08 Δεκεμβρίου 2021

Ὁ Τωβίας στά Ἐκβάτανα. Ὁ Τωβίας ζητάει πληροφορίες γιά τή νύφη.

†.Ἐνθυμεῖσθε πού ἐλέγαμε ὅτι ὁ Ἂγγελος Ραφαήλ συνιστοῦσε εἰς τόν Τωβία τήν κόρη τοῦ Ραγουήλ τήν Σάρρα, καί μάλιστα εἶχε δώσει τούς χαρακτηρισμούς ὅτι τό κοράσιον ἦτο «καλόν καί φρόνιμον». Ὁπωσδήποτε, καί αὐτό ἤτανε πάρα πολύ σωστό, ὁ Τωβίας εἶχε τίς ἀντιρρήσεις του, διότι εἶχε ἀκούσει νά εἶχε δημιουργηθεῖ μία περιπέτεια γύρω ἀπό τό πρόσωπο τῆς Σάρρας μέ τόν θάνατον ἐκείνων πού ἐπιχειροῦσαν νά τήν παντρευτοῦν. Καί ἐφοβήθηκε διά τόν ἑαυτό του, ἐφ’ ὃσον ἦταν καί μονογενής -καί μοναχοπαίδι- μήπως ἀφήσει τούς γονεῖς του κατά τρόπον τέτοιον πού νά τούς λυπήση καί νά τούς ὁδηγήση στόν θάνατον ὁ δικός του χαμός.

    Καί τοῦ λέγει ὁ Ἄγγελος: «οὐ μέμνησαι τῶν λόγων ὧν ἐνετείλατό σοι ὁ πατήρ σου, ὑπέρ τοῦ λαβεῖν σε γυναῖκα ἐκ τοῦ γένους σου;» ( Τωβ. 6, 16) Δέν θυμᾶσαι πού σοῦ  εἶπε, σοῦ παρήγγειλε, ὁ πατέρας σου νά πάρης γυναῖκα ἀπό τό γένος σου;

    Ἴσως ἐδῶ θά ἐρωτήση κάποια κοπέλα ὅτι ὅταν ὁ Τωβίτ ἔδινε τίς παραγγελίες εἰς τόν γιό του τόν Τωβία -τή γνωστή του διαθήκη, τήν ὁποία εἴχαμε ἀναλύσει καί ἐνθυμεῖσθε πόσο ἐπέμενε στό σημεῖο αὐτό νά παντρευτῆ γυναῖκα ἀπό τό γένος του. Βέβαια κατ’ ἀρχάς Ἑβραία· ἂν ἦταν δυνατόν καί ἀκόμα καλύτερα καί ἀπό τήν φυλή  Νεφθαλείμ, ἀπό τήν ἴδια τή φυλή τους- ὁ Ἄγγελος, ὁ ὁδηγός ὁ Ἀζαρίας, δέν ἦτο παρών. Μετά ταῦτα, ὅταν ἔγινε θέμα γιά τά δέκα τάλαντα καί εἶπε ὁ Τωβίας: «πατέρα, πῶς νά πάω νά τά πάρω;». «Καλά, παιδί μου, τοῦ λέγει, πήγαινε βρές στήν ἀγορά κάποιον ὁδηγόν πού νά ξέρη τούς τόπους ἐκείνους καί  νά πᾶτε μαζί. Θά τόν μισθώσωμε, νά πᾶτε μαζί», ἐκ τῶν ὑστέρων εὑρέθηκε ὁ ὁδηγός ὁ Ἀζαρίας. Πῶς λοιπόν τώρα ἐδῶ λέγει ὁ ὁδηγός αὐτή τήν κουβέντα: «θυμᾶσαι τί σοῦ εἶπε ὁ πατέρας σου;» Πότε; ἦτο παρών;

   Ἐδῶ θά λέγαμε ἀφήνει ρωγμές, σχισμές, ὁ Ἄγγελος νά φανῆ ὅτι ἤτανε παρών, ὅτι δέν ἦτο ἕνας συνήθης ὁδηγός. Ἐξάλλου, ὅταν θά γίνη ὁλόκληρη ἡ ἀποκάλυψις, τότε θά θυμηθῆ ὁ Τωβίας, καί ὁ Τωβίτ ἐν συνέχειᾳ ὁ πατέρας, θά θυμηθοῦν ὅτι ὁ ὁδηγός αὐτός παρουσίαζε μερικά παράξενα ἰδιώματα. Θά μποροῦσε αὐτή τή στιγμή νά τοῦ ἔλεγε ὁ Τωβίας: «καί ποῦ  τό ξέρεις  αὐτό ὅτι μοῦ τό εἶπε ὁ πατέρας μου;» Ἀλλά δέν τοῦ πέρασε ἀπό τό μυαλό. Ἴσως διότι ὑπό τό κράτος τῆς ἐντολῆς τοῦ πατέρα, νομίζοντας ὅτι θά μποροῦσαν καί ἄλλοι νά τό ξέρουν αὐτό, σάν μία κοινή ἐντολή τῆς φυλῆς τῶν Ἑβραίων, καλύτερα τοῦ γένους, δέν ἔδωσε καί πολλή σημασία. Ὅμως, ἐκ τῶν ὑστέρων ὁπωσδήποτε θά πρέπη νά τό ἐσκέφθηκε, κι αὐτό θά μεγάλωσε βεβαίως τόν θαυμασμόν τους «ποιός ἦταν αὐτός ὁ ὁδηγός!».

   Καί τοῦ λέγει τώρα ὁ Ἄγγελος: «ἄκουσέ με ἀδελφέ τώρα· αὐτή ἡ γυναῖκα, ἡ κόρη τοῦ Ραγουήλ, σοῦ ἀνήκει. Καί ὡς πρός τό δαιμόνιον γιά τό ὁποῖον φοβᾶσαι πού ὑπάρχει εἰς αὐτήν, οὔτε νά τό σκέπτεσαι. «Μηδένα λόγον ἔχε», οὔτε νά τό σκέπτεσαι, γιατί αὐτή τήν νύχτα ἡ Σάρρα θά γίνη γυναῖκα σου· «ὅτι τήν νύκτα ταύτην δοθήσεταί σοι αὕτη εἰς γυναῖκα» (Τωβ. 6, 16) Αὐτή τή νύχτα θά γίνη γυναῖκα σου.

   Καί ὅπως λέγαμε τήν περασμένη φορά, ὁπωσδήποτε πρέπει νά ὑπάρξη ἕνας χρόνος μνηστείας, διότι αὐτό ἀπαιτεῖ ἡ ἀνθρωπίνη ἔρευνα καί διαπίστωσις. Μά, ὅταν ὁ Θεός ἐντέλλεται, ὅταν ὑπάρχη ἡ ἐγγύησις τοῦ Ἀγγέλου, δέν τίθεται θέμα πλέον. Θά μοῦ πῆτε: «τό ἤξερε αὐτό ὁ Τωβίας;» Ἐδῶ ὑπάρχει κάτι τό ἰδιάζον. Ὅταν κάποτε ἔχωμε τή θεία παρουσία, ὁ ἄνθρωπος χωρίς νά τό καταλαβαίνη -ὁ πιστός ἄνθρωπος- παραμερίζει τή δική του πρόβλεψι· τήν ἀνθρωπίνη πρόβλεψι τήν παραμερίζει καί πείθεται σέ ἐκεῖνο τό ὁποῖο ὁ Θεός τοῦ λέγει, ἔστω κι ἄν ἀκόμα δέν ἀντιλαμβάνεται πλήρως ὁ ἄνθρωπος ὅτι πρόκειται περί μιᾶς θείας ἐνεργείας.

  Τέτοια φαινόμενα ἔχομε πολλά εἰς τήν Ἁγία Γραφή ὁπωσδήποτε, διότι ἕνας ἄνθρωπος πιστός διαισθάνεται, ἔστω κι ἄν δέν γνωρίζει ὅλο τό βάθος, ὅτι ἔχει νά κάνη μέ θεῖο πρόσωπο· τό διαισθάνεται αὐτό. Οἱ μαθηταί ἐπί παραδείγματι τρία χρόνια δέν κατενόησαν ποιός ἦταν ὁ Χριστός, ὁπωσδήποτε· δέν μποροῦσαν ποτέ νά συλλάβουν -ἄν μάλιστα παρακολουθεῖτε καί τά θέματα τῆς Κυριακῆς μετά, τά βραδινά, τά ἑσπερινά- δέν μποροῦσαν ποτέ νά συλλάβουν ὅτι Αὐτός πού ἦταν μαζί τους, ὁ Ἰησοῦς, εἶναι ὁ Γιαχβέ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού ἔδωσε τό νόμο εἰς τό Σινᾶ· εἶναι Αὐτός πού παρήγγειλε εἰς τόν Μωυσῆ νά βγάλη τόν λαό ἀπό τήν Αἴγυπτο· εἶναι Αὐτός πού ὁδήγησε τόν λαό μέσα εἰς τήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Αὐτό θά τούς ἦταν ἀδιανόητο! ἀδιανόητο! Θά διερήγνυαν τά ἱμάτια τους ὅτι εἶναι ἀδύνατον αὐτό τό πρᾶγμα. Τό κατάλαβαν μετά. Πῶς ὅμως ἀφοῦ δέν εἴχανε πλήρη γνῶσι «ποῖος ὁ Ἰησοῦς;», πῶς ἄφησαν τά ὑπάρχοντά τους, τή γυναῖκα τους ὅσοι ἦταν παντρεμένοι τέλος πάντων, τά δίχτυα τους, τά πλοῖα τους, τό τελωνεῖο τους, τή δουλειά τους, τήν ὑπαλληλική τους θέσι ὅπως ἦταν ὁ Ματθαῖος, καί τά λοιπά; καί ἠκουλούθησαν τόν Χριστό. Πῶς; Εἶναι αὐτό τό ἕνα κάτι· αὐτό τό ὁποῖο εἶναι ἕνα προοίμιον ὠθήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἡ ἀγαθή προαίρεσις παραδίδεται χωρίς ἀκόμα νά ἔχη πλήρη γνῶσι τοῦ τί θά ἐπακολουθήση. Αὐτό εἶναι πολύ σπουδαῖο στοιχεῖο! Ἀνήκει ὅμως μόνο στίς πιστές ψυχές. Μόνο στίς πιστές ψυχές! τό ξαναλέγω.

   Συνεπῶς λόγος δέν γίνεται, ὅτι θά ἔπρεπε νά δοθῆ χρόνος γιά νά γίνη διαπίστωσις καί ἀναγνώρισις, ἄν τά πράγματα τελικά θά συνέφεραν εἰς τόν Τωβία ἀπό ἕνα τέτοιο γάμο.

   Καί συνεχίζει ὁ Ἄγγελος νά συμβουλεύη: «καί ἐάν εἰσέλθης εἰς τόν νυμφῶνα, λήψη τέφραν θυμιάματος, καί ἐπιθήσεις ἀπό τῆς καρδίας καί τοῦ ἥπατος τοῦ ἰχθύος καί καπνίσεις.» (Τωβ. 6, 17) Ὅταν, λέγει, θά κλείση τό συνοικέσιον καί θά εἰσέλθης εἰς τόν νυφικό θάλαμο, ἐκεῖ θά ζητήσης κάρβουνα -τέφρα θυμιαμάτων, ἀναμμένα κάρβουνα- καί ἐπάνω ἐκεῖ στά ἀναμμένα κάρβουνα θά βάλης τήν καρδιά καί τό συκώτι τοῦ ψαριοῦ καί θά τ’ ἀφήσης νά καπνίσουν.   

   «Καί ὀσφρανθήσεται τό δαιμόνιον καί φεύξεται καί οὐκ ἐπανελεύσεται εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.» (Τωβ. 6, 18) Τότε, λέγει, θά ὀσφρανθῆ, θά μυρίση, τόν καπνόν τό δαιμόνιον καί θά φύγη καί δέν θά ξαναγυρίση -ἡ ἔκφρασις «εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος» σημαίνει «ποτέ»- δέν θά ἐπανέλθη τό δαιμόνιον ποτέ. Αὐτό σημαίνει ὅτι δύναται νά ἐπανέλθη; Βεβαίως!

   Θυμηθεῖτε τόν λόγον τοῦ Χριστοῦ πού εἶπε ὅτι, ὅταν φύγη τό δαιμόνιον ἀπό τόν ἄνθρωπον -εἶναι στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον- καί δέν αἰσθάνεται καλά εἰς ἀνύδρους τόπους ὑπάρχον, καί λέγει: «δέν ξαναγυρίζω στήν παλιά μου κατοικία;» Καί ἐπιστρέφοντας βρίσκει τήν παλιά του κατοικία, λέγει, καθαρή καί σεσαρωμένη, σκουπισμένη. Καί λέγει: «γιατί ἔφυγα ἀπό ἐδῶ;» Τότε παραλαμβάνει ἑπτά δαιμόνια πονηρότερα ἀπό αὐτό καί ἐπανέρχεται εἰς τήν παλαιά του κατοικία καί γίνονται τά ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου χείρονα τῶν πρώτων. (Λουκᾶ ια΄, 24-25)

   Δηλαδή ὅταν ἕνας ἄνθρωπος -αὐτό εἶναι τό νόημα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ- ἀμελῶς καταρτισθῆ, δεχθῆ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ ἀμελῶς -φέρ’ εἰπεῖν βαπτισθεῖ, δεχθεῖ τά μυστήρια, τήν ἐξομολόγησι καί τά λοιπά ἀμελῶς- τί θά πῆ ἀμελῶς; χωρίς καρποφορία, πῆγε ἐξομολογήθηκε, κοινώνησε, καθαρίστηκε· ἔφυγαν θά λέγαμε οἱ δαίμονες τῶν παθῶν, ὅταν ἀφήση ὅμως τήν ψυχή χωρίς νά καταρτίζεται, χωρίς ἄσκησι -χωρίς ἄσκησι!- τότε ὄχι ἁπλῶς ἐπανέρχεται ὁ παλαιός δαίμων, τά παλιά πάθη, ἀλλά ἐπανέρχονται περισσότερα καί τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτός γίνεται χειρότερος ἀπ’ ὅ,τι ἤτανε τήν πρώτη φορά.

    Εἶναι κάτι τό ὁποῖον παρατηροῦμε δυστυχῶς στή ζωή μας σέ πολλούς ἀνθρώπους. Εἶναι ἡ ἀμελής κατάρτισις, δηλαδή ὄχι ἡ σωστή κατάρτισι· ὅτι καθαρίστηκα πρέπει νά ἀγωνισθῶ, διαρκῶς νά ἀγωνίζωμαι καί νά καθαρίζωμαι καί νά καταρτίζωμαι. Εἶναι ἐκεῖνο πού λέγει εἰς τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως «ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι».(Ἀποκ. κβ΄, 11)  Ἐκεῖνο τό «ἔτι» πού θά πῆ «ἀκόμη», σημαίνει ὅτι πρέπει διαρκῶς καί διαρκῶς, χωρίς σταματημό κατά ἕναν δυναμικόν τρόπον νά ἀγωνίζεται ὁ ἄνθρωπος καί νά ἁγιάζεται. Ἔτσι δέν θά ἐπανέλθη τό δαιμόνιον εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

   Ἀλλά θά πῆ κάποιος, ἤ κάποια κοπέλα ἀπό σᾶς: «εἶχε τήν δύναμι ὁ καπνός τοῦ συκωτιοῦ καί τῆς καρδιᾶς ἑνός ψαριοῦ νά διώξη τόν διάβολον»; Ὁπωσδήποτε, ὄχι! Ὅπως λέγαμε καί τήν περασμένη καί τήν προπερασμένη φορά, αὐτά καθ’ ἑαυτά καιόμενα τά ἐντόσθια καί ἀναδίδοντα καπνόν, φυσικά δέν διώχνουν τόν διάβολον· φυσικά. Αὐτά ὁπωσδήποτε εἶναι ἐξωτερικά σημεῖα, ὑλικά σημεῖα μιᾶς ἐσωτερικῆς πράξεως.

   Πρέπει νά ἀναζητήσωμε συνεπῶς αὐτήν τήν ἐσωτερικήν πρᾶξιν. Ἔχει δυό ὄψεις αὐτή ἡ ἐσωτερική πρᾶξις. Ἡ πρώτη ὄψις εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι αὐτό πού λέγει ὁ Ἄγγελος εἶναι κατ’ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού λέγει φέρ’ εἰπεῖν ὁ Χριστός· ὅτι «θά βαπτισθῆς μέ νερό». Καί θά ἔλεγε κανένας: «τό νερό θά καθαρίση τό προπατορικόν ἁμάρτημα; αὐτό καθ’ ἑαυτό τό νερό;» Βεβαίως αὐτό καθ’ ἑαυτό τό νερό, ὄχι! ἀλλά εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο, εἶναι τό ἐξωτερικόν σημεῖον ἑνός μυστηρίου· ὅπως εἶναι τό ἐπιτραχήλιον στήν ἐξομολόγησι. Τό ἐπιτραχήλιον ἀφαιρεῖ τάς ἁμαρτίας; Ὄχι! Εἶναι ὅμως τό ἐξωτερικόν σημεῖον τοῦ μυστηρίου. Ὅπως εἶναι τό λάδι εἰς τό εὐχέλαιον, ὅπως εἶναι πάλι αἱ ἐλαιώδεις ἀρωματικαί οὐσίαι εἰς τό Χρῖσμα, ὅπως εἶναι -θά τό δοῦμε λίγο πιό κάτω αὐτό, ἐδῶ εἶναι καί τό μοναδικό σημεῖο μάλιστα εἰς τήν Παλαιά Διαθήκη- εἰς τόν γάμον ἡ ἄρμοσις τῶν χειρῶν· ἡ ἄρμοσις τῶν χειρῶν, αὐτό τό πιάσιμο τῶν χεριῶν, τό μοναδικό σημεῖο, εἶναι τό ἐξωτερικό σημεῖο τοῦ γάμου, τό ὁποῖον μυστήριον μένει ἀδιάλυτο. Κι ὅμως πάρα πολλές φορές χαιρετοῦμε ἀνθρώπους, κάνομε τήν ἰδίαν κίνησιν· πιάνει ὁ ἕνας τό χέρι τοῦ ἀλλουνοῦ. Κάθε ἄλλο ὅμως παρά αὐτό θά σήμαινε ὅτι οἱ σχέσεις μας δύνανται νά μείνουν ἀδιάλυτες. Αὐτό εἶναι τό ἐξωτερικό σημεῖο· τό ἐξωτερικό σημεῖο.  Αὐτό καθ’ ἑαυτό λοιπόν δέν ἔχει νά παίξη κανένα ρόλο· ὁ Θεός ὅμως τό θέλει.

   Καί σᾶς ἔλεγα τήν περασμένη φορά ὅτι τό θέλει, ἐπειδή εἶναι ἡ μετοχή τῆς ὅλης δημιουργίας. Δέν εἶναι μόνο ἡ μία προαίρεσις, δέν εἶναι μόνο ἡ πίστις, εἶναι καί ἡ μετοχή τῆς κτίσεως· διότι αὐτό φανερώνει ὅτι ἡ κτίσις εἶναι τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τήν θέλει μέσα στήν σωτηρία, νά συντελῆ εἰς τήν σωτηρία, διότι καί ἡ ἰδία ἡ κτίσις θά σωθῆ. Θά σωθῆ ἡ κτίσις!

   Γιά νά δοῦμε ὅμως τίς δυό αὐτές ὄψεις, οἱ ὁποῖες εἶναι πίσω ἀπό τό ὁρατόν σημεῖον πού εἶναι τώρα τά καιόμενα ἐντόσθια ἐπάνω στά κάρβουνα, ἡ καρδιά καί τό συκώτι.

  Τό πρῶτο· εἴπαμε, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· γιατί τό λέει ὁ Θεός. Ὅπως βλέπομε στήν Καινή Διαθήκη… ἤ καλύτερα νά πῶ στήν Παλαιά Διαθήκη λέγει ὁ Θεός: «θά πάρης τό ραβδί σου, λέει στό Μωυσῆ, καί θά χτυπήσης τό νερό». Αὐτό ἐάν τό ἔκανε κάποτε ἄλλοτε ὁ Μωυσῆς μπροστά στήν Ἐρυθρά Θάλασσα, ἡ θάλασσα θά ὑποχωροῦσε καί θά ἐγίνετο ξηρά; Ὄχι! Γιατί; Τό λέγει ὁ Θεός! Καλά κι ἕνα ραβδί; Ἔ, μά τό ραβδί τό θέλει ὁ Θεός γιά τόν λόγο πού ἀνέφερα προηγουμένως.

   Στήν Καινή Διαθήκη· ὅποιος βαπτισθεῖ θά σωθῆ, λέει ὁ Χριστός. Ἀλλά πότε ὅμως; «Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς». Προσέξτε! τό ἕνα εἶναι γιατί τό λέει ὁ Θεός· τό λέγει ὁ Χριστός. Τό ἄλλο; Ἡ ἄλλη ὄψις. Στό βάπτισμα· ὁ πιστεύσας, εἶναι ἡ πίστις, εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ εἰς τόν ἄνθρωπο πιά. Εἰς τόν Μωυσῆ· τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι μέ τό ραβδί νά ἀνοίξη ἡ θάλασσα. Ἡ ἀνθρωπίνη πλευρά· ὁ Μωυσῆς νά σηκώση τό ραβδί καί νά χτυπήση τή θάλασσα.

   Ἡ ἀνθρωπίνη πλευρά τώρα ἐδῶ, περί τοῦ ὁποίου τό θέμα. Κοιτάξτε: «ὅταν δέ προσπορεύη αὐτή» ὅταν θά βρεθῆτε εἰς τόν νυμφικόν θάλαμο «ἐγέρθητε ἀμφότεροι» σηκωθεῖτε καί οἱ δυό «καί βοήσατε πρός τόν ἐλεήμονα Θεόν» θά κάνετε προσευχή «καί σώσει ὑμᾶς καί ἐλεήσει». Ποιά εἶναι λοιπόν ἡ ἀνθρωπίνη τώρα πλευρά; Εἶναι ἡ προσευχή! Τρία σημεῖα βλέπομε ἐδῶ λοιπόν συναντούμενα. Ἐάν λείπη τό ἕνα δέν γίνεται τίποτα, γιατί ἔτσι τό  θέλει ὁ Θεός. Μποροῦσαν νά λείπουν δυό καί νά τό ἤθελε μόνο ὁ Θεός· ἀλλά ὁ Θεός ἐπειδή ἔτσι τό θέλει καί ἔτσι τό ἐπιθυμεῖ, συνεπῶς γιά νά γίνη κάτι, αὐτά τά τρία πρέπει νά ὑπάρχουν: πρῶτον τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, δεύτερον τό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου καί τρίτον τό ὁρατόν σημεῖον, τό ἐξωτερικόν.

   Στό γάμο, ὁ Θεός θέλει νά παντρευτεῖτε -δυό ἄνθρωποι θέλουν νά παντρευτοῦν, ὑπάρχουν καί τά ἐξωτερικά σημεῖα- δέν θέλει ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο συζύγων. Φέρ’ εἰπεῖν δέν θέλει ἡ γυναῖκα καί γίνεται μέ τό ζόρι ὁ γάμος· προσέξτε! μέ τό ζόρι, ὅπως πολλές φορές γίνεται ὑπό τήν ἀπειλή περιστρόφου. Πολλές φορές! Πᾶνε τόν ἄνδρα, γίνεται ἀπαγωγή ἤ τῆς γυναίκας ἀναλόγως καί ὑπό τήν ἀπειλή περιστρόφου πᾶνε καί τούς παντρεύουν. Ὁ γάμος εἶναι ἄκυρος, ἐπειδή δέν εἶναι καί τά τρία σημεῖα, εἶναι μόνον τά δυό. Εἶναι φανερό! τό βλέπει κανείς πολύ καθαρά! Ποῦ νά τά βλέπουν αὐτά οἱ προτεστάνται, οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν καί δέν δέχονται πολλά σημεῖα. Ποῦ; 

   Ὥστε ἡ προσευχή! «Θά κάνετε προσευχή!» Παιδιά, ξέρετε τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἔκανε τούς ἀνθρώπους -μοῦ φαίνεται σᾶς τό εἶχα πεῖ- αὐτούς ὅλους τούς μνηστῆρες, ἑπτά τόν ἀριθμόν, νά φονεύωνται ἀπό τό δαιμόνιον πού ἐμφιλοχωροῦσε εἰς τήν Σάρρα; Ὅτι ἔβλεπαν τήν γυναῖκα, τήν Σάρρα, ὡς γυναῖκα μόνον. Ἔβλεπαν μόνο παθιασμένα, ἔβλεπαν μόνο ἐρωτικά. Καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος, οἱ σύζυγοι, βλέπουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον μόνον ἐρωτικά, τότε ἐμφιλοχωρεῖ τό δαιμόνιον τῆς φθορᾶς. Αὐτό μή νομίσετε ὅτι ἔγινε ἅπαξ εἰς τήν Σάρρα καί τούς μνηστήρας της, ἀλλά γίνεται πάντοτε εἰς τούς ἀνθρώπους πού παντρεύονται μέ κριτήρια μόνον σαρκικά. Ἀντιθέτως, ἄν τά κριτήρια εἶναι πνευματικά, τότε παρά τίς δυσκολίες πού μποροῦν νά προκύψουν ἤ νά προκύπτουν, πάντοτε ὁ γάμος θά διασώζεται, καί ἡ ἑνότητα θά διασώζεται πάντοτε παρά τίς δυσκολίες.

   Καί τί λέγει ἐδῶ: καί τότε «σώσει ὑμᾶς καί ἐλεήσει» ο Θεός. Θά σᾶς σώση καί θά σᾶς ἐλεήση. «Μή φοβοῦ»!

   Πόσο παρήγορος αὐτός ὁ λόγος τοῦ Ἀγγέλου εἰς τόν Τωβία! «Μή φοβᾶσαι! Μή φοβᾶσαι! διότι εἶναι ἑπόμενον νά φοβῆσαι μέ ὅλα αὐτά σοῦ λέγω ὃτι κάτι κακό θά πάθης». Εἶναι ὅπως θά λέγαμε ἐδῶ πού συνήθως εἰς τόν τομέα αὐτόν γίνονται τά περισσότερα μάγια. Ναί!.. ναί! εἰς  στόν τομέα τῶν συνοικεσίων, τῶν γάμων καί τά λοιπά, καί τά λοιπά. Ἐδῶ γίνονται τά μεγάλα, τά φοβερά μάγια πού κάνουν οἱ ἄνθρωποι σάν ἐνέργειες τοῦ σατανᾶ, διότι δέν προτιμήθηκε ἕνα δικό μας πρόσωπο, προτιμήθηκε ἕνα ἄλλο. Θά πᾶμε ἐμεῖς στή νύφη ἤ στό γαμπρό νά ρίξωμε μάγια, νά κάνωμε μάγια, νά κάνωμε ἐνέργειες σατανικές καί λοιπά, καί λοιπά. Καί ναί μέν, ἕνα ποσοστό ἀπό αὐτά εἶναι ἀγυρτεῖες καί ψεύδη. Καί ἕνα ποσοστό ἐνδεχομένως εἶναι καί ἀληθῆ γιατί εἶναι ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ. Ἀλλά παρά τίς ἐνέργειες αὐτές ὅλα μποροῦν νά μποῦν κάτω ἀπό τά πόδια τῶν νεόνυμφων, νά τά ποδοπατήσουν καί νά μήν πάθουν ἀπολύτως τίποτε, ὅταν… ὅταν ἀνάμεσά τους εἶναι ὁ Θεός, ὅταν ὁ γάμος τους εἶναι κατά Θεόν. Τότε τά μάγια δέν τούς πιάνουν! Ὅταν ὅμως τά κριτήριά τους εἶναι σαρκικά, τότε τά μάγια τούς πιάνουν. Εἶναι αὐτός ὁ δαίμων, ὁ ἀπολύων, ὁ καταστροφεύς, αὐτός πού καταστρέφει· τό δαιμόνιο τό καταστρεπτικό.

   Ἀλλά καί κάτι τό ὁποῖον εἶναι πολύ παρήγορον καί τό ὁποῖο ὁπωσδήποτε ἔχει καί σέ μᾶς πολλά μηνύματα νά μᾶς πῆ: «ὅτι» ἐξηγεῖ τώρα τό γιατί δέν πρέπει νά φοβῆσαι «ὅτι σοί αὐτή ἡτοιμασμένη ἦν ἀπό τοῦ αἰῶνος» γιατί αὐτή ἑτοιμάστηκε γιά σένα, πρίν γεννηθεῖ καί αὐτή καί ἐσύ. Ἤ καλύτερα, πρίν γίνει ὁ κόσμος, «ἀπό τοῦ αἰῶνος». Πώ! πώ! καταπληκτικό!

   Ὥστε ἡ πορεία τοῦ κόσμου εἶναι γνωστή καί καθορισμένη πρό καταβολῆς κόσμου; Ἴσως κάποια κοπέλα θά πῆ -ἀπό σᾶς!- «νά τό κισμέτ!», «νά ἡ μοίρα!», «νά ἡ τύχη!», «νά τό γραμμένο!» Ὄχι, παιδιά! Δέν ὑπάρχει τίποτε γραμμένο· οὔτε μοίρα, οὔτε κισμέτ. Τίποτα! Τίποτα, τίποτα. Ἀλλά ἐκεῖνα τά ὁποῖα μέσα στόν χρόνο –προσέξτε αὐτό τό σημεῖο εἶναι τό κλειδί- ἐκεῖνα τά ὁποῖα μέσα στόν χρόνο ἐλευθέρως ὁ ἄνθρωπος θά ἐνεργοῦσε, αὐτά γιά τόν Θεό ἤδη εἶναι γνωστά.

   Δηλαδή γιά νά τό καταλάβετε: Πῶς ἐδῶ ὁ Τωβίας ἦτο προορισμένος διά τήν Σάρρα ἀπό τοῦ αἰῶνος; Ἁπλούστατα, ἦτο γνωστή ἡ ἐνέργεια τοῦ Τωβία ὅτι θά ἐνεργοῦσε κατά πνευματικόν τρόπον ἔναντι τῆς Σάρρας καί συνεπῶς ἦτο διά αὐτόν· ὄχι γιά τούς ἑπτά πού πέθαναν.

   Νά τό καταλάβετε αὐτό μέ ἕνα ἄλλο παράδειγμα, γιά νά μήν κολλήση καμμιά κοπέλα ἐπάνω στό θέμα γραμμένο -«ἤτανε γραμμένο, λέει, ἦταν τυχερό!»- καί πάρα πολλές φορές γύρω ἀπό τό θέμα τοῦ γάμου τό λέγουν αὐτό οἱ ἄνθρωποι, «ἦταν τό τυχερό του, λέει, αὐτό!». Δέν ὑπάρχει τυχερό, δέν ὑπάρχει.

   Προσέξτε! ἦτο γραμμένο ὅτι ὁ Ἰούδας θά ἐπρόδιδε τόν Χριστόν; Βεβαίως! Τό εἶπαν οἱ προφῆται; Ναί! Εἶπε ὁ Χριστός ὅτι κατά τό γεγραμμένον θά ὁδηγηθῆ εἰς τόν θάνατον ἀπό τό βέβηλο χέρι τοῦ μαθητοῦ Tου; Ναί! Τότε ἀθῶος ὁ Ἰούδας, ἀφοῦ ἤτανε γραμμένο· τί φταίει ὁ ἄνθρωπος; Ὄργανον, θά λέγαμε, τοῦ γραμμένου· ὄργανον τῆς μοίρας. Κι ἄν ὑποτεθῆ ὅτι αὐτή τή μοίρα, τό γραμμένο τό καθοδηγεῖ ὁ Θεός, τότε ὁ Θεός ἔβαλε, θά λέγαμε, τόν Ἰούδα νά προδώση τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Ἄπαγε! Ὁ Θεός βλέποντας τήν ἐλευθέραν προαίρεσι τοῦ ἀνθρώπου, «ἐν χρόνῳ τί θά ἔκανε», τό προλέγει. Συνεπῶς δέν εἶναι ἐδῶ γραμμένο ὅτι ὁ Τωβίας θά ἔπαιρνε τήν Σάρρα, ἀλλά ἐπειδή ὁ Τωβίας θά ἔδειχνε αὐτήν τήν συμπεριφορά, ὁ Θεός φροντίζει ὥστε νά γίνη ἡ γυναῖκα τοῦ Τωβία. Πιστεύω νά τό καταλάβατε. Προσέξατε πάρα πολύ. 

   Μάλιστα ὑπάρχει ἕνα κλασσικό χωρίον εἰς τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολήν, τό ὁποῖον ἐνῶ μπερδεύει, γιά ἐκείνους πού θά ἔβλεπαν ἐπιπόλαια· καί ἐπιπόλαια τό ἔχουν δεῖ μέχρι σήμερα -περίεργον γιατί;- οἱ προτεστάνται· καί πάνω ἐκεῖ μπερδεύτηκαν καί μπερδεύονται ἀκόμη. Ἓνας ὅμως πού θά τό ἔβλεπε μέ καθαρό μάτι, θά ἔβλεπε ὅτι εἶναι ὄχι μπέρδεμα, ἀλλά τό κλειδί.

   Λέγει «ὁ Θεός ἐκάλεσε οὕς προώρισε καί προώρισε οὕς προέγνω.» (Ρωμ. η΄, 30)  Τό πρῶτο εἶναι σκάλωμα, τό δεύτερο εἶναι κλειδί. Ἐκάλεσε ἐκείνους πού ἔχει προορίσει. Εἶναι -θά τό ξέρετε καί ἀπό τό σχολεῖο σας- εἶναι αὐτό πού δέχονται οἱ Προτεστάνται: ὁ ἀπόλυτος προορισμός. Ἀπόλυτος προορισμός θά πῆ: μέ καλεῖ ὁ Θεός πέρα ἀπό τή θέλησί μου, εἶναι κάτι πού ἔτσι τό κρίνει ὁ Θεός· ἐμένα νά μέ καταδικάση, τόν ἄλλον νά τόν ἀνεβάση. Ὄχι! δέν ὑπάρχει ἀπόλυτος προορισμός. Διότι ποιούς ἐκάλεσε; Ἐκείνους πού προόρισε. Μάλιστα. Ποιούς προόρισε ὅμως; «Οὕς προέγνω», ἐκείνους πού προγνώρισε. Τί θά πῆ προγνώρισε; Ἐκείνους τούς ὁποίους εἶδε τήν προαίρεσί τους πρίν γίνουν ἀκόμα. Πρίν γίνουν! Ἐγνώρισε τήν προαίρεσί τους ὅτι «ἐν ἐλευθέρῳ χρόνῳ» θά ἔκαναν αὐτό πού θά ἔκαναν καί συνεπῶς τούς προόρισε ἐπειδή ἤξερε πώς θά ἐνεργοῦσαν.

   Ἔτσι καί μέ τόν Ἰούδα. Ἐπειδή ἤξερε πώς θά ἐνεργοῦσε ὁ μαθητής ἤδη χαλκεύεται ἡ προφητεία. Πιστεύω νά τό καταλάβατε. Ἔμεινα λίγο παραπάνω σ’ αὐτό γιά νά μή λέτε αὐτό τό ἀνόητο: «εἶναι τυχερό». Ποτέ νά μήν τό πῆτε αὐτό τό πρᾶγμα «εἶναι τυχερό!». Ποτέ μά ποτέ. Νά πῆτε «ὁ Θεός τό ἐπέτρεψε», «ναί». «Παρά τήν πρόβλεψί μας», «ναί». «Τυχερό», ποτέ! Γιατί τυχερό θά πῆ νά ὑπάρχη κάτι πού εἶναι ἔξω ἀπό τήν πρόγνωσι τοῦ Θεοῦ, ἔξω ἀπό τήν γνῶσι, ἔξω ἀπό τήν κυβέρνησι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός νά φυλάξη· ὁ Θεός νά φυλάξη!

   Λοιπόν· «ὅτι σοί αὐτή ἡτοιμασμένη ἦν ἀπό τοῦ αἰῶνος καί σύ αὐτήν σώσεις.» Καί σύ, λέγει, αὐτήν θά τήν σώσης. Ἀπό τί θά τήν σώσης; Ἀπό τό δαιμόνιο πού τήν ἔπληττε· ἀπό τήν ἀπογοήτευσι πού τήν ἔπνιγε. Ἐνθυμεῖσθε, ὅταν ἐκεῖνες οἱ ὑπηρέτριές της τῆς εἶπαν: «ἔ, ἐπιτέλους εἰς τόν αἰῶνα παιδί ἀπό σένα νά μή δοῦμε. Δέν σοῦ φθάνει πού πνίγεις καί σκοτώνεις τούς ἄνδρες σου, ἄντε νά χαθῆς!» –ἀκοῦστε!- «ἄντε νά χαθῆς, καί σύ νά πνιγῆς μαζί τους· νά πεθάνης καί σύ μαζί τους». Αὐτό τῆς εἶπαν. Βαρύς λόγος! Κι ἀνέβηκε στό ὑπερῶον κι ἀπό κεῖ ἤθελε νά αὐτοκτονήση. Τό ἐνθυμεῖσθε πού τό λέγαμε; Καί τότε λέγει «γιατί νά φονευθῶ; θά λυπήσω τόν πατέρα μου καί τή μητέρα μου. Θά παρακαλέσω τό Θεό νά μέ βοηθήση». Κι ἔκανε προσευχή καί συνῆλθε.

   «Καί πορεύσεται μετά σοῦ» θά ἔρθη μαζί σου «καί ὑπολαμβάνω ὅτι σοί ἔσται ἐξ αὐτῆς παιδία» (Τωβ. 6, 18). Καί ὅτι ἀκόμα θά γεννηθοῦν σέ σένα ἀπ’ αὐτήν παιδιά· θά ἀποκτήσης καί παιδιά. Ὄχι μόνον δηλαδή θά γίνη γυναῖκα σου, ὄχι μόνον θά ζήσης, ἀλλά καί θά τεκνογονήσης. Αὐτά τοῦ λέγει ὁ Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος βεβαίως παραμένει ὁ ἄνθρωπος ὁδηγός. Ἀλλά ὅπως σᾶς εἶπα προηγουμένως, ὅταν εἶναι θεῖο πρόσωπο, τότε διατηρεῖ πάντοτε μίαν πειθώ, ἕνα κάτι πού οἱ εὐλαβεῖς ψυχές πείθονται χωρίς ἀντιλογία.

   Ἄν κάποτε ἔχουν τήν ἀντιλογία, δέν τήν ἔχουν σάν ἀντιλογία ἐγωιστική, ἀλλά σάν ἀναζήτησι διασαφήσεως. Ὅταν ἡ Παναγία εἶπε στόν Ἄγγελο καί  «πῶς μοί ἔσται τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;», δέν ἦτο ἀντιλογία, ἀλλά ἦτο ἀναζήτησις διασαφήσεως. «Πῶς θά γίνη;» ἐξήγησέ μου δηλαδή, ὄχι ὅτι «πῶς εἶναι δυνατόν;» κατά τρόπον ὀρθολογιστικόν· ἀλλά «ἐξήγησέ μου, κάν’ το μου λιανά, δηλαδή διασάφησέ μου τό· τό δέχομαι, ἀλλά πῶς θά γίνη; τί θά γίνη παρακάτω;» Αὐτό ἐννοοῦσε ἡ Θεοτόκος πού εἶπε εἰς τόν Ἄγγελον.

   «Καί ὡς ἤκουσε Τωβίας ταῦτα, ἐφίλησεν αὐτήν, καί ἡ ψυχή αὐτοῦ ἐκολλήθη σφόδρα αὐτῇ.» (Τωβ. 6, 19)  Ὡραία φράσις! Ὅταν τά ἄκουσε ὅλα αὐτά ὁ Τωβίας τότε, μόνο ἀπό τήν περιγραφή, μόνο ἀπό ἐκεῖνα ὅλα τά ὁποῖα τώρα τοῦ λέει ὁ Ἀζαρίας ὁ συνοδός του, τήν ἀγάπησε τήν κοπέλα. Εἶναι αὐτή ἡ ἀγάπη πού ὑπάρχει πρίν ἀκόμη ἔλθη στό προσκήνιο τό πρόσωπον, ἀπό τά χαρακτηριστικά. Ἐκολλήθη, λέγει, ἡ ψυχή του· μέ ἄλλα λόγια σημαίνει ὅτι δημιουργήθηκε μία σφοδρή ἀγάπη πρός τήν Σάρρα, ἐνῶ ἀκόμη βεβαίως, ὅπως σᾶς εἶπα, δέν τήν ἔχει καθόλου ἰδεῖ.

   Προχωροῦν, παιδιά, καί τά λέγουν αὐτά, ὁπότε μπήκανε μέσα εἰς τήν πόλιν τῶν Ἐκβατάνων καί προχωροῦν γιά τό σπίτι τοῦ Ραγουήλ.

  Εἰσερχόμεθα τώρα εἰς τό ἕβδομον κεφάλαιον. «Καί ἦλθον εἰς τά Ἐκβάτανα καί παρεγένετο εἰς οἰκίαν Ραγουήλ, καί τότε Σάρρα δέ ὑπήντησεν αὐτοῖς καί ἐχαιρέτισεν αὐτούς καί αὐτοί αὐτήν, καί εἰσήγαγεν αὐτούς εἰς τήν οἰκίαν.»  (Τωβ. 7, 1) Ἔφτασαν εἰς τό σπίτι τοῦ Ραγουήλ, χτύπησαν τήν πόρτα καί βγῆκε ἡ Σάρρα. Κάνει ἐντύπωσι ὅτι δέν βγῆκε κάποια ὑπηρέτρια, ἀλλά βγῆκε ἡ κόρη τοῦ ζεύγους, τῆς οἰκογενείας, ἡ Σάρρα. Γιατί ἄραγε; Μήπως κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ; Πιθανότατα. Ἀλλά αὐτό ὅμως ἔχει καί κάποια ἄλλη τοποθέτησι. Ὅταν τήν πόρτα τήν χτυποῦν ξένοι, τότε ὁ ἰδιοκτήτης -ὅταν μάλιστα ὑποτίθεται ὅτι οἱ ξένοι αὐτοί, ὅπως τήν ἐποχή ἐκείνη ἦσαν ὁδοιπόροι πού εἶχαν ἀνάγκη φιλοξενίας- βγαίνει ὁ ἴδιος ὁ ἰδιοκτήτης. Γιά νά μή νομίσετε πώς εἶναι θέμα συμπτωματικό, θά σᾶς θυμίσω δύο ἄλλα περιστατικά, γιά νά μήν ἀναφερθῶ σέ πλῆθος ἄλλα μέσα εἰς τήν Παλαιά Διαθήκη.

   Ὅταν τρεῖς ἄνδρες φτάνουν μέχρι τό ἀντίσκηνο τοῦ Ἀβραάμ -τριακόσιοι δεκαοκτώ οἰκογενεῖς ὑπῆρχαν· ἀκούσατε! τριακόσιοι δεκαοκτώ οἰκογενεῖς· ἄνδρες, ὑπηρέται! Αὐτό τό οἰκογενεῖς, ὄχι μέ τήν ἔννοια τοῦ ὑπηρέτου, ἀλλά μέ τήν ἔννοια τοῦ ψυχογιοῦ. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος -οἰκογενής- εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ σπιτιοῦ πιά· δέν εἶναι ὁ ὑπηρέτης, δέν εἶναι ὁ δοῦλος· εἶναι ὁ ψυχογιός. Καί εἶναι τριακόσιοι δεκαοκτώ ἄνδρες, πού ἔχουν τίς γυναῖκες τους καί τά παιδιά τους. Πρέπει νά ἦσαν παραπάνω ἀπό δύο χιλιάδες ἄνθρωποι τό σπιτικό του Ἀβραάμ- ποιός τούς προϋπήντησε αὐτούς τούς τρεῖς; οἱ ὁποῖοι ἦσαν τρεῖς Ἂγγελοι εἰς τύπον τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ποιός τούς προϋπήντησε; Διαβάσετε τήν Ἁγία Γραφή θά ἰδῆτε, δέν ὑπῆρχε κανένας ὑπηρέτης στή μέση. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀβραάμ, λέγει, ἐκάθητο ἔξω ἀπό τήν σκηνή του τό μεσημέρι, μήπως δῆ κάποιον περαστικόν, νά τόν φωνάξη νά τοῦ δώση νερό καί φαΐ. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀβραάμ!

   Θέλετε νά δῆτε ἀκόμη καί ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἐκτυπώτερον; Ὁ Λώτ· ὅταν οἱ δυό ἐκ τῶν τριῶν Ἀγγέλων ἔφθασαν εἰς τά Σόδομα. Ὁ Λώτ ἐπήγαινε κάθε ἀπόγευμα εἰς τόν πυλῶνα τῆς πόλεως καί ἐκάθητο ἐκεῖ. Τί ἔκανε ἐκεῖ; Ὅπως ξέρετε ὁ πυλώνας ἤτανε πάντοτε καί τό καφενεῖο τῶν κατοίκων τῆς πόλεως. Ἔ; Ἤτανε γνωστό. Ἐκεῖ κοντά εἰς τόν πυλῶνα ἤτανε ἡ ἀγορά, ἐκεῖ ἤτανε καί τό λεγόμενο καφενεῖο· δηλαδή ἐμαζεύοντο ἐκεῖ οἱ ἄνδρες καί συζητοῦσαν· ἡ ἀγορά. Ὅπως θά λέγαμε θά βγοῦμε στό κέντρο, στήν ἀγορά πού ἐκεῖ μαζεύονται οἱ ἄνδρες καί κουβεντιάζουν· ὄχι γυναῖκες, μόνον ἄνδρες. Γιατί ἔβγαινε ἐκεῖ ὁ Λώτ κάθε μέρα; Πήγαινε νά περάση τόν καιρό του; Ὄχι! Τό λέει σαφῶς ἡ Ἁγία Γραφή ἐκεῖ. Παρατηροῦσε μήπως μπεῖ κανένας ξένος εἰς τήν πόλι νά τόν πάρη στό σπίτι νά τόν φιλοξενήση. Ἐπειδή βεβαίως δέν ὑπῆρχαν ξενοδοχεῖα τήν ἐποχή ἐκείνη, εἶναι γνωστό -ὄχι στήν ἐποχή πού ἤδη μιλᾶμε, βρισκόμαστε στό 2000 περίπου π.Χ- ἀλλά διότι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως ἦσαν τόσο πονηροί ἄνθρωποι καί ἀφιλόξενοι, ὥστε ὁ Λώτ ἔκανε αὐτό τό ἔργον τῆς φιλοξενίας. Καί ἐκάθητο ἐκεῖ καί περίμενε: «ποιός ξένος θά μπῆ;» Καί μόλις εἶδε τούς δυό Ἀγγέλους -δέν τούς ἐγνώρισε ὡς Ἀγγέλους φυσικά, ὅπως καί ὁ Τωβίας δέν γνωρίζει τόν Ραφαήλ- καί τούς λέγει: «ἐλᾶτε στό σπίτι μου. Ἄν βρήκατε χάρι, λέγει, εἰς τό σπίτι τοῦ δούλου σας, ἐλᾶτε στό σπίτι μου νά φᾶτε καί νά κοιμηθῆτε καί αὔριο πάτε στή δουλειά σας». «Ὄχι! ὄχι!» εἶπαν ἐκεῖνοι. «Θά μείνωμε ἐδῶ εἰς τήν πλατεία». «Σᾶς παρακαλῶ, δέν θά μείνετε -τούς ἐβίασε κιόλας- δέν θά μείνετε, θά ρθῆτε εἰς τό σπίτι μου».

   Αὐτό παρακαλῶ, τώρα συμβαίνει καί εἰς τό σπίτι τοῦ Ραγουήλ. Κατεβαίνει ἡ Σάρρα νά ὑποδεχθῆ ἐκείνους πού χτυπᾶνε τήν πόρτα καί πού εἶναι -ποιός ξέρει;- περαστικοί ἄνθρωποι, κουρασμένοι, ὁδοιπόροι, καί νά τύχουν τῆς ἰδιαιτέρας φιλοξενίας καί φροντίδος. Τό ἀκοῦτε παρακαλῶ; Τό ἀκοῦτε ἐσεῖς οἱ κοπέλες; πῶς πρέπει εἰς τό σπίτι μέσα νά φροντίζετε διά τούς ἐπισκέπτας, διά τούς ξένους καί τά λοιπά; Τό ἀκοῦτε;

   Καί ἐδῶ τώρα βλέπομε ὅτι τούς ἐχαιρέτησε -τούς ἐχαιρέτησε- καί αὐτοί αὐτήν, καί τούς ἔβαλε εἰς τό σπίτι· τούς ἐχαιρέτησε. Εἶναι ὅλο θά λέγαμε, -ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά πῶ τή λέξι αὐτή, τήν ἔκφρασι αὐτή- ὅλο τό savoir vivre, δηλαδή ὅλος ἐκεῖνος ὁ ὁρμαθός τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς· ἔτσι; Ὅλη ἡ εὐγένεια. Πράγματι μή νομίσετε -ἕνας ἀπό τούς δικούς μας στό μοναστήρι ἀναγκάστηκε νά τυπώση, τώρα θά τό τυπώνη, τοῦ ἄφησα τόν πολύγραφο, τό τυπώνει ἕνα τευχίδιο γιά τά παιδιά τοῦ κατηχητικοῦ σχολείου στό Στόμιο μέ μερικές συμβουλές καλῆς συμπεριφορᾶς- δέν ἔχουν οἱ ἄνθρωποι καλή συμπεριφορά. Δέν ἔχουν, παιδιά. Εἶναι φοβερό πρᾶγμα· φοβερό! Καί λυποῦμαι πού θά τό πῶ, ὀφείλεται εἰς τούς γονεῖς κατά πρῶτον καί κύριον λόγον. Βλέπετε πάω στό 303 Π.Ε.Β -χωρίς νά θέλω νά δυσφημίσω κανέναν ἄνθρωπο, λέω ἁπλῶς πραγματικότητες- ἔχουν κάτι μεγάλες πολυθρόνες ἐκεῖ μπροστά καί βλέπετε κάθονται τά παιδιά… πῶς νά σᾶς πῶ; Οὔτε σέβονται ὅτι γίνεται μάθημα, οὔτε ὅτι εἶναι ἕνας ἱερεύς καί τούς ὁμιλεῖ. Τίποτα. Ἁπλωμένα τά πόδια ἔτσι! -Κύριε ἐλέησον!- Δηλαδή οὔτε εἰς τό καφενεῖο δέν θά ἐκάθηντο ἔτσι οἱ ἄνθρωποι. Φοβερό πρᾶγμα! Παιδιά, τό θέμα τῆς εὐγενείας εἶναι πολύ μεγάλο πρᾶγμα· δείχνει πολιτισμένον ἄνθρωπο, εὐγενῆ ψυχή. Ὡραῖο πρᾶγμα! 

   Καί προσέξτε, βεβαίως εἶναι προνόμιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς νά κάνη τούς ἀνθρώπους εὐγενεῖς, ἀλλά θά ἔλεγα, θά τολμοῦσα νά πῶ, ὅτι στό κάτω κάτω τῆς γραφῆς ἡ εὐγένεια ἀπορρέει ἀπό τό κατ’ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου· ἀπό τό κατ’ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου! Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ; Εἶναι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασμένος; Γι’ αὐτό καί ἐκτός Εὐαγγελίου ἡ εὐγένεια ἔχει καλλιεργηθεῖ· τήν συναντοῦμε καί στούς ἀρχαίους λαούς τήν εὐγένεια πού δέν ἔχουν γνωρίσει Εὐαγγέλιον. Γιατί; Θά τό ξαναπῶ ἄλλη μία φορά: Ἀπορρέει ἀπό αὐτό τό κατ’ εἰκόνα· ὅσο ἐφθαρμένο καί νά εἶναι αὐτό τό κατ’ εἰκόνα στόν ἄνθρωπο, ἀπό κεῖ ἀπορρέει. Φυσικά βελτιοῦται μέ τό Εὐαγγέλιον. Ἔτσι ἕνας ἀγενής ἄνθρωπος, χονδροκομμένος ἄνθρωπος, ὄχι μόνον ἀποδεικνύει ὅτι δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά ὅτι καί τό κατ’ εἰκόνα μέσα του εὑρίσκεται σέ ἄθλια κατάστασι. Ἄς τό προσέξωμε λοιπόν παιδιά αὐτό, ἔ;     

  Τούς ἐχαιρέτησε εὐγενῶς, τούς εἰσήγαγε εἰς τό σπίτι. Καί τότε βεβαίως ἦρθε καί ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ νοικοκύρης, ὁ πατέρας· ἦρθε καί ἡ μητέρα. «Καί εἶπε Ραγουήλ Ἔδνα τῇ γυναικί αὐτοῦ». Ὅταν κάθισαν στό σαλόνι, λέγει ὁ Ραγουήλ -ὅταν ἐκεῖ μιλοῦν μέ τούς δύο ἐπισκέπτας ὁδοιπόρους- λέει στή γυναῖκα του γιά μία στιγμή, τήν Ἔδνα: «ὡς ὅμοιος ὁ νεανίσκος Τωβίτ τῷ ἀνιψιῷ μου;» (Τωβ. 7, 2) Γιά κοιτάξτε αὐτό τό παιδί, δέν μοιάζει μέ τόν ξάδελφό μου τόν Τωβίτ; -ἀνεψιός ἐδῶ θά πῆ ξάδερφος- Δέν μοιάζει αὐτό τό παιδί μέ τόν ξάδελφό μου τόν Τωβίτ; Πῶς τά οἰκονομεῖ ὁ Θεός; Καί τότε τούς ἠρώτησε ὁ Ραγουήλ: «Ἀδελφοί, ἀπό πού εἴσαστε;» Καί ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν: «εἴμεθα ἀπό τήν φυλή τοῦ Νεφθαλείμ, ἀπό τούς αἰχμαλώτους πού τούς πῆραν οἱ Ἀσσύριοι καί εἴμεθα εἰς τήν Νινευή, ἀπό κεῖ ἐρχόμεθα ἀπό τήν Νινευή». «Ἀπό τήν Νινευή λοιπόν εἴσαστε, ἔ; Ἀπό τήν φυλή τοῦ Νεφθαλείμ;» -ἀπό τήν ὁποία κατήγετο καί ὁ Ραγουήλ-. «Δέν μοῦ λέτε, ξέρετε κάποιον Τωβίτ πού εἶναι ἀπό τήν φυλή τοῦ Νεφθαλείμ;» Τοῦ ἀπαντοῦν: «τόν ξέρομε…» «Εἶναι καλά; Ὑγιαίνει;» Θά σᾶς τά διαβάσω στό κείμενον: «Γιγνώσκετε Τωβίτ τόν ἀδελφόν ἡμῶν; Οἱ δέ εἶπον, γινώσκομεν. Καί εἶπεν αὐτοῖς. Ὑγιαίνει;» (Τωβ. 7, 4) Τί ὡραῖος διάλογος! Τί ὡραῖος, ἔ; Τόν γνωρίζετε; Τόν ξέρομε. Εἶναι καλά; Ἔχει ὑγεία; «οἱ δέ εἶπον. Καί ζῆ καί ὑγιαίνει». Βεβαίως, καί ζεῖ καί εἶναι καί καλά.

  Καί τότε λέγει ὁ Τωβίας: «εἶναι ὁ πατέρας μου!» «πατήρ μου ἐστί» (Τωβ. 7, 5) Εἶναι ὁ πατέρας μου ὁ Τωβίτ. «Καί ἀνεπήδησεν Ραγουήλ καί κατεφίλησεν αὐτόν καί ἔκλαυσε» (Τωβ. 7, 6) Μόλις ἄκουσε ὅτι εἶναι μπροστά του ὁ γιός τοῦ Τωβίτ, τοῦ ἐξαδέλφου του -αὐτό τό χαριτωμένο ρῆμα!- ἀνεπήδησε, πετάχτηκε ἀπό τήν καρέκλα του, ἀγκάλιασε τό παιδί καί ἄρχισε νά τόν φιλᾶ. Μία πραγματικά ὡραία σκηνή, συγκινητική, πού δείχνει τήν ἀγάπη τῶν συγγενῶν. Ναί! -ὅταν οἱ συγγενεῖς πολλές φορές γίνονται ἀπό πέντε χωριά!… «γιατί δέν μέ κάλεσες στό γάμο τῆς κόρης…», «διότι δέν μέ ἐκάλεσες σέ ἐκεῖνο τό τραπέζι…», «σέ ἐκείνη τή γιορτή», «γιατί ἔτσι μοῦ μίλησε…» καί γίνονται ἀπό πέντε χωριά!- Βλέπετε αὐτή τήν ἀγάπη τῶν συγγενῶν; Τί χαριτωμένο πρᾶγμα!

   Πραγματικά εἶναι ὑπέροχο νά ὑπάρχη αὐτή ἡ ἀγάπη! Καί βλέπει κανείς ὅτι εἶναι εἰλικρινής. Αὐτό τό «κατεφίλησεν» -καταφιλῶ- πού σημαίνει φιλῶ κατά κράτος. Μόνον αὐτό; «Καί ἔκλαυσε». Ἔκλαψε ὁ Ραγουήλ ἀπό τήν χαρά του. Εἶναι τό κλάμα τῆς συγκινήσεως, ὅτι μπροστά του εἶχε τό παιδί τοῦ ἐξαδέρφου του τοῦ Τωβίτ. Καί τόν εὐλόγησε. Καί τοῦ λέγει: ὥστε παιδί μου, ἐσύ εἶσαι ὁ γιός «ὁ τοῦ καλοῦ καί ἀγαθοῦ ἀνθρώπου»; Ἐσύ εἶσαι τό παιδί ἐκείνου τοῦ καλοῦ καί ἀγαθοῦ ἀνθρώπου; Τί ὡραῖο πρᾶγμα ἡ φήμη ἔ; ἡ ἀρχοντιά!

   Εἴχαμε φιλοξενήσει πρό ὀλίγου καιροῦ τόν π. Παΐσιο καί μιλοῦσε γι’ αὐτήν τήν ἀρχοντιά πού ὑπάρχει στούς ἀνθρώπους, τούς ἀληθινά πνευματικούς καί τούς ἔχοντας μέσα τους πνεῦμα Θεοῦ. Ξέρετε δέν κάνει ἄρχοντα τόν ἄνθρωπο τό χρῆμα. Ἐκεῖ βλέπετε -ὅπως τό χαρακτήρισε- «γυφτιά». Χτυπᾶς μιά πόρτα, δέν σοῦ λένε πεινᾶς; διψᾶς; εἶσαι κουρασμένος; Γυφτιά! Ἐνῶ ποιά εἶναι ἡ ἀρχοντιά; Ἡ ἀρχοντιά εἶναι νά κατανοήσης τόν ἄλλον ἄνθρωπο· αὐτή εἶναι ἡ ἀρχοντιά. Νά, αὐτή ἡ φιλοτιμία! Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴχαμε, καί ἀκόμη διατηροῦνται χνάρια -καί εἴθε ὁ Θεός νά δώση νά μή τά χάσωμε αὐτά τά χνάρια- αὐτή τήν ἀρχοντιά πού μᾶς τήν ἔχει κληροδοτήσει ἡ πίστις μας στόν Ἰησοῦν Χριστόν. Βέβαια τήν εἴχαμε καί πρίν γνωρίσωμε τόν Χριστόν ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες· τήν εἴχαμε, ἀλλά ἁπλῶς τό Εὐαγγέλιον ἐξαγίασε αὐτήν τήν ἀρχοντιά μας, τήν πνευματοποίησε.

   «Καί ἀκούσας ὅτι Τωβίτ ἀπώλεσε τούς ὀφθαλμούς ἑαυτοῦ, ἐλυπήθη καί ἔκλαυσε». (Τωβ. 7,7) Τότε διηγήθηκε -βέβαια λεπτομερέστερα διότι ἡ πρώτη περιγραφή ἦτο πολλή γενική- τότε διηγήθηκε ὁ Τωβίας ὅτι ὁ πατέρας του εἶχε τυφλωθεῖ. Καί ἅμα ἄκουσε ὁ Ραγουήλ ὅτι ὁ Τωβίτ εἶχε τυφλωθεῖ, ἔφθασε ἀπό τήν λύπη του νά κλάψη.

   Ἀλλά «καί Ἔδνα ἡ γυνή αὐτοῦ καί ἡ Σάρρα ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ ἔκλαυσαν καί ὑπεδέξαντο αὐτούς προθύμως». (Τωβ. 7, 8) Ὅταν ἄκουσαν τά καθέκαστα ἔκλαψαν κι αὐτές. Δηλαδή ἔκλαψαν ὅλοι τους γιά τό πάθημα αὐτό τοῦ Τωβίτ.   

   Ὅμως ἡ ὑποδοχή τους ἦταν λαμπρή· ἤτανε πραγματικά λαμπρή! Καί τότε ὁ Ραγουήλ δίνει ἐντολή, ἔσφαξαν ἕνα καλό κριάρι καί ἔβαλαν «ὄψα πλείονα»· ἔβαλαν ἀρκετά φαγητά ἐπάνω στό τραπέζι. Ἀφοῦ τό τραπέζι στρώθηκε, τότε νεύει ὁ Τωβίας εἰς τό Ραφαήλ -τόν Ἀζαρία τόν ὁδηγόν- τοῦ λέγει: «τί λέγαμε εἰς τόν δρόμον;» «Ναί, λέγει, ναί, θά μιλήσω». «Πές, ὅ,τι ἔχομε νά ποῦμε, νά τό ποῦμε τώρα».

   Ἀλλά αὐτά θά τά ποῦμε τήν ἐρχομένη Κυριακή.


11η ομιλία στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης « Τωβίτ ».

►Όλες οι ομιλίες της Κατηγορίας :
"Τωβίτ. (Ὁμιλίες βασισμένες στό βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης Τωβίτ).

" εδώ ⬇️
http://arnion.gr/index.php/p-thanasios-mytilina-os/milies-p-thanasiou/palaia-diauhkh/vivlion-tovit
↕️
https://youtube.com/playlist?list=PLxBsMI6pr40oED0GDYsRHnrDdY5_m61pt

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Καραμίντζα.

Ψηφιοποίηση και επιμέλεια κειμένου δια χειρός του αξιοτίμου κ. Γεωργίου Μαλούση.

__⬇️Playlist "Ασπάλαθου".⬇️__
https://aspalathos21.blogspot.com/2021/07/blog-post_83.html?m=0

📃Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του πατρός Αθανασίου. ⬇️
https://athanasiosamvonas.blogspot.com/2021/04/blog-post_15.html?m=1

📜 Αποσπάσματα ομιλιών πατρός Αθανασίου ⬇️
https://athanasioslogos.blogspot.com/?m=0

__⬇️ Facebook ⬇️__
https://www.facebook.com/groups/1637818926362004/?ref=share

Κατάλογος ομιλιών πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου.
https://drive.google.com/file/d/1JmrxaObMVyTA4_pS5yuMaQdoBf8-LwBP/view?usp=drivesdk

†.Πρός Δόξαν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.