†. Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας αναφέρει ως ευαγγελική περικοπή εκείνον τον θαυμάσιον διάλογον του Κυρίου μετά της Σαμαρείτιδος. Μέσα εις τον διάλογον αυτόν, αποκαλύπτει ο Κύριος παμμέγιστες αλήθειες, μεταξύ των οποίων και το πολύ, εκείνο, ενδιαφέρον θέμα, πού λατρεύεται ο Θεός· το οποίον έχει, βεβαίως, και τις προεκτάσεις του. Όπως ο τρόπος, δηλαδή το πώς, όχι μόνον πού, αλλά και το πώς λατρεύεται ο Θεός, όπως και ο χρόνος της λατρείας του Θεού. Και όλα αυτά, βεβαίως, όταν υπάρχουν οι αληθινοί προσκυνηταί.
Για να δούμε, όμως. Το θέμα τίθεται από την Σαμαρείτιδα. Δεν θα πω την ιστορία· την ακούσατε στην ευαγγελική περικοπή και σας είναι σε όλους γνωστή. Όταν ήρθε αυτή η γυναίκα να αντλήσει νερό, έξω από το χωριό της ήταν το πηγάδι αυτό του Ιακώβ, το φρέαρ του Ιακώβ, όπου ο Κύριος «ἐκαθέζετο», λέγει, καθόταν, «κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας», ήταν μεσημέρι και κουρασμένος και οι μαθηταί Του πήγαν εκεί στην πόλη, στην κώμην να αγοράσουν τροφές. Τότε έφθασε αυτή η γυναίκα κι εκεί ανοίχτηκε ένας διάλογος, όπως σας ανέφερα.
Το θέμα, σας είπα, ετέθη, το πώς δηλαδή και πού λατρεύεται ο Θεός, από την Σαμαρείτιδα, αυτή την γυναίκα. Τότε οι Σαμαρείται που ανήκον εις το βόρειον βασίλειον και οι Ιουδαίοι ανήκον εις το νότιον βασίλειον και εχωρίστηκαν ευθύς μετά τον θάνατον του Σολομώντος κι έμειναν για πάντα χωρισμένοι, είχαν διαμάχη ανάμεσά τους περί του τόπου της λατρείας του Θεού. Πού θα λατρεύσομε τον Θεόν. Θα λέγαμε… :«Στην Εκκλησία;» · θα λέγαμε σήμερα εμείς. «Έξω στο ύπαιθρον; Στο βουνό; Στην παραλία; Πού;». Οι Σαμαρείται ήσαν απόγονοι του βορείου βασιλείου, σας ανέφερα προηγουμένως, και μετά από μίαν πολυχρόνιον αιχμαλωσίαν, από τον 7ον αιώνα -μάλλον τέλη 8ου αρχές 7ου αιώνος- έως τον 4ον αιώνα -προ Χριστού αυτά- και εκεί είχαν μιγεί με τους ειδωλολάτρας. Δηλαδή με ειδωλολατρικά φύλα. Και όταν έφθασαν πίσω, έφθασαν με εξαιρετικά νοθευμένη πίστη. Τα είχαν όλα ανακατεμένα και μπερδεμένα.
Επιπλέον, αφού απέρριψαν -το βόρειο, πάντα, βασίλειον- οι Σαμαρείται -με πρωτεύουσα την Σαμάρεια- απέρριψαν σχεδόν όλα τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, εκτός από την λεγομένη «Πεντάτευχον», τα πρώτα, δηλαδή, πέντε βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, που είχε συγγράψει ο Μωυσής, συνεπώς οι άνθρωποι αυτοί, στερούμενοι των προφητών, δεν είχαν σαφή αποκάλυψη του Θεού περί του τόπου της λατρείας, που θα ήταν, βεβαίως, η Ιερουσαλήμ και έμεναν στην παράδοση ότι μόνον στο όρος Γαριζίν, που ήταν στην περιοχή τους, εκεί έπρεπε να λατρεύεται ο Θεός, διότι εκεί έστησε θυσιαστήριον, ερχόμενος από την Μεσοποταμίαν, τόσο ο Αβραάμ, όσο και ο Ιακώβ.
Κι ο Κύριος τής απαντά - ήτανε σοβαρή διαμάχη ανάμεσα στους Σαμαρείτας και τους Ιουδαίους. Κι ο Κύριος της απαντά: «ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ Πατρί». «Έρχεται ώρα», λέγει, «που ούτε εις αυτό το βουνό - διότι απέναντι ακριβώς από τον Κύριον ήταν το όρος Γαριζίν - ούτε εις αυτό το βουνό, ούτε εις την Σιών, εις τον λόφον Σιών, που ήταν ο ναός του Σολομώντος, ούτε εκεί, ούτε εδώ, ούτε εκεί πρόκειται εφεξής να λατρευτεί ο Θεός».
Ήταν όλα σχετικά, διότι ο Θεός είχε τον λόγο Του που είχε πει, μόνον σε έναν ορισμένο τόπο θα λατρεύεται ο Θεός, διότι εφοβείτο, ας το πούμε έτσι, την ειδωλολατροποίηση του λαού. Ήσαν άνθρωποι που με πολλήν ευκολίαν ετρέποντο εις την ειδωλολατρίαν. Αλλά τότε πού θα έπρεπε να λατρεύεται ο Θεός; Και η συνέχεια της απαντήσεως του Κυρίου: «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Δηλαδή ο Θεός είναι πνεύμα και εκείνοι που θα Τον προσκυνούν, θα Τον προσκυνούν «ἐν πνεύματι», κατά πνευματικόν τρόπον, αλλά και «ἐν ἀληθείᾳ». Δηλαδή θα έχουν ορθήν αντίληψιν περί Θεού. Θα λέγαμε, δογματικώς άψογα, θα το λέγαμε ορθόδοξα.Έτσι ο Κύριος θέτει νέους όρους και νέους τρόπους λατρείας του Θεού, που θα απεδέχοντο όσοι θα επίστευαν εις το δικό Του όνομα και αυτοί θα ελέγοντο Χριστιανοί.
Τι σημαίνει «λατρεία του Θεού»; Η λατρεία του Θεού τι είναι; Είναι μία σχέσις του ανθρώπου με τον Θεό. Μία σχέσις. Και αυτή η σχέσις είναι μία απάντησις και ανταπόκρισις του πεπερασμένου και αμαρτωλού ανθρώπου προς τον αιώνιον και απειροτέλειον Θεόν. Και η απάντησις και η ανταπόκρισις του ανθρώπου προς τον Θεόν, φανερώνει ότι πρώτος ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτόν Του εις τον άνθρωπον. Πρώτος Εκείνος. Μετά ο άνθρωπος. Και γίνεται μία συνάντησις. Και δημιουργείται μία σχέσις ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Αυτή η σχέσις λέγεται «λατρεία». Στη λατρεία βλέπομε, λοιπόν, να συναντώνται δύο ρεύματα ζωής: η ζωή του Θεού και η ζωή του ανθρώπου. Το ένα προέρχεται από την υπερβατικήν πραγματικότητα, από τον ουρανό και το άλλο απορρέει από την θρησκευτική ζωή του ανθρώπου, που ανέρχεται προς τον Θεόν.
Η ανάγκη της λατρείας εις τον άνθρωπον είναι έμφυτος. Όχι σαν ένα συμβατικόν πράγμα, γιατί έτσι το συμφωνήσαμε. Είναι έμφυτος η λατρεία στον Θεό. Κάποτε διάβαζα, κάνοντας ένα πείραμα… είναι δεκαετίες πίσω. Ένα μικρό παιδάκι μεγάλωσε στο δάσος χωρίς καμίαν αγωγήν, ούτε πολιτιστικήν ούτε θρησκευτικήν. Βρίσκαν τον τρόπον, το τάιζαν, το παιδί αυτό δεν είχε καμίαν κοινωνίαν με τίποτα. Το παιδάκι αυτό μία φορά το είδαν να γονατίζει και να λατρεύει τον ανατέλλοντα ήλιον. Ορίστε. Ότι είναι έμφυτος η λατρεία του θείου. Σε οποιαδήποτε γεωγραφικά μήκη και πλάτη εάν στραφείτε, σε οποιαδήποτε εποχή, σε πολιτισμένους και απολίτιστους ανθρώπους, θα βρείτε παντού, προσέξτε, όχι την προσευχή, την λατρεία του Θεού. Συνεπώς η λατρεία του Θεού δεν επεβλήθη εξωτερικά, αλλά αναβλύζει από μέσα, εσωτερικά. Είναι μία πηγή στα βάθη της υπάρξεως του ανθρώπου, που ο Θεός εκεί έβαλε αυτήν την τάση να λατρεύεται από τον άνθρωπον.
Η λατρεία, θα επαναλάβω, δεν είναι προσευχή. Άλλο πράγμα είναι η προσευχή. Άλλο πράγμα ότι μπορεί η λατρεία να περιέχει και προσευχή. Δεν είναι, όμως, η λατρεία η προσευχή. Είναι δύο διακεκριμένα, χωρισμένα πράγματα. Θα το ξαναπώ: Μέσα στη λατρεία απλώς μπορεί να υπάρχει και η προσευχή. Δεν μιλάμε για την προσευχή. Μιλάμε για την λατρεία. Και όπως σας είπα η λατρεία είναι μία σχέσις, μία σχέσις αγάπης· που ζητά, χωρίς τίποτα να ζητά, τι; «Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου, γενηθήτω τὸ θέλημά Σου». Δεν ζητούμε τίποτε εκεί, κάτι για μας, κάτι για τον εαυτό μας, κάτι για τις ανάγκες μας. Αλλά τι ζητούμε; Να δοξασθεί το όνομα του Θεού. Το «ἁγιασθήτω» σημαίνει «δοξασθήτω». Να δοξασθεί το όνομα του Θεού. Να έλθει η βασιλεία Του εδώ στη γη, να γίνει το θέλημά Του. Αυτό είναι στοιχείον λατρείας. Παρακάτω, όταν θα πούμε: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον, δὸς ἡμῖν σήμερον … καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν» κ.λπ. είναι στοιχεία προσευχής. Ώστε, λοιπόν, η Κυριακή προσευχή έχει δύο στοιχεία: το στοιχείον της λατρείας και το στοιχείον της προσευχής. Είναι η φωνή που λέγει… όπως γράφει ο ιερός Αυγουστίνος: «Τι να είπω, Θεέ μου, αγία μου χαρά!». Δεν ζητάει τίποτα. «Τι να είπω, Θεέ μου, αγία μου χαρά!».
Έτσι, στη λατρεία του Θεού δεν ζητούμε, αλλά προσφέρομε. Συνεπαρμένοι από το θείον μεγαλείον, την άπειρη αγαθότητα, την ασύλληπτη σοφία του Θεού, την ανείκαστη -ανείπωτη- ωραιότητα του Θεού, προσερχόμεθα στον Θεό, αποβάλλοντες κάθε αυτονομία που θα μπορούσαμε να είχαμε, γιατί κι αυτή είναι μία τάσις του πεπτωκότος ανθρώπου. Λέω «του πεπτωκότος», γιατί υπάρχει μία έλξις ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, ανάμεσα στην εικόνα και στο πρωτότυπον. Μία έλξις. Όταν, όμως, σπάσει αυτή η έλξις, κατά κάποιο τρόπο δεν έχομε πια τίποτα άλλο παρά την αποστασία· ή την αυτονομία· το ίδιο πράγμα είναι.
Κι έτσι εκφράζομε τον θαυμασμό μας, την αγάπη μας, την λατρεία μας. Αυτό είναι λατρεία. «Τι ωραίος που είσαι, Θεέ μου!. Τι ωραία είναι αυτά που εδημιούργησες! Πόσο μεγάλος είσαι! Είσαι πανταχού παρών! Είσαι ακίνητος! Ναι. Γιατί μόνον κινείται ό,τι είναι εδώ και δεν είναι εδώ. Για να πάει από ‘δω εδώ κινείται». Αλλά ο Θεός είναι κι εδώ είναι κι εδώ. Είναι πανταχού παρών. Ο ακίνητος Θεός. «Ω μεγαλειώδη Θεέ!». Αυτό είναι μια λατρεία. Έτσι μιμούμεθα τον αγγελικόν κόσμον που ψάλλει εις το διηνεκές τον τρισάγιον ύμνον με έναν ακόρεστον κορεσμόν.
Αν υπάρχουν άνθρωποι, όμως, που δεν λατρεύουν τον Θεό, έχουν αποστασία από τον Θεό, στρέφονται κατά του Θεού, δεν σημαίνει ότι σ’ αυτούς δεν ετέθη η ανάγκη της λατρείας. Ετέθη. Αλλά ο εγωισμός και η αυτονομία των εστράφη στη λατρεία του διαβόλου, εστράφη στη λατρεία της τύχης, εστράφη εις την λατρείαν του ιδίου «εγώ». Δεν υπήρξε λαός, σας είπα, πολιτισμένος ή απολίτιστος, σε οποιαδήποτε εποχή, σε οποιονδήποτε τόπο, που να μην εξεδήλωνε αυτήν την ανάγκη της λατρείας στον Θεό, έστω κι αν αγνοούσε τον αληθινό Θεό. Μάλιστα οι αρχαίοι Αθηναίοι, στην εποχή του Παύλου, που ήταν «κατείδωλος» η πόλις, είπε κάποιος σύγχρονος ότι στην Αθήνα ήταν πιο πολλοί οι θεοί από τους κατοίκους Αθηναίους.
Εμείς, όμως, θα μείνομε μέσα στον χώρο του Χριστιανισμού. Πώς μπορούμε να λατρεύσομε τον Θεό μέσα εις αυτόν τον χώρον του Χριστιανισμού. Το κέντρον της χριστιανικής λατρείας -κι αυτό δεν πρέπει ποτέ να μας ξεφεύγει- είναι η Θεία Λειτουργία. Καρδία της οποίας Θείας Λειτουργίας είναι το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Εδώ ο Θεός αποκαλύπτεται ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τι είπε εις τον Φίλιππον; «Εκείνος», λέγει, «ο οποίος είδε Εμένα, είδε τον Πατέρα». Ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ, λοιπόν, λατρεύεται ο Άγιος Τριαδικός Θεός. Και ζητά την λατρεία Του, η οποία αποπληρούται από τον Ιησούν Χριστόν, από προσώπου, όμως, των ανθρώπων που πιστεύουν σ’ Αυτόν. Διότι αντιπροσωπεύει τους ανθρώπους ο Ιησούς Χριστός. Γιατί Εκείνος επί του Σταυρού έπαθε «ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἀντὶ ἡμῶν». Αντί εμείς να ανεβούμε στον ουρανόν σαν ένοχοι, ανέβηκε Εκείνος, ο ανένοχος. Είναι, λοιπόν, «ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἀντὶ ἡμῶν».
Έτσι ο Χριστός, όπως λέμε μία ευχή στην Θεία Λειτουργία, την οποία δυστυχώς δεν ακούτε εσείς αυτήν την ευχή: «ο Χριστός είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος». Δηλαδή Αυτός που προσφέρει. Τα χέρια του ιερέως δανείζονται εις τον Χριστόν. Ο Χριστός είναι Εκείνος που προσφέρει, ως άνθρωπος. Εις τον Άγιον Τριαδικόν Θεόν προσφέρει. Τι προσφέρει; Τον Εαυτόν Του. Συνεπώς είναι ο προσφερόμενος. Και ποιος δέχεται αυτήν την προσφορά; Ο ίδιος πάλι. Και προσδεχόμενος. «Ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος».
Αυτό είναι λατρεία. Είναι λατρεία. Οι πιστοί, στον χώρο του Χριστιανισμού, προσφέρουν αυτήν την λατρεία τους «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Είναι πολλοί που λένε - να πω κι αυτό- που λένε: «Κάνω την προσευχή μου στο σπίτι και … τίποτε άλλο». Λάθος! Λάθος! Στην Εκκλησία δεν έχομε προσευχή που δύναται να αντικατασταθεί στο σπίτι μας. Και η μία και η άλλη είναι σπουδαίες. Έχομε λατρεία: Την κατεξοχήν λατρεία, την προσφορά του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Αυτό γίνεται στο σπίτι σου, αδελφέ; Κι αυτό σημαίνει… Α, συγνώμη. «Ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» θα πει: «με πνευματική διάθεση», θα πει: «με όλη την διάθεση της ορθοδοξότητος». «Ἐν ἀληθείᾳ».
Αλλά επιτρέψατέ μου· οι Πατέρες λένε και κάτι το πολύ ωραίο. Εκείνο το «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» θα πει «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι», που είναι το Πνεύμα το Άγιον, και είναι γνωστό ότι ο Χριστός είναι η Αλήθεια, διότι ο Χριστός είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀλήθεια»- συνεπώς «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Αυτό θα πει «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Είναι μία βαθυτέρα θεώρησις αυτού του ημιστιχίου. Και αυτό σημαίνει ότι ανταποκρίνονται οι άνθρωποι ευγνωμόνως σε ό,τι προσέφερε ο Ενανθρωπήσας Υιός του Θεού σε μας τους ίδιους, μέσα στον χώρο της Θείας Λειτουργίας, της κατεξοχήν λατρείας, που όλοι οι πιστοί μαζί προσφέρουν , μετὰ τῆς κεφαλῆς … Ποια είναι η «κεφαλή»; Ο Χριστός. Ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος. Προσφέρουν οι πιστοί , μετὰ τῆς κεφαλῆς, ως μέλη του Σώματος Αυτού, ό,τι ο καθένας μπορεί. Να λέγει «Κύριε, ἐλέησον», «Παράσχου, Κύριε», «Ἀμήν». Την κεφαλοκλισία. Να σκύψομε το κεφάλι σε μία ευχή. Την γονυκλισία. Την προσκύνηση, την ψαλμωδία και οποιαδήποτε άλλη διακονία μέσα εις τον ναόν. Ο ιερεύς εκπροσωπείται από τον λαό. Με τα χέρια του. Τα χέρια του ιερέως είναι τα χέρια του λαού. Όλοι μαζί προσφέρομε σαν σώμα Χριστού, θα επαναλάβω, μετὰ τῆς κεφαλῆς, που είναι ο Χριστός. Αυτό είναι λατρεία.
Το κεντρικό σημείο της λατρείας είναι πάντοτε η θυσία. Πάντοτε η θυσία. Εάν κάνω την προσευχή μου, προσέξτε για να το καταλάβομε, γιατί πολλές φορές μας μπερδεύεται μέσα μας, κάνω την προσευχή μου, κι ανάψω ένα κεράκι ή βάλω σε ένα καρβουνάκι θυμίαμα, ξέρετε τι έχομε εδώ; Δύο πράγματα. Πρώτον, την προσευχή που συνοδεύεται με την λατρεία. Το να ανάψω το κεράκι, να ανάψω το καρβουνάκι με θυμίαμα, αυτό είναι λατρεία. Αυτό είναι λατρεία. Επιτρέψατέ μου να σας πω. Έξω από κάποια ανάγκη να έχετε να είμαστε κάπου… δεν ξέρω, η προσευχή μας να συνοδεύεται και με λατρεία. Ανάψτε το καντήλι σας, ανάψτε το κεράκι σας, ανάψτε το θυμιατό σας· ώστε η προσευχή να συνοδεύεται και με την λατρεία.
Η καρδία, σας είπα, όμως, της λατρείας, είναι η θυσία. Είναι η θυσία. Ναι. Στην Θεία Λειτουργία το κέντρον ποιο είναι; Η θυσία. Η θυσία του Χριστού. Το κέντρον, λοιπόν, είναι πάντα η θυσία. Στη θυσία αυτή πρέπει και εμείς να συμμετέχομε όχι μόνον στη συμμετοχή μας στο ποτήριον της ζωής, που θα κοινωνήσομε, αλλά όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος «παραστῆσαι τὰ σώματα ἡμῶν (:να παραστήσομε, να προσφέρομε)». Το «παραστῆσαι» έχει ειδική σημασία. Δεν την αναλύω τώρα την λέξη. «Τα σώματά σας». Τι; «Τα σώματά σας», «τα σώματά σας». Τι; «Θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν -τι θα πει «λογική»; Την πνευματική λατρεία σας. Πώς τα σώματα; Θα το δούμε αμέσως παρακάτω- καὶ μὴ συσχηματίζεσθαι τῷ αἰῶνι τούτῳ (:μη γίνεσθε ένα σχήμα με τούτον τον αιώνα), ἀλλὰ μεταμορφοῦσθαι τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν (:αλλά να μεταμορφώνεσθε εις το να γίνεται καινούρια και καινούρια η νοοτροπία σας) εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς (:εις το να δοκιμάζετε) τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (:τι θέλει ο Θεός; Αυτό θα κάνω), τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον». Ναι. Προσέξτε: Εάν δεν προσφέρω θυσία στον διάβολο. Τίνι τρόπῳ; Με την πορνεία. Με την πορνεία προσφέρω θυσία στον διάβολο. Με την αγνότητα προσφέρω την θυσία στον Θεό. Γι'αυτό είπε ο Απόστολος Παύλος: «να προσφέρετε θυσία ζωντανή τα σώματά σας». Δεν είπε «τις καρδιές σας». Είπε «τα σώματά σας». Δεν μπορώ να πάω στην Εκκλησία και να πέφτω στην πορνεία. Δεν προσφέρω θυσία στον Θεό. Προσφέρω στον διάβολο και δεν το καταλαβαίνω. Κι όταν το σπέρμα σκορπιέται μάταια και ανώφελα, λένε οι Πατέρες, ότι είναι θυσία και σπονδή εις τον διάβολον. Όχι. Θα μείνω εγκρατής. Μόνον ό,τι ο Θεός θέλει, μόνον μέσα εις τον γάμον. Τίποτε άλλο.
Η έννοια αυτού του «παραστῆσαι», αλλά… σας είπα, ας το αφήσουμε, γιατί πέρασε και η ώρα… Εδώ βλέπομε πολύ θαυμάσια ότι θυσία είναι η προσφορά του ιδίου μας θελήματος. Όχι τι θέλω. Τι θέλει ο Θεός. Και ξέρετε πόσο σκληρόν είναι, πόσο οδυνηρόν είναι να μείνω στο θέλημα του Θεού και όχι στο θέλημα το δικό μου; «Ἰδοὺ ἥκω – λέει ο Κύριος - τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεὸς, τὸ θέλημά Σου». «Να, ήρθα να κάνω το θέλημά Σου».
Θυσία είναι η μετάνοια και η συντριβή της καρδίας. «Θυσία τῷ Θεῷ – λέει η Γραφή στον 50ό Ψαλμό- πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει». Θυσία είναι η προσφορά της καρδιάς σαν αγάπη. «Δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν», λέγει η Γραφή. «Υιέ μου, δος μου την καρδιά σου». Θυσία είναι η ομολογία της πίστεως. Εκείνο το «ἀναφέρωμεν» που λέγαμε προηγουμένως, λέει στην προς Εβραίους ο Απόστολος, και «παραστήνω» και «αναφέρω», «ἀναφέρωμεν» -το «ρω» με ωμέγα· δηλαδή «να αναφέρομεν», τι;- «θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾿ ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ». Θυσία είναι η ελεημοσύνη. Λέει ο Απόστολος: «Τῆς δὲ εὐποιίας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός». Θυσία είναι και η ορθόδοξος πίστις. «Ἐν ἀληθείᾳ». Θυσία είναι όλα αυτά.
Αγαπητοί, η λατρεία του Θεού στο Γαριζίν απεδείχθη κατωτέρα της λατρείας του Θεού στα Ιεροσόλυμα, η οποία και αυτή, με τη σειρά της, κατηργήθη. Απομένει σ’ αυτήν τώρα να λατρευτεί πού; Τώρα πού; Στην Ιερουσαλήμ. Να λατρευτεί ο Αντίχριστος. Εκεί θα λατρευτεί ο Αντίχριστος. Στον ναό του Σολομώντος, που θα χτίσει ο Αντίχριστος.
Η λατρεία του Θεού είναι παντού. Η λατρεία του Θεού, παντού και πάντοτε, από την θυσία στην Θεία Λειτουργία, μέχρι την θυσία του ανθρώπου στο θυσιαστήριον της πίστεως και της αγάπης του Θεού. Αυτή είναι η λατρεία που μας υπέδειξεν ο Κύριος, όταν είπε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Κι εμείς, όπως γράφει ο Απόστολος Πέτρος, «ὡς λίθοι ζῶντες(:σαν ζώντα λιθάρια) οἰκοδομούμενοι(:οικοδομούμεθα), οἶκος πνευματικός(:χτιζόμαστε οικοδομή πνευματική), ἱεράτευμα ἅγιον, ἀνενέγκαι (:στο οποίον θα προσφέρομε) πνευματικὰς θυσίας εὐπροσδέκτους τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Εκεί θα προσφέρομε τους εαυτούς μας στον Θεό, ως πνευματική πια λατρεία και θυσία.