†. Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας αναφέρει ως ευαγγελική περικοπή εκείνον τον θαυμάσιον διάλογον του Κυρίου μετά της Σαμαρείτιδος. Μέσα εις τον διάλογον αυτόν, αποκαλύπτει ο Κύριος παμμέγιστες αλήθειες, μεταξύ των οποίων και το πολύ, εκείνο, ενδιαφέρον θέμα, πού λατρεύεται ο Θεός· το οποίον έχει, βεβαίως, και τις προεκτάσεις του. Όπως ο τρόπος, δηλαδή το πώς, όχι μόνον πού, αλλά και το πώς λατρεύεται ο Θεός, όπως και ο χρόνος της λατρείας του Θεού. Και όλα αυτά, βεβαίως, όταν υπάρχουν οι αληθινοί προσκυνηταί.
Για να δούμε, όμως. Το θέμα τίθεται από την Σαμαρείτιδα. Δεν θα πω την ιστορία· την ακούσατε στην ευαγγελική περικοπή και σας είναι σε όλους γνωστή. Όταν ήρθε αυτή η γυναίκα να αντλήσει νερό, έξω από το χωριό της ήταν το πηγάδι αυτό του Ιακώβ, το φρέαρ του Ιακώβ, όπου ο Κύριος «ἐκαθέζετο», λέγει, καθόταν, «κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας», ήταν μεσημέρι και κουρασμένος και οι μαθηταί Του πήγαν εκεί στην πόλη, στην κώμην να αγοράσουν τροφές. Τότε έφθασε αυτή η γυναίκα κι εκεί ανοίχτηκε ένας διάλογος, όπως σας ανέφερα.
Το θέμα, σας είπα, ετέθη, το πώς δηλαδή και πού λατρεύεται ο Θεός, από την Σαμαρείτιδα, αυτή την γυναίκα. Τότε οι Σαμαρείται που ανήκον εις το βόρειον βασίλειον και οι Ιουδαίοι ανήκον εις το νότιον βασίλειον και εχωρίστηκαν ευθύς μετά τον θάνατον του Σολομώντος κι έμειναν για πάντα χωρισμένοι, είχαν διαμάχη ανάμεσά τους περί του τόπου της λατρείας του Θεού. Πού θα λατρεύσομε τον Θεόν. Θα λέγαμε… :«Στην Εκκλησία;» · θα λέγαμε σήμερα εμείς. «Έξω στο ύπαιθρον; Στο βουνό; Στην παραλία; Πού;». Οι Σαμαρείται ήσαν απόγονοι του βορείου βασιλείου, σας ανέφερα προηγουμένως, και μετά από μίαν πολυχρόνιον αιχμαλωσίαν, από τον 7ον αιώνα -μάλλον τέλη 8ου αρχές 7ου αιώνος- έως τον 4ον αιώνα -προ Χριστού αυτά- και εκεί είχαν μιγεί με τους ειδωλολάτρας. Δηλαδή με ειδωλολατρικά φύλα. Και όταν έφθασαν πίσω, έφθασαν με εξαιρετικά νοθευμένη πίστη. Τα είχαν όλα ανακατεμένα και μπερδεμένα.
Επιπλέον, αφού απέρριψαν -το βόρειο, πάντα, βασίλειον- οι Σαμαρείται -με πρωτεύουσα την Σαμάρεια- απέρριψαν σχεδόν όλα τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, εκτός από την λεγομένη «Πεντάτευχον», τα πρώτα, δηλαδή, πέντε βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, που είχε συγγράψει ο Μωυσής, συνεπώς οι άνθρωποι αυτοί, στερούμενοι των προφητών, δεν είχαν σαφή αποκάλυψη του Θεού περί του τόπου της λατρείας, που θα ήταν, βεβαίως, η Ιερουσαλήμ και έμεναν στην παράδοση ότι μόνον στο όρος Γαριζίν, που ήταν στην περιοχή τους, εκεί έπρεπε να λατρεύεται ο Θεός, διότι εκεί έστησε θυσιαστήριον, ερχόμενος από την Μεσοποταμίαν, τόσο ο Αβραάμ, όσο και ο Ιακώβ.
Κι ο Κύριος τής απαντά - ήτανε σοβαρή διαμάχη ανάμεσα στους Σαμαρείτας και τους Ιουδαίους. Κι ο Κύριος της απαντά: «ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ Πατρί». «Έρχεται ώρα», λέγει, «που ούτε εις αυτό το βουνό - διότι απέναντι ακριβώς από τον Κύριον ήταν το όρος Γαριζίν - ούτε εις αυτό το βουνό, ούτε εις την Σιών, εις τον λόφον Σιών, που ήταν ο ναός του Σολομώντος, ούτε εκεί, ούτε εδώ, ούτε εκεί πρόκειται εφεξής να λατρευτεί ο Θεός».
Ήταν όλα σχετικά, διότι ο Θεός είχε τον λόγο Του που είχε πει, μόνον σε έναν ορισμένο τόπο θα λατρεύεται ο Θεός, διότι εφοβείτο, ας το πούμε έτσι, την ειδωλολατροποίηση του λαού. Ήσαν άνθρωποι που με πολλήν ευκολίαν ετρέποντο εις την ειδωλολατρίαν. Αλλά τότε πού θα έπρεπε να λατρεύεται ο Θεός; Και η συνέχεια της απαντήσεως του Κυρίου: «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Δηλαδή ο Θεός είναι πνεύμα και εκείνοι που θα Τον προσκυνούν, θα Τον προσκυνούν «ἐν πνεύματι», κατά πνευματικόν τρόπον, αλλά και «ἐν ἀληθείᾳ». Δηλαδή θα έχουν ορθήν αντίληψιν περί Θεού. Θα λέγαμε, δογματικώς άψογα, θα το λέγαμε ορθόδοξα.Έτσι ο Κύριος θέτει νέους όρους και νέους τρόπους λατρείας του Θεού, που θα απεδέχοντο όσοι θα επίστευαν εις το δικό Του όνομα και αυτοί θα ελέγοντο Χριστιανοί.
Τι σημαίνει «λατρεία του Θεού»; Η λατρεία του Θεού τι είναι; Είναι μία σχέσις του ανθρώπου με τον Θεό. Μία σχέσις. Και αυτή η σχέσις είναι μία απάντησις και ανταπόκρισις του πεπερασμένου και αμαρτωλού ανθρώπου προς τον αιώνιον και απειροτέλειον Θεόν. Και η απάντησις και η ανταπόκρισις του ανθρώπου προς τον Θεόν, φανερώνει ότι πρώτος ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτόν Του εις τον άνθρωπον. Πρώτος Εκείνος. Μετά ο άνθρωπος. Και γίνεται μία συνάντησις. Και δημιουργείται μία σχέσις ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Αυτή η σχέσις λέγεται «λατρεία». Στη λατρεία βλέπομε, λοιπόν, να συναντώνται δύο ρεύματα ζωής: η ζωή του Θεού και η ζωή του ανθρώπου. Το ένα προέρχεται από την υπερβατικήν πραγματικότητα, από τον ουρανό και το άλλο απορρέει από την θρησκευτική ζωή του ανθρώπου, που ανέρχεται προς τον Θεόν.
Η ανάγκη της λατρείας εις τον άνθρωπον είναι έμφυτος. Όχι σαν ένα συμβατικόν πράγμα, γιατί έτσι το συμφωνήσαμε. Είναι έμφυτος η λατρεία στον Θεό. Κάποτε διάβαζα, κάνοντας ένα πείραμα… είναι δεκαετίες πίσω. Ένα μικρό παιδάκι μεγάλωσε στο δάσος χωρίς καμίαν αγωγήν, ούτε πολιτιστικήν ούτε θρησκευτικήν. Βρίσκαν τον τρόπον, το τάιζαν, το παιδί αυτό δεν είχε καμίαν κοινωνίαν με τίποτα. Το παιδάκι αυτό μία φορά το είδαν να γονατίζει και να λατρεύει τον ανατέλλοντα ήλιον. Ορίστε. Ότι είναι έμφυτος η λατρεία του θείου. Σε οποιαδήποτε γεωγραφικά μήκη και πλάτη εάν στραφείτε, σε οποιαδήποτε εποχή, σε πολιτισμένους και απολίτιστους ανθρώπους, θα βρείτε παντού, προσέξτε, όχι την προσευχή, την λατρεία του Θεού. Συνεπώς η λατρεία του Θεού δεν επεβλήθη εξωτερικά, αλλά αναβλύζει από μέσα, εσωτερικά. Είναι μία πηγή στα βάθη της υπάρξεως του ανθρώπου, που ο Θεός εκεί έβαλε αυτήν την τάση να λατρεύεται από τον άνθρωπον.
Η λατρεία, θα επαναλάβω, δεν είναι προσευχή. Άλλο πράγμα είναι η προσευχή. Άλλο πράγμα ότι μπορεί η λατρεία να περιέχει και προσευχή. Δεν είναι, όμως, η λατρεία η προσευχή. Είναι δύο διακεκριμένα, χωρισμένα πράγματα. Θα το ξαναπώ: Μέσα στη λατρεία απλώς μπορεί να υπάρχει και η προσευχή. Δεν μιλάμε για την προσευχή. Μιλάμε για την λατρεία. Και όπως σας είπα η λατρεία είναι μία σχέσις, μία σχέσις αγάπης· που ζητά, χωρίς τίποτα να ζητά, τι; «Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου, γενηθήτω τὸ θέλημά Σου». Δεν ζητούμε τίποτε εκεί, κάτι για μας, κάτι για τον εαυτό μας, κάτι για τις ανάγκες μας. Αλλά τι ζητούμε; Να δοξασθεί το όνομα του Θεού. Το «ἁγιασθήτω» σημαίνει «δοξασθήτω». Να δοξασθεί το όνομα του Θεού. Να έλθει η βασιλεία Του εδώ στη γη, να γίνει το θέλημά Του. Αυτό είναι στοιχείον λατρείας. Παρακάτω, όταν θα πούμε: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον, δὸς ἡμῖν σήμερον … καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν» κ.λπ. είναι στοιχεία προσευχής. Ώστε, λοιπόν, η Κυριακή προσευχή έχει δύο στοιχεία: το στοιχείον της λατρείας και το στοιχείον της προσευχής. Είναι η φωνή που λέγει… όπως γράφει ο ιερός Αυγουστίνος: «Τι να είπω, Θεέ μου, αγία μου χαρά!». Δεν ζητάει τίποτα. «Τι να είπω, Θεέ μου, αγία μου χαρά!».
Έτσι, στη λατρεία του Θεού δεν ζητούμε, αλλά προσφέρομε. Συνεπαρμένοι από το θείον μεγαλείον, την άπειρη αγαθότητα, την ασύλληπτη σοφία του Θεού, την ανείκαστη -ανείπωτη- ωραιότητα του Θεού, προσερχόμεθα στον Θεό, αποβάλλοντες κάθε αυτονομία που θα μπορούσαμε να είχαμε, γιατί κι αυτή είναι μία τάσις του πεπτωκότος ανθρώπου. Λέω «του πεπτωκότος», γιατί υπάρχει μία έλξις ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, ανάμεσα στην εικόνα και στο πρωτότυπον. Μία έλξις. Όταν, όμως, σπάσει αυτή η έλξις, κατά κάποιο τρόπο δεν έχομε πια τίποτα άλλο παρά την αποστασία· ή την αυτονομία· το ίδιο πράγμα είναι.
Κι έτσι εκφράζομε τον θαυμασμό μας, την αγάπη μας, την λατρεία μας. Αυτό είναι λατρεία. «Τι ωραίος που είσαι, Θεέ μου!. Τι ωραία είναι αυτά που εδημιούργησες! Πόσο μεγάλος είσαι! Είσαι πανταχού παρών! Είσαι ακίνητος! Ναι. Γιατί μόνον κινείται ό,τι είναι εδώ και δεν είναι εδώ. Για να πάει από ‘δω εδώ κινείται». Αλλά ο Θεός είναι κι εδώ είναι κι εδώ. Είναι πανταχού παρών. Ο ακίνητος Θεός. «Ω μεγαλειώδη Θεέ!». Αυτό είναι μια λατρεία. Έτσι μιμούμεθα τον αγγελικόν κόσμον που ψάλλει εις το διηνεκές τον τρισάγιον ύμνον με έναν ακόρεστον κορεσμόν.
Αν υπάρχουν άνθρωποι, όμως, που δεν λατρεύουν τον Θεό, έχουν αποστασία από τον Θεό, στρέφονται κατά του Θεού, δεν σημαίνει ότι σ’ αυτούς δεν ετέθη η ανάγκη της λατρείας. Ετέθη. Αλλά ο εγωισμός και η αυτονομία των εστράφη στη λατρεία του διαβόλου, εστράφη στη λατρεία της τύχης, εστράφη εις την λατρείαν του ιδίου «εγώ». Δεν υπήρξε λαός, σας είπα, πολιτισμένος ή απολίτιστος, σε οποιαδήποτε εποχή, σε οποιονδήποτε τόπο, που να μην εξεδήλωνε αυτήν την ανάγκη της λατρείας στον Θεό, έστω κι αν αγνοούσε τον αληθινό Θεό. Μάλιστα οι αρχαίοι Αθηναίοι, στην εποχή του Παύλου, που ήταν «κατείδωλος» η πόλις, είπε κάποιος σύγχρονος ότι στην Αθήνα ήταν πιο πολλοί οι θεοί από τους κατοίκους Αθηναίους.
Εμείς, όμως, θα μείνομε μέσα στον χώρο του Χριστιανισμού. Πώς μπορούμε να λατρεύσομε τον Θεό μέσα εις αυτόν τον χώρον του Χριστιανισμού. Το κέντρον της χριστιανικής λατρείας -κι αυτό δεν πρέπει ποτέ να μας ξεφεύγει- είναι η Θεία Λειτουργία. Καρδία της οποίας Θείας Λειτουργίας είναι το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Εδώ ο Θεός αποκαλύπτεται ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τι είπε εις τον Φίλιππον; «Εκείνος», λέγει, «ο οποίος είδε Εμένα, είδε τον Πατέρα». Ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ, λοιπόν, λατρεύεται ο Άγιος Τριαδικός Θεός. Και ζητά την λατρεία Του, η οποία αποπληρούται από τον Ιησούν Χριστόν, από προσώπου, όμως, των ανθρώπων που πιστεύουν σ’ Αυτόν. Διότι αντιπροσωπεύει τους ανθρώπους ο Ιησούς Χριστός. Γιατί Εκείνος επί του Σταυρού έπαθε «ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἀντὶ ἡμῶν». Αντί εμείς να ανεβούμε στον ουρανόν σαν ένοχοι, ανέβηκε Εκείνος, ο ανένοχος. Είναι, λοιπόν, «ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἀντὶ ἡμῶν».
Έτσι ο Χριστός, όπως λέμε μία ευχή στην Θεία Λειτουργία, την οποία δυστυχώς δεν ακούτε εσείς αυτήν την ευχή: «ο Χριστός είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος». Δηλαδή Αυτός που προσφέρει. Τα χέρια του ιερέως δανείζονται εις τον Χριστόν. Ο Χριστός είναι Εκείνος που προσφέρει, ως άνθρωπος. Εις τον Άγιον Τριαδικόν Θεόν προσφέρει. Τι προσφέρει; Τον Εαυτόν Του. Συνεπώς είναι ο προσφερόμενος. Και ποιος δέχεται αυτήν την προσφορά; Ο ίδιος πάλι. Και προσδεχόμενος. «Ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος».
Αυτό είναι λατρεία. Είναι λατρεία. Οι πιστοί, στον χώρο του Χριστιανισμού, προσφέρουν αυτήν την λατρεία τους «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Είναι πολλοί που λένε - να πω κι αυτό- που λένε: «Κάνω την προσευχή μου στο σπίτι και … τίποτε άλλο». Λάθος! Λάθος! Στην Εκκλησία δεν έχομε προσευχή που δύναται να αντικατασταθεί στο σπίτι μας. Και η μία και η άλλη είναι σπουδαίες. Έχομε λατρεία: Την κατεξοχήν λατρεία, την προσφορά του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Αυτό γίνεται στο σπίτι σου, αδελφέ; Κι αυτό σημαίνει… Α, συγνώμη. «Ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» θα πει: «με πνευματική διάθεση», θα πει: «με όλη την διάθεση της ορθοδοξότητος». «Ἐν ἀληθείᾳ».
Αλλά επιτρέψατέ μου· οι Πατέρες λένε και κάτι το πολύ ωραίο. Εκείνο το «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» θα πει «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι», που είναι το Πνεύμα το Άγιον, και είναι γνωστό ότι ο Χριστός είναι η Αλήθεια, διότι ο Χριστός είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀλήθεια»- συνεπώς «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Αυτό θα πει «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Είναι μία βαθυτέρα θεώρησις αυτού του ημιστιχίου. Και αυτό σημαίνει ότι ανταποκρίνονται οι άνθρωποι ευγνωμόνως σε ό,τι προσέφερε ο Ενανθρωπήσας Υιός του Θεού σε μας τους ίδιους, μέσα στον χώρο της Θείας Λειτουργίας, της κατεξοχήν λατρείας, που όλοι οι πιστοί μαζί προσφέρουν , μετὰ τῆς κεφαλῆς … Ποια είναι η «κεφαλή»; Ο Χριστός. Ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος. Προσφέρουν οι πιστοί , μετὰ τῆς κεφαλῆς, ως μέλη του Σώματος Αυτού, ό,τι ο καθένας μπορεί. Να λέγει «Κύριε, ἐλέησον», «Παράσχου, Κύριε», «Ἀμήν». Την κεφαλοκλισία. Να σκύψομε το κεφάλι σε μία ευχή. Την γονυκλισία. Την προσκύνηση, την ψαλμωδία και οποιαδήποτε άλλη διακονία μέσα εις τον ναόν. Ο ιερεύς εκπροσωπείται από τον λαό. Με τα χέρια του. Τα χέρια του ιερέως είναι τα χέρια του λαού. Όλοι μαζί προσφέρομε σαν σώμα Χριστού, θα επαναλάβω, μετὰ τῆς κεφαλῆς, που είναι ο Χριστός. Αυτό είναι λατρεία.
Το κεντρικό σημείο της λατρείας είναι πάντοτε η θυσία. Πάντοτε η θυσία. Εάν κάνω την προσευχή μου, προσέξτε για να το καταλάβομε, γιατί πολλές φορές μας μπερδεύεται μέσα μας, κάνω την προσευχή μου, κι ανάψω ένα κεράκι ή βάλω σε ένα καρβουνάκι θυμίαμα, ξέρετε τι έχομε εδώ; Δύο πράγματα. Πρώτον, την προσευχή που συνοδεύεται με την λατρεία. Το να ανάψω το κεράκι, να ανάψω το καρβουνάκι με θυμίαμα, αυτό είναι λατρεία. Αυτό είναι λατρεία. Επιτρέψατέ μου να σας πω. Έξω από κάποια ανάγκη να έχετε να είμαστε κάπου… δεν ξέρω, η προσευχή μας να συνοδεύεται και με λατρεία. Ανάψτε το καντήλι σας, ανάψτε το κεράκι σας, ανάψτε το θυμιατό σας· ώστε η προσευχή να συνοδεύεται και με την λατρεία.
Η καρδία, σας είπα, όμως, της λατρείας, είναι η θυσία. Είναι η θυσία. Ναι. Στην Θεία Λειτουργία το κέντρον ποιο είναι; Η θυσία. Η θυσία του Χριστού. Το κέντρον, λοιπόν, είναι πάντα η θυσία. Στη θυσία αυτή πρέπει και εμείς να συμμετέχομε όχι μόνον στη συμμετοχή μας στο ποτήριον της ζωής, που θα κοινωνήσομε, αλλά όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος «παραστῆσαι τὰ σώματα ἡμῶν (:να παραστήσομε, να προσφέρομε)». Το «παραστῆσαι» έχει ειδική σημασία. Δεν την αναλύω τώρα την λέξη. «Τα σώματά σας». Τι; «Τα σώματά σας», «τα σώματά σας». Τι; «Θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν -τι θα πει «λογική»; Την πνευματική λατρεία σας. Πώς τα σώματα; Θα το δούμε αμέσως παρακάτω- καὶ μὴ συσχηματίζεσθαι τῷ αἰῶνι τούτῳ (:μη γίνεσθε ένα σχήμα με τούτον τον αιώνα), ἀλλὰ μεταμορφοῦσθαι τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν (:αλλά να μεταμορφώνεσθε εις το να γίνεται καινούρια και καινούρια η νοοτροπία σας) εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς (:εις το να δοκιμάζετε) τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (:τι θέλει ο Θεός; Αυτό θα κάνω), τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον». Ναι. Προσέξτε: Εάν δεν προσφέρω θυσία στον διάβολο. Τίνι τρόπῳ; Με την πορνεία. Με την πορνεία προσφέρω θυσία στον διάβολο. Με την αγνότητα προσφέρω την θυσία στον Θεό. Γι'αυτό είπε ο Απόστολος Παύλος: «να προσφέρετε θυσία ζωντανή τα σώματά σας». Δεν είπε «τις καρδιές σας». Είπε «τα σώματά σας». Δεν μπορώ να πάω στην Εκκλησία και να πέφτω στην πορνεία. Δεν προσφέρω θυσία στον Θεό. Προσφέρω στον διάβολο και δεν το καταλαβαίνω. Κι όταν το σπέρμα σκορπιέται μάταια και ανώφελα, λένε οι Πατέρες, ότι είναι θυσία και σπονδή εις τον διάβολον. Όχι. Θα μείνω εγκρατής. Μόνον ό,τι ο Θεός θέλει, μόνον μέσα εις τον γάμον. Τίποτε άλλο.
Η έννοια αυτού του «παραστῆσαι», αλλά… σας είπα, ας το αφήσουμε, γιατί πέρασε και η ώρα… Εδώ βλέπομε πολύ θαυμάσια ότι θυσία είναι η προσφορά του ιδίου μας θελήματος. Όχι τι θέλω. Τι θέλει ο Θεός. Και ξέρετε πόσο σκληρόν είναι, πόσο οδυνηρόν είναι να μείνω στο θέλημα του Θεού και όχι στο θέλημα το δικό μου; «Ἰδοὺ ἥκω – λέει ο Κύριος - τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεὸς, τὸ θέλημά Σου». «Να, ήρθα να κάνω το θέλημά Σου».
Θυσία είναι η μετάνοια και η συντριβή της καρδίας. «Θυσία τῷ Θεῷ – λέει η Γραφή στον 50ό Ψαλμό- πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει». Θυσία είναι η προσφορά της καρδιάς σαν αγάπη. «Δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν», λέγει η Γραφή. «Υιέ μου, δος μου την καρδιά σου». Θυσία είναι η ομολογία της πίστεως. Εκείνο το «ἀναφέρωμεν» που λέγαμε προηγουμένως, λέει στην προς Εβραίους ο Απόστολος, και «παραστήνω» και «αναφέρω», «ἀναφέρωμεν» -το «ρω» με ωμέγα· δηλαδή «να αναφέρομεν», τι;- «θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾿ ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ». Θυσία είναι η ελεημοσύνη. Λέει ο Απόστολος: «Τῆς δὲ εὐποιίας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός». Θυσία είναι και η ορθόδοξος πίστις. «Ἐν ἀληθείᾳ». Θυσία είναι όλα αυτά.
Αγαπητοί, η λατρεία του Θεού στο Γαριζίν απεδείχθη κατωτέρα της λατρείας του Θεού στα Ιεροσόλυμα, η οποία και αυτή, με τη σειρά της, κατηργήθη. Απομένει σ’ αυτήν τώρα να λατρευτεί πού; Τώρα πού; Στην Ιερουσαλήμ. Να λατρευτεί ο Αντίχριστος. Εκεί θα λατρευτεί ο Αντίχριστος. Στον ναό του Σολομώντος, που θα χτίσει ο Αντίχριστος.
Η λατρεία του Θεού είναι παντού. Η λατρεία του Θεού, παντού και πάντοτε, από την θυσία στην Θεία Λειτουργία, μέχρι την θυσία του ανθρώπου στο θυσιαστήριον της πίστεως και της αγάπης του Θεού. Αυτή είναι η λατρεία που μας υπέδειξεν ο Κύριος, όταν είπε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Κι εμείς, όπως γράφει ο Απόστολος Πέτρος, «ὡς λίθοι ζῶντες(:σαν ζώντα λιθάρια) οἰκοδομούμενοι(:οικοδομούμεθα), οἶκος πνευματικός(:χτιζόμαστε οικοδομή πνευματική), ἱεράτευμα ἅγιον, ἀνενέγκαι (:στο οποίον θα προσφέρομε) πνευματικὰς θυσίας εὐπροσδέκτους τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Εκεί θα προσφέρομε τους εαυτούς μας στον Θεό, ως πνευματική πια λατρεία και θυσία.
🔸600η🔸ομιλία στην κατηγορία : " Ὁμιλίαι Κυριακῶν ".
†. Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, μας προβάλλει τον θαυμάσιον εκείνον διάλογον μεταξύ του Κυρίου και της Σαμαρείτιδος γυναικός. Βέβαια, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, δια μακρών και σχετικά λεπτομερώς, μας αναφέρει όσους διαλόγους παραθέτει μέσα στο ιερό του Ευαγγέλιο. Όμως, ο διάλογος, αυτός, του Κυρίου με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, είναι ο μακρύτερος και ο σπουδαιότερος. Διότι αναφέρεται σε δύο πελώρια θέματα: στο θέμα περί του Θεού και εις το θέμα περί του Μεσσίου. Με τον Νικόδημο, επί παραδείγματι, ο διάλογος είναι περί αναγεννήσεως του ανθρώπου. Αλλά όλα τα άλλα έρχονται από κάτω, αφού κορυφαίο θέμα είναι το θέμα του Θεού και το θέμα του Μεσσίου.
Ετέθησαν τα θέματα αυτά κατά έναν θαυμαστόν τρόπον. Βέβαια, την αφορμή την έδωσε η ιδία η Σαμαρείτις και κάνει εντύπωση μία γυναίκα, επιπλέον Σαμαρείτις, δηλαδή μη έχουσα σχέση με τον λαό του Θεού - διότι οι Σαμαρείται εθεωρούντο από τους Ιουδαίους περίπου ειδωλολάτραι- μία αγράμματος γυναίκα, δεν έτυχε καμίας θεολογικής παιδεύσεως, δεν κάθισε κοντά σε Ραβίνους να ακούσει διδασκαλίες, και πόρνη! Εκπληκτικόν!
Όμως ο Κύριος, ο καρδιογνώστης, που βλέπει τις προθέσεις, βλέπει τις διαθέσεις και την προαίρεση του ανθρώπου, έβλεπε εις αυτήν την γυναίκα θεολογικόν ενδιαφέρον. Και ανοίχτηκε κουβέντα, συζήτησις, εκεί στο φρέαρ του Ιακώβ. Οι μαθηταί είχαν πάει εν τω μεταξύ στην πόλιν δια να αγοράσουν τροφές. Αυτή δε η γυναίκα ήλθε εις το πηγάδι δια να αντλήσει νερό. Ανοίχτηκε θεολογική συζήτησις περί Θεού! Και πώς πρέπει να λατρεύεται ο Θεός. Και πού πρέπει να λατρεύεται ο Θεός. Και τότε ο Κύριος, βεβαίως, ετοποθέτησε ορθά το όλον θέμα, λέγοντας: «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν».
Πνεύμα ο Θεός! Τι είναι ο Θεός; Τι είναι ο Θεός; Από την στιγμή που ο άνθρωπος έχασε από τον οπτικό του ορίζοντα τον Θεόν, Τον αναζητεί. Τον αναζητεί, διότι ο Θεός έβαλε μέσα μας την έφεσιν της αναζητήσεως. Γι΄αυτό, πολύ σωστά έλεγε ο Πλούταρχος: «Μπορείτε να γυρίσετε πόλεις και να δείτε στον κόσμο πόλεις ατειχίστους, πολιτισμένες ή απολιτίστους, μπορείτε να δείτε τούτα ή εκείνα, πόλη χωρίς βωμούς δεν θα συναντήσετε». Δηλαδή, με άλλα λόγια, το θρησκευτικόν αίσθημα είναι παγκόσμιον. Σε όλους τους ανθρώπους, σε όλες τις φυλές, σε οποιαδήποτε στάθμη πολιτισμού κι αν αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται. Γιατί; Γιατί ο Θεός φύτεψε μέσα μας την αναζήτηση του Θεού.
Τώρα, βέβαια, Τον εχάσαμε τον Θεόν από τον οπτικό μας ορίζοντα. Και αρχίσαμε να λέμε αλλότρια πράγματα ότι είναι ο Θεός. Ότι ο Θεός… τι είναι ο Θεός; «Ο θεός είναι η κτίσις, είναι ο ήλιος, ο θεός. Γιατί; Επειδή μας θερμαίνει, επειδή μας φωτίζει, επειδή μας ζωογονεί. Έτσι, δεν πρέπει παρά να είναι αυτός ο θεός». Άλλες δυνάμεις… Δηλαδή πανθεϊσμός. Ή ακόμη, φθάνομε στο τελευταίο, να πούμε: «Εγώ, ο άνθρωπος, είμαι ο θεός». Βέβαια, το τελευταίο είναι μεγάλη μωρία, αλλά όχι ολιγότερη μωρία είναι γενικά η ειδωλολατρία.
Έπρεπε, συνεπώς, να αποκαλυφθεί ο Θεός. Διότι οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν ποτέ να μάθουν περί του Θεού. Και έρχεται τώρα ο Κύριος Ιησούς και λέγει σ’ αυτήν την γυναίκα ότι ο Θεός είναι Πνεύμα. Δεν έχει καμίαν σχέσιν με την κτίσιν. Πνεύμα ο Θεός. Και μάλιστα εδώ, όσοι θεολογείτε, ακούσατε και κάτι θαυμαστόν: «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». «Πνεῦμα ἐν πνεύματι». «Πνεῦμα ἐν πνεύματι». Εκ πρώτης όψεως και δίκαια, δίδεται η εντύπωσις ότι κατά πνευματικόν τρόπον θα λατρεύσω τον πνευματικόν Θεόν. Ορθόν. Αλλά πίσω από αυτό, δεν είναι τι άλλο παρά, εάν ο Θεός είναι ο Πατήρ, τότε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» είναι τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος! Διότι ο Θεός είναι ο Πατήρ, είναι ο Υιός, ο Οποίος είναι η Αλήθεια («Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀλήθεια») και το Πνεύμα το Άγιον. Ώστε λοιπόν, ξεκινώ από το Πνεύμα το Άγιον, φθάνω εις τον Υιόν και περνάω εις τον Πατέρα. Ποτέ δεν θα φθάσω εις τον Πατέρα, παρά από το Πνεύμα το Άγιον δια του Υιού εις τον Πατέρα. Έτσι εδώ, «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» δεν σημαίνει τι άλλο παρά ότι ο Θεός Αυτός είναι πνευματικός, που σημαίνει είναι έξω από το δημιούργημά Του, που λέγεται «κόσμος», «ύλη», «σύμπαν», έξω από το δημιούργημά Του, έξω από τον χώρο, έξω από τον χρόνο, και ο Θεός Αυτός είναι Τριαδικός. Είναι εκπληκτικό!
Και το άλλο είναι περί του Μεσσίου. Γιατί χρόνος δεν μένει πολύς να επεκταθούμε περισσότερο. Το θέμα αυτό περί του Μεσσίου, αγαπητοί μου, είναι πάρα πολύ σημαντικό. «Μεσσίας» θα πει αυτός ο οποίος έρχεται εξ ονόματος του Πατρός να σώσει τον κόσμον. Έργον του Οποίου είναι η σωτηρία του κόσμου. Είναι ο κεχρισμένος, ελληνικά. Μεσσίας, εβραϊκή λέξις, θα πει ο κεχρισμένος, ο Χριστός. Αυτός ο Οποίος εχρίσθη. Με την αποστολήν, την οποίαν θα πρέπει να φέρει εις πέρας. Και δεν είναι τι άλλο παρά η σωτηρία του ανθρώπου. Και η σωτηρία ξεκινά από την συμφιλίωση του ανθρώπου με τον Θεό. Και του Θεού με τον άνθρωπον.
Είναι, λοιπόν, ένα πρόσωπον ο Μεσσίας. Θα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από αυτό που λέμε «άνθρωπος». Είναι Θεός ο Μεσσίας. Ναι. Είναι το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. Είναι ο Θεός Λόγος. «Ο Θεός Λόγος», λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «δεν ηνείχετο, δεν ηνείχετο να λατρεύονται τα ξόανα, τα ξύλινα δηλαδή αγαλματίδια, και τα είδωλα και οι πέτρες και η κτίσις και να μην λατρεύεται ο Θεός Πατήρ». Κι επειδή Εκείνος, ποιος; Ο Θεός Λόγος μάς έκτισεν, ο Θεός Λόγος μάς έκτισεν, επαναλαμβάνω τις προτάσεις μου, όχι γιατί έχω κανέναν γλωσσοδέτην. Οι έχοντες γλωσσοδέτη συνήθως επαναλαμβάνουν τις προτάσεις των, αλλά γιατί θέλω να εδραιωθούν αυτά. Επειδή, λοιπόν, ο Θεός Λόγος μάς έκτισε, Αυτός ενανθρωπίζει, για να μας προσαγάγει εις τον Πατέρα. Γιατί στο ερώτημα: «Ποιος έπρεπε να ενανθρωπήσει, ο Πατήρ, ο Λόγος ή το Πνεύμα το Άγιον;». Ο Λόγος· διότι Αυτός μας έκτισε, Αυτός αναλαμβάνει και την διόρθωσιν. Είναι εκπληκτικό! Αυτός είναι ο Μεσσίας. Αυτός είναι ο κεχρισμένος. Ο Χριστός.
Στον διάλογό τους ο Κύριος με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, περνούν από το θέμα «περί του Θεού» εις το θέμα «περί του Μεσσίου». «Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή…». Βέβαια, ο Κύριος δημιουργούσε… σας λέω, αριστοτεχνικός ο διάλογος αυτός. Αν εδίδετο καμιά φορά η ευκαιρία να δει κανείς την αρχιτεκτονική αυτού του διαλόγου! Έδωσε μιαν αφορμήν εις την γυναίκα και λέγει η γυναίκα… - η οποία άρπαζε τα θέματα, επειδή είχε πνευματικά ενδιαφέροντα, θεολογικά ενδιαφέροντα. Σήμερα οι άνθρωποι δεν έχουν θεολογικά ενδιαφέροντα. Και δεν εννοώ τους θεολόγους, που έχουν δουλειά τους αυτό το έργον. Εννοώ τον λαό. Τον λαό, τον λαό! Ο λαός οφείλει να έχει, ο λαός οφείλει να έχει θεολογικά ενδιαφέροντα. Γι'αυτό, όχι ματαίως, είπα προηγουμένως, μία Σαμαρείτις, μία αγράμματη, μία γυναίκα, μία πόρνη, είχε θεολογικά ενδιαφέροντα. Πόσο περισσότερον εμείς πρέπει να έχομε όλοι θεολογικά ενδιαφέροντα;
«Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα». «Θα μας τα αναγγείλει όλα». «Γνωρίζω». Από πού το εγνώριζε αυτό η Σαμαρείτις γυναίκα; «Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται». Από πού το εγνώριζε ότι θα ήρχετο ο Μεσσίας; Εγώ σας είπα ότι οι Σαμαρείται ήσαν κάπου, περίπου ειδωλολάτραι. Επειδή έγινε μετοικεσία λαού, από τους Βαβυλωνίους πήραν τους Ισραηλίτας, τους πήγαν εκεί, στο σημερινό Ιράκ. Κατόπιν φέραν από εκεί πληθυσμούς. Έγινε εποικισμός του Ισραήλ με αλλοτρίους πληθυσμούς. Ανακατεύτηκαν αυτά τα πράγματα κι έτσι ο λαός αυτός ήταν κάτι περίπου ειδωλολάτρες. Από πού το εγνώριζε; Από τον Μωυσή. Είχε ακούσει. Σήμερα, ρωτήστε έναν άνθρωπο να σας πει: «Έχεις ακούσει ότι ο Αντίχριστος έρχεται;». Θα σας πουν: «Ναι. Τι είναι;». Έτσι, λοιπόν, κι αυτή είχε ακούσει. Το εγνώριζε από τον Μωυσή, όπως σας είπα.
Έρχεται. «Έρχεται», λέγει, «ο Μεσσίας». Έρχεται. Προσδοκία της γυναικός αυτής. Αναμονή. «Έρχεται!». Ευχάριστος δε προσδοκία. Ενώ όταν είναι δυσάρεστος η προσδοκία, δεν είναι προσδοκία, το ρήμα είναι ἐπ’ ἀγαθῷ· το ρήμα «προσδοκώ» είναι επί αγαθών πραγμάτων. Ενώ είναι δυσάρεστος η «προσδοκία», δεν είναι προσδοκία, για τον Αντίχριστον. Αποτροπαία η παρουσία του, αποτρόπαιος ο ερχομός του. Όμως εδώ είναι ευδοκία, προσδοκία ο ερχομός του Χριστού. «Γνωρίζω, λοιπόν, ότι έρχεται. Και τι;. Ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα». «Θα μας τα φανερώσει όλα». «Τι θα μας αναγγείλει; Θα μας αναγγείλει τα περί του Θεού, Ποιος είναι ο Θεός». Σ’ αυτό το περίεργο χωνευτήρι θέσεων, σκέψεων, προτάσεων, λογισμών, φιλοσοφιών περί του Θεού. «Εκείνος θα μας πει. Γιατί περιμένομε Αυτόν να μας πει; Διότι έρχεται από τον Θεό. Και θα μας μιλήσει μετά κύρους και αυθεντίας».
Αγαπητοί μου, σπουδαίοι άνθρωποι υπήρξαν στη γη, κατά πάντα θαυμάσιοι, αλλά απλοί άνθρωποι. Άνθρωποι. Μα Πλάτων λέγεται, μα Αριστοτέλης λέγεται, μα φιλόσοφοι της Ανατολής και προ Χριστού, όποιοι κι αν είναι αυτοί, δεν μπορούσαν ποτέ να έχουν μαζί τους την αυθεντία: το να πει κάποιος «αυτό» και να είναι «αυτό». Σωστά ο Σωκράτης ονόμασε τον εαυτόν του «φιλόσοφον» και όχι «σοφόν». Διότι δεν μπορούσε να γνωρίζει. Διότι εγνώριζε την ανθρωπίνη φύση και το πεπερασμένο της ανθρωπίνης γνώσεως. Συνεπώς; Φιλόσοφος. Αγαπώ την σοφία. Ποιος θα μιλούσε, λοιπόν, μετ΄ αυθεντίας, μετά κύρους, παρά μόνον Αυτός που έρχεται. Αυτός θα μας μιλήσει.
Είναι δε έτσι… πάρα πολύ, έτσι, χαρακτηριστικό, πάντα ο χρόνος μικρός, όταν κάποτε, αναφέρεται σε έναν διάλογο του Πλάτωνος, «Εὐθύδημος» λέγεται, που ο Ευθύδημος συναντά τον Σωκράτη στον δρόμο:
-Πού πας -λέγει- Ευθύδημε;
-Πάω να θυσιάσω εις τους θεούς. Και πηγαίνω να προσευχηθώ (και φορούσε ένα στεφάνι στο κεφάλι).
- Και τι θα ζητήσεις;
- Να, τι άλλο, παρά να γίνω άρχοντας των Αθηνών, κυβερνήτης των Αθηνών και πλούσιος.
-Κι αν ο πλούτος -λέγει- σε εξοκείλει; Σε συμφέρει να το ζητήσεις αυτό;
-Όχι.
- Κι αν σταθείς κακός κυβερνήτης και πέσεις στην κατάρα του λαού, σε συμφέρει αυτό;
-Όχι. Τότε τι να ζητήσω;
-Δεν ξέρω, λέει ο Σωκράτης. Περίμενε. Θα έρθει Εκείνος που θα μας διδάξει πώς πρέπει να προσευχόμαστε!
Και ήρθε ύστερα από 400 τόσα χρόνια… Βλέπετε, λοιπόν, αγαπητοί μου; Κανείς δεν είναι αυθεντία. Μόνον Αυτός που έρχεται. Ο Ιησούς Χριστός, ο Μεσσίας.
«Θα μας τα πει, λοιπόν, όλα! Θα μας τα πει σε μας. Ἡμῖν». Προσέξτε, αυτή διέκρινε ότι ο Κύριος είναι Ιουδαίος. Από πού το διέκρινε; Πάντοτε ένας λαός με έναν άλλον λαό, δεν ντύνονται διαφορετικά; Είναι η προφορά, είναι πολλά πράγματα που φαίνεται ότι αυτός δεν είναι Αθηναίος, δεν είναι Έλληνας, είναι Έλληνας του εξωτερικού. Φαίνεται. -«Πώς», λέγει, «εσύ, Ιουδαίος, μιλάς σε μένα, σε μία Σαμαρείτιδα;». Και λοιπά. -«Εάν εγνώριζες Ποιος…» και τα λοιπά. -«Συ, Ιουδαίος». Θα μπορούσε λοιπόν να πει ότι «ἀναγγελεῖ ὑμῖν» με ύψιλον. «Θα αναγγείλει σε σας, τους Ιουδαίους». Αλλά η Σαμαρείτις λέει: «ἡμῖν» με ήτα. «Θα αναγγείλει σε μας». Γιατί; Αμέσως θέτει το θέμα της παγκοσμιότητος του Μεσσίου. «Δεν είναι αποκλειστικά για τους Ιουδαίους. Είναι και για μας». Θα ‘λεγε κανένας τότε εφεξής: «Για μας. Οι πάντες στην υφήλιο. Για μας». «Και θα μας τα πει όλα, πάντα». «Ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα». Και για τον Θεό και για την λατρεία Του, αλλά και το πώς κανείς θα φθάσει να σωθεί.
Η έκπληξις… Ω μακαρία αγία Φωτεινή, την γιορτάζομε σήμερα. Φωτεινή ονομάστηκε. Είναι αγία. Έγινε ιεραπόστολος. Και όλοι οι συγγενείς της πίστεψαν. Ω αγία Φωτεινή, θα περίμενες ποτέ εκείνο το μεσημέρι, που πήγαινες να πάρεις νερό με το λαγήνι σου, την υδρία σου, στο προγονικό εκείνο πηγάδι, το φρέαρ του Ιακώβ, ότι θα συναντούσες τον Ίδιο τον Μεσσία; Το υποπτεύθηκες άραγε; Πού να το υποπτευθεί! Όταν είπε αυτά τα λόγια εις τον Κύριον, «λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι». «Εγώ είμαι· που τώρα σου ομιλώ». Πέστε μου, θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη έκπληξις απ’ αυτήν; Σίγουρα, ο ήλιος να έσβηνε και το φεγγάρι να έπεφτε και η γη να αναποδογυρίζονταν, δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τόσην έκπληξιν, όση αυτή: «Ήλθε ο Μεσσίας; Και είναι μπροστά μου; Είναι μπροστά μου! Αυτός που μου ζήτησε να πιει νερό! Γιατί, δεν μπορούσε να πιει νερό μόνος Του; Δεν μπορούσε να πει στο νερό που είναι στο πηγάδι βαθιά: «Ανέβα νερό να πιω;». Και ζήτησε από μένα να πιει νερό; Αυτός λοιπόν είναι ο Μεσσίας, ε; Αυτός που μου είπε ότι έχει το νερό το αιώνιο, που όποιος πιει, δεν θα ξαναδιψάσει ποτέ στη ζωή του».
Τι είπε ο Ιησούς; «Ἐγώ εἰμι». Ανοίξτε και ξεφυλλίστε ολόκληρη απ’ αρχής μέχρι τέλους την Παλαιά Διαθήκη και βρείτε… πόσες φορές θα βρείτε, αν όχι κάποιες μερικές χιλιάδες, αλλά πολλές εκατοντάδες, την φράση: «Ἐγώ εἰμι». Και η φράση αυτή λέγεται αποκλειστικά και μόνο από τον Θεό. «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου…» και λοιπά, και λοιπά. «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου…». Ώστε, λοιπόν, να πρώτη αποκάλυψις. «Ἐγώ εἰμι Κύριος τοῦ Ἰσραήλ». «Ἐγώ εἰμι ὁ Ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ. Εγώ τώρα που σου ομιλώ». Ο Κύριος του Ισραήλ! Αυτόν που δεν μπόρεσε να χωρέσει στο μυαλό των διδασκάλων των Ιουδαίων. Γι'αυτό δεν πίστεψαν. Δεν πίστεψαν. Γιατί δεν χώρεσε στο μυαλό τους. Ήταν δε και παθιασμένη η ζωή τους, που δεν πίστευαν καν στον Θεό. Δεν πίστευαν τότε οι αρχιερείς στον Θεό. Το ακούσατε; Δεν πίστευαν στον Θεό οι αρχιερείς. Ήσαν Σαδδουκαίοι. Κοιτούσαν μόνο την τσέπη τους και τα συμφέροντά τους. Τίποτε άλλο! Να τα έχουν καλά με τους Ρωμαίους και να περνούν πολύ καλά. Ταλαίπωροι αρχιερείς, φτωχοί, πάμπτωχοι… Πιο φτωχούς η δημιουργία δεν γέννησε! Να είσαι ο υπηρέτης, ο λάτρης του Θεού και να μην πιστεύεις εις τον Θεόν. Έτσι απέρριψαν τον Μεσσία τους και Τον απορρίπτουν δύο χιλιάδες, τώρα, χρόνια.
Αυτή η γυναίκα έμεινε έκπληκτη. Διέγνωσε μέσα σ’ αυτήν την φρασούλα «Ἐγώ εἰμι» ότι είναι ο Κύριος του Ισραήλ. Μάλιστα πάνω σ’ αυτό, θα λέγαμε, Ποιος ακριβώς; Εκείνος που ήταν στο Σινά «ἐν γνόφῳ». Μέσα σε εκείνο το σκοτεινό σύννεφο, που έπιανε τρόμο τον άνθρωπο, και ομιλεί στον Μωυσή και του δίνει τον Νόμο. Προσέξτε, εις το Σινά δεν ήταν ο Πατήρ. Ήταν ο Υιός! Ήταν ο Λόγος! Ήταν ο Ίδιος! Είναι Εκείνος που είπε στον Μωυσή: «Δεν μπορεί κανείς να δει το πρόσωπό μου και να ζήσει». Του λέγει ο Μωυσής: «Με αποκαλείς φίλο σου. Δείξε μου το πρόσωπό Σου». -«Ποιος μπορεί να δει το πρόσωπό μου και να ζήσει; Αλλά θα σου κάνω τη χάρη. Μπες σε εκείνη την τρύπα στον βράχο, στο Σινά. Εγώ θα περάσω. Θα βάλω μπροστά την παλάμη μου. Θα περάσω και θα δεις τα οπίσθιά μου. Όχι το πρόσωπό μου». Λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Ποια είναι τα ‘’οπίσθια του Θεού’’; Είναι η Ενανθρώπησις. Θα δεις μόνον την Ενανθρώπησή μου». Και την είδε ο Μωυσής. Πού την είδε; Εις το όρος Θαβώρ. Εκεί που ο Ηλίας και ο Μωυσής λαλούσαν με τον Κύριον. Αλλά και ο Ηλίας, του δόθηκε μήνυμα ότι θα δει τον Θεό. Λαίλαψ, σεισμός! Όχι εδώ ο Κύριος. Όχι εδώ ο Κύριος. Πέρασε μία αύρα. Εδώ ο Κύριος! Εδώ τώρα δεν έχομε ούτε γνόφον, ούτε λαίλαπα, ούτε αύρα, αλλά το πρόσωπον του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού. Γι'αυτό σας είπα, και θα δικαιολογείτε γιατί ακριβώς ήταν η μεγάλη έκπληξις γι΄ αυτήν την γυναίκα. Έκπληξις!
Αλλά και για μας είναι μεγάλη έκπληξη που μπορούμε να μελετούμε και να γνωρίζομε τον λόγο του Θεού και να λέμε: «Κύριε, Ποιος είσαι; Ο Κύριος του Ισραήλ; Ο Άγιος του Ισραήλ; Ο Δημιουργός του παντός; Συ που έκανες τα σύμπαντα. Έκανες και τα μυρμήγκια, τις μέλισσες και τις πεταλούδες και τα λουλουδάκια του αγρού. Τα έκανες όλα με τόση σοφία! Από τα παμμέγιστα έως τα πιο μικρά. Εσύ; Εσύ;».
«Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι». Η γυναίκα τα ‘χασε. Αφήνει το σταμνί, δεν έδωσε νερό εις τον Κύριον, αφήνει το σταμνί, την υδρίαν και τρέχει στην πόλη. Και λέγει εις τους ανθρώπους: «Ελάτε, ελάτε να δείτε… Ελάτε να δείτε, να δείτε ένα πρόσωπο, έναν άνθρωπο. Μήπως Αυτός είναι ο Μεσσίας. Ελάτε να Τον δείτε». Και έτρεξε σχεδόν η πόλις να δει Ποιος είναι Αυτός. Και είπαν: «Όχι γιατί μας το είπε αυτή η γυναίκα, η συμπατριώτισσά μας, αλλά γιατί με τα μάτια μας τώρα είδαμε Ποιος είναι ο Ιησούς». Ο Οποίος και έμεινε εις την πόλη τους δύο ημέρες. «Αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι αὐτός ἐστίν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός». «Εμείς οι ίδιοι ακούσαμε από το στόμα Του, εμείς οι ίδιοι τώρα γνωρίζομε ότι Αυτός αληθινά είναι ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός». Ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός, έναρθρα. Ο. Όχι κάποιος σωτήρας. Ο Σωτήρας. Ο συγκεκριμένος. Ο Ένας, ο Μοναδικός. «Το είδαμε, το κρίναμε. Αληθινά είναι Αυτός. Και είναι σωτήρας όχι μόνον των Ιουδαίων, αλλά και ημών των Σαμαρειτών. Και όλου του κόσμου». Γι΄αυτό ο Κύριος είπε κάποτε τελειώνοντας την ζωή Του στη γη, μετά την Ανάστασή Του, τελειώνοντας την αποστολή Του στην γη, είπε στους μαθητάς Του: «Μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενοι (: κάνοντας αρχή) ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, το κέντρον, από την Ιουδαία, μετά πηγαίνετε στην Ιουδαία, στην επαρχία της Ιερουσαλήμ, στην Σαμάρεια, σε όλη τη γη, εἰς πάντα τὰ ἔθνη». Γιατί πραγματικά Αυτός είναι ο Μεσσίας, αγαπητοί.
Έτσι, βλέπομε σήμερα η Εκκλησία μας μάς προβάλλει την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, όπως λέγεται, μας προβάλλει αυτόν τον θαυμάσιον διάλογον που καταγράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, τον διάλογον του Κυρίου με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, που συζητούνται τα δύο πελώρια, αυτά, θέματα, περί του Θεού και περί του Μεσσίου. Επιτρέψατε να σας προτείνω έναν διάλογο, μία συζήτηση. Με ποιον; Ο καθένας με τον εαυτό του. Να μελετάει σε όλη του την ζωή ό,τι αφορά στον Θεό. Και ό,τι αφορά στον Μεσσία. Και κάθε φορά που μέσα του μελετά, στην Γραφή και μέσα του, μέσα του και στην Γραφή, διαρκώς μελετά το πρόσωπο το Θεανθρώπινο του Χριστού, τόσο πιο πολύ θα το ανακαλύπτει. Και τόσο πιο πολύ θα μαθαίνει ό,τι μπορεί να μάθει ο πεπερασμένος άνθρωπος από τον άπειρο Θεό. Και τότε θα μπορούμε να λέμε ότι αποκτήσαμε κοινωνία με τον Θεό. Αυτή η κοινωνία που έσπασε κάποτε μέσα στον Παράδεισον και απεκατεστάθη με τον Ιησούν Χριστόν.
🔸495η🔸ομιλία στην κατηγορία : " Ὁμιλίαι Κυριακῶν ".
†. Καθ’ όλην την διάρκεια, αγαπητοί μου, του Πεντηκοσταρίου, η Εκκλησία μας προβάλλει θαύματα των μαθητών του Κυρίου· δια να προβληθεί κυρίως ότι ο αναστάς Ιησούς είναι όντως Θεός. Διότι δεν θα σταματήσει η Εκκλησία στην Ανάσταση του Χριστού, αλλά θα προχωρήσει πέρα από το γεγονός της Αναστάσεως, στο να αναγνωρίσει εις το πρόσωπον του Ιησού Χριστού τον Ενανθρωπήσαντα Κύριον – Γιαχβέ - τον Κύριον, τον Γιαχβέ, τον Ενανθρωπήσαντα, τον Κύριον της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτός ενηνθρώπησε. Και ήρθε«καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Έτσι, δια του παμμεγίστου γεγονότος της Αναστάσεως, αλλά και των προβαλλομένων υπό των μαθητών επιτελουμένων θαυμάτων, αυτό επιδιώκεται. Έτσι, αγαπητοί μου, η υπόσχεσις του Κυρίου ότι οι μαθηταί Του θα εθαυματούργουν, ήδη πραγματοποιείται.
Στη σημερινή αποστολική περικοπή, από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, ο ένας Ευαγγελιστής μας παρουσιάζει δύο θαύματα· τα οποία επετελέσθησαν υπό του Αποστόλου Πέτρου. Το ένα ήτο στην Λύδδα και ήτο η θεραπεία κάποιου παραλυτικού, ονόματι «Αἰνεύς». Το άλλο ήτο εις την Ιόππην και ήτο μία ανάστασις νεκράς γυναικός, της Ταβιθά, της Δορκάδος, όπως μεταφράζεται ελληνικά.
Αλλά, ας δούμε, αγαπητοί μου, αυτά τα δύο θαύματα. Όταν ο Απόστολος Πέτρος εβγήκε μία περιοδεία ιεραποστολική εις τις γύρω πόλεις και χωριά, από τα Ιεροσόλυμα γύρω, έφθασε εις την Λύδδα. Εκεί υπήρχε ένας παράλυτος άνθρωπος, ο οποίος δεν μπορούσε καθόλου, ούτε να κινήσει χέρια, ούτε πόδια, τίποτε απολύτως. Ήταν όπως ακριβώς ο παράλυτος, τον οποίον ο Κύριος εθεράπευσε εις την κολυμβήθραν της Βηθεσδά, όπως ακούσαμε σήμερα εις την ευαγγελικήν περικοπήν. Τον πλησιάζει ο απόστολος Πέτρος και του λέγει: «Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός (:Αινέα, σε θεραπεύει ο Ιησούς)». «Αυτός που γνωρίσαμε. Αυτός που ήρθε και περπάτησε πάνω στη γη. Αυτόν που οι συμπατριώτες μας είδαν. Αυτόν που εσταύρωσαν οι συμπατριώται μας. Και τον Οποίον απηρνήθησαν ως Χριστόν, ως Μεσσίαν. Τώρα Αυτός σε ἰᾶται. Δεν πέθανε. Δεν είναι στον Άδη εγκατελελειμένος. Είναι ο Κύριος του ουρανού. Αυτός, λοιπόν, τώρα έρχεται και σε θεραπεύει. Αἰνέα, Ἰησοῦς ἰᾶταί σε ὁ Χριστός. Σε θεραπεύει ο Ιησούς ο Χριστός». Βλέπετε, παρακαλώ, πόσο έντονα προβάλλεται το όνομα του Ιησού Χριστού; Που σημαίνει παντού, πάντοτε, κάθε μας κίνησις, κάθε μας πράξις, κάθε μας ομολογία πρέπει να είναι δόξα και προβολή του αγίου ονόματος του Χριστού.
Αλλά πράγματι, μόλις είπε αυτό ο Απόστολος Πέτρος, ο Αινέας σηκώθηκε επάνω γερός και δυνατός. Θα έλεγε κανείς: «Και ποιος θα ήταν ο σκοπός που επετέλεσε το θαύμα ο Απόστολος Πέτρος;». Υπάρχουν πολλοί σκοποί σε ένα θαύμα, πάρα πολλοί σκοποί. Υπάρχουν εγγύς και μακρινοί σκοποί. Πρόχειροι, σύντομοι, επίκαιροι, αλλά και αιώνιοι σκοποί.
Ας δούμε δυο τρεις απ’ αυτούς. Πρώτα πρώτα, αγαπητοί μου, θεραπεύει έναν άνθρωπο. Είναι ακριβώς αυτό που κάνομε κι εμείς, όταν θέλομε να γίνομε καλά και πάμε στον γιατρό. Διότι το να είναι κανείς άρρωστος δεν είναι ευχάριστο πράγμα. Είναι η επιθυμία να κάνομε τον άλλον άνθρωπο ευτυχισμένο. Ακούσατέ το. Ευτυχισμένο. Άραγε να είχε συνείδηση ο γιατρός, όταν νοσηλεύει έναν ασθενή, ότι καθιστά τον ασθενή αυτόν καλά; Κάνοντάς τον ευτυχισμένο, γιατί ήταν δυστυχισμένος με το να είναι άρρωστος; Αλλά είπα: «γιατρός».
Αγαπητοί μου, ο καθένας από μας μπορεί να κάνει τον άλλον ευτυχισμένον με οποιονδήποτε τρόπο. Με οποιονδήποτε τρόπο ευτυχισμένο. Πώς μπορεί να γίνει; Να, απλούστατα. Με την πιο μικρή εξυπηρέτηση που θα δείξεις και θα κάνεις στον άλλον, τον καθιστάς τον άλλον ευτυχισμένο. Διότι τι νομίζετε ότι είναι η ευτυχία; Όταν κανείς ικανοποιήσει εκείνο που επιθυμεί. Τουλάχιστον η γηίνη ευτυχία, επάνω εδώ στη γη. Όταν κάποιον άνθρωπο που πεινά, του δώσεις να φάει, τον κάνεις ευτυχισμένο. Έναν άνθρωπο ο οποίος κρυώνει και τον ντύνεις και δεν κρυώνει πια, αλλά ζεσταίνεται, τον κάνεις ευτυχισμένο. Και ούτω καθεξής. Έτσι, δεν είναι δύσκολο να κάνομε τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Αλλά αυτός είναι ένας σκοπός του θαύματος. Να γίνει ευτυχισμένος ένας άνθρωπος.
Δεύτερος σκοπός του θαύματος είναι να δειχθεί ότι ο άνθρωπος είναι μία ολοκληρία, που πρέπει σαν ολόκληρος άνθρωπος να μην έχει κάτι που τον εμποδίζει στο να αποδεχθεί να ακούσει, να βιώσει τον λόγο του Θεού. Εάν είμαι κουφός, πώς να ακούσω τον λόγο του Θεού; Εάν είμαι παράλυτος, πώς θα πάω στην Εκκλησία; Εάν είμαι ο άνθρωπος που έχω διαρκείς πόνους και στρέφομαι πάντα διαρκώς στον εαυτό μου, πώς θα προσευχηθώ;
Τρίτον: Ο Θεός κάνει καλά τον άνθρωπο δια των θαυμάτων, για να φανεί ποιος θα είναι ο άνθρωπος στη Βασιλεία του Θεού. Δεν θα υστερεί σε τίποτα. Εδώ, αγαπητοί μου, περνάμε την πρώτη φάση της Βασιλείας του Θεού. Ώστε εκεί, εις την οριστικήν μας θέση της Βασιλείας του Θεού, στην αιωνία Βασιλεία του Θεού, δεν θα υπάρχει πια ούτε κραυγή, ούτε πόνος, ούτε αρρώστια, ούτε ανάγκες, ούτε θάνατος. Δεν θα υπάρχει τίποτα απ’ όλα αυτά.
Αλλά ο κύριος σκοπός είναι κάπου αλλού. Σε δυο τομείς ο κύριος σκοπός. Ακούσατε. Να επιστραφούμε εις Κύριον Ιησούν Χριστόν. Λέγει σαφώς εδώ, ότι όταν έγινε το θαύμα της θεραπείας του Αινέα, «ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον όσοι ήκουσαν το θαύμα».«Ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον». Σπουδαίο αυτό. Η σωτηρία. Ένας έγινε καλά στα πόδια και στα χέρια και οι άλλοι γινήκανε καλά στα χέρια και στα πόδια της ψυχής. Επέστρεψαν εις τον Κύριον. «Επιστρέφω» θα πει «γυρίζω την πλάτη μου και πάω πίσω». Αλλά γυρίζω και περπατώ με τα πόδια μου. Ποια πόδια; Και πλάτη γύρισα και στρέφομαι να πάω πού; Είχα γυρίσει κάποτε την πλάτη μου στον Χριστόν. Με την άρνησή μου, με την απιστία μου, με την αμαρτία μου. Τώρα γυρίζω και Τον βλέπω. Δεύτερον, περπατώ. Ναι, γιατί ήμουνα μακριά από το θέλημά Του. Τώρα, όμως, περπατώ με τα πόδια της ψυχής μου. Ήταν πρώτα παράλυτα. Τώρα είναι υγιή. Και γυρίζω πίσω. Αυτό θα πει «επιστρέφω επί τον Κύριον».
Και το άλλο είναι η δόξα του Θεού. Δοξάζεται ο Θεός. Δοξάζεται ο Θεός, αγαπητοί μου. Και ο Θεός δεν προσθέτει δόξαν όταν εμείς Τον δοξάζομε. Όπως και δεν αφαιρείται δόξα, όταν εμείς δεν Τον δοξάζομε ή Τον δυσφημούμε. Όταν δοξάζομε τον Θεό βεβαίως είναι κάτι που ο Θεός το θέλει, γιατί θα ήθελε παν ό,τι δημιουργεί να ζει στην δική Του την μακαριότητα. Γι’ αυτό δοξάζουμε τον Θεό. Και γι'αυτό θέλει ο Θεός να Τον δοξάσομε. Για να μπούμε στη μακαριότητά Του. Δηλαδή πάλι να μας ευεργετήσει.
Αυτό ήτο το πρώτο θαύμα. Το δεύτερο θαύμα ήταν η ανάστασις της Ταβιθά, της Δορκάδος, στην πόλη Ιόππη. Έμαθαν οι Χριστιανοί, όταν ο Απόστολος Πέτρος ήταν εις την Λύδδα, ότι βρίσκεται εκεί. Έτυχε τις ημέρες εκείνες να αρρωστήσει αυτή η θαυμάσια γυναίκα, η Δορκάδα και να πεθάνει. Και ‘στείλαν δυο ανθρώπους να καλέσουν τον Απόστολο Πέτρο να ‘ρθει γρήγορα. Είχαν την ελπίδα ότι κάτι θα γίνει. Τι άλλο μπορούσε να γίνει σε έναν νεκρό άνθρωπο; Τι άλλο παρά η ανάστασις.
Αλλά πριν, όμως, δούμε το θαύμα, ας δούμε με μια ματιά, αυτή την θαυμάσια, όπως σας είπα, γυναίκα, την Δορκάδα. Ήταν… ποιος ξέρει τι ηλικίας γυναίκα ήταν; Μάλλον μεγάλης ηλικίας θα ήταν. Μεσήλιξ θα ήταν. Ίσως και ηλικιωμένη γυναίκα να ήταν. Δεν εμφανίζεται να έχει συγγενείς. Χήρα άραγε ήταν; Άγαμος ήταν; Μοιάζει να έμενε μόνη της. Η γυναίκα αυτή είχε δύο σπουδαία χαρακτηριστικά. Ήτο μαθήτρια του Χριστού. Μαθήτρια. «Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά…». Μαθήτρια. Ας ήμουν μαθητής του Χριστού, όχι με την ειδική σημασία των δώδεκα μαθητών, αλλά με την γενική σημασία, να μαθητεύσω στα πόδια του Χριστού και να ανήκω στον Χριστό, ας ήμουν μαθητής του Χριστού και τι άλλο θα ήθελα; Τι άλλο θα ήθελα; Αλλά να είμαι σωστός μαθητής του Χριστού, γνήσιος μαθητής του Χριστού. Αυτή, λοιπόν, η γυναίκα ήτο μαθήτρια. Τι ωραίος τίτλος! Ωραίος τίτλος! Ωραίος τίτλος δεν είναι να είσαι δάσκαλος. Να είσαι μαθητής! Μαθητής του Χριστού!
Το δεύτερο χαρακτηριστικό της, που με δύο πινελιές διαζωγραφεί την προσωπικότητά της. «Αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει».«Ήταν γεμάτη από αγαθά έργα και ελεημοσύνες». Κάνει μία διάκριση της ελεημοσύνης από τα αγαθά έργα. Ποια είναι τα αγαθά έργα; Αγαθά έργα είναι καθετί που θα βοηθήσω τον άλλον, θα τον διευκολύνω με κάθε τρόπο στην ζωή του αυτή. Με κάθε τρόπο. Αλλά κι ακόμα αγαθά έργα είναι παν ό,τι θα κάνω που θα είναι αρετή. Αγαθά έργα είναι παν ό,τι θα κάνω που θα δοξάζεται ο Θεός. Η ελεημοσύνη τι είναι; Όταν «ποιῶ ἔλεος μετὰ τοῦ πλησίον». Βέβαια, δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ΄ αυτά, δεν υπάρχει. Αλλά το διακρίνομε για μια στιγμή.
Τι θα πει «κάνω ελεημοσύνη μετά του πλησίον, ἔλεος μετὰ τοῦ πλησίον»;Τον βοηθάω με κάθε τρόπο να γίνει ευτυχισμένος. Είτε ακόμη από την πλευρά την υλική, είτε και από την πνευματική. Προπαντός από την πνευματική. Όταν σε κάποιον άνθρωπο του δείξω τον δρόμο, τον πνευματικό δρόμο, δεν τον κάνω ευτυχισμένο; Δεν ποιῶ ἔλεος μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ;Όπως και όταν του δώσω ένα ποτήρι νερό ή κάποια χρήματα ή κάποια ρούχα να ντυθεί όταν είναι γυμνός. «Ποιῶ ἔλεος μετὰ τοῦ πλησίον». Αλλά προσέξτε. Εδώ αυτή η Δορκάς έκανε ελεημοσύνες με την κυρία σημασία της λέξεως. Δηλαδή, θα λέγαμε, με την στενή σημασία. Ποια; Έκανε ελεημοσύνες δίνοντας υλικά πράγματα στους γύρω της. Σαφώς λέγει ότι έφτιαχνε χιτώνες και ιμάτια -ρούχα δηλαδή- και τα μοίραζε στις χήρες γυναίκες και στα ορφανά. Γι'αυτό, οι χήρες γυναίκες και τα ορφανά κλαίνε και οδύρονται. Κι όταν ο Απόστολος Πέτρος έρχεται στην Ιόππη επιδεικνύουν οι χήρες γυναίκες και τα ορφανά τα ρούχα που τους έκανε η Δορκάδα. Και του έλεγαν: «Το βλέπεις, άγιε του Θεού, αυτό; Η Δορκάδα μού το έραψε με τα χέρια της. Το βλέπεις, απόστολε του Θεού, ετούτο; Η Δορκάδα μάς το χάρισε, από τα χρήματά της». Ήταν γεμάτη από ελεημοσύνες.
Τι ωραία που είναι η ψυχή, όταν έτσι κινείται; Ειδικότερα, τι ωραία που είναι η γυναίκα, τι ωραία που είναι η γυναίκα, όταν είναι πλήρης αγαθών πράξεων, αγαθών έργων και ελεημοσυνών! Όταν δεν κοιτάζει μόνον τον εαυτόν της, την άνεσή της, αλλά και την ευτυχία του άλλου. Του οποιουδήποτε άλλου. Του ανθρώπου. Πολύ παραπάνω, του Χριστιανού. Πόσο ωραία είναι αυτή η γυναίκα! Δεν είναι, αγαπητοί μου, τα κοσμήματα, δεν είναι τα καλλυντικά, δεν είναι το ντύσιμο, δεν είναι η εμφάνισις. Αλλ’ είναι, αλλ’ είναι ο τρόπος με τον οποίον κοσμεί μια γυναίκα τον εαυτόν της. Και αυτή η κόσμησις είναι η αρετή και τα έργα τα αγαθά. Γι΄ αυτήν την γυναίκα παρακαλάει ένας ολόκληρος λαός, να δώσει έλεος ο Θεός. Είδατε; Έχεις συγγενείς; Έχεις παιδιά; Έχεις πλούτο; Έδωσες τα κτήματά σου και τα χρήματά σου στα παιδιά σου; Τα έκανες πλούσια; Αρρώστησες; Παρακαλάνε να πεθάνεις γρήγορα να βγεις από τη γωνιά σου, γιατί δεν μπορούν πια να σε υποφέρουν. Είσαι γεμάτος ευεργεσίες στον κόσμο; Όποιος και να’ σαι, όποιος και να ‘σαι, σε κρατούν στα χέρια οι άνθρωποι· όχι οι συγγενείς σου μόνο. Αλλά και όλος ο λαός, όλος ο κόσμος. Αρκεί τα έργα που έκανες να είναι «ἐν Θεῷ ἠργασμένα». Βλέπετε την διαφορά;
Θέλετε, λοιπόν, να μας προσέχουν οι άνθρωποι; Θέλετε να μας τιμούν; Να γίνομε υπηρέται των. Να τους διακονούμε. Να τους διακονούμε με κάθε τρόπο! Τότε κι αυτοί θα μας διακονήσουν, όταν έχομε ανάγκη. Και θα μας τιμήσουν. Και τρέχουν τώρα οι άνθρωποι, όχι οι συγγενείς της γυναικός. Ίσως δεν είχε, όπως σας είπα. Τρέχουν οι άνθρωποι, να την αναστήσει ο Θεός. Και πράγματι, αγαπητοί μου, ο απόστολος Πέτρος την ανέστησε! Ήταν ένα θαύμα καταπληκτικό!
Ο σκοπός, πάλι, ποιος είναι εδώ; Το διαβάζουμε αγαπητοί μου, πάλι. Και λέγει ότι: «Θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο ὁ ἀπόστολος Πέτρος». Και όταν ανεστήθη και την παρουσίασε την Δορκάδα εις τον λαόν, «πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον». Να ‘το πάλι. Επίστευσαν εις τον Κύριον. Ποιος ο σκοπός του θαύματος; Να επιστρέψουν εις τον Θεόν. Να πιστέψουν εις τον Ιησούν Χριστόν. Συγκεκριμένα εις το πρόσωπον του Ιησού Χριστού.
Θα ήθελα, όμως, και κάτι άλλο να σας έλεγα εν προκειμένω. Είναι το εξής: Γιατί ο Θεός επέτρεψε να αναστηθεί η Ταβιθά, η Δορκάς; Είναι μία ωραία εικόνα, ότι εκείνοι οι οποίοι είναι πλήρεις ελεημοσυνών και έργων αγαθών, θα αναστηθούν εις ανάστασιν ζωής. Δηλαδή αυτή επανήλθε εις την ζωήν. Είναι μία εικόνα. Είσαι γεμάτος από αρετή; Θα αναστηθείς εις ζωήν αιώνιον. Δεν είσαι; Έχεις αμαρτίες; Μένεις αμετανόητος; Τότε πάλι θα αναστηθείς. Αλλά όχι εις ανάστασιν ζωής. Αλλά εις ανάστασιν κρίσεως και καταδίκης και κολάσεως. Ω, αγαπητοί μου! Ας αγωνιστούμε με κάθε τρόπο, ας αγωνιστούμε να ανορθώσομε τον εαυτό μας τον παραλελυμένον από την ακηδία· την βαριά, αυτήν, αρρώστια της ψυχής, την ακηδία· που πάσχομε όλοι, λίγο ή πολύ. Όλοι πάσχομε από αυτήν την ακηδία· που δεν κουνάμε τα χέρια μας και τα πόδια μας, για να γυρίσουμε στον Χριστόν. Βαφτιστήκαμε στ’ όνομά Του. Μελετάμε τον λόγο του Θεού. Πάμε στην Εκκλησία. Δεν αποφασίζομε να κάνομε ένα βήμα επιστροφής πίσω στον Χριστόν. Δεν αποφασίζουμε. Μένομε εκεί. Καρφωμένοι.Σε μία κατάσταση χλιαρή.
Γι'αυτό και μας παραγγέλλει ο λόγος του Θεού, δια γραφίδος αποστόλου Παύλου εις την προς Εβραίους επιστολήν: «Διὸ τὰς παρειμένας χεῖρας καὶ τὰ παραλελυμένα γόνατα ἀνορθώσατε (:τα παράλυτα χέρια και τα παράλυτα πόδια ανορθώσατέ τα. -Ποια πόδια; Και ποια χέρια; Της ψυχής τα χέρια και τα πόδια. Στο να κινήσεις, αδελφέ μου, να κάνεις πράξεις αγάπης, πράξεις αρετής, ελεημοσύνης, αγιότητος πράξεις) καὶ τροχιὰς ὀρθὰς ποιήσατε τοῖς ποσὶν ὑμῶν (: δρόμους που τα πόδια σας να περπατούν σωστούς), ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῇ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον (:αν μείνεις κουτσός, τότε θα κουτσαθείς πιο πολύ. Μάλλον πρέπει να θεραπευθεί)».
Αν μείνομε, αγαπητοί μου, σε αυτήν την παράλυσιν που έχομε ,τότε αύριο θα είμαστε πιο παράλυτοι. Αύριο θα είμαστε πιο ανίκανοι. Γιατί στο κακό προστίθεται κακό. Μην το ξεχνούμε ποτέ αυτό. Αν μένεις στο κακό, αύριο θα είσαι πιο κακός. Όπως, και αν μένεις στο καλό, αύριο θα είσαι πιο καλός. Δεν λέγει, παρακαλώ, το βιβλίον της «Αποκαλύψεως»: «ὁ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω ἔτι καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι»; Υπάρχει πρόσθεση και στο καλό και στο κακό. Όσο, λοιπόν, ακούμε και έχομε την δυνατότητα να σηκωθούμε, να παρακαλέσομε τον Θεό να μας βοηθήσει τα παραλυμένα γόνατά μας και τα παραλυμένα χέρια μας, της ψυχής αυτά, να τα κινήσει ο Θεός. Να τα κινήσει σε έργα αρετήςκαι αγιότητος. Και να επιστρέψομε πίσω κάνοντας δρόμους ίσιους επιστροφής στον Θεό. Αυτό το θαύμα που θα γίνει στον καθένα μας όταν ανορθωθούμε και γυρίσομε στον Θεό είναι, αγαπητοί μου, πιο μεγάλο από το θαύμα που σηκώθηκε στα πόδια του ο Αινέας. Αυτό το θαύμα είναι πιο μεγάλο από την ανάσταση της Ταβιθά, που την ανέστησε ο Πέτρος, για να ξανασυνεχίσει την αγαθοεργό ζωή της. Είναι ένα θαύμα που μας οδηγεί εις αυτήν την Βασιλεία του Θεού.
🔸100η🔸ομιλία στην κατηγορία : " Ὁμιλίαι Κυριακῶν ".