†. Σήμερα, αγαπητοί μου, ο Κύριος μάς αξιώνει να τιμήσομε τη μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μεγαλομαρτύρων, που εμαρτύρησαν στη λίμνη της Σεβαστείας το 320 μ. Χ. Ο Λικίνιος, πολιτικός αντίπαλος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, για να τον εκδικηθεί, συλλαμβάνει Χριστιανούς και τους θανατώνει μαρτυρικά. Ανάμεσα σε αυτούς βρίσκονται και 40 παλληκάρια, στρατιώτες του ρωμαϊκού στρατού. Νέοι, με πίστη θερμή στον Χριστό και ζωή αγνή. Και ερρίφθησαν στην παγωμένη λίμνη της Σεβαστείας, για να πεθάνουν βασανιστικά. Το παράπτωμά τους ποιο ήταν;
Μήπως η δειλία; Σαν στρατιώτες που ήσαν; Μήπως η προδοσία ή η απειθαρχία; Όχι βέβαια. Απλώς γιατί ήσαν Χριστιανοί και μόνον γι'αυτό. Συνεπώς, άδικος θάνατος. Και δη μαρτυρικός. Δεν υπήρχε τότε αυτό που λέμε σήμερα «ανθρώπινα δικαιώματα» ή «ελευθερία του προσώπου». Δεν υπήρχαν αυτά τότε. Κανείς δεν υπερησπίζετο την χριστιανική ιδιότητα. Έτσι, εκείνος που έπαιρνε την απόφαση να γίνει Χριστιανός, έπρεπε να γνωρίζει τις συνέπειες που θα είχε η ιδιότητά του.
Αν ρωτήσετε γιατί γίνεται αυτή η προσωπική αναφορά των ονομάτων των Μεγαλομαρτύρων, τι θα απαντούσαμε; Καταρχάς διότι διεσώθησαν τα ονόματα αυτά. Κι αφού διεσώθησαν ιστορικώς, καταχωρούνται.
Αλλά και κάτι βαθύτερον. Το όνομα εκφράζει πρόσωπον. Και όλες ακόμη τις καταστάσεις του προσώπου. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Πάρα πολύ σημαντικό. Βέβαια, όχι μόνον η Ιστορία διατηρεί τα ονόματα, όσο βέβαια τούτο είναι δυνατόν, αλλά και η Εκκλησία διατηρεί τα ονόματα. Διότι το όνομα μένει στην αιωνιότητα. Ο Georgiov, Ρουμάνος πρεσβύτερος, συγγραφεύς, έγραψε ένα βιβλίο, με τίτλο… -πιθανώς να το έχετε διαβάσει: «Ένα όνομα για την αιωνιότητα». Και αυτό το όνομα είναι αυτό που παίρνομε από την κολυμβήθρα. Μας κάνει εντύπωση ότι ο Θεός έδωσε ονόματα σε όλα τα αστέρια του ουρανού. Πολλή εντύπωση μας κάνει. Παρότι δεν είναι πρόσωπα τα αστέρια. Είναι αντικείμενα. Έδωσε όνομα και στον Αδάμ και στην Εύα. Και καλεί τον Αδάμ να δώσει ονόματα και σε όλα τα ζώα. Παρήλασαν μπροστά στον Αδάμ όλα τα ζώα που ήσαν εκεί παρόντα, εις τον Παράδεισον. Και έδωσε ο Αδάμ σε όλα αυτά τα ζώα, στο καθένα το όνομά του.
Έχει σημασία αυτό άραγε; Η γνώσις των ονομάτων σημαίνει γνώση των πάντων. Όπου ο άνθρωποςδώσει όνομα, ήδη κατέκτησε το αντικείμενον ή άνοιξε τον δρόμο για τη γνώση του. Αν θέλετε να το πλατύνομε αυτό λίγο, από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα δώσει όνομα σε κάτι, από επιστημονικής πλευράς, ήδη ή το μέτρησε ένα βήμα πιο πέρα, γι'αυτό η μέτρησις είναι τεράστιον κεφάλαιον εις τον χώρον της επιστήμης, αυτό το κατέκτησε. Έστω και αν δεν έχει πλήρη, ακόμα, γνώση. Έτσι, όνομα και μέτρημα, μέτρησις, είναι κατάκτησις του αντικειμένου. Ξαναλέγω, από επιστημονικής πλευράς.
Αλλά και ο ίδιος ο Θεός, αγαπητοί μου, φανερώνει το όνομά Του! Του Οποίου η γνώσις έχει μεγίστη σημασία, ακόμη και προπαντός σωτηριολογική. Η γνώσις του ονόματος του Θεού. Ξέρομε το όνομα του Θεού. Βέβαια δεν ξέρομε την ουσία του Θεού. Όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα που σας είπα, μπορεί να ονοματίσομε ένα πράγμα μέσα στη φύση, ίσως να ξέρουμε κάποια χαρακτηριστικά του, αλλά να μην έχουμε πλήρη γνώση, δεν έχει σημασία, το κατακτήσαμε. Εδώ, όταν γνωρίζομε το όνομα του Θεού, τότε αυτό έχει και σωτηριολογική διάσταση! Δηλαδή αφορά στη σωτηρία μας. Αυτό θα πει. Η αγνωσία του Θεού είναι αληθινά μία συμφορά. Γι'αυτό ο Παύλος επιπλήττει τους Κορινθίους γράφοντάς τους ότι «ἀγνωσίαν Θεοῦ τινὲς ἔχουσιν πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω». «Το λέω για ντροπή σας». Σημειώσατε δε ότι το κεντρικό σημείο πάσης ιεραποστολής, όλων των αιώνων και όλων των εποχών, είναι αυτό. Να γίνει γνωστό το όνομα του Θεού, εκεί που δεν έγινε γνωστό μέχρι τώρα.
Η γνώσις του ονόματος του Θεού προσπορίζει, όσο τούτο είναι δυνατόν, και τις ιδιότητες του Θεού. Για να μην πω ότι και οι ιδιότητες αποτελούν ονόματα. Όταν πούμε: «Ο Θεός είναι Παντοκράτωρ, ο Θεός είναι Αγάπη, ο Θεός είναι Δικαιοσύνη, ο Θεός είναι Ελεήμων»,αυτά βέβαια λέγονται ενέργειες του Θεού, λέγονται ιδιότητες του Θεού· είναι χαρακτηριστικά δια των οποίων γνωρίζομε, δια των ακτίστων Αυτού ενεργειών, γνωρίζομε τον Θεό. Όχι την ουσία. Το αντιδιαστέλλομε το πράγμα. Αλλά βλέπετε ότι και οι ιδιότητες του Θεού αποτελούν κι αυτές ονόματα του Θεού.
Και έτσι προκύπτει από τη γνώση, αυτή, του Θεού, το σπουδαίο, που θέλει ο Θεός, η λατρεία του Θεού. Πώς θα λατρεύσω έναν Θεόν τον Οποίον δεν γνωρίζω; Πώς θα ευχαριστήσω; Πώς θα ζητήσω κάτι; Πώς θα προσευχηθώ, εάν δεν γνωρίζω το όνομα του Θεού; Όταν αρχίζομε την προσευχή μας, την καθ΄ ημέραν προσευχή μας, λέμε «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ καὶ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», «Βασιλεῦ Οὐράνιε» κλπ. κ.λπ. Τι λέμε; «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ καὶ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Δηλαδή απευθυνόμεθα εις τον αληθινόν Θεόν, ο Οποίος είναι… Αυτός. Ο συγκεκριμένος Θεός. Λέμε όνομα. Αρχίζομε την Θεία Λειτουργία. Τι λέμε; «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Αλλά ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι το Όνομα του Θεού, θα το δούμε λίγο πιο κάτω πιο σαφώς. Έτσι ξεκινάμε τη λατρεία του Θεού ονοματίζοντάς Τον.
Λέγει ο Κύριος Ιησούς εις το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα εις τους ανθρώπους». Θέλετε; Εάν ερωτήσετε, γιατί ο Χριστός ήλθε στον κόσμον, γιατί ενηνθρώπισε το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος; Θα λέγαμε: Πρώτον, αξιολογικά πρώτον, να αποκαλύψει το όνομα του Αγίου Τριαδικού Θεού! Του αληθινού Θεού. Μετά έρχονται όλα τα άλλα. Η σωτηρία μας, τούτο, εκείνο… Πρώτον η αποκάλυψις του ονόματος του Αγίου Τριαδικού Θεού. Γι'αυτό λέγει: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις». Ο Θεός λέγει εις τον Μωυσή ότι το όνομά Του «Κύριος»…- «Ποιος είσαι;», λέγει· «Εγώ είμαι, ὁ Ὢν, ο υπάρχων, ο Κύριος, δεν το φανέρωσα», λέγει ο Θεός, «εις τον Αβραάμ, αλλά το όνομα Θεός· εκεί είπα: «Εγώ είμαι ο Θεός· ο Θεός Αβραάμ, ο Θεός Ισαάκ, ο Θεός Ιακώβ. Τώρα, το Όνομά μου, Σου αποκαλύπτω σε σένα, τον Μωυσή, ότι είναι Κύριος».«Κύριος», δεν εκφράζει τίποτα από την ουσία του Θεού. Το είπα δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε φορές. Εκφράζει ιδιότητα. «Το όνομά μου», λέγει, «είναι Κύριος».Και βλέπετε, αργότερα, έρχεται ο Ιησούς Χριστός και μας δίνει πλήρη αποκάλυψη του ονόματος του Θεού. Πρώτα είναι το όνομα Θεός, μετά το όνομα Κύριος, και η τρίτη και τελευταία αποκάλυψις, όχι μέσα στην Ιστορία μόνον, αλλά και εις την αιωνιότητα, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Αυτή είναι η τελευταία αποκάλυψις του ονόματος του Θεού. Μας κάνει εντύπωση, όταν τελειώνει το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, καταγράφει ο ιερός Ευαγγελιστής αυτό που τους είπε ο Χριστός «βαπτίζοντες αὐτούςεἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ καὶ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ορίστε. Το όνομα του αληθινού Θεού. Και δεν είπε «εἰς τὰ ὀνόματα», αν ποτέ το προσέξατε, να πει: «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ καὶ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».Γιατί; Γιατί είναι Ένας ο Θεός. Αυτήν είναι, λοιπόν, η αποκάλυψις του ονόματος του Θεού.
Και οι άνθρωποι ομοίως λαμβάνουν ονόματα. Τι; Τον Αδάμ τον πρωτόπλαστο, τον ονοματίζει ο Κύριος «Αδάμ». Τι θα πει «Αδάμ»; «Πρωτόπλαστος». Ξέρετε ότι τα ονόματα που δίνει ο Θεός, αλλά και οι άνθρωποι ακόμη, αν θέλετε, εκφράζουν μια ιδιότητα, μία κατάσταση. «Αδάμ» λοιπόν, «πρωτόπλαστος». «Πού είσαι, Αδάμ;». Θα μεταφράζαμε: «Πού είσαι, Πρωτόπλαστε;». Η Εύα θα πει «ζωή». Είναι η ζωή των ανθρώπων. «Ζωή», αυτό θα πει Εύα. Μάλιστα πολλάκις, πολλάκις, ο ίδιος ο Θεός, δίνει ονόματα που εκφράζει κάποιο γνώρισμα στο κάθε πρόσωπο. Λέει «Αβραάμ». Ελέγετο «Άβραμ» και το μεταποιεί ο Κύριος -δεν είναι της ώρας να κάνω πιο πολλές αναλύσεις –και του λέει : «Θα λέγεσαι Αβραάμ». Η Σάρρα, στο κείμενο γράφεται με ένα ρ, την μετονομάζει και την λέει «Σάρρα». Και γράφεται με δύο ρ, έχει άλλη σημασία με δύο ρο. Τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Αναγγέλλεται το όνομά του πριν γεννηθεί. Έτσι είπε στον πατέρα του, τον Ζαχαρία: «Και θα ονομάσεις το όνομα του παιδιού που θα γεννηθεί ‘’Ιωάννην’’». Ακόμη, ο Ίδιος ο Κύριος, ο Χριστός, τον Κηφά, τον μαθητή Του, τον αποκαλεί «Πέτρον». Βράχον. Το αρχικό όνομα που πήρε ήταν «Κηφάς». Τώρα τον λένε «Πέτρον». Του το αλλάζει το όνομα. Διότι αυτό έπρεπε να προσιδιάζει με εκείνο που θα έλεγε στη συνέχεια ο Κύριος: «Ἐπὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ -δηλαδή, ποια πέτρα; Της ομολογίας σου, ότι είμαι Εγώ ο Υιός του Θεού του Ζώντος- οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν». Βλέπετε;
Και με αυτό το όνομα, αγαπητοί μου, αν το θέλετε, όλοι μας, που το πήραμε στο βάπτισμά μας, από την κολυμβήθρα, με αυτό το όνομα περνούμε στην αιωνιότητα. Με αυτό το όνομα πέρασαν και οι άγιοι μεγαλομάρτυρες, οι 40 στρατιώται, τα παλληκάρια αυτά, ήσαν Χριστιανοί, ήσαν βαπτισμένοι, τα ονόματά τους αυτά τα πήραν από την κολυμβήθρα. Και με αυτό το όνομα που παίρνομε, βαπτιζόμεθα, αγιαζόμεθα και σωζόμεθα.
Όταν οι Εβδομήκοντα επέστρεψαν από την περιοδεία που τους έστειλε ο Κύριος, και Του περιέγραφαν τις επιτυχίες που είχαν, «Κύριε», λέγουν, «ακόμη και τα δαιμόνια τρέπονται εις φυγήν μόλις ακούσουν το όνομά Σου» και ο Κύριος τούς είπε: «Μη χαίρεστε γιατί κατατροπώνονται τα δαιμόνια, αλλά γιατί τα ονόματά σας εγράφησαν στο βιβλίο της Ζωής». Σπουδαίο. «Τα ονόματά σας εγράφησαν εις το βιβλίον της Ζωής»! Τι θαυμάσιο!
Λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στην Αποκάλυψη: «Καὶ ἄλλο βιβλίον ἠνοίχθη, ὅ ἐστι τῆς ζωῆς· καὶ ἐκρίθησαν οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς βιβλίοις κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν». Ώστε έχομε και το βιβλίο της Ζωής. Τι ακριβώς είναι το «βιβλίο της ζωής», ξέρετε; Όπως και ο Δανιήλ βλέπει εν οράματι «Βίβλοι», λέει, «ἠνεώχθησαν» κ.λπ. κ.λπ. Πολλές φορές γίνεται μνεία για το βιβλίο όπου γράφονται οι άνθρωποι. Τι είναι αυτό το βιβλίο; Είναι κάποιο δεμένο πράγμα, από φύλλα, που εκεί γράφονται τα ονόματα; Αγαπητοί μου, είναι η μνήμη του Θεού! Αυτό είναι το βιβλίο. Το «βιβλίο της Ζωής» είναι η μνήμη του Θεού. Αντίθετα, ο Θεός «δεν θυμάται» -το βάζω σε εισαγωγικά· γιατί ο Θεός πάντα θυμάται- με την έννοια δεν αναγνωρίζει τους μη όντας Αυτού. Αυτοί που δεν είναι δικοί Του. Αυτό λέγεται κατά τρόπο ανθρωποπαθή, ότι δεν θυμάται ο Θεός εκείνους που δεν αποτελούν τον δικό Του λαό.
Πάλι αναφερομένη η Γραφή στον Αντίχριστο, είναι στην «Ἀποκάλυψη», στο 13ο κεφάλαιο, σημειώνει ο Ιερός Ευαγγελιστής: «Καὶ προσκυνήσουσιν αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς (:Όλοι θα προσκυνήσουν τον Αντίχριστο, όσοι κατοικούν -λέει- επί της γης), ὧν (:των οποίων) οὐ γέγραπται τὸ ὄνομα ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου –Ποιοι θα προσκυνήσουν; Εκείνοι οι οποίοι δεν είναι γραμμένοι εις το βιβλίον της ζωής του Αρνίου. Δεν είναι για την αιώνια ζωή. Παρότι μοιάζει ότι είναι πρωθύστερο, ότι δηλαδή πρόωρα είναι γραμμένοι ή δεν είναι γραμμένοι και μετά προσκυνούν ή δεν προσκυνούν. Έρχεται πρωθύστερο- τοῦ ἐσφαγμένου ἀπὸ καταβολῆς κόσμου».
Ω αγαπητοί! Τίθεται το ερώτημα: Εις το βιβλίον της Ζωής υπάρχουν μεταβολές; Γραψίματα και σβησίματα; Να σβήσει ένα όνομα, να γραφτεί κάτι καινούριο· παρότι ο Χριστός είπε ότι «τα ονόματά σας είναι γραμμένα προ καταβολής κόσμου»! «Πριν δημιουργηθεί η δημιουργία». Γιατί; Γιατί ξέρει ο Θεός ποιος είναι εκείνος που θα σωθεί και ποιος είναι εκείνος που δεν θα σωθεί.Όχι κατά έναν μοιρολατρικόν τρόπον. Ότι «Ε, είμαι γραμμένος, δεν έχω ανάγκη τίποτε παρακάτω, είμαι γραμμένος, εντάξει». Ή «δεν είμαι γραμμένος; Γιατί να κοπιάζω και να αγωνίζομαι; Αφού δεν είμαι γραμμένος». Πού το ξέρεις; Το ξέρεις; Αν είσαι ή δεν είσαι γραμμένος; Απλώς είναι στη γνώση του Θεού, διότι ο Θεός γνωρίζει και τις πράξεις των ανθρώπων, πριν οι άνθρωποι έλθουν εις το προσκήνιον της Ιστορίας. Προσέξτε. Τελείως δεν υπάρχει το θέμα «μοίρα» κ.λπ. κ.λπ. Τίποτα. Ο Θεός μόνο γνωρίζει εκ των προτέρων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εμένα με ανακόπτει ή με προωθεί να σωθώ. Κάθε άλλο.
Βεβαίως υπάρχουν μεταβολές στο ερώτημα που είπαμε, «Υπάρχουν μεταβολές;». Ναι. Ο Ιούδας συναριθμήθηκε μετά των 12 αποστόλων. Και άκουσε από τον Κύριον ότι οι δώδεκα θα καθίσουν επί δώδεκα θρόνων. Κρίνοντες τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Όμως ο Ιούδας εξέπεσε. Γιατί εξέπεσε; Αυτό του έλεγε η προαίρεσή του. Έτσι το’ θελε. Αχ, αυτή η προαίρεσις! Αυτό που λέγω «θέλω» ή «δεν θέλω», «μου αρέσει», «δεν μου αρέσει». Αυτή η προαίρεσις. Και ξέπεσε. Δεν μπορούσε να μην ξεπέσει; Για να καταλάβομε ότι κανείς δεν είναι ασφαλισμένος έως το τέλος της ζωής του. Και από τους τεσσαράκοντα μάρτυρες, ένας, αν ξέρετε την ιστορία του, εξέπεσε. Γιατί λιποψύχησε. Γιατί οι βασανισταί είχαν τη λίμνη, που ρίξανε μέσα τους 40 μάρτυρες, παγωμένη, 9 Μαρτίου, στη νότιο Τουρκία, παγωμένη λίμνη, Σεβάστεια. Και απέναντι από τη λίμνη άναψαν φωτιά για να προκαλούν. Κι ένας λιποψύχησε. Και βγήκε έξω να πάει να ζεσταθεί. Ο ταλαίπωρος! Από το υπερβολικό ψύχος ναπάει τώρα στη φωτιά, έπαθε ό,τι παθαίνει ένας οργανισμός και έπεσε νεκρός! Δεν σώθηκε. Ένας φρουρός, που έβλεπε…τι έβλεπε; Είδε αυτόν που βγήκε έξω, και ταυτόχρονα είδα από πάνω 40 στεφάνια, με 40 αγγέλους, έτοιμοι να στεφανώσουν τους μάρτυρες. Όταν όμως είδε έναν άγγελο που κρατούσε ένα στεφάνι και πήγε πολύ ψηλά, γιατί αυτός ο ένας στρατιώτης εβγήκε έξω, ενθουσιασμένος λέγει: «Κι εγώ πιστεύω εις τον Χριστόν!». Κι έπεσε μέσα εις την λίμνην. Κι έτσι πάλι έγιναν 40 μεγαλομάρτυρες.
Αναφέρει ένα τροπάριο της ακολουθίας, αγαπητοί: «Γεγηθὼς ὁ ἀρχέκακος -εννοείται ο διάβολος- ἥρπασεν ὡς τῆς δωδεκάδος Ἰούδαν τον δείλαιον καὶ τῆς Ἐδὲμ τὸν ἄνθρωπον -εννοεί τον Αδάμ- τῆς τεσσαρακοντάδος τὸν ἔκπτωτον». «Ήρθε ο διάβολος, άρπαξε», λέγει, «από τους δώδεκα μαθητάς τον Ιούδα. Ήρθε ο διάβολος στον Παράδεισο, άρπαξε τον Αδάμ και την Εύα. Ήρθε ο διάβολος τώρα στους 40 μάρτυρες και αρπάζει εκείνον που στάθηκε έκπτωτος».
Γι'αυτό, με κάθε ταπείνωση, να ευχόμεθα, αγαπητοί, να μη σταθούμε έκπτωτοι της Θείας Χάριτος, και διαγραφούμε από το βιβλίον της Ζωής. Ώστε υπάρχουν μεταβολές στο βιβλίο της Ζωής. Να φοβηθούμε. Αγαπητοί, οι άγιοι και οι μάρτυρες, είναι πάντοτε στη μνήμη του Θεού και στη μνήμη της Εκκλησίας. Και αν έχουν έκβασιν αγαθήν στον αγώνα τους, θα μείνουν γραμμένοι εις το βιβλίον της ζωής. Το όνομα που λάβαμε, να επαναλάβω, στην Βάπτισή μας, πρέπει να το τηρήσομε άγιον. Αν αυτό συμβεί, τότε με το δεύτερο βάπτισμα, το λεγόμενο «της μετανοίας» ας το καθαρίσουμε. Και ο ιερός συντάκτης της ακολουθίας των αγίων τεσσαράκοντα μεγαλομαρτύρων σημειώνει σε ένα τροπαριάκι:«Προσπίπτω, ὁ ἀνάξιος, προσάγων μου τὴν δέησιν λόγου χάριν αὐτῶν(:ζητώντας –λέγει- την Χάριν του Λόγου),ἵνα ἰσχύσω εὐσεβῶς ὑμνῆσαι κἀγὼ τοὺς ἁγίους οὕς αὐτὸς ἔδειξας νικητάς».
Αγαπητοί, μεγάλη η μνήμη των αγίων τεσσαράκοντα μεγαλομαρτύρων, που σήμερα γιορτάζομε. Ας τους τιμήσομε με την μίμησιν. Ό,τι μπορούμε. Κι ο φιλότιμος Κύριος Ιησούς Χριστός θα τιμήσει και εμάς στη Βασιλεία Του, έστω και με τον μισθόν τον τριακονταπλάσιον. Αμήν.
🔸?η🔸ομιλία στην κατηγορία : " Μνήμη Ἁγίων ".
(εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-3-1999] (Γ186β)
†. Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, γιορτάζει την νίκη της επί του πεδίου της ορθής πίστεώς της. Βέβαια πάντοτε έδιδε και δίδει μάχες ορθής πίστεως, που τα τρόπαιά των εστήνοντο με τις αποφάσεις όλων των οικουμενικών και τοπικών συνόδων. Όλως εξαιρετικά, όμως, σήμερα, τιμά την νίκη της, που εξεφράσθη με τους δογματικούς όρους της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου. Το αντικείμενό της ήταν η δυνατότητα εικονισμού του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Γι’αυτό κάνομε περιφορά των αγίων εικόνων. Προπαντός του Χριστού· διότι οι εικονοκλάσται έλεγαν ότι δεν πρέπει να εικονίζεται ο Ιησούς Χριστός, γιατί η θεότητα δεν εικονίζεται. Έτσι ουσιαστικά υπέβοσκε ο Μονοφυσιτισμός. Αυτοί εδέχοντο μόνον την θεία φύση και απέρριπτον την σωματικήν φύσιν. Βέβαια, περιττόν να σας πω ότι αυτό αποτελεί βαρυτάτη αίρεση· βαρυτάτη αίρεση.Το τονίζει αυτό η Αγία Γραφή, η Καινή Διαθήκη, ιδιαιτέρως. Ότι ήλθε εν σαρκί ο Υιός του Θεού, εσαρκώθη. Πώς, λοιπόν, θα απορρίψομε την ανθρωπίνη φύση του Ιησού Χριστού;
Αλλά και ο Αρειανισμός, ο οποίος κι αυτός αντιμετωπίστηκε στην Α΄Οικουμενικήν Σύνοδον, ενθυμείσθε, με τον Άρειον, και αυτός ήταν μονοφυσιτισμός στην πραγματικότητα· διότι εδέχετο αντίστροφα, εδέχετο την ανθρωπίνη φύση και απέρριπτε την θείαν φύσιν. Και μάλιστα, όπως λέει ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, αυτός ο Σέρβος, σοφός και άγιος άνθρωπος, των ημερών μας είναι, ότι η Ευρώπη ήδη αρειανίζει. Δηλαδή, στην πραγματικότητα, δέχεται έναν μονοφυσιτισμόν του τύπου του Αρειανισμού. Και πολλοί Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι το ίδιο. Απορρίπτουν την θείαν φύσιν του Χριστού και δέχονται μόνο την ανθρωπίνη φύση του Χριστού. Αυτό είναι απιστία. Πέρα για πέρα απιστία. Έχομε, λοιπόν, κι εδώ υποβόσκοντα, θα λέγαμε, τον Μονοφυσιτισμόν, είτε με την μίαν περίπτωσιν, που καταδικάζει η Α΄Οικουμενική Σύνοδος, στον Άρειο, η οποία εδέχετο μόνον την ανθρωπίνη φύση και την άλλη, στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία εδέχετο μόνον την θεία φύση και απέρριπτε την ανθρωπίνη.
Οι συνέπειες εκατέρωθεν ήταν ολέθριες. Στην Α΄Οικουμενική Σύνοδο κατοχυρώθη η δογματική αλήθεια ότι ο Υιός είναι τέλειος Θεός. Και εις την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο κατοχυρώθη η αλήθεια ότι ο Υιός είναι και τέλειος άνθρωπος. Και λέμε: Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.
Στην πρώτη περίπτωση, αν ο Υιός δεν είναι Θεός, τότε δεν είναι δυνατή η σωτηρία. Στην δεύτερη περίπτωση, της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, αν ο Υιός δεν έγινε άνθρωπος, πάλι δεν είναι δυνατή η σωτηρία. Το θέμα είναι ότι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Και επίτηδες βάζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο ομώνυμό του ευαγγέλιον εις το πρώτο κεφάλαιον, γιατί εκείνος ομιλεί και λέγει ότι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», επίτηδες βάζει την λέξη «σάρξ». Δεν λέει «άνθρωπος». Λέει «σάρξ». Δεν λέγει «ο Λόγος άνθρωπος ελέγετο», αλλά «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Και αν θέλετε, η λέξη «σάρξ», να το πω έτσι, ωμά: «κρέας». «ὁ Λόγος σὰρξ –κρέας- ἐγένετο». Για να τονίσει ακριβώς, θεοπνεύστως πάντοτε, αλλά και την ήδη αναφαινομένην απιστία εις το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ότι πώς θα ήταν δυνατόν να πάρει την ανθρωπίνη φύση. Επήρε την ανθρωπίνη φύση· έγινε και… κρέας! Ας μου επιτραπεί να το πω έτσι. Όσο και αν μοιάζει αυτό ότι είναι ωμό, αποκρουστικό. Βεβαίως. Ύστερα, τι είχαν πει εκεί οι Καπερναΐται; «Θα μας δώσει», λέει, «την σάρκα του να φάμε; Δηλαδή το κρέας του, να φάμε;». Τέλος πάντων να μην πολυπραγμονώ, γιατί είναι πολύ μεγάλο το θέμα, ««ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, ἵνα ἡ σάρξ –δηλαδή ο άνθρωπος- γένηται Λόγος». Για να γίνει Θεός ο άνθρωπος.
Η ορθή πίστις, όμως, κοστίζει βέβαια εις τους φορείς της. Γιατί ο διάβολος βέβαια τους μάχεται. Έναν κατάλογο μακρύ μας παραθέτει ο Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολήν, που σήμερα που ακούσαμε, που δείχνει τα μαρτύρια εκείνων που θέλησαν να κρατήσουν αυτήν την ορθήν πίστιν. Αξίζει κάτι να δούμε, αν μάλιστα λάβουμε υπόψιν ότι οι μορφές του μαρτυρίου που μας περιγράφονται θα συνεχίζουν μέχρι που να ξανάρθει ο Κύριος.
Γιατί παρατίθεται αυτή η περικοπή; Ως αποστολική από την προς Εβραίους; Για να τονιστεί η πίστις.Πιστεύεις; Τι είναι Ορθοδοξία; Αν σας ρωτήσουν έξω, τι είναι Ορθοδοξία… Ορθοδοξία θα πει: ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Ο πλήρης, ο τέλειος Θεός και ο τέλειος άνθρωπος. Αυτό είναι η Ορθοδοξία. Κάθε άλλη παρέκκλισις είναιαίρεσις. Και φυσικά σαν παρέκκλιση και αίρεση δεν σώζει. Να το θυμόσαστε αυτό.
Εκείνο, λοιπόν, το οποίο θα εισήγετο θα ήτο η πίστις. Και ήδη ξεκίνησε να εισάγεται από την Παλαιά Διαθήκη. Και τα παραδείγματα που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Εβραίους επιστολήν του, είναι από την Παλαιά Διαθήκη. Για να δείξει ότι χωρίς την πίστιν δεν μπορούμε να σωθούμε. Οι πρωτόπλαστοι δεν επίστευσαν εις τον λόγον του Θεού, ότι αν δοκιμάσουν τον καρπόν, θα πεθάνουν. Πίστεψαν, όμως, εις τον διάβολον, ότι μπορεί να γίνουν θεοί.
Δεν παραιτείται ο Θεός, αγαπητοί μου, από εκείνο που εισάγει. Τι; Το στοιχείον της πίστεως. «Αυτό που είπα, αυτό είναι», λέγει ο Θεός. «Πιστεύεις; Αν δεν πιστεύεις, χάθηκες. Θα έχεις τον αιώνιον θάνατον. Πίστεψες; Τότε θα σωθείς».«Έδωσε», λέει, «ο Θεός τον Υιόν Του,ἵνα πᾶς –λέει στο τρίτο κεφάλαιο ο ευαγγελιστής Ιωάννης- ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν – πᾶςὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν– μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον».
Έτσι, λοιπόν, η εισαγωγή στη σωτηρία μας, αγαπητοί μου, είναι η πίστις. Κι εδώ αναφέρει πλειάδα περιπτώσεων ο Απόστολος, για να δείξει ότι το θέμα της πίστεως ξεκίνησε από την Παλαιά Διαθήκη. Δεδομένου ότι ο νόμος δεν ήτο επαρκής να σώσει. Και επειδή δεν πίστεψαν οι πρωτόπλαστοι, επανέρχεται η πίστις, εις τους δικαίους βεβαίως, η πίστις, εις τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης. Δια τον πολύν λαόν είναι ο νόμος. Δια τους δικαίους είναι η πίστις· η οποία στην πληρότητά της εισάγεται με την εισαγωγή εις τον κόσμον αυτόν του θεανθρωπίνου προσώπου του Χριστού. Η πίστις.
Ξέρετε, πολλές φορές άμα λέμε «πιστεύω», είναι μία μεγάλη κουβέντα. Είναι μια πάρα πολύ μεγάλη κουβέντα. Ωστόσο, αναφερόμενος ο Απόστολος Παύλος στον Μωυσέα, γράφει: «Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν θυμὸν τοῦ βασιλέως· τὸν γὰρ ἀόρατον ὡς ὁρῶν ἐκαρτέρησε». «Ο Μωυσής έφυγε», λέει, «κατέλιπεν την Αίγυπτον», ύστερα από εκείνο το γνωστό επεισόδιο και δεν φοβήθηκε τον θυμόν του βασιλέως. Γιατί; Προσέξτε την φρασούλα αυτή: «Τὸν γὰρ ἀόρατον –που είναι ο Θεός Λόγος· διότι, ξέρετε, ο Θεός Λόγος δεσπόζει, πριν ενανθρωπήσει, εις την Παλαιάν Διαθήκην. Δεν είναι ο Πατήρ. Συνεχώς το τονίζω αυτό. Ο δεσπόζων, ο Γιαχβέ, «Γιαχβέ» θα πει ο Κύριος, που δεσπόζει στην Παλαιά Διαθήκη, διαρκώς διαρκώς, είναι το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. Είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο μετέπειτα Κύριος Ιησούς, ο Θεός Λόγος. Αυτόν λοιπόν, που ήταν τότε ακόμη, στην Παλαιά Διαθήκη εννοείται, αόρατος- ὡς ὁρῶν ἐκαρτέρησε». «Σαν να Τον έβλεπε». Πώς Τον έβλεπε; Με τα μάτια της πίστεως. Τον «ἐκαρτέρησε». Ωραίο το ρήμα αυτό, το «ἐκαρτέρησε»· που σημαίνει «καρτερώ, δέχομαι κάθε περιπέτεια, αρκεί να φθάσω να απολαύσω εκείνο το οποίο περιμένω».
Αυτό συνέβη και με τους προφήτας. Με όλους τους προφήτας, αγαπητοί. Με όλους τους Πατριάρχας. Με όλους τους δικαίους. Μέχρι τον Συμεών τον Θεοδόχον· που είπε: «Τώρα, Κύριε, να πεθάνω. Είδαν τα μάτια μου το σωτήριόν Σου». «Το σωτήριόν Σου», θα πει «τον Σωτήρα Σου».
Και γράφει ο Απόστολος Παύλος: «Καὶτί ἔτι λέγω; -στη σημερινή, πάντοτε, αποστολική περικοπή- Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος (:θα με πάρει ο χρόνος, δεν θα προλάβω, τι να πρωτογράψω, τι να πρωτοπώ;)περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ᾿Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ (:οι οποίοι) διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο (:με την πίστιν ενίκησαν. Πρώτον:)βασιλείας». Εδώ αναφέρεται ο Γεδεών, που νικά τους Μαδιανίτας, ο Βαράκ τους Χαναναίους, ο Σαμψών τους Φιλισταίους, ο Ιεφθάε τους Αμωνίτας και ο Δαβίδ τους γύρω αλλοφύλους. Με πίστιν. Και γίνεται μάλιστα ο Αβραάμ γενάρχης, θα λέγαμε, ο Δαβίδ γενάρχης του Ιησού Χριστού. Κατά σάρκα. Βέβαια. «Ἀβραάμ ἐγέννησε… » κ.λπ. Αυτό που διαβάζομε στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον. Φθάνομε στον Δαβίδ. Είναι ο παρακάτω γενάρχης. Και ο Χριστός είναι υιός Δαβίδ. Θυμηθείτε εκείνον τον τυφλόν στην Ιεριχώ: «Υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησόν με». «Υιέ Δαβίδ» θα σήμαινε: «Μεσσία! Είσαι απόγονος του Δαβίδ!». Και ο Δαβίδ είχε ζήσει, αγαπητοί μου, χίλια χρόνια προ του Ιησού Χριστού!
Δεύτερον: «Εἰργάσαντο –λέει- δικαιοσύνην». Όπως ο Δαβίδ. Εκυβέρνησε με δικαιοσύνη. Αλλά και όσοι επολιτεύθησαν με δικαιοσύνη στον δημόσιο βίο τους.
Τρίτον: «Ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν». Δηλαδή πέτυχαν υποσχέσεις του Θεού. Όταν υπήκουον στον Θεόν για μια πράξη κι αυτή ήρχετο εις πέρας. Όπως ο Αβραάμ στην γέννηση του Ισαάκ.
Τέταρτον. «Ἒφραξαν στόματα λεόντων». Εδώ γίνεται υπαινιγμός του Δανιήλ. Όταν τον έριξαν οι φθονεροί συνάδελφοί του, τον έριξαν μέσα στον λάκκο των λεόντων- βρισκόμεθα εις την Βαβυλώνα, ε;- για να τον φάνε τα λεοντάρια. Τα λεοντάρια ούτε άγγιξαν, παρακαλώ, τον Δανιήλ. Ούτε τον άγγιξαν. Όταν κατόπιν, ήρθε ο ίδιος ο Ναβουχοδονόσορ και ανέσυρε από τον λάκκον τον Δανιήλ και ‘ρίξαν τους συκοφάντας, τα λεοντάρια; Αμέσως κατεσπάραξαν τους συκοφάντας.
Πέμπτον: «Ἒσβεσαν δύναμιν πυρός». Εδώ είναι υπαινιγμός των τριών Παίδων μέσα στο καμίνι. Εδώ, λέει, ένας… ο Θεοφύλακτος μία παρατήρηση: «Οὐκ εἶπε δέ, ἔσβεσαν πῦρ, ἀλλὰ δύναμιν πυρός, ὃ καὶ μεῖζον». «Δεν είπε ότι έσβεσαν την φωτιά εις το καμίνι οι τρεις Παίδες. Αλλά την δύναμιν του πυρός· που είναι και μεγαλύτερο». Δηλαδή η φωτιά υπήρχε. Αλλά δεν κάηκαν. «Ούτε μία τρίχα», λέει, «δεν κάηκε από την κεφαλήν τους».
«Ἒφυγον στόματα μαχαίρας». Όπως ο Δαβίδ από τον Σαούλ, ο Ηλίας από την Ιεζάβελ και ο Ελισσαίος από τον βασιλέα της Συρίας. Όλοι αυτοί ξέφυγαν. Με την πίστιν.
Έβδομον: «Ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας». Όπως είναι ο βασιλιάς Εζεκίας.
Όγδοον: «Ἐγενήθησαν –δηλαδή έγιναν- ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ». Όπως είναι ο Ιησούς του Ναυή, είναι οι Κριταί, είναι ο Δαβίδ, είναι οι Μακκαβαίοι. «Μακκαβαίος» θα πει αυτός ο οποίος αντιστέκεται. Αντιστασιακός.
Ένατον: «Παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων». Δηλαδή «απέκλιναν». «Παρεμβολή» είναι το στρατόπεδον. Τα στρατόπεδα των ξένων, των εχθρών. Όπως ο Αβραάμ στράφηκε εναντίον των τεσσάρων βασιλέων, που ήρθαν να πολεμήσουν στα Σόδομα, όπου κατοικούσε εκεί ο ανιψιός του, ο Λωτ. Είχαν έρθει από Βορρά. Όπως η Ιουδήθ απεκεφάλισε τον Πέρση Ολοφέρνην.
Δέκατον: «Ἒλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκροὺς αὐτῶν». Όπως οι δυο γυναίκες χήρες, που πήραν τα παιδιά τους πίσω, με ανάσταση· τη μια φορά από τον προφήτην Ηλίαν και την άλλη φορά από τον προφήτη Ελισσαίο. Με πίστη.
«Ἂλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν». «Τύμπανον» ήταν ένα μαρτυρικό όργανο, ένας τροχός. Έδεναν τον άνθρωπο επάνω και γύριζαν αυτόν τον τροχόν. Και πλάι, που άγγιζε το σώμα εκείνου που θα μαρτυρούσε, υπήρχαν ξυράφια, μαχαίρια που του ‘κοβαν φέτες από το σώμα του. Άλλοι, λοιπόν, ἐτυμπανίσθησαν. Όπως είναι ο Ελεάζαρος ο προφήτης.
Δωδέκατον: «Ἓτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς». «Άλλοι πήραν», λέει, «πεῖραν, δηλαδή δοκίμασαν επάνω στο πετσί τους, εμπαιγμούς, μάστιγες, δεσμά, φυλακές» κ.λπ. Όπως είναι οι Μακκαβαίοι. Όπως είναι ο Ιερεμίας. Όπως είναι ο Μιχαίας. Όπως είναι οι Απόστολοι.
Δέκατον τρίτον: «Ἐλιθάσθησαν». Όπως ο Ναβουθέ, ο πρωτομάρτυς Στέφανος. Δηλαδή δέχθηκαν λιθοβολισμόν.
Δέκατον τέταρτον: «Ἐπρίσθησαν». «Πριονίστηκαν». Όπως είναι ο Ησαΐας. Τον γύρισαν ανάποδα και άρχισαν να τον πριονίζουν και μάλιστα με ξύλινο πριόνι, για να είναι πιο οδυνηρός ο θάνατος.
Δέκατον πέμπτον: «Ἐπειράσθησαν». Δηλαδή «υπέμειναν πολλούς πειρασμούς».
Δέκατον έκτον: «Ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον». Η αρίθμησις μας προκαλεί να την αναφέρομε, γιατί την αναφέρει ο Απόστολος Παύλος. «Πέθαναν», λέει, «από μαχαίρι». Ο Ζαχαρίας, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Ιάκωβος. Όχι ο Αδελφόθεος. Ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Ιωάννου.
Δέκατον έβδομον: «Περιῆλθον(:περιεπλανώντο δηλαδή) ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι» –με δέρματα που φορούσαν, γύριζαν από δω και από κει, όπως είναι ο προφήτης Ηλίας, ο Ελισσαίος, οι πλείστοι των προφητών, ο Ιερεμίας.
Και δέκατον όγδοον: «Ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς». Από δω κι από κει γύριζαν. Όπως είναι οι εκατό προφήται στην εποχή του Αχαάβ, που εκεί ο προφήτης Ηλίας και ο Ελισσαίος, μια ολόκληρη ιστορία εκεί με τον Αχαάβ… Τι να πρωτοπεί κανείς!
Και όλοι αυτοί «Καὶ οὗτοι πάντες –λέει ο Απόστολος Παύλος-μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως (: επήραν την μαρτυρίαν δια της πίστεως· υπέρ του Χριστού) οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν (:δεν πήραν την υπόσχεση του Θεού),τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι».Επερίμεναν και εμάς. Όπως ακριβώς όλοι οι μάρτυρες περιμένουν το τέλος. Οι μάρτυρες στον ουρανό. Εκατομμύρια μάρτυρες. Χριστιανοί. «Κύριε», λέει, «πότε θα εκδικήσεις το αίμα μας που χύθηκε πάνω στη Γη;».«Περιμένετε λίγο». Τι χαριτωμένο! «Περιμένετε λίγο, να προστεθούν κι άλλοι αδελφοί σας». Τους δόθηκε λευκός χιτών κι ένα κλαδί φοίνικος. Νίκης σύμβολον. «Περιμένετε λίγο». Μέχρι το τέλος της Ιστορίας θα υπάρχουν οι μάρτυρες, οι οποίοι θα δίνουν τη ζωή τους, τα πάντα θα δίνουν, γιατί επίστεψαν εις τον Ιησούν Χριστόν. Επίστεψαν ορθοδόξως.
Αγαπητοί, το αντικείμενο της πίστεώς μας είναι ο Ιησούς Χριστός. Ναι. Και πριν ενανθρωπήσει. Και μετά που ενηνθρώπησε. Γι’αυτό κι εμείς, όπως λέει ο Απόστολος Πέτρος: «Δι᾿ὑπομονῆς τρέχωμεν (: ας τρέχομε. Να τρέχομε, με υπομονή) τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα (:έχομε αγώνα μπροστά μας)ἀφορῶντες -εδώ είναι το μυστικό: ἀφορῶντες· βλέποντες) εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν».
Κάποτε, λέει, ένα ανέκδοτο, ότι πέρασε κάποιος πάνω από τον καταρράκτη Νιαγάρα, δεν τον εζάλισε η βοή του καταρράκτου, περπατώντας επάνω σε ένα σχοινί. Πωπω! Φοβερό! Και πέρασε. Όταν του είπαν: «Πώς τα κατάφερες;». Είπε: «Από την άλλη μεριά, είχα βάλει ένα φως, μια λάμπα. Δεν έβλεπα τίποτα. Ούτε τους ανθρώπους που ήσαν στις όχθες να με παρατηρούν, ούτε την βοή του καταρράκτου. Ένα είχα στο μυαλό μου. Το φως εκεί απέναντι». Και πέρασε. Κι εμείς θα περάσομε τον βίον αυτόν εάν είμεθα «ἀφορῶντες», δηλαδή βλέποντες διαρκώς, εις τον της πίστεως Αρχηγόν. Είδατε πώς λέγεται ο Ιησούς Χριστός; «Αρχηγός της πίστεως». Ναι. Και τελειωτήν Ιησούν Χριστόν.
Πολλοί θέλουν να εισαγάγουν νέες θέσεις, που ο λόγος του Θεού δεν τις δέχεται. Όπως το πλήθος των αιρέσεων. Και ο κατακλυσμός του Οικουμενισμού. Ο κατακλυσμός του Οικουμενισμού. Ο Χριστιανισμός είναι οικουμενικός, να συμπεριλάβει όλην την Γην εις τους κόλπους του. Γι’ αυτό έστειλε ο Κύριος τους μαθητάς Του, λέγοντας: «Μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη ἕως ἐσχάτου τῆς Γῆς».Τώρα, όμως, έχομε έναν αντίθεον Οικουμενισμόν. Δεν είναι για να γίνει ο κόσμος Χριστιανικός. Αλλά αντιθέτως να εξασθενήσει ο Χριστιανισμός. Κι έτσι έχομε αυτόν τον κατακλυσμόν του Οικουμενισμού. Που θέλουν… τι θέλουν; Όλες τις θρησκείες να τις καταργήσουν. Προσέξτε: Όλες τις θρησκείες να τις καταργήσουν, ώστε να προβληθεί μία μόνη θρησκεία. Η προσκύνησις του Αντιχρίστου. Αρχίζει, όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωσις, αρχίζει με το οικονομικό στοιχείο. Θα φθάσει, όμως, εις το θρησκευτικόν στοιχείον. Μην το ξεχνούμε αυτό. Οι μάρτυρες της πίστεως και της αληθείας, θα συνεχίζουν την πορεία τους μέχρι τις ημέρες του Αντιχρίστου. Ήδη αρχίσαμε, ζούμε εμείς, η γενεά μας, αυτές τις ημέρες του Αντιχρίστου. Οι ημέρες αυτές είναι προοίμια, παρακαλώ, εκείνων των ημερών. Και θα προτιμούν το μαρτύριον από την προδοσίαν.
Αγαπητοί μου, κανένας να μην σταθεί προδότης του Ιησού Χριστού. Είτε με την αίρεσιν -προδοσία είναι- είτε με την προσκύνησιν του Αντιχρίστου. Όπως κι αν έχει το πράγμα, προδοσία είναι.
Τι θα λέγαμε όμως; «Τοιγαροῦν –λέει ο Απόστολος Παύλος- καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων». Νέφος μαρτύρων. Λογαριάστε ένα νέφος, είναι σταγονίδια, πόσα είναι; Είναι πάρα πολλά… Έχουμε, λοιπόν, ένα «περικείμενον νέφος -τοσοῦτον!- περικείμενον νέφος μαρτύρων»,ας πάρομε παράδειγμα και δύναμη για να συνεχίσομε τον αγώνα μας. Αμήν.
🔸868η🔸ομιλία στην κατηγορία : " Ὁμιλίαι Κυριακῶν ".
†. «Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου· ἐμὲ ὑπομενοῦσι δίκαιοι, ἕως οὗ ἀνταποδῷς μοι». Ο ιερός Ψαλμωδός, αγαπητοί μου, ευρίσκεται κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Ο Δαβίδ, ο «χριστός Κυρίου», διώκεται από τον εκπεσόντα «χριστόν Κυρίου». Τον Σαούλ. Εκείνος ο οποίος δεν εστάθη σωστός εις την αποστολήν του και εις το θέλημα του Θεού και εκπίπτει. Και αντ’ αυτού χρίεται βασιλεύς ο Δαβίδ. Αλλά ο Σαούλ, ζηλοτυπών τον Δαβίδ, διώκει αυτόν. Και ο Δαβίδ καταφεύγει στα βουνά με τους συντρόφους του. Κάποια φορά κατέφυγε σε ένα σπήλαιο, δυο φορές συνέβη αυτό, κατέβηκε σε ένα σπήλαιον και εκεί εκρύβη εις το βάθος του σπηλαίου.
Ο Σαούλ ήτο απέξω από το σπήλαιον, μόνος του, ο στρατός ο πολύς δεν ήτο κοντά του, και επήγε εκεί λίγο να ξεκουραστεί και να κοιμηθεί, αγνοώντας ότι ο Δαβίδ βρίσκεται εις το βάθος του σπηλαίου. Ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Του λέγουν οι συντρόφοι του Δαβίδ: «Είδες; Ο Θεός τον εχθρό σου τον έβαλε στα χέρια σου. Με μία κονταριά, τον εφόνευσες και ησύχασες». «Όχι», λέγει, «αδελφοί μου! Όχι! Είναι ‘’χριστός Κυρίου’’! -δηλαδή χρισμένος από τον Θεόν- Είναι βασιλεύς χρισμένος από τον Θεό! Δεν επιτρέπεται να βάλω χέρι επάνω εις τον Σαούλ, άλλο αν εκείνος με καταδιώκει, ως εκπεσών πλέον, να φονεύσει εμένα. Και προσέξτε– λέγει εις τους συντρόφους του- δεν θα βάλει κανείς χέρι πάνω εις τον Σαούλ».
Με πολύ σιγαλά βήματα, επλησίασε τον Σαούλ, του έκοψε ένα κομμάτι ύφασμα από το ιμάτιό του και ξαναπήγε στο βάθος του σπηλαίου. Ο Σαούλ ανύποπτος, σηκώθηκε και βγήκε από το σπήλαιο και κατηφόρισε για να πάει στο στράτευμά του. Τότε ο Δαβίδ βγήκε έξω από τη σπηλιά, ανέβηκε σε ένα ψηλό μέρος και του φωνάζει: «Σαούλ, βασιλεύ, γιατί με διώκεις; Τι σου έκανα εγώ; Ο Θεός σε έριξε στα χέρια μου. Μπορούσα να σε φονεύσω. Αλλά δεν το έκανα αυτό. Εσύ γιατί κυνηγάς να φονεύσεις εμένα; Αν θέλεις να σου αποδείξω ότι πραγματικά ο Θεός σε έριξε στα χέρια μου, ρίξε μια ματιά στο ιμάτιό σου να δεις ότι σου λείπει ένα κομμάτι από εκεί. Το κρατώ στα χέρια μου. Να ‘το, Σαούλ. Να ‘το!».
Αγαπητοί μου, υπέροχο παράδειγμα συγχωρητικότητος… Υπέροχο! Μοναδικό, θα λέγαμε, σε μέγεθος και ποιότητα, μέσα –Μοναδικό; Άραγε;- εις την Παλαιά Διαθήκη. Είναι με διάσταση, θα λέγαμε, είναι μέσα στον χώρο της Παλαιάς Διαθήκης, γι’αυτό έχει την πάρα πολύ μεγάλη του αξία αυτό. Όμως, ο ψαλμός ο 141, που τον τελευταίο στίχο σας διάβασα, δεν ξέρομε αν ο Δαβίδ τον είπε σε εκείνο το σπήλαιο ή στο άλλο σπήλαιο, διότι δύο φορές, σας είπα, εβρέθηκε ο Σαούλ σε κίνδυνο και κατέφυγε σε σπήλαιο. Ίσως να ήτο η άλλη περίπτωσις. Ίσως. Πάντως, ο Δαβίδ, βλέποντας ότι είχε κυκλωθεί από τον στρατόν του Σαούλ, αισθάνεται πολύ δύσκολα και τότε στέλνει προσευχή προς τον Θεόν, αυτή που λέγει ο 141 ψαλμός, και που επιγράφεται «Συνέσεως τῷ Δαυΐδ, ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῷ σπηλαίῳ· προσευχή».
Μέσα στη θλίψη του και μέσα εις την παγίδα που είχε περιέλθει, στο σπήλαιο, λέγει προς τον Θεόν: «Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου». «Βγάλε με, Σε παρακαλώ, βγάλε την ψυχή μου, την ζωή μου, την ύπαρξή μου, απ’ αυτήν την φυλακήν, αυτόν τον εγκλεισμόν που είναι εδώ το σπήλαιο τούτο και όταν θα με σώσεις, τότε θα υμνήσω και θα δοξάσω το όνομά Σου». «Ἐμὲ ὑπομενοῦσι δίκαιοι, ἕως οὗ ἀνταποδῷς μοι». «Για μένα περιμένουν οι δίκαιοι, οι καλοί μου σύντροφοι, και στέκομαι γι’ αυτούς υπόδειγμα ότι Εσύ θα με σώσεις, και τούτο έως ότου μου δώσεις, εκείνο το οποίον εγώ τώρα Σου ζητώ».
Αλλά, όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, βρίσκουν, αγαπητοί μου, μέσα εις το Ψαλτήρι θησαυρόν. Δεν εξαντλείται το Ψαλτήρι στην ιστορική του διάσταση. Έχει βάθος το Ψαλτήρι… Ο Μέγας Αθανάσιος λέγει ότι είναι αληθινός λειμών το Ψαλτήρι… Τι θέλεις να βρεις εκεί; Θα το βρεις. Την προφητεία; Την ιστορία; Την παραμυθία; Την διδαχήν; Τι θέλεις να βρεις; Όλα εκεί θα τα βρεις. Και λέγει ότι το Ψαλτήρι είναι επιτομή ολοκλήρου της Παλαιάς Διαθήκης. Γι’ αυτόν τον λόγο, αν όχι και της σκηνής, διότι έχει το προφητικό στοιχείο, γι’ αυτόν τον λόγο είναι το μοναδικό βιβλίο σε εκτεταμένη χρήση μέσα από την Παλαιά Διαθήκη, το μοναδικό βιβλίο που βρίσκεται μέσα εις την λατρεία την χριστιανικήν. Δεν υπάρχει ακολουθία –και η πιο μικρή, του Αγιασμού- που να μην περιέχει μέσα –ή το Απόδειπνο- που να μην περιέχει μέσα τουλάχιστον έναν ψαλμόν. Το απόδειπνο που λέμε το βράδυ περιέχει μέσα τρεις ψαλμούς.
Γι’ αυτό λοιπόν, ελάτε, αγαπητοί μου, να βαθύνομε λίγο στον στίχο εδώ του Δαβίδ, έχει πραγματικά πολύ πλούτον. Θα δεχθώ ότι η ψυχή δεν είναι η ζωή, αλλά είναι η ψυχή. Ό,τι δηλαδή λέει η λέξις: «ψυχή». Εξάλλου, η λέξις «ψυχή» άλλοτε μεν έχει την έννοια της ζωής, άλλοτε έχει την έννοια του πνεύματος, της ψυχής. «Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου». «Βγάλε από την φυλακή την ψυχή μου για να μπορώ να δοξολογήσω το όνομά σου».
Ποια είναι αυτή η «φυλακή» που ζητά ο ψαλμωδός να εξαχθεί η ψυχή του; Μήπως είναι το σώμα του; Δηλαδή θα ήθελε να ελευθερωθεί δια του θανάτου ή ακόμα με ένα κουράγιο, δια της αυτοκτονίας, να απαλλαγεί από το σώμα του, όπως έκαναν κάποιοι φιλόσοφοι, που θεωρούσαν – όπως ο Πλάτων, επί παραδείγματι- που θεωρούσαν ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής και δεσμεύει την ψυχήν και ζητά η ψυχή την απελευθέρωσή της; Ή όπως διδάσκουν ανοήτως εκείνοι που πρεσβεύουν την μετεμψύχωση, την μετενσάρκωση, ότι είναι μια καταδίκη της ψυχής να επανέρχεται σε σώματα είτε ανθρώπων είτε ζώων, έως ότου εξιλεωθεί από τις αμαρτίες της και έτσι απαλλαγεί πλέον από τα δεσμά, την φυλακήν του σώματος και έρθει εις ανώτερες σφαίρες σαν πνεύμα καθαρόν; Αυτό είναι άραγε η «φυλακή»; Δηλαδή ο ψαλμωδός εννοεί εδώ τα δεσμά του σώματος;
Όλα αυτά, όπως θα έλεγαν οι Πατέρες είναι«ελληνικές διδασκαλίες», με το «ελληνικές» εννοώντας ειδωλολατρικές διδασκαλίες. Όχι αγαπητοί μου. Το σώμα δεν είναι δεσμά της φυλακής. Το σώμα είναι συμφυές με την ψυχή, έγινε μαζί με την ψυχή, ταυτοχρόνως. Δεν ήρθε η ψυχή να κατοικήσει, αφού προϋπήρχε, σε κάποιο σώμα, που εκεί θα δεχόταν την φυλακή της για να εξαγνιστεί. Η ψυχή εδημιουργήθη και δημιουργείται ταυτόχρονα με το σώμα. Το ίδιο πράγμα συνέβη εις τον Αδάμ, όταν ο Θεός τον εδημιούργησε. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει και στον κάθε άνθρωπο που γεννιέται. Άμα συλλήψει, με την σύλληψη, έχομε ψυχή και σώμα ταυτοχρόνως, την ιδίαν στιγμήν. Ούτε η ψυχή προηγείται, για να έρθει να εγκλωβιστεί μέσα εις το συλλαμβανόμενον σώμα, ούτε το σώμα προηγείται της ψυχής, για να υποστηριχθεί η θεωρία της εξελίξεως, ότι ο άνθρωπος ξεκινάει από την αφετηρία του ζώου, για να έρθει κάποια στιγμή να εξελιχθεί το μυαλό για να γίνει άνθρωπος, που αυτά έχουνε άμεση πρακτική σημασία, όταν λέμε και υποστηρίζομε ότι κάνοντας μίαν έκτρωσιν, τουλάχιστον έως τριών μηνών, δεν έχομε άνθρωπον, έχομε κάτι άλλον, τι;;; Ένα ζώον. Ένα ζώον, το οποίο στερείται ψυχής, διότι μετά ταύτα η ψυχή θα τοποθετηθεί…
Βλέπετε συνέπειες, άμεσα πρακτικές, αυτών των τοποθετήσεων; Από τι λοιπόν ζητάει ο Ψαλμωδός να απαλλαγεί η ψυχή του; Από το σώμα του; Α, όχι! Όχι! Το σώμα δεν είναι φυλακή. Το σώμα, σας είπα, είναι συμφυές με την ψυχήν. Δηλαδή μαζί υπήρξαν. Και όταν χωριστούν με τον θάνατο, η ψυχή αισθάνεται πολύ άσχημα επειδή εχωρίσθη από το σώμα της. Γι’αυτό έχει οδύνη. Γι’αυτό ο ιερός υμνογράφος, ο Δαμασκηνός, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στέκεται μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου και οδύρεται και λέγει ότι η ψυχή έχει πόνο, ότι οδυνάται η ψυχή που χωρίζεται από το σώμα. Είναι η πιο τραγική στιγμή της ζωής του ανθρώπου. Ο θάνατος. Αυτός ο χωρισμός της ψυχής με τον θάνατο. Αλλά ενικήθη αυτή η ανθρωπίνη τραγικότης. Τραγικότης. «Τραγικότης» θα πει να βλέπω τι θα μου συμβεί, να συνειδητοποιώ τι θα μου συμβεί, αλλά να μη δύναμαι να το αποφύγω. Αυτή είναι η όλη διάστασις της τραγικότητος, που οι αρχαίοι Έλληνες την τραγικότητα αυτή, ωραιότατα την έπλασαν και την παρουσίασαν στα θεατρικά τους έργα. Αυτή η τραγικότητα δεν υπάρχει στον Χριστιανισμόν· γιατί νικήθηκε ο θάνατος, με την Ανάσταση του Χριστού. Έτσι η ψυχή επιποθεί το σώμα.
Λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Δεν επιθυμώ να εκδυθώ το σώμα, αλλά επιθυμώ να ενδυθώ την αφθαρσίαν και την αθανασίαν· γι’ αυτόν τον λόγο θα μου δώσει ξανά ο Χριστός, όταν θα ξανάρθει, το σώμα μου, που το έχασα με τον θάνατο. Και έτσι δεν είναι δυνατόν, με την ανάσταση των νεκρών, να πάρω πίσω την παλιά μου φυλακή. Αν υποτεθεί ότι είναι φυλακή το σώμα, τότε δεν έχω λύτρωση, αν το σώμα είναι φυλακή. Αλλά επειδή ακριβώς δεν είναι φυλακή, γι’ αυτόν τον λόγο είναι λύτρωσις, πραγματική λύτρωσις η ανάστασις των σωμάτων».
Μήπως η ψυχή που ζητά να φύγει από την φυλακή της, μήπως είναι αυτή η ίδια η κτίσις; Γιατί κι αυτό ετέθη. Η καντιανή φιλοσοφία έτσι το έθεσε. Ο άνθρωπος είναι δέσμιος του χώρου και του χρόνου. Είναι μέσα σ’ αυτά τα καλούπια τα χωροχρονικά. Και πράγματι, εγώ θα ήθελα να φύγω αυτή την στιγμή, κάπου να πάω, έξω από την θέση που βρίσκομαι. Πώς μπορώ να πάω; Όταν σκέφτομαι ότι δεν έχω τον τρόπο να πάω. Να βρεθώ σε ένα σημείο του σύμπαντος. Πώς θα πάω; Έχω μια δυσκολία. Ή, ή… να βρεθώ, χμ, έξω από το σύμπαν… Ανόητα πράγματα… Αυτή η ίδια η κατασκευή μου είναι χωροχρονική. Εγώ ο ίδιος έγινα εν χρόνω και καταλαμβάνω χώρο. Πώς είναι δυνατό να βγω έξω από τον χώρο και τον χρόνο; Έξω από την Δημιουργία; Ότι αυτή μου αποτελεί δεσμά, φυλακή και δεν δύναμαι να ελευθερωθώ απ’ αυτήν ταύτην την Δημιουργίαν; Είναι δυνατόν ποτέ; Είναι μωρία. Είναι αληθινή μωρία. Είναι αδιανόητο πράγμα. Είναι αντιφατικό. Δεν είναι δυνατόν.
Τότε; Ούτε ακόμα, θα λέγαμε, η κτίσις αποτελεί δεσμά και φυλακή της ανθρωπίνης υπάρξεως. Απλούστατα, διότι αυτή η ίδια η κτίσις σαν δημιούργημα του Θεού με περιβάλλει, είμαι, θα λέγαμε, ένα κομμάτι αυτής της κτίσεως, ένα κομμάτι, διότι ο Θεός χώμα πήρε από τη γη, «χοῦν λαβών ἀπὸ τῆς γῆς» έπλασέ με, και αποτελώ μέρος της Δημιουργίας, όχι με την έννοια την πανθεϊστική φυσικά, αλλά με την έννοια ότι αποτελώ ένα μέρος της Δημιουργίας, το σώμα μου δηλαδή, το σώμα μου και δεν είναι δυνατόν να αποσπαστώ ποτέ από την Δημιουργία. Εξάλλου, αν θέλετε, τιμωρία και καταδίκη ήταν όταν είπε ο Θεός: «Είσαι χώμα και στο χώμα θα γυρίσεις». Καταδίκη ήτο αυτό. Ήτανε τιμωρία αυτό. Έστω τιμωρία για να δώσει παρακάτω ο Θεός την Χάρη Του δια της Αναστάσεως κ.λπ.
Το θέμα είναι τούτο: Ότι αυτή η ίδια η κτίσις, αγαπητοί μου, θα ανακαινισθεί. Κι αφού θα ανακαινισθεί η κτίσις, τότε δεν είναι δυνατόν να αποτελεί φυλακή της υπάρξεώς μου. Δεν είναι δυνατόν. «Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα», θα πει ο Ανακαινιστής και Ανακεφαλαιωτής των πάντων Ιησούς Χριστός. Και θα ανακαινιστεί η κτίσις. Και θα είναι η Βασιλεία του Θεού. Και θα βασιλεύει το πρόσωπο του Θεού· και η θεωρία του προσώπου του Θεού, του Σαρκωμένου Θεού.Κι αυτή η κτίσις είναι όλη η εξωτερική προβολή του σαρκωμένου Θεού, που την αγάπησε, ας μου επιτραπεί να πω αυτή την λέξη, γιατί πώς να το εκφράσω αλλιώτικα, με πάθος· με –θα πω όμως μία φράση που την λέγουν οι Πατέρες, είναι το ίδιο- με «μανικόν έρωτα» Αυτός ο σαρκωμένος Θεός Λόγος. Λέει εις το βιβλίο των «Παροιμιών»: «Α, πότε θα έρθει εκείνη η ώρα που θα βρεθώ ανάμεσα στους ανθρώπους που τους αγαπώ πολύ· γιατί όταν ο Θεός εδημιουργούσε, Εγώ, η Ενυπόστατος Σοφία, ήμουν μαζί Του και συνδημιουργούσα». Η Ενυπόστατος Σοφία, ο Θεός Λόγος. Είχε λοιπόν αυτόν τον «μανικόν έρωτα» που εκφράζεται θαυμάσια στο βιβλίο «Άσμα Ασμάτων» της Παλαιάς Διαθήκης, στα λεγόμενα «σοφιολογικά» βιβλία και εις τις «Παροιμίες», «Σοφία Σολομῶντος», που δείχνει εκεί αυτήν την αγάπη, την μανική αγάπη –μανική· από μανία δηλαδή· τρελή δηλαδή, τρελή· τρελή αγάπη, μανικήν αγάπη- που είχε το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος έως ότου έρθει η στιγμή να σαρκωθεί και να ΄ρθει τόσο κοντά στη Δημιουργία Του. Είναι δυνατόν να αποτελεί η Δημιουργία καταδίκη του ανθρώπου; Είναι δυνατόν; Παλαιωθείσα από την αμαρτίαν θα ανακαινισθεί από τον Σαρκωμένον Λόγον.
Τότε τι είναι αυτή η φυλακή, για την οποία διαμαρτύρεται ο Ψαλμωδός και λέγει, να τον εξαγάγει, να τονε βγάλει ο Θεός; Όταν λέγει :«Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου», «βγάλε με από την φυλακή αυτήν για να μπορώ να δοξολογήσω το Όνομά Σου». Ποια είναι; Στον θάνατο, ξέρετε, επιτρέψατέ μου μία συμπλήρωσιν στο πρώτο. Λέγει ο Δαβίδ: «Κύριε, ποιος θα Σε υμνήσει εις τον Άδη; Ποιος; Δεν έχουμε τα όργανα», λέγει, «τα φωνητικά. Δεν έχουμε σώμα, δεν έχουμε γλώσσα, δεν έχουμε φωνητικές χορδές για να Σε υμνήσουμε στον Άδη. Άσε λοιπόν, Κύριε, άφησέ με στην ζωή, Σε παρακαλώ, άφησέ με στην ζωή, Σε παρακαλώ, να μπορώ να Σε υμνήσω. Στον Άδη ποιος μπορεί να Σε υμνήσει;». Βλέπετε λοιπόν ότι δεν θέλει να απαλλαγεί από το σώμα του, δεν θέλει να απαλλαγεί από την Δημιουργία, δεν θέλει να πάει στον Άδη τον σκοτεινόν, ο Δαβίδ.
Αλλά τότε, ποια είναι αυτή η «φυλακή»; Θα μας απαντούσαν οι Πατέρες, και μάλιστα οι νηπτικοί Πατέρες, ότι η φυλακή της ψυχής, αγαπητοί μου, είναι τα πάθη, που δεσμεύουν. Τα πάθη! Αυτά τα φοβερά πάθη, που ζητούμε τώρα από τον Θεό να μας ελευθερώσει από τα πάθη μας, τα ποικίλα πάθη μας, τα οποία καθιστούν δεσμίαν την ψυχήν, μη δυναμένην να ανορθωθεί, μη δυναμένη να ιδεί καν ή να έχει αίσθηση του Θεού. Δεν έχει καμίαν αίσθησιν ένας που λέγει: «Είμαι άθεος»-για να πάρω μια σύγχρονη πραγματικότητα. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ότι η αίσθησίς του έχει πέσει στον βαθμό μηδέν. Πλήρης νέκρωσις. Δεν έχει καμίαν αίσθησιν του Θεού. Καμίαν αίσθησιν. Καμία εσωτερική είδησιν ή πληροφορίαν. Τίποτε απολύτως…
Έτσι, μια ψυχή που νεκρώθηκε, τότε πώς μπορεί να έχει αίσθηση του Θεού; Πριν νεκρωθεί, θα μπορούσε η ίδια η ψυχή, βλέποντας να κυκλώνεται από τα πάθη, να αναφωνήσει: «Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου, Κύριε, να μπορώ να Σε υμνήσω, ελεύθερα. Απηλλαγμένη η ψυχή μου από τα πάθη· εκείνα που με ζώνουν, εκείνα που με ταλαιπωρούν, εκείνα που με καθιστούν δέσμιον και δούλον των παθών, εκείνα που πραγματικά δεν μ’ αφήνουν να ορθώσω κεφάλι να Σε κοιτάξω, να Σε νιώσω, να Σε ζήσω».
Αλλά, γιατί ζητάει ο Ψαλμωδός να απαλλαγεί από τα πάθη του; Είναι κι αυτό. Αν προσέξομε ότι η απαλλαγή μας από τα πάθη δεν θα ήταν κάτι το αυτόνομο, κάτι που απλώς, γιατί θα θέλαμε να απαλλαγούμε και να μην ταλαιπωρούμεθα. Λέμε επί παραδείγματι: «Φρόντισε, παιδάκι μου, να μην κάνεις χρήση του τσιγάρου, των καπνών ή των ναρκωτικών. Διότι έτσι θα είσαι απαλλαγμένος από ένα φοβερό πάθος. Ή από το οινόπνευμα. Ή από την ανηθικότητα. Ή από την φιλαργυρία. Φρόντισε», λέμε, «να μην είσαι δέσμιος αυτών των παθών, για να είσαι ένας ελευθερωμένος άνθρωπος, να μπορείς να κινείσαι άνετα στη ζωή σου». Πόσο… πόσο εσφαλμένα τοποθετούμε τα πράγματα…
Είναι σωστή αυτή η συμβουλή; Είναι σωστή κατά το ήμισυ. Είναι σωστή σε τούτο: Το ότι ο άλλος δεν πρέπει να είναι δέσμιος, είναι το σωστό. Αλλά το για ποιον λόγο πρέπει να είσαι ελεύθερος, αυτό δεν είναι σωστό. Διότι ο σκοπός δια τον οποίον ο άνθρωπος πρέπει να είναι ελεύθερος, είναι να μπορεί να δει το Πρόσωπο του Θεού. Να δει το πρόσωπο του Θεού. Είναι ο τελικός μας σκοπός. Και μην το παίρνετε φιλολογία, είναι μια φοβερή πραγματικότης. Πραγματικότης, που κάνει τον άνθρωπο να εκστασιάζεται. Να ιδώ εγώ το πρόσωπο του Θεού; Ναι, ναι! «Τεκνία, οὕπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα», λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή την Καθολική, αλλά «οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐάν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι». «Θα Τον δούμε, όπως είναι. Όπως είναι θα Τον δούμε». Πώς, δηλαδή, είναι; Όπως όταν ανεστήθη, αλλά και όπως ενεφανίσθη εις την Μεταμόρφωσιν. Και έτι, και έτι, δοξασμένος. Διότι εκεί, όσο ηδύναντο να δουν την δόξαν Του οι μαθηταί είδαν, «καθὼς ἠδύναντο», λέγει το τροπάριο, «καθὼς ἠδύναντο», όσο μπορούσαν να δουν. Έτσι λοιπόν θα δούμε αυτό το πρόσωπο του Θεού, έως ότου το δούμε κατά πρόσωπον, πρόσωπον προς πρόσωπον, διότι η Βασιλεία του Θεού δεν είναι παρά διάσωσις όχι μαζών, αλλά διάσωσις προσώπων. Και είναι διάσωσις προσώπων όχι διισταμένων, αλλά διάσωσις προσώπων κοινωνούντων! Και είναι κοινωνούντων προσώπων διάστασις, όχι μεταξύ αυτών και του Θεού, αλλά και μεταξύ των. Όπως ακριβώς μία ρόδα ποδηλάτου συνδέεται οι ακτίνες της ρόδα του ποδηλάτου με το κέντρον, αλλά και μεταξύ των με την περιφέρεια. Έχομε, δηλαδή, πλήρη κοινωνία προσώπων. Οι εχθροί του προσώπου, οι εχθροί του ανθρώπου πραγματικά, είναι αυτοί οι οποίοι διακηρύσσουν κηρύγματα εναντίον του προσώπου και υπέρ της μάζης. Καταλαβαίνετε… Τι να πω πιο πολλά; Καταλαβαίνετε…
Έτσι, αγαπητοί, ο σκοπός είναι να δοξαστεί ο Θεός. Θα ξεκινήσουμε από δω: «Απάλλαξέ με, Κύριε, από τα πάθη να δω το πρόσωπό Σου, να Σε νιώσω, να Σε ψηλαφήσω μέσα μου, να Σε δοξολογήσω, να Σου πω το ευχαριστώ μου, να Σου πω: ‘’Δόξα τῷ Θεῷ’’. Είσαι μεγάλος, είσαι σοφός, είσαι υπέροχος, Σε αγαπώ». Αυτό είναι. Έτσι δεν είναι αυτόνομη, αγαπητοί μου, αυτή η ηθική, αλλά είναι ετερόνομη. Έχει τον σκοπό της, την δοξολογία του Θεού, για να απαλλαγώ από τα πάθη μου.
Όπως καταλαβαίνετε, η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, που εισερχόμεθα από απόψε, με την βοήθεια του Θεού, δεν είναι παρά ένα εργαστήρι στο οποίο θα δουλέψομε αυτήν την κάθαρση της ψυχής, για να βρεθούμε να μπορούμε να ψηλαφούμε το πρόσωπον του Θεού. Είναι ένα εργαστήρι μέσα στο οποίο θα μπορέσουμε με την νηστεία, με την εγκράτεια, με την συγχωρητικότητα -υπογραμμίζω, με την συγχωρητικότητα· άνθρωπος που δεν συγχωρεί δεν μπορεί να ησυχάσει, δεν έχει ειρήνη ψυχής, δεν έχει καθαρότητα ψυχής- με την συγχωρητικότητα, με την ελεημοσύνη, με την μελέτη και με την προσευχή να μπορέσει ο άνθρωπος να βγει εξαγνισμένος, καθαρισμένος, απαλλαγμένος από τα πάθη, για να ιδεί τον Θεόν. Να αναπνεύσει, να ιδεί αληθινό Πάσχα, αληθινή διάβασιν από την νοητήν Αίγυπτον εις την νοητήν Γην της Επαγγελίας, την Βασιλείαν του Θεού και να εγκαθιδρυθεί μέσα του η Βασιλεία του Θεού, αφού θα έχει περάσει κατά θαυμαστόν τρόπον- γιατί αυτό είναι το μεγάλο θαύμα- από την νοητήν Ερυθράν Θάλασσαν· στην οποία ο διάβολος εργάζεται εκεί, αλλά καταποντίζεται και πνίγεται από την Χάρη του Θεού.
Θα ‘θελα να μείνω σε ένα σημείο, το οποίο είναι πάρα πολύ αξιόλογο. Εκεί που λέγει, εκεί που σας είπα για την προσευχή. Αγαπητοί μου, οι αρχαίοι Έλληνες, ως εξής το κατάλαβαν αυτό, αλλά δεν μπόρεσαν να το λύσουν. Μόνο οι σπουδαίοι πρόγονοί μας έδωσαν με το μυαλό τους μια διάσταση στο πράγμα. Είναι ο μύθος του Δαιδάλου και του Ικάρου. Ο μύθος; Ο μύθος; Αυτός που έφτιαξε τον λαβύρινθο κάτω στην Κρήτη, κατά την διάρκεια της μινωικής, θα λέγαμε, δυναστείας και για να μην του φύγει, γιατί ήθελε να φύγει ο Δαίδαλος, τον έβαλε ο Μίνως στον ίδιο τον λαβύρινθο που έφτιαξε ο ίδιος. Είναι μία έκφρασις ότι ο άνθρωπος μπαίνει ο ίδιος μέσα στην δαιδαλότητα των έργων του. Στην δαιδαλότητα του πολιτισμού του. Αλλά, πώς να φύγει από κει ο Δαίδαλος με τον γιο του; Έφυγε φτιάχνοντας φτερά.Έφυγε κάθετα. Διότι η οριζοντία διαφυγή ήτο αδύνατος. Έφυγε κάθετα. Στον Χριστιανισμόν το πράγμα βρήκε πραγμάτωσιν. Ο Χριστιανός δεν μπορεί να φύγει οριζόντια από τα δεινά της παρούσης ζωής. Φεύγει καθέτως. Καθετοποιεί την πραγματικότητα. Είναι η προσευχή. Φεύγει δια της προσευχής προς τα πάνω. Και η ψυχή του κυριολεκτικά απαλλάσσεται από την φυλακή του παρόντος κόσμου και του παρόντος αιώνος. Έτσι φεύγει από τον χώρον και τον χρόνον τον πεπαλαιωμένον, τον φθαρμένον, φεύγει και αναπαύεται η ψυχή του ανθρώπου.
Ω αγαπητοί μου. Τελειώνει ο στίχος με αυτό το υποστίχιον: «Ἐμὲ ὑπομενοῦσι δίκαιοι, ἕως οὗ ἀνταποδῷς μοι (:Εμένα με περιμένουν οι δίκαιοι και οι ευσεβείς, έως ότου μου το δώσεις αυτό που Σου ζητώ)». Ο Δαβίδ είναι υπόδειγμα. Είναι υπόδειγμα που καλεί όλους…(Δυστυχώς σε αυτό το σημείο τελείωσε η κασέτα ηχογράφησης…).
🔸2η🔸 ομιλία στην κατηγορία : " Ὁμιλίες Κυρ. Τυρινῆς, Καθ. Δευτέρας, Μεγάλου Κανόνος ".