13 Απριλίου 2021

Ο Προτεσταντισμός.

†. Εἴχαμε ἀναφερθῆ τήν περασμένη φορά εἰς τό θέμα γενικά τῆς αἱρέσεως. Ἀλλά τίθεται τό ἐρώτημα: Τί εναι αρεσις;

    Αἵρεσις εἶναι ἡ λογική ἑρμηνεία τοῦ δόγματος· δηλαδή εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νά κατανοήση τό μυστήριον τοῦ Θεοῦ. Καί ὅταν προσπαθῆ ὁ ἄνθρωπος νά τό κατανοήση, θέλει νά τό κατατάξη μέσα εἰς τά λογικά κατηγορήματα· δηλαδή θέλει νά λογικοποιήση κάτι πού εἶναι πέρα ἀπό τήν λογική. Στήν προσπάθειά του ὅμως νά λογικοποιήση, νά κάνη λογικό δηλαδή, ἐκεῖνο τό ὁποῖον δέν μπαίνει μέσα στά στενά ὅρια τῆς λογικῆς, κατ’ ἀνάγκην θά ξεφύγη· κι ἀφοῦ θά ξεφύγη, αὐτό εἶναι αἵρεσις. Ὥστε λοιπόν αἵρεσις πάντοτε εἶναι ἡ λογικοποίησις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀποκαλύψεως· ἐπειδή πάντα, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀποκάλυψις εἶναι ὑπέρ λόγον, εἶναι πιό πάνω ἀπό τήν λογική.

    Ὁ Θεός, ἐπί παραδείγματι, λέγει στόν Ἀβραάμ: «Θά γεννήσης παιδί τώρα πού εσαι κατό χρονν.». Ἄν ὁ Ἀβραάμ βάλη τήν λογική, θά πῆ: «Πς εναι δυνατόν ατό νά γίνη;». Καί ἀπό τή στιγμή πού θά βάλη τήν λογική, θά λογικοποιήση δηλαδή αὐτό πού τοῦ ἀποκαλύπτεται, ἀμέσως θά τό ἀπορρίψη καί θά πῆ: «Δέν εναι δυνατόν· εμαι κατό χρονν!». Ὅταν ὅμως πῆ «γώ μέν δέν τό καταλαβαίνω· λλά, φο τό λέγει  Θεός, τό πιστεύω πως εναι, τό φήνω λοιπόν πως εναι.», ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη καί πέρα μένει στήν ρθήν πίστιν. Ὅταν λοιπόν τό λογικοποιήση, τότε θά τό ἀπορρίψη ἤ θά τό διαστρέψη, θά τό ἀλλάξη, θά τό τροποποιήση· ἀπό τή στιγμή ἐκείνη εἶναι εἰς τόν χῶρο τῆς αἱρέσεως.


Διάβολος καί νθρώπινος γωϊσμός: ο γεννήτορες τς αρέσεως

     Ποιός γεννᾶ τήν αἵρεσι; Δυό πράγματα: ὁ Διάβολος καί ὁ ἐγωϊσμός τοῦ ἀνθρώπου.

    Ὁ Διάβολος εἶναι  σπορεύς τν ζιζανίων τῆς παραβολῆς τῶν ζιζανίων, πού ἐλέγαμε τήν περασμένη φορά. Ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ μέθοδός του,  μέθοδος τς νοθείας. Μετά τόν Σταυρόν καί τήν Ἀνάστασιν ὁ Διάβολος πλέον μετέρχεται τήν μέθοδον τῆς νοθείας, δηλαδή τς ποκλίσεως πό τήν λήθειαν, δηλαδή τήν αἵρεσιν. Ὁ Διάβολος δέν ἀρνεῖται, ἀλλά τροποποιε. Αὐτή εἶναι ἡ μέθοδός του ἡ συστηματική, πού σέ κάθε ἐποχή θά πάρη λεπτάς ἀποχρώσεις· ὡστόσο ὅμως βασικά πάντα θά μένη ἡ ἰδία μέθοδος, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως μέχρι καί σήμερα. Αὐτή ἡ μέθοδος τῆς νοθείας εἶναι ὁ καρπός αὐτοῦ τοῦ διαβολικοῦ φθόνου καί τῆς διαβολικῆς κακίας.

    Ὁ ἀνθρώπινος ἐγωϊσμός ὁμοίως γεννᾶ τήν αἵρεσιν. Καί γεννται  αρεσις ετε πό τήν μορφήν τς περηφανείας, κ μέρους το νθρώπου, ετε πό τήν μορφήν τς μμονς ες τόν διεφθαρμένον βίον. Τόσο τήν ὑπερηφάνεια, ὅσο καί τόν διεφθαρμένον βίον, ὁ Διάβολος τά ἐκμεταλλεύεται, τά καθιστᾶ ὄργανα εἰς τά χέρια του, καί ἔτσι, ἔχοντας ὄργανα τούς διεφθαρμένους καί τούς ὑπερηφάνους ἀνθρώπους, διαδίδει μίαν αἵρεσίν του.


Ὁ διεφθαρμένος βίος αἰτία αἱρέσεως

     Διά τήν περίπτωσιν τοῦ διεφθαρμένου βίου. Λέγει ὁ Κύριος: «άν τις θέλ τ θέλημα ατο ποιεν, δηλαδή το Θεο, γνώσεται περ τς διδαχς, πότερον κ το Θεο στιν  γ π’ μαυτο λαλ.»[Ιω.7,17]. «άν», λέγει, «κάποιος θέλη νά κάνη τό θέλημα το Θεο, νά τηρήση τό θέλημα το Θεο, νά ποφύγη τήν μαρτία καί νά τηρήση λες τίς ντολές το Θεοῦ»τότε –προσέξτε παρακαλῶ νά δῆτε θαυμάσιον κριτήριον πού θέτει ὁ Κύριος, κριτήριον διακρίσεως– «τότε ατομάτως θά παραδεχθ τι  ησος Χριστός εναι ληθινός». Καί ταν δεχθ τι  Χριστός εναι ληθινός, δηλαδή Θεάνθρωπος, τότε βεβαίως δέν κινδυνεύει νά πέση σέ καμμίαν πόκλισιν, σέ καμμίαν αρεσιν. Πότε; ταν θά τηρήση πολύτως τό θέλημα το Θεο, συνεπς ταν εναι  γνός καί  καθαρός νθρωπος.

    Δέν ἔχει λόγους ἀποκλίσεως, ἀγαπητοί μου, ὁ ἁγνός καί καθαρός ἄνθρωπος· μόνον  διεφθαρμένος νθρωπος χει λόγους νά τροποποιήση τά δόγματα. Τί θά ἐνδιέφερε, ἐπί παραδείγματι, τόν ἀγαθόν ἄνθρωπον, τόν τηροῦντα τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ, ἐάν ὑπάρχη ἤ δέν ὑπάρχη Κόλασις; Δέν τόν ἐνδιαφέρει· διότι σκέπτεται ὅτι δέν εἶναι ἐργάτης τοῦ σκοταδιοῦ, δέν εἶναι ἐργάτης τῆς γεένης, τῆς Κολάσεως, καί συνεπῶς δέν ἔχει λόγους ν’ ἀρνηθῆ τήν Κόλασι. Ποιός εναι κενος πού θά ρνηθ τήν Κόλασιν;  διεφθαρμένος νθρωπος. Γι’ αὐτό βλέπετε ὅτι ὁ διεφθαρμένος ἄνθρωπος εἰσάγει αἵρεσιν· καί σοῦ λέγει: «Καί ποιός τά εδε ατά… καί ποιός τά ξέρει… Δέν βαριέσαι… Μπά! γιατί;  Θεός πρέπει νά εναι πολύ γαθός· τόσο, πού δέν θά πρέπει νά πάρχη Κόλασις.» καί ἄλλα πολλά. Τά βγάζει μέ τό μυαλό του. Ὅλα αὐτά τά ὑπαγορεύει, ὅπως σᾶς εἶπα, ὁ διεφθαρμένος βίος.


Ἡ ὑπερηφάνεια αἰτία αἱρέσεως

    Ἀλλά καί διά τήν ὑπερηφάνειαν. Λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρός τόν Τίτον: «Αρετικν νθρωπον μετ μίαν κα δευτέραν νουθεσίαν παραιτο, εδς τι ξέστραπται  τοιοτος κα μαρτάνει ν ατοκατάκριτος»[Τιτ.3,10-11] . Ὅταν λέγη ὁ Ἀπόστολος στήν ἐπιστολή του πρός τόν Τίτον «Θά πς μία φορά, δυό φορές σ’ ναν αρετικό νά φήση τήν αρεσί του. Μήν πιμείνης περισσότερο· ατός  νθρωπος χει διαστραφ.», τί ἐννοεῖ; Ποῦ εἶναι τώρα τό θέμα; Εἶναι στήν ψυχήν· εἶναι  περηφάνεια. Καί ὅταν λέγη ὁ ἀπόστολος Παῦλος μία καί δύο φορές, ὄχι παραπάνω, ἐννοεῖ ὅτι  περηφάνεια, άν δέν εναι θεράπευτον πάθος, τολάχιστον εναι δυσθεράπευτον πάθος. Καί ἡ ὑπερηφάνεια τῶν ἀνθρώπων πολλάκις δημιουργεῖ τήν αἵρεσιν· ἡ φιλοδοξία των δηλαδή, τό πῶς οἱ ἄνθρωποι, γιά νά φανον τι διακρίνονται πό τούς λλους, πιζητον μίαν δόξαν, στω καί ροστράτειον .

    Ξέρετε ποιά εἶναι ἡ «ροστράτειος δόξα»; Κάποιος ἄσημος ἄνθρωπος, ὀνόματι Ἡρόστρατος, τήν νύχτα πού ἐγεννᾶτο ὁ μέγας Ἀλέξανδρος, ἔβαζε φωτιά εἰς τόν ναόν τῆς Ἀρτέμιδος στήν Ἔφεσο, γιατί μέσα του ἐφλέγετο ἀπό τήν ἐπιθυμία νά μείνη τό ὄνομά του στήν Ἱστορία! Καί τότε μάλιστα, ὅταν τόν συνέλαβαν, θέλησαν νά μή γραφῆ τό ὄνομά του πουθενά, γιά νά μήν πραγματοποιηθῆ αὐτό τό ὁποῖον ἐζητοῦσε. Ἀλλά τελικά ἔμεινε τό ὄνομά του εἰς τήν Ἱστορίαν· ἔμεινε ὡς «ροστράτειος δόξα» · δηλαδή θέλησε νά δοξασθ μέ τό κακόν.

    Βλέπετε ὅτι μέσα στόν ἄνθρωπο ὑπάρχει αὐτή ἡ τάσι νά θέλη νά δοξασθῆ, ἡ ὑπερηφάνεια, καί δέν τόν ἐνδιαφέρει ἄν εἰσάγη καί αἵρεσιν! Καί γενικά  νθρωπος  περήφανος θέλει νά μένη σ’ κενο πού καταλαβαίνει, καί χι σ’ κενο τό ποον λέγει  λόγος το Θεο.


Ἡ αἵρεσις διακρίνεται σέ τρεῖς τομεῖς

    Δυνάμεθα, ἀγαπητοί μου, νά διακρίνωμε ἀκόμη τίς αἱρέσεις, χι μόνο περιοριζόμενοι ες τόν τομέα τς πίστεως, δηλαδή στόν δογματικό τομέα, λλά καί φ’ λοκλήρου το Εαγγελίου. Ἔτσι, ἄν θά θέλαμε νά δοῦμε γενικά τήν αἵρεσι, θά μπορούσαμε νά εἰποῦμε ὅτι τήν διακρίνομε σέ τρεῖς μορφές.

     Ἡ πρώτη μορφή εἶναι  δογματική· ὅταν δηλαδή ἡ ἀπόκλισις, ἡ αἵρεσις, ἀναφέρεται εἰς τό δόγμα, ες τήν ποκεκαλυμμένην λήθειαν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπέρ νοῦν. Ἀναφέρεται σέ ὅ,τι βεβαίως ὁ Θεός ἀποκαλύπτει· πρωτίστως καί κυρίως μως, κυριώτατα θά λεγα, ναφέρεται ες τό δόγμα τς γίας Τριάδος καί ες τό δόγμα τό Χριστολογικόν, δηλαδή εἰς ὅ,τι ἀναφέρεται εἰς τόν Χριστόν· ἀλλά καί γενικά σέ κάθε δόγμα πού  γία Γραφή,  λόγος το Θεο μς ποκαλύπτει.

    Δεύτερον· εἶναι  τομεύς τς θικς. Εἰς αὐτόν τόν τομέα ἀνήκουν ποκλίσεις ς πρός τόν θικόν νόμον το Εαγγελίου. Ὅταν, ἐπί παραδείγματι, λέγη ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ «ο κλέψεις», καί λέγει ὁ ἄνθρωπος στόν ἑαυτόν του, ἀλλά τό λέγει καί ἔξω, «Δούλεψε νά φς καί κλέψε νά ’χης.», αὐτό εἶναι αἵρεσις. Ὅταν λέγη ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ «ο πορνεύσεις», καί λέγουν οἱ ἄνθρωποι « νθρωπος εναι πλασμένος νά ζ γενετήσια κτός καί ντός το γάμου.», αὐτό εἶναι αἵρεσις. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν δηλαδή γενετησίους σχέσεις πρό τοῦ γάμου εἶναι αἱρετικοί ὡς πρός τόν ἠθικόν τομέα τοῦ Εὐαγγελίου.

    Καί τρίτον· εἶναι  κοινωνικός τομεύς. Εἰς αὐτόν τόν τομέα, τόν κοινωνικόν, ἀνήκουν ο κοινωνικές ντιλήψεις τν διαφόρων κοινωνιολογικν συστημάτων περί κατανομς καί πολαύσεως τν λικν γαθν. Ὅταν, ἐπί παραδείγματι, ἰσχυρίζωνται οἱ ἄνθρωποι καί λέγουν « Παράδεισος εναι δ στή γῆ · δέν πάρχει λλος Παράδεισος. πί τέλους, κι ν πάρχη λλος Παράδεισος, δέν μς νδιαφέρει. δ λοιπόν εναι  Παράδεισος, μέ τήν λιστική του μορφή· τί θά φς, τί θά πις, τί θά πολαύσης.», αὐτό εἶναι αἵρεσις εἰς τόν κοινωνικόν τομέα.

    Μήν ξεχνᾶμε δέ –πολλάκις σᾶς τό ἔχω τονίσει αὐτό ἀναλύοντας τό «Κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιον», πού εἶναι κυρίως τό εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, καί πολλάκις μᾶς ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νά τό ἰδοῦμε– ὅτι  Βασιλεία το Θεο δέν εναι πόσις καί βρσις[Ρωμ.14,17] , καί τι λα τά κοινωνικά συστήματα κατά κανόνα, ὡς ἐπίγεια συστήματα, δέν ἀποβλέπουν παρά στό πῶς νά βελτιώσουν τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων· καί συνεπῶς, εἴτε τό ἀντιλαμβάνονται εἴτε ὄχι, εἴτε συνειδητά εἴτε ἀσυνείδητα, θέλουν νά μεταφέρουν τόν Παράδεισον πί τς γς.

Καί δέν ἐννοῶ βεβαίως ἐκεῖνο πού λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, «δικαιοσύνην μάθετε, ο νοικοντες π τς γς»[Ησ.26,9]. Ἄπαγε! Δέν ἐννοῶ αὐτό. Βεβαίως πρέπει νά πάρχη μιά δικαιοσύνη πάνω στή γ, καί νά μήν ὑπάρχη ἐκεῖνο πού λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Κορινθίους, «ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει»[Α΄Κορ.11,21], ὁ ἕνας ἀπό ’δῶ πεινάει, κι ὁ ἄλλος ἀπό ’κεῖ μεθάει. Κι ἐκεῖνος πού μεθάει εἶναι γιατί ἔχει ἐπάρκεια τροφίμων, γι’ αὐτό καί μεθᾶ· ἐνῶ ἐτοῦτος ἀπό ’δῶ πεινᾶ, καί ὄχι μόνο δέν ἔχει τήν ἐπάρκεια νά μεθύση, ἀλλά δέν ἔχει κἄν νά χορτάση τό στομάχι του.

     Δέν θά ’θελα ποτέ νά πῶ, ἀγαπητοί μου, νά ὑπάρχη αὐτή ἡ ἀνισότης· ὄχι· νά φυλάξη ὁ Θεός! ἀλλά  σότης νά πορρέη μως πό τήν ντίληψι πού θά εχαν ο νθρωποι τι μεταξύ των εναι δελφοί καί εναι εκόνες το Θεο. Δυστυχῶς ὅμως οἱ ἄνθρωποι τέτοια πράγματα δέν τά καταλαβαίνουν· δημιουργοῦν κοινωνικά συστήματα, τά ἐπιβάλλουν διά τῆς βίας, καί κατά κανόνα τά κοινωνικά ατά συστήματα δέν ποβλέπουν παρά μόνο στό νά μεταφέρουν τόν Παράδεισον πί τς γςκαί μάλιστα στήν σο μπορον περισσότερο καί περισσότερο λιστική του μορφή.

     Ὁμοίως, εἰς τόν τομέα τόν κοινωνικόν, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι μία αρεσις –γιατί δέν εἶναι φυσικά μόνον ὅτι ὁ Παράδεισος εἶναι ὑλικός· ἔ;– εναι καί ο φυλετικές διακρίσεις. Ὅταν, ἐπί παραδείγματι, λέγω ὅτι ὁ λευκός εἶναι ἀνώτερος τοῦ μαύρου, αὐτό δέν εἶναι παρά μία αἵρεσις. Διότι ὅταν λέγη ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὅτι δέν ὑπάρχει Ἕλλην καί βάρβαρος καί Σκύθης ἤ μορφωμένος καί ἀμόρφωτος ἤ πολιτισμένος καί ἀπολίτιστος, «λλ τ πάντα κα ν πσι Χριστός»[Κολ.3,11]  καί ὅτι ὅλοι ἐξ ἑνός αἵματος ἐπλάσθημεν, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ξ νς αματος  Θες πλασε πν θνος νθρώπων»[Πραξ.17,26] , τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Δέν σημαίνουν παρά ὅτι κενος πού λέγει τι πάρχουν διακρίσεις νάμεσα στούς νθρώπους, ατός εναι αρετικός ς πρός τό Εαγγέλιο στόν τομέα τόν κοινωνικό.

Σᾶς τά λέγω λίγο γρήγορα, γιατί κι ἄλλοτε τά εἴχαμε πεῖ αὐτά, καί θέλω νά προχωρήσω σέ ἄλλα πολύ σπουδαιότερα θέματα, σέ ἄλλα σημεῖα.


Τά ὅπλα τῆς Ἐκκλησίας κατά τῶν αἱρέσεων

    Εἰς ὅλην αὐτήν τήν κατάστασιν, ἔναντι δηλαδή τῶν αἱρέσεων, ἡ Ἐκκλησία τί μέτρα ἔχει λάβει; Κυρίως ἡ Ἐκκλησία ἀντέταξε, ἀγαπητοί μου, τρία ὅπλα: τό πρῶτον εἶναι τό πισκοπικόν ξίωμα, τό δεύτερον εἶναι  Κανών τς Καινς Διαθήκης καί τό τρίτον εἶναι  Κανών τς Πίστεως  τς ληθείας, ἤ τό Σύμβολον τς Πίστεως ὅπως λέγεται.

     Μέ τό πρῶτο, τό Ἐπισκοπικόν ἀξίωμα, ἡ Ἐκκλησία προσπαθεῖ νά ἀποδείξη ἀνά πᾶσα στιγμή τήν κατάπαυστον διαδοχήν τς ερωσύνης, λέγοντας ὅτι ὁ σημερινός ἐπίσκοπος εἶναι χειροτονημένος ἀπό τόν προηγούμενον ἐπίσκοπον, ὁ προηγούμενος ἀπό τόν πιό προηγούμενον καί οὕτω καθ’ ἑξῆς. Φθάνομε ἔτσι, μέ καταλόγους πού πάντοτε ἡ Ἐκκλησία διατηροῦσε εἰς τά ἀρχεῖα της, εἰς τόν ἑκασταχοῦ παρόντα ἐπίσκοπον. Κυρίως χουν διασωθ τά ρχεα: Ρώμης, ντιοχείας, Κωνσταντινουπόλεως, εροσολύμων, λεξανδρείας, τν μεγάλων ατν Πατριαρχείων. Ἔτσι, μέ τούς καταλόγους ατούς, ποδεικνύεται  ποστολική διαδοχή.

    Ἐπί παραδείγματι, ὅταν φθάσωμε διερευνῶντας τούς καταλόγους εἰς τόν ἅγιον Πολύκαρπον, ἐρωτοῦμε: «Ποιός χειροτόνησε τόν γιον Πολύκαρπον, πίσκοπον Σμύρνης;».  γιος ωάννης  Εαγγελιστής. Τώρα: «Ποιός στειλε τόν γιο ωάννη τόν Εαγγελιστή;». Ὁ Κύριος ὁ ἴδιος. Συνεπῶς ἔχομε ἄμεσον κατά διαδοχήν ἐξάρτησιν ἀπό τόν Κύριον. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία λέγεται Μία, Ἁγία, Καθολική καί ποστολική · διότι ντλομε τήν ερωσύνη μας πό τούς ποστόλους, ο ποοι ντλον τήν ερωσύνη τους πό τόν Κύριο.

 Ἐρχόμεθα λοιπόν καί λέμε τώρα εἰς τόν αἱρετικόν, ἐπί παραδείγματι εἰς τόν Χιλιαστήν: «Πο εναι  ερωσύνη σας;». Δέν ἔχουν τίποτα. Ἔχουν Ἱερωσύνη;… Αὐτοί λέγουν καί ἰσχυρίζονται ὅτι κρατάει ἡ σκούφια τους ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων… ὅτι αὐτοί κατενόησαν καί κατάλαβαν πολύ καλά τό Εὐαγγέλιο…! Πολύ καλά! Τούς λέμε: «Πο εναι κενοι ο ποοι στάθηκαν ο πρόγονοί σας τρόπον τινά, ο πνευματικοί σας πρόγονοι μέσα στήν στορία, γιά νά σς παραδώσουν κενο τό ποον λέτε τι κατέχετε ς ληθές; Πο εναι;  στορία σας ρχίζει στά 1875. Δέν χετε καμμία διαδοχή. Λοιπόν – λυδία λίθος: τό πισκοπικόν ξίωμα– εσθε αρετικοίνευ λλης συζητήσεως. Εσθε αρετικοίπορρίπτεσθε

     Πηγαίνομε εἰς τό δεύτερο ὅπλον τῆς Ἐκκλησίας· εἶναι ὁ Κανών τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὅπως θά ξέρετε, μέ τόν Κανόνα τς Καινς Διαθήκης  κκλησία πολέμησε τά λεγόμενα ψευδεπίγραφα  νόθα βιβλία. Ἦταν ἐκεῖνα τά βιβλία –εὐαγγέλια ἤ ἐπιστολές– πού τά ἔγραφαν αἱρετικοί ἄνθρωποι, γιά νά ὑποστηρίξουν αἱρετικάς θέσεις. Ἡ Ἐκκλησία μαζεύει τά δικά της τά βιβλία, τά μαντρώνει, τά στοιχοῖ, τά βάζει τρόπον τινά στήν σειρά, καί δημιουργεῖ τόν λεγόμενον Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης· καί λέγει: «Τά βιβλία τς Καινς Διαθήκης εναι εκοσι πτά· οτε να παραπάνω, οτε να παρακάτω. άν τώρα σύ μο προσάγης καί μο λέγης πιχειρήματα πό βιβλία τά ποα εναι ξω πό τά βιβλία τά εκοσι πτά τς Καινς Διαθήκης, σο λέγω: Ατά δέν χουν καμμίαν σχύν. Δέν τά ποδέχομαι· εναι αρετικά.».

     Καί τέλος εἶναι τό Σύμβολον τῆς Πίστεως ἤ τό Σύμβολον τῆς Ἀληθείας, ἤ ὁ Κανών τῆς Πίστεως ὅπως ἀλλιῶς ὀνομάζεται –ἔχει ὅλες αὐτές τίς ὀνομασίες–, πού μέ ατό  κκλησία καθώρισε λεπτομερς καί σαφς δογματικάς θέσεις καί ληθείας.

    Ἐπί παραδείγματι, ὅταν προσεβλήθη τό δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεάνθρωπος, πού προσεβλήθη ἀπό τόν Ἄρειον, ἡ Ἐκκλησία ἐν Συνόδῳ καί ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καθώρισε καί εἶπε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα. Αὐτό τό εἶπε σέ μιά διατύπωσι: «Πιστεύω ες να Θεόν, πατέρα, παντοκράτορα, ποιητν ορανο κα γς, ρατν τε πάντων κα οράτων. Κα ες να Κύριον ησον Χριστόν, τν Υἱὸν το Θεο τν μονογεν, τν κ το Πατρς γεννηθέντα…, πού εναι μοούσιος μέ τόν Πατέρα…» καί λοιπά καί λοιπά.

    Ἐδῶ βλέπομε ὅτι καθορίζει ἡ Ἐκκλησία μέ σαφήνειαν θέσεις δογματικές, θέσεις ἀληθείας τῆς Καινῆς Διαθήκης, τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού προσεβλήθησαν ἀπό τούς αἱρετικούς. Καί ἔτσι σοῦ λέγει: «Πές τό Σύμβολον τς Πίστεως, νά δ ν εσαι αρετικός  δέν εσαι. άν δέν πιστεύης τι  Χριστός εναι Θεός, τότε βεβαίως δέν θά πς τό Σύμβολον τς Πίστεως.».

    Καί, γιά παράδειγμα, σᾶς λέγω· πῆτε σ’ ἕναν Χιλιαστή νά σᾶς πῆ τό Σύμβολον τῆς Πίστεως. Δέν θά σᾶς τό πῆ, γιατί δέν τό πιστεύει. Δέν πιστεύει δηλαδή ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ καί εἶναι ὁμοούσιος· πιστεύει τι εναι κτίσμα  Χριστός. Ἀμέσως λοιπόν ἔχετε τήν λυδία λίθο.

    Γιά νά καταλάβετε, αὐτό τό κριτήριον δέν εἶναι ἄλλο τί παρά ὅ,τι ἀκριβῶς στούς χρυσοχόους μία πέτρα πού λέγεται λυδία λίθος. Ὅταν τοῦ πᾶτε ἐσεῖς τοῦ χρυσοχόου ἕνα χρυσοῦν κόσμημα νά τοῦ τό πωλήσετε καί τοῦ λέτε ὅτι εἶναι εἴκοσι τεσσάρων καρατίων, δέν πείθεται ἐκεῖνος ἄν εἶναι εἴκοσι τεσσάρων ἤ εἴκοσι ἤ δεκαοκτώ· δέν πείθεται· παίρνει τό κόσμημά σας, τό τρίβει πάνω σ’ ατή τήν πέτρα, βάζει ἕνα ὀξύ καί βλέπει: σκούριασε; σκοτείνιασε; ἤ ὄχι; Ἐάν σκοτείνιασε, κι ἀπό τόν βαθμόν σκοτεινιάσματος, κρίνει πόσο χαλκόν ἔχει μέσα ἤ μπροῦντζο, πόσο κασσίτερο ἤ δέν ξέρω τί ἄλλο μπορεῖ νά ἔχη· καί σοῦ λέγει: «Δέν εναι εκοσι τεσσάρων καρατίων· εναι τόσο.». Ἔ, λοιπόν λυδία λίθος γιά νά κρίνωμε ατά πού λέγουν ο αρετικοί εναι τό Σύμβολον τς Πίστεως.

Φυσικά τό Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅπως εἶναι τό γνωστό μας τό τῆς Νικαίας –αὐτό εἶναι τό παραδεδομένον· ἔχομε καί κάποια ἄλλα, ἀρχαιότερα, ἀλλά αὐτό μᾶς εἶναι παραδεδομένον–, ἔχει δώδεκα θέσεις. Φυσικά δέν περιέχει λας τάς δογματικάς θέσεις το Εαγγελίου· χι· λλά μόνον κενες τίς θέσεις πού προσεβλήθησαν μέσα ες τούς αἰῶνας πό τούς αρετικούς. Καί εναι βεβαίως ο κυριώτερες θέσεις: ὅπως εἶναι τό δόγμα περί Θεοῦ, περί Ἁγίας Τριάδος· εἰδικώτερα περί Υἱοῦ, περί Ἁγίου Πνεύματος, περί Πατρός· μετά περί τοῦ Θανάτου τοῦ Χριστοῦ, ἐννοεῖται περί τοῦ ἔργου τῆς Σωτηρίας, περί τοῦ Θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ· ἐν συνεχείᾳ περί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, περί Ἐκκλησίας καί περί αἰωνίου ζωῆς. ν γενικ διαγράμματι κλείει λόκληρο τό περιεχόμενον τς Πίστεως.

    Μέ αὐτά τά τρία, τά ὁποῖα εἶναι ὅπλα πανάρχαια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία πολεμᾶ τούς αἱρετικούς.


Ἡ ἐπάρκεια τῶν ὅπλων τῆς Ἐκκλησίας

    Ἀλλά διερωτᾶται κανείς: Σήμερα, στήν ποχή μας, τά πλα ατά τς κκλησίας σχύουν διά νά ντιμετωπιστον ο αρέσεις;

     Ὅταν λέμε νά ἀντιμετωπισθοῦν, ὄχι νά μή γίνουν οἱ ἄνθρωποι αἱρετικοί, ἀλλά νά τούς ἀποδείξωμε ὅτι αὐτό πού δέχονται εἶναι αἵρεσις. «Δέν μπορες νά μο λές, κύριε Χιλιαστά, τι εσαι ρθόδοξος. Δέν μπορες νά μο λές, κύριε Προτεστάντα, τι εσαι ρθόδοξος. Μπορες νά εσαι ,τι θές νά εσαι, μπορες νά κάνης ,τι θές νά κάνης, τερον κάτερον· δέν δύνασαι μως νά λές τι εσαι ρθόδοξος καί νά προσεταιρίζεσαι τήν κκλησίαν.» Αὐτό ἐννοῶ ὅταν λέω μέ τά ὅπλα πού ἔχει ἡ Ἐκκλησία · νά ποδεικνύη στά παιδιά της τι κείνη,  λλη διδασκαλία, εναι τεροδιδασκαλία, εναι λλοτριοδιδασκαλία. Δέν εἶναι δική της· εἶναι ξένη. Ἀντελήφθητε; Μ’ αὐτήν τήν ἔννοιαν. Ὄχι βεβαίως νά πᾶμε νά τούς πιάσουμε καί νά τούς ποῦμε «λτε δ· τί κάνετε κε;». Ὄχι μ’ αὐτήν τήν ἔννοιαν· γιατί  καθένας δύναται νά πιστεύη καί νά λέη καί νά κάνη ,τι θέλει.

      Ἀλλά σήμερα ὅμως ἡ Ἐκκλησία, μέ τά τρία αὐτά πού ἀντιτάσσει, δύναται πράγματι νά χαρακτηρίση τούς αἱρετικούς;

        Τά ὅπλα αὐτά ἰσχύουν, ἀγαπητοί μου, καί θά ἰσχύουν πάντοτε· ὅμως δέν εἶναι πολύ ἐπαρκῆ, καί θά σᾶς ἐξηγήσω γιατί.

    Κατ’ ἀρχάς εἰς τόν Χιλιασμόν· δυνάμεθα νά ἀντιτάξωμε, ὅπως σᾶς εἶπα, τό Ἐπισκοπικόν ἀξίωμα καί τόν Κανόνα τῆς Ἀληθείας. Θά τούς ποῦμε: «Πο εναι  ποστολική σας διαδοχή; χετε;». Δέν ἔχουν. «Πές μας τό Σύμβολον τς Πίστεως» θά ποῦμε σ’ ἕναν Χιλιαστή. Δέν θά μᾶς τό πῆ. Ἀλλά ὁ Κανών τῆς Καινῆς Διαθήκης ἤδη διά τούς Χιλιαστάς, ὅπως δυστυχῶς καί γιά ὅλους τούς αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς μας, εἶναι ἀποδεκτός· δηλαδή ὁ Χιλιαστής ἔχει τά εἴκοσι ἑπτά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Δέν ἔχει ἐκεῖνα τά πολλά ἄλλα βιβλία πού εἶχαν κάποτε αἱρετικοί, ὅπως ἦσαν οἱ Γνωστικοί, ἔξω ἀπό τόν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὅλοι σήμερα οἱ αἱρετικοί ἔχουν τά εἴκοσι ἑπτά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης· καί ἔτσι, τρόπον τινά, σάν νά ἀχρηστεύεται τό ὅπλον αὐτό τῆς Ἐκκλησίας, σάν νά ἀκινητοποιῆται. Ἀλλά κάνουν κάτι ἄλλο· δέχονται μέν τόν Κανόνα, νοθεύουν μως τό περιεχόμενο τν βιβλίων τς Καινς Διαθήκης· τά ρμηνεύουν διαφοροτρόπως. Θά τό δοῦμε στήν συνέχεια.

     Σέ ὁμάδες Προτεσταντικές οἱ ὁποῖες εἶναι Τριαδικές, πού πιστεύουν δηλαδή στό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος –διότι ἔχομε καί Ἀντιτριαδικάς ὁμάδας Προτεσταντικάς! θά τό ἰδοῦμε κι αὐτό ἀργότερα–, ἐκεῖ μποροῦμε νά ἀντιτάξωμε τό Ἐπισκοπικόν ἀξίωμα.

      Θά μᾶς τό πῆ ὁ Προτεστάντης τό Σύμβολον τῆς Πίστεως· δέν θά δυσκολευτῆ. Θά μᾶς τό πῆ· ν καί δέχονται καί ατοί κατά κάποιον τρόπο τό φιλιόκβε (Filioque), πού χουν ο Ρωμαιοκαθολικοί, τό «κα κ το Υο» –αὐτό εἶναι τό φιλιόκβε. Θά μᾶς πῆ ὅμως τό Σύμβολον τῆς Πίστεως· δέν θά δυσκολευθῆ. Ἔχει καί τόν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης, καί τά εἴκοσι ἑπτά βιβλία. λλά τόν λέγχουμε –πο;– στό θέμα τς ποστολικς διαδοχςΟ Προτεστάνται δέν δέχονται τήν ερωσύνη· δέν χουν ποστολική διαδοχή. Δηλαδή δέν εἶναι ἀπαραίτητο κάποιος ὅπως δήποτε καί τά τρία νά μήν ἔχη· ἔστω καί ἕνα νά μήν ἔχη ἀπό τά τρία, χαρακτηρίζεται αἱρετικός.


Ἡ Οὐνία

   Ἀλλά ἔχουμε ὅμως καί κάποιες ὁμάδες αἱρετικῶν, ὅπως εἶναι ἡ Οὐνία τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Ονία θά π νωτικότης. Εἶναι λατινική λέξις καί σημαίνει τήν προσπάθεια ατν νά δημιουργήσουν προσέλκυσι τν ρθοδόξων ες τούς Ρωμαιοκαθολικούς, φο ατοί καθ’ λα θά φαίνωνται ρθόδοξοι.

     Ἐπί παραδείγματι: Οἱ ἱερεῖς των φοροῦν ράσα ὅπως καί ἡμεῖς. Ἔχουν Τυπικόν εἰς τήν Ἐκκλησία ὅπως καί ἡμεῖς, τίς Κυριακές καί τίς καθημερινές. Ἔχουνε τά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας τά γνωστά: τό Τριώδιο, τήν Παρακλητική, τό Πεντηκοστάριο, τό Ὡρολόγιο,… Ὅλα κανονικά. Τίς Κυριακές, μέ τίς εὐαγγελικές περικοπές, ὅπως τίς ἔχομε κι ἐμεῖς. Ὁ Ὄρθρος, ὁ Ἐσπερινός, ξέρω ’γώ, ὅλα αὐτά, ἡ Λειτουργία κανονική, τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, σέ ναούς βυζαντινούς,… Ὅλα κανονικά. Σ’ να σημεο μόνο διαφέρουν: μνημονεύουν τόν πάπα! Μόνο σ’ να σημεο.


Ἡ μέθοδος τοῦ δουρείου ἵππου

    Μπαίνεις κι ἐσύ μέσα στήν Ἐκκλησία τους. Βλέπεις ὁ παπάς μέ τά ἄμφιά του κανονικά. Βλέπεις ὁ βυζαντινός ναός ὡραῖος. Βλέπεις τά ψαλτήρια ἐκεῖ πέρα μέ τούς ψάλτες, βυζαντινός χορός ὡραῖος,… ὅλο τό Τυπικό τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκοῦς τό προβλεπόμενο εὐαγγέλιο, πού εἶναι στό ἡμερολόγιον τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἐπί παραδείγματι, ὅτι σήμερα εἶναι τοῦ Παραλύτου, τό ἀκοῦς κι ἐσύ μέσα εἰς τόν οὐνιτικόν αὐτόν ναόν ὅτι εἶναι τοῦ Παραλύτου τό εὐαγγέλιον. Καί λές: «Ατοί εναι ρθόδοξοι !». Δέν πάρχει πουθενά καμμία διαφορά, πλήν τς μνημονεύσεως το πάπα.

Καί λέμε τώρα: Ἐδῶ περ ί τ ίνος πρόκειται;

    Πρόκειται περί δουρείου ἵππου! Εναι ατή  μεγάλη πληγή. Αἰῶνες, παρακαλῶ! αἰῶνες δρᾶ ἡ Οὐνία!  Ονία δρ πό τόν καιρό πού γινε τό σχίσμα ! Περίπου κτώ αἰῶνες δρ  Ονία ες βάρος τς νατολς κ μέρους τν Ρωμαιοκαθολικν!

    Ἔχομε ὅμως καί κάποιες ὁμάδες Προτεσταντῶν, πού καί αὐτές δροῦν κατά τόν τρόπον τῆς Οὐνίας τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ὡς δούρειος ἵππος καί αὐτοί. Τά πάντα ἀποδέχονται. Τά πάντα ἀποδέχονται! Καί τόν ἐπίσκοπον καί τόν πρεσβύτερον καί τήν θεία Κοινωνία καί τόν ἐκκλησιασμό καί τά πάντα !… ἀλλά εἶναι δούρειος ἵππος.


Ἀντιμετώπισις αὐτῶν τῶν αἱρέσεων

    Θά λέγαμε: Σ ’ αὐτές τίς περιπτώσεις ποιό θά ἦταν τό μέτρον ἀντιλήψεως καί ἀντιμετωπίσεως αὐτῶν τῶν ἀν θρώπων;

     Βέβαια εἶναι δύσκολο· ὄχι ὅμως καί πάρα πολύ δύσκολο. Γιά ’κείνους οἱ ὁποῖοι μποροῦν νά ἔχουν μίαν γνῶσιν, δέν εἶναι δύσκολο πρᾶγμα· φαίνεται ἀπό πολύ μακρυά. Φαίνεται, ἀγαπητοί μου, ἀπό πάρα πολύ μακρυά.

    Πέστε μου σᾶς παρακαλῶ· μία χρυσῆ λίρα, ἅμα τήν δώσουμε σ’ ἕναν ἄνθρωπο ἁπλοϊκόν, θά μπορῆ νά κρίνη ἄν αὐτή εἶναι σκάρτη ἤ ὄχι; Ἅμα ὅμως τήν πᾶτε στόν σαράφη, ἐκεῖ στόν ἀργυραμοιβό, ἀμέσως θά τήν ’δῆ καί θά σοῦ πῆ ἄν εἶναι ἐντάξει ἤ δέν εἶναι ἐντάξει· ξέρει. Ἔτσι λοιπόν κι ἐδῶ· μερικοί ξέρουν, μποροῦν νά διακρίνουν· οἱ πολλοί δέν μποροῦν νά διακρίνουν, καί σοῦ λένε: «Ατά λα εναι πολύ ντάξει.»! Τό λένε γιατί δέν ξέρουν νά διακρίνουν· διότι αὐτός κρύπτεται, καί κρυπτόμενος κάνει τή δουλειά του.

    Ὅπως θά δοῦμε καί στήν ἱστορία τοῦ Προτεσταντισμοῦ στήν Ἑλλάδα, ἦταν ἐντελῶς-ντελς παρακαλ ποκριτική  τακτική τους, ἀληθινός δούρειος ἵππος. Νομίζω ὅτι τότε μόνον θά μποροῦσαν νά δώσουνε δείγματα εἰλικρινείας, ἐάν διέλυαν κάθε ἐκδήλωσί τους. Τί; Ξεχωριστές μελέτες Ἁγίας Γραφῆς πού μπορεῖ νά κάνουν, ξεχωριστές λατρεῖες πού μπορεῖ νά κάνουν καί λοιπά. Μόνον τότε θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι τούς ἀποδεχόμεθα πώς εἶναι εἰλικρινεῖς· χωρίς νά παύση ὅμως ἡ παρακολούθησίς των !


Λεπτόν πρᾶγμα ἡ αἵρεσις

    Εἶναι λεπτό πρᾶγμα, ἀγαπητοί μου, ἡ αἵρεσις. Εἶναι λεπτό πρᾶγμα! Δηλαδή δέν μπορεῖτε νά φανταστῆτε πόσο. Γιά νά σᾶς τό δείξω, σᾶς ἀναφέρω μόνο δύο παραδείγματα.

    Ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἦταν ἡ ψυχή τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Ἄρειος κατεδικάσθη. Κατόπιν, ἀφοῦ κατεδικάσθη, πηγαίνει εἰς τόν μέγαν Κωνσταντῖνον καί τόν πείθει ὅτι εἶναι Ὀρθόδοξος, ὁμολογῶν ὁ Ἄρειος ὅλας τάς Ὀρθοδόξους θέσεις τῆς Α΄ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου! Καί τότε ὁ μέγας Κωνσταντῖνος ἐφοδιάζει τόν Ἄρειον μέ συστατικήν ἐπιστολήν νά γίνη ἀποδεκτός πρός κοινήν λατρείαν, Λειτουργίαν, διά συλλείτουργον εἰς τήν Ἀλεξάνδρεια, ἐκεῖ πού ἦταν ὁ μέγας Ἀθανάσιος. Ὅταν ἔφθασε ὁ Ἄρειος ἐκεῖ, ὁ μέγας Ἀθανάσιος δέν τόν ἐδέχθηκε. «Μά, χω πό τόν ατοκράτορα… χω χαρτί!… χω κάνει μολογία Πίστεως!…». Λέγει ὁ μέγας Ἀθανάσιος: «Εσαι ψεύτης! Δέν σέ θέλω· φγε πό ’δῶ !». Ξέρετε παρακαλῶ τί ἐκόστισε αὐτό εἰς τόν μέγαν Ἀθανάσιον; Ἐξορία! Ἐξορία ἐκόστισε. Καί μόνο μία; Ἓξι ἐξορίες ἐκόστισε αὐτή του ἡ στάσις! Γιατί; διότι ὅλοι ἔλεγαν ὅτι ὁ Ἄρειος εἶναι ἐν τάξει τώρα· εἶναι ἐν τάξει! ἀλλά ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἔλεγε: «Δέν εναι ν τάξει· εναι ποκριτής !».

Νά σᾶς πῶ καί τό ἄλλο. Ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Ἄρειος ἦρθε στήν Κωνσταντινούπολι νά συλλειτουργήση μέ τόν Ἀλέξανδρον τόν πατριάρχην, τοῦ ’ρθε συμφορά τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ πατριάρχου· καί ἔλεγε: «Θεέ μου! Θεέ μου!…». Ὅλη νύχτα ξενύχτησε εἰς τόν ναόν κάνοντας προσευχή, λέγοντας: «Θεέ μου, σέ παρακαλῶ !… Χριστέ μου, σέ παρακαλῶ !… ν πιτρέψης  ρειος νά λειτουργήση,  νά πεθάνη ατός πόψε  νά πεθάνω γώ !». Ἦταν σίγουρος ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὅτι ὁ Ἄρειος δέν ἄλλαξε φρόνημα· παρέμενε αρετικός, παρά τίς διαβεβαιώσεις καί τίς μολογίες του τίς ρθόδοξες. Καί τό πρωΐ, πηγαίνοντας πανηγυρικά μέ τούς ὀπαδούς του ὁ Ἄρειος πρός τόν ναόν, στόν δρόμο πέθανε. Ὁ Θεός ἤκουσε τήν προσευχήν τοῦ πατριάρχου, καί πέθανε ὁ Ἄρειος, γιατί ἦταν ψεύτης, ὑποκριτής, αἱρετικός.

    Σᾶς εἶπα αὐτά τά παραδείγματα, γιά νά σᾶς δείξω τι δέν εναι πάντοτε εκολο νά διακρίνη κάποιος τήν αρεσιν, κόμη κι νας σπουδαος νθρωπος· κυρίως ὅμως οἱ εἰδήμονες δύνανται νά διακρίνουν.


Ἡ ἔξαρσις τοῦ Προτεσταντισμοῦ

   Ὅσα μέχρι τώρα ἀναφέραμε, τήν περασμένη φορά καί σήμερα, ἀγαπητοί, ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν ἕνα γενικό διάγραμμα χαρακτηρισμοῦ καί ἀντιμετωπίσεως κάθε αἱρέσεως, πού τυχόν δύναται νά ἐμφανισθῆ στήν ἐποχή μας. μως τελευταα, κτός πό τούς Χιλιαστάς, πάρχει μία ξαρσις αρετικς δραστηριότητος το Προτεσταντισμο, χωρίς φυσικά αὐτό νά σημαίνη ὅτι διά πρώτην φορά ἐμφανίζονται εἰς τό προσκήνιον τῆς Ἱστορίας οἱ Προτεστάνται, καί ἰδίως εἰς τόν χῶρον τῆς Ἑλλάδος ἤ τῆς Ἀνατολῆς. Ἔχουμε μιά ἰδιαιτέρα ἔξαρσιν. Ἴσως ποτέ δέν ἔχουμε μιλήσει γιά τόν Προτεσταντισμόν.

    Βεβαίως σᾶς εἶπα τήν περασμένη φορά ὅτι  Χιλιασμός, ν πρεπε νά τόν χαρακτηρίσωμε, θά λέγαμε τι νήκει στίς ουδαΐζουσες αρέσεις, δηλαδή κε πού χουμε τό κρμα Χριστιανισμο καί ουδαϊσμο. Αὐτό λέγαμε τήν περασμένη φορά. Εἶναι ἀληθές· αὐτή εἶναι ἡ τελική του μορφή. μως νά ξέρετε τι  Χιλιασμός ξεκίνησε ς αρεσις προτεσταντική· ξεκίνησε πό τήν αρεσι τν Μεθοδιστν. Ἐπαναλαμβάνω, ὡς προτεσταντική αἵρεσις! Καί ἐξελίχτηκε. Προσέλαβε στόν δρόμο του πολλά-πολλά στοιχεα. Τά προσέλαβε ὅπως ἀκριβῶς κάποτε μία πετρίτσα πού ξεκινάει ἀπό τήν κορυφή ἑνός χιονισμένου βουνοῦ, πού κατά τό κατρακύλισμά της συμπαρασύρει χιόνι, γίνεται χιονοστιβάς, κι ὅσο κατεβαίνει, τόσο μεγαλώνει καί μεγαλώνει, καί φυσικά, ὅταν φθάση στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, δέν δύναται νά ἀναγνωρίση κανείς εἰς τήν πελωρίαν αὐτή χιονοστοιβάδα τήν ἀρχική ἐκείνη πετρίτσα πού γλύστρησε ἀπό τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ. Ἔτσι κι ἐδῶ· ξεκίνησε βεβαίως ἀπό προτεσταντικήν αἵρεσιν ὁ Χιλιασμός, ἀλλά μόνο προτεσταντική αἵρεσις πιά δέν εἶναι· εἶναι αὐτό πού χαρακτηρίσαμε· εἶναι ἰουδαΐζουσα αἵρεσις καί ἔχει ὅλα ἐκεῖνα τά χαρακτηριστικά προσβολῆς πού ἐπιθυμοῦν πάντοτε νά ἔχουν ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ Ἑβραῖοι.


Ἡ ἱστορία τοῦ Προτεσταντισμοῦ

Ἀλλά τί εναι ὁ Προτεσταντισμός;

     Θά σᾶς πῶ πολύ σύντομα τήν ἱστορία του. Πάρα πολύ σύντομα. Μπορεῖτε νά βρῆτε βέβαια τήν ἱστορία του σέ πολλά βιβλία, σέ ἐγχειρίδια, καί νά τήν διαβάσετε ἅμα θέλετε.


Τά αἴτια

   Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ Δυτική Ἐκκλησία, ὅταν ἀπεσχίσθη ἀπό τήν Ὀρθόδοξον Καθολικήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀνατολῆς, κατεκλίσθη ἀπό πολύ φιλόδοξες καί γωϊστικές θέσεις. Αὐτές οἱ ἐγωϊστικές της θέσεις τήν ἐξώθησαν σέ πλάνες. Μιά πρώτη ἦταν τι  Ρώμη χει τό προβάδισμα· μετά τι χει τό μοναδικόν προνόμιον νά στέκεται πάνω π’ λες τίς κκλησίες καί νά κυριαρχ σ’ ατές· κατόπιν παρουσίασε κοσμοκρατορικές διαθέσεις, ντελς πίγειες.

Ο Σταυροφορίες, πί παραδείγματι, δέν σαν παρά να πρόσχημα ὅτι δῆθεν πᾶμε νά ἀνακαταλάβουμε τούς Ἁγίους Τόπους, τούς τόπους ἐκείνους πού ὁ Χριστός ἐνεφανίσθη καί ἔδρασε, ἀπέθανε καί ἀνέστη· στήν πραγματικότητα ὅμως αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά κατακτήσουν, εχαν κατακτητικές διαθέσεις. Ἀπόδειξις –ἀπόδειξις!– ὅτι ὅταν περνοῦσαν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι τό 1204, ἐλεηλάτησαν τήν Πόλιν, τήν Κωνσταντινούπολι, σέ βαθμό πού οτε ο Τορκοι δέν τήν λεηλάτησαν ἔτσι! Καί ἐκράτησαν μέ μίαν κατοχήν περίπου ὀγδόντα ἐτῶν.

    Ἀντιλαμβάνεσθε, ἀγαπητοί μου, ὅτι οἱ διαθέσεις τους κάθε ἄλλο παρά ἀγαθές ἦσαν. Γιατί τί ἦταν ἡ Κωνσταντινούπολις; Χριστιανική ἦταν. Δέν κατήχετο πό τούς Πέρσας, τούς ραβας καί δέν ξέρω πό ποιούς, στε νά πομε τι θελαν νά λευθερώσουν καί τήν Κωνσταντινούπολι πό τυχόν Μωαμεθανούς καί πίστους! Εἶναι ὁλοφάνερο δηλαδή ὅτι οἱ διαθέσεις τους ἦταν κατακτητικές.

    Ἔτσι λοιπόν σιγά-σιγά, ἀφοῦ ἀπεσχίσθησαν, ἄρχισαν νά δημιουργοῦν καινοτομίες ποικίλες. Αὐτές οἱ καινοτομίες ἦταν ὅπως δήποτε πλάνες. Πολλές! Δέν εἶναι τῆς ὥρας, ἀγαπητοί μου, νά τίς ποῦμε τώρα. Ἔνεκα ὅμως αὐτῶν τῶν ἐγωϊστικῶν θέσεων τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν πλανῶν της, πολλές ψυχές ἄρχισαν νά σκανδαλίζωνται· πολλοί πιστοί.


Ἡ ἀφορμή

   Τήν ἀφορμή γιά τόν Προτεσταντισμό τήν ἔδωσε ἕνας δομηνικανός μοναχός, ὁ Ἰωάννης Τέτσελ. Αὐτός πουλοσε συγχωροχάρτια, πουλοῦσε ἀφέσεις εἰς τήν περιοχήν τῆς Σαξωνίας, στήν Γερμανία. Τότε ἕνας μοναχός καί ἱερεύς τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ὁ Λούθηρος –ὁ ὁποῖος βεβαίως ὡς ἱερεύς τῆς Ρώμης μποροῦσε νά ξέρη ἀπό πιό κοντά πολλά πράγματα–, ὅταν εἶδε κι αὐτό πιά, νά πουλοῦν τά χαρτιά αὐτά καί μέ χρήματα νά συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες, ἔ, δέν μπόρεσε νά συγκρατηθῆ πιά· τό ἔφερε αὐτό βαρέως· ἐξανέστη! Καί κάθησε καί ἔγραψε μίαν διαμαρτύρησιν, πού ἀπετελεῖτο ἀπό ἐννενήντα πέντε θέσεις. Τήν ἔγραψε στά λατινικά, γιά τήν ἀκρίβειαν, καί μάλιστα τήν ἐδημοσίευσε καί εἰς τόν τύπον, ἄν θέλετε.

    Μάλιστα ὑπῆρχε ἡ συνήθεια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, προκειμένου νά προκληθῆ μία θεολογική ἤ πολιτική ἤ κοινωνική συζήτησις, ὁ θέλων νά τήν προκαλέση ἐθυροκόλλει εἰς τήν πόρτα τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ τίς θέσεις του καί τίς ἀπόψεις του, ὥστε γιά ἐκεῖνον πού θά ἤθελε νά τόν ἀντιμετωπίση θά ὡρίζετο μία ὥρα δημοσίας ἐμφανίσεως, καί ἐκεῖ θά ἐγίνετο ἡ συζήτησις. Ἦταν συνήθεια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τήν συνήθεια αὐτή τήν χρησιμοποιεῖ ὁ Λούθηρος καί θυροκολλεῖ εἰς τήν Βιττεμβέργην, εἰς τόν ναόν τοῦ ἀνακτόρου ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ἁγίων Πάντων, στίς 31 Ὀκτωβρίου, παραμονή τῶν Ἁγίων Πάντων, θυροκολλεῖ αὐτήν του τήν διαμαρτύρησι μέ τίς ἐννενήντα πέντε θέσεις ἐναντίον τῶν ἀφέσεων, ἐναντίον τῶν συγχωροχαρτίων.

    Ὅταν, ἕνεκα τοῦ πανηγυριοῦ πού ὑπῆρχε, πῆγε ὁ κόσμος νά ἐκκλησιασθῆ, εἶδε, διάβασε αὐτές τίς θέσεις καί ἐνθουσιάστηκε, διότι πί τέλους σθάνετο τι κάποιος μποροσε νά μιλάη ναντίον ατν τν αθαιρεσιν καί ναντίον ατν τν πλανν καί κακοδοξιν τς Ρώμης. Τότε ὁ λαός αὐτός ἄρχισε νά ἐνθουσιᾶ, καί ἀστραπιαῖα οἱ θέσεις αὐτές τῆς διαμαρτυρήσεως τοῦ Λουθήρου ἐξηπλώθησαν εἰς τήν Γερμανίαν, εἰς τήν Γαλλίαν καί εἰς τήν Ἐλβετίαν μέ μίαν ταχύτητα καταπληκτική.


Ἡ Ρώμη ἀφορίζει τόν Λούθηρο – Ἔναρξις τοῦ Προτεσταντισμοῦ

    Τότε ἡ Ρώμη βρέθηκε σέ πολύ δύσκολη θέσι, καί ἀντί φυσικά νά ἀναθεωρήση τίς θέσεις της τίς αἱρετικές –διότι άν  Ρώμη ναθεώρει, γαπητοί μου, τίς αρετικές της θέσεις, τό πργμα θά τελείωνε κε καί θά σταματοσε, πρός μεγάλην χαράν καί δόξαν τς κκλησίας–, ξέρετε τί ἔκανε ἡ Ρώμη; ἀφώρισε τόν Λούθηρον! Καί ὁ Λούθηρος δημοσίως ἔκαψε τόν ἀφορισμόν. Ἀπό ’κεῖ ἀρχίζει ὁ ἀγών ἐναντίον τῆς Ρώμης. Ὅλα αὐτά ξεκίνησαν στίς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1517. Ἀπό ’κείνη τήν ἡμέρα ξεκινᾶ ἡ Διαμαρτύρησις εἰς τήν Εὐρώπη, κατακτᾶ διαρκῶς περισσότερον καί περισσότερον κόσμον, καί σέ λίγο γίνονται ἑκατομμύρια οἱ Διαμαρτυρόμενοι εἰς τήν Εὐρώπην. Ἔτσι αὐτοί ἄρχισαν ἤδη νά ἐπικρατοῦν.

    Κύριοι συνεργάται το Λουθήρου –σᾶς λέγω πολύ γενικές γραμμές, γιατί ὅλα αὐτά εἶναι πολλά καί δέν θά μᾶς ἦταν αὐτήν τήν στιγμή πολύ χρήσιμα– εναι  Καλβνος καί  Σβίγγλιος. γωνίζονται μέρα-νύχτα νά πιβάλλουν τίς πόψεις τους. Καί ἀρχίζουν νά διατυπώνουν θέσεις δογματικές, ὄχι βεβαίως πιά μένοντες μόνο στό θέμα τῶν συγχωροχαρτίων, ἀλλά καί ἐπί ἄλλων σημείων τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας.


Ἀπορρίπτουν τήν Ἱεράν Παράδοσιν

    Ἔτσι, στή βιασύνη τους, πορρίπτουν τήν εράν Παράδοσιν, ἡ ὁποία δέν εἶναι τί ἄλλο παρά ο Πατέρες τς κκλησίας. Προσέξτε παρακαλῶ· ἡ Ἱερά Παράδοσις δέν εἶναι αὐτό πού μαθαίνω ἀπό τόν πατέρα μου καί τή μάνα μου. Τό ὅτι μπορεῖ ὁ πατέρας μου καί ἡ μάνα μου νά μοῦ ποῦν τήν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, δέν ὑπάρχει ἀντίρρησις· ἀλλά τό νά μοῦ ποῦν πράγματα πού εἶναι τοῦ λαοῦ πράγματα, δηλαδή θά λέγαμε τῆς λαογραφίας πράγματα, αὐτό δέν εἶναι Παράδοσις. Μήν τά μπερδεύωμε· ὁ Θεός νά φυλάξη! Ξέρετε παρακαλῶ τί εἶναι ἡ Παράδοσις;  Παράδοσις τς κκλησίας εναι ο Πατέρες τςκκλησίας, εναι ο γιοι, εναι α πτά Οκουμενικαί Σύνοδοι καί α Τοπικαί Σύνοδοι, τά συγγράμματα τν Πατέρων καί ο ποφάσεις τν Οκουμενικν Συνόδων. Αὐτά ἀποτελοῦν τήν Ἱεράν Παράδοσιν. Δηλαδή εἶναι ἕνα θέμα κλειστόν –χωρίς νά εἶναι κλειστόν. Χωρίς νά εἶναι κλειστόν! Δηλαδή εἶναι ἕνα κατωχυρωμένο, ἕνα ἐπίσημο θέμα· δέν εἶναι τυχαῖο· δέν εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά εἶναι παρδαλό καί ν’ ἀλλάζη χρώματα μέσα στόν λαό, διαδιδόμενο ἀπό στόμα σέ στόμα καί λοιπά. Τό λέγω γιά νά μήν ὑπάρχη παρανόησις.


Ἀπορρίπτουν καί τά Μυστήρια

    Ἀπορρίπτει λοιπόν ὁ Λούθηρος τήν Ἱεράν Παράδοσιν, μέ ὅλα αὐτά πού σᾶς ἀνέφερα, πορρίπτει καί τά Μυστήρια τς κκλησίαςΚρατάει μόνο δύο Μυστήρια: το Βαπτίσματος καί τς θείας Εχαριστίας. Δέν ἔδωσε ὅμως τήν μυστηριακή διάστασιν, τήν ὁποίαν ἔχουν τά Μυστήρια αὐτά· δηλαδή δέν δέχετο, πί παραδείγματι, τι τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας εναι πραγματικά τό Σμα καί τό Αμα το Χριστολλά τι πλς εναι  παρουσία τς θείας χάριτος, χωρίς νά εναι τό Σμα καί τό Αμα το Χριστο. Ἀλλά κι ν ποτεθ κόμη τι θά δέχοντο πώς εναι τό Σμα καί τό Αμα το Χριστοφ’ σον καταργον τό μυστήριον τς ερωσύνης, τότε δέν εναι δυνατόν νά χουν τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας· διότι δυνάμει τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης ἀναδεικνύεται τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Πάλι λοιπόν δέν θά ἦταν Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ· τό ἀντιλαμβάνεσθε. Ἔτσι οὐσιαστικά, ν κρατάει τά δυό ατά Μυστήρια, δέν τά δίνει τήν πραγματική τους διάστασι, καί οσιαστικά καί ατά πορρίπτονται. Οὐσιαστικά.


Δέν ἀποδέχονται ὅλα τά βιβλία τοῦ Κανόνος τῆς Ἁγίας Γραφῆς

    Κρατᾶ μόνον τήν Ἁγίαν Γραφήν ὁ Λούθηρος. Ὅταν λέμε ὅμως ὅτι κρατάει τήν Ἁγία Γραφή, ὄχι ἀκριβῶς. πό τήν Παλαιά Διαθήκη, τά σαράντα ννέα της βιβλία, κόβει τά λεγόμενα δευτεροκανονικά, δέκα τόν ριθμόν, καί κρατάει τά τριάντα ννέα. πό δέ τά βιβλία τς Καινς Διαθήκης, μφισβητε τήν πιστολήν το γίου ακώβου το δελφοθέου.


Πιστεύουν εἰς τόν ἀπόλυτον προορισμόν

Ἀκόμη πιστεύουν εἰς τόν ἀπόλυτον προορισμόν, στόν ὁποῖον βεβαίως πίστευαν καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί· ἀλλά τόν τονίζουν ὅλως ἰδιαιτέρως καί ἐξαιρετικῶς, διότι δέχονται ς ρον τς δικαιώσεως, δηλαδή τς σωτηρίας, μόνον τήν πίστιν καί χι καί τά ργα. Εἶναι γνωστό ὅτι γιά νά δικαιωθῶ, νά σωθῶ, πρέπει καί νά πιστεύσω λλά καί νά ργασθ τόν νόμο το Θεο. Ἐάν ὅμως μείνω μόνο στήν πίστι χωρίς τά ἔργα, τότε βεβαίως δέν δύναμαι νά σωθῶ· ὅπως κι ἄν μείνω μόνο στά ἔργα καί ὄχι στήν πίστι, δέν δύναμαι νά σωθῶ. Ατοί λέγουν τι μόνον  πίστις σώζει· τά ργα εναι χρηστα. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος διά τόν ὁποῖον ἀπορρίπτουν τόν ἅγιον Ἰάκωβο τόν Ἀδελφόθεο· διότι τονίζει διαιτέρως τό θέμα τν ργων ες τήν πιστολήν του.


Ἑρμηνεύουν ὑποκειμενικά τήν Ἁγίαν Γραφήν

    Ἀλλά ἐκεῖνο τό ὁποῖον εἶναι φοβερόν, φοβερώτατον, καί μή δυνάμενον πλέον νά βοηθήση τούς Προτεστάντας νά ἐπανέλθουν κάποτε εἰς τήν ἀλήθειαν –ποιό εἶναι λέτε;– εἶναι  ποκειμενική ρμηνεία τς γίας ΓραφςΕναι τό χειρότερο πό λα· διότι νοίγεται δρόμος-τρόπος γιά μία φοβερή πομάκρυνσι. Φρικτή –ὄχι φοβερή– φρικτή ἀπομάκρυνσι! Καί αὐτή ἡ Ἱστορία τό ἀπέδειξε, ὅτι ὑπέστησαν, φίστανται καί θά φίστανται ατήν τήν διαρκ πομάκρυνσι πό τήν λήθεια, νεκα ατο το στοιχείου πού εσήγαγε  Λούθηρος, τήν ποκειμενικήν ρμηνείαν τς γίας Γραφς.

    Ἐπειδή ἡ Ρώμη δέν ἄφηνε εὔκολα τό Εὐαγγέλιο στά χέρια τοῦ κάθε πιστοῦ, τώρα ὁ Λούθηρος λέγει: «Πάρε τό Εαγγέλιο καί μελέτησέ το καί κατάλαβέ το· πως θές κατάλαβέ το.». Ἐνῶ ἡ Ρώμη τότε, ἐπειδή ἐφοβεῖτο τίς αἱρέσεις, ἔλεγε: «Μπορες νά διαβάσης τήν γία Γραφή, λλά πρέπει μαζί σου νά εναι καί κάποιος πού νά ξέρη θεολογία. Πρέπει νά εναι  ερεύς, πού θά ξέρη θεολογία, γιά νά μήν πάρξη πλάνη.». Σ’ αὐτό ἀντιδρῶν ὁ Λούθηρος προχωρεῖ σ’ αὐτό πού σᾶς εἶπα.


Πολλαπλασιάζουν τόν πάπαν

    Τί συνέπειες εἶχε αὐτό;  αθεντία στή Ρώμη ταν  πάπας. Αὐθεντία! Ἀπόλυτος αὐθεντία! Σ’ αὐτό ἀντιδρᾶ τώρα ὁ Λούθηρος καί χτυπᾶ τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, λέγοντας ὅτι ὁ πάπας δέν εἶναι αὐθεντία. Καί τί κάνει; Χτυπντας τόν πάπα, τόν κάθε πιστό τόν κάνει ναν μικρό πάπα! Διότι ταν  καθένας ρμηνεύη τήν γία Γραφή κατά τό δοκον, πως ατός νομίζει, θεωρε αυτόν λάθητον· γιατί ἔτσι τήν καταλαβαίνει. Σοῦ λέει: «τσι τό καταλαβαίνω.». Καί συνεπῶς ὁ κάθε πιστός γίνεται μία αὐθεντία, γίνεται ἕνα ἀλάθητον, ἕνας μικρός ἀλάθητος πάπας. Αὐτό ἦταν τό ἀποτέλεσμα· νά χτυπήση ἕναν ἀλάθητον, καί νά δημιουργήση ἑκατομμύρια ἀλαθήτους!

       Βλέπετε ὅτι ἀπό τή βάσι τό πρᾶγμα εἶναι ἀληθινή καταστροφή; Γιά νά μή σς π τι  Λούθηρος ρχικά λέγετο Λοντερ (Luder), τό πατρικό του νομα, το πατέρα του, τό πίθετό του. Μαρτνος Λοντερ. Luder στά γερμανικά θά π «ξώλης». Ὁ ξώλης –ἀπό τό ρῆμα λλυμι– εναι ατός πού εναι καταστροφεύς,  διαφθορεύς. Κι ἐπειδή ἤτανε κακόηχο, τό ἄλλαξε. Ὅπως σήμερα λέμε: ὁ κύριος Πατσαβούρας… ἡ κυρία Πατσαβούρα… –τό θηλυκό. Τό νά λές «πό ’δ  κυρία Πατσαβούρα» εἶναι πολύ ἄσχημο. Ἔχουμε στήν Κηφισιά τό ὄνομα Πατσαβούρας · γι’ αὐτό σᾶς τό εἶπα αὐτό. Εἶναι κακόηχο· εἶναι πολύ κακόηχο. Γιά ν’ ἀλλάξη λοιπόν τό ὄνομά του, ἐπῆρε τό ἑλληνικόν ὄνομα Ἐλευθέριος, ἐπειδή τότε ἦταν ἡ Ἀναγέννησι καί εἴχαμε τά ἑλληνικά γράμματα στήν Εὐρώπη. Καί σιγά-σιγά πό τό λευθέριος πρε κενο τό θτα καί τό βαλε στό νομά του, τό de τό λλαξε σέ the, καί τό ἔκανε Luther. Δηλαδή τό ἄλλαξε τό ὄνομά του· ἐνῶ τό ἀρχικό ἦταν τό Luder, πού θά πῆ ἐξώλης. Καί πράγματι εἶναι καταστροφεύς, ληθινός πολλύων, πού λέγει καί τό βιβλίον τς ποκαλύψεως.


Διαιροῦνται διαρκῶς

    Ἀλλά ὡς ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ὑποκειμενικῆς ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχουμε καί τό ἑξῆς, ἀγαπητοί μου. Ἀφοῦ ὁ καθένας μπορεῖ νά καταλαβαίνη τήν Ἁγία Γραφή διαφορετικά ἀπό τόν ἄλλον, ἄρχισαν, ἀπό τήν ἐποχή πού θεμελιώθηκε ἡ Διαμαρτύρησις –γιατί Προτεσταντισμός θά πῆ Διαμαρτύρησις · ἀπό τό protest–, ἄρχισαν ἀμέσως καί τά κομματιάσματα. Σήμερα στήν μερική χουμε διακόσια πενήντα κομμάτια το Προτεσταντισμο· καί στήν Ερώπη χομε μερικές κατοντάδες κομμάτια το Προτεσταντισμο, μέ διάθεσι διαρκς νά αξάνουν. Μόνον εἰς τούς Πεντηκοστιανούς, ἀπό τήν ἐποχή πού ἐνεφανίσθησαν –στίς ἀρχές τοῦ αἰῶνος μας– μέχρι σήμερα ὑπάρχουν ἤδη περί τίς ἑξήντα μέ ἑβδομήντα διαιρέσεις! Δηλαδή κάθε χρόνο περίπου καί να κομμάτιασμα. Κάθε χρόνο καί να κομμάτιασμα! Εἶναι ἑπόμενον. Καί νά φανταστῆτε ὅτι μεταξύ τους πολλές φορές δέν συμφωνοῦν· καί φθάνουν νά μαλώνουν καί νά τσακώνονται φοβερά, ἐπειδή δέν συμφωνοῦν.


Ἀρνοῦνται καί τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος!…

    Ἀλλά ἐπειδή διαρκῶς ὁ καθένας καταλαβαίνει ὅπως καταλαβαίνει, ἔφθασαν σέ τέτοια φθορά καί κατάπτωσι, ὥστε ἀπό τόν Λούθηρο φθάνομε εἰς τόν Σβίγγλιον, ἀπό τόν Σβίγγλιον εἰς τόν Καλβῖνον καί ἀπό τόν Καλβῖνον εἰς τούς Σοκινιανούς.

    Οἱ Σοκινιανοί –μέ δύο λόγια μόνο– εἶναι μιά αἵρεσις πού ἀνεπτύχθη στήν Πολωνία, ἡ ὁποία εἶναι ἀντιτριαδική, δηλαδή δέν δέχεται τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτομάτως λοιπόν αὐτοί οἱ Προτεστάνται δέν εἶναι πλέον χριστιανική αἵρεσις· αὐτομάτως φεύγουν τελείως ἀπό τό περιβόλι τοῦ Χριστιανισμοῦ! Διότι κενο τό δόγμα πού χαρακτηρίζει ς χριστιανική μίαν αρεσι εναι τό δόγμα τς γίας Τριάδοςάν δέν δέχεσαι τό δόγμα τς γίας Τριάδος, δέν εσαι Χριστιανός. Οἱ Χιλιασταί δέν εἶναι Χριστιανοί. Προσέξτε: ὁ Χιλιασμός δέν εἶναι αἵρεσις χριστιανική! Καί δέν εἶναι αἵρεσις χριστιανική, διότι δέν ἔχει τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος· τό ἀπορρίπτει. Ὁ Χιλιασμός εἶναι κάτι τελείως ἄλλο πρᾶγμα, τελείως ξένο πρᾶγμα. Ὅπως φυσικά καί ὁ Μωαμεθανισμός δέν εἶναι αἵρεσις χριστιανική· εἶναι ἄλλο πρᾶγμα, ἄλλη θρησκεία. Ἔτσι λοιπόν φθάνουν τέτοιες ὁμάδες νά γίνουν Ἀντιτριαδισταί. 

Σᾶς λέγω μόνο γιά τήν ἱστορία, ἀγαπητοί μου, ὅτι πρό μερικῶν ἐτῶν εἶχε γίνει ἕνα συνέδριο στήν Ἀμερική καί ἐκάλεσαν καί Ὀρθοδόξους. Τώρα τό γιατί μπορε ο ρθόδοξοι νά πηγαίνουν εναι λλη στορία ατή. Εἶναι μία ἐποχή κρίσεως· σᾶς τό λέγω εἰλικρινά. Καί παρεκλήθησαν λοι, κανείς νά μήν ναφέρη τό νομα το ησο Χριστο, παρά μόνον λοι νά λέγουν  Θεός, διότι πρχαν ες τό συνέδριο ατό Προτεστάνται ντιτριαδισταί!… Εἶναι ἤ δέν εἶναι νά τραβᾶς τά μαλλιά σου!… Καί πῶς δέχεσαι νά μένης σ’ ἕνα συνέδριο, χριστιανικό, πού νά σοῦ ἀπαγορεύουν νά πῆς τό ὄνομα Χριστός, ἐπειδή ὑπάρχουν ἐκεῖ Ἀντιτριαδισταί;… Εἶναι φοβερό τό κατάντημα, ἀγαπητοί μου, τῶν Προτεσταντῶν· φοβερό! Ἀφοῦ φθάνουν νά ἀρνοῦνται καί τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος!


Προτεσταντική Ἐκκλησία: ἕνας λανθασμένος ὅρος

   Ἀλλά ἐφ’ ὅσον δέν ὑπάρχει Ἱερωσύνη, δέν ὑπάρχει τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας· καί φ’ σον δέν πάρχει τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας –γιατί ατό συνιστ τήν κκλησία–, δέν πάρχει κκλησία. Συνεπῶς δέν μποροῦμε νά λέμε Προτεσταντική Ἐκκλησία · εἶναι λάθος. Δέν εναι κν κκλησία. Μποροῦμε νά τίς ὀνομάσουμε ἁπλῶς θρησκευτικές κοινότητες χριστιανικς ποχρώσεως. Τό ἀκούσατε παρακαλῶ; Οὔτε κἄν Ἐκκλησία δέν εἶναι ὁ Προτεσταντισμός! Οὔτε κἄν! Καί σᾶς τό ἐξήγησα γιατί: δέν χουν ερωσύνη· κι μα δέν χουν ερωσύνη, δέν χουν τό μυστήριο τς θείας Εχαριστίας, καί συνεπς δέν χουν κκλησία. Διότι τί εναι κκλησία; Τό Σμα το Χριστο. Ἀκοῦστε· τό λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος . Τί εἶναι Ἐκκλησία; Τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. λλά ατοί δέν χουν τό Σμα το Χριστο, διότι δέν χουν τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας· καί δέν τό χουν, γιατί δέν χουν ερωσύνη· ρα δέν πάρχει κκλησία. Σᾶς τό ἀποδεικνύω καθαρά δηλαδή.


Ἡ ἐξάπλωσις τοῦ Προτεσταντισμοῦ

     Ὁ Προτεσταντισμός ὅμως δέν ἔμεινε μόνο στήν Γερμανία· ἐξεδηλώθη ποικιλοτρόπως. Ὀργάνωσε ἱεραποστολές σέ ὅλο τόν κόσμο καί ἄρχισε νά ἀσκῆ προσηλυτισμόν μέ ἕναν ζῆλον καταπληκτικόν. Ἀπεδύθη σέ δρόμον ταχύτητος, σέ μαραθώνιον! Καί οἱ Προτεστάνται καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί. Στήν Ἀμερική τρέχουν νά διαδώσουν τόν Προτεσταντισμόν καί τόν Ρωμαιοκαθολισμόν· καί οἱ μέν καί οἱ δέ. Τρέχουν στήν Ἀφρική. Καί βλέπετε ἐκεῖ νά ἀγωνίζωνται Ρωμαιοκαθολικοί ἱεραπόστολοι καί Προτεστάνται ἱεραπόστολοι. Τρέχουν στήν Ἄπω Ἀνατολή· στήν Κίνα –μέχρι πρότινος, γιατί τώρα ἡ Κίνα τούς ἔδιωξε–, στήν Ἰαπωνία, στάς Ἰνδίας, ὁπουδήποτε. Πηγαίνουν στά πέρατα τς οκουμένης, καί ο Ρωμαιοκαθολικοί καί ο Προτεστάνται, σ’ ατόν τόν μαραθώνιο, ποιός θά τρέξη πρτος νά διαδώση τήν αρεσί του. Ἀλλά ἐπειδή ὁ λόγος περί τῶν Προτεσταντῶν, θά μείνω βέβαια εἰς αὐτούς.


 δρσις τν Προτεσταντν ες τήν ρθόδοξον νατολήν

    Ἔτσι ἐκινήθησαν λοιπόν οἱ Προτεστάνται, βάζοντας στό σχέδιο τῶν ἱεραποστολῶν των καί τοῦ προσηλυτισμοῦ των καί τόν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικόν Χριστιανισμόν, δηλαδή ἡμᾶς. Ἔτσι, ὅταν παγιώθηκαν –τόν 16ον αἰῶνα ξεκίνησαν· σᾶς εἶπα τό 1517– ὅταν παγιώθηκαν, ἤδη ἀρχές τοῦ 17ου αἰῶνος, τέλη τοῦ 16ου αἰῶνος ἀκριβέστερα, κινοῦνται παρακαλῶ ἐναντίον τῆς Ἀνατολῆς. Ὀργανώνουν ἱεραποστολές καί ἔρχονται στήν Ἑλλάδα, στή Μικρά Ἀσία, στή Βουλγαρία, στή Ρωσία, στήν Σερβία, στήν Παλαιστίνη. Τότε δέ, εἶναι γνωστό, ὅλες οἱ χῶρες αὐτές πού σᾶς εἶπα, ἐκτός τῆς Ρωσίας, ἦταν κάτω ἀπό τήν τουρκικήν κατοχήν. Τό καταπληκτικόν εἶναι ὅτι κάτω πό τήν τουρκικήν κατοχήν  ρθόδοξος κκλησία δέν παθε καμμία ζημία πό τούς ΠροτεστάνταςΜέ κάθε τρόπο προσπαθοσαν νά τήν κπορθήσουν, λλά δέν τά κατάφεραν. Δέν παραιτήθηκαν μως· λους τούς αἰῶνες, μέ πιμονή, δέν ἔπαυσαν νά στέλνουν διαρκῶς ἱεραποστολές νά ἁλώσουν τήν Ἀνατολήν. Ὅπως κάνει καί ἡ Οὐνία μέχρι σήμερα, μέχρι αὐτή τή στιγμή πού σᾶς ὁμιλῶ, πού ὑπάρχει Οὐνίτης ἀρχιεπίσκοπος στήν Ἀθήνα. Οὐνίτης ἀρχιεπίσκοπος στήν Ἀθήνα! Τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Φοβερό πρᾶγμα.

    Ἀλλά ἡ δρᾶσις των πραγματικά ἀρχίζει –ἀπό πότε λέτε;– πό τήν στιγμή πού λευθερωθήκαμε! Ἔτσι πού νά λέη κανείς ὅτι καμμιά φορά μερικά πράγματα σώζονται καλύτερα ὅταν εἶναι θαμμένα. Ὅπως μερικά ἀρχαῖα σώζονται ὅταν εἶναι θαμμένα· μόλις ὅμως τά φέρουν στά μουσεῖα καί τά δοῦν κακοί ἄνθρωποι, κλέπται, κλέπτονται καί καταστρέφονταιτσι κι δ κκλησία μας ταν ταπεινή καί χωμένη κάτω κε στίς κατακόμβες, στίς χαμηλές κκλησίες· ταν νλθε πάνω, τότε –, τότε…!– σάν λύκοι ρπαγες φοβεροί καί τρομεροί ρμησαν πάνω της, ναντίον τς νατολς! Δηλαδή ἡ δρᾶσις των ἀρχίζει ἀπό τό 1821 κι ἐδῶ, δίως ες τόν λληνικόν χρον, τήν Μικράν σίαν καί τήν Παλαιστίνην, δηλαδή στίς χῶρες τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.


Ἡ δρᾶσις τῶν Προτεσταντῶν εἰς τήν Ἑλλάδα

    Στήν Ἑλλάδα ἦρθαν πό τό πρόσχημα τς φιλελληνικότητος. Μερικοί ἀπ’ αὐτούς ἦταν ὁ Γκίλφορντ –σᾶς λέω καί μερικά ὀνόματα πού ἔδρασαν στήν Ἑλλάδα–, ὁ Κίνγκ, ὁ Χίλλ, ὁ Κόρκ, ὁ Ἄρτλεϋ, ὁ Χέλντερ, ὁ Λήν. Ατοί ρθαν ς φιλέλληνες, ρχισαν νά δρύουν σχολεα καί σιγά-σιγά ρχισαν νά κδηλώνωνται καί νά χύνουν τό δηλητήριό τους.

    Σ’ αὐτούς δέ νά προσθέσωμε πί πλέον καί τήν βαυαρικήν βασιλείαν, πού ἦρθε τότε στήν Ἑλλάδα. Ὅταν ἦρθε ὁ Ὄθων, ἔφερε καί τήν αὐλή του. Ἡ αὐλή του ἦτο βαυαρική, δηλαδή ἀπ’ τή Γερμανία. Ο Βαυαροί σαν Προτεστάνται. Καί φθασαν στήν λλάδα νά κυβερνήσουν τούς ρθοδόξους λληνας Προτεστάνται! –τί ετυχές γεγονός γι’ ατούς… βαλαν τόν λύκο νά φυλάξη τά πρόβατα!

Ἀγαπητοί μου, τέτοια μωρία μᾶς ἔχει πιάσει, τέτοια μωρία, πού εἶναι ἀδιανόητο πρᾶγμα! Ὅταν διαβάζουμε αὐτά στήν Ἱστορία, τά θεωροῦμε πραγματικά ἀδιανόητα. Καί τό χειρότερο:… Ἄλλο αὐτό πού μπορεῖ νά μοῦ πῆ κάποιος: «Μά,  θων γινε ρθόδοξος βασιλεύς, πως τό προέβλεπε τό Σύνταγμα.». Ὡραῖα, πολύ καλά. Ἡ αὐλή του ὅμως δέν ἔγινε Ὀρθόδοξη. Καί τό χειρότερο: πουργός Παιδείας καί Θρησκευμάτων τέθη  Βαυαρός Μάουερ, πού το Προτεστάντης! Ὑπουργός Παιδείας καί Θρησκευμάτων Προτεστάντης!… Ἔ, πέστε μου σᾶς παρακαλῶ, τί θά ἔκανε αὐτός ὁ ἄνθρωπος; , νά τί κανε: κλεισε τά μοναστήρια, περιώρισε ,τι μποροσε νά περιορίση στήν λλάδα, μέ ποτέλεσμα τήν ποταγή τς κκλησίας.

     Εἶπα γιά τά μοναστήρια. Εἶναι μιά ὁλόκληρη ἱστορία. Θά δοῦμε καί κάτι πού εἶναι σέ μιά ἐγκύκλιο σχετική. Ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί μου, ὡδήγησαν σέ μία κατάκτησι πλέον τῶν ἀρχῶν, τῶν θέσεων-κλειδιῶν μέσα στήν Ἑλλάδα ἐκ μέρους τοῦ Προτεσταντισμοῦ, καί ἀπό τότε δέν μπορεῖ ἡ Ἑλλάς νά σηκώση κεφάλι. Τό γεγονός τι  κκλησία εναι δεσμία τς Πολιτείας εναι ργον τν Βαυαρν, τν Προτεσταντν· νά χουνε πό τό πέλμα των καί πό τόν λεγχόν των τήν κκλησία. Ναί, εἶναι ἔργον τῶν Βαυαρῶν, τῶν Προτεσταντῶν ἔργον! Ἀλλά ἐφ’ ὅσον πάντοτε ἡ Πολιτεία εἶναι ἐκείνη πού κρατᾶ τήν Ἐκκλησία, τί μπορεῖ νά περιμένη κανείς;

     Ἔτσι ἐδόθη καί  χαριστική βολή –ἄν ὑποτεθῆ ὅτι εἶναι αὐτή ἡ χαριστική βολή· γιατί ἐγώ πιστεύω ὅτι καί ἄλλες βολές χαριστικές θά δοθοῦν: Εναι τό τελευταο ψηφισθέν Σύνταγμα, πού ναγνωρίζει λες ατές τίς αρέσεις, καί δύνανται ο αρετικοί νά κινονται νέτως, πως καί νας ρθόδοξος Χριστιανός.

     Ἕνα μικρό παράδειγμα. Μέ παίρνει μία δασκάλα στό τηλέφωνο προχθές ἀπό κάπου στή Μακεδονία. «Πάτερ, μο λέει, δρον δ πέρα ο Χιλιασταί· ρχονται πό σπίτι σέ σπίτι… καί τά λοιπά. Πέστε μου, τί νά κάνω;». Λέω: «σύ τί κανες;». Μοῦ λέει: «Πγα ες τόν Σταθμόν Χωροφυλακς καί τούς παρεκάλεσα νά βοηθήσουν νά τούς διώξουμε ατούς τούς νθρώπους.». Καί τῆς ἀπαντᾶ ἐκεῖ ὁ ἀστυνόμος: «Τούς προστατεύει τό Σύνταγμα, καί δέν μπορομε νά κάνωμε πολύτως τίποτα.»! Τότε τῆς εἶπα: «Πάρε παιδιά πό τό σχολεο σου νά τούς κολουθον πό πίσω, καί μόλις νοίγη μιά πόρτα πού θά χτυπον, νά φωνάζουν στούς νοικοκυραίους το σπιτιο: «Κύριοι, ατοί εναι αρετικοί! εναι Χιλιασταί ! »». Πλέον ναλαμβάνει  λαός νά περασπίση τόν αυτό του. Ἀντιλαμβάνεσθε, ἀγαπητοί μου, ὅτι πλέον μᾶς κρατοῦν δεσμίους. Νά τό κατάντημά μας.


Μέτρα τῆς Ἐκκλησίας κατά τοῦ Προτεσταντισμοῦ

     Ἀλλά, ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία τί μέτρα ἔλαβε ἐναντίον τοῦ Προτεσταντισμοῦ;

    Ἀπό τῆς ἐμφανίσεώς του κι ἐδῶ, τόν κατεδίκασε μέ ξι Τοπικάς Συνόδους, κ τν ποίων  μία εναι τν εροσολύμων, τό 1672, πό τόν διάσημον Δοσίθεον, πατριάρχην εροσολύμων,  ποος κανε μία θαυμασία μολογία Πίστεως. Θαυμασία! Ἔμεινε σύμβολον πραγματικά, συμβολικόν μνημεῖον τῆς Ἐκκλησίας. Καί κε πραγματικά κατεδίκασε τόν Προτεσταντισμόν ες τάς θέσεις του μία πρός μία. Ὁμοίως εἶναι καί  Σύνοδος τς Κωνσταντινουπόλεως το 1836· καί ἀπό τήν ὁποία Σύνοδο, ἀπό τάς ἀποφάσεις της, θά σταχυολογήσουμε μερικά ποσπάσματα, γιά νά δώσωμε ἀπάντησι σέ μερικά θέματα.

   Πρίν προχωρήσω ὅμως γιά νά σᾶς πῶ αὐτά πού θά διαβάσουμε ἀπό τήν ἀπόφασιν αὐτήν, τήν ἐγκύκλιον τῆς Τοπικῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1836, θά ’θελα νά σᾶς τονίσω κάτι. Οἱ ἀποφάσεις μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου παραμένουν κτῆμα τῆς Ἐκκλησίας, μή ἀπαλλοτριούμενον ἤ διωρθούμενον, ὡς ἔχον κῦρος καί αὐθεντίαν. Δηλαδή ἀπεφάνθη ἡ Ἐκκλησία ἐπί ἑνός θέματος· δέν ὑπάρχει λόγος πάλι ἡ Ἐκκλησία νά ἀποφανθῆ, διότι ἁπλούστατα ὅ,τι εἶπε ἡ Ἐκκλησία, αὐτό εἶναι καί τίποτε ἄλλο. Δέν πάρχει περίπτωσι  κκλησία νά ναιρέση μίαν πόφασί της σέ κάποια Σύνοδο. Ο ποφάσεις τν Συνόδων εναι ροθέσια ληθείας· καί α Σύνοδοι, Οκουμενικαί καί Τοπικαί, εναι Σύνοδοι-στλοι, πού εναι ν Πνεύματι γί  φωνή τς κκλησίας.

   Ἐάν τώρα θά μοῦ λέγατε «Γιατί σέ ξι Τοπικάς Συνόδους νά καταδικασθ  Προτεσταντισμός, καί χι σέ μία;», θά σᾶς ἀπαντοῦσα: Ἡ Ἐκκλησία ἐπανέρχεται εἰς τό αὐτό θέμα, ὄχι διότι θέλει νά πῆ κάτι ἄλλο, ἀλλά ἐάν ἐμφανισθῆ κάτι καινούργιο εἰς τήν αὐτήν αἵρεσιν, στηρίζεται ἐπί τῆς προηγουμένης Συνόδου καί πλς ρχεται νά προσθέση  –προσέξατε!– νά νανεώση τήν καταδίκη. Πάντοτε μως καταδίκη. ΠάντοτεΔέν πάρχει περίπτωσι νά πομε τι θά πάρξη κάποτε καί μία χαριστική θέσις· ποτέ! Διότι τότε  κκλησία θά ντιφάσκη πρός αυτήν.

     Θά σᾶς πῶ ἕνα μικρό παράδειγμα. Ἐμφανίζεται ἕνας ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τήν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτός προφανῶς πάσχει ἀπ’ τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου. Θά πρέπει ἡ Ἐκκλησία νά κάνη πάλι Σύνοδον, ἐάν ὑποτεθῆ ὅτι εἶναι πολλοί ἐκεῖνοι πού ἀρνοῦνται, θά πρέπει νά κάνη πάλι Σύνοδον διά νά καταδικάση αὐτούς πού ἀρνοῦνται τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ; Ὄχι προφανῶς. Ἀλλά τί; Τό δεδικασμένον τό ἔχει· τό δεδικασμένον τό ἔχει εἰς τήν Α΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον. Ἐκεῖ θά παραπέμψη· καί θά πῆ: «Εναι κατατεθειμένη  καταδίκη.». Καί βάσει τοῦ δεδικασμένου, θά βγάλη τά συμπεράσματά της.

    Ἐγώ λοιπόν ὁ ἱερεύς, πού εἶμαι στήν ἐνορία μου καί εἶμαι ὑπεύθυνος τοῦ ποιμνίου μου, κάθε φορά πού θά ἐμφανίζεται ἕνας αἱρετικός, ἐπί ὅλων τῶν τομέων τῶν αἱρέσεων, δέν σημαίνει ὅτι κάθε φορά θά τρέχω νά ρωτῶ· ἁπλούστατα διότι  λήθεια εναι κατατεθειμένη στήν κκλησία καί ο αρετικές θέσεις εναι δεδικασμένες. Δέν ἔχω παρά νά ἀνοίγω, ἀγαπητοί μου, τά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας καί νά βρίσκω ἐκεῖ μέσα ἐκεῖνα τά ὁποῖα λέγει ἡ Ἐκκλησία· καί τότε θά λέγω: «Εσαι αρετικός !». Δέν θά γίνωμαι ἐγώ Σύνοδος· γώ πλς θά εμαι τό κτελεστικόν ργανον τς Συνόδου μέσα στήν Ιστορία,  τν Συνόδων μέσα στήν στορία. Αὐτό θά παρακαλέσω νά μήν τό ξεχάσωμε.

    Καί ἐν προκειμένῳ δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι σήμερα ἄν ἐμφανίζωνται Προτεσταντικές ὁμάδες στόν χῶρον τῆς Ἑλλάδος πρέπει νά ξαναρχίσωμε νά τίς καταδικάζωμε, καί μέχρι πού νά τίς καταδικάσωμε θά πρέπει νά περιμένωμε τί θά πῆ ἡ Σύνοδος. Ὄχι· εναι δεδικασμένον! Καί σᾶς εἶπα:  Προτεσταντισμός χει καταδικασθ πό ξι Τοπικάς Συνόδους.

    Διαβάστε παρακαλῶ τήν Ἱστορία το Κυρίλλου το Λουκάρεωςπατριάρχου Κωνσταντινουπόλεωςνά δτε κε τί σάλος γινε στήν κκλησία, ἐπειδή-ἐπειδή καί λοιπά ατός δειξε κάποια φιλοκαλβινικήν διάθεσιν, φιλοπροτεσταντικήν, μέ ποτέλεσμα μία μετέπειτα Σύνοδος νά τόν καθαιρέση· ὅπως ἀναγκάστηκε νά καθαιρέση καί τόν Ὡριγένη, μετά θάνατον –δέν ἔχει σημασία. Καί ὅπως λέγει ἐκεῖ αὐτή ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, «Τόν καθαιρέσαμε, γιά νά μήν πάρχη οτε  ποψία τι μπορε  κκλησία νά χη κάποια σχέσι μέ τόν Προτεσταντισμόν.». Διότι προσπάθησαν νά προσεταιρισθοῦν παρακαλῶ τήν Ἀνατολή οἱ Προτεστάνται, γιά νά στηριχθοῦν. Ναί.

    Καί τότε παρακαλῶ, τόν 17ον αἰῶνα, ἔκαναν μία πλαστή ὁμολογία τοῦ Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως, ὅτι δῆθεν ἐκεῖνος τήν διετύπωσε, καί ἄρχισαν νά τήν κυκλοφοροῦν στήν Γερμανία, σέ ἑλληνικό καί λατινικό κείμενο. Καί ἔγινε σάλος στήν Ἀνατολή. « πατριάρχης Προτεστάντης; Καί ἡ Ἐκκλησία –ἀκούσατέ το– τόν ἐρώτησε. Τοῦ λέει: «Εσαι Προτεστάντης;». «χι, λέει. χι, χι Τέλος πάντων. φησε μως ποψίες. Καί μόνο νεκα τν ποψιν, μία μετέπειτα Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως τόν φώρισε πό τήν κκλησία. «Γιά νά καταλάβετε», ὅπως εἶπε ἐκείνη ἡ Σύνοδος, «γιά νά καταλάβετε τι πάρχει εαισθησία ες τήν κκλησία μας καί δέν δεχόμεθα ποτέ νά πάρχη παρουσία αρετικο.» Αὐτό θά ἤθελα νά σᾶς τό πῶ σάν μιά προϋπόθεσι.


 γκύκλιος τς ν Κων/πόλει Συνόδου το 1836 –  Μοναχισμός νιχνευτής τν αρέσεων

    Καί τώρα θά ἤθελα νά ἔλθω σέ μία ἀπ’ αὐτές τίς ἐγκυκλίους τῶν Συνόδων, χωρίς νά ἔχη σημασία ἄν εἶναι τοῦ 1600 ἤ τοῦ 1700 ἤ τοῦ 1800· δεδικασμένον εἶναι τό θέμα. Μή μοῦ πῆ κάποιος, ξαναλέγω, ὅτι αὐτή ἡ ἐγκύκλιος εἶναι παλιά καί χρειαζόμαστε νεωτέραν· τό ἀνέφερα προηγουμένως.

   Δύο ἔχω πού μπορῶ νά σᾶς πῶ: εἶναι αὐτή ἡ ἐγκύκλιος ἀπόφασις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Τοπικῆς Συνόδου τοῦ 1836 κι αὐτή τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1891, πού ἐξεδόθη στίς 22 Μαρτίου 1891. Μέ αὐτήν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν θά ἀσχοληθῶ· θά σχοληθ κυρίως μέ τήν τς Κωνσταντινουπόλεως,  ποία εναι κτάκτως-κτάκτως νδιαφέρουσα. Πηγαίνω κατ’ εὐθεῖαν εἰς τό κείμενον, ἀγαπητοί μου. Ἔχω μαζί μου ἐδῶ τό σχετικό βιβλίο καί ἔρχομαι νά σᾶς πῶ μερικά μόνο ἀποσπάσματα, γιά νά ποῦμε μερικές θέσεις πάρα πολύ σπουδαῖες.

   Ἀρχικά ὁ τίτλος τῆς ἐγκυκλίου εἶναι ὁ ἑξῆς: «Τς ν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου το 1836 γκύκλιος, κατά τν Διαμαρτυρομένων εραποστόλων.». Σαφῶς.


  »Γρηγόριος, λέ Θεο ρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης, Οκουμενικός Πατριάρχης.

    » πολυέλεος κα πανοικτίρμων Θεός…» καί λοιπά καί λοιπά. Εἶναι μία ἐγκύκλιος τριάντα πέντε σελίδων αὐτοῦ τοῦ βιβλίου. Τριανταπέντε σελίδων! Εἶναι πάρα πολύ μεγάλη. Θά σταχυολογήσω τρία-τέσσερα-πέντε σημεῖα μικρά, πολύ μικρά, γιά νά σᾶς πῶ μερικά πραγματάκια.

    Κατ’ ἀρχάς τίθεται τό ἐρώτημα:  κάθε ερεύς καί  κάθε ποιμήν καί  κάθε ντεταλμένος νά φρουρ καί νά ποιμαίνη ψυχάς ρθοδόξους χει τό δικαίωμα νά κινται πό μόνος του καί νά περιφρουρ τό ποίμνιον;

     Βεβαίως! Ἀκοῦστε λοιπόν τώρα. Λέγει ἐδῶ ἡ Σύνοδος:

    «Κρίνομεν ναγκαον τ ν γνωστοποιήσωμεν πρς πάντας τν πικείμενον κίνδυνον τς κκλησίας, κα συγχρόνως ν μέρει ν σς παραστήσωμεν τς αρέσεις, τς κακοδοξίας κα τς πιβουλς τν σημερινν αρετικνδι ν γνωρίσητε πς πρέπει ν προφυλάττησθε τοντεθεν π τς νέδρας κα παγίδας ατν· τι φείλομεν ν δώσωμεν φοβερν πολογίαν πρ τν ψυχν μν, ἐὰν μελήσωμεν  διαφορήσωμεν ες πράγματα τόσον οσιώδη κα τόσον μεγάλα κα ψηλά.»

    Καί πρός τό τέλος τῆς ἐγκυκλίου ἡ Σύνοδος ἀποτείνεται πρός τούς ἐπισκόπους τοῦ Πατριαρχείου, ὅπου βρίσκονται ἀνά τήν γῆν, ὥστε ἰδιαιτέρως νά λάβουν τά μέτρα τους. Ἀποτείνεται τελικά καί πρός τούς πιστούς καί τούς λέγει πῶς πρέπει κι αὐτοί νά προσέξουν. Συνεπῶς χρέος βαρύ-βαρύτατον εναι νά προσέξωμε πολύ τό ποίμνιόν μας. Δέν περιμένω νά μοῦ πῆ ἡ προϊσταμένη μου ἀρχή ἄν πρέπει νά κινηθῶ ἤ δέν πρέπει νά κινηθῶ· γώ  ερεύς πό μόνος μου τό καταλαβαίνω, γιατί εναι κατατεθειμένα πράγματα. Κατατεθειμένα πράγματα εἶναι! Δέν πάρχει καμμία αθαιρεσία δηλαδή· καμμία πολύτως.

    Δεύτερον. Ἀκόμη  γκύκλιος μς δείχνει πς σκέπτονται ο Προτεστάνται. Θά τρομάξετε, ἀγαπητοί μου, ἅμα τ’ ἀκούσετε αὐτό.

    «Ο σημερινο αρετικοί, ο ποοι καταπολεμοσι κα διαφθείρουσι τν ερν μν ρθόδοξον κκλησίαν δολερς κα πούλως, εναι μαθητα κα παδο το Λουθήρου, το Σβιγγλίου κα Καλβίνου, τν Σοκίνων» –εἶναι οἱ Σοκινιανοί, πού σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως, στήν Πολωνία– «κα λλων πολλν τοιούτων αρετικν.  πρόβολος» –γράφουν αὐτοί τώρα· εἶναι δικό τους· εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα, πού ἡ Σύνοδος τό παίρνει ἀπ’ αὐτούς– « πρόβολος κα διδάσκαλος τούτων,  Λούθηρος, καθς καυχνται τν Σοκίνων ο μαθηταί, κατηδάφισε τν στέγην τς Βαβυλνος,  κόλουθος τούτων Καλβ ῖνος ρριψε τ τείχη της, λλ’ ο Σοκνοι νέσκαψαν κα ατ τ θεμέλια.» Σᾶς εἶπα ὅτι οἱ Σοκῖνοι εἶναι Ἀντιτριαδισταί· δέν δέχονται οὔτε κἄν τόν Τριαδικόν Θεόν! «Κα Βαβυλνα», συνεχίζει νά λέγη ἡ ἐγκύκλιος, «Κα Βαβυλνα νταθα ννοοσι τν μετέραν κράδαντον κκλησίαν κα τς ποστολικς ατς Παραδόσεις κα εροπραξίας.».

     Δηλαδή κούσατε πς λέγουν τήν κκλησίαν;… Βαβυλνα ! Θά σᾶς τό πῶ αὐτό τήν ἐρχομένη φορά, σαφέστερο καί ἀκριβέστερο. Θά τό δῆτε αὐτό. «Βαβυλῶνα» ἡ Ἐκκλησία!… Καί ὅτι ὁ Λούθηρος ἔβγαλε τήν σκεπή της, ὁ Καλβῖνος γκρέμισε τά τείχη καί οἱ Σοκῖνοι κατέσκαψαν τά θεμέλιά της! Φοβερό πρᾶγμα αὐτό!… Καί αὐτοί οἱ ἄνθρωποι μετά θά ’ρθοῦν νά μᾶς παρουσιάσουν… τί ; Νά μᾶς ποῦν… τί ; Νά συνεργασθομε;… Νά μς νοίξουν τά μάτια;… Νά μς φωτίσουν;… Τί Θεός νά μς φυλάξη.

     Ἀκόμη· δείχνει τά μέσα καί τό σχμα πού χρησιμοποιον καί λαμβάνουν:

   «Περ τν σημερινν αρετικν κα τν πιβουλν ατν, ο σημερινο αρετικοί», δηλαδή οἱ αἱρετικοί τοῦ 1836, «μόφρονες ντες παδο κα ζηλωτα κατ πάντα τούτων τν ερημένων αρεσιαρχν, τν ποίων κα τ νομα φέρουσιν, νομαζόμενοι Λουθηροκαλβ ῖνοι γενικωτέρως, πεχειρήθησαν τώρα ν σχάτοις καιρος μ λους τος τρόπους κα λα τ μέσα ν χύσωσι τν φαρμακερν ἰὸν», θά πῆ δηλητήριο, «τν διαφόρων τούτων αρέσεων ες τς κος τν ρθοδόξων, νά μολύνωσι τν μώμητον μν Πίστιν κα ν κατασπαράξωσι τ ποίμνιον το Χριστο. Κα δι ν κτελέσωσι τατα αδίως», εὐκόλως δηλαδή, «λαμβάνουσι διάφορα σχήματα. Προσποιονται φιλανθρωπίαν, κηρύττουσι φωτισμόν, παγγέλονται σοφίαν κα παιδείαν κα πόσχονται πανταχο τς μεγαλυτέρας εεργεσίας. Δαπανσι πολλ πρς τύπωσιν βιβλιαρίων, πεπληρωμένων π ταύτας τς διαφόρους βλασφημίας των, πολεμούντων πότε μν πλαγίως, πότε δ κατ’ εθεαν τ οράνια δόγματα κα διδάγματα, παραδόσεις κα θιμα τς ρθοδόξου μν γίας κκλησίας. Χαρίζουσι τατα  τ πωλσι δι σμικρωτάτης τιμς, λόγ μν εεργεσίας, ργ δ βλάβης, δι ν μφυτεύσωσιν ες τς καρδίας τν ρθοδόξων, κα μάλιστα τν παλν παίδων, τς παρανόμους ατν βλασφημίας.»

   Κατόπιν οἱ Προτεστάνται στρέφονται –ὤ, πρός τά ποῦ στρέφονται…!– στρέφονται ἐναντίον τοῦ Μοναχισμοῦ! Χμ! Γιατί στρέφονται ναντίον το Μοναχισμο; Διότι τούς ποκαλύπτουν ο μοναχοί.  στορία το Μοναχισμο δέν εναι τίποτε λλο παρακαλγαπητοί μου, παρά ο ποκαλύψεις τν αρέσεων,  ποκάλυψις τν βαθέων το Σατανᾶ  ποια αρεσις λθη  παρουσιασθ Μοναχισμός τήν νιχνεύει. Αὐτός ὁ Μοναχισμός, πού εἶναι στάς ἐρήμους, πού εἶναι στά βουνά· ατοί πού εναι πομεμακρυσμένοι, ατοί νιχνεύουν. λόκληρη  κκλησιαστική στορία μας εναι στορία νιχνεύσεως τν αρέσεων κ μέρους το Μοναχισμο. Ἑπόμενον λοιπόν εἶναι οἱ αἱρετικοί νά βλέπουν τόν Μοναχισμόν μέ τό χειρότερο μάτι. Γι’ αὐτό ἰδιαιτέρως στρέφονται ἐναντίον τοῦ Μοναχισμοῦ· νά τόν ἐξευτελίσουν ὅσο μποροῦν περισσότερο, μόνο καί μόνο γιά νά προσβάλλουν τήν Ἐκκλησία· διότι  προμαχών τς κκλησίας εναι  Μοναχισμός.

    Ἔφθασε κάποιος –καί κληρικός μάλιστα!– νά μοῦ πῆ: «Κι σες τί νακατεύεσθε μ’ κενα πού γίνονται ες τήν πόλιν; Τί σς νδιαφέρει σς;». Σάν νά εἶναι παρακαλῶ ἡ Ἐκκλησία μας μόνο ἕνα μοναστήρι, καί νά μήν μᾶς νοιάζη τίποτα ἄλλο! Ὁ μέγας Βασίλειος, ἀγαπητοί μου, ἦταν οἰκουμενικός Πατήρ· τόν νδιέφερε τί γίνεται σ’ λόκληρη τήν οκουμένη. Μπορεῖ τό σῶμα νά λέη «Μέ πονάει τό κεφάλι; Θά πάρω μιά σπιρίνη. Μέ πονάει τό νύχι; Δέν μ’ νδιαφέρει, γιατί εναι νύχι.»;! Τό λέει αὐτό ποτέ κανένας;! Δυνάμεθα νά ποῦμε ὅτι γώ θά μείνω στήν νορία μου, θά μείνω στό μοναστήρι μου, θά μείνω στό σπιτάκι μου, καί δέν μ’ νδιαφέρει τί γίνεται παρακάτω;! Εἶναι ὀρθόν αὐτό;! εἶναι χριστιανικόν αὐτό;! Καί τοῦ ἀπαντῶ: «Γι’ ατό εμαστε κε πάνω: νά βλέπουμε κενα πού εναι χαμηλά καί νά φυπνίζουμε κείνους πού κοιμνται μέσα ες τήν πόλιν.». Αὐτό ἀπάντησα.

   Λοιπόν ἀκοῦστε παρακαλῶ τί λέγει ἡ ἐγκύκλιος τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως: «Τατα κα λλα πολλ μετεχειρίσθησαν –ο αρετικοί, ο Προτεστάνται– κα μεταχειρίζονται ο σημερινο αρετικοί, δι ν μολύνωσι τν μετέραν Θρησκείαν κα ν διαφθείρωσι τ μέτερον θνος, κα πρς εκολον κατόρθωσιν τν κακοβούλων ατν σκοπν κχέουσι τν ἰὸν τς οβόλου ατν ψυχς δι τοσούτων φλυαριν κατ το τενς παγρυπνοντος, φυλάσσοντος τν ρθόδοξον ποίμνην κα μόνου δυναμένου ντιστναι κα νατρέψαι τ τούτων πονηρ σχέδια Μοναχικο Τάγματος, κσφενδονίζοντες μ φορν δριμυτάτην λόγων λόγων τν παντελ καταστροφν το ερο ατο Συστήματος. λλ γνώτωσαν ο παραλελογισμένοι λουθηροκαλβινόφρονες πόστολοι τι ξ ατο το Τάγματος −το Μοναχικο− κα μέχρι το νν», καί μέχρι τώρα, «εσν ο ρθοτομοντες τν λόγον τς ληθείας κα δηγοντες τν ρθόδοξον νεολαίαν, δι τς διδασκαλίας ατν, ες τ ερν δόγμα κα ες τν ρθν θικήν.

   »Τ Τάγμα ατ οτε μόλυνε ποτέ, κατ τος παραλογισμος τν ναντίον ατν κακοφρόνων, τν ρατν κκλησίαν το Χριστολλ’ είποτε λάμπρυνεν, δόξασεν, κράτεινε κα στερέωσεν ατν κα δι το πνευματικο βίου κα δι τν δογματικν συγγραμμάτων κα θικν. Ατ συνεκρότησε τς κατ καιρος συστάσας Οκουμενικς κα Τοπικς Συνόδους. Ατ −τό Μοναχικόν Τάγμα− διετήρησεν κριβς τος ερος Κανόνας, οτινες κα τ δόγμα εσεβς ρθοτομοσι κα τ θη τν Χριστιανν υθμίζουσι κα ες τν κατ Θεν πολιτείαν δηγοσι. Ατ π’ ρχς ντέστη κα κατεπολέμησε καί, τ πανσθεν δυνάμει το Κυρίου, κατεπάλαισε τ διάφορα συστήματα τν λληνιστν κα τος κακοδόξους αρεσιάρχας. Ατό, τέλος πάντων, δη πολεμε κα μς τος π’ σχάτων τν χρόνων κ τν κευθμώνων το δου κα το βυθο το βορείου κεανο ναφανέντας σατανικος αρεσιάρχας, δι ν παύσητε διαταράττοντες τν ρθόδοξον νατολικν κκλησίαν, τν ποίαν ατ τ Μοναχικόν Σύστημα φύλαξε μέχρι τοδε, καί, τ παναλκ δυνάμει το παντουργο Θεο, θέλει φυλάξ μέχρι συντελείας.»

     Νά ποιά εἶναι ἡ θέσις τοῦ Μοναχισμοῦ ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν. Αὐτά ἦταν ἀπό τήν ἐπίσημον ἐγκύκλιον τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1836.

    Ἀκόμη –θά τό φαντασθῆτε παρακαλῶ; Θά τό φαντασθῆτε;… καί ὅμως εἶναι ἀληθές– ἀκόμη προσπαθον νά προσεταιρισθον καί τόν κλρον! Καί ἰδού.

    «Τ πράγματα ατ πέδειξαν τι λλο καλν δν προεξενήθη κ τούτων τν βιβλίων ες τος μογενες, ε μ  ψυχρότης τς πίστεως,  διαφορία περ τ θρησκευτικά,  διαφθορ τν θν. Ατο −ο Προτεστάνται− μηχανεύθησαν κατ’ ρχάς, πρ ὶν εσέτι γνωσθσιν ο δολεροί των σκοπο −κι ατό στήν λλάδα παρακαλ– ν μεταχειρισθσι τινς ευπολήπτους», δηλαδή σπουδαίους ἀνθρώπους, μέ ὑπόληψι, «τν κ το κλήρου ες ατ τατα, δι ν καλύψωσιν τι μλλον τος δόλους των

    Ἀκούσατε;… Προσεταιρίζονται καί τόν κλρον, γιά νά καλύψουν τούς δόλους των! Τί τό παράξενον; Τό ἀκούσατε παρακαλῶ;… Προσεταιρίζονται καί τούς κληρικούς, γιά νά καλύψουν τούς δόλους των οἱ αἱρετικοί, οἱ Προτεστάνται!… Δέν τά λέγω γώ· τά λέγει  Σύνοδος τς Κωνσταντινουπόλεως.


Ἡ στάσις μας ἀπέναντι στούς ποικίλους αἱρετικούς

       Καί, τέλος: Ποία στάσι πρέπει νά πάρωμε ἀπέναντι σέ ὅλους αὐτούς;

    Ἀκοῦστε: «θεν κα δι τς παρούσης κκλησιαστικς κα Συνοδικς γκυκλίου πιστολς, γνωστοποιομεν τος πανταχο ρθοδόξοις τι, μ νεχόμενοι τοντεθεν τν τοιούτων τς καθ’ μς Μις, γίας, Καθολικς κα ποστολικς κκλησίας ποστατν, φεύκτως θέλομεν μεταχειρισθ λα τ μέσα, σκοπν τιθέμενοι να διορθώσωμεν κα νακαλέσωμεν ες τν εθεαν δν τος τοιούτους πεπλανημένους  ς μέλη σεσηπότα», σάπια, «ν ποκόψωμεν, ποβάλλοντες ατος π τν λομέλειαν τν πιστν.».  θά μετανοήσης καί θά ’ρθς δ μπροστά στήν κκλησία καί θά κόψης λα σου τά τερτίπια, κενα πού κάνεις, παρεκκλησιαστικά καί παρασυναγωγικά,  θά ποκοπς σάν σάπιο μέλος τς κκλησίας. Δέν τό λέγω ἐγώ· τό λέγει ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

     Καί ὁ ἐπίλογος: «Τατα πάντα λοιπόν, ς ναγκαα τε κα σωτήρια –ναγκαα καί σωτήρια!–, τ κοιν γνώμ τν μακαριωτάτων πατριαρχν, ν Χριστ δελφν κα συλλειτουργν τς μν μετριότητος, το τε γιωτάτου πατριάρχου λεξανδρείας κ. εροθέου, το γιωτάτου πατριάρχου ντιοχείας κ. Μεθοδίου, το γιωτάτου πατριάρχου εροσολύμων κ. θανασίου −καί το Γρηγορίου, πού το τότε Κωνσταντινουπόλεως− κα τν λοιπν γίων πατριαρχν, προκατόχων μν, κα τς περ μς τν ρχιερέων ερς δελφότητος, γκριθέντα, πεφάνθη συνοδικς.». Ἐνεκρίθησαν ἀπ’ ὅλους αὐτούς, δηλαδή π’ λα τά Πατριαρχεα τῆς Ἀνατολῆς. Ἐνέκριναν οἱ πατριάρχαι καί ἀπεφάνθησαν συνοδικῶς καί τώρα ὑπογράφουν. Αὐτός εἶναι ὁ ἐπίλογος, ἀγαπητοί μου, αὐτῆς τῆς ἐγκυκλίου ἐναντίον τῶν Προτεσταντῶν.

      Τί θά ἐλέγαμε λοιπόν γιά ὅλα αὐτά;

     Ὑπάρχει τό δεδικασμένον. Ὑπάρχει. Ἀλλά ἐπειδή βλέπω δημοσιεύσεις στήν ἐφημερίδα, βλέπω ἀναγγελίες, βλέπω τοῦτα-ἐκεῖνα, πού καλοῦν τούς Χριστιανούς μας νά πᾶνε εἰς τούς τόπους των, γιά νά τούς παρασύρουν οἱ Προτεστάνται μέ τίς ποικίλες ὀνομασίες τους, πού θά σᾶς πῶ καί τήν ἐρχομένη φορά, φείλομε, γαπητοί μου, νά εδοποιήσωμε.

     Τό θέμα δέν ἐξηντλήθη. Νά μέ συγχωρέσετε πού κράτησα παραπάνω τήν ὁμιλία· ἀλλά ἦταν ἀνάγκη νά γίνη αὐτό. Καί θά συνεχίσω τήν ἐρχομένη φορά, νά σᾶς πῶ λεπτομέρειες καί εδικώτερα σημεα πάνω ες τά θέματα τν Προτεσταντν, πού δρον καί νεργον καί ες ατήν τήν γειτονιά μας. Γι’ αὐτό θά παρακαλέσω, οδείς μήν λείψη· λοι παρόντες· γιά νά κατατοπισθομε καί νά βοηθήσωμε καί τούς πόντας, στε νά γλυτώσουμε πό τίς ρπάγες ατές το δου καί τς φθορς.

 Θεός νά σς ελογ.


Κυριακή, 27-5-1979


2α ομιλία στην κατηγορία « Περί Αιρέσεων ».

Όλες οι ομιλίες της Κατηγορίας :

" Περί αἱρέσεων " εδώ ⬇️
http://arnion.gr/index.php/p-thanasios-mytilina-os/milies-p-thanasiou/diafora-uemata/peri-airesevn
↕️
https://youtube.com/playlist?list=PLxBsMI6pr40qmz2n2W4lmGfLILk_q96cE

Πηγή : 
http://arnion.gr/index.php/p-thanasios-mytilina-os/keimena-p-thanasiou/peri-airesevn

🔸Επεξηγηματικό βίντεο Ασπάλαθου.
https://youtu.be/8tNfAHRkTCk

__⬇️Playlist "Ασπάλαθου".⬇️__
https://aspalathos21.blogspot.com/2021/07/blog-post_83.html?m=0

Όλες οι ομιλίες ~4.487~ του μακαριστού πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://aspalathos21.blogspot.com/2024/12/4487.html?m=0

📃Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του πατρός Αθανασίου. ⬇️
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/2021/04/blog-post_15.html?m=0

📜 Αποσπάσματα ομιλιών πατρός Αθανασίου ⬇️
https://athanasioslogos.blogspot.com/?m=0

Κατάλογος ομιλιών πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://drive.google.com/file/d/1JmrxaObMVyTA4_pS5yuMaQdoBf8-LwBP/view?usp=drivesdk

†. Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.