η Γραφή, το βγάζομε, και κρατούμε μόνο το πρώτο, μια ανατομία, στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να εμποδίσομε τους ανθρώπους να μπουν στην Βασιλεία του Θεού. Και ενώ τους κάνομε κάποιες επεξηγήσεις για να μη χαθούν, στην πραγματικότητα τους σπρώχνομε για να χαθούν…! Κι όπως λέγει ένας παλιός, αρχαίος σχολιαστής: «Εἰ τὸ μὴ εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν κατηγορία, τὸ καὶ κωλύειν ἄλλους, ποίαν ἔχει συγγνώμην;». «Εάν είναι άξιον κατηγορίας το να μην μπεις στη Βασιλεία του Θεού, πόσο χειροτέρα είναι η περίπτωση και ποια συγχώρεση θα έχεις αν εμποδίσεις και άλλους να μπουν εις την Βασιλείαν του Θεού;».
Κάπου, κάπου εδώ, στο θέμα αυτού του ταλανισμού, αυτού του «οὐαὶ», ε, φοβάμαι ότι βρίσκονται και πολλοί γονείς· οι οποίοι, ούτε οι ίδιοι ζουν πνευματική ζωή, κι αν κάποτε τα παιδιά τους ζουν θεοφώτιστα και θέλουν να ζήσουν μια πνευματική ζωή, τα εμποδίζουν. Πολύ φοβάμαι ότι σ΄ αυτόν τον ταλανισμόν βρίσκονται και γονείς. Βρίσκονται και διδάσκαλοι, δηλαδή εκπαιδευτικοί, που μπορούν ακόμη να εμποδίσουν. Λυπούμαι, θα πω και κάτι ακόμα φοβερό: Ίσως βρίσκονται και κληρικοί· που ενώ οι ίδιοι δεν μπαίνουν στη Βασιλεία του Θεού, εμποδίζουν, όμως, να εισέλθουν εκείνους που το Πνεύμα του Θεού τους κατέστησε διαχειριστάς ανθρωπίνων ψυχών.
Αγαπητοί μου, όταν οι άνθρωποι μάς πουν ένα «αλίμονο», έχει, βέβαια, αυτό μια βαρύτητα: «Αλίμονό σου!». Έχει μία βαρύτητα. Αν, όμως, αυτό το «αλίμονο», αυτό το «οὐαὶ» μας το πει ο Θεός, τότε πόσο περισσότερο μπορεί να κοστίζει αυτό; Στη Γραφή υπάρχει το «εὖ» και το «οὐαὶ». «Εὖ» θα πει «καλώς», θα πει «μπράβο». Και το «οὐαὶ» θα πει «αλίμονο»! Και τα δυο αυτά, αγαπητοί μου, τα είπε ο Κύριος. Θυμηθείτε εκεί στην παραβολή, που λέει ο Κύριος: «Εὖ, δοῦλε πιστὲ καὶ ἀγαθέ, σε λίγα ήσουν πιστός, σε πολλὰ θα σε καταστήσω. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Και ποια είναι αυτή η χαρά του Κυρίου; Η Βασιλεία του Θεού. «Μπράβο! Μπράβο! Καλώς έζησες και επολιτεύθης στη ζωή σου. Μπράβο! Έλα τώρα στη Βασιλεία του Κυρίου σου». Είναι και το «οὐαὶ» . «Αλίμονό σας!»·που το «αλίμονο», αγαπητοί μου, στέλνει στην Κόλαση... Έτσι, μας προβάλλονται, από τους λόγους του Κυρίου ένα «εὖ» και ένα «οὐαὶ». Εμείς, ας διαλέξουμε τι μας συμφέρει…
🔸21η🔸 ομιλία στην κατηγορία " Ὁμιλίες Μεγάλης Ἑβδομάδος".
†. Εις τους Όρθρους των τεσσάρων πρώτων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος, αγαπητοί μου, ψάλλεται στην Εκκλησία μας το εξής ωραιότατον, αλλά και βαθύτατον σε νοήματα, εξαποστειλάριον: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με».
Το εξαποστειλάριο αυτό είναι εμπνευσμένο από την παραβολή του Κυρίου που αναφέρεται εις τους γάμους του υιού του βασιλέως. Και εκεί βλέπουμε ότι αφού οι καλεσμένοι απεποιήθησαν την πρόσκλησιν, τότε- και μάλιστα εκακοποίησαν και τους δούλους που τους εκάλεσαν- τότε ο βασιλεύς, που είχε τους γάμους του υιού του, λέγει στους δούλους:
Αυτόν, λοιπόν, τον νυμφώνα βλέπει ο ποιητής μας, από τον οποίον, σας είπα, εμπνέεται και ενώ τον επιθυμεί, όμως διστάζει να εισέλθει, γιατί δεν έχει αυτήν την ειδική, του γάμου, στολή. Γι’ αυτό λέγει: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, στολισμένον, αλλά, δυστυχώς, δεν έχω ένδυμα κατάλληλον δια να εισέλθω εις αυτόν. Γι’αυτό, Σε παρακαλώ, για να μην πάθω ό,τι έπαθε εκείνος ο δούλος, ο επισκέπτης, ο καλεσμένος εκείνος, ώστε να μπει χωρίς την κατάλληλη στολή, Σε παρακαλώ, λοιπόν, λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, έλα να μου λαμπρύνεις και να μου στολίσεις και να μου καθαρίσεις την στολήν της ψυχής και έτσι να μπορώ να εισέλθω εις τους γάμους».
Εδώ ομιλεί, τόσο η παραβολή, όσο και ο ποιητής μας περί νυμφώνος. «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω». Τι είναι αυτός ο «νυμφών»; Είναι ο γαμήλιος χώρος. Εκεί που βρίσκεται ο νυμφίος και η νύμφη. Αν θέλετε ακόμη είναι το δωμάτιον, να το πούμε απλοελληνικά η κρεβατοκάμαρα των νεονύμφων. Εδώ είναι η Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι ο «νυμφών». Και, όπως λέγει ο Ζιγαβηνός, είναι η μυστική συνάφεια του Υιού προς την Εκκλησίαν των πιστών. Εκείνη η μυστική συνάφεια. «Μυστική» δεν θα πει κρυφή. Από το «μύστης» και «μυσταγωγία» και «μυστήριον». Εκείνη η ένωσις των πιστών με τον Υιό του Θεού.
Το ίδιο πράγμα τονίζει και ο Απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους Εφεσίους: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν». Ποιο μυστήριον; «Ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς Ἐκκλησίαν».Δηλαδή το μυστήριον της ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας, του οποίου μυστηρίου τύπος –μυστήριον- είναι ο γάμος των ανθρώπων. Τύπος – μυστήριον· του μεγάλου μυστηρίου ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας.
Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει στο βιβλίο της «Ἀποκαλύψεως» που βλέπει ακριβώς την Βασιλεία του Θεού σαν ένα δείπνο όπως ο Κύριος λέγει εδώ στην παραβολή: «Μακάριοι οἱ εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ Ἀρνίου κεκλημένοι» · δηλαδή οι καλεσμένοι. «Ευτυχισμένοι αυτοί που κλήθηκαν στο δείπνο του Αρνίου».
Αλλά και αυτός ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος αποκαλεί τον Ιησούν «Νυμφίον». «Τι άλλο θέλω», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, «παρά να χαρώ. Χαίρομαι. Είμαι ο φίλος του Νυμφίου. Και όταν ο Νυμφίος έχει την νύμφη, εκείνος χαίρεται. Και ο φίλος του Νυμφίου, εγώ, δηλαδή, ο Ιωάννης, είμαι χαρούμενος προς τούτο».
Αλλά και αυτός ο Ίδιος, αγαπητοί μου, ο Κύριος αποκαλεί τον Εαυτόν Του «Νυμφίον». Λέγει σε μια περίπτωση, όταν επέπληξαν τους μαθητάς Του οι Φαρισαίοι, λέγοντας : «Γιατί δεν νηστεύετε; Όπως νηστεύουν οι μαθηταί του Ιωάννου και οι δικοί μας οι μαθηταί;». Τότε ο Κύριος επεμβαίνει και λέγει: «Μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος πενθεῖν ἐφ᾿ ὅσον χρόνον μετ᾿ αὐτῶν ἐστιν ὁ νυμφίος;». «Μπορούν», λέγει, «να πενθούν τα παιδιά του Νυμφώνος» -γιατί όλοι εμείς οι πιστοί είμαστε παιδιά του Νυμφώνος- «μπορούν να πενθούν όταν μαζί τους είναι ο Νυμφίος;».«Ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν». «Θα ‘ρθουν μέρες που θα φύγει, που θα σηκωθεί, θα φύγει ο Νυμφίος από αυτούς και τότε θα νηστέψουν. Δηλαδή, ενόσω είμαι Εγώ μαζί τους, γιατί να νηστεύσουν; Έχουν καιρό. Θα νηστεύσουν, όταν Εγώ θα φύγω». Είδατε, λοιπόν, εδώ ότι αυτός ο Ίδιος ο Κύριος αποκαλεί και ονοματίζει τον εαυτόν Του Νυμφίον. Βέβαια, εξυπακούεται κάποια νύμφη. Και η Νύμφη αυτή είναι η Εκκλησία.
Εξάλλου αυτό ολόκληρο το βιβλίο του «Ἄσματος Ἀσμάτων» στην Παλαιά Διαθήκη θεωρεί- εκείνο το βιβλίο που αναφέρεται σε εκείνον και σε εκείνη, δεν έχει τι άλλο παρά εκείνον-εκείνη- και γίνεται ένας διάλογος και υπάρχουν γεγονότα ανάμεσα σε εκείνον και εκείνη. Δεν είναι παρά ο Νυμφίος του Ισραήλ, της παλαιάς Εκκλησίας. Δηλαδή, του λαού του Ισραήλ· διότι «ἐκκλησία» ελέγετο. Αλλά εκείνη, ως νύμφη, «νυμφίος» ο Θεός, ο Κύριος του Ισραήλ, «νύμφη» ο λαός του Ισραήλ, αλλά εκείνη η νύμφη ηθέτησεν. Και έτσι ανανεώνει την νύμφη, και δεν είναι παρά αυτή η Εκκλησία.
Και βλέπει κανείς στο βιβλίο «Ἆσμα Ἀσμάτων» να γίνεται όλη αυτή η προβολή του Νυμφίου και της νύμφης. «Κι όλα αυτά», όπως λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ἵνα μάθῃς τοῦ Θεοῦ τὴν κηδεμονίαν (:πόσο φροντίζει ο Θεός για σένα),τὸν πόθον τόν περὶ ἡμᾶς(: πόσο ποθεί για μας, πόσο μας αγαπά), τῶν πραγμάτων τὴν φαιδρότητα ὡς οὐδὲν λυπηρὸν ἔχειν, οὐδὲν σκυθρωπόν, ἀλλὰ πάντα χαρᾶς γέμει πνευματικῆς(: αυτός ο Νυμφώνας είναι γεμάτος από χαρά πνευματική, δεν υπάρχει εκεί τίποτα το θλιβερόν, το σκυθρωπόν, όλα εκεί είναι χαρούμενα, να δεις πόσο μας αγαπά ο Θεός)».
Και λέγει ο ποιητής, ο συντάκτης αυτού του εξαποστειλαρίου: «Τὸν Νυμφῶνα Σου βλέπω». «Τὸν Νυμφῶνα Σου βλέπω». Βλέπει; Πώς τον βλέπει; Δια των Γραφών και δια της πίστεως. Όταν μελετάει τις Γραφές, εκεί έχει την αίσθησιν του Νυμφώνος. Θα χρησιμοποιήσω αυτήν την ωραία λέξη, το ωραίο ρήμα που ακούσαμε προ ολίγου στο τροπάριο της Κασσιανής: «Αἰσθομένη», λέγει, «την θεότητά Σου»·δεν μπορούσε να την βλέπει διότι ο Θεός δεν βλέπεται, ούτε οράται, ούτε ψηλαφάται- μόνο η ανθρωπίνη φύσις ήτο ορατή και ψηλαφητή– «όμως εκείνη, η γυναίκα η πόρνη που Σου ‘πλυνε, Κύριε, τα πόδια με τα μύρα και τα δάκρυα, αἰσθομένη Σου την θεότητα –ένιωσε, αισθάνθηκε· αυτό το «αισθάνομαι», είναι ακριβώς που παίρνει ο άνθρωπος κάτι σαν αίσθημα, κάτι που ανήκει εις τον χώρο του βιώματός του, όταν μελετάει τις Γραφές.Γιατί έρχεται το Πνεύμα του Θεού να τονίσει αυτήν την αίσθησιν. Και υπάρχει και η πίστις. Και έτσι, καιδια των Γραφών και δια της πίστεως ο ιερός υμνογράφος βλέπει τον Νυμφώνα όπως τον βλέπει και κάθε πιστός. Έτσι, βλέποντας τον Νυμφώνα, γεννάται ο πόθος της Βασιλείας του Θεού. Έτσι γεννάται ο πόθος οράσεως του προσώπου του Ιησού Χριστού.
Και αυτό το «βλέπω» που λέγει ο ιερός υμνογράφος είναι καθημερινό· που κάνει τον κάθε πιστό να σηκώνει τα μάτια ψηλά στον ουρανό και να επιθυμεί τους εκεί χώρους. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε», λέγει ο ιερός συγγραφεύς της προς Εβραίους επιστολής, «μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». «Δεν έχουμε εδώ πατρίδα, αλλά την μελλοντική επιζητούμε, εκείνη που θα έρθει». Γι’αυτό ο ίδιος λέγει λίγο πιο πάνω: «Οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι (:Εκείνοι που έτσι εμφανίζονται, εκείνοι που έτσι μιλούν, προφανώς δείχνουν ότι γυρεύουν πατρίδα)». Και η πατρίδα είναι εκεί. Δεν είναι εδώ ο Νυμφών. Είναι εκεί. Δεν είναι εδώ ορατή η Βασιλεία του Θεού. Είναι εκεί. Εδώ είναι ορατή η Βασιλεία του Θεού ως Εκκλησία.
Προσέξατε την παραβολήν, ότι «ἐκλήθησαν», λέγει, «ἀγαθοί καί πονηροί». Έπρεπε, όμως, να καθαριστούν για να μπουν όλοι μέσα εις τον Νυμφώνα. «Ἀγαθοί καί πονηροί». Γι’αυτό μέσα στην Εκκλησία, την ιστορική τώρα Εκκλησία, θα λέγαμε την ιστορική Βασιλεία του Θεού, αυτή που είναι μέσα στην Ιστορία, βλέπει κανείς αυτά που βλέπει και που δεν πρέπει να σκανδαλίζεται.Αν γνωρίζει καλά πώς είναι τοποθετημένη η Βασιλεία του Θεού πάνω στη γη. Μαζεύει και τους αγαθούς και τους πονηρούς.
Σας θυμίζω εκείνο που λέγει ο Κύριος σε μια από τις παραβολές που θέλει να δείξει την Βασιλεία Του πάνω στη γη. «Πώς», λέγει, «να παρομοιάσω την Βασιλεία του Θεού; Με μία σαγήνη, με ένα δίχτυ, που πιάνει ψάρια καλά και όχι καλά. Και σαπρά, όχι καλά, δευτέρας ποιότητος. Πέφτει το δίχτυ μέσα στη θάλασσα του κόσμου, πιάνει ψάρια. Σύρονται τα ψάρια εις την ξηράν. Εκεί γίνεται η διαλογή». Μη μας σκανδαλίζει, αγαπητοί μου, το ότι μέσα στην Εκκλησία, από τους κληρικούς μέχρι τους λαϊκούς, που υπάρχει αυτή η φοβερή διαφοροποίηση ποιότητος. Μη μας σκανδαλίζει. Θα έρθει η ημέρα των λογαριασμών. Θα έρθει η ημέρα της διαλογής.
Και πώς βλέπει εδώ ο ποιητής τον Νυμφώνα του Σωτήρος; «Κεκοσμημένον». Δηλαδή, στολισμένον. Είναι όλα εκείνα τα στολίδια της πόλεως του Θεού που βλέπει ο ιερός ευαγγελιστής Ιωάννης και καταγράφει –εν οράματι βλέπει- και καταγράφει εις το βιβλίον της «Αποκαλύψεως». Είναι όλη η δόξα του Χριστού. Είναι όλος ο πλούτος των αρετών, της αγιότητος των αγίων. Είναι η απέραντη ευφροσύνη των κατοίκων της πόλεως του Θεού. Είναι το μέγα στολίδι της αιωνίου ζωής. Εκείνο που τόσο ποθεί ο άνθρωπος: «Γιατί να πεθαίνω; Γιατί να πεθαίνω; Και να πεθαίνω τόσο άθλια;»· που ο καθένας να αισθάνεται τα τέλη του- τα βιολογικά τουλάχιστον- αν όχι τα πνευματικά. Τα βιολογικά του τέλη ποια μπορεί να είναι και πώς μπορεί να είναι… Έτσι εκεί βλέπει το μεγάλο αυτό στολίδι της αιωνίου ζωής: Δεν υπάρχει εκεί ο θάνατος, ούτε η θλίψις, ούτε η παροδικότης, ούτε ό,τι άλλο συνοδεύει τον επίγειον αυτόν θάνατον· και η ματαιότητα. Δεν υπάρχει τίποτε εκεί.
Και βλέπει κεκοσμημένον τον Νυμφώνα ο ιερός ποιητής, αλλά αναφωνεί και λέγει: «Καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ». «Δεν έχω ένδυμα να μπω μέσα εις αυτόν». Δηλαδή βλέπει ότι εκείνος ο χώρος είναι ένας σπουδαίος, που απαιτεί κάποιο ειδικό ένδυμα, που εκείνος που μπήκε –από την παραβολή τώρα- χωρίς να έχει αυτό το ειδικόν ένδυμα, ετιμωρήθη πολύ σκληρά. Φοβείται μεν ο ιερός συντάκτης και λέγει ότι επιθυμεί μεν να εισέλθει, αλλά στερείται του καταλλήλου ενδύματος.
Τι είναι αυτό το «ένδυμα του γάμου»; Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Ἔνδυμα; Βίος ἐστὶν καὶ πρᾶξις». Αυτό είναι το ένδυμα. Ο βίος και η πράξις. Πώς ζεις. Ποια είναι ο βίος σου και η πολιτεία σου. «Ἔστιν δὲ τοῦτο, βίος καθαρὸς καὶ λαμπρός», λέγει ο Ζιγαβηνός. «Τρόπον χιτῶνος ὑφυφασμένος ἐξ ἀρετῶν». Τι είναι αυτό το ένδυμα; Είναι λέγει ο καθαρός και λαμπρός βίος. Είναι ένας τρόπος που ο χιτώνας αυτός είναι υφασμένος με αρετές. Και λέγει ο ίδιος αρνητικά: «Οὐκ ἔνδυμα δὲ γάμου; Βίος ρυπαρὸς καὶ ἀκάθαρτος». Ποιο είναι εκείνο το «Δεν έχω ένδυμα γάμου»;Είναι ο ρυπαρός βίος. Είναι ο ακάθαρτος βίος.
Ο Αδάμ, αγαπητοί μου, στον Παράδεισον είχε και φορούσε τον χιτώνα της θεώσεως. Γι’αυτό «οὐκ ἠσχύνετο» –το τονίζει ιδιαιτέρως αυτό η Γραφή- «δεν ήτο γυμνός· ήτο περιβεβλημένος την θεία δόξα». Αλλά όταν ημάρτησε, εξεδύθη αυτόν τον χιτώνα της θεώσεως. Κι έμεινε γυμνός. Τότε αντελήφθη ότι είναι γυμνός. Όχι ότι κάτι άλλαξε, θα λέγαμε, κάτι άλλαξε -ναι· ήταν ντυμένος και έμεινε γυμνός. Αν κάποια στιγμή, για συλλάβετέ το αυτό, είμεθα όλοι ντυμένοι, κάποια στιγμή κάνετε μια σκέψη και πείτε, δεν ξέρω γιατί και πώς μπορούμε να το πούμε αυτό: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Σ’ αυτό το, σ’ αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Μας προκαλείται ένας φόβος, μια ντροπή: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;».Αγαπητοί μου, ο Αδάμ ήταν ντυμένος· με την θεία δόξα. Όταν όμως την έχασε μόλις αμάρτησε, τότε ντύθηκε με τον δερμάτινο χιτώνα·ο οποίος «χιτών» είναι η α-λογία. Η α-λογία. Άλογος. Γιατί τι είναι ο χιτών ο δερμάτινος; Από ένα ζώο… Ντύθηκε, λοιπόν, την α-λογία. Όχι δηλαδή την ελ-λογία. Είχε την ελ-λογία. Την έχασε και απέκτησε την αλογία.
Στο βάπτισμα ξαναπήραμε την παλιά μας στολή. Θυμηθείτε την παραβολή του Ασώτου Υιού που λέει «Φέρατε την στολήν την πρώτην». Αυτή είναι η στολή η πρώτη. Αυτή που φορούσε ο Αδάμ πριν αμαρτήσει και τώρα ξαναέρχεται αυτή η στολή με το βάπτισμα. Και αυτήν την στολή, την πρώτη, που την πήραμε όλοι, κάποια στιγμή –τι τραγικό για μας!- την ξαναλερώσαμε. Και την λερώνομε διαρκώς! Γι’αυτό ο ιερός συντάκτης λέγει: «Πώς να μπω; Επήρα καθαρό χιτώνα στο βάπτισμα, αλλά τον ξαναλέρωσα τον χιτώνα μου, τον ξαναβρώμισα τον χιτώνα μου»· κι έτσι βλέποντας εκείνον τον κάποιον της παραβολής και φοβάται, αισθάνεται να μιλάει πολύ έντονα ο Κύριος του δείπνου: «Ἑταῖρε -φίλε-, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;». Η τιμωρία δε: «Δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». Είναι η κόλασις.
Γι’αυτό ο ιερός ποιητής λέγει: «Κύριε, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, «έλα να με καθαρίσεις· αφού ο πόθος της εισόδου υπάρχει, τότε καθάρισέ μου, Κύριε, την ψυχήν, έλα να με καθαρίσεις» –τούτο σημαίνει: «Βοήθησέ με να μετανοήσω». Είναι το δεύτερον βάπτισμα. Εκείνον τον χιτώνα τον άρρυπον που πήραμε στο βάπτισμα μπορούμε να τον στέλνομε στο καθαριστήριον που λέγεται «μυστήριον Ιεράς Εξομολογήσεως».Αυτή είναι η φιλανθρωπία του Θεού· και μόνον εάν εγίνετο αυτή η ανάκλησις από τον αρχαίον Αδάμ, με μόνο το βάπτισμα, χωρίς να υπάρχει άλλη ανάκλησις, θα λέγαμε ότι ο Θεός θα ήταν γεμάτος και σοφία και αγάπη.
Αλλά εδώ βλέπει κανείς το βάθος της αγάπης του Θεού.Ξέρει ότι έχουμε αδυναμία. Εβαπτίσθημεν, αλλά είμεθα αδύναμοι. Είναι εκείνο που είπε ανασταίνοντας την κόρη του Ιαείρου: «Δώσατέ της να φάει. Γιατί ανεστήθη, αλλά πρέπει να φάει, για να δυναμώσει».
Ο άνθρωπος, λοιπόν, δέχεται τον παλαιόν χιτώνα, την πρώτη στολή, αλλ’ είναι αδύναμος. Πρέπει να σταθεί στα πόδια του. Μέχρι που να σταθεί, πόσες φορές θα ρυπάνει τον χιτώνα του βαπτίσματος… Γι΄αυτό, λοιπόν, έδωκε η αγάπη του Θεού το δεύτερον βάπτισμα, το διαρκώς και διαρκώς και διαρκώς επαναλαμβανόμενον, το μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως. «Σου ζητώ, Κύριε», ως να λέγει ο ποιητής, «βοήθησέ με να μετανοήσω. Βοήθησέ με, με τα δάκρυα της μετανοίας σαν άλλη κολυμβήθρα να μπορέσω να αποπλύνω αυτόν τον χιτώνα της ψυχής. Να τον λαμπρύνω με τη μυστηριακή ζωή. Να έχω μία διαρκή νήψι. Νήψι. Ήτα -περισπωμένη -γιώτα. Από το ‘’νήφω’’· που θα πει, κατ’ επέκτασιν, έχω καθαρό –η αρχική σημασία είναι εγκρατεύομαι από το κρασί- έχω καθαρό νου και καθαρή καρδιά. Να ‘χω μια διαρκή νήψη. Κάθε μου πράξη να την διαποτίζει η αγάπη. Να μην είναι οι αρετές πράγματα ξεκάρφωτα. Ποτισμένες όλες από την αγάπη, για την αγάπη Σου. Να είναι κάτι που ξεκινάει από Σένα». Κι αυτό το έργον είναι αφενός μεν έργον της θείας χάριτος, αφετέρου δε έργο δικό μας, έργο του κάθε πιστού. Αν δεν ήταν έργο του κάθε πιστού, τότε γιατί εδέχθη τον έλεγχον εκείνος ο καλεσμένος της παραβολής που του είπε: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ και δεν έχεις χιτώνα γάμου;»;
Και αποτείνεται και τελειώνοντας ο ποιητής το ποίημά του στον Κύριον και Του λέει: «Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με». Λέγεται ο Χριστός «φωτοδότης», γιατί; Γιατί Αυτός δίδει το άκτιστον Φως στους πιστούς, εκείνοι που είναι άξιοι. Μην ξεχνάμε ότι στην Βασιλεία του Θεού –αλήθεια, το σκεφτήκατε;- όταν θα αναστηθούμε, για να δείτε πώς έχουν τα πράγματα, θα αναστηθούν τα παλιά μας, αλλά ανακαινισμένα πια σώματα. Αυτά τα σώματα θα φορούν ρούχα; Το σκεφτήκατε; Ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του δεν φορούσε ρούχα. Εξάλλου, έμειναν στο μνημείον. Αλλά στα μάτια των μαθητών και του κόσμου που Τον είδαν, Τον είδαν με ρούχα. Ο Χριστός δεν φορούσε πια ρούχα. Και στη Βασιλεία του Θεού δεν θα φοράμε ρούχα. Τα ρούχα μας, τα ιμάτια αυτά είναι ένα μεταπτωτικό στοιχείο. Στη Βασιλεία του Θεού όταν θα αναστηθούμε θα φοράμε εκείνη την θεία δόξα που είχε ο Αδάμ μέσα εις τον Παράδεισον. Γι’ αυτό λέγεται Φωτοδότης, θα δώσει αυτή την δόξα και θα είμεθα ντυμένοι με αυτήν την δόξα, και είναι αυτή η θέωσις. Και η θέωσις είναι τεκμήριον της σωτηρίας. Σωτηρία δε και θέωσις δίνεται μόνον από τον Χριστόν-γι’αυτό και ονομάζεται «Σωτήρ» και «φωτοδότης».
Αγαπητοί μου. Δυο πράγματα πρέπει να βλέπει ο κάθε πιστός. Πρώτον· τον Νυμφώνα του Χριστού, που είναι η Βασιλεία Του και δεύτερον, τον ρυπαρό του χιτώνα, που δεν είναι παρά μια βαθιά, βαθιά αυτογνωσία του ρυπαρού του βίου. Το πρώτο θα είναι ένα διαρκές κίνητρο, το να βλέπει τον Νυμφώνα, για να διορθώνεται το δεύτερο, δηλαδή ο ρυπαρός βίος. Και αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση της ελπίδος, ότι θα προσπαθήσομε, θα παρακαθίσομε κάποτε σε εκείνο το μακαριστό δείπνο της Βασιλείας του Θεού, ότι θα εισέλθομε εις τον Νυμφώνα του Χριστού που είναι η αιωνία ένωσίς μας με Εκείνον. Βλέπομε ότι η ιερά υμνωδία της Εκκλησίας μας μας δίδει διαρκώς κίνητρα αληθινής σωτηρίας.
🔸22η🔸 ομιλία στην κατηγορία " Ὁμιλίες Μεγάλης Ἑβδομάδος".
†. Τις ημέρες αυτές, αγαπητοί μου, τις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος, ένα επικρατούν τροπάριον είναι αυτό το «Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός καί μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα·ἀνάξιος δέ πάλιν, ὅν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καί τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς· ἀλλά ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου, ἐλέησον ἡμᾶς».
Το τροπάριον αυτό προφανώς είναι εμπνευσμένο από την παραβολή των δέκα παρθένων που εξάλλου αποτελεί και ένα κεντρικόν σημείον της Μεγάλης Τρίτης. Γι’αυτό και λέγει το υπόμνημα της ημέρας: «Τῇ ἁγία καὶ μεγάλῃ Τρίτῃ τῆς τῶν δέκα παρθένων παραβολῆς, τῆς ἐκ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου μνείαν ποιούμεθα». Έτσι βλέπομε ότι κεντρικόν σημείον αποτελεί η παραβολή των δέκα παρθένων. Και πράγματι είναι μία παραβολή που έρχεται να δώσει ένα σωτήριον σάλπισμα. Για την εγρήγορση της ψυχής. Και ακόμη, για την εγρήγορση του λαού του Θεού. Διότι στην παραβολή αυτή σκιαγραφείται ο ερχομός του Χριστού. Γι’αυτό ακριβώς θα πρέπει την παραβολή αυτή να τη δούμε λίγο πιο κοντύτερα.
Σπουδαιοτάτη, αγαπητοί μου, παραβολή. «Τότε ὁμοιωθήσεται ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις». Εικόνες που δείχνουν την πραγματικότητα της επί γης Βασιλείας του Θεού, που είναι η Εκκλησία. Πώς κινούνται, πώς κινούνται οι πιστοί μέσα στη Βασιλεία του Θεού, που είναι εις τη γη, δηλαδή μέσα εις την Εκκλησία. Κι εδώ βλέπει κανείς ότι αναφέρεται ότι ήσαν δέκα παρθένοι. Και αι δέκα παρθένοι δείχνουν τα κοινά γνωρίσματα των πιστών. Ότι όλοι οι πιστοί έχουνε κοινά γνωρίσματα. Αν θέλετε, όλοι οι Χριστιανοί έχουνε κοινά γνωρίσματα. Εκείνο, όμως, που τους διακρίνει είναι η πιστότης, όπως ακριβώς αναφέρεται στην επομένη παραβολή, που είναι η παραβολή των ταλάντων ή του πιστού οικονόμου, αν θέλετε, αλλά και η φρόνησις, όπως αναφέρεται εις την παρούσα παραβολή.
Δύο, λοιπόν, χαρακτηριστικά είναι εκείνα τα οποία διαφοροποιούν τους πιστούς: η πιστότης και η φρόνησις. Αυτά κάνουν τους μεν φρονίμους, τους δε μωρούς. Κεντρικό, λοιπόν, σημείο της παραβολής των δέκα παρθένων είναι η ανάγκη φρονήσεως. Και η φρόνησις, αν θέλετε, οδηγεί εις την επαγρύπνησιν. Το να είναι, δηλαδή, κανείς άγρυπνος περιμένοντας την Βασιλεία του Θεού.
Ο αριθμός «δέκα» είναι αριθμός στρογγυλός. Και θέλει να εκφράσειτο πλήθος. Όπως ομοίως ο Κύριος λέγει «πέντε φρόνιμοι καί πέντε μωραί». Θέλει να δείξει ότι δεν υπάρχει καμία υποψία αναλογίας, μελετώντας κανείς τον λόγο του Θεού να φανταστεί και να πει ότι «τόσα ποσοστά είναι εκείνοι οι οποίοι θα σωθούν και τόσα ποσοστά είναι εκείνοι που δεν θα σωθούν». Κάποτε ρώτησαν τον Κύριον: «Κύριε, εἰ πολλοί οἱ σῳζόμενοι;(:Κύριε, είναι πολλοί εκείνοι που θα σωθούν;)». Ο Κύριος δεν απήντησε αν είναι πολλοί ή λίγοι, αλλά είπε «Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν». Για να βγάλει, λοιπόν, κάθε υποψία πόσοι μπορούν να σωθούν, βάζει πέντε και πέντε.
Αλλά βλέπομε εδώ ακόμη ότι αι δέκα παρθένοι βγήκαν- «ἐξέρχονται», λέγει- βγήκαν να προϋπαντήσουν τον Νυμφίον. Η εικόνα είναι παρμένη από την ανατολή, από τις συνήθειες του γάμου. Υποτίθεται πως η νύμφη είναι στο σπίτι και βγαίνουν οι παράνυμφοι να προϋπαντήσουν τον Νυμφίον. Βέβαια η νύμφη είναι η Εκκλησία. Αλλά η Εκκλησία είναι τα μέλη, είναι οι πιστοί και συνεπώς μπορούμε να ειπούμε ότι η κάθε παρθένος είναι η νύμφη του Νυμφίου Χριστού. Δηλαδή η κάθε ψυχή, ο κάθε άνθρωπος.
Εξέρχονται, λέει, να προϋπαντήσουν τον Νυμφίον. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι υπάρχει εις τον λαό του Θεού η προσδοκία η εσχατολογική. Ο Κύριος έρχεται. Αλλά πότε έρχεται; Και αναμένομε να έρθει, αλλά ο Κύριος δεν έρχεται. Μόνον περιμένομε, κι ο Κύριος κατά την γνώμη μας, αλλά και στα μέτρα των χρονικών ορίων της ζωής μας, ο Κύριος αργεί. Γι’αυτό ακριβώς δεν δυνάμεθα να περιμένομε τον Κύριον, όσο ζούμε δηλαδή, γι’αυτό ακριβώς έρχεται η ώρα να πεθάνομε.
Πριν δούμε, όμως, αυτό, ας δούμε ότι αι πέντε από αυτές τις παρθένους ήσαν φρόνιμοι, όπως λέει και αι πέντε μωραί. Τι, πού είναι τώρα, τι είναι εκείνο το οποίον κάνει εδώ τις μεν και τις δε να ξεχωρίζουν. Η φρόνησις και η αφροσύνη. Ποια είναι η φρόνησις; Η φρόνησις είναι ότι οι πιστοί άνθρωποι φροντίζουν να κάνουν τη ζωή τους σύμφωνη με τον λόγο του Θεού. Δηλαδή, εδώ βλέπομε να θέτουν στην πράξη την θεολογία. Είναι η πρακτική θεολογία. Διότι και η φρόνησις και η αφροσύνη οριοθετούν την πρακτικήν θεολογίαν. Οι μεν βάζουν σε πράξη, οι δε όχι. Έτσι έχομε αυτό το βασικό στοιχείο. Είναι εκείνο που ο Κύριος άλλοτε είπε και είναι πολύ χαρακτηριστικό: «Την ημέραν εκείνην θα μου λέγουν οι άνθρωποι, όταν θα τους λέγω ‘’Δεν έχετε καμία σχέση μαζί μου’’: ‘’Κύριε, Κύριε –διπλούν- Κύριε, Κύριε…’’. Κι ακόμη: ‘’Μαζί Σου δεν φάγαμε, μαζί Σου δεν ήπιαμε, όταν στις πλατείες μας κήρυξες δεν καθίσαμε να Σε ακούσουμε; Σε πιστέψαμε’’.Ἀμὴν λέγω ὑμῖν», λέει ο Κύριος, «σας βεβαιώνω, θα πω τότε: ‘’Φύγετε, σεις, οι εργάται της ανομίας. Οὐκ οἶδα ὑμᾶς! Δεν σας γνωρίζω!». Όπως εξάλλου και η απόληξις της παραβολής εδώ είναι: «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς». «Δεν σας γνωρίζω. Δηλαδή, δεν σας αναγνωρίζω».
Βλέπετε, λοιπόν, ότι το να έχει κανείς μία κατάρτιση, όποια και να είναι αυτή, μια πνευματική κατάρτιση, χριστιανική κατάρτιση, νοητική όμως, δεν επαρκεί. Πρέπει κανείς να βάλει σε εφαρμογή τον λόγο του Θεού. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο το στοιχείο που θα καταστήσει τον πιστόν γνήσιο παιδί του Θεού.
«Χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον». Χρονίζει ο Κύριος, χρονίζει. Αυτό το «χρονίζοντος» το λέγει ως εξής ένας εκκλησιαστικός συγγραφεύς: Χρονίζοντος δια την βραδύτητα της Δευτέρας Παρουσίας. «Χρονίζει», λέγει, «ως προς το ότι αργεί να ‘ρθει». Αργεί να έρθει ο Κύριος; Βεβαίως. Έχουν περάσει δύο χιλιάδες χρόνια, αλλά δεν είναι αργά αυτά. Διότι το έργον του Χριστού δεν μπορούσε να είναι ένα έργον εφήμερον. Έπρεπε να απλωθεί μέσα σε ολόκληρη την Ιστορία την ανθρωπίνη. Έτσι, ο Κύριος έρχεται, θέτει το Ευαγγέλιον πάνω στη γην, το Ευαγγέλιον περιτρέχει την γην, είναι ο «λευκός ἵππος» που εξέρχεται και να νικήσει, λέει, «ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ ἵππου», «ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ». Με το ευαγγέλιον που βγαίνει στην κτίσιν, να πει στους λαούς ότι ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος και καλεί τους ανθρώπους σε μετάνοιαν. Και ότι ο Θεός ζητά τους ανθρώπους να τους κάνει παιδιά Του δια της πίστεως και δια της εφαρμογής του νόμου Του.
Αλλά αυτό όμως, δεν μπορεί να είναι περιορισμένο, χρονικά περιορισμένο. Όσο θα το νομίζαμε εμείς μέσα σε μία ανθρώπινη ζωή. Ο χρόνος για τον Θεό είναι κάτι πολύ διαφορετικό, απ’ ό,τι είναι για μας. Γι’αυτό λέγει ο απόστολος Πέτρος ότι τα χίλια χρόνια για μας είναι σαν μια μέρα για τον Θεό. Έτσι, θα λέγαμε, αν τα χίλια χρόνια είναι σαν μια μέρα, τότε για τον Θεό πέρασαν, στα δυο χιλιάδες χρόνια που ήδη φτάνομε, πέρασαν δύο ημέρες.
Αλλά, υπάρχουν οι ενστάσεις. Είναι εκείνοι οι οποίοι λέγουν: «Χρονίζει. Α, δεν πρόκειται να έλθει. Ήτο μία απάτη». Εδώ είναι το φοβερό. Απαντάει ο απόστολος Πέτρος και λέγει: «Ποῦ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία τῆς παρουσίας αὐτοῦ; (:Πού είναι η υπόσχεση της παρουσίας Του που μας είπε;)», λέγουν οι άνθρωποι. Και μάλιστα λέγουν ότι «Μπα. Δεν βαριέσαι. Ό,τι γινόταν πάντα μέσα στην Ιστορία γίνεται. Πεθαίνουν και γεννιώνται νέοι άνθρωποι, έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι. Η ιστορία δεν έχει ούτε αρχή, ούτε τέλος». Και απαντάει ο απόστολος Πέτρος: «Οὐ βραδύνει ὁ Κύριος τῆς ἐπαγγελίας, ὥς τινες βραδυτῆτα ἡγοῦνται (:Δεν βραδύνει όπως Τον θεωρούν ότι καθυστερεί ο Κύριος)». Αλλά τι; «Μακροθυμεῖ εἰς ἡμᾶς, μὴ βουλόμενός τινας ἀπολέσθαι(:Μακροθυμεί γιατί δεν θέλει να κανείς να χαθεί), ἀλλὰ πάντας εἰς μετάνοιαν χωρῆσαι (:ώστε όλοι να προχωρήσομε στη μετάνοια). Ἥξει δὲ ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί (: Και θα έρθει η ημέρα Κυρίου σαν τον κλέπτη μέσα στη νύκτα)».
Αλλά σας είπα, δεν μπορούμε να τον περιμένουμε τον Κύριον γιατί η ανθρωπίνη ζωή είναι περιορισμένη. Γι’αυτόν τον λόγο, αι δέκα παρθένοι, λέγει, ενύσταξαν. Επέστρεψαν εις τον οικίσκον- γιατί όταν λέγει «ἐξελθοῦσαι», σημαίνει ότι βγαίνουν από κάποιο σπίτι. Πήγαν και κοιμήθηκαν. Δεν υπάρχει καμία κατηγορία εδώ. Πήγαν και κοιμήθηκαν. Και οι ευσεβείς, και οι ασεβείς, και οι φρόνιμοι και οι άφρονες Χριστιανοί, όλοι πεθαίνουν. Έτσι, περιμένομε την ανάσταση των νεκρών.
Ναι. Αλλά όσο ζούμε, όμως, μπορούμε να δουλέψουμε τις εντολές του Θεού. Γιατί όταν έλθει η νύκτα, όταν έλθει ο θάνατος, δεν μπορεί κανείς πια να δουλέψει. Γι’αυτό λέγει ο Κύριος: «Ἐργάζεσθε ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι». «Δουλέψτε, όσο είναι ημέρα». Ποια είναι αυτή η μέρα; Η «ημέρα» της ζωής του ανθρώπου. Όσο τα μάτια είναι ανοικτά. «Εργαστείτε. Τι; Το έργο της τηρήσεως των εντολών. Το έργον της σωτηρίας σας. Το έργον της μεταμορφώσεώς σας. Γιατί έρχεται η νύκτα, έρχεται ο θάνατος, που εκεί είναι όλα παγιωμένα και δεν υπάρχει πια καμία μεταβολή. Όσο, λοιπόν, είναι ο καιρός, εργαστείτε, δουλέψετε».
«Μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέγονεν· ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ(:’’Μέσης δε νυκτός’’, κάπου την νύκτα, κάπου εκεί στα μεσάνυχτα, ακούστηκε μια κραυγή: ‘’Να, ο Νυμφίος έρχεται. Βγείτε να Τον προϋπαντήσετε’’)». Αυτήν την σκηνή, μας την περιγράφει, αγαπητοί μου, ο απόστολος Παύλος. Και μας λέει τα εξής: «Ὃτι αὐτὸς ὁ Κύριος -λέει στην πρώτη προς Θεσσαλονικείς επιστολή- ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον,ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα». Είναι φοβερό! Τι εικόνα είναι αυτό! Ποια είναι η «σάλπιγγα τοῦ Θεοῦ»; Η οποία θα ηχήσει και θα αναστηθούν οι νεκροί; Είναι η βουλή του Θεού, είναι η προσταγή του Θεού. Και θα αναστηθούν όλοι οι νεκροί. Όχι θα αναστηθούν οι ψυχές των. Θα αναστηθούν τα σώματά των.Δηλαδή θα αναστηθούν άφθαρτα σώματα. Και θα επανενωθούν με τις παλιές ψυχές. Εκείνες που έφυγαν και πήγαν εις τον οικείον τόπον. Και τώρα επιστρέφουν. Γιατί ο Άδης δίδει τις ψυχές πίσω. Αδειάζει ο Άδης. Δίδει τις ψυχές. Ενούνται με τα σώματα τα παλιά που εγείρονται άφθαρτα και αθάνατα. Τα σώματά μας, τα πραγματικά σώματά μας. Εγείρονται άφθαρτα και αθάνατα και τότε θα σταθούν όλοι, φρόνιμοι και άφρονες, ευσεβείς και ασεβείς, μπροστά στον θρόνο του Κριτού Χριστού.
Ο απόστολος Παύλος, στην πρώτη προς Θεσσαλονικείς επιστολή του, δεν ενδιαφέρεται για τους ασεβείς. Γράφοντας στους Θεσσαλονικείς, μιλάει μόνο για τους πιστούς. Και λέγει ότι θα αναστηθούν πρώτα οι νεκροί, οι εν Κυρίω νεκροί. «Κατόπιν εμείς οι ‘’περιλειπόμενοι’’. Εμείς που τότε θα ζούμε. Δεν θα φτάσουμε την ημέρα του Κυρίου, δηλαδή την ημέρα του θανάτου. Τους νεκρούς δεν θα τους φτάσουμε, δηλαδή δεν θα πεθάνουμε. Αλλά θα μεταβληθούμε απ’ τη φθορά στην αφθαρσία και από τη θνητότητα στην αθανασία. Τα σώματά μας θα γίνουν άφθαρτα και αθάνατα. Και τότε, μαζί με εκείνους οι οποίοι θα αναστηθούν, τους εν Κυρίω νεκρούς, τότε, ‘’ἁρπαγησόμεθαεἰς ἀέρα’’». Προσέξτε αυτό το «ἅμα σὺν αὐτοῖς», «μαζί με αυτούς», ποιους; Τους αναστηθέντες νεκρούς, «ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα». «Θα αρπαχθούμε, όπως ο Κύριος ηρπάγη από τη νεφέλη της Αναλήψεως, έτσι», λέει, «και ημείς θα αρπαχθούμε και θα προϋπαντήσουμε κατερχόμενον τον Κύριον».
Αυτή η προϋπάντησις, άνοδος των πιστών, κάθοδος του Χριστού, είναι μία εξαίρετη εικόνα που μπορεί να τη δούμε θαυμάσια στην παραβολή, αυτή, των δέκα παρθένων. «Ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν», «βγείτε να προϋπαντήσετε». Ω καταπληκτικό! Αγαπητοί μου, μπορείτε να φανταστείτε ότι υπάρχει ένας απέραντος ρεαλισμός στα λόγια αυτά; Προσέξτε, η παραβολή είναι μία εικόνα. Αλλά μια εικόνα μιας πραγματικότητος· που η εικόνα αυτή σε κάποια της σημεία αφήνει να νοηθεί ότι εδώ έχομε ρεαλισμό. Έχομε ρεαλισμό. Έχουμε πραγματικότητα. Δεν είναι εικόνα η ανάστασις των νεκρών. Αλλά είναι πραγματική η ανάστασις και η προϋπάντησις του Κυρίου.
Γι’αυτό και λέγει ο απόστολος Παύλος στην ίδια επιστολή του: «Περὶ δὲ τῶν χρόνων καὶ τῶν καιρῶν, ἀδελφοί, οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι(:Δεν υπάρχει ανάγκη να σας γράψω για τους χρόνους και τους καιρούς που ο Κύριος θα έρθει).Αὐτοὶ γὰρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται (:Σεις γνωρίζετε πολύ καλά, με ακρίβεια, ότι ο Κύριος έρχεται όπως ο κλέπτης την νύκτα. Δηλαδή, δεν ξέρει κανείς πότε πηγαίνει ο κλέπτης να τον κλέψει στο σπίτι του, κατά τον ίδιο τρόπο έρχεται και ο Κύριος). Ὑμεῖς δέ, ἀδελφοί, οὐκ ἐστὲ ἐν σκότει, ἵνα ἡ ἡμέρα ὑμᾶς ὡς κλέπτης καταλάβῃ(:Δεν είσαστε μέσα στο πνευματικό σκοτάδι για να σας φτάσει η ημέρα του Κυρίου σαν κλέπτης). Πάντες ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε καὶ υἱοὶ ἡμέρας. Ἄρα οὖν μὴ καθεύδωμεν ὡς καὶ οἱ λοιποί, ἀλλὰ γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν(: Είμαστε παιδιά της ημέρας, είμαστε παιδιά του φωτός -λέει ο απόστολος Παύλος -συνεπώς, μην κοιμόμαστε τον πνευματικόν ύπνον, όπως τον κοιμώνται οι πολλοί, οι λοιποί, αλλά να μένομε ξύπνιοι, γρηγορώμεν, να μένομε ξύπνιοι και να νήφομεν)».«Νήφω» θα πει «φροντίζω να καθαρίζω το εσωτερικό μου, να δημιουργώ κάθαρση του νου και της καρδιάς». Ώστε αυτά παραγγέλλει ο λόγος του Θεού δια του αποστόλου Παύλου, που απηχούν την παραβολή των δέκα παρθένων.
«Τότε», λέει, «ἠγέρθησαν πᾶσαι», λέει η παραβολή. «Τότε σηκώθηκαν από τον ύπνο όλες». Όλοι θα αναστηθούμε. Δεν υπάρχει κανείς που δεν θα αναστηθεί. Είναι η κοινή ανάστασις. Ότι είναι πραγματικότητες αυτά, η ανάστασις του Λαζάρου, είναι ένα προοίμιον της αναστάσεως των νεκρών. Γι’αυτό το τροπάριο της ημέρας λέγει για την κοινήν ανάστασιν, ότι είναι τύπος, είναι προανάκρουσμα η ανάστασις του Λαζάρου. Αλλά ο Λάζαρος πραγματικά αναστήθηκε την τετάρτη ημέρα. Πραγματικά. Ξαναπέθανε γιατί δεν ήρθε η ώρα της τελικής αναστάσεως. Ο Χριστός όμως όταν απέθανε και ανέστη, «θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει», λέει ο απόστολος Παύλος. Είναι Εκείνος που ζει και δυνάμει αυτής της Αναστάσεως του Χριστού θα αναστηθούν όλοι οι νεκροί.
Θυμηθείτε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, που διαβάσαμε προηγουμένως, που οι Σαδδουκαίοι δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών και είπαν εκείνο το γνωστόν μύθον, που μοιάζει με φιλοσοφικόν μύθον, ότι «μια γυναίκα παντρεύτηκε κάποιον, δεν έκανε παιδιά, μετά παίρνει ο δεύτερος αδερφός την γυναίκα αυτή, δεν κάνει και με τον δεύτερον παιδιά, και οι εφτά παντρεύτηκαν την γυναίκα αυτή, δεν έκαναν παιδιά, πέθαναν όλοι. Ποιανού γυναίκα θα είναι;», λέγουν εις τον Κύριον, «Ποιανού γυναίκα θα είναι όταν θα αναστηθούν οι νεκροί;». Διότι οι Σαδδουκαίοι δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών.
Κι ο Κύριος είπε : «Πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφάς(:Έχετε πλάνη βαθιά, έχετε σκοτάδι, μη γνωρίζοντας τις Γραφές)».«Στη Βασιλεία του Θεού δεν παντρεύονται, ούτε νυμφεύονται». Και ότι ζουν οι ψυχές, γιατί δεν πίστευαν ούτε στην ψυχή οι Σαδδουκαίοι, ακούστε τι μηνύει ο λόγος του Θεού· όταν λέγει ο Θεός στον Μωυσέα: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ. Και ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά Θεός ζώντων». Όταν λέει ότι «είμαι ο Θεός του Αβραάμ», ο Αβραάμ ζει, γιατί αν δεν υπήρχε, ήταν μηδέν ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, δεν θα μπορούσε να λέγεται ο Θεός «ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ».
«Κι άναψαν», λέει, «λαμπάδες να τον υποδεχθούν». Κοιτάξτε εδώ, οι πέντε εκεί είναι η φρονιμάδα τους είχαν λαμπάδες, είχαν λάδι αρκετό. Οι άλλες πέντε δεν είχαν και έσβηναν οι λαμπάδες τους. Αγαπητοί μου, τι είναι οι λαμπάδες; Είναι τα καλά έργα, το λάδι, είναι η αγάπη, είναι τα καλά έργα. Φρυαλλίδα, φυτίλι είναι η πίστις και φλόγα είναι το Πνεύμα το Άγιον. Είναι η ανάπαυσις του Αγίου Πνεύματος πάνω σε μία τέτοια ύπαρξη· πιστού φρονίμου. Γι’αυτό και λέγει ο απόστολος: «Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε(:Μη σβήνετε το Πνεύμα το Άγιον)». Είναι η φλόγα εκείνη που φωτίζει τον πιστόν και που τελικά θα τον εισαγάγει εις την Βασιλείαν του Θεού.
Ο επίλογος; Το συμπέρασμα της παραβολής; Ο Κύριος λέγει: «Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν, οὐδὲ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται». Να το κεντρικόν σημείον. «Μένετε ξύπνιοι. Όχι τον φυσικόν ύπνον. Αλλά τον πνευματικόν ύπνον προσέξατέ τον. Γρηγορείτε».Μένετε ξύπνιοι, μην αμαρτάνετε· αρνητικώς. Κοσμείτε εαυτούς με έργα αρετής· θετικώς. Με ένα κοινόν σκοπόν. Όταν δεν αμαρτάνετε και όταν κοσμείτε τους εαυτούς σας με έργα αρετής, την απόκτησιν του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που θα κάνει τον άνθρωπον πνευματικόν άνθρωπον. Και ο πνευματικός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που έχει το Πνεύμα το Άγιον, αυτός θα υποδεχθεί τον Κύριον και ο Κύριος θα τον καλέσει μαζί Του. «Γρηγορεῖτε οὖν», λέει ο Κύριος, «μένετε ξύπνιοι· γιατί δεν ξέρετε πότε ο Υιός του ανθρώπου έρχεται». Η ημέρα και η ώρα της Δευτέρας του Κυρίου Παρουσίας μένουν άγνωστοι. Για μας ενδιαφέρει μόνο να γρηγορούμε.
🔸13η🔸 ομιλία στην κατηγορία " Ὁμιλίες Μεγάλης Ἑβδομάδος".