†. «Ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν εὐχαριστεῖν τῷ Θὲῷ πάντοτε πὲρὶ ὑμῶν, ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι ὑπὸ Κυρίου» Β Θέσ. 2, 13
Ἐμεῖς, λέγει, ὀφείλουμε νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ πάντοτε γιὰ ἐσᾶς, ἀδελφοί, ποὺ εἴσαστε ἀγαπημένοι ἀπὸ τὸν Κύριο. Ποιοί "ἐμεῖς"; Κατ' ἀρχὰς ἐμεῖς καὶ ἐσεῖς, ὅλοι ἐμεῖς· ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε τὸ ὄνομα τὸ χριστιανικό, ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε εἰς τὸν χῶρο τῆς πίστεως. Γιατί; «ὅτι εἵλετο (διάλεξε) ὑμᾶς ὁ Θὲὸς ἀπ᾿ ἀρχῆς εἰς σωτηρίαν ἐν ἁγιασμῷ Πνεύματος καὶ πίστει ἀληθείας» Διότι, σᾶς ἐξέλεξε ἐσᾶς ὁ Θεὸς πρὸ καταβολῆς κόσμου, ἀπὸ ἀρχῆς, πρὶν γίνει ὁ κόσμος, πρὶν γίνει ἡ δημιουργία, μὲ σκοπὸ τὴν σωτηρία, "εἰς σωτηρίαν, ἐν ἁγιασμῷ Πνεύματος". Νὰ φτάσετε εἰς τὸν ἁγιασμό, τὸν ὁποῖον σᾶς δίνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ "πίστει ἀληθείας"· καὶ διὰ τῆς πίστεως νὰ γνωρίσετε τὴν ἀλήθεια. Βλέπετε πόσο πυκνὴ εἶναι ἡ διατύπωση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὅμως, νὰ τὰ δοῦμε λίγο πιὸ κοντὰ αὐτά. "Ὅτι εἴλατο ἐμᾶς ὁ Θεὸς ἀπ' ἀρχῆς"· γιατί μᾶς διάλεξε, μᾶς ἐξέλεξε ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀρχή. Αὐτό το "ἀπ' ἀρχῆς" δὲν σημαίνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Δηλαδή, πρὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐξάλλου, ἔχουμε καὶ ἄλλα σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς ποὺ τονίζουν τὴ θέση αὐτή, ὅτι οἱ πιστοὶ εἶναι γνωστοὶ στὸν Θεὸ πρὸ καταβολῆς κόσμου.
Ἀλλὰ τότε θὰ ἔλεγε κανείς, μήπως ἐδῶ ἔχουμε τὸν ἀπόλυτο προορισμό; Καὶ ἄλλες φορὲς ἔχουμε μιλήσει γιὰ τὸν ἀπόλυτο προορισμό. Ἀλλὰ τόσο ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ξανάκουσαν καὶ τὰ ξανάκουσαν πρέπει νὰ τὰ ἑδραιώσουν, ὅσο καὶ ἐκεῖνοι ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ ἔρχονται νὰ τὰ μάθουν, νὰ τὰ ἀκούσουν. Ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ ἀπόλυτος προορισμός; Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε στὴν κοινὴ γλῶσσα μας καὶ ποὺ εἶναι διάχυτο, "εἶναι γραμμένο". Μὲ τὴ λαϊκὴ αὐτὴ ἔκφραση "εἶναι γραμμένο". Αὐτὸ θέλουμε νὰ ποῦμε. Ὅτι δηλαδή, ἐὰν εἶναι νὰ σωθῶ θὰ σωθῶ, γιατί εἶναι γραμμένο. Καὶ ἂν εἶναι νὰ μὴ σωθῶ δὲν θὰ σωθῶ, γιατί πάλι καὶ αὐτὸ εἶναι γραμμένο. Βέβαια θὰ μοῦ πεῖτε: ἔτσι τὸ λέει ὁ λαός, ἔτσι τὸ λέει γιὰ ἄλλα πράγματα. Ἀλλὰ πίσω ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἄλλα πράγματα, ὅπως εἶναι το νὰ εἶμαι ὑγιὴς ἢ νὰ μὴν εἶμαι ὑγιής, νὰ πεθάνω σύντομα ἢ νὰ πεθάνω σὲ μεγάλη ἡλικία, νὰ εἶμαι φτωχὸς ἢ πλούσιος; "Ὅ,τι γράφει δὲν ξεγράφει", λέει ὁ λαός. "Γιατί, λέει, σκοτώθηκε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Ὅ,τι γράφει δὲν ξεγράφει", λέει ὁ λαός. Κοινὲς ἐκφράσεις, τὶς ἀκοῦμε καθημερινά. Πίσω ὅμως, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐκφράσεις ὑπάρχει μία λανθασμένη πίστη. Ὅτι καὶ ἡ σωτηρία μου, ὅ,τι γράφει δὲν ξεγράφει. Ἂν εἶναι νὰ σωθῶ, θὰ σωθῶ. Ἐὰν δὲν εἶναι νὰ σωθῶ, δὲν θὰ σωθῶ. Συνεπῶς, γιατί νὰ φροντίζω; Βλέπετε ἀμέσως ὅτι αὐτὴ ἡ θέση –ὅτι εἶναι γραμμένο αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ μοῦ συμβεῖ– μὲ ἀκινητοποιεῖ. Μοῦ καυτηριάζει τὴ βούληση. Μοῦ ἀδρανοποιεῖ τὴ θέληση. Γιατί, θὰ ἔλεγα, ὅ,τι καὶ νὰ κάνω, ὅσο καὶ νὰ τρέξω, ὅσο καὶ νὰ προσπαθήσω, ἅμα εἶναι γραμμένο ἔτσι ἢ ἀλλιῶς, ἐγὼ τί ἔχω νὰ προσθέσω; Αὐτὴ εἶναι μία φοβερὴ θέση. Δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι μόνο τῶν Μωαμεθανῶν, μὲ τὸ κισμέτ, ὅτι τὸ τυχερὸ εἶναι αὐτό. Ἀγαπητοί μου, ὅλοι οἱ λαοὶ τὸ ἔχουν αὐτό, καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὸ εἶχαν· πίστευαν καὶ αὐτοὶ στὴν τύχη. Ἡ τύχη λοιπόν, δυστυχῶς γιὰ πολλούς, εἶναι μία θέση πίστεως. Δὲν ὑπάρχει τύχη.
Ἀλλά, ἐὰν λέει ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι "εἴλατο ὑμᾶς ὁ Θεὸς ἀπ' ἀρχῆς εἰς σωτηρίαν" ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς διάλεξε πρὸ καταβολῆς κόσμου γιὰ νὰ μᾶς σώσει, τί ἐννοεῖ; Πῶς τοποθετεῖται; Πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀπόλυτου προορισμοῦ; Ὄχι. Θὰ τὸ δοῦμε αὐτὸ καὶ στὸ ἴδιο τὸ κείμενο, στὴν πρόοδό του, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὥρα ἐπιστρατεύω κάποια ἄλλα χωρία, πάλι ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο.
Γράφει στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ, στὸ 8ο κεφάλαιο, στίχους 29 ἕως 30: «ὁὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, (ἐκείνους ποὺ προεγνώρισε, αὐτοὺς καὶ προόρισε στὸ νὰ γίνουν σύμμορφοι· αὐτοὺς ποὺ προόρισε, νὰ γίνουν σύμμορφοι μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ του) ὁὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, (ἐκείνους ποὺ προόρισε αὐτοὺς καὶ κάλεσε, ἄρα δὲν κάλεσε ἐκείνους ποὺ δὲν προόρισε), καὶ ὁὓς ἐκάλεσε, (ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐκάλεσε), τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, (δικαίωσε θὰ πεῖ κατέστησε αὐτοὺς παιδιά του. Δηλαδὴ τοὺς ἔδωσε τὴν βασιλεία), ὁὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε (αὐτοὺς ποὺ δικαίωσε αὐτοὺς καὶ ἐδόξασε, τοὺς ἔκανε δοξασμένους μὲ τὴ θεία ἄκτιστη ἐνέργειά Του, δηλαδὴ πλέον πολῖτες τῆς βασιλείας Του)».
Ὥστε λοιπόν, νά το! Ἔ, ὄχι, ἂν προσέξουμε λίγο... Προσέξτε, θὰ τὸ πῶ ἄλλη μιὰ φορά: "ὁὓς προέγνω καὶ προώρισε" (ἐκείνους ποὺ προεγνώρισε, αὐτοὺς καὶ προόρισε). Πῶς προεγνώρισε; Προεγνώρισε διότι γιὰ τὸν Θεὸ δὲν ὑπάρχει χρόνος καὶ δὲν ὑπάρχουν, συνεπῶς, καὶ οἱ κατατμήσεις τοῦ χρόνου, δηλαδὴ τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Ὁ Θεὸς βλέπει τὰ πάντα σὰν νὰ ἔχουν γίνει ὅλα. Βλέπει, λοιπόν, τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἐὰν θὰ σωθεῖ ἢ ὄχι. Βάσει τίνος; Δυνάμει τῆς προαιρέσεώς του. Δυνάμει αὐτῆς τῆς προσωπικῆς του προαιρέσεως, ὁ Θεὸς προγνωρίζει. Καὶ λέει: "Αὐτὸς θὰ σωθεῖ, θὰ σωθεῖ γιατί αὐτὸς θὰ δουλέψει νὰ σωθεῖ". Συνεπῶς, αὐτὸς ποὺ θὰ σωθεῖ, ἐπειδὴ αὐτὸς θὰ δουλέψει, ἐγὼ τὸν καλῶ ἤδη στὴ σωτηρία. Τοῦ δίνω, δηλαδή, τὴ δυνατότητα τώρα νὰ σωθεῖ, διότι ἐγὼ βλέπω ὅτι αὐτὸς θέλει νὰ σωθεῖ. Φυσικά, θὰ μοῦ πεῖτε τότε: "Σὲ τί θὰ χρειάζεται ὁ Θεός;". Μὰ εἶναι θέμα σκέψεως αὐτό; Σὲ τί θὰ χρειάζεται; Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε ὁ ἄνθρωπος μόνος του νὰ ἐπιτύχει τὴ σωτηρία, ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι μόνος του θὰ ἐπιθυμεῖ πολὺ νὰ σωθεῖ; Δὲν εἶναι, λοιπόν, ἀρκετὸ νὰ ἐπιθυμῶ· πρέπει καὶ νὰ ἔχω τὴ δυνατότητα νὰ πραγματοποιηθεῖ αὐτό. Αὐτὴ ἡ δυνατότητα εἶναι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς, ὁ Θεὸς δίνει τη χάρη Του καὶ καλεῖ καὶ δοξάζει καὶ σώζει ἐκείνους τοὺς ὁποίους προγνώριζε ὅτι αὐτοὶ θὰ δουλέψουν γιὰ νὰ σωθοῦν. Αὐτὸ θέλει νὰ πεῖ τὸ χωρίο. Ἄρα, συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπόλυτος προορισμός.
Ἄρα δὲν εἶναι γραμμένο πουθενά. Ὅπως εἶναι διάχυτο καὶ στὴν Καινὴ καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὁ Κύριος λέει στοὺς ἑβδομήκοντα μαθητές Του: «πλὴν ἐν τοὺτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς» Λούκ. 10, 20 Εὐτυχισμένοι ποὺ τὰ ὀνόματά σας εἶναι γραμμένα στὸν οὐρανό. Μὴ χαίρεστε γιατί τὰ δαιμόνια ὑποτάσσονται σὲ ἐσᾶς, ἀλλὰ γιατί τὰ ὀνόματά σας εἶναι γραμμένα στὸν οὐρανό. Στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τὸ ἴδιο, καὶ οὕτω καθ' ἑξῆς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὸ ἴδιο. Εἶναι διάχυτη αὐτὴ ἡ φράση, ὅτι τὰ ὀνόματά σας εἶναι γραμμένα στὸν οὐρανό. «καὶ εἶδον τὸὺς νεκρούς, τὸὺς μεγάλους καὶ τὸὺς μικρούς, ἑστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου, καὶ βιβλία ἠνοίχθησαν· καὶ ἄλλο βιβλίον ἠνοίχθη, ὃ ἐστι τῆς ζωῆς· καὶ ἐκρίθησαν οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς βιβλίοις κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν» Ἄποκ. 20, 12 Ἀνοίχθηκαν βιβλία, λέει, τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς ὅποιος δὲν βρεθεῖ [γραμμένος], δὲν σώζεται. Πόσες φορὲς τὸ συναντήσαμε αὐτὸ στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως;
Αὐτὰ ὅλα δὲν εἶναι τίποτε τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι μέχρι τώρα λέμε. Δὲν εἶναι τίποτε γραμμένο. Ἐγώ, ἂν θέλω, γράφω τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ. Ἐγώ, ἐὰν τὸ θέλω· ἐὰν θέλω ἐγώ. Φυσικὰ ἐγὼ πρῶτα, ἀλλὰ ὁ Θεὸς θὰ φέρει εἰς πέρας τὴ σωτηρία μου, καὶ συνεπῶς θὰ γραφτεῖ ἐκεῖ τὸ ὄνομά μου. Ἀλλά [αὐτὸ ἐξαρτᾶται] ἀπὸ τὴ δική μου τὴν προαίρεση. Ὄχι διότι τὸ θέλει ὁ Θεός, εἴτε τὸ θέλω εἴτε δὲν τὸ θέλω. Γιατί τότε ὁ ἔπαινος καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ δὲν θὰ εἶχαν πλέον καμία ἀξία καὶ σημασία.
Εἴχαμε ἕναν καθηγητὴ μαθηματικῶν, ὁ ὁποῖος ἔκανε μιὰ πολὺ βάρβαρη πράξη. Ἀλλὰ τὴ λέγω γιατί εἶναι ἐνδεικτικὴ στὴν περίπτωσή μας. Ὅταν δὲν προσέχαμε ἢ δὲν πηγαίναμε καλὰ στὸ μάθημα, μᾶς ἔλεγε: "Ἔλα, ἔλα ἐδῶ". Μᾶς ἔδινε τὸ μολύβι καὶ μᾶς ἔλεγε [νὰ πᾶμε] στὸν κατάλογο τῶν μαθητῶν, ἐκεῖ ποὺ εἶχε τὴ βαθμολογία, γιὰ νὰ βάλουμε ἕνα δυαράκι. Μόνοι μας. Νὰ γράψουμε ἕνα δύο. Αὐτὸ εἶναι ἐνδεικτικό του ὅτι τὸν βαθμὸ αὐτὸν τὸν ἔβαλα ἐγὼ στὸν ἑαυτό μου· δὲν μοῦ τὸν ἔβαλε ὁ καθηγητής. Ἐγὼ τὸν ἔβαλα, ἐπειδὴ δὲν ἤξερα μάθημα. Σηκώθηκα, δὲν ἀπάντησα καὶ ἔβαλα τὸ δύο. Ἔτσι ἀκριβῶς, ἀγαπητοί μου, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι γραμμένα τὰ ὀνόματά μας στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς.
Ἐξάλλου, λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Ἐφεσίους 1, 4΄5 –δὲν θὰ τὸ ἀναλύσω, παρὰ μόνο θὰ σᾶς πῶ ἕνα σημεῖο: «ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῷ (γιὰ λογαριασμό Του ὁ Θεὸς) πρὸ καταβολῆς κόσμου, εἶναι ἡμᾶς ἁγίους (στὸ νὰ εἴμεθα ἅγιοι) καὶ ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ (καὶ ἄμωμοι μπροστά Του) ἐν ἀγὰπῃ προορίσας ἡμᾶς εἰς υἱοθεσίαν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτόν, κατὰ τὴν εὐδοκίαν τοῦ θελήματος αὐτοῦ».
Ἀλλὰ θὰ σημειώσει ὅμως πάλι, Ρωμαίους 8, 28: «τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν·» Αὐτοὶ ποὺ εἶναι κλητοὶ κατὰ πρόθεσιν· αὐτοὶ ποὺ θέλουνε νὰ εἶναι. Δηλαδή, αὐτοὶ ποὺ ἔχουνε πρόθεση, προαίρεση ἀγαθή, αὐτοὺς καὶ καλεῖ ὁ Θεός. Ὥστε ἂς τὸ προσέξουμε. Μὴ ποῦμε ὅτι "ἐγὼ θὰ σωθῶ [ὅ,τι κι ἂν κάνω]". Θέλετε ἀκόμη κάτι ἄλλο; Ὑπάρχουν καὶ σβηστήρια –γόμες ποὺ λέμε, σβηστήρια. Ἀδελφοί μου, νὰ γραφτεῖ κανεὶς στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς καὶ νὰ ξεγραφτεῖ. Ἤ, νὰ μὴν εἶναι γραμμένος στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς καὶ τελευταία στιγμὴ νὰ γραφτεῖ. Παράδειγμα; Ὁ Ἰούδας. Ἐξελέγη διὰ Ἀπόστολος καὶ σβήστηκε ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Παράδειγμα; Ὁ ληστής. Δὲν ἦταν γραμμένος στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ ἐγγράφεται στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Ὥστε λοιπὸν μποροῦμε νὰ γραφτοῦμε καὶ νὰ ξεγραφτοῦμε; Ναί. Ναί. Τί μᾶς ξεγράφει; Ἡ ἀμετανοησία μας. Τί μᾶς ξαναγράφει; Ἡ μετάνοιά μας. Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ λένε οἱ πατέρες νὰ εὐχόμαστε ἕως τέλους νὰ μένουμε ἐν μετανοίᾳ καὶ νὰ μᾶς βρεῖ ὁ θάνατος ὀρθίους. Σηκωμένους πνευματικά. Νὰ μὴν εἴμαστε πεσμένοι στὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε ἐν μετανοίᾳ.
Μὲ πῆρε μιὰ κυρία τηλέφωνο καὶ ὑποφέρει πολύ. Εἶναι μόνη της. Καὶ μοῦ λέει: "Εὐχηθεῖτε ὄχι νὰ γίνω καλά, εὐχηθεῖτε νὰ μὴν χάσω τὴν ὑπομονή μου". Ἀκριβῶς ἔτσι τὸ εἶπε ἡ ἴδια. "Γιὰ νὰ σωθῶ. Μὴν χάσω τὴν ψυχή μου". Καὶ ἂν τὸ θέλατε, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς τὸ πῶ αὐτό, γιατί πολλὲς φορές μας ἀναθέτετε νὰ εὐχόμαστε γιὰ διάφορα θέματά σας, ὅπως καὶ προπαντὸς γιὰ τὴν ὑγεία σας. Καὶ βεβαίως εὐχόμαστε. Ἀλλὰ ἔχω νὰ σᾶς πῶ τοῦτο. Ἂν κάποιος πεῖ: "Μά, ἀνέθεσα νὰ εὐχηθοῦν, ἀλλὰ δὲν ἔγινα καλὰ ἢ ὁ συγγενής μου δὲν ἔγινε καλά, ἔφτασε στὸ νὰ μὴν πάει καλά, νὰ πεθάνει". Εἶναι μάταιη αὐτὴ ἡ προσευχή; Ὄχι, καθόλου, ἀγαπητοί. Διότι ἂν ὁ Θεὸς ἔκρινε νὰ μὴ σὲ θεραπεύσει, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς προσευχὲς ποὺ γίνονται γιὰ σένα μποροῦσες νὰ ἔχεις τὴν ὑπομονὴ νὰ κρατήσεις τὸν σταυρό σου ἕως τὴν τελευταία στιγμή, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημαντικότερο ἀπ' ὅλα. Διότι τί ἀξία θὰ εἶχε νὰ γίνω καλὰ καὶ νὰ ἐπιστρέψω στὶς ἁμαρτίες μου; Ἐνῷ τώρα ἔχει πολλὴ ἀξία το νὰ φύγω μὲν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ νὰ νομιστεῖ ὅτι δὲν εἰσακούστηκαν οἱ προσευχές, ἀλλὰ νὰ ἔχω ὅμως ὑπομονὴ καὶ πνεῦμα μετανοίας καὶ νὰ σωθῶ.
Θὰ ἤθελα ὅμως, πρὶν τελειώσω αὐτό το "εἵλετο" (ὅτι μᾶς διάλεξε ὁ Θεός), ἀκόμη ἕνα σημεῖο. Θὰ μοῦ πεῖτε τότε: "Καὶ ἡ ἔννοια τῆς προφητείας ποιά εἶναι;". Ἐάν, ἐπὶ παραδείγματι, ὁ Ἰούδας πρόδωσε τὸν Χριστό, φταίει σὲ τίποτε ἐὰν οἱ προφητεῖες μίλησαν γιὰ τὸν Ἰούδα; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει: «οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τὸὺς δώδεκα ἐξελεξάμην;» Ἰω. 6, 70 Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐξέλεξα; Δὲν ἐξέξατε ἐσεῖς ἐμένα, ἐγὼ ἐξέλεξα ἐσᾶς. Συνεπῶς, ἐγὼ ἐξέλεξα καὶ τὸν Ἰούδα. Θὰ ἔλεγε κανείς: ἐδῶ τί ἔννοια ἔχει ἡ προφητεία, ὅταν ἡ προφητεία καθορίζει ὅτι αὐτὸ θὰ γίνει καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ λυθεῖ ἡ Γραφή, τί ἔννοια ἔχει; Ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοια, ἀγαπητοί: ἡ προφητεία καθορίζει αὐτὸ ποὺ ἐν ἐλευθέρᾳ προαιρέσει θὰ γίνει. Εἶναι ὀτι σᾶς εἶπα προηγουμένως. Ὁ Θεὸς βλέπει τί θὰ κάνει αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἢ αὐτὸς ὁ λαός, καὶ ἐκδίδει τὴν προφητεία Του. Δὲν καθορίζει, λοιπόν, ἡ προφητεία τὴν πορεία ἑνὸς προσώπου, ἀλλὰ καθορίζεται ἡ προφητεία ἀπὸ τὴν πορεία ἑνὸς προσώπου ἤ, ἐν τέλει, καὶ ἑνὸς λαοῦ.
Ἕνα ἄλλο παράδειγμα ποὺ εἶναι πάρα πολὺ χτυπητὸ καὶ ἴσως θὰ σκανδάλιζε πολλούς —ἤδη ἐσκανδάλισε τὸν ἴδιο τόν προφήτη— εἶναι ὁ προφήτης Ἰωνᾶς με τὴ Νινευή. Ὅταν κηρύσσει κήρυγμα μετανοίας, ὁ λαὸς μετανοεῖ καὶ ὁ Θεὸς ἀναβάλλει. Ἀναβάλλει, δὲν ματαιώνει. Ἀναβάλλει ἢ θὰ ματαίωνε, ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι τὰ πράγματα δὲν θὰ ἔφταναν ποτὲ σὲ ἀποστασία πάλι, τὴν καταστροφὴ τῆς πόλεως. Καὶ ὁ προφήτης ἀνησυχεῖ ὅτι θὰ βγεῖ γελασμένος στὰ μάτια των Νινευιτῶν καὶ λέγει: «Ὦ Κύριε, οὐχ ὁὗτοι οἱ λόγοι μου ἔτι ὄντος μοῦ ἐν τῇ γῇ μου; διὰ τοῦτο προέφθασα τοῦ φυγεῖν εἰς Θαρσίς, διότι ἔγνων ὅτι σὺ ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς κακίαις» Ἰωνᾶς 4, 2 Κύριε, γι' αὐτὸ δραπέτευσα ἀπὸ προσώπου Σου καὶ πῆγα εἰς τὴν Θαρσίς, εἰς τὴν Ἱσπανία· ἤθελα ἐκεῖ νὰ πάω ἀλλὰ ἐσὺ μὲ γυρίσεις πίσω, γιατί ξέρω ὅτι εἶσαι φιλάνθρωπος, ὅτι θὰ μετανοοῦσες γιὰ τὴν ἐξαγγελία τῆς προφητείας καὶ ἐγὼ θὰ ἤμουν ἐκτεθειμένος ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων ὡς ψευδοπροφήτης. Βέβαια, δὲν σᾶς λέγω τί διημείφθη παρακάτω, παρὰ μόνο τοῦτο: ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε ὑπόψιν ὄχι μόνο τὴν προφητεία, ἀλλὰ καὶ τὴν μετάνοια τῶν Νινευιτῶν. Ἔπρεπε νὰ ἐξαγγελθεῖ ἡ προφητεία. Θὰ μοῦ πεῖτε: μποροῦσε νὰ ματαιωθεῖ; Εἶναι πολὺ ἁπλὸ· εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε στὰ παιδιά μας: "Ἐὰν δὲν κάτσεις καλά, θὰ σὲ δείρω". Σᾶς ἐρωτῶ: Ἐὰν τὸ παιδὶ καθίσει καλά, τὸ δέρνουμε; Ὄχι. Ἐὰν τὸ παιδὶ δὲν καθίσει καλά, δὲν τὸ δέρνουμε; Τὸ δέρνουμε. Τί σημαίνει αὐτό; Ἀθετοῦμε τίποτα; Ὄχι. Ποῦ ὀφείλεται ἂν θὰ τὸ δείρουμε; Ἀπὸ τί ἐξαρτᾶται ἂν θὰ τὸ δείρουμε ἢ δὲν θὰ τὸ δείρουμε τὸ παιδί μας; Ἀπὸ τὴν στάση ποὺ θὰ πάρει.
Θέλετε κι ἄλλο παράδειγμα; Ἡ Νινευὶ ξανὰ ἁμάρτησε πάλι. Ὕστερα ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια ἔφτασε εἰς τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἁμαρτίας της. Καὶ τότε ὁ Θεὸς τιμωρεῖ· τιμωρεῖ μὲ τὴν ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ τῆς πόλεως. Αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔχει ἡ προφητεία. Γιὰ νὰ μὴν νομισθει ὀτι ἡ προφητεία καθορίζει τὰ γεγονότα, ὄχι, τὰ γεγονότα, ὡς πρόγνωση τοῦ Θεοῦ, καθορίζουν τὴν προφητεία.