†. Τέσσερα θέματα, αγαπητοί μου, επισημαίνονται από τον Συναξαριστήν στον Όρθρο της Μεγάλης Πέμπτης. Ο ιερός Νιπτήρ, ο Μυστικός Δείπνος, η υπερφυής προσευχή του Κυρίου και η προδοσία του Ιούδα. Στην προδοσία καταχωρούνται οι στίχοι: «Τί δεῖ μαχαιρῶν, τί ξύλων, λαοπλάνοι, πρὸς τὸν θανεῖν πρόθυμον εἰς κόσμου λύτρον;». Δηλαδή: «Ως προς τι, λαοπλάνοι άρχοντες, χρησιμοποιείτε μαχαίρια και ξύλα γι’ Αυτόν που είναι πρόθυμος για την λύτρωση του κόσμου να πεθάνει;».
Θα μείνουμε για λίγο, αγαπητοί μου, στο φαινόμενον της προδοσίας, που επετέλεσε - περιέργως- ένας μαθητής του Κυρίου, ο Ιούδας. Οι ιεροί ευαγγελισταί μάς καταγράφουν αρκετά για την σκοτεινή μορφή του Ιούδα και αφήνουν σημεία ερμηνείας αυτής του της συμπεριφοράς. Γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Εἰσῆλθε δὲ ὁ σατανᾶς εἰς ᾿Ιούδαν τὸν ἐπικαλούμενον ᾿Ισκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα, καὶ ἀπελθὼν συνελάλησε τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τὸ πῶς αὐτὸν παραδῶ αὐτοῖς. Καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι (:συνεφώνησαν να του δώσουν χρήματα)· καὶ ἐξωμολόγησε (:και υπεσχέθη), καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου (:και ζητούσε ευκαιρία να τους Τον παραδώσει τον Ιησούν χωρίς την παρουσία όχλου)».
Αγαπητοί μου, η προδοσία του Ιούδα μένει όχι μόνο ένα στίγμα, αλλά και ένα μυστήριον δυσερμήνευτον. Είναι το μυστήριον των βαθέων του σατανά και το μυστήριον των βαθέων του ανθρώπου. Όπως η χάρις του Θεού μένει ένα μυστήριον σε σχέση με την προαίρεση του ανθρώπου, έτσι και το κακό μένει μυστήριο σε σχέση με την προαίρεση, πάλι, του ανθρώπου. Ωστόσο, μένει εκπληκτικό πώς ένας μαθητής κοντά στον Κύριο και Διδάσκαλο, στον μοναδικό Διδάσκαλο μπορούσε να χαθεί. Είναι εκπληκτικόν πραγματικά.
Δηλαδή θυμίζει κάτι περίπου παλιά εκεί όταν οι δύο άγγελοι, τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, κατέβηκαν εις τα Σόδομα να σώσουν την οικογένεια του Λωτ. Περίεργο. Οι δύο άγγελοι κρατούσαν τον Λωτ, την γυναίκα του και τις κόρες με τα χέρια τους. Πόσο πιο κοντύτερα μπορούσε να βρεθεί κανείς κοντά στον Θεό; Κι όμως, αγαπητοί μου, η γυναίκα του Λωτ, κρατώντας τον Θεό χάθηκε! Γυρίζοντας το κεφάλι της πίσω… Να δει κανείς εδώ το βαθύ μυστήριον της ανθρωπίνης προαιρέσεως…
Εντούτοις, παρά το μυστήριον αυτής της ανθρωπίνης ψυχής, σχετικά με το θέμα του Ιούδα έρχεται αυτή η Αγία Γραφή να μας υπογραμμίσει κάποιες αιτίες αυτής της συμπεριφοράς του περιέργου, αυτού, μαθητού. Η πρώτη αιτία που μας υπογραμμίζει η Γραφή είναι η απιστία. Ο Ιούδας, κάποια στιγμή, ενώ κλήθηκε για μαθητής του Κυρίου από τον ίδιο τον Κύριον- το λέγει ο Ίδιος ο Κύριος: «Εγώ δεν σας εξέλεξα; Δεν με εξελέξατε εσείς, Εγώ εξέλεξα εσάς. Και σας λέω ότι ανάμεσά σας είναι ένας προδότης». Ο Ιούδας, λοιπόν, κάποια στιγμή έπαψε να πιστεύει στον Διδάσκαλον. Πότε συνέβη αυτό; Ήδη πρέπει να συνέβη μετά τον χορτασμόν των πεντακισχιλίων. Όταν ο Κύριος είδε ότι δεν κατενόησαν την διδασκαλία Του και την παρουσία Του οι Καπερναΐται και τους είπε ότι «Αν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το Αίμα Του, δεν έχετε ζωή» και εκείνοι εθεώρησαν «σκληρόν» τον λόγον «καὶ ἀπῆλθον καὶ οὐκέτι μετ’ αὐτοῦ περιεπάτουν», τότε στρέφεται ο Κύριος και λέγει στους μαθητάς Του, που έμειναν μόνοι αυτοί: «Μήπως κι εσείς θέλετε να πάτε μαζί τους;». Και τότε ο απόστολος Πέτρος λέγει και εξ ονόματος, εννοείται, και των άλλων μαθητών: «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα (:Σε ποιον πίσω να πάμε;); Εσύ έχεις ῥήματα ζωῆς αἰωνίου».
Αλλά σ’ αυτήν την διαβεβαίωση που έδινε ο απόστολος Πέτρος και εξ ονόματος των συμμαθητών του, ο Ιούδας δεν συνεφώνησε. Από μέσα του δεν συμφωνούσε. Το περίεργο μ’ αυτόν είναι ότι ήτο κρυψίνους. Έκρυπτε μέσα του εκείνα που εσκέπτετο. Και ο Κύριος απήντησε: «Ἀλλ’ εἰσὶν ἐξ ὑμῶν τινες - μίλησε σε πληθυντικό αριθμό, «είναι μερικοί από σας», ακριβώς για να θολώσει τον εντοπισμόν, να σκορπίσει τον εντοπισμόν, δεν είπε «κάποιος», αλλά «κάποιοι»- οἳ (:οι οποίοι) οὐ πιστεύουσιν (:που δεν πιστεύουν)». Και σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «ᾚδει γὰρ ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἰησοῦς τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ τίς ἐστιν ὁ παραδώσων αὐτόν». Εγνώριζε ποιοι είναι εκείνοι που δεν πίστευαν –ουσιαστικά ένας δεν πίστευε, ο Ιούδας· απόδειξις, ότι όταν ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των μαθητών, όπως ακούσαμε σήμερα στον Νιπτήρα και που ηρνείτο ο απόστολος Πέτρος από μια ταπεινοφροσύνη, ας το πούμε, ο Κύριος τούς είπε: «Εκείνοι που είναι καθαροί δεν έχουν ανάγκη να πλυθούν, γιατί είναι καθαροί». Αλλά ποιος από τους δώδεκα δεν στάθηκε καθαρός; Μόνος ο Ιούδας.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι, ενώ εχρησιμοποιείτο πληθυντικός, μένει μόνος ένας. Ένας δεν πίστευε, ένας δεν ήτο καθαρός. Ο Ιούδας είχε χάσει την πίστη του. Την είχε χάσει. Προσέξτε: Δεν εκλονίσθη. Την έχασε την πίστη του. Οι μαθηταί εκλονίσθησαν εις την πίστιν εκείνο το βράδυ που ο Κύριος συνελήφθη. Το είπε ο Κύριος, το προφήτευσε. Κι ανέφερε παλαιά προφητεία και είπε: «Είναι γραμμένο ότι ‘’πατάξω τον ποιμένα’’ - δηλαδή θα χτυπήσω τον ποιμένα - και τα πρόβατα θα σκορπιστούν». Ο μαθητής, ο Θωμάς επί παραδείγματι, έφυγε, πήγε, ποιος ξέρει πού πήγε, στο σπίτι του. Κλονίστηκαν. Αλλά δεν έχασαν την πίστη τους. Ο Ιούδας απώλεσε, έχασε την πίστη του. Δεν μπόρεσε να ταυτίσει τον Ιησούν με τον Γιαχβέ, με τον Κύριον. Όταν, μάλιστα, είδε τον Ιησούν να αρνείται να γίνει βασιλιάς εκεί εις την έρημον, που έγινε ο χορτασμός των πεντακισχιλίων, και που το πρότειναν αυτό οι Καπερναΐται, ο Ιούδας μέσα του απέρριψε τον Ιησούν ότι είναι ο Μεσσίας. Όπως Τον απέρριψαν και οι άρχοντες του λαού. Ο Ιούδας δεν αντελήφθη ότι το κριτήριον του Ισραήλ ήταν ο αποκαλυφθείς Υιός του Θεού.
Το λάθος αυτό, όμως, του Ιούδα συνεχίζεται. Όχι μόνο στον λαό του Θεού, στον παλαιόν Ισραήλ, αλλά ανάμεσα και στον λαό της χάριτος, δηλαδή στον νέο Ισραήλ. Ανάμεσα στους Χριστιανούς, το ίδιο λάθος, αυτό το λάθος, του Ιούδα, διότι πολλοί Χριστιανοί δεν αντελήφθησαν ότι το κριτήριον της Ιστορίας είναι ο Ιησούς Χριστός και συνεπώς μια στάση πίστεως ή απιστίας απέναντί Του έχει αιώνιες επιπτώσεις.
Υπάρχει ακόμη και μια δευτέρα αιτία που μας υπογραμμίζει η Γραφή για τη συμπεριφορά του Ιούδα. Είναι η φιλαργυρία του Ιούδα. Είναι αυτή η παθολογική φιλαργυρία του Ιούδα. Εάν ερωτήσουμε, όμως, ποιο εκ των δύο εγέννησε το άλλο, δηλαδή, απιστία - φιλαργυρία, ανεπιφύλακτα θα λέγαμε, αγαπητοί μου, ότι η φιλαργυρία εγέννησε την απιστία. Η φιλαργυρία εγέννησε την απιστίαν. Η πίστις, ξέρομε, είναι γεννήτρα όλων των αρετών. Όπως της αγάπης και της ελπίδος. Δεν είναι τυχαίο που ο Απόστολος Παύλος λέγει «πίστις -ἐλπίς -ἀγάπη». Διότι πράγματι η πίστις γεννάει την ελπίδα και την αγάπη. Όπως και η απιστία είναι γεννήτρα όλων των κακών και όλων των παθών - και του ολέθρου. Όμως και αντίστροφα: Η αγαθή συνείδησις δέχεται την πίστη. Τα πάθη αρνούνται την πίστη. Συνεπώς, ο Ιούδας, έχοντας το πάθος της φιλαργυρίας, αρνήθηκε την πίστη.
Αυτό φαίνεται κατά τρόπον έκδηλον σε μια θαυμαστή ανάλυση, ψυχολογίας ανάλυση, που κάνει Αυτό το Πνεύμα του Θεού μέσα στην Αγία Γραφή. Σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στο τρίτο του κεφάλαιο: «Ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς». Γιατί αγάπησαν το σκοτάδι παρά το φως οι άνθρωποι; Πώς εξηγείται λογικώς; Λογική εξήγησις δεν υπάρχει. Αν κλείσουμε τα φώτα, θα σας πω τι προτιμάτε; Το σκοτάδι; Δεν υπάρχει, προσέξτε, υπογραμμίζω, δεν υπάρχει λογική εξήγησις. «Ἦν γὰρ πονηρὰ τὰ ἔργα αὐτῶν». «Γι'αυτό αγάπησαν το σκοτάδι, επειδή ήσαν πονηρά τα έργα των». Αλλά το Φως είναι ο Χριστός. Συνεπώς τα πονηρά των έργα δεν τους άφησαν να πλησιάσουν τον Χριστόν. Και αιτιολογεί: «Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς» -ώστε, λοιπόν, η απιστία έχει αίτιό της την αμαρτία. Φανερό- ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν (:αυτός που κάνει την αλήθεια, κάνει, δηλαδή είναι αγαθός άνθρωπος), δεν έχει λόγους να αρνηθεί το φως, έρχεται προς το φως». Αυτή είναι η ψυχολογία του πράγματος. Το συμπέρασμα είναι –και να μην το ξεχάσουμε ποτέ, τα πάθη γεννούν την απιστία.
Και συνεπώς και η φιλαργυρία του Ιούδα τον οδήγησε στην απιστία. Η απιστία, αγαπητοί μου, και η φιλαργυρία έρχονται τώρα να γεννήσουν ένα ακόμη ζευγάρι κακιών: την κλοπή και την προδοσία. Σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης για τον συμμαθητή του, τον Ιούδα: «Ἦν κλέπτης». Ήτο κλέπτης! Αν ερωτήσετε γιατί ήτο κλέπτης, απλούστατα για να ικανοποιήσει το πάθος της φιλαργυρίας. Οι φιλάργυροι είναι κλέπται. Γιατί θέλουν να χορτάσουν αυτό το αχόρταστο πάθος της φιλαργυρίας. Όταν, όμως, επειδή το πάθος αυτό είναι ακόρεστον, αχόρταστον, δεν μπορούν να το ικανοποιήσουν, δεν διστάζουν να προχωρήσουν και πάρα πέρα από την κλοπή· που είναι η προδοσία. Αυτό έπαθε ο Ιούδας. Ήταν κλέπτης. Ήθελε πιο πολλά λεφτά. Και έφτασε εις την προδοσία. Όλα αυτά, όμως, κάνουν τον άνθρωπον ακάθαρτον. Σημειώνει ο Κύριος, όπως σας είπα και προηγουμένως: «Ὑμεῖς καθαροί ἐστε, ἀλλ᾿ οὐχὶ πάντες (:είσαστε καθαροί, αλλά όχι όλοι). ᾚδει γὰρ τὸν παραδιδόντα αὐτόν· διὰ τοῦτο εἶπεν· οὐχὶ πάντες καθαροί ἐστε (:διότι εγνώριζε τον προδότην, γι'αυτό ο Κύριος είπε ότι ‘’δεν είσαστε όλοι καθαροί’’)».
Από τον φιλάργυρον και τον άπιστον, αγαπητοί μου, αποσύρεται η χάρις του Θεού και τότε υπεισέρχεται ο διάβολος. Μπαίνει μες στην καρδιά του. Και όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «καὶ μετὰ τὸ ψωμίον -που του ‘δωσε ο Κύριος κατά το δείπνον- τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς». Αν έπρεπε να αναλύσουμε εκείνο το «τότε εἰσῆλθεν ὁ σατανᾶς», θα τρομάζαμε, αγαπητοί μου. Αλλά παρατρέχουμε το θέμα.
Το αποτέλεσμα; Η αυτοχειρία. Έφτασε να αυτοκτονήσει αυτός ο άνθρωπος. Η αιωνία Κόλασις… Γι'αυτό είπε ο Κύριος: «Καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος». «Θα ήτανε καλό να μην είχε γεννηθεί εκείνος ο άνθρωπος». Δηλαδή ποιος; Ο Ιούδας. Είναι γνωστό ότι η σύλληψις και η γέννησις ενός ανθρώπου πάντοτε είναι ένα χαρούμενο γεγονός. Α, εγκυμονεί μια γυναίκα. Χαίρεται. Γέννησε μια γυναίκα! Χαίρονται όλοι μέσα στο σπίτι! Ένας άνθρωπος έρχεται καινούριος στον κόσμον. Ένα υποψήφιον μέλος της Βασιλείας του Θεού. Αν όμως γίνει μέλος της Κολάσεως; Αυτός ο καινούριος άνθρωπος; Τότε δεν θα ήτο προτιμότερον να μην υπήρχε, να ήτο ανύπαρκτος; Με αυτήν την έννοια τώρα ο Κύριος είπε: «Καλό θα ήταν αυτός ο άνθρωπος να μην είχε γεννηθεί». Δηλαδή να ήταν στην ανυπαρξία, παρά να είναι στην κόλασιν. Και ο Ιούδας, συνεπώς, αγαπητοί μου, στάθηκε το πιο τραγικόν πρόσωπον μέσα στην Ιστορία. Όλοι οι άλλοι προδόται μέσα στην Ιστορίαν, άνθρωποι ανθρώπους πρόδωσαν. Εδώ, όμως, ο Ιούδας επρόδωσε τον Θεάνθρωπον. Γι'αυτό σας είπα, είναι το πιο τραγικόν πρόσωπον της Ιστορίας.
Η προδοσία, όμως, επεκτείνεται δυστυχώς σε όλους τους τομείς της ζωής. Επεκτείνεται η προδοσία στην πατρίδα. Επεκτείνεται στην οικογένεια η προδοσία. Όταν ο ένας εκ των δύο συζύγων προδίδουν την συζυγικήν πίστιν. Ακόμη, στην εργασία υπάρχει η προδοσία, στη φιλία.
Ακόμα η προδοσία, εκτός από την απιστία και την φιλαργυρία, κρύβει μέσα της την υποκρισία, την α-φιλία, το μυωπικόν συμφέρον και την κενοδοξία. Η Ιστορία δυστυχώς είναι γεμάτη από προδότες, από Εφιάλτες, που δεν λείπουν ποτέ. Είναι η ιστορία του Ιούδα επαναλαμβανομένη. Οι εχθροί πάντοτε χρειάζονται την προδοσία. Κανείς, όμως, δεν αγαπά τον προδότην. Σε ένα έργο του Σαίξπηρ- ας μου επιτραπεί να το πω γιατί είναι πολύ ενδιαφέρουσα η περίπτωση, που λέγεται «Ριχάρδος Γ΄», αναφέρεται ότι για λογαριασμό κάποιου σφετεριστού του θρόνου του Ριχάρδου του Γ΄, ένας προδότης προσέφερε τις «καλές» του υπηρεσίες σ’ αυτόν τον σφετεριστήν του θρόνου και κατάφερε να δολοφονήσει αυτόν τον Ριχάρδον τον Γ΄. Και τότε λέγει εις τον σφετεριστήν, αφού έφερε μέσα σε ένα φέρετρο νεκρό τον Ριχάρδο τον Γ΄, και του λέγει: «Αφέντη μου, σε τούτο το ξύλινο κουτί κείτεται νεκρός ο φόβος σου». Κι εκείνος με οργή, ο σφετεριστής του θρόνου, με οργή τού απαντάει: «Φύγε! Της κατάρας παιδί! Του Κάιν γέννημα! Αυτόν που βρίσκεται νεκρός, τον αγαπώ. Εσένα σε μισώ. Φύγε, φύγε, της κατάρας γέννημα!». Το φαρμάκι της προδοσίας πολλοί το χρειάζονται, μα τον προδότη κανείς δεν αγαπά. Είναι φοβερό.
Οι τρόποι, αγαπητοί μου, μιας προδοσίας είναι πολλοί. Αλλά η προδοσία σαν γεγονός πάντοτε μένει η ίδια. Ο Ιούδας πρόδωσε με ένα φίλημα. Άλλος προδίδει με τη φιλαργυρία του. Άλλος με την αμέλειά του. Άλλος με τη δειλία του. Άλλος με τη σαρκικότητά του. Η αμαρτία, ωστόσο, είναι η μεγάλη προδοσία του Χριστού. Όποιος αμαρτάνει, προδίδει τον Χριστόν. Γι'αυτό στην ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως λέμε: «Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ, σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε (:πάρε με κοινωνόν Σου, μέτοχόν Σου)· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ Μυστήριον εἴπω, οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας (:να μη σου δώσω φίλημα όπως ο Ιούδας)· ἀλλ’ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου».
Μην το ξεχνάμε: Το αμάρτημα είναι η προδοσία του Ιησού Χριστού. Όποιος αμαρτάνει, τον Ιησούν Χριστόν προδίδει. Αγαπητοί μου. Δανειζόμενοι μερικούς στίχους από την ιερή υμνογραφία της ημέρας, θυμίζουμε τα εξής: «Ἰούδας, ὁ δοῦλος καὶ δόλιος, μαθητὴς καὶ ἐχθρός, φίλος καὶ διάβολος. Από τα έργα του κρίθηκε, γιατί τον Διδάσκαλο ακολουθούσε και από μέσα του μελετούσε την προδοσία. Έλεγε: ‘’Θα τον παραδώσω και θα κερδίσω τα χρήματα που θα συνάξω’’. Και Τον πρόδωσε με ασπασμό». Πωπω, φιλαργυρία του προδότου… Και Τον πουλά φτηνά. Τον παζαρεύει, όπως οι αγορασταί του Τον θέλουν. Δεν ακριβολογεί την τιμή. Τον πουλά όσο όσο, σαν δούλο δραπέτη. Συνήθεια είναι στους ιερόσυλους να ποδοπατούν τα τίμια. Έρριψε τον Ατίμητο στα πόδια των σκυλιών. Η λύσσα της φιλαργυρίας τον έκανε να μαίνεται κατά του Ιδίου του Κυρίου. Μια πείρα φοβερή… Ας φύγομε όσο γρήγορα μπορούμε…». Αυτό είναι από ένα τροπάριον των αποστίχων, απόψε το είπαμε.
Και από το τροπάριον «Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταί» : «Πρόσεχε, ψυχή μου, που ερωτεύτηκες τα χρήματα, βλέπε πού έφτασε ο Ιούδας. Η κρεμάλα τον δέχτηκε. Απόφευγε, ψυχή μου, το πάθος της απληστίας, που απετόλμησε τέτοια και τέτοια στον Κύριο και Διδάσκαλον Ιησούν Χριστόν. Συ, Κύριε, που είσαι αγαθός ακόμη και στους κακούς, δόξα Σοι».
🔸23η🔸 ομιλία στην κατηγορία " Ὁμιλίες Μεγάλης Ἑβδομάδος".
†. Από την όλη υμνολογία του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, αγαπητοί μου, δεσπόζει το δοξαστικόν των αποστίχων, φερόμενον υπό το όνομα της βυζαντινής μελωδού Κασσιανής. Είναι το γνωστότατον, αυτό που προ ολίγου ακούσαμε: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή». Πριν, όμως, το προσεγγίσομε το τροπάριο αυτό, να πούμε δυο λόγια για την Κασσιανή. Η Κασσιανή υπήρξε μεγάλη ποιήτρια και μελωδός του 9ου αιώνος, κατά την διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήταν μοναχή. Πολλά θρυλούνται γύρω από αυτήν. Έγραψε πολλά· και εκλεκτά. Ένα από αυτά είναι και το παρόν τροπάριον. Από τα συγγράμματά της διακρίνεται μια βαθιά μόρφωσις και ένας ώριμος νους. Θεωρείται η μόνη αξιομνημόνευτος ποιήτρια της βυζαντινής περιόδου. Τόσο θαυμαστή είναι…
Ας αποπειραθούμε και μια απόδοση: «Κύριε, η γυναίκα που σκόνταψε σε πολλές αμαρτίες, επειδή αισθάνθηκε πίσω από την ανθρώπινη φύση Σου ότι ήσουν Θεός, αναλαμβάνει μυροφόρου έργου και γεμάτη οδυρμό, έρχεται πριν τον ενταφιασμό Σου, να Σε μυρώσει. ‘’Αλίμονο’’, έλεγε, ‘’γιατί ζω σε μια νύκτα σκοτεινή και ασέληνη, τρέχω από της ακολασίας τον οίστρο, κυριευμένη από της αμαρτίας τον έρωτα. Αλλά Συ, απ’ το νερό του πόντου που σύννεφα σηκώνεις, δέξου των δακρύων μου τους κρουνούς· από τα ύψη Σου λύγισε κι έλα, τους κρυφούς στεναγμούς της καρδιάς μου να ακούσεις, Συ, που με την ανείπωτη ενανθρώπησή Σου τους ουρανούς χαμήλωσες. Τα αμόλυντα πόδια Σου θα καταφιλήσω και με δάκρυα μετανοίας θα τα καταγεμίσω και με τους βοστρύχους της κεφαλής μου θα τα σπογγίξω. Αυτά τα πόδια που όταν η Εύα το δειλινό εκείνο στον Παράδεισο τον βρόντο τους άκουσε, απ’ τον φόβο της κρύφτηκε. Τα αμέτρητα των αμαρτιών μου πλήθη και των κριμάτων Σου τις αβύσσους να εξιχνιάσει ποιος μπορεί, Σωτήρα μου ψυχοσώστα; Μη με παρίδης, την δική Σου δούλη, Συ, που το έλεος έχεις αμέτρητον».
Είναι ένα ποίημα, όπως αντιλαμβανόμεθα, ένα ποίημα υψηλής εμπνεύσεως. Γνώσεως πολλής των βαθέων της ανθρωπίνης ψυχής, αλλά και ύψους, όπως θα το δούμε, ύψους θεολογίας. Εκείνο που τονίζεται και οπωσδήποτε αιφνιδιάζει πολλούς που αγνοούν, είναι ότι ταυτίζει τον άνθρωπον Ιησούν με τον Θεόν· που είναι ο Θεός Λόγος, τότε, στον Παράδεισο των Πρωτοπλάστων.
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο κείμενο. Στο πρώτο μέρος γίνεται μια περιγραφή της αθλιότητος της ανθρωπίνης ψυχής. Η ανθρώπινη ψυχή μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων έχασε τον προσανατολισμό της. Την γενετήσια λειτουργία, που ο Θεός τόσο σοφά και τόσο φιλάνθρωπα έθεσε στο ανθρώπινο σώμα και φρόντισε, μετά την πτώση, να την καλύψει με τον δερμάτινο χιτώνα, για να μένει πάντοτε καλυμμένη, ο άνθρωπος μετέβαλε αυτήν την λειτουργία σε πορνεία· σε μια ανευλόγητη κατάσταση, σε μια ζωντανή σπατάλη. Αφού βεβαίως πέταξε μακριά ο άνθρωπος κάθε προστατευτικό σκέπασμα, για να μην εξαχρειωθεί, που του ‘βαλε ο Θεός. Και η ντροπή χάθηκε. Και ανεδύθη η αναισχυντία. Ο Θεός είπε στον Αδάμ: «Ποιος σου ανήγγειλε ότι είσαι γυμνός; Ποιος σου το ΄πε;». Ποιος άλλος υπήρχε να του το πει; Ποιος άλλος έξω από τον εαυτό του; Η ένοχη συνείδησή του ήταν εκείνη που τον έκανε να ντραπεί και να σπεύσει να καλυφθεί. Γιατί η αρχέγονος, εκείνη, απλότης είχε εξαφανιστεί. Και την θέση της, εκείνης της απλότητος την θέση, την πήρε η ντροπή. Για να γίνει γρήγορα, πολύ γρήγορα, αναισχυντία· φτάνοντας στο σχήμα της πορνείας.
Στο βάθος η ψυχή του ανθρώπου είναι πόρνη. Το σώμα είναι ουδέτερον. Και σαν πόρνη, η ψυχή του ανθρώπου έζησε μέσα στους αιώνες της ανθρωπίνης ιστορίας, η ψυχή του ανθρώπου εξανδραποδίστηκε από τον διάβολο· και έγινε δούλη του διαβόλου. Κι η ψυχή του ανθρώπου πουλιόνταν στη διεθνή αγορά, στα διεθνή παζάρια, στη θέα των ματιών των αγίων αγγέλων… Φρικτόν! Φρικτόν!
Αλλά ο Δημιουργός του ανθρώπου δεν μπορούσε να υποφέρει το κατάντημα του έργου των χειρών Του. Όταν μάλιστα εδημιούργει τον άνθρωπο, όλη την κτίση, και ειδικότερα τον άνθρωπο, μας πληροφορεί η Γραφή, ότι ευφραίνετο. Έχαιρε. Αξίζει να σας πω αυτό το κομμάτι που είναι από το όγδοο κεφάλαιο των «Παροιμιῶν»: «Ἡνίκα ἡτοίμαζε τὸν οὐρανόν (:-λέει η Ενυπόστατος Σοφία, ο Θεός Λόγος: όταν ο Πατέρας μου ετοίμαζε τον ουρανόν), συμπαρήμην αὐτῷ (:ήμουνα παρούσα μαζί Του)· ἤμην παρ᾿ αὐτῷ ἁρμόζουσα (:ήμουν κοντά Του)». Εκείνο το «παρά», «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» είναι ακριβώς το ίδιο! Το «παρά» και το «πρός» είναι το ίδιο. Ακριβώς η ιδία θέσις: «Ήμουν ἁρμόζουσα». Λογαριάστε ένα μηχάνημα που το βάζουν σε μια εφαρμογή. Βάζουν το ένα μέλος πλάι στο άλλο για να σχηματιστεί. Αυτό θα πει «ἁρμόζω». «Ὃτε ἐνευφραίνετο -Ποιος; Ο Πατήρ· όταν χαιρόταν- τὴν οἰκουμένην συντελέσας (:όταν έκανε την δημιουργία ολόκληρη) καὶ ἐχαίρετο ὁ Πατήρ καὶ ἐνευφραίνετο ἐν υἱοῖς ἀνθρώπων (:και χαιρόταν για τους ανθρώπους)». Έβλεπε τους ανθρώπους και τους χαιρόταν. Αλλά χαίρεται ο Πατήρ, χαίρεται ο Υιός, χαίρεται το Πνεύμα το Άγιον γιατί Ένας είναι ο Θεός. Εχαίρετο λοιπόν.
Έτσι εδώ, να το διαφορίσουμε, ο Θεός Λόγος χαίρεται όταν βλέπει τους ανθρώπους και εδώ τώρα, γιατί χαίρεται, αλήθεια, θα μου πείτε; Γιατί ο άνθρωπος ήταν εικόνα του Θεού Λόγου. Γι'αυτό. Όπως όταν θα μας φέρουν μια φωτογραφία μας. Ή γιατί να πάω στη φωτογραφία; Όταν θα δω το παιδί μου να γεννιέται και να μου μοιάζει καταπληκτικά, όσο μεγαλώνει δε να παίρνει τα χαρακτηριστικά μου, το αγαπώ το παιδί μου. Γιατί αγαπώ τον εαυτόν μου. Γι'αυτό αγαπώ το παιδί μου. Έχει τα γνωρίσματά μου. Έτσι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού Λόγου. Και μάλιστα, αν θέλετε ακριβέστερα, είναι εικόνα του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου. Δηλαδή, το υπόδειγμα δεν είναι ο Αδάμ, του οποίου την μορφήν παίρνει ο Θεός Λόγος, αλλά είναι ο Θεός Λόγος ενόψει να ενανθρωπήσει, του Οποίου το υπόδειγμα παίρνει ο Αδάμ, κατασκευάζεται ο Αδάμ.
Έτσι, βλέπουμε εδώ ότι αγαπώντας ο Θεός τον άνθρωπο και μη θέλοντας να χαθεί αυτή η εικόνα του, οικονομεί την ενανθρώπηση του Λόγου, την ενανθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος.
Το δεύτερο, λοιπόν, μέρος του ποιήματος της Κασσιανής αναφέρεται εις αυτήν την προσέγγιση του Θεού, αλλά και στην προσέγγιση της πόρνης ανθρωπίνης ψυχής. Το δεύτερο μέρος είναι θεολογικότατον. Ίσως δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Γιατί αυτό είναι το μυστικό, τα πολύ μεγάλα και τα πολύ βαθιά να προσφέρονται με μίαν ανείπωτη απλότητα. Η αφορμή που δόθηκε και εις την ποιήτρια και που η Εκκλησία έβαλε το πόνημά της αυτό, το ποίημά της αυτό αυτήν την ημέρα, είναι από την αναγνωσθείσα ευαγγελική περικοπή, που το συναξάριον της ημέρας λέγει τα εξής- είναι αυτά που αύριο το πρωί θα ειπωθούν στην ευαγγελική περικοπή: «Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Τετάρτῃ, τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ Πόρνης γυναικός, μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε. Γυνή, βαλοῦσα σώματι Χριστοῦ μύρον, τὴν Νικοδήμου προὔλαβε σμυρναλόην. Ἀλλ' ὁ τῷ, νοητῷ μύρῳ χρισθείς, Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν ἐπιρρύτων παθῶν- αυτών των αφθόνως επιχυνομένων, τῶν ἐπιρρύτων παθῶν, αυτά που τόσο άφθονα πάθη χύνονται στην ύπαρξή μας- ἐλευθέρωσον, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος ἀγαθός καὶ φιλάνθρωπος. Ἀμήν.». Αυτό είναι το Συναξάριον της ημέρας που επισημαίνει τι ακριβώς μνείαν ποιούμεθα κ.λπ.
Έτσι, εκείνη -ποια;- η αμαρτωλή γυναίκα- ποια; Εκείνη η πόρνη τότε, πραγματικό πρόσωπο- όταν πήγε να νίψει τα πόδια του Χριστού με το μύρο, κομίζει -και έρχεται μάλιστα παραλλήλως και η πόρνη του τροπαρίου της Κασσιανής, κομίζει μύρον, μεταφέρει μύρον και αναμειγνύει το μύρον με τα δάκρυα της μετανοίας της. Γιατί και εκείνη η πόρνη με μύρο και με δάκρυα έπλενε τα πόδια του Χριστού. Σε Εκείνον, που είναι το νοητόν μύρον. Διότι η ανθρωπίνη φύσις του Ιησού εχρίσθη με το Πνεύμα το Άγιον. Η ανθρωπίνη φύσις. Εχρίσθη με το Πνεύμα το Άγιον, εξ ου και Χριστός λέγεται. Αυτό θα πει Χριστός: ο κεχρισμένος.
Η πόρνη γυναίκα, όπως σημειώνει η ποιήτρια, «αἰσθομένη τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ» Τον προσεγγίζει. Τι θα πει «αἰσθομένη»; Αυτή που αισθάνθηκε, αυτή που ένιωσε. Πώς ένιωσε; Πώς διείδε; Πώς διησθάνθη; Ο καθένας ας πάρει αυτήν την λέξη και ας την κατανοήσει ο καθένας μόνος του, υποκειμενικά. Εκείνο το «αἰσθομένη». Όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος «να κάνεις την προσευχή σου», λέει, «κατ’ αίσθησιν». «Να μελετάς τον λόγον του Θεού κατ’ αίσθησιν». Αυτό είναι το «αἰσθομένη». «Να έχεις αίσθηση, να νιώθεις». Πώς; Ο καθένας όπως το καταλαβαίνει. Για να λάβει, από ποιον; Από τον Κύριον την άφεσιν των αμαρτιών της, που είναι πλήθος. Από πού θα το πάρει αυτό; Από πού θα πάρει αυτήν την άφεσιν των αμαρτιών της; Από τους αβύσσους των κριμάτων Του και του ελέους Του. Το έλεος του Χριστού είναι άβυσσος. Δηλαδή, δεν υπάρχει βυθός.
Όμως, η γυναίκα αυτή τι ανακαλύπτει; Όπως και κάθε ψυχή, τι ανακαλύπτει –πόρνη ψυχή- που θα πλησίαζε τον Κύριον; Ότι τα πόδια που χρίει με μύρα και καταβρέχει με δάκρυα είναι εκείνα τα πόδια που περπατούσαν στον Παράδεισο εκείνο το δειλινό της πτώσεως. Και που η Εύα, όταν άκουσε τον κρότον των ποδών Του, από την ενοχή της εφοβήθη και εκρύβη. Μια αλήθεια, την αισθητοποιεί ωραία η ποιήτρια και μας την παρουσιάζει. Μας λέει σαφώς το βιβλίον της «Γενέσεως» ότι κατά το δειλινόν ο Θεός περιπατούσε εις τον Παράδεισον, «περιεπάτει». Είχε πόδια ο Θεός; Θα πει κάποιος ερμηνευτής: «ανθρωπομορφική έκφρασις». Παρουσιάζει με ανθρώπινη μορφή τον Θεό, ο Θεός περιπατεί.
Αλλά δεν είναι ακριβώς μόνον ανθρωπομορφική έκφρασις. Αλλά είναι και κάτι περισσότερον. Τι θα δυσκόλευε τον Θεόν; Γιατί Ποιος περιπατούσε; Ο Θεός Λόγος. Τι θα Τον δυσκόλευε, όταν ο αόρατος Θεός έδινε αίσθηση βημάτων. Προσέξτε, αίσθηση βημάτων. Δεν είχε ακόμη πόδια. Γιατί θα έδινε αίσθηση βημάτων και δεν είναι απλώς μία ανθρωπομορφική έκφρασις; Κάτι πολύ πολύ περισσότερο, ενόψει της Ενανθρωπήσεως· που θα είχε πόδια και θα περπατούσε. Θα περπατούσε με αυτά τα πόδια που η πόρνη γυναίκα, εκείνη του Ευαγγελίου η πόρνη, θα ήρχετο να αλείψει με μύρα και με τα δάκρυά της.
Έτσι, αυτό το «αἰσθομένη τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ», ποια; Η πόρνη γυναίκα, η πόρνη του τροπαρίου, τι εκφράζει; Όταν λέει: «αισθάνθηκε»; Έκανε μιαν αναγνώριση εν αγίω Πνεύματι. Έκανε μια υψίστη ανακάλυψη. Και ξέρετε, είναι οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις που έχομε να κάνομε στη ζωή μας. Να το ξαναπώ; Η μεγαλύτερη ανακάλυψις, ή, μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις που έχομε να κάνομε στη ζωή μας. Να ανακαλύψομε Ποιος ήταν εκείνος εις τον Παράδεισον και Ποιος ήταν Αυτός που περπάτησε. Τι; Απεκαλύφθη η ταυτότητα του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, είναι ο Θεός Λόγος. Ο ομιλών εις τον Παράδεισον μετά των Πρωτοπλάστων. «Ομιλών» και με τη σύγχρονη έννοια και με την αρχαία. Με τη σύγχρονη; Το ότι κουβέντιαζε. Διότι ήσαν συνηθισμένοι οι Πρωτόπλαστοι να δέχονται την επίσκεψη του Θεού Λόγου. Κατά το δειλινό. Είναι συμπτωματικό, άραγε, ότι όταν κάνουμε επισκέψεις, τις κάνουμε το απόγευμα; Είναι συμπτωματικό; Ήσαν συνηθισμένοι οι Πρωτόπλαστοι από αυτές τις επισκέψεις. Και με την αρχαία έννοια «ὁ ὁμιλῶν», «αυτός ο οποίος συναναστρέφεται».
Γι'αυτό ο Ιησούς είναι Χριστός, είναι ο Κεχρισμένος. Είναι Σωτήρ, είναι ψυχοσώστης, όπως τον λέγει η ποιήτρια. Την ίδια «αίσθηση», την λέξη τώρα την βάζω σε εισαγωγικά, αυτήν την «αίσθηση», την ίδια, είχε και ο ληστής επί του Σταυρού. Τι περίεργο θα ‘λεγε κανείς… Το θαυμαστόν, οι πόρνες και οι ληστές να έχουν την αίσθηση της θεότητος του Ιησού. Οι άλλοι, οι μορφωμένοι, οι σπουδαίοι, όχι… Όχι! Εξάλλου το είχε πει ο Κύριος αυτό ότι «οι αμαρτωλοὶ άνθρωποι, οι πόρνες γυναίκες, οἱ τελῶναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». «Σας έχουν ξεπεράσει. Είναι μπροστά από σας». Ακριβώς γιατί είχαν την βαθιά αίσθηση της πνευματικής των πτωχείας και ανεπαρκείας.
Η θέση, αυτή, της ποιητρίας, της Κασσιανής, εννοιολογικά θυμίζει εκείνον τον στίχον ακόμη, αν θέλετε, από τα εγκώμια εις τον Επιτάφιον Θρήνον. Είναι στην Α΄ στάση, «Ἡ Ζωὴ ἐν τάφῳ». Λέγει εις το δέκατον τροπάριον: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες ἵνα σώσῃς Ἀδὰμ καὶ ἐν γῇ μὴ εὐρηκώς, τοῦτον, Δέσποτα, μέχρις Ἅδου κατελήλυθες ζητῶν». «Ήρθες στη γη να σώσεις τον Αδάμ, εκείνον, στον αρχαίον Παράδεισον. Δεν τον βρήκες όμως. Είχε πεθάνει. Και τότε κατέβηκες στον Άδη, αναζητώντας τον». Υπέροχο! Βλέπει κανείς εδώ την, ας το πούμε προσπάθεια του Θεού, να προσεγγίσει την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Αλλά και η προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει τον Δημιουργό του.
Αγαπητοί. Η ποίησις, μια που αναλύσαμε το τροπάριο της Κασσιανής βέβαια, ε, όχι σαν μια σχολική, ασφαλώς, ανάλυση, ε, μάλλον με ποιμαντική διάσταση, είναι κι αυτός, η ποίησις, ένας δρόμος που μας φέρει στα βάθη της θεολογίας. Μας φέρει στην αίσθηση της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Όπως και η υμνολογία. Και τα αναγνώσματα. Και κάθε κίνησις και τελετουργία. Και η Θεία Λειτουργία. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν σ΄ αυτήν την αίσθηση της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Και η κτίσις. Και ο έναστρος ουρανός. Όλα. Όλα! Γιατί όλα είναι έργα των χειρών Του. Γιατί εμείς είμαστε εικόνα δική Του. Αρκεί να έχομε αυτήν την αίσθησιν· που μας την δίδει το Πνεύμα το Άγιον. Γι’ αυτό ας πούμε κι εμείς, μαζί με την ποιήτρια: «Κριμάτων Σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;».
🔸39η🔸 ομιλία στην κατηγορία " Ὁμιλίες Μεγάλης Ἑβδομάδος".
†. Όπως αντιληφθήκαμε, αγαπητοί μου, από την ευαγγελική περικοπή, ένα πολύ μεγάλο τμήμα ανεφέρετο εις τον ταλανισμόν των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Έλεγε ο Κύριος: «Οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ...» κ.τ.λ. Και όταν ταλανίζει ο Θεός, είναι κάτι φρικτό. Οι ταλανισμοί αυτοί -δηλαδή «οὐαὶ» θα πει «αλίμονο», «οὐαὶ» θα πει «αλίμονο»- συνεπώς, «ταλανίζω» και αυτό ακριβώς είναι το φοβερό ότι αυτοί οι ταλανισμοί, δηλαδή «ταλανίζω», λέω «οὐαὶ», λέω «αλίμονο», έχουν και επίκαιρον και εσχατολογικόν χαρακτήρα. Είναι επτά οι ταλανισμοί, τα «οὐαὶ», τα «αλίμονο» που λέει ο Κύριος προς τους Γραμματείς και εις τους Φαρισαίους. Οκτώ βέβαια είναι για την ακρίβεια, αλλά θεωρείται ότι το πρώτο «οὐαὶ» εισήχθη από τον Μάρκον σε μια αντιγραφή. Πάντως, όπως κι αν έχει το θέμα, και εκείνο του Μάρκου που αναφέρεται στο ευαγγέλιο του Μάρκου και εκείνο ο Κύριος το είπε.
Αυτοί οι ταλανισμοί είναι μία προέκτασις έξι ταλανισμών, έξι «οὐαὶ», που λέγει ο προφήτης Ησαΐας εις το πέμπτον κεφάλαιον. Και εκεί ομιλεί ο Λόγος του Θεού, είναι το ίδιο πρόσωπο. Και δια του προφήτου ταλανίζει τότε εκείνους οι οποίοι ήσαν άξιοι ταλανισμού. Όπως, επί παραδείγματι, «όταν», λέγει, «σπρώχνεις, σπρώχνεις τα όριά σου από το χωράφι σου για να πάρεις χωράφι από τον άλλον»· και ούτω καθεξής. Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτά τα «οὐαὶ» βρίσκομε πολλές φορές κι εμείς τον εαυτόν μας γιατί, πώς να το κάνομε, αποτείνονται για τον καθένα από εμάς, όταν για κάποιον λόγο θα φτάναμε να μοιάζομε στη συμπεριφορά με εκείνους προς τους οποίους ο Κύριος απέτεινε το «οὐαὶ». Και τι σημαίνει; «Οἷα κακὰ καὶ οἷος ὄλεθρος πνευματικὸς ἀναμένει ἡμᾶς», λέγει ένας ερμηνευτής. Δηλαδή, «τι κακά, ποια κακά και ποια καταστροφή πνευματική μας αναμένει!».
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί». Σε όλους αυτούς τους ταλανισμούς που ο Κύριος αποτείνει προς τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς, στερεοτύπως επαναλαμβάνεται το «ὑποκριταί». Και «ὑποκριτής» στον χώρο της θρησκείας σημαίνει, όπως λέγει ένας άλλος ερμηνευτής, «ὡς ὑποκρινομένους εὐλάβειαν καὶ ἀρετήν». «Σαν να υποκρίνονται την ευλάβεια και την αρετή, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει» Έτσι, θα λέγαμε, ότι υπάρχει μια ανομοιότητα ανάμεσα στο μέσα και στο έξω. Στο μέσα του ανθρώπου και στο έξω του ανθρώπου. Γι'αυτό, επιτρέψατέ μου αγαπητοί, να δούμε κανα-δυο, όσο ο χρόνος μας πάρει, απ’ αυτούς τους ταλανισμούς, να τους αναλύσομε, διότι, όπως θα δείτε, μας ενδιαφέρουν πάρα πολύ.
Ένας εξ αυτών λέει: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας. Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν». Εδώ ο Κύριος παίρνει ένα παράδειγμα και λέει ότι «εσείς, οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς, τηρούντες κάποιες διατάξεις εντελώς ανθρώπινες, θέλοντας να έχετε κάποιους καθαρισμούς και κάποιους αγνισμούς, νομίζετε πως όταν πλύνετε πολύ καλά τα ποτήρια σας και τα πιάτα σας και να μην αγγίσουν πουθενά σε κάτι το μολυσμένο, αυτό που θα φάτε και θα είναι μέσα στο πιάτο, ότι σας καθιστά καθαρούς. Τυφλέ Φαρισαίε!», λέει ο Κύριος, «Καθάρισε πρώτα το μέσα και το απέξω θα ‘ναι καθαρό. Γιατί; Διότι το μέσα, αυτό που έβαλες στο πιάτο σου να το φας, αυτό το κέρδισες και το έβαλες στο πιάτο σου με αδικίαν. Και φροντίζεις και λες ότι θα είναι καθαρό το πιάτο μου, ενώ το περιεχόμενον του πιάτου είναι ρυπαρόν επειδή το απέκτησες με αρπαγή!». Γι’ αυτό είδατε εδώ ο Κύριος πώς ομιλεί: «Τυφλέ Φαρισαίε! Δεν βλέπεις; Δεν καταλαβαίνεις; Και δεν αισθάνεσαι ότι αυτό είναι μια υποκρισία, το να νομίζεις ότι εξωτερικά θα μπορείς να εμφανίζεσαι σαν καθαρός, σαν άνθρωπος που τηρείς τις διατάξεις της καθαρότητος και του αγνισμού, ενώ στην πραγματικότητα είσαι ένας άδικος, είσαι ένας άρπαγας, δεν το αντιλαμβάνεσαι αυτό;».
Δυστυχώς, αγαπητοί μου, μέσα στον χώρο της ευσεβείας πολλές φορές, συναντούμε μόνο ένα σχήμα ευσεβείας, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Το εσωτερικό μας πολλές φορές είναι απαράδεκτα ρυπαρόν. Κι όμως ο κόσμος έτσι μας βλέπει. Λέγει ο απόστολος Παύλος, γράφει στον Τιμόθεο και του λέγει: «Τοῦτο δὲ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί (:Αυτό να το ξέρεις, ότι τις έσχατες ημέρες - της Ιστορίας εννοεί- θα σταθούν δύσκολοι καιροί)· ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι…» κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. να μην σας τα διαβάσω όλα· παίρνω το πρώτο μόνο, το «φίλαυτοι», διότι η φιλαυτία περιέχει όλα τα παρακάτω τα οποία ο απόστολος Παύλος απαριθμεί.
Και θα κλείσει αυτό που θα πει ότι δηλαδή οι άνθρωποι θα είναι σε φοβερή πνευματική κατάπτωση και παρακμή, και τελειώνει έτσι: «ἔχοντες - ποιοι; Εννοείται οι πιστοί, διότι αυτά λέγονται δια τους πιστούς, πάντοτε δια τους Χριστιανούς- ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι». «Μόρφωσις», θα πει από το «μορφή», δηλαδή ένα καλούπι, δηλαδή μια εξωτερική επιφάνεια. Αυτό θα πει «μορφώνω», «μόρφωσις» κ.λπ. Κάτι που πια έχει σχηματιστεί, έχει φορμαριστεί. Έτσι, μπορεί κανείς να έχει μίαν φορμαρισμένην, θα λέγαμε, ευσέβεια, να φοράει σεμνά ρούχα, να μιλάει σεμνά, να έχει ύφος σεμνό, «στην πραγματικότητα όμως», λέει ο απόστολος Παύλος, «εκείνοι οι οποίοι έχουν αυτήν την μόρφωσιν της ευσεβείας, αυτό το καλούπιασμα της ευσεβείας, έχουν αρνηθεί την δύναμη της ευσεβείας». Ποια είναι αυτή «η δύναμις της ευσεβείας»; Όταν λέμε «είμαι ευσεβής άνθρωπος» σημαίνει «έχω το Πνεύμα του Θεού και συνεπώς πρέπει να έχω την δύναμιν να κινούμαι μέσα εις τον κόσμον, όχι σαν ψόφιος, αλλά σαν δυνατός, να μπορώ να αντιμετωπίζω το καθετί μέσα εις τον κόσμον αυτόν». Δεν είναι αρκετό, λοιπόν, να έχω αυτό το σχήμα μιας ευσεβείας. Πρέπει να λέγω ότι είμαι Χριστιανός και η παρουσία μου και η παρουσία μου, ως παρουσία Αγίου Πνεύματος, να δίνει την αίσθηση μέσα εις τον κόσμον.
Αλλά τι γίνεται; Στην προς Ρωμαίους, λέει ο απόστολος Παύλος: «Μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ». Όταν αρχίζω εγώ, ο άνθρωπος, να έχω μεν αυτήν την μόρφωση της ευσεβείας, το σχήμα της ευσεβείας, αλλά, αλλά να συσχηματίζομαι, προσέξτε το ρήμα «συσχηματίζομαι», «παίρνω το ίδιο καλούπι με τον κόσμο» –σε τι; Σε τι; Όχι στα εξωτερικά μου διότι στα εξωτερικά μου έχω την μόρφωση της ευσεβείας, είμαι σεμνός, είμαι άνθρωπος που δείχνω ότι είμαι άξιος σεβασμού- στην πραγματικότητα, ο συσχηματισμός αυτός είναι στη νοοτροπία. Συσχηματίζομαι με τον κόσμον και σκέπτομαι όπως σκέπτεται ο κόσμος.
Αγαπητοί μου, οι πιο πολλοί σήμερα Χριστιανοί μας, και όταν λέμε «Χριστιανοί μας» δεν εννοώ τον λαό μας, διότι όλοι είμεθα κατά τεκμήριο βαπτισμένοι, εννοώ εκείνοι οι οποίοι επαγγέλονται την ευσέβειαν, εκείνοι οι οποίοι λένε ότι είναι ευσεβείς-ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος από τους ευσεβείς μας ανθρώπους στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σχήμα εξωτερικόν ευσεβείας, εσωτερικά δε ένας συσχηματισμός με τον κόσμον αυτόν. Σας λέγω αλήθεια, είναι εκπληκτικόν το πώς σήμερα οι Χριστιανοί μας σκέπτονται και το πώς ενεργούν, εντελώς εντελώς κοσμικά.
Ο Κύριος πάνω σ’ αυτό κάποτε όταν ερωτήθηκε: «Πότε έρχεται η Βασιλεία του Θεού;», απήντησε ως εξής. Θα σας κάνω, μάλιστα, εδώ μία μικρή διασάφηση. Ότι αυτό που θα σας πω δεν είναι γραμμένο στο ευαγγέλιον. Είναι από τα λεγόμενα λόγια του Κυρίου που διέσωσαν οι αποστολικοί Πατέρες· δηλαδή η πρώτη παράδοσις· που δεν κατεγράφησαν στην Αγία Γραφή- βέβαια, τι να καταγραφεί στην Αγία Γραφή, μόνο τα αναγκαία. Δεν λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Κι άλλα πολλά υπάρχουν που δεν γράφτηκαν γιατί αν έπρεπε όλα να γραφτούν, θα γέμιζαν, δεν θα χωρούσαν τα βιβλία αυτά που θα εγράφοντο σε όλες τις βιβλιοθήκες του κόσμου»; Διασώζει, λοιπόν, ο άγιος Κλήμης Ρώμης, αποστολικός Πατήρ, αυτούς τους λόγους, τρεις είναι, τρεις- ο Κύριος είπε, έδωσε τρεις απαντήσεις, το πότε έρχεται η Βασιλεία του Θεού, πού; Όχι στον κόσμο η Βασιλεία του Θεού, αλλά στον κάθε άνθρωπο. Εξάλλου ο Κύριος είπε ότι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν», «η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας». Πότε, λοιπόν, έρχεται μέσα μου η Βασιλεία του Θεού; Γιατί κάποτε είναι απέξω μου. Όταν την αποδεχτώ, πιστέψω, τότε περνάει μέσα μου.
Πότε περνάει η Βασιλεία του Θεού μέσα μου; Ακούστε τι λέγει ο Κύριος, θα σας πω το ένα από τα τρία: «Ὅταν ἔσται τὸ ἔξω ὡς τὸ ἔσω». «Όταν», δηλαδή, «είναι όμοιο το απέξω με το μέσα». «Τὴν ψυχὴν λέγει τὸ ἔσω», ερμηνεύει εδώ ο άγιος Κλήμης ο Ρώμης, «τὸ δὲ ἔξω τὸ σῶμα λέγει». Τι είναι το «ἔξω»; Το σώμα, αυτό που φαίνεται. Τι είναι το «μέσα»; Είναι η ψυχή. «Ὃν τρόπον οὖν σου τὸ σῶμα φαίνεται, οὕτως καὶ ἡ ψυχή σου δῆλος ἔσται ἐν τοῖς καλοῖς ἔργοις». «Και», όπως λέγει, «με τον τρόπο που το σώμα σου φαίνεται- Πώς κινείσαι; Και σε βλέπουν;- έτσι και η ψυχή σου πρέπει να είναι φανερή στα καλά έργα». Δηλαδή δεν θα υπάρχει υποκρισία. Δεν θα υπάρχει διαφοροποίησις μεταξύ του έξω και του έσω. Αυτά τα δυο θα είναι ταυτισμένα. Ό,τι είναι το μέσα θα είναι και το έξω. Ό,τι είναι το έξω, θα είναι και το μέσα.
Λέει ο άγιος Κλήμης -δηλαδή ο Κύριος το λέγει και διασώζει ο άγιος Κλήμης- είναι στη δευτέρα του επιστολή προς Κορινθίους, στην δωδεκάτη παράγραφο. Έτσι βλέπομε, αγαπητοί μου, εδώ ότι πρέπει να υπάρχει αυτό. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε: «Οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε» κ.τ.λ. Ακόμη, και κάτι άλλο: Είναι, όπως λέγει ένας άλλος Πατέρας της Εκκλησίας μας, «τὸ ἀνθρωπίναις παραδόσεσιν ἀκολουθοῦντες». Ενώ πήραμε το Ευαγγέλιον, όπως και οι Εβραίοι, ο λαός του Θεού πήρε τον νόμο, όμως, ο νόμος αυτός και οι εντολές του Θεού εξελίχτηκαν σε ανθρώπινες παραδόσεις, έτσι κι εδώ, όταν εμείς γνωρίσαμε το Ευαγγέλιον, εμείς, οι Έλληνες, βεβαίως μας βρήκε να έχομε κάποιες παραδόσεις ειδωλολατρικές, έναν τρόπο ζωής. Κι ενώ δεχτήκαμε το Ευαγγέλιον, περιέργως συνεχίζομε να έχομε και εκείνα που είχαμε πριν γνωρίσουμε το Ευαγγέλιον.
Και το ακόμη χειρότερον, ότι, ενώ έχουν περάσει 2000 χρόνια -για μας μιλάω, τους Έλληνες- δεν έχομε ξεχάσει, αγαπητοί μου, εκείνα που είχαμε τότε που οι πρόγονοί μας ζούσαν και το χειρότερο, σας λέγω, ότι προσπαθούμε όλα αυτά, ως παραδόσεις εθνικές, να τα αναβιώσομε… Και το να γνωρίζομε την ιστορία μας, κανείς δεν αντιλέγει. Το να θέλομε να φέρομε ειδωλολατρικές συνήθειες, ή να συμπλέξομε την ευσέβεια με ειδωλολατρικά πράγματα της πρώτης μας ζωής, αυτό είναι φοβερό! Είναι φοβερό! Δεν μπορούμε να μιλάμε πια για μια ευσέβεια! Δεν μπορεί κανείς να λέει: «Είμαι ευσεβής» και να ακολουθεί αυτά τα πράγματα. Αν ρίξετε μια ματιά στην ύπαιθρο, αλλά και δυστυχώς τα Μέσα Ενημερώσεως τονίζουν όλως ιδιαιτέρως αυτές τις καταστάσεις, θα δείτε, φερειπείν, προχθές, του Λαζάρου, βγαίνουν τα παιδάκια να ψάλουν τα κάλαντα. Και εκεί βλέπετε να συμπλέκονται -να συμπλέκονται!- ειδωλολατρικά πράγματα ή μαγικά. Πώς το κάνομε αυτό; Έτσι, είναι ακόμα εκείνο που δεν ταιριάζει με μας, το ότι διατηρούμε αυτές τις εθνικές, δηλαδή ειδωλολατρικές παραδόσεις.
Ακόμα, υπάρχει και ένας εξωτερικός τυπικισμός στη ζωή μας, δηλαδή κάτι που, εξωτερικά μεν, έχουμε κάποια σχέση με τον Θεό, με έναν τυπικισμό, πάμε στην Εκκλησία, λέμε καλά λόγια, λέμε ότι πιστεύομε, στην πραγματικότητα δεν έχομε καμία σχέση με τον Θεό. Κι όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ὑμεῖς», λέγει, δηλαδή ερμηνεύει τον λόγο του Κυρίου που λέγει εις τους Φαρισαίους, «ὑμεῖς(:εσείς), τὰ γὰρ μικρὰ καὶ ἔξω φυλάττοντες, τῶν μεγάλων καὶ ἔνδον ἀμελεῖτε». «Εκείνα που είναι μικρά και εξωτερικά, αυτά μετά πάσης ευλαβείας τα φυλάτε. Εκείνα που είναι μεγάλα και εσωτερικά, που μπορεί να είναι φοβερά πάθη μες στην ψυχή, αυτά», λέγει, «γι’ αυτά δεν φροντίζετε». Βλέπει κανένας, λοιπόν, ότι τα πράγματα δεν είναι σωστά. Δεν πρέπει να είναι έτσι. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι πρέπει να καλλιεργούμε τον έσω άνθρωπο, που να ταυτίζεται με τον έξω. Γιατί αλλιώτικα αποτείνεται σε μας ο Κύριος και ανήκει σε μας αυτό το φοβερό «Οὐαὶ» που είπε. Αυτό το φοβερό «αλίμονον».
Επιτρέψατε να πάρομεν έναν ακόμη ταλανισμόν: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν». «Αλίμονό σας, γιατί κλείνετε την πόρτα της Βασιλείας του Θεού μπροστά στους ανθρώπους, δεν τους αφήνετε να μπουν στη Βασιλεία του Θεού και, ενώ εσείς δεν μπαίνετε, εμποδίζετε και εκείνους οι οποίοι θέλουν να μπουν». Φρικτός, φρικτός, αγαπητοί μου, ταλανισμός! Και πάντοτε- δυστυχώς!- επίκαιρος σε κάθε εποχή! Είναι όταν οι διανοούμενοι, οι λεγόμενοι «πνευματικοί» - το «πνευματικοί» εντός εισαγωγικών το βάζω, γιατί δεν έχουν καμία σχέση με το Πνεύμα το Άγιον- οι λεγόμενοι «πνευματικοί άνθρωποι», οι λεγόμενοι «άνθρωποι των Γραμμάτων» όχι μόνο δεν κατανοούν το πρόσωπον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το Οποίον δεν θέλουν να δεχθούν, δεν θέλουν να πιστέψουν, αλλά και εμποδίζουν να πιστέψουν οι καλοπροαίρετες ψυχές.
Έτσι θα τους δείτε -σε κάθε εποχή, σας λέγω- να προβάλουν ποικίλες ψευδείς θεωρίες, ψευδείς φιλοσοφικές θέσεις και να διαστρέφουν την Ιστορία ακόμη, μόνο και μόνο για να αποτρέψουν τους ανθρώπους από την πίστη εις τον Ιησούν Χριστόν. Δεν αφήνουν να μπουν εις την Βασιλεία του Θεού. Μιλάνε, επί παραδείγματι, για θεωρίες περί της αιωνιότητος της ύλης, ότι ο κόσμος έγινε μόνος του, ενώ η Γραφή λέγει ότι ο Θεός έκανε τον κόσμον, μιλάνε για την «αυτόματον γένεση», λένε ότι η ζωή μόνη της ξεπετάχτηκε από τη νεκρά ύλη, μιλάνε για τη «θεωρία της εξελίξεως», ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τα ζώα, ακόμα μιλάνε για μια ελευθερία στο σεξ και παραβλέπουνε εκείνα τα οποία λέγει ο Θεός, σου λέγει «με βάση την επιστήμη, εμείς μιλάμε», ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ότι το θέμα αυτό -παρακαλώ θα παρακαλέσω να το καταλάβουμε, αφού λέγεται ότι θα μπει και ως μάθημα στα σχολεία η γενετησία διαπαιδαγώγησις- δεν είναι αρκετό το θέμα να ειπωθεί μόνον από επιστημονικής πλευράς. Πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται και με θέματα που να το κατοχυρώνουν και πνευματικά. Και δεν υπάρχει άλλη κατοχύρωσις από την ευαγγελική κατοχύρωση, την πνευματική.
Διότι όταν πεις: «Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από τι; Αποτελείται από τούτο, εκείνο, εκείνο… Να του κάνομε ανατομία. Να πούμε ότι έχει αυτά τα όργανα, ότι γίνονται έτσι κι έτσι…» - δεν είναι αρκετό γιατί απλούστατα μία τέτοια, μία τέτοια, θα λέγαμε, διδασκαλία στα παιδιά την πονηρία θα υπεγύρει, αλλά ωφέλεια δεν θα υπάρξει. Με τι πρέπει να συνοδεύεται; Με μίαν πνευματικήν κατοχύρωσιν. Ο καθηγητής που θα πει στα παιδιά ότι το ανθρώπινο σώμα έχει αυτήν την ανατομία και αυτήν την λειτουργικότητα, πρέπει να πει ταυτόχρονα ότι έχομε μία θέση που μας απεκαλύφθη και είναι παραπέρα από εκείνα τα οποία εμείς βλέπομε στην ανθρωπίνη κατασκευή. Ότι το ανθρώπινον σώμα είναι ναός που κατοικεί το Πνεύμα του Θεού. Αν αυτό το πράγμα ειπωθεί και ότι αυτό το σώμα κάποτε θα αναστηθεί και δεν μπορεί να κουβαλάει μαζί του σαρκικά αμαρτήματα…
Ναι! Συμφωνούμε, θα διαφωτίσουμε τα παιδιά μας, θα τους πούμε τους κινδύνους που μπορεί να διατρέχουν. Αλλά δεν είναι αρκετό, πρέπει να τους πούμε ότι πρέπει να υπάρχει και μια εξ αποκαλύψεως πνευματική κατοχύρωση. Και τότε μπορούμε να έχομε μιαν ασφάλεια. Όταν, όμως, αυτό το πνευματικό στοιχείο, που μας έφερε ο Κύριος εις τον κόσμον, μας δίδαξε η Γραφή, το βγάζομε, και κρατούμε μόνο το πρώτο, μια ανατομία, στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να εμποδίσομε τους ανθρώπους να μπουν στην Βασιλεία του Θεού. Και ενώ τους κάνομε κάποιες επεξηγήσεις για να μη χαθούν, στην πραγματικότητα τους σπρώχνομε για να χαθούν…! Κι όπως λέγει ένας παλιός, αρχαίος σχολιαστής: «Εἰ τὸ μὴ εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν κατηγορία, τὸ καὶ κωλύειν ἄλλους, ποίαν ἔχει συγγνώμην;». «Εάν είναι άξιον κατηγορίας το να μην μπεις στη Βασιλεία του Θεού, πόσο χειροτέρα είναι η περίπτωση και ποια συγχώρεση θα έχεις αν εμποδίσεις και άλλους να μπουν εις την Βασιλείαν του Θεού;».
Κάπου, κάπου εδώ, στο θέμα αυτού του ταλανισμού, αυτού του «οὐαὶ», ε, φοβάμαι ότι βρίσκονται και πολλοί γονείς· οι οποίοι, ούτε οι ίδιοι ζουν πνευματική ζωή, κι αν κάποτε τα παιδιά τους ζουν θεοφώτιστα και θέλουν να ζήσουν μια πνευματική ζωή, τα εμποδίζουν. Πολύ φοβάμαι ότι σ΄ αυτόν τον ταλανισμόν βρίσκονται και γονείς. Βρίσκονται και διδάσκαλοι, δηλαδή εκπαιδευτικοί, που μπορούν ακόμη να εμποδίσουν. Λυπούμαι, θα πω και κάτι ακόμα φοβερό: Ίσως βρίσκονται και κληρικοί· που ενώ οι ίδιοι δεν μπαίνουν στη Βασιλεία του Θεού, εμποδίζουν, όμως, να εισέλθουν εκείνους που το Πνεύμα του Θεού τους κατέστησε διαχειριστάς ανθρωπίνων ψυχών.
Αγαπητοί μου, όταν οι άνθρωποι μάς πουν ένα «αλίμονο», έχει, βέβαια, αυτό μια βαρύτητα: «Αλίμονό σου!». Έχει μία βαρύτητα. Αν, όμως, αυτό το «αλίμονο», αυτό το «οὐαὶ» μας το πει ο Θεός, τότε πόσο περισσότερο μπορεί να κοστίζει αυτό; Στη Γραφή υπάρχει το «εὖ» και το «οὐαὶ». «Εὖ» θα πει «καλώς», θα πει «μπράβο». Και το «οὐαὶ» θα πει «αλίμονο»! Και τα δυο αυτά, αγαπητοί μου, τα είπε ο Κύριος. Θυμηθείτε εκεί στην παραβολή, που λέει ο Κύριος: «Εὖ, δοῦλε πιστὲ καὶ ἀγαθέ, σε λίγα ήσουν πιστός, σε πολλὰ θα σε καταστήσω. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Και ποια είναι αυτή η χαρά του Κυρίου; Η Βασιλεία του Θεού. «Μπράβο! Μπράβο! Καλώς έζησες και επολιτεύθης στη ζωή σου. Μπράβο! Έλα τώρα στη Βασιλεία του Κυρίου σου». Είναι και το «οὐαὶ» . «Αλίμονό σας!»· που το «αλίμονο», αγαπητοί μου, στέλνει στην Κόλαση...
🔸21η🔸 ομιλία στην κατηγορία " Ὁμιλίες Μεγάλης Ἑβδομάδος".
†. Εις τους Όρθρους των τεσσάρων πρώτων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος, αγαπητοί μου, ψάλλεται στην Εκκλησία μας το εξής ωραιότατον, αλλά και βαθύτατον σε νοήματα, εξαποστειλάριον: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με».
Το εξαποστειλάριο αυτό είναι εμπνευσμένο από την παραβολή του Κυρίου που αναφέρεται εις τους γάμους του υιού του βασιλέως. Και εκεί βλέπουμε ότι αφού οι καλεσμένοι απεποιήθησαν την πρόσκλησιν, τότε- και μάλιστα εκακοποίησαν και τους δούλους που τους εκάλεσαν- τότε ο βασιλεύς, που είχε τους γάμους του υιού του, λέγει στους δούλους: «Πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί».
Αυτόν, λοιπόν, τον νυμφώνα βλέπει ο ποιητής μας, από τον οποίον, σας είπα, εμπνέεται και ενώ τον επιθυμεί, όμως διστάζει να εισέλθει, γιατί δεν έχει αυτήν την ειδική, του γάμου, στολή. Γι’ αυτό λέγει: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, στολισμένον, αλλά, δυστυχώς, δεν έχω ένδυμα κατάλληλον δια να εισέλθω εις αυτόν. Γι'αυτό, Σε παρακαλώ, για να μην πάθω ό,τι έπαθε εκείνος ο δούλος, ο επισκέπτης, ο καλεσμένος εκείνος, ώστε να μπει χωρίς την κατάλληλη στολή, Σε παρακαλώ, λοιπόν, λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, έλα να μου λαμπρύνεις και να μου στολίσεις και να μου καθαρίσεις την στολήν της ψυχής και έτσι να μπορώ να εισέλθω εις τους γάμους».
Εδώ ομιλεί, τόσο η παραβολή, όσο και ο ποιητής μας περί νυμφώνος. «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω». Τι είναι αυτός ο «νυμφών»; Είναι ο γαμήλιος χώρος. Εκεί που βρίσκεται ο νυμφίος και η νύμφη. Αν θέλετε ακόμη είναι το δωμάτιον, να το πούμε απλοελληνικά η κρεβατοκάμαρα των νεονύμφων. Εδώ είναι η Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι ο «νυμφών». Και, όπως λέγει ο Ζιγαβηνός, είναι η μυστική συνάφεια του Υιού προς την Εκκλησίαν των πιστών. Εκείνη η μυστική συνάφεια. «Μυστική» δεν θα πει κρυφή. Από το «μύστης» και «μυσταγωγία» και «μυστήριον». Εκείνη η ένωσις των πιστών με τον Υιό του Θεού.
Το ίδιο πράγμα τονίζει και ο Απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους Εφεσίους: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν». Ποιο μυστήριον; «Ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς Ἐκκλησίαν». Δηλαδή το μυστήριον της ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας, του οποίου μυστηρίου τύπος –μυστήριον- είναι ο γάμος των ανθρώπων. Τύπος - μυστήριον· του μεγάλου μυστηρίου ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας.
Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει στο βιβλίο της «Ἀποκαλύψεως» που βλέπει ακριβώς την Βασιλεία του Θεού σαν ένα δείπνο όπως ο Κύριος λέγει εδώ στην παραβολή: «Μακάριοι οἱ εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ Ἀρνίου κεκλημένοι» · δηλαδή οι καλεσμένοι. «Ευτυχισμένοι αυτοί που κλήθηκαν στο δείπνο του Αρνίου».
Αλλά και αυτός ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος αποκαλεί τον Ιησούν «Νυμφίον». «Τι άλλο θέλω», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, «παρά να χαρώ. Χαίρομαι. Είμαι ο φίλος του Νυμφίου. Και όταν ο Νυμφίος έχει την νύμφη, εκείνος χαίρεται. Και ο φίλος του Νυμφίου, εγώ, δηλαδή, ο Ιωάννης, είμαι χαρούμενος προς τούτο».
Αλλά και αυτός ο Ίδιος, αγαπητοί μου, ο Κύριος αποκαλεί τον Εαυτόν Του «Νυμφίον». Λέγει σε μια περίπτωση, όταν επέπληξαν τους μαθητάς Του οι Φαρισαίοι, λέγοντας : «Γιατί δεν νηστεύετε; Όπως νηστεύουν οι μαθηταί του Ιωάννου και οι δικοί μας οι μαθηταί;». Τότε ο Κύριος επεμβαίνει και λέγει: «Μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος πενθεῖν ἐφ᾿ ὅσον χρόνον μετ᾿ αὐτῶν ἐστιν ὁ νυμφίος;». «Μπορούν», λέγει, «να πενθούν τα παιδιά του Νυμφώνος» -γιατί όλοι εμείς οι πιστοί είμαστε παιδιά του Νυμφώνος- «μπορούν να πενθούν όταν μαζί τους είναι ο Νυμφίος;». «Ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν». «Θα ‘ρθουν μέρες που θα φύγει, που θα σηκωθεί, θα φύγει ο Νυμφίος από αυτούς και τότε θα νηστέψουν. Δηλαδή, ενόσω είμαι Εγώ μαζί τους, γιατί να νηστεύσουν; Έχουν καιρό. Θα νηστεύσουν, όταν Εγώ θα φύγω». Είδατε, λοιπόν, εδώ ότι αυτός ο Ίδιος ο Κύριος αποκαλεί και ονοματίζει τον εαυτόν Του Νυμφίον. Βέβαια, εξυπακούεται κάποια νύμφη. Και η Νύμφη αυτή είναι η Εκκλησία.
Εξάλλου αυτό ολόκληρο το βιβλίο του «Ἄσματος Ἀσμάτων» στην Παλαιά Διαθήκη θεωρεί- εκείνο το βιβλίο που αναφέρεται σε εκείνον και σε εκείνη, δεν έχει τι άλλο παρά εκείνον-εκείνη- και γίνεται ένας διάλογος και υπάρχουν γεγονότα ανάμεσα σε εκείνον και εκείνη. Δεν είναι παρά ο Νυμφίος του Ισραήλ, της παλαιάς Εκκλησίας. Δηλαδή, του λαού του Ισραήλ· διότι «ἐκκλησία» ελέγετο. Αλλά εκείνη, ως νύμφη, «νυμφίος» ο Θεός, ο Κύριος του Ισραήλ, «νύμφη» ο λαός του Ισραήλ, αλλά εκείνη η νύμφη ηθέτησεν. Και έτσι ανανεώνει την νύμφη, και δεν είναι παρά αυτή η Εκκλησία.
Και βλέπει κανείς στο βιβλίο «Ἆσμα Ἀσμάτων» να γίνεται όλη αυτή η προβολή του Νυμφίου και της νύμφης. «Κι όλα αυτά», όπως λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ἵνα μάθῃς τοῦ Θεοῦ τὴν κηδεμονίαν (:πόσο φροντίζει ο Θεός για σένα), τὸν πόθον τόν περὶ ἡμᾶς (: πόσο ποθεί για μας, πόσο μας αγαπά), τῶν πραγμάτων τὴν φαιδρότητα ὡς οὐδὲν λυπηρὸν ἔχειν, οὐδὲν σκυθρωπόν, ἀλλὰ πάντα χαρᾶς γέμει πνευματικῆς (: αυτός ο Νυμφώνας είναι γεμάτος από χαρά πνευματική, δεν υπάρχει εκεί τίποτα το θλιβερόν, το σκυθρωπόν, όλα εκεί είναι χαρούμενα, να δεις πόσο μας αγαπά ο Θεός)».
Και λέγει ο ποιητής, ο συντάκτης αυτού του εξαποστειλαρίου: «Τὸν Νυμφῶνα Σου βλέπω». «Τὸν Νυμφῶνα Σου βλέπω». Βλέπει; Πώς τον βλέπει; Δια των Γραφών και δια της πίστεως. Όταν μελετάει τις Γραφές, εκεί έχει την αίσθησιν του Νυμφώνος. Θα χρησιμοποιήσω αυτήν την ωραία λέξη, το ωραίο ρήμα που ακούσαμε προ ολίγου στο τροπάριο της Κασσιανής: «Αἰσθομένη», λέγει, «την θεότητά Σου»· δεν μπορούσε να την βλέπει διότι ο Θεός δεν βλέπεται, ούτε οράται, ούτε ψηλαφάται- μόνο η ανθρωπίνη φύσις ήτο ορατή και ψηλαφητή- «όμως εκείνη, η γυναίκα η πόρνη που Σου ‘πλυνε, Κύριε, τα πόδια με τα μύρα και τα δάκρυα, αἰσθομένη Σου την θεότητα –ένιωσε, αισθάνθηκε· αυτό το «αισθάνομαι», είναι ακριβώς που παίρνει ο άνθρωπος κάτι σαν αίσθημα, κάτι που ανήκει εις τον χώρο του βιώματός του, όταν μελετάει τις Γραφές. Γιατί έρχεται το Πνεύμα του Θεού να τονίσει αυτήν την αίσθησιν. Και υπάρχει και η πίστις. Και έτσι, και δια των Γραφών και δια της πίστεως ο ιερός υμνογράφος βλέπει τον Νυμφώνα όπως τον βλέπει και κάθε πιστός. Έτσι, βλέποντας τον Νυμφώνα, γεννάται ο πόθος της Βασιλείας του Θεού. Έτσι γεννάται ο πόθος οράσεως του προσώπου του Ιησού Χριστού.
Και αυτό το «βλέπω» που λέγει ο ιερός υμνογράφος είναι καθημερινό· που κάνει τον κάθε πιστό να σηκώνει τα μάτια ψηλά στον ουρανό και να επιθυμεί τους εκεί χώρους. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε», λέγει ο ιερός συγγραφεύς της προς Εβραίους επιστολής, «μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». «Δεν έχουμε εδώ πατρίδα, αλλά την μελλοντική επιζητούμε, εκείνη που θα έρθει». Γι'αυτό ο ίδιος λέγει λίγο πιο πάνω: «Οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι (:Εκείνοι που έτσι εμφανίζονται, εκείνοι που έτσι μιλούν, προφανώς δείχνουν ότι γυρεύουν πατρίδα)». Και η πατρίδα είναι εκεί. Δεν είναι εδώ ο Νυμφών. Είναι εκεί. Δεν είναι εδώ ορατή η Βασιλεία του Θεού. Είναι εκεί. Εδώ είναι ορατή η Βασιλεία του Θεού ως Εκκλησία.
Προσέξατε την παραβολήν, ότι «ἐκλήθησαν», λέγει, «ἀγαθοί καί πονηροί». Έπρεπε, όμως, να καθαριστούν για να μπουν όλοι μέσα εις τον Νυμφώνα. «Ἀγαθοί καί πονηροί». Γι'αυτό μέσα στην Εκκλησία, την ιστορική τώρα Εκκλησία, θα λέγαμε την ιστορική Βασιλεία του Θεού, αυτή που είναι μέσα στην Ιστορία, βλέπει κανείς αυτά που βλέπει και που δεν πρέπει να σκανδαλίζεται. Αν γνωρίζει καλά πώς είναι τοποθετημένη η Βασιλεία του Θεού πάνω στη γη. Μαζεύει και τους αγαθούς και τους πονηρούς.
Σας θυμίζω εκείνο που λέγει ο Κύριος σε μια από τις παραβολές που θέλει να δείξει την Βασιλεία Του πάνω στη γη. «Πώς», λέγει, «να παρομοιάσω την Βασιλεία του Θεού; Με μία σαγήνη, με ένα δίχτυ, που πιάνει ψάρια καλά και όχι καλά. Και σαπρά, όχι καλά, δευτέρας ποιότητος. Πέφτει το δίχτυ μέσα στη θάλασσα του κόσμου, πιάνει ψάρια. Σύρονται τα ψάρια εις την ξηράν. Εκεί γίνεται η διαλογή». Μη μας σκανδαλίζει, αγαπητοί μου, το ότι μέσα στην Εκκλησία, από τους κληρικούς μέχρι τους λαϊκούς, που υπάρχει αυτή η φοβερή διαφοροποίηση ποιότητος. Μη μας σκανδαλίζει. Θα έρθει η ημέρα των λογαριασμών. Θα έρθει η ημέρα της διαλογής.
Και πώς βλέπει εδώ ο ποιητής τον Νυμφώνα του Σωτήρος; «Κεκοσμημένον». Δηλαδή, στολισμένον. Είναι όλα εκείνα τα στολίδια της πόλεως του Θεού που βλέπει ο ιερός ευαγγελιστής Ιωάννης και καταγράφει –εν οράματι βλέπει- και καταγράφει εις το βιβλίον της «Αποκαλύψεως». Είναι όλη η δόξα του Χριστού. Είναι όλος ο πλούτος των αρετών, της αγιότητος των αγίων. Είναι η απέραντη ευφροσύνη των κατοίκων της πόλεως του Θεού. Είναι το μέγα στολίδι της αιωνίου ζωής. Εκείνο που τόσο ποθεί ο άνθρωπος: «Γιατί να πεθαίνω; Γιατί να πεθαίνω; Και να πεθαίνω τόσο άθλια;»· που ο καθένας να αισθάνεται τα τέλη του- τα βιολογικά τουλάχιστον- αν όχι τα πνευματικά. Τα βιολογικά του τέλη ποια μπορεί να είναι και πώς μπορεί να είναι… Έτσι εκεί βλέπει το μεγάλο αυτό στολίδι της αιωνίου ζωής: Δεν υπάρχει εκεί ο θάνατος, ούτε η θλίψις, ούτε η παροδικότης, ούτε ό,τι άλλο συνοδεύει τον επίγειον αυτόν θάνατον· και η ματαιότητα. Δεν υπάρχει τίποτε εκεί.
Και βλέπει κεκοσμημένον τον Νυμφώνα ο ιερός ποιητής, αλλά αναφωνεί και λέγει: «Καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ». «Δεν έχω ένδυμα να μπω μέσα εις αυτόν». Δηλαδή βλέπει ότι εκείνος ο χώρος είναι ένας σπουδαίος, που απαιτεί κάποιο ειδικό ένδυμα, που εκείνος που μπήκε –από την παραβολή τώρα- χωρίς να έχει αυτό το ειδικόν ένδυμα, ετιμωρήθη πολύ σκληρά. Φοβείται μεν ο ιερός συντάκτης και λέγει ότι επιθυμεί μεν να εισέλθει, αλλά στερείται του καταλλήλου ενδύματος.
Τι είναι αυτό το «ένδυμα του γάμου»; Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Ἔνδυμα; Βίος ἐστὶν καὶ πρᾶξις». Αυτό είναι το ένδυμα. Ο βίος και η πράξις. Πώς ζεις. Ποια είναι ο βίος σου και η πολιτεία σου. «Ἔστιν δὲ τοῦτο, βίος καθαρὸς καὶ λαμπρός», λέγει ο Ζιγαβηνός. «Τρόπον χιτῶνος ὑφυφασμένος ἐξ ἀρετῶν». Τι είναι αυτό το ένδυμα; Είναι λέγει ο καθαρός και λαμπρός βίος. Είναι ένας τρόπος που ο χιτώνας αυτός είναι υφασμένος με αρετές. Και λέγει ο ίδιος αρνητικά: «Οὐκ ἔνδυμα δὲ γάμου; Βίος ρυπαρὸς καὶ ἀκάθαρτος». Ποιο είναι εκείνο το «Δεν έχω ένδυμα γάμου»; Είναι ο ρυπαρός βίος. Είναι ο ακάθαρτος βίος.
Ο Αδάμ, αγαπητοί μου, στον Παράδεισον είχε και φορούσε τον χιτώνα της θεώσεως. Γι'αυτό «οὐκ ἠσχύνετο» –το τονίζει ιδιαιτέρως αυτό η Γραφή- «δεν ήτο γυμνός· ήτο περιβεβλημένος την θεία δόξα». Αλλά όταν ημάρτησε, εξεδύθη αυτόν τον χιτώνα της θεώσεως. Κι έμεινε γυμνός. Τότε αντελήφθη ότι είναι γυμνός. Όχι ότι κάτι άλλαξε, θα λέγαμε, κάτι άλλαξε -ναι· ήταν ντυμένος και έμεινε γυμνός. Αν κάποια στιγμή, για συλλάβετέ το αυτό, είμεθα όλοι ντυμένοι, κάποια στιγμή κάνετε μια σκέψη και πείτε, δεν ξέρω γιατί και πώς μπορούμε να το πούμε αυτό: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Σ’ αυτό το, σ’ αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Μας προκαλείται ένας φόβος, μια ντροπή: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Αγαπητοί μου, ο Αδάμ ήταν ντυμένος· με την θεία δόξα. Όταν όμως την έχασε μόλις αμάρτησε, τότε ντύθηκε με τον δερμάτινο χιτώνα· ο οποίος «χιτών» είναι η α-λογία. Η α-λογία. Άλογος. Γιατί τι είναι ο χιτών ο δερμάτινος; Από ένα ζώο… Ντύθηκε, λοιπόν, την α-λογία. Όχι δηλαδή την ελ-λογία. Είχε την ελ-λογία. Την έχασε και απέκτησε την αλογία.
Στο βάπτισμα ξαναπήραμε την παλιά μας στολή. Θυμηθείτε την παραβολή του Ασώτου Υιού που λέει «Φέρατε την στολήν την πρώτην». Αυτή είναι η στολή η πρώτη. Αυτή που φορούσε ο Αδάμ πριν αμαρτήσει και τώρα ξαναέρχεται αυτή η στολή με το βάπτισμα. Και αυτήν την στολή, την πρώτη, που την πήραμε όλοι, κάποια στιγμή –τι τραγικό για μας!- την ξαναλερώσαμε. Και την λερώνομε διαρκώς! Γι'αυτό ο ιερός συντάκτης λέγει: «Πώς να μπω; Επήρα καθαρό χιτώνα στο βάπτισμα, αλλά τον ξαναλέρωσα τον χιτώνα μου, τον ξαναβρώμισα τον χιτώνα μου»· κι έτσι βλέποντας εκείνον τον κάποιον της παραβολής και φοβάται, αισθάνεται να μιλάει πολύ έντονα ο Κύριος του δείπνου: «Ἑταῖρε -φίλε-, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;». Η τιμωρία δε: «Δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». Είναι η κόλασις.
Γι'αυτό ο ιερός ποιητής λέγει: «Κύριε, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, «έλα να με καθαρίσεις· αφού ο πόθος της εισόδου υπάρχει, τότε καθάρισέ μου, Κύριε, την ψυχήν, έλα να με καθαρίσεις» –τούτο σημαίνει: «Βοήθησέ με να μετανοήσω». Είναι το δεύτερον βάπτισμα. Εκείνον τον χιτώνα τον άρρυπον που πήραμε στο βάπτισμα μπορούμε να τον στέλνομε στο καθαριστήριον που λέγεται «μυστήριον Ιεράς Εξομολογήσεως». Αυτή είναι η φιλανθρωπία του Θεού· και μόνον εάν εγίνετο αυτή η ανάκλησις από τον αρχαίον Αδάμ, με μόνο το βάπτισμα, χωρίς να υπάρχει άλλη ανάκλησις, θα λέγαμε ότι ο Θεός θα ήταν γεμάτος και σοφία και αγάπη.
Αλλά εδώ βλέπει κανείς το βάθος της αγάπης του Θεού. Ξέρει ότι έχουμε αδυναμία. Εβαπτίσθημεν, αλλά είμεθα αδύναμοι. Είναι εκείνο που είπε ανασταίνοντας την κόρη του Ιαείρου: «Δώσατέ της να φάει. Γιατί ανεστήθη, αλλά πρέπει να φάει, για να δυναμώσει». Ο άνθρωπος, λοιπόν, δέχεται τον παλαιόν χιτώνα, την πρώτη στολή, αλλ’ είναι αδύναμος. Πρέπει να σταθεί στα πόδια του. Μέχρι που να σταθεί, πόσες φορές θα ρυπάνει τον χιτώνα του βαπτίσματος… Γι΄αυτό, λοιπόν, έδωκε η αγάπη του Θεού το δεύτερον βάπτισμα, το διαρκώς και διαρκώς και διαρκώς επαναλαμβανόμενον, το μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως. «Σου ζητώ, Κύριε», ως να λέγει ο ποιητής, «βοήθησέ με να μετανοήσω. Βοήθησέ με, με τα δάκρυα της μετανοίας σαν άλλη κολυμβήθρα να μπορέσω να αποπλύνω αυτόν τον χιτώνα της ψυχής. Να τον λαμπρύνω με τη μυστηριακή ζωή. Να έχω μία διαρκή νήψι. Νήψι. Ήτα -περισπωμένη -γιώτα. Από το ‘’νήφω’’· που θα πει, κατ’ επέκτασιν, έχω καθαρό –η αρχική σημασία είναι εγκρατεύομαι από το κρασί- έχω καθαρό νου και καθαρή καρδιά. Να ‘χω μια διαρκή νήψη. Κάθε μου πράξη να την διαποτίζει η αγάπη. Να μην είναι οι αρετές πράγματα ξεκάρφωτα. Ποτισμένες όλες από την αγάπη, για την αγάπη Σου. Να είναι κάτι που ξεκινάει από Σένα». Κι αυτό το έργον είναι αφενός μεν έργον της θείας χάριτος, αφετέρου δε έργο δικό μας, έργο του κάθε πιστού. Αν δεν ήταν έργο του κάθε πιστού, τότε γιατί εδέχθη τον έλεγχον εκείνος ο καλεσμένος της παραβολής που του είπε: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ και δεν έχεις χιτώνα γάμου;»;
Και αποτείνεται και τελειώνοντας ο ποιητής το ποίημά του στον Κύριον και Του λέει: «Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με». Λέγεται ο Χριστός «φωτοδότης», γιατί; Γιατί Αυτός δίδει το άκτιστον Φως στους πιστούς, εκείνοι που είναι άξιοι. Μην ξεχνάμε ότι στην Βασιλεία του Θεού –αλήθεια, το σκεφτήκατε;- όταν θα αναστηθούμε, για να δείτε πώς έχουν τα πράγματα, θα αναστηθούν τα παλιά μας, αλλά ανακαινισμένα πια σώματα. Αυτά τα σώματα θα φορούν ρούχα; Το σκεφτήκατε; Ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του δεν φορούσε ρούχα. Εξάλλου, έμειναν στο μνημείον. Αλλά στα μάτια των μαθητών και του κόσμου που Τον είδαν, Τον είδαν με ρούχα. Ο Χριστός δεν φορούσε πια ρούχα. Και στη Βασιλεία του Θεού δεν θα φοράμε ρούχα. Τα ρούχα μας, τα ιμάτια αυτά είναι ένα μεταπτωτικό στοιχείο. Στη Βασιλεία του Θεού όταν θα αναστηθούμε θα φοράμε εκείνη την θεία δόξα που είχε ο Αδάμ μέσα εις τον Παράδεισον. Γι’ αυτό λέγεται Φωτοδότης, θα δώσει αυτή την δόξα και θα είμεθα ντυμένοι με αυτήν την δόξα, και είναι αυτή η θέωσις. Και η θέωσις είναι τεκμήριον της σωτηρίας. Σωτηρία δε και θέωσις δίνεται μόνον από τον Χριστόν-γι'αυτό και ονομάζεται «Σωτήρ» και «φωτοδότης».
Αγαπητοί μου. Δυο πράγματα πρέπει να βλέπει ο κάθε πιστός. Πρώτον· τον Νυμφώνα του Χριστού, που είναι η Βασιλεία Του και δεύτερον, τον ρυπαρό του χιτώνα, που δεν είναι παρά μια βαθιά, βαθιά αυτογνωσία του ρυπαρού του βίου. Το πρώτο θα είναι ένα διαρκές κίνητρο, το να βλέπει τον Νυμφώνα, για να διορθώνεται το δεύτερο, δηλαδή ο ρυπαρός βίος. Και αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση της ελπίδος, ότι θα προσπαθήσομε, θα παρακαθίσομε κάποτε σε εκείνο το μακαριστό δείπνο της Βασιλείας του Θεού, ότι θα εισέλθομε εις τον Νυμφώνα του Χριστού που είναι η αιωνία ένωσίς μας με Εκείνον. Βλέπομε ότι η ιερά υμνωδία της Εκκλησίας μας μας δίδει διαρκώς κίνητρα αληθινής σωτηρίας.
🔸22η🔸 ομιλία στην κατηγορία " Ὁμιλίες Μεγάλης Ἑβδομάδος".