†. Αγαπητοί μου, ο άνθρωπος επλάσθη για να ζήσει. Να ζήσει αιωνίως. Και για να ζήσει, πρέπει να φάει. Γι’αυτό και ο Θεος ετοποθέτησε τον άνθρωπο στον Παράδεισον, που ήτο κατάφυτος από καρποφόρα δέντρα, για να έχει να τρώγει για να ζήσει.Ο άνθρωπος, όμως, συνίσταται από το σώμα και από την ψυχή. Και συνεπώς η ψυχή πώς θα τραφεί; Γι’αυτό ο Κύριος είπε στον πειραστή, στον διάβολον: «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ (:Δεν θα ζήσει ο άνθρωπος μόνον με το ψωμί, αλλά και με κάθε λόγο του Θεού που βγαίνει από το στόμα Εκείνου)». Κι ο λόγος αυτός του Θεού, που θα έτρεφε τους πρωτοπλάστους, ήταν η εντολή μη βρώσεως από τον καρπόν ενός ορισμένου και συγκεκριμένου δένδρου.
Ο λόγος, λοιπόν, του Θεού τρέφει την ψυχήν. Η εντολή του Θεού τρέφει την ψυχήν. Αντιθέτως εάν ο λόγος του Θεού δεν υπάρχει ή δεν γίνεται δεκτός από τον άνθρωπον, τότε η ψυχή πεθαίνει. Πεθαίνει… όχι γίνεται μηδέν, αλλά πεθαίνει με την έννοια ότι χωρίζεται από τον Θεό. Δεν έχει τη ζωή.
Αλλά επειδή ο Αδάμ δεν ετράφη πνευματικά, επειδή παρέβη την εντολήν του Θεού, γι’αυτό και πέθανε κι αυτός και οι απόγονοί του. Έκτοτε το ανθρώπινον γένος έμεινε στην πνευματική λιμοκτονία. Γι’αυτό τώρα από αγάπη έρχεται ο Ενανθρωπήσας Θεός Λόγος για να θρέψει τις ανθρώπινες ψυχές. Και σημειώνει ο ιερός Ευαγγελιστής στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, που είναι η παραβολή του σπορέως: «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ». «Βγήκε εκείνος που βγαίνει, για να σπείρει τον σπόρο του». Και ο σπόρος του Χριστού είναι ο λόγος του Θεού. Και ο σπόρος αυτός του Θεού, άλλοτε μεν προσφέρεται ως άρτος, αλλά και ως νερό άλλοτε· και ως κρασί· και σαν μαχαίρι προσφέρεται. Και σαν πλούτος· και σαν χαρά· και σαν φως· και σαν ζωή αιώνιος. Και πολλά άλλα σπουδαία και πολυτελή περιέχει ο λόγος του Θεού, που καθιστούν τον άνθρωπον, όπως λέγει ο Απόστολος Πέτρος, «πολυτελή» ενώπιον του Θεού.
Ο λόγος του Θεού, λοιπόν, είναι πολλά. Ο Λόγος του Θεού είναι το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. Και ομίλησε σε μας. Και όταν λέμε: «ο λόγος του Θεού», δεν είναι κάτι το αφηρημένον. Πίσω από αυτό που λέμε: «ο Λόγος του Θεού» είναι η υπόστασις του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Ο Θεός Λόγος. Λέμε ότι ο Λόγος του Θεού εκδικείται ή ευλογεί. Όχι αυτός καθ’ εαυτόν ο λόγος, ως… να το πω έτσι απλοελληνικά, κουβέντα, αλλά το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος.
Έτσι ο Λόγος του Θεού, αγαπητοί, που τον παίρνομε ως ρήμα Θεού… ρήμα, διακρίνω γιατί Λόγος και λόγος είναι ίδια λέξις, γι’αυτό διακρίνω, ο Λόγος του Θεού που προσφέρεται, προσφέρεται σε μας ως ρήμα, αλλά και ως πρόσωπον. Και τα δυο. Ο Λόγος, λοιπόν, του Θεού είναι άρτος. Άρτος ζωντανός. Λέει ο ίδιος ο Κύριος: «Ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς». Και ακόμη: «Ὁ ἐρχόμενος πρός με οὐ μὴ πεινάσῃ». « Αυτός που έρχεται σε μένα, δεν θα πεινάσει. Θα του δώσω τον εαυτόν μου να φάγει και δεν θα πεινάσει». Και ο Λόγος του Θεού είναι πραγματικός, είναι σωστός, είναι σίτος. Δεν είναι άχυρον. Όπως είναι άχυρο οι φιλοσοφίες και οι θεωρίες και οι πολυλογίες των ανθρώπων του κόσμου τούτου. Ο Λόγος του Θεού είναι στερεά τροφή, είναι γερό ψωμί. Τρέφει, αυξάνει. Έτσι πολλές φορές, όταν ανοίγομε την Αγία Γραφή και λέμε: «Εδώ υπάρχει ψωμί, γερό ψωμί, που τρέφει και αυξάνει και συντηρεί». Γι’αυτό εκείνος που μελετά τον λόγο του Θεού όχι μόνον συντηρείται, αλλά και ωριμάζει. Όπως είναι η τροφή στο νήπιο. Γι’αυτό λέγει ένας άγγελος εις τον ευαγγελιστή Ιωάννη στην Αποκάλυψη: «Πάρε», λέγει, «αυτό το βιβλαρίδιον, το βιβλιαράκι, λάβε και κατάφαγε αυτό. Πάρ’ το και φάτο». Το λέμε, ξέρετε και στη γλώσσα μας τη νεοελληνική αυτό. Λέμε: «Το ΄φαγα το βιβλίο αυτό». Δηλαδή το καταμελέτησα. Πρέπει να καταμελετούμε τον λόγο του Θεού. Όχι απλώς να το διαβάζομε και να το παρερχόμεθα έτσι επιφανειακά, χωρίς να βαθαίνομε, χωρίς να καταπίνομε, να «τρώμε» τον λόγο του Θεού.
Ακόμη ο λόγος του Θεού είναι οίνος, είναι κρασί. Και ο οίνος «εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου», εάν ο άρτος στηρίζει. Ο οίνος ευφραίνει, ευχαριστεί. Όταν οι μαθηταί γέμισαν από Πνεύμα Άγιον την ημέραν της Πεντηκοστής, γέμισαν από ενθουσιασμό, γέμισαν από μία μέθη ενθουσιαστική. Και βγήκαν και κήρυξαν, χωρίς κανέναν να φοβούνται, με θάρρος, με ορμή, ώστε οι Εβραίοι να πουν: «Α! –περιφρονητικά- Γλεύκους, μεμεστωμένοι, εἰσίν (:Πρωί πρωί ήπιαν κρασί και μέθυσαν)». Και λέει ο Απόστολος Πέτρος: «Πρωί δεν πίνει κανείς κρασί για να μεθύσει. Αλλά είναι οι εκδηλώσεις του Αγίου Πνεύματος. Είναι ο λόγος του Θεού που μας γέμισε με αυτόν τον ενθουσιασμό». Πράγματι ο άνθρωπος ευφραίνεται από τον λόγο του Θεού και μοιάζει σαν μεθυσμένος. Μάλιστα όταν βρει κάτι μέσα στον λόγο του Θεού, πραγματικά μοιάζει σαν μεθυσμένος. Δεν λογαριάζει τον άλλον, τους άλλους, το περιβάλλον. Είναι γνωστό ότι οι μεθυσμένοι δεν λογαριάζουν εάν τους κοροϊδεύουν οι άλλοι άνθρωποι ή όχι. Μένουν στο αγαπημένο τους κρασί. Μεθούν. Δεν λογαριάζουν τίποτε.
Έτσι και ο Αρχιμήδης, όταν ανακάλυψε εκεί που έκανε το μπάνιο του, την άνωση των σωμάτων μέσα στο νερό, επειδή ήτο παρατηρητικός, γέμισε τόση χαρά, ώστε γυμνός βγήκε από το μπάνιο και έλεγε εκείνο το «Εὕρηκα, εὕρηκα». «Το βρήκα, το βρήκα…». Και ο πιστός, όταν βρει τον Χριστό, δεν μπορεί να κρυφτεί: «Τον βρήκα! Τον βρήκα!» θα φωνάζει και θα λέει όλο και περισσότερο. Και θα μεθά. Πραγματικά θα μεθά και θα γεμίζει από ενθουσιασμό, χωρίς να λογαριάζει οι άλλοι άνθρωποι πώς τον βλέπουν. Ξέρετε, άμα κάνομε τον σταυρό μας και κρυβόμαστε, σημαίνει ότι λογαριάζομε τους άλλους. Δεν μεθύσαμε… Άμα μεθύσεις, δεν λογαριάζεις τα σχόλια του κόσμου τούτου. Ο Παύλος είχε μεθύσει. Δεν λογάριαζε τι του έλεγαν. Δεν τον ενδιέφερε τι του έλεγαν. Ήταν μεθυσμένος από τον λόγο του Θεού. Ο Παύλος, ο μέγας Παύλος μεθυσμένος από τον λόγο του Θεού.
Αλλά ακόμη ο λόγος του Θεού είναι και «ὕδωρ ζῶν». Δηλαδή φρέσκο νερό. Όπως το αντλούμε από ένα πηγάδι ή από μια πηγή. Ο Κύριος το είπε: «Ὃς δ’ ἂν πίη ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήση εἰς τὸν αἰῶνα». «Αυτός που θα πιει από το νερό που Εγώ θα του δώσω, ποτέ δεν θα διψάσει». Και ποιος είναι το νερό; Ο ίδιος ο Χριστός. Ο Λόγος του Θεού. Έτσι ικανοποιείται η δίψα της αληθείας. Είναι μεγάλο πράγμα, όταν οι άνθρωποι μες στην Ιστορία εδίψησαν την αλήθειαν. Δεν μπόρεσαν να την βρουν. Γιατί δεν ήπιαν το νερό, που είναι ο Χριστός. Δεν πραγμάτωσαν μέσα τους, δεν ενσωμάτωσαν τον λόγο του Θεού, ο οποίος είναι νερό που ξεδιψά τον άνθρωπο όταν το πίνει κι έτσι έχει μίαν ανάπαυσιν μεταφυσικήν. Βλέπετε τους ανθρώπους, πω, πω, ακούω πολλές φορές, διαβάζω, ψάχνουν, ψάχνουν στα ψίχουλα της φιλοσοφίας και της ανθρωπίνης λογικής! Δίπλα τους είναι η πηγή, το νερό, ο Χριστός και δεν πίνουν. Και ψάχνουν και ψάχνουν στην Αστρολογία, στην Μαγεία, στην Φιλοσοφία. Ψάχνουν. Ταλαίπωροι που είναι οι άνθρωποι! Και δίδει αυτό το νερό, ξεδιψά μάλλον, αυτήν την μεταφυσική δίψα του ανθρώπου και παίρνει την απάντηση «Ποιος είμαι και πού πηγαίνω». Και αναπαύεται.
Ακόμη, ο λόγος του Θεού είναι μάχαιρα, είναι μαχαίρι. Ναι! Λέγει στην προς Εβραίους ο Απόστολος, 4,12: «Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ -Είδατε; Ζωντανός…- καὶ ἐνεργὴς(:ενεργητικός) καὶ τομώτερος (: και κοφτερότερος) ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον (:πιο πάνω από κάθε δίκοπο μαχαίρι) καὶ διϊκνούμενος(:κόβοντας φθάνει) ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν(:αγγίζει το κόκαλο και πιο μέσα πηγαίνει), καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων(:έρχεται να σου πει αυτό που έχεις μέσα σου τι είναι) καὶ ἐννοιῶν καρδίας(:σου αποκαλύπτει αυτά που έχεις μέσα σου), καὶ οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ (:μπροστά στον λόγο του Θεού, κτίσις, και αυτή των αγγέλων, δεν υπάρχει αφανής, αλλά όλα τα περνά ο λόγος του Θεού και τα βλέπει), πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ».
Ο λόγος του Θεού κόβει λοιπόν. Τι κόβει; Σαν μαχαίρι. Κόβει τα σάπια μέρη της υπάρξεώς μας. Εκείνα που έχουν σαπίσει στην αμαρτία. Όπως ο γεωργός κόβει τα κλαδιά της αμπέλου. «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινὴ καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ γεωργὸς ἐστί. Και κάθε κληματόβεργα που δεν κάνει καρπό, το κόβει και το πετάει». Αλλά «καθαίρει» όμως κιόλας, καθαρίζει. Για να φέρει πιο πολύ καρπό. Κλαδευτήρι ο λόγος του Θεού. Μαχαίρι πραγματικά. Για να ‘ρθει να μας αφυπνίσει, να μας ξυπνήσει, να μας πονέσει, να μας αγγίξει την συνείδηση για να διορθωθούμε. Κριτικάρει, όπως σας είπα, τις σκέψεις μας, ώστε απ’ αυτόν να μην μπορούμε πραγματικά να κρυφτούμε. Όταν ακούμε ή μελετούμε τον λόγον του Θεού, αισθανόμεθα ότι αποτείνεται σε μας. Όλοι οι ομιληταί πήραν τούτην την πληροφορία. Έρχονται άνθρωποι και μας λένε: «Πάτερ μου, αυτά που είπατε σήμερα ήταν για μένα». Εγώ δεν ξέρω. Ή μερικοί, αφελείς, μας λέγουν, άγνωστοι άνθρωποι: «Σας είπε, πάτερ μου, τίποτα κανείς για μένα;». «Δεν σας ξέρω, κύριε· δεν σε ξέρω, κυρία μου». Ο λόγος του Θεού ήταν εκείνος που σε ξεσκέπασε. Έγινε ο κριτικός των ενθυμήσεών σου και των εννοιών της καρδίας σου. Είναι φοβερός ο λόγος του Θεού. Πόσο ευτυχής είμαι, κι εσείς να είσαστε, όταν γίνομε οι λάτρεις του λόγου του Θεού.
Ακόμη, ο λόγος του Θεού είναι πλούτος, είναι θησαυρός. Και αν τον βρει κανείς αυτόν τον πλούτον, αισθάνεται ότι πας άλλος πλούτος είναι «σκύβαλα», είναι φτώχεια. Εδώ είναι ο φιλόσοφος νους, όταν καταλάβει τι είναι τα υλικά πράγματα του κόσμου τούτου, πραγματικά, όταν βρει αυτόν τον θησαυρό. Είναι μόνο ο κρυμμένος θησαυρός, που μας αναφέρεται εις την παραβολή του κρυμμένου θησαυρού. Όπως και ο πολύτιμος μαργαρίτης, εις την παραβολήν του πολυτίμου μαργαρίτου. Και τούτο γιατί ο Χριστός είναι πλούτος, πλούτος, πλούτος· «ἐν ᾧ (:εν τω οποίω) εἰσι –λέγει ο Απόστολος Παύλος στους Κολοσσαείς- πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι».
Γιατί όμως είναι κρυμμένος ο θησαυρός; Επαφίεται σε σένα να σκάψεις. Όπως ο Θεός σού δίδει τους καρπούς ενός δένδρου. Αλλά πρέπει να το φυτέψεις. Πρέπει να το καλλιεργήσεις. Πρέπει να ανοίξεις λάκκο για να το φυτέψεις. Αν δεν σκάψεις, δεν θα φας, δεν θα βρεις. Και αν δεν σκάψεις εδώ, δεν ερευνήσεις, δεν θα βρεις τον θησαυρό που λέγεται Χριστός. Ή να ανακαλύψεις ότι ο Χριστός όντως είναι θησαυρός. Και δεν είναι απλώς γραμμένο για να είναι γραμμένο. Αλλά όντως από εμπειρία, από βιωματικήν εμπειρία βρίσκεις ότι ο Χριστός είναι θησαυρός.
Εμείς έχομε το προνόμιο, οι Έλληνες, να έχει γραφτεί η Αγία Γραφή στην ελληνική γλώσσα. Και μάλιστα τρεις περίπου αιώνες, περίπου τον 3ο αιώνα προ Χριστού, να έχει μεταφραστεί και η Παλαιά Διαθήκη στην ελληνική. Έτσι, αυτό που έχει στον νου του ο ιερός συγγραφεύς, ο κάθε συγγραφεύς που το γράφει στη γλώσσα εκείνη, αποτυπώνει αυτό που έχει στον νου του. Κι ο λόγος του Θεού διετυπώθη με την ελληνική γλώσσα. Και όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Καὶ μία συλλαβή, πλοῦτον πολὺν ἔχει ἐναποκείμενον». Πόσο ευτυχείς εμείς λοιπόν, που δεν διαβάζομε από μετάφραση τον λόγο του Θεού, αλλά πρωτοτύπως! Και αν μάθομε πέντε κολλυβογράμματα, μπορούμε να ανακαλύπτομε αυτόν τον θησαυρόν και σε μια, ακόμη, συλλαβή. Μόνο που εκεί είναι το άνοιγμα, η καταπακτή, το καπάκι. Δεν είναι ακόμα εκεί ο θησαυρός. Θα βαθύνομε. Είναι πίσω από το γράμμα ο θησαυρός. Και τότε, όταν τον βρούμε, αλαλάζουμε από χαρά, γιατί βρήκαμε, όπως ακριβώς, όταν… όταν, αλήθεια, έχετε δει κανέναν άνθρωπο να του πέφτει ο πρώτος λαχνός, 100 εκατομμύρια, ας το πούμε, τι κάνει; Έτσι είναι μετριόφρων, μετριοπαθής, αμίλητος, αγέλαστος; Ή πηδάει από την χαρά του και οι οικείοι του; Έτσι κάνει και εκείνος που βρήκε τον θησαυρόν αυτόν. Γεγονός είναι της εμπειρίας του.
Ακόμη, ο λόγος του Θεού είναι χαρά. Ναι. «Ὁ εὑρών τὸν θησαυρὸν μέσα εἰς τὸν ἀγρόν -ή τον πολύτιμον μαργαρίτην, για να επανέλθω στις δύο αυτές παραβολές- ἀπὸ τῆς χαρᾶς αὐτοῦ -λέγει ο Κύριος- ὑπάγει καὶ πάντα ὅσα ἔχει πωλεῖ καὶ ἀγοράζει τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον». Τι θα πει «πάντα όσα έχει τα πουλάει»; Είχα πολύτιμα πράγματα. Τις διασκεδάσεις μου, τούτα, εκείνα, αμαρτωλά πράγματα πολλές φορές. Κάποτε και όχι και πολύ αμαρτωλά. Αλλά κουτά, ρηχά. Τον πλούτο μου και ό,τι άλλο. Βρήκα τον θησαυρό; Δεν δίνω πια αξία σ’ αυτά. Τα ξεπουλώ. Είναι εκείνο που λέει ο Απόστολος Παύλος: «Πάντα ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω». «Όλα τα θεωρώ σκύβαλα, για να κερδίσω τον Χριστόν». Όλα τα ξεπουλάει. Τα ξεπουλάει με χαρά. Όχι σαν τον πλούσιο νεανίσκο που του είπε ο Κύριος : «Πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα στους φτωχούς». Εκείνος στενοχωρήθηκε. Γιατί; Δεν είχε γνωρίσει ακόμη τον Χριστόν. Εδώ οικειοθελώς πια τα ξεπουλάει όλα. Τα τερπνά και τις ηδονές του βίου τούτου. Για να κερδίσει τον Χριστόν.
Εξάλλου η Βασιλεία του Θεού είναι χαρά. Τι λέγει ο Κύριος σε κάποια παραβολή; «Εὖ, δοῦλε πιστέ καί ἀγαθὲ· εἴσελθε(:μπες) εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου». Είτε πούμε «Βασιλεία του Θεού», είτε πούμε «χαρά» είναι ταυτόσημα. Γιατί; Γιατί η Βασιλεία του Θεού είναι χαρά. Κι αυτή η θύρα της Βασιλείας του Θεού και της χαράς είναι ο Χριστός. «Εγώ», λέγει, «είμαι και η οδός, Εγώ και η θύρα. Εγώ εκεί οδηγώ, Εγώ εκεί εισαγάγω». Γι’αυτό λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α΄ του επιστολή: «Καί ταῦτα γράφομεν ὑμῖν(:όλα αυτά σας τα γράφομε), ἵνα ἡ χαρά ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη». «Όπως εμείς είμαστε χαρούμενοι, έτσι και σε σας η χαρά να πληρωθεί, να γεμίσει, να γεμίσει την ύπαρξή σας».
Ακόμη, αγαπητοί μου, ο λόγος του Θεού είναι φως. Είναι φως. Ναι. Ο Κύριος είπε: «Ἐγὼ εἰμί το φῶς τοῦ κόσμου» · που σημαίνει ότι έξω από τον Ιησούν Χριστόν και τον λόγο Του, δεν υπάρχει η αλήθεια. Υπάρχει βαθύ, ψηλαφητό σκοτάδι: για τον Θεό, για την ύπαρξη, για την Δημιουργία. Τι είναι ο Θεός; Τι είναι το Σύμπαν; Ποιος είμαι εγώ; Ψηλαφητό σκοτάδι… Εξ ου και οι θεωρίες της ανθρωπίνης λογικής. Όταν όμως αποκαλύπτεται ο λόγος του Θεού, μας λέγει Ποιος είναι ο Θεός, ποιος είναι ο κόσμος, το σύμπαν και ποιος είναι ο άνθρωπος. Πλήρες φως. Μέσα στον λόγο του Θεού, αγαπητοί, τα μάτια της ψυχής ανοίγουν και γεμίζουν φως και τα μυστήρια του Θεού αποκαλύπτονται. Γι’αυτό, μόνον οι άγιοι βλέπουν. Οι κοσμικοί δεν βλέπουν. Έχουν ορθάνοιχτα, βεβαίως, τα μάτια τους, κατά την βεβαίωση του οφθαλμίατρου, αλλά δεν βλέπουν. Δεν βλέπουν με τα εσωτερικά μάτια της ψυχής. Γι’αυτό, ο λόγος του Θεού αποκαλύπτεται μόνον εις εκείνους οι οποίοι γίνονται λάτρεις του λόγου Του. «Οἱ γὰρ τοῦ Χριστοῦ λόγοι –λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος- φῶς εἰσίν».Οι λόγοι του Χριστού είναι φως.
Ακόμη ο λόγος του Θεού είναι αιώνιος ζωή. Ο Κύριος με σαφήνεια είπε: «Ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων (:αυτός που ακούει τον λόγο μου) καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με, ἔχει ζωὴν αἰώνιον». Έχει, λοιπόν, την αιώνιον ζωήν ο λόγος του Θεού. Ναι. Γι’αυτό ο Απόστολος Πέτρος, όταν ο Κύριος τούς είπε, επειδή οι Καπερναΐται έφυγαν, και είπαν: «Σκληρός είναι ο λόγος του Ιησού». «Θέλετε καὶ ὑμεῖς ὑπάγειν;». «Θέλετε κι εσείς να φύγετε;». Είπε ο Απόστολος Πέτρος: «Κύριε, σε ποιον να πάμε; Ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις». Λόγια αιωνίου ζωής. Αλλά και δυστυχώς, εκείνος ο νεαρός που ανέφερα, ο νεαρός πλούσιος, ρώτησε τον Κύριο, πώς θα κερδίσει την αιώνιον ζωήν. Και ο Κύριος τού απήντησε: «Με την τήρηση των εντολών». Κι εκείνος του είπε ότι … «τις τήρησα τις εντολές». Αλλά όμως δεν ήταν αρκετό. Πίσω από τις εντολές ή μέσα στις εντολές υπάρχει ο Χριστός. Εκείνον δεν τον είχε ανακαλύψει. Και γύρισε την πλάτη του και έφυγε…
Αγαπητοί, ο λόγος του Θεού, που είναι κατατεθειμένος μέσα εις την Αγίαν Γραφήν, δεν είναι ένα νεκρό γράμμα. Αλλά γεμάτος δυναμισμό. «Ἐνεργής», είπαμε. Ο λόγος του Θεού είναι «ἐνεργής», δυναμικός. Γιατί είναι πίσω από το γράμμα ο Ενανθρωπήσας Θεός Λόγος. Ο Θεός Λόγος. Με λάμβδα κεφαλαίον.Το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος.
Ο λόγος του Θεού είναι σπόρος· που «ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι» γεμάτος δυναμισμό. Αυτός ο λόγος του Θεού επιθυμεί να μας μεταβάλει κι εμάς εις «Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον». Ή, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, «ἐπιστολὴ Χριστοῦ, γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη». Δηλαδή που να διαβάζεται και να αναγνωρίζεται. Ο πιστός άμα γίνει πραγματικά επιστολή Χριστού, τότε ο άλλος λέγει: «Αυτός ο άνθρωπος είναι διαφορετικός, έχει κάτι άλλο». Τι έγινε; Έγινε χριστοειδής.
Αγαπητοί, ας γίνομε χωράφι καλό και καρποφόρο, που ο Κύριος μίλησε για τις τέσσερις κατηγορίες ακροατών, που οι τρεις πρώτες στάθηκαν κακοί ακροαταί ή τουλάχιστον εκείνοι οι οποίοι δεν ετελεσφόρησαν τον λόγον του Θεού. Η τετάρτη κατηγορία τελεσφορεί τον λόγον του Θεού, γιατί πέφτει «εἰς τὴν ἀγαθὴν γῆν», που είναι η καρδία… ο καλοπροαίρετος άνθρωπος, ο έτοιμος να δεχθεί τον λόγον του Θεού, τον σπόρον. Η Αγία Γραφή ας γίνει, λοιπόν, το εντρύφημά μας. Και η ακρόασις του θείου λόγου να είναι η χαρά μας. Έτσι η ζωή μας θα αποτελεί εικονογραφημένη έκδοση του λόγου του Θεού.
†. Καθένας, αγαπητοί μου, που αγαπά και τιμά τον Θεόν, είναι ένας τιμό-θεος. Έτσι, τις δύο αυτές πολύτιμες επιστολές του Αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεον, ο κάθε πιστός τις κάνει δικές του. Αισθάνεται ότι προς αυτόν αποτείνονται. Και έτσι είναι. Εξάλλου το Πνεύμα το Άγιον «έγραψε», θα λέγαμε, εντός εισαγωγικών, «έγραψε» τις επιστολές αυτές, για να παραδοθούν στην χρήση της Εκκλησίας. Όποιος, λοιπόν, από τους αγαπητούς ακροατάς μας, είναι τιμό-θεος, τιμά τον Θεό, δηλαδή, ας έλθει να δούμε και να προσέξομε τι μας γράφει το Πνεύμα το Άγιον στη σημερινή αποστολική περικοπή του Παύλου.
Γράφει στον Τιμόθεο: «Ἓως ἔρχομαι, πρόσεχε τῇἀναγνώσει». Δηλαδή «Έως ότου έλθω, να προσέχεις την ανάγνωση των Γραφών». Ο Παύλος, ο διδάσκαλος, γράφει στον μαθητή του, τον Τιμόθεο, να καταγίνεται με την μελέτη της Αγίας Γραφής. Την μελέτη των Γραφών. Έως ότου έλθει. Οπότε, όταν θα είναι παρών ο διδάσκαλος, τότε απλώς θα ακούει την προφορική διδασκαλία ο Τιμόθεος από τον Παύλον. Γι’αυτό λέγει: «ἓως ἔρχομαι». Γιατί ο απόστολος Παύλος συνιστά τη μελέτη, θα λέγαμε, των Γραφών, στον μαθητή του; Για ποιον λόγο; Είναι προφανές, διότι η μελέτη θα είναι εκείνη που θα τον καθοδηγεί στο ποιμαντικό του έργον, ώστε να του γράφει:«Τοῦτο γὰρ ποιῶν καὶ σεαυτὸν σώσεις καὶ τοὺς ἀκούοντάς σου». «Κάνοντας», λέγει, «αυτό, και τον εαυτό σου θα σώσεις, αλλά και εκείνους οι οποίοι σε ακούνε». Δηλαδή όταν μελετάς τον λόγο του Θεού, θα έχεις, θα προσπορίσεις στον εαυτόν σου την σωτηρία, όπως και την σωτηρία των ακροατών σου. Ο λόγος, λοιπόν, είναι για την μελέτη, όπως βλέπομε εδώ, της Αγίας Γραφής.
Έχομε, άραγε, αγαπητοί μου, εκτιμήσει την Αγίαν Γραφήν; Αλήθεια, την έχομε εκτιμήσει; Μελετούμε την Αγίαν Γραφήν; Θα ευχόμουν με την ευκαιρία αυτήν του σημερινού θέματος, να αρχίσομε να εκτιμούμε τα πράγματα και να σημειώνομε προσεγγίσεις στο πολύτιμο, αυτό, βιβλίο του Θεού.
Τι είναι η Αγία Γραφή; Είναι ο λόγος του Θεού. Δεν είναι κατ’ επίνοιαν, κατά επινόηση ανθρώπου, αλλά είναι ο λόγος του Θεού. Είναι δε εξ αποκαλύψεως ο λόγος του Θεού. Μάλιστα η φιλοτιμία του Παύλου τον κάνει να γράφει σε μια του επιστολή δια το θέμα των παρθένων. Λέγει: «Ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω· γνώμην δίδωμι». Κοιτάξτε· πόσο ακριβής είναι ο Παύλος! Πόσο έντιμος! «Δεν έχω», λέγει, «καμίαν παραγγελίαν από τον Χριστόν. Αυτό που θα σας πω είναι δικό μου».Είδατε πώς διαχωρίζει το δικό του από τον λόγο του Θεού; Από εκείνο που αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού; Και μάλιστα σημειώνει και λέγει ότι «κι εγώ νομίζω ότι έχω το Πνεύμα του Θεού, που μπορώ να πω μία γνώμη».
Ώστε λοιπόν, διαχωρίζοντας τα πράγματα έτσι, όταν ο Παύλος γράφει και ομιλεί, ομιλεί και γράφει τον λόγο του Θεού. Μάλιστα στην Β΄ προς Θεσσαλονικείς επιστολή, εκεί που αναφέρεται εις το θέμα πως θα ξανάρθει ο Χριστός και πως θα γίνει η ανάστασις των νεκρών, τι λέγει; «Αυτά που θα σας πω είναι ἐν λόγῳ Κυρίου». «Αυτά τα λέγει ο Κύριος».
Ώστε λοιπόν τι είναι η Αγία Γραφή; Ο λόγος του Θεού. Ό,τι λέγει η φράσις. Ο λόγος του Θεού. Και σαν λόγος του Θεού, πρέπει, βεβαίως, να τον προσεγγίζομε. Γράφει στον Τιμόθεο: «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ». Δεν λέγει «κάποιες γραφές». Αλλά «πᾶσα γραφή». Δηλαδή όλη η Γραφή. Τι είναι; Θεόπνευστος. Σπουδαίο! Ωφέλιμος, για να δοθεί για διδασκαλία. Ακόμη: «να ελέγξει», «πρὸς ἔλεγχον· πρὸς ἐπανόρθωσιν·πρός παιδείαν(:πρός παιδαγωγίαν)τὴν ἐν δικαιοσύνῃ». Γράφει στον Τιμόθεο. Η Αγία Γραφή, αγαπητοί μου, είναι θεόπνευστη. Δεν είναι ανθρώπινος λόγος. Είναι θείος λόγος. Και καταλαβαίνετε πόσο κέρδος έχομε, όταν προσεγγίζομε τον λόγο του Θεού, δηλαδή τον θεόπνευστο λόγο του Θεού; Και τούτο σημαίνει ότι μιλάει ο Θεός. Και δεν υπάρχει κανένα λάθος. Ναι, δεν υπάρχει κανένα λάθος. Ό,τι είναι γραμμένο, είναι γραμμένο με ακρίβεια και είναι καθετί πολύ ορθόν.
Λέγει ο απόστολος Πέτρος στη Β΄του επιστολή: «Οὐ γὰρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτὲ προφητεία, ἀλλ᾿ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦἄνθρωποι». «Φερόμενοι από το Πνεύμα του Θεού, ελάλησαν άγιοι άνθρωποι». Θα πείτε… «Μα, άνθρωποι έγραψαν». Ναι. Αλλά πίσω, όμως, από τους συγγραφείς των βιβλίων αυτών, 49 της Παλαιάς, 27 της Καινής, είναι το Πνεύμα το Άγιον. Γι’αυτό ακριβώς και βρίσκομε μίαν καταπληκτικήν συμφωνία. Μας εκπλήσσει. Και να φαντασθείτε ότι το πρώτο βιβλίο γράφτηκε τον 15ον αιώνα προ Χριστού! Και το τελευταίο στο τέλος του 1ου αιώνος μετά Χριστόν! Και σε διαφορετικούς τόπους. Κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Και ποικίλοι συγγραφείς.Εντούτοις, Ένας είναι ο συγγραφεύς. Το Πνεύμα το Άγιον. Και το Πνεύμα το Άγιον σίγουρα δεν κάνει λάθος.
Με τέτοιες, λοιπόν, προϋποθέσεις θα προσεγγίσομε την Αγία Γραφή. Ο Απόστολος Παύλος εντρυφούσε εις τις Γραφές. Θα μου πείτε: «Ήταν θεόπνευστος». Δεν έχει σημασία. Εντρυφούσε εις τις Γραφές. Πώς μπορούσε να σχολιάζει την Παλαιά Διαθήκη, εάν δεν εντρυφούσε στην Παλαιά Διαθήκη; Μάλιστα εγνώριζε, μετά την κλήση του από τον Χριστόν, να ερμηνεύει πάρα πολύ σωστά την Παλαιά Διαθήκη. Κάτι που δεν το είχε πρώτα, πριν γνωρίσει τον Χριστό. Και παρότι ήτο και αυτός θεόπνευστος και γίνεται όργανο θεοπνεύστων βιβλίων, είναι οι δεκατέσσερις επιστολές του, δεν παραλείπει διαρκώς να μελετά.
Σ΄ αυτό το σημείο γράφει εις τον Τιμόθεον: «Τὸν φαιλόνην, ὃν ἀπέλιπον ἐν Τρῳάδι παρὰ Κάρπῳ– ο «φαιλόνης» ήταν ένα είδος κοντόπαλτο, σαν κοντογούνι, ένα παλτουδάκι ήταν. Και του γράφει λοιπόν:- «Όταν θα έρθεις, ἐρχόμενοςφέρε,καὶ τὰ βιβλία, μάλιστα τὰς μεμβάνας». «Πάρ’ τον αυτόν τον φαιλόνην, τον άφησα εις την Τρωάδα, στον Κάρπον -κάποιος Χριστιανός-. Ερχόμενος, λοιπόν, φέρ’ τον μαζί σου, τον φαιλόνην. Και ιδιαιτέρως να μου φέρεις τα βιβλία. Και πιο ιδιαίτατα τις μεμβράνες». Που έγραφαν επάνω σε παπύρους και σε μεμβράνες. Γιατί; Γιατίο Παύλος διαρκώς μελετούσε. Σαν μελετητής των Γραφών, συνιστά στον Τιμόθεο τώρα με τη σειρά του να προσέχει τις Γραφές.
Αγαπητοί μου, πρέπει συνεχώς να μελετούμε την Αγία Γραφή. Σήμερα δεν έχομε ούτε μεμβράνες, ούτε παπύρους, που την εποχή εκείνη ένα βιβλίο κόστιζε πάρα πολλά χρήματα. Αρκεί να φανταστείτε, η μεμβράνη ξέρετε πώς τύχαινε επεξεργασίας; Ήτανε κατσικίσιο δέρμα, να σας το πω κι αυτό, αλλά έσφαζαν την κατσίκα που εγκυμονούσε, παίρναν τα μικρά κατσικάκια πριν γεννηθούν, παίρναν το δέρμα τους, που ήταν πολύ τρυφερό, το επεξεργάζονταν και έκαναν τα γνωστά φύλλα ενός βιβλίου από περγαμηνή. Ναι. Λέγεται «περγαμηνή», γιατί επενοήθη αυτός ο τρόπος εις την Πέργαμον της Μικράς Ασίας.
Έχομε, λοιπόν, δύο γραφικές ύλες. Τον «πάπυρον» και την «μεμβράνη», την περγαμηνή. Καταλαβαίνετε λοιπόν, για να γίνει ένα ολόκληρο βιβλίο, πόσες κατσίκες έπρεπε να σφαγούν; Γι’αυτό ήταν πανάκριβο την εποχή εκείνη ένα βιβλίο. Και δεν ήταν μόνον η γραφική ύλη. Ήτανε και εκείνος που θα το έγραφε. Με καλλιγραφικά γράμματα, με, με, με…
Ωραιότατα, ο Ιερός Χρυσόστομος στο προοίμιο του υπομνήματός του στο «κατά Ματθαίον» Ευαγγέλιον μάς λέει τα εξής- σε απόδοση θα σας το πω. «Ότι εμείς έπρεπε να μην έχομε ανάγκη από την βοήθεια των γραμμάτων, αλλά να παρουσιάζομε τόσο καθαρόν βίο, ώστε η χάρη του Αγίου Πνεύματος να παίρνει την θέση βιβλίων στις ψυχές μας. Αφού όμως αποκρούσαμε την χάρη, τουλάχιστον να μελετούμε ό,τι έχει γραφεί. Ο Θεός δεν επικοινωνούσε με τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Ιώβ ή τον Μωυσή με γράμματα, δηλαδή με βιβλία. Αλλά μιλούσε ο Ίδιος αυτοπροσώπως. Ακόμη και στους Αποστόλους ο Χριστός, δεν έδωσε τίποτε γραπτό. Τους υπεσχέθη, όμως, ότι θα έστελνε το Πνεύμα Του το Άγιο για να τους διδάξει κάτι καινούριο και να τους υπενθυμίσει ό,τι Εκείνος τους είχε διδάξει. Με το πέρασμα, όμως, του χρόνου, που οι ανθρώπινες καρδιές δεν ήσαν καθαρές, χρειάστηκε πάλι η υπόμνηση με τα γράμματα. Στοχάσου τώρα -συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος- τι χάσαμε με το να μην έχομε καθαρή καρδιά. Δεν θα πρέπει τώρα να χρησιμοποιούμε το δεύτερο φάρμακο, που είναι η μελέτη και τα βιβλία; Και πόση θα είναι η κατηγορία μας αν δεν μελετούμε;Ὃπερ -το αρχαίο κείμενο- ἵνα μὴ γένηται –δηλαδή, για να μην έρθει η τιμωρία από τον Θεό– προσέχωμεν- δηλαδή: ας προσέχομε– μετὰἀκριβείας τοῖς γεγραμμένοις (:να προσέχομε με ακρίβεια εκείνα τα οποία είναι γραμμένα)». Αυτά λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος.
Εάν, αγαπητοί μου, ο Μέγας Αλέξανδρος είχε κάτω από το μαξιλάρι του την «Ἰλιάδα» και τον ενέπνεε στα μεγαλεπήβολα σχέδιά του και στις μεθόδους του πολέμου, πόσο περισσότερο εμείς πρέπει να έχομε τον λόγο του Θεού πρόχειρο στα χέρια μας και στα μάτια μας;
Η Αγία Γραφή είναι το λυχνάρι που φωτίζει τον σκοτεινό και κακοτράχαλο δρόμο της ζωής. Τον γεμάτο από παγίδες του πονηρού. Και μας απαλλάσσει από ανθρώπινες ιδέες και κατευθύνσεις στη ζωή. Είχα μία ευλογία εγώ από τον Θεό. Όταν άρχισαν να αναφύονται τα γνωστά εφηβικά προβλήματα, ήμουν 16 ετών. Ήταν Κατοχή. Έκανα μία πολύ απλή σκέψη: Θα πάρω την Αγία Γραφή, θα αρχίσω να διαβάζω, την Καινή Διαθήκη -τότε δεν υπήρχε η Παλαιά Διαθήκη στο σπίτι μας- και κάπου θα βρω την απάντηση. Και τα Αρχαία μου ήταν πανάθλια. Κατοχή και μικρή, όπως σας είπα, τάξη, ήμουν συνεπώς. Αλλά διάβαζα. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα, βρήκα. Έφθασα στην προς Εβραίους επιστολήν, εκεί που λέει ο Απόστολος Παύλος ότι «ἡ κοίτη ἀμίαντος» κ.τ.λ. «πόρνους δὲ καὶ μοιχούς, τίμιος ὁ γάμος καὶἡ κοίτη ἀμίαντος, πόρνους δὲ καὶ μοιχοὺς κρινεῖὁ Θεός». «Δόξα τῷ Θεῷ», είπα. «Το βρήκα. Το βρήκα!». Η ώρα ήταν 3 το πρωί. Ξημέρωνε. Ξημερωνόμουνα στη μελέτη της Αγίας Γραφής! Ναι. Και είπα: «Όποιος μου πει, ό,τι μου πει, μόνο ο λόγος του Θεού θα είναι ο γνήσιος και ο σωστός». Είχα μία ειλικρινά σοβαρή συζήτηση με έναν συμμαθητή μου. Τι θα έπρεπε να κάνομε. Ήμασταν 16 χρονών. Τι θα έπρεπε να κάνομε; Την απάντηση, όμως, την βρήκα στην Αγία Γραφή. Και η Αγία Γραφή με φύλαξε. Κυριολεκτικά. Και με πληροφόρησε. Βέβαια αργότερα βρήκα και πολλά άλλα χωρία που ήταν σχετικά, μάλιστα, με το γενετήσιο θέμα.
Τι πρέπει να μελετούμε; Ολόκληρη την Αγία Γραφή. Κι άμα λέμε Αγία Γραφή, εννοούμε και την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη. Μερικοί υποτιμούν την Παλαιά Διαθήκη. Γιατί νομίζουν ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι εκδικητικός, είναι ζηλωτής, είναι τιμωρός. Ενώ στην Καινή Διαθήκη έχομε συμπεριφορά του Θεού… ή άλλη συμπεριφορά του Θεού ή άλλον Θεό! Είδατε πώς πλανάται ο άνθρωπος; Ένας είναι ο Θεός. Και της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ο Άγιος Τριαδικός Θεός. Και στην Παλαιά Διαθήκη, αν το θέλετε, κυριότατα ομιλεί ο Θεός Λόγος. Και το βρίσκομε κατατεθειμένο αυτό, πού παρακαλώ; Εις αυτήν την Παλαιά Διαθήκη. Σ’ ένα σωρό σημεία. Στο Σινά Ποιος έδωσε τον Νόμο; Ο Θεός Λόγος. Αυτός που αργότερα Ενηνθρώπησε. Ένας είναι ο Θεός. Και της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
Στις ημέρες μας, πρέπει να πούμε, και μάλιστα στην Εκπαίδευση, τείνουν να παραμερίσουν την Παλαιά Διαθήκη με το ανόητο σκεπτικόν ότι «δεν μας ενδιαφέρει η ιστορία των Εβραίων». Ακούτε τι λένε; Δεν τους ενδιαφέρει, λένε, η ιστορία των Εβραίων. Χωρίς να καταλαβαίνουν ότι η ιστορία των Εβραίων είναι μία ιστορία ενός λαού, τυ-πι-κή. Και όταν λέω τυπική, εννοώ πρότυπος.Βάσει της οποίας ιστορίας κρίνεται και καθοδηγείται κάθε λαός της Γης! Αυτό δεν το καταλαβαίνουν. Κι έτσι την έχουν παραμερίσει κατά κάποιον τρόπο την Παλαιά Διαθήκη και δεν δίνουν σημασία. Και μάλιστα στην Εκπαίδευση. Δεν είναι λίγοι εκείνοι -και ιεροκήρυκες ακόμη, που σου λέει: «Τι, απ’ την Παλαιά Διαθήκη θα παίρνομε θέματα;».Ξέρετε τι έχει η Παλαιά Διαθήκη; Και τι δεν έχει! Και τι δεν έχει… Αρκεί κανείς να αρχίσει να ανακαλύπτει το τι θησαυρό εγκρύπτει η Παλαιά Διαθήκη. Ο Θεός είναι Ένας. Ξαναλέγω, και της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
Γράφει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Μηδεὶς χωριζέτω τὴν Παλαιὰν ἀπὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης(: Κανείς –λέει– να μην τα χωρίζει αυτά τα δύο βιβλία). Μηδεὶς λεγέτω ὅτι ἄλλο τὸ Πνεῦμα ἐκεῖ καὶἄλλο ὦδε. Ἐπεὶ προσκρούει αὐτὸ τῷἉγίῳ Πνεύματι, τὸ μετὰ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ τετιμημένον(:Αν κάνεις τον διαχωρισμό, άνθρωπε, προσκρούεις στο Πνεύμα το Άγιον. Γιατί το Πνεύμα το Άγιον εφώτισε να γραφτεί η Παλαιά Διαθήκη. Όπως και η Καινή Διαθήκη. Προσκρούεις, λοιπόν, εις το Πνεύμα το Άγιον). Εἷς Θεὸς –λέγει ο άγιος Κύριλλος- ὁ Πατήρ, Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης δεσπότης. Καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁἐν Παλαιᾷ προφητευθεὶς καὶ εἰς Καινὴν παραγενόμενος(:ερχόμενος). Καὶἕν ΠνεῦμᾳἍγιον, διὰ προφητῶν μὲν περὶ τοῦ Χριστοῦ κηρῦξαν, ἐλθόντος δὲ τοῦ Χριστοῦ καταβὰν καὶἐπιδεῖξαν Αὐτόν –όπως στην Βάπτιση: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο Αγαπητός»–».Τι είναι το Πνεύμα το Άγιον; Ο δάκτυλος του Πατρός.
Πρέπει ακόμη να μελετούμε, αγαπητοί μου, και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Προσέξτε αυτό το σημείο. Ξέρετε γιατί; Διότι τα συγγράμματά των δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ορθή ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Γι’ αυτό εκείνοι που απέρριψαν τους Πατέρες, όπως είναι οι Προτεστάνται, πελαγοδρομούν και θα πελαγοδρομούν! Και θα αποδίδουν ερμηνείες όποιες τους κατέβει στο κεφάλι. Οι Πατέρες θεοπνεύστως ερμήνευσαν την Αγίαν Γραφήν. Και έτσι είναι οι Πατέρες απλανείς. Θα μελετώ το πρωτότυπον· την Αγία Γραφή. Και θα χρησιμοποιώ και τους Πατέρες: «Για να δω εδώ, πώς ερμηνεύει ο Ιερός Χρυσόστομος; Ο Μέγας Αθανάσιος; Ο Μέγας Βασίλειος;». Κ.ο.κ. Που είναι τα συγγράμματά τους από ερμηνευτικής πλευράς, ερμηνευτικής πλευράς, θησαυρός. Έτσι που να λέει κανείς, εγώ το έχω πει πάρα πολλές φορές: «Τι μάτια είχαν αυτοί οι Πατέρες; Τι μάτια; Εκείνα τα οποία εγώ δεν βλέπω, εκείνοι τα έβλεπαν. Και ενεβάθυναν». Συνεπώς; «Α», λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «τὸ Πνεῦμα τὸἍγιον ἐστὶν τὸ ποιοῦν ἑτέρους ὀφθαλμούς». «Το Πνεύμα το Άγιον είναι Εκείνο που κάνει τα κάποια ‘’άλλα’’ μάτια». Και επειδή ήταν θεοφόροι οι Πατέρες, γι’αυτό ακριβώς έβλεπαν με τα μάτια του Αγίου Πνεύματος την Αγίαν Γραφήν. Γι’ αυτό θα χρησιμοποιούμε, σας είπα, και τους Πατέρες.
Πώς πρέπει να μελετούμε την Αγία Γραφή; Κάποτε ρώτησε ο διάκονος Φίλιππος τον ευνούχο της Κανδάκης: «Γινώσκεις ἅἀναγινώσκεις;». «Καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις;».Για να είναι γόνιμη η μελέτη μας, πρέπει να προηγείται προσευχή φωτισμού. Τα δυσνόητα και η πλάνη, όταν μελετούμε την Αγία Γραφή, είναι πλάι μας. Γι΄αυτό, λοιπόν, πρέπει να προσευχόμεθα και τα δυσνόητα να κατανοούνται αλλά και να μην πέσομε σε πλάνη. Οι Πατέρες λένε: «Ποτέ μη μελετήσεις την Αγία Γραφή χωρίς προσευχή.Ποτέ!». Σημειώνει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι για να κατέβει ο Θεός στο Σινά, έπρεπε να ανεβεί ο Μωυσής στο Σινά. Ο Θεός κατεβαίνει και ο άνθρωπος, ο Μωυσής ανεβαίνει. Όταν η δική μας φύση ανυψωθεί με την προσευχή, τότε κατέρχεται το Πνεύμα το Άγιον για να μας φωτίσει. Και να μας διδάξει, όπως είπε και ο Κύριος.
Ακόμη εκείνο το «Πρόσεχε τῇἀναγνώσει» σημαίνει την ανάγκη καταβολής πολλής προσοχής. Κάποτε σήκωσε ο καθηγητής μας, Θεός σχωρέσ ‘τον, να πουν τέσσερις-πέντε μαθηταί, Αρχαία. Ανάγνωσις-μετάφρασις. Ένας λοιπόν, μπουρ, μπουρ, μπουρ την μετάφραση. «Στάσου, στάσου, στάσου», του λέει. «Ξέρεις τι διαβάζεις; Τα αρχαία κείμενα τα ελληνικά και η Αγία Γραφή δεν διαβάζονται έτσι». Δεν θα το ξεχάσω ποτέ τον λόγο του αειμνήστου εκείνου καθηγητού μου.
Ακόμη, η μελέτη θα είναι συστηματική. Θα είναι οργανωμένη. Όχι τυχαία. Με σημειώσεις, υπογραμμίσεις, αναζητήσεις παραλλήλων χωρίων, αγνώστων λέξεων στα λεξικά αλλά και σε άλλα βοηθήματα. «Προσέχομεν» –λέει ο Ιερός Χρυσόστομος- «μετ’ ἀκριβείας τοῖς γεγραμμένοις». «Να προσέχομε με ακρίβεια σε αυτά που είναι γραμμένα». Ακόμη, κατά τον αυτόν Πατέρα: «Πολὺς ὁἐγκρυπτόμενος πλοῦτος καὶ θησαυρὸς ἐν μιᾷ συλλαβῇ». Μόνο σε μια συλλαβή. Ή ακόμη ο χρόνος που είναι. Μέλλων είναι; Αόριστος είναι; Παρατατικός είναι; Έχει πολλή σημασία. Πάντοτε στη σκέψη μας να υπάρχει ο λόγος του Θεού. Όλη την ημέρα. Ξέρετε τι πρέπει να κάνομε; Να τον μηρυκάζομε. Τα μηρυκαστικά ζώα, κατσίκες, πρόβατα κ.τ.λ. τι κάνουν; Βγάζουν την τροφή από το πρώτο στομάχι, όπως λέμε και αρχίζουν να τελειοποιούν το μάσημα, εκείνο που μάζεψαν ως τροφή και ήταν γρήγορο-γρήγορο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχομε «θεωρία». «Θεωρία», από το «θεωρῶ», το «βλέπω». Και το κέρδος είναι παμμέγιστο. Αυτό σημαίνει ακόμη ότι θεολογώ. «Βλέπω» -εντός εισαγωγικών- και ομιλώ τα μεγαλεία του Θεού. Και τι μεγαλεία έχει ο λόγος του Θεού!
Ακόμα η συζήτηση των όσων διαβάσαμε, ενισχύει και εδραιώνει εκείνα τα οποία διαβάσαμε. Γι’αυτό πρέπει να συζητούμε εκείνα τα οποία μελετούμε. Σε δυσνόητα σημεία να χρησιμοποιούμε την μέθοδο- εγώ την ονόμασα έτσι- της Ιεριχούς. Σιωπηλά, γύρω γύρω, γύρω γύρω, γύρω γύρω η Ιεριχώ και τα τείχη έπεσαν. Θα πολιορκώ μίαν έννοια. Και ξανά! Και αύριο! Και μεθαύριο! Και όταν ανακαλύψω, θα πέσουν τα τείχη, ανακαλύψω την έννοια, τότε, όπως και οι Εβραίοι στον 7ο κύκλο, θα αλαλάξομε. «Το βρήκαμε! Δόξα τῷ Θεῷ!», θα πούμε.
Ακόμη, πρέπει να έχομε πνεύμα μαθητείας και ταπεινώσεως. Δεν θα κάνομε τον έξυπνο άμα μελετούμε την Αγία Γραφή. Κατά καιρούς θα επανερχόμεθα στα ίδια και στα ίδια σημεία.
Και τέλος, θα τελειώνομε, αγαπητοί, με μίαν ευχαριστήριον προσευχήν. «Κύριε, Σε ευχαριστώ. Μελέτησα, πήρα, κατάλαβα. Σε ευχαριστώ. Βοήθησε όλα αυτά να γίνουν κτήμα μου». Από ποια ηλικία πρέπει; Από νήπια. Τι λέγει ο Απόστολος στον Τιμόθεο; Τι του γράφει; Ότι «ἀπὸ βρέφους τὰἱερὰ γράμματα οἶδας». «Γνωρίζεις», λέει, «τα ιερά γράμματα από βρέφους».«Τὰ δυνάμενά σε σοφῖσαι εἰς σωτηρίαν». Πρέπει να σας πω, τα θηλάζοντα ήταν από 1-3 χρονών. Τα βρέφη ήταν άνω των 3 ετών. Η καλή η μαμά, θα πάρει το παιδάκι- υπάρχει και η Αγία Γραφή εικονογραφημένη, στο τραπέζι- «Έλα εδώ, παιδάκι μου…» Ακούτε; Από 3 χρονών. Και θα δείχνομε τις εικόνες κ.τ.λ., το παιδί να μυηθεί εις τον λόγον του Θεού.
Αγαπητοί μου, τι λέει μετά ο Απόστολος στον Τιμόθεο; «Όταν έτσι μελετάς, πρόσεξεἵνα σου ἡ προκοπὴ φανερὰᾖἐν πᾶσιν».Για να γίνει η προκοπή σου φανερή. Σε όλους τους τομείς έχει προκοπή ο άνθρωπος, προπαντός στην ερμηνεία του λόγου του Θεού.
†. Όταν μιλούσε ο Κύριος, αγαπητοί μου, είχε πάντοτε μπροστά Του ένα πυκνό ακροατήριον. Και ο λόγος του Θεού έπεφτε στις καρδιές άλλοτε απαλά, άλλοτε συγκλονιστικά και άλλοτε υποκριτικά και αδιάφορα. Και ο λόγος ήταν πάντοτε ο ίδιος για όλους. Οι καρδιές, όμως, των ακροατών ήταν διαφορετικές. Ο σπόρος του λόγου έπεφτε σε διαφορετικά εδάφη. Γι’αυτό ο Κύριος είπε την παραβολή του σπορέως, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Ήθελε οι ακροαταί Του να συνειδητοποιήσουν την ποιότητα του εδάφους που ο καθένας είχε.
Και ο Κύριος μίλησε για τέσσερις κατηγορίες «εδαφών»-ακροατών. Στην πρώτη κατηγορία, μας πληροφορεί ο Κύριος, ο σπόρος, ο λόγος του Θεού, πέφτει, λέει, «παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό». Δεν έπεσε ένα μέρος του σπόρου εις το χωράφι. Αλλά στο μονοπάτι δίπλα, εις τον δρόμον, που ήταν πατημένη γη. Ήρθαν όμως και τα πουλιά, αφού δεν μπόρεσε αυτός ο σπόρος να ανακατευθεί με το χώμα και το μέρος αυτό του σπόρου, το κατέφαγαν, λέγει, τα πουλιά του ουρανού. Πρόκειται για τους ανθρώπους εκείνους που η καρδιά τους είναι γη πατημένη. Δηλαδή δεν φυτρώνει τίποτα. Είναι οι πωρωμένοι άνθρωποι. Τίποτε δεν εγγίζει την καρδιά τους. Ούτε κι αυτή ακόμη δύναται να εγγίσει η χάρις του Θεού. Γιατί ο άνθρωπος είναι ελεύθερος.
Επιπλέον, κι αν έμεινε κάτι μέσα στην καρδιά, έρχεται, λέγει η παραβολή, έρχεται ο διάβολος και παίρνει από την καρδιά τους ό,τι άκουσαν. Και συμπληρώνει ο Κύριος ερμηνεύοντας την παραβολή: «ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν». Για να φθάσουν, αφού δεν θα άκουγαν ή δεν θα ήθελαν να ακούσουν ή δεν θα ήθελαν να κατανοήσουν, ώστε να φθάσουν να μην πιστέψουν κι έτσι να μη σωθούν. Στο βάθος οι άνθρωποι αυτοί είναι άνθρωποι άπιστοι. Αυτό το έδειξαν τελευταία -μην σας κάνει εντύπωση, πιστεύω θα συμφωνήσετε μαζί μου- οι γιορτές της Πάτμου. Μαζεύτηκαν άνθρωποι, είπαν, έκαναν, έδειξαν, προεβλήθησαν και μοιάζουν όλοι αυτοί σαν την πρώτη κατηγορία, που έπεσε ο σπόρος παρά την οδόν, από την γιορτή -όπως τουλάχιστον φάνηκε- δεν άγγιξε τίποτα την καρδιά τους. Από το βιβλίο της Αποκαλύψεως δεν ήγγισε τίποτα στην καρδιά τους… Αντίθετα μάλιστα, προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την γιορτή χωρίς να πάρουν τίποτε. Κρίμα…
Έχομε και την δευτέρα κατηγορία ακροατών. Είναι οι «ἐπὶ τὴν πέτραν», μας λέγει ο Κύριος, που ο σπόρος γίνεται δεκτός, αλλά γρήγορα χάνεται η ικμάδα, η υγρασία. Γιατί πάνω στην πέτρα έχει λίγο χώμα, εκεί πήγε να φυτρώσει, κάτω από το χώμα αυτό το λίγο δεν μπορούσε να διατηρηθεί υγρασία, ικμάδα, και ξηραίνεται ο σπόρος αυτός. Δηλαδή με άλλα λόγια είναι οι άνθρωποι, οι επιπόλαιοι άνθρωποι, που δεν διαθέτουν βάθος ψυχής και ακούν, χαίρονται, αλλά γρήγορα ξεχνούν.
Είναι και η τρίτη κατηγορία ακροατών. Εκεί, μας λέγει ο Κύριος ότι ο σπόρος πέφτει«ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό». Ήταν ένα μέρος που στο χωράφι, που εκεί φύτρωσαν και αγκάθια. Μεγάλωσε ο σίτος, μεγάλωσαν και τα αγκάθια και επειδή τα αγκάθια, τα αγριόχορτα, μεγαλώνουν πιο εύκολα και πιο γρήγορα, έπνιξαν, λέγει, τα βλαστάρια του σίτου. Ο λόγος του Θεού εκεί δεν μπορεί να αναπτυχθεί, όπως ερμηνεύει ο Κύριος, γιατί οι ποικίλες βιοτικές φροντίδες αποπνίγουν κάθε αγαθή προαίρεση. Και τέλος, μας λέγει η παραβολή, ότι υπάρχει και η τέταρτη κατηγορία, που είναι η γη η αγαθή· που καρποφορεί τριακονταπλάσια, εξηκονταπλάσια και εκατονταπλάσια.
Από τις τρεις πρώτες στείρες κατηγορίες που δεν καρποφορούν, η τρίτη ίσως θα πρέπει να είναι και η πιο χαρακτηριστική. Αλλά ας δούμε. Η τρίτη κατηγορία είναι εκείνη που, όπως σας είπα, ακούν, αλλά η θέλησή τους συμπνίγεται με τα αγκάθια της βιοτικής μερίμνης. Αυτοί οι Χριστιανοί έχουν δυνάμεις και νοητικές και συναισθηματικές και βουλητικές. Εντούτοις έχουν κάνει ένα κάποιο λάθος, μια λανθασμένη εκτίμηση. Δεν ιεράρχησαν σωστά όλες τις αξίες της ζωής. Και βέβαια πολλά πράγματα στη ζωή είναι αξίες. Το επάγγελμα, ο γάμος, οι ποικίλες επιτυχίες. Όλα αυτά είναι αξίες. Αλλά δεν μπόρεσαν να εννοήσουν ότι η αξία της σωτηρίας είναι πιο πάνω απ΄ όλες τις αξίες της ζωής. Ότι κατέχει την κορυφή, θα λέγαμε, των αξιών η σωτηρία. Είναι εκείνο που κάποτε είπε ο Κύριος: «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, ἀλλά ζημιώσῃ εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;». Τι ωφελεί;
Γι΄αυτό λοιπόν τα πράγματα έχουν μία ιεράρχηση. Πρέπει να μπει πάνω πάνω η αξία της σωτηρίας. Έτσι οι άνθρωποι αυτοί, αξιόλογοι άνθρωποι, αλλά έκαναν και κάνουν αυτό το λάθος, να μην ιεραρχούν σωστά τα πράγματα. Έτσι θυσιάζουν πολλές φορές την σωτηρία τους, με πολύ κατώτερα πράγματα. Ή αν θέλετε, απολυτοποιούν κατώτερα πράγματα. Φερειπείν, σου λέει: «Για να μεγαλώσω τα παιδιά μου και δεν φθάνει ο μισθός, μισθός λιτότητος, πρέπει και να… καταχραστώ το ταμείον εις το οποίο εργάζομαι. Ή στα εμπορεύματα που εγώ κινούμαι ή δεν ξέρω τι. Δηλαδή να κλέψω. Αλλά αυτό δεν είναι κακό. Δεν είναι κακό, γιατί θα μεγαλώσω τα παιδιά μου». Εδώ τι κάνω; Απολυτοποιώ μερικά πράγματα. Όπως, φερειπείν, την οικογένεια. Απολυτοποιώ τα παιδιά. Και παραβαίνω τον νόμο του Θεού. Πολύ συχνά το λέγουν ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Δεν έχει σημασία αν παραβαίνω κάτι. Σημασία έχει τι επιτυγχάνω. Μία χήρα γυναίκα, μπορεί ακόμη να δοθεί εις την ανηθικότητα, μόνο και μόνο για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Και μπορεί να σου λέγει: «Τι να κάνω; Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά». Εδώ λοιπόν, τι κάνομε; Βάζουν οι άνθρωποι αυτοί πράγματα κοσμικά, πράγματα κατώτερα, πιο κάτω από το θέμα της σωτηρίας. Είναι ο άνθρωπος που θέτει ακόμα και αυτήν την θρησκευτικότητα σαν μέσο για να αποκτήσει κοσμικά οφέλη. Όπως έγινε, θα επαναλάβω, όπως έγινε με τις γιορτές της Πάτμου. Πάρα πολλοί από αυτούς, τίποτα δεν πιστεύουν. Βρήκαν την ευκαιρία ή να προβληθούν -θα επαναλάβω τι είπα προηγουμένως- ή να κερδίσουν χρήματα ή ό,τι άλλο.
Όλα αυτά όμως τι είναι; Πρόκειται για τον εκκοσμικευμένο Χριστιανό, που θέλει να ακούει μεν τον λόγο του Θεού, αλλά με μέτρο. Και ο καθένας βέβαια διατηρεί το δικό του μέτρο. Δεν υπάρχει εξ αντικειμένου μέτρον. Αλλά μέτρον εξ υποκειμένου. Γιατί φοβάται την πνευματική ανάπτυξη, μήπως στερηθεί κοσμικές χαρές. Είναι… αθλιότης. Έτσι, αν δουν κάποτε οι γονείς τα παιδιά τους ή το παιδί τους να αυξάνει πνευματικά, αμέσως έρχονται και το εμποδίζουν. Αυτοί οι ίδιοι που έστειλαν το παιδί τους στην Εκκλησία, στην εξομολόγηση, στο κατηχητικό σχολείο. Όταν δουν ότι τα πράγματα πηγαίνουν παραπανίσια… «Α! Έλα δω». Γιατί; Φοβούνται το παιδί τους να αναπτυχθεί πνευματικά. Το θέλουν εγκλωβισμένο μέσα στο κλουβί της κοσμικότητος. Ότι το παιδί τους θα στερηθεί τα αγαθά του κόσμου τούτου. Έτσι κορυφαία αξία οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι, οι οποίοι έχουν μόνο επίχρισμα Χριστιανισμού, όχι βάθος, τοποθετούν την κοσμικότητα, και πιο κάτω, τον λόγο του Θεού, που σώζει…
Ακόμη και η νόμιμη μέριμνα μπορεί να γίνει εμπόδιο. Η νόμιμη μέριμνα είναι να φροντίσω για το σπίτι μου, για την διατροφή μου, για την εργασία μου, για τις σπουδές μου. Είναι μια νόμιμη μέριμνα. Κι αυτή ακόμη μπορεί να σταθεί εμπόδιο όταν ο άνθρωπος δεν προσέξει.Ο Κύριος παρέστησε αυτήν την κατάσταση με αγκαθιές που μεγαλώνουν και συμπνίγουν το νόημα της σωτηρίας του ανθρώπου. Αλλά αυτή η κατάσταση αν συνεχιστεί, τότε οι άνθρωποι της τρίτης αυτής κατηγορίας, γρήγορα περνούν στις δύο πρώτες κατηγορίες. Δηλαδή στον επιπόλαιο τύπο και εις τον λιθώδη τύπο, τον πωρωμένον άνθρωπο. Αρκεί η κατάσταση αυτή να χρονίσει. Κι εκεί ο κίνδυνος είναι μέγιστος. Γιατί εγγίζει πλέον την αμετανοησία. Και μόνο γιατί θα μπορούσαμε να το σκεφθούμε αυτό αγαπητοί μου, θα μας έπρεπε να μας τρομάζει.
Αν έπρεπε να χαρακτηρίσομε τους ανθρώπους της τρίτης κατηγορίας, τον άνθρωπο, τον ακροατή της τρίτης κατηγορίας, που έχει εκκοσμικευθεί, θα βρίσκαμε ότι στο βάθος έχει απιστία. Ναι. Όχι απιστία στην ύπαρξη του Θεού, ομνύει ότι «Δεν έχω απιστία, πιστεύω στον Θεό», αλλά απιστία στην πρόνοια του Θεού, εις την φροντίδα του Θεού. «Τι περισσότερο», θα μπορούσε να του πει κανείς, «άνθρωπέ μου, θα προσέθετες σε όλο εκείνο το βάρος της βιοτικής μερίμνης; Τι θα μπορούσες περισσότερο; Μάλλον θα κέρδιζες το γνωστό άγχος της εποχής. Και κάθε κέρδος θα έμενε τότε, αν έτσι τοποθετείς τα πράγματα, θα έμενε ανευλόγητο». Θυμάμαι μια φορά έναν άνθρωπο, τσαγκάρης ήταν, δεν πήγαινε ποτέ την Κυριακή στην Εκκλησία και του λέγω: «Α, δεν κάνετε καλά. Παρακαλώ να πηγαίνετε στην Εκκλησία». «Α», μου λέει, έτσι, με αυτό το ύφος- «α, η εργασία είναι ιερόν πράγμα». Τι έκανε ο άνθρωπος αυτός; Απολυτοποίησε την εργασία. Κι έχασε τη σωτηρία. Και αν κάθε μας προσπάθεια μένει ανευλόγητη, θα επαναλάβω, τότε ποιο θα είναι το κέρδος; Εδώ ας θυμηθούμε, αγαπητοί μου, τον Ψαλμωδό που λέγει: «Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες». Είναι ο 126ος Ψαλμός. «Εάν», λέει, ο Κύριος, «δεν οικοδομήσει σπίτι και σπιτικό, μάταια κοπιάζουν εκείνοι που οικοδομούν». Το σπιτικό είναι η οικογένεια, είναι ο γάμος, είναι η γυναίκα και τα παιδιά, είναι ο σύζυγος και τα παιδιά. Οἶκος είναι και το ντουβάρι, τα ντουβάρια. Πόσες φορές δεν έχομε δει ανθρώπους, κατά ιδιωτικόν τρόπον, ή να κτίζουν το σπίτι τους σήμερα Κυριακή ή να σοφατίζουν ή να ασπρίζουν ή να διορθώνουν κάτι. Περνάς, τους βλέπεις και λες: «Καημένοι άνθρωποι, αυτό που κάνετε, είναι ανευλόγητο. Και είναι ανευλόγητο γιατί ο Θεός είπε να μην κάνομε τέτοιες δουλειές εν ημέρα Κυριακή».
«Ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων». Εάν ο Κύριος δεν φυλάξει μια πόλη, ένα κράτος, δεν είναι δυνατόν ποτέ να φυλάξεις την πόλη σου. Εάν ο Κύριος δεν φυλάξει. « Εἰς μάτην ὑμῖν ἐστι τὸὀρθρίζειν, ἐγείρεσθαι μετὰ τὸ καθῆσθαι, οἱἐσθίοντες ἄρτον ὀδύνης, ὅταν δῷ τοῖς ἀγαπητοῖς αὐτοῦὕπνον». Δηλαδή ματαίως σηκώνεσαι πολύ πρωί για να πας στην δουλειά σου και όταν καθίσεις να φας, γρήγορα πάλι σηκώνεσαι, για να τρέξεις στη δουλειά σου, και τρως ψωμί οδύνης, γρήγορα γρήγορα, δεν πάει στο στομάχι σου το ψωμί, το φαΐ, δεν πετυχαίνεις τίποτα. «Όταν ο Κύριος», λέει, «δίδει σε εκείνους που τους αγαπά, ύπνον». Εκείνον τον ύπνον τον μακάριον να κοιμηθούν ήσυχα την νύχτα, χωρίς εφιάλτες, χωρίς προβλήματα, χωρίς αγωνίες και άγχος.
Ο Κύριος, αγαπητοί μου, μας ειδοποίησε: «Προσέχετε δὲἑαυτοῖς, μήποτε βαρυνθῶσι ὑμῶν αἱ καρδίαι, ἐν κρεπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιοτικαῖς». «Προσέξτε», λέει, «μη βαρύνουν οι καρδιές σας, οι ψυχές σας, με την κραιπάλη, με τη μέθη και με τις βιοτικές μέριμνες». Α, ώστε λοιπόν αυτά βαραίνουν τον άνθρωπο. Ναι. Μας θυμίζει ακόμη την παραγγελία του Θεού, που λέγει… στην Παλαιά Διαθήκη: «Πρόσεχε σεαυτῷ καὶ φύλαξον τὴν ψυχὴν σοῦ σφόδρα».Πρόσεξε τον εαυτόν σου. Και φύλαξε πάρα πολύ την ψυχή σου. Οι βιοτικές μέριμνες -για να μείνω σ’ αυτές- εμποδίζουν να καθίσεις στο τραπέζι της Βασιλείας του Θεού. Θυμηθείτε εκείνη την άλλη παραβολή, αγαπητοί, που ο Κύριος στέλνει τον δούλο Του να παραγγείλει: «Το τραπέζι είναι έτοιμο, το τραπέζι της Βασιλείας», τι λέγει ο πρώτος; «Ἀγρόν ἠγόρασα». Τι λέγει ο δεύτερος; «Ζεύγη βοῶν πέντε ἠγόρασα». Τι λέγει ο τρίτος; «Γυναῖκα ἔγημα».Παντρεύτηκα. Και οι τρεις δεν είχαν καιρό. Είχαν εμπλακεί μέσα στις βιοτικές μέριμνες. Νόμιμον είναι να αγοράσεις χωράφι. Νόμιμον είναι να αγοράσεις βόδια να πας να οργώσεις το χωράφι του. Νόμιμον είναι να παντρευτείς. Αλλά δεν μπορούν αυτά να γίνουν εμπόδιο. Και ο λόγος του Θεού να πηγαίνει χαμένος. Αλλά αν η μέθη και η κραιπάλη παραλύουν και βαραίνουν την βούληση του ανθρώπου, εξίσου ενεργούν και οι βιοτικές μέριμνες. Παραλύουν την βούληση του ανθρώπου. Δεν έχει διάθεση για κάτι άλλο.
Ο Κύριος, αναλύοντας την παραβολή, είπε ότι αυτή η κατηγορία ακροατών, που ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο, είναι οι άνθρωποι που ακούν μεν τον λόγο του Θεού, στην ερμηνεία τώρα ο Κύριος, «ἀλλ΄ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι». Τις αγκαθιές τώρα τις αναλύει ο Κύριος. Οι μέριμνες, ο πλούτος και οι ηδονές. Τελικά δεν μπορούν οι άνθρωποι αυτοί να φέρουν καρπόν. Αναφέρει, δηλαδή, τρία εμπόδια, τρεις «πέδες», τρία φρένα. Τις βιοτικές μέριμνες, τον πλούτο και τις ηδονές.
Η επιθυμία του πλουτισμού ομοίως δεν βοηθάει τον άνθρωπο στην εφαρμογή των όσων θα ακούσει. Γιατί πάντοτε δεν έχει καιρό. Γράφει ο Απόστολος Παύλος εις την Α΄προς Τιμόθεον επιστολήν του: «Οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν(:Εκείνοι που θέλουν να πλουτίσουν) ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ παγίδα καὶἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ βλαβεράς, αἵτινες(:οι οποίες)βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶἀπώλειαν(:τους βυθίζουν στην καταστροφή). Ῥίζα γὰρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία –Όχι ως τσιγκουνιά. Ως αγάπη προς τα χρήματα. Δηλαδή, η φιλοχρηματία–, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν(:Μερικοί –λέγει– επεθύμησαν την φιλοχρηματία και πλανήθηκαν) ἀπὸ τῆς πίστεως καὶἑαυτοὺς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς(:έφυγαν από την πίστη και ‘’περιέπειραν’’, θα πει εκάρφωσαν τον εαυτό τους με καρφιά πολλών οδυνών)».
Αλλά και οι ποικίλες ανέσεις και ηδονές, που είπε ο Κύριος, από τον πλούτο, λέει, και τις ηδονές, είναι το ίδιο πράγμα. Αρκεί να σκεφθεί κανένας ότι ο πλούτος, οι ανέσεις και οι ηδονές, έχουν, προσέξτε, αντισταυρικό χαρακτήρα. Αντισταυρικό χαρακτήρα· που δεν σε αφήνουν να ακούσεις και να ζήσεις το σταυρικό μήνυμα του Ευαγγελίου. Και όχι μόνο, αλλά και σε μεταβάλλουν σε εχθρό του Ευαγγελίου, εχθρό του Χριστού. Να πώς το λέγει: «Εχθρό του Χριστού». Να πώς το λέγει ο Απόστολος Παύλος, το γράφει εις τους Φιλιππησίους: «Πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν(:Πολλοί, λέει, εκ των Χριστιανών μας ζουν), οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν(:για τους οποίους πολλές φορές σας είχα πει), νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω(:τώρα δε που σας γράφω, το χαρτί –να το πω έτσι με μία σύγχρονη έκφραση– βρέχεται από τα δάκρυά μου), τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ,ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια(:που το τέλος τους είναι η απώλεια, η καταστροφή), ὧν(:των οποίων) ὁ θεὸς ἡ κοιλία καὶἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν(:κάνουν πορνείες, μοιχείες, ασωτίες, γλέντια, διασκεδάσεις), οἱ τὰἐπίγεια φρονοῦντες(:αυτοί οι οποίοι φρονούν τα επίγεια)!».Πώς τους είπε;«Ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ». Συνεπώς η ζωή τους… ναι μεν, Χριστιανοί βαφτίστηκαν, είναι αντισταυρική. Και λέγονται «εχθροί του σταυρού του Χριστού».
Αγαπητοί, η κατηγορία των εκκοσμικευμένων ακροατών, δηλαδή η τρίτη κατηγορία, είναι όντως αξιολύπητη. Είναι αξιόλογοι άνθρωποι. Το είπαμε. Αλλά οι μέριμνες του βίου, η επιθυμία του πλουτισμού και οι ηδονές της ζωής τούς ανακόπτουν. Κι αν ακούσουν ή ακούουν, ίσως κάποτε χρόνια ολόκληρα να ακούουν τον λόγο του Θεού, όμως δεν τελεσφορούν, δεν φέρουν τέλος, δηλαδή σκοπόν. Δεν καρποφορούν. Αλλά κινδυνεύουν και να απολιθωθούν κάποια φορά. Παγιώνεται μία περίεργη κατάσταση μες στην ψυχή τους. Αν κάποια στιγμή τους πεις ότι είναι απολιθωμένοι άνθρωποι, θα σου πουν ότι χρόνια ακούν λόγο Θεού. Κι όμως είναι απολιθωμένοι άνθρωποι. Γιατί δεν παρουσιάζουν καμίαν αύξησιν.
Εμείς, αγαπητοί μου, εμείς, ας εξετάσομε σε ποια κατηγορία ακροατών βρισκόμαστε. Ας προσπαθήσομε, με πολλή φιλοτιμία να καταστήσομε τον εαυτό μας γη αγαθή. Δεν είναι εύκολο. Είναι κοπιαστικόν. Δεν είναι εύκολο. Κι εκεί θα πέφτει άφθονος ο θείος σπόρος. Και θα φυτρώνει το φυτό της θεολογίας και της πρακτικής. Κι εμείς θα έχομε την χαρά της καρποφορίας. Μια χαρά που κανείς δεν μπορεί να μας την κλέψει ή να μας την αφαιρέσει. Η δοκιμή θα μας πείσει.
†. Μας περιγράφει, αγαπητοί μου, ο ευαγγελιστής Λουκάς, τις πρώτες ημέρες της ζωής της Εκκλησίας, μετά την Πεντηκοστή. Και γράφει, όπως ακούσαμε εις το σημερινόν αποστολικόν ανάγνωσμα που είναι από τις Πράξεις: «Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶἈντιοχείας». Δηλαδή μετά από τον λιθοβολισμόν του Στεφάνου, έπεσε ένας φόβος εις την πόλιν της Ιερουσαλήμ. Έφυγαν πολλοί. Όχι οι Απόστολοι. Έφυγαν πολλοί, διεσπάρησαν, λέγει. Και άρχισαν να κηρύσσουν Χριστόν εις την ύπαιθρον. Κι εδώ βλέπομε ότι ήδη το κήρυγμα του Ευαγγελίου έφθασε εις την Φοινίκην, έφθασε εις την Κύπρον και εις την Αντιόχειαν. Και τότε αντελήφθησαν ότι ήδη το κήρυγμα του Ευαγγελίου είχε φθάσει εις την Κύπρο και την Αντιόχεια, αντελήφθησαν οι Απόστολοι, που είχαν μείνει μέσα εις την πόλιν και βέβαια εν συνέχεια ενήργησαν σχετικά.
Ωστόσο, πώς ακριβώς διεδόθη το Ευαγγέλιον…, ανώνυμοι το διέδωσαν. Γράφει πάλι ο Λουκάς: «Τινές ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν». Ένα είναι γεγονός ότι εξεδηλώθη μία προκοπή πέρα ως πέρα από κάθε προσδοκία τους διά την διάδοσιν του Ευαγγελίου. Είχαν μείνει έκπληκτοι εκείνοι που διέδιδαν το Ευαγγέλιο. Σας είπα: ανώνυμοι. Σημειώνει ο Λουκάς μια πολύ χαρακτηριστική φρασούλα: «Καὶἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν». «Ήταν», λέει, «χέρι Κυρίου μαζί τους». Είναι μία εβραϊκή έκφρασις που σημαίνει βοήθεια. Βοήθεια του ουρανού.
Αν έχετε προσέξει στην Αγιογραφία μας, πολλές φορές από μία εικόνα ενός αγίου ή κάποιων αγίων, να βγαίνει από τη γωνία του όλου πλαισίου της εικόνος, από τη γωνία την αριστερή συνήθως, μπορεί όμως και από τη δεξιά, να βγαίνει ένα χέρι και να ευλογεί. Αυτή είναι η χειρ Κυρίου, που δίνει ευλογία. Εικονογραφικώς έτσι παριστάνεται.
Ένα κήρυγμα λοιπόν, μία ιεραποστολική προσπάθεια, είχε εδώ όλη την ευλογία του Θεού. Ξεκίνησε δηλαδή όπως βλέπουμε σαφώς και ο Ευαγγελισμός του κόσμου, του εθνικού κόσμου. Γι΄αυτό επέτρεψε ο Θεός, ένας λόγος, δεν είναι ο μόνος, τον διασκορπισμόν των χριστιανών από την Ιερουσαλήμ, με τον λιθοβολισμόν του Στεφάνου, ακριβώς διότι, ενώ τους είπε ο Κύριος να ξεχυθούν μετά την Πεντηκοστή, έμεναν ακόμα εις τα Ιεροσόλυμα. Βλέπετε ότι όταν κάποτε ο Θεός θέλει κάτι, ενώ μας το παρήγγειλε, μετά δημιουργεί έναν βίαιο τρόπο. Μην τρομάζομε. Είναι μέσα στο σχέδιο του Θεού αυτός ο βίαιος τρόπος, να μας ταρακουνήσει, όπως λέμε στη γλώσσα μας, να μας ξυπνήσει, να αντιληφθούμε μερικά πράγματα. Και τούτο διότι ο Κύριος είπε εις τους μαθητάς Του την ημέρα της Αναλήψεώς Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». «Και να τους διδάσκετε όλα να τα φυλάττουν, εκείνα που σας παρήγγειλα Εγώ», λέει ο Κύριος. Έτσι λοιπόν ξεκινά το κήρυγμα του Χριστού, με πολλή καρποφορία και με πολλή ευλογία. Σας υπενθυμίζω: «Καὶἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν».
Τίθεται όμως το ερώτημα: Αυτά γράφτηκαν, αυτά διαβάστηκαν, αυτά ακούστηκαν σήμερα στην Εκκλησία. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Αυτή η ευλογία της διαδόσεως του Ευαγγελίου, διετήρησε την ίδια θερμότητα μέσα εις τους είκοσι διαρρεύσαντας αιώνας; Δυστυχώς όχι. Είναι γνωστό ότι κανείς κάποτε στους τρεις, τέσσερις πρώτους αιώνες δεν εγίνετο δεκτός εις την Εκκλησίαν – και δεκτός με την έννοιαν να παρίσταται εις την Θείαν Λειτουργίαν, και με την έννοια ότι ηδύνατο να κοινωνήσει, ένα απομεινάρι της εποχής είναι το «Τάς θύρας, τάς θύρας…». Ήταν παράγγελμα αυτό. Τεχνικό παράγγελμα. «Κλείστε τις πόρτες, θυρωροί, κλείστε τις πόρτες! Ουδείς αμύητος, ουδείς κατηχούμενος». Έπρεπε μόνον να είναι οι πιστοί μέσα εις την Εκκλησίαν. Έτσι βλέπομε ότι υπήρχε μία αυστηρότητα εις το θέμα αυτό.
Κανείς λοιπόν δεν εγίνετο δεκτός μη βαπτισθείς εις την Εκκλησίαν. Αλλά για να βαπτιστεί έπρεπε να δεχθεί την Κατήχησιν. Το βάπτισμα συνήθως ακολουθούσε την Κατήχησιν. Και όπου εκρίνετο βέβαια επαρκής η Κατήχησις, γιατί μπορούσε -ας χρησιμοποιήσω μία σύγχρονη έκφραση- να μείνει κανείς μεταξεταστέος· διότι ύστερα από μία μακρά κατήχηση, μηνών, έτους, ετών, ήρχετο επίσκοπος και έκανε εξετάσεις, ούτως ειπείν «Πες μου εσύ αυτό, πες μου εσύ εκείνο», κι αν κάποιος δεν εγνώριζε την Κατήχησιν, τότε ανεβάλλετο η βάπτισή του για την προσεχή φορά. Και η βάπτισις, όπως είναι γνωστό, εγίνετο χοντρικά, μία φορά τον χρόνο, δύο φορές τον χρόνο. Χριστούγεννα έως Θεοφάνια, γι΄αυτό λέμε αντί του Τρισαγίου ύμνου «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε» προς τιμήν των το λέμε αυτό, και το Πάσχα. «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν, ἀλληλούια».
Έτσι, υπήρχε μία αυστηρότης. Γι΄αυτό είχαμε και σπουδαίους Χριστιανούς. Και όπως είπε κάποιος: Από την πόρτα, λέγει, έμπαιναν οι Κατηχούμενοι, δηλαδή προκειμένου να βαπτιστούν εις την Εκκλησίαν, αφού εδέχθησαν δαψιλή, λιπαρά Κατήχηση, αν θέλετε να δείτε ένα δείγμα της Κατηχήσεως των Κατηχουμένων, πάρτε παρακαλώ τον τόμον εκείνον που αναφέρεται στις «Κατηχήσεις» του αγίου Κυρίλλου, είναι γραμμένες το 350 μ. Χ. να δείτε τι ζητούσε ο άγιος Κύριλλος και τι έπρεπε να μάθουν οι Κατηχούμενοι. Ένα μικρό απόσπασμα του περιεχομένου βρίσκεται και εις τις Αποστολικές Διαταγές. Ας είναι. Θέματα και δόγματος, θέματα δε και ήθους. Δεν μπορείς να είσαι ανήθικος. Πρέπει να μάθεις γιατί δεν πρέπει να είσαι ανήθικος. Αλλά και θέματα δόγματος. Ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, τούτο, εκείνο, εκείνο, εκείνο.
Αυτή ήταν η αρχή της Εκκλησίας μας, που έλαμψε. Γιατί όπως σας είπα, από τη μία πόρτα έμπαιναν οι βαπτισμένοι αφού είχαν λιπαράν κατήχησιν, για να βγουν, λέει από την άλλην πόρταν της Εκκλησίας ως μάρτυρες.Αυτή όμως η αρχή της Εκκλησίας, εχαλάρωσε. Μετά από την ανάδειξη του Χριστιανισμού ως επισήμου θρησκείας του κράτους. Έτσι έφθασε να προηγείται το Βάπτισμα και να ακολουθεί η κατήχησις. Αλλά τότε η κατήχησις άρχισε να αμελείται. «Ε καλά… ε, καλά, θα…». Δεν υπήρχε εκείνο που θα κινούσε να προωθήσει η απουσία του Βαπτίσματος. Αυτή δε η κατάστασις έφθασε να δημιουργήσει μία χαλαρότητα και ήθους και πίστεως εις τα μέλη της Εκκλησίας μας. Και η κατήχησις απέβλεπε βεβαίως στη γνώση του δόγματος, αλλά και εις την διόρθωσιν του βίου.
Τι κόσμο βρήκε ο Χριστιανισμός; Τον γνωστό μας εθνικόν κόσμον. Ειδωλολατρικόν, με πλήθος ελαττώματα, κακίας και πάθη. Αυτά έπρεπε να διορθωθούν. Με την παραμέληση όμως της Κατηχήσεως, άρχισαν και οι ανάλογοι καρποί.Άγνοια του δόγματος της πίστεως και ημελημένος βίος. Κι όπως έγραψε κάποτε κάποιος, συγκεκριμένα ο μακαριστός Τρεμπέλας στην Κατηχητική του ότι μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι που έβραζε το νερό, ξαφνικά, λέγει, απότομα, χύθηκε μία πολύ μεγάλη ποσότητα κρύου νερού. Και κόπηκε η βράση. Αυτό συνέβη. Έτσι βλέπομε στη Ρωσία, επί παραδείγματι, που εκατηχήθη ορθοδόξως, αλλά κατηχήθηκε πολύ χοντρικά, έσπευδαν να βαπτιστούν στα ποτάμια όλος ο λαός, ομαδικά ομαδικά. Δεν έμεναν περιθώρια κατηχήσεως. Αλλά και στον δικό μας εδώ χώρο τον Ελληνικό, τα ίδια. Έτσι λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί, ούτε βίο διόρθωσαν, ούτε γνώση πίστεως απέκτησαν.Και κόπηκε η βράση. Δηλαδή ο ζήλος, εκείνος ο ενθουσιασμός, εκείνο το «Είμαι Χριστιανός». Γιατί μου κόστισε να είμαι Χριστιανός.
Και η κατήχησις μετά το Βάπτισμα, κατοπινά, είτε γίνεται με την μορφήν εφεξής, τουλάχιστον εις τον χώρον τον δικό μας, με την μορφή των κατηχητικών μαθημάτων, είτε δεν γίνεται καθόλου. Λέμε «έχομε κατηχητικά σχολεία. Πρέπει να πάει το παιδί στο Κατηχητικό σχολείο». Αλλά πόσα παιδιά πάνε στο σχολείο; Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο; Όσα παιδιά πηγαίνουν τώρα στο σχολείο, πηγαίνουν άλλα τόσα παιδιά στο κατηχητικό σχολείο; Αυτά λοιπόν όλα τα παιδιά, δεν πήραν κατήχηση και δεν θα την πάρουν ποτέ. Και εκεί που γίνεται η κατήχησις, είτε σαν συχνότητα, τι είναι; Μία ώρα την εβδομάδα είναι…· είτε σαν περιεχόμενο, το έχομε ζήσει το περιεχόμενο της κατηχήσεως, μάλιστα έφθασε εις τα ανώτερα κατηχητικά σχολεία να έχει περισσότερον πολιτιστικόν χαρακτήρα η κατήχησις και ολιγότερον πνευματικό χαρακτήρα ή και καθόλου. Γιατί, λέει, οι ανάγκες σήμερα είναι πολιτιστικές… κλπ κλπ. Μα τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για χριστιανική κατήχηση. Όλα αυτά λοιπόν δείχνουν ότι το περιεχόμενο της Κατηχήσεως είναι ανεπαρκέστατο.
Και οι επιπτώσεις; Βαρύτατες. Ο λαός μας, ο ορθόδοξος λαός μας, ζει δυστυχώς σε μία παχυλή άγνοια. Και το ήθος του; Ω, το ήθος…! Είναι θέμα πολλών δακρύων. Είναι βαθύτατα κοσμικό.Έτσι έχομε, αποκτήσαμε τους Χριστιανούς μας με εκκοσμικευμένην νοοτροπίαν. Είναι γνωστό δε ότι ο εκκοσμικευμένος τρόπος ζωής δεν σώζει. Προσέξατέ το. Δεν σώζει. Δεν μπορούμε να έχομε σωτηρία. Έτσι, απ’ αυτούς τους εκκοσμικευμένους Χριστιανούς μας, ένας αριθμός, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει θεμελίωσις, δεν υπάρχει γνώσις, ένας αριθμός λοιπόν παρασύρεται στις αιρέσεις, αλλά και σε ενδοκοσμικά θρησκεύματα. Βλέπετε σήμερα τους Έλληνες Ορθοδόξους να στρέφονται στον Ινδουισμό και όπου αλλού. Είπαμε ότι είναι ενδοκοσμικές θρησκείες. Γιατί; Γιατί τον Θεό, τον τοποθετούν όλες αυτές οι θρησκείες, εντός του κόσμου. Και είναι, σε τελευταία ανάλυση, ένας πανθεϊσμός.
Αλλά, αλλά αυτό το κακέκτυπον ιουδαϊκής θρησκείας, που δεν υπάρχει η ιουδαϊκή θρησκεία, απλώς είναι το προοίμιο του Χριστιανισμού, εν τοιαύτη περιπτώσει, έτσι το συνηθίζουν να το λένε, ξαναλέγω, ένας είναι ο Θεός, και αφού είναι ένας ο Θεός, είναι μία η θρησκεία.Ο Θεός του Ισραήλ, ο Άγιος του Ισραήλ είναι ο Θεός της Καινής Διαθήκης. Αναμφισβήτητα. Αλλά θέλησαν να τα χωρίσουν. Έτσι θέλησαν πιο πολύ οι Εβραίοι. Γιατί δεν απεδέχθησαν την Καινή Διαθήκη. Όμως είναι μία η θρησκεία, ένας ο Θεός. Έτσι έχομε ένα κακέκτυπον, κατασκευασμένο κάπου τον 8ον αιώνα μ.Χ. από τον Ιουδαϊσμό, από τον Χριστιανισμό και από ντόπιες παραδόσεις Αραβικές και έχομε τον διαβόητον Ισλαμισμόν. Στην Ευρώπη, οὐχ ἧττον και στην Ελλάδα, ξεκινούν οι άνθρωποι να προσέλθουν εις τον Ισλαμισμόν. Σας κάνει εντύπωση; Προ ολίγων ετών, όχι πολλών, έγινε παρουσίαση της ελληνικής μεταφράσεως του Κορανίου, στον «Παρνασσό» των Αθηνών -ο «Παρνασσός» είναι ένα φιλολογικόν ίδρυμα – σε μία μεγάλη αίθουσα, δηλαδή παρόντος και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, και εχρηματοδοτήθη αυτή η μετάφρασις από κάποιον εφοπλιστή. Ακούσατε;
Ένας αριθμός ακόμη, ζει μια…,ο μεγαλύτερος, μια ανέμελη ζωή. Δεν βαριέσαι! Κάνει τον σταυρό του, τον κάνει δε κακεκτύπως τον σταυρόν του, χωρίς βεβαίως καμίαν, μα καμίαν υποψίαν αλλαγής. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καν υποψία του Χριστιανισμού, τι είναι ο Χριστιανισμός…Και τελευταία, ένας αριθμός, επόμενον είναι, να ασχολείται με τον σατανισμόν και την σατανολατρίαν και μάλιστα η νεότερη γενεά μας, με κοινωνικές επιπτώσεις. Να πω πολύ δυσάρεστες; Ο Θεός να βάλει το χέρι Του. Είμεθα μάρτυρες και γνώσται όλοι.
Τι πρέπει να γίνει; Καλλιέργεια της κατηχήσεως και του κηρύγματος. Το κήρυγμα πρέπει να είναι κατήχησις. Πρέπει να είναι μάθημα. Από το μανθάνω, μαθαίνω. Το κήρυγμα δεν είναι διακοσμητικόν στοιχείον, που θα το λέμε στα πανηγύρια και στις γιορτές. Και να είναι λίγα λεπτά, ίσα και μόνα να καλύψουμε το επίπεδο της εορτής, με τη λειτουργία την πανηγυρική, με την αρτοκλασία – δεν λείπουν να το σημειώνουν αυτό, ότι έχει και αρτοκλασία στη γιορτή- και με ένα κήρυγμα ολίγων λεπτών. Συνήθως ως διακοσμητικόν. Τίποτε άλλο. Αχ, άνθρωποί μου, έχετε μικρόφωνο στα χέρια σας και μιλάτε τον λόγο του Θεού από κάπου, ένας τόπος που πανηγυρίζει, η Αθήνα, δεν ξέρω πού, και μάλιστα από το πρώτο πρόγραμμα, το λεγόμενον «Κρατικό πρόγραμμα», και δεν λέτε τίποτα; Τι λόγο θα δώσετε; Το κήρυγμα είναι μάθημα. Δεν έγινε η κατήχησις. Αλλά και αν έγινε η κατήχησις, όπως στην αρχαιότητα, θα πρέπει να ανανεώνεται αυτή η κατήχησις, γιατί ποτέ δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουμε φθάσει σε μίαν επάρκειαν. Πάντως πρέπει να ξεκινήσει το κήρυγμα ως μάθημα. Η κατήχησις σωστά. Αν θέλουμε να δούμε καλύτερες εκκλησιαστικές ημέρες.
Και το θέμα είναι πρώτιστα θέμα αγάπης εις τον Ιησούν Χριστόν. Αν αγαπάς τον Χριστό, σίγουρα μεταδίδεις στον πλαϊνό σου τον Χριστόν. Ο Κύριος, δε, αποτεινόμενος μετά την Ανάστασή Του στον Απόστολο Πέτρο, του λέγει: «Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων;». Και παίρνει την απάντηση: «Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε». Συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ. Επειδή είχε τριπλήν άρνησιν. Τι του είπε ο Κύριος; «Βόσκε τά ἀρνία μου». Δηλαδή «να κάνεις ποιμαντική». «Βόσκε τά ἀρνία μου», τους χριστιανούς. Επανελήφθη δεύτερη και τρίτη φορά αυτή η ερώτησις. Και στην καταφατική απάντηση του Πέτρου, ο Κύριος απαντούσε: «Ποίμαινε τά πρόβατά μου» στη δεύτερη απάντησή του. Και στην τρίτη: «Βόσκε τά ἀρνία μου». «Μ΄αγαπάς; Να ασκήσεις ποιμαντική».
Πώς ασκείται η ποιμαντική; Με το κήρυγμα, με την κατήχηση, με τα Μυστήρια της Εκκλησίας. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η Ποιμαντική, δηλαδή η ιεραποστολή, συνδέεται με την αγάπη του Χριστού. Αγαπάς τον Χριστό; Θα ασκήσεις ιεραποστολή. Αν αγαπάς τον πλησίον σου, θα ευαγγελιστείς εις αυτόν τον Χριστόν.
Σήμερα όμως τίθεται το ερώτημα: Αυτή η αγάπη υπάρχει; Μήπως απεψύγη; Μήπως πάγωσε; Που λέει ο Χριστός: «Στις εσχάτες μέρες η αγάπη των πολλών θα ψυγεί», δηλαδή θα κρυώσει, θα παγώσει. Ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου, έγραφε: «Ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται (μου είναι ανάγκη)· οὐαὶ δὲ μοί ἐστιν ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι». «Αλίμονό μου», λέει, «εάν δεν ευαγγελίζομαι, εάν δεν κηρύσσω το Ευαγγέλιο».
Ο δε 58ος κανόνας των Αγίων Αποστόλων, εντέλλεται τα εξής: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἀμελῶν τοῦ κλήρου ἢ τοῦ λαοῦ, καὶ μὴ παιδεύων αὐτοὺς τὴν εὐσέβειαν,(δεν παιδαγωγεί τον λαό εις την ευσέβεια, δηλαδή εις τον Χριστιανισμόν, δηλαδή δεν κάνει κατήχηση), ἀφοριζέσθω (δηλαδή να μην κοινωνεί)· ἐπιμένων δὲ τῇἀμελείᾳ καὶῥᾳθυμίᾳ καθαιρείσθω(Εάν όμως επιμένει σε αυτήν την αμέλεια, τότε, ή ο Επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος πρέπει να καθαιρείται)». Τι θα λέγαμε; Εάν υπάρχουν πρεσβύτεροι ή επίσκοποι που εμποδίζουν στον χώρο τους να ακουστεί ο λόγος του Θεού; Εμποδίζουν! Είναι εκείνος ο άλλος λόγος που είπε ο Χριστός: «Ούτε αυτοί μπαίνουν στη Βασιλεία, αλλά κι εκείνοι που θέλουν να μπουν, τους εμποδίζουν». Στην ερμηνεία του δε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σε αυτόν τον κανόνα, βάζει μια φρασούλα, δηλαδή «να διδάσκει καθ’ εκάστην», λέει. Κάθε μέρα. Με ποικίλες μορφές. Είτε κήρυγμα από άμβωνος, είτε στην Εξομολόγηση, είτε στην Κατήχηση, είτε κατ’ ιδίαν. Δεν έχει σημασία. Και ο Απόστολος Παύλος στην Έφεσο που έμεινε τρία χρόνια, έκανε και κατ’ ιδίαν κατήχησιν.
Αλλά εάν υποχρεούται ο κληρικός να διδάσκει, αγαπητοί μου, τον λαό και ο λαός πρέπει να προσέρχεται στη διδασκαλία, είναι δίκαιο. Φροντίζουμε για σας. Εσείς πώς ακούτε; Έρχεστε να ακούσετε; Και μόνο τότε έρχεται η ευλογία του Κυρίου. Γι΄αυτό ο λαός ποτέ δεν πρέπει να απουσιάζει από τον λόγο του Θεού. Γράφει ο Απόστολος Παύλος στους Εβραίους: «Μὴἐγκαταλείποντες τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν(τη συγκέντρωσή σας), καθὼς ἔθος τισίν» κ.λπ. «Όπως είναι συνήθεια», λέει, σε μερικούς να εγκαταλείπουν την επισυναγωγή, τη συγκέντρωση, να ακούσουν τον λόγο του Θεού». Και για την αμέλεια του λαού, γράφει ο Παύλος πάλι εις τους Εβραίους: «Καὶ γὰρ ὀφείλοντες εἶναι διδάσκαλοι διὰ τὸν χρόνον (τόσον καιρό ακούτε· οφείλατε να είσαστε διδάσκαλοι), πάλιν χρείαν ἔχετε τοῦ διδάσκειν ὑμᾶς τινα τὰ στοιχεῖα τῆς ἀρχῆς τῶν λογίων τοῦ Θεοῦ(τα στοιχειώδη, λέει, από τη Θεολογία, τα στοιχειώδη), καὶ γεγόνατε χρείαν ἔχοντες γάλακτος καὶ οὐ στερεᾶς τροφῆς». «Και είσαστε πάλι στην ανάγκη να πίνετε γαλατάκι και όχι στερεά τροφή».
Και κάτι που πρέπει να σχολιάσουμε. Όταν ακούστηκε ότι η Αντιόχεια δέχτηκε το κήρυγμα του Ευαγγελίου, τότε οι Απόστολοι, όπως σας είπα, είχαν μείνει στα Ιεροσόλυμα, έστειλαν τον Βαρνάβαν να δει τι γίνεται. Ο άνθρωπος ήταν και Κύπριος. Όταν είδε την κίνηση στην Αντιόχεια, χάρηκε. Ακούστε πώς το γράφει ο Λουκάς: «Καὶἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ». Χάρηκε. Και είπε: «Μπράβο, με την καρδιά σας, έτσι προσμένειν τῷ Κυρίῳ». Είδατε; Χάρηκε. Γιατί; Για την προκοπή του Ευαγγελίου. Δεν φθόνησε. Γιατί ο φθόνος υπάρχει σε κάθε εποχή. Και μπορεί να προσβάλει τον εργάτη του Ευαγγελίου. Συνήθως έτσι γίνεται. Και ο Κύριος έγινε αντικείμενον φθόνου των διδασκάλων του Ισραήλ. Και το λέμε αυτό γιατί έντονα ζούμε αυτόν τον φθόνον. Συνήθως ο εργάτης του Ευαγγελίου, που φθονεί, δεν καθάρισε την καρδιά του, δεν είναι αγιασμένος άνθρωπος.
Και δικαιολογεί για τη συμπεριφορά αυτή του Βαρνάβα ο Λουκάς: «Ὃτιἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως». Αυτός ήτο ο Βαρνάβας. Αγαθός άνθρωπος. Γεμάτος από Πνεύμα Θεού. Πώς μπορούσε να φθονήσει; Ο δε Παύλος παραπονείται: «Τινές μὲν καὶ διὰ φθόνον καὶἔριν (γκρίνια, μάλωμα, τσακωμοί…), τινὲς δὲ καὶ δι’ εὐδοκίαν τὸν Χριστὸν κηρύσσουσιν· Τί γάρ; (Ε, και;). Πλὴν παντὶ τρόπῳ, εἴτε προφάσει εἴτε ἀληθείᾳ, Χριστὸς καταγγέλλεται. (Τι με νοιάζει;, λέει, στο τέλος- τέλος. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για τον εαυτό τους. Εμένα ένα με ενδιαφέρει. Ότι ο Χριστός καταγγέλλεται, κηρύσσεται). Καὶἐν τούτῳ χαίρω, ἀλλὰ καὶ χαρήσομαι». «Σ΄αυτό το πράγμα χαίρομαι και θα χαρώ».
Αγαπητοί, σήμερα ο λαός μας βρίσκεται στο χάος της άγνοιας του Ευαγγελίου. Γι΄αυτό και η αποδοχή πολλών αιρέσεως και ο διεφθαρμένος βίος. «Ἡἄγνοια τῶν Γραφῶν ( λέει ο Ιερός Χρυσόστομος) τά ἄνω κάτω πεποίηκεν ( Όλα τα αναποδογύρισε)». Και γράφει ο Παύλος στον επίσκοπο -επίσκοπον πλέον- Τιμόθεο στην Έφεσο: «Σύ οὖν τέκνον μου, ἃἤκουσας (εκείνα που άκουσες) παρ’ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις(Να τα παραθέσεις, λέει, σε πιστούς ανθρώπους), οἵτινες ἱκανοὶἔσονται καὶἑτέρους διδάξαι (που θα σταθούν ικανοί να διδάξουν και άλλους παρακάτω). Βγάλε δηλαδή ιεροκήρυκες. Βγάλε ομιλητές του λόγου του Θεού, λέει στον Τιμόθεο ο Παύλος.
Και για να του σημειώσει πιο κάτω: «Κήρυξον τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρωςἐν πάσῃ διδαχῇ». Εὐκαίρως ἀκαίρως. Βρες κι εσύ την ευκαιρία. Και θα αιτιολογήσει προφητικά: «Ἒσται γὰρ καιρὸς(γιατί θα υπάρξει καιρός), ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται (δεν θα ανέχονται οι άνθρωποι την υγιά διδασκαλίαν), ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι(που γαργαλούν, λέει) τὴν ἀκοήν -Ωραία πραγματάκια. Ο Ισλαμισμός τι κάνει; Γαργαλάει την ακοήν- καὶἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται». Και αυτός ο καιρός είναι κατεξοχήν η εποχή μας, αγαπητοί μου.
Όποιος λοιπόν αγαπά τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ας αρχίσει να καταρτίζεται, για να μεταδώσει και πιο πέρα τον λόγο του Θεού. Και να συντελέσει στη γνώση του Θεού στον λαό μας. Δεν είναι μόνον ο άμβων που κηρύσσει. Είναι και το κατηχητικό σχολείο, είναι και κάθε τόπος και κάθε χρόνος, είναι οι λεγόμενοι «φιλικοί κύκλοι μελέτης της Αγίας Γραφής», όλα αυτά που σημειώνει ο Παύλος, εὐκαίρως ἀκαίρως. Κάθε τόπος, κάθε χρόνος. Και γρήγορα θα γίνει αντιληπτό ότι «χείρ Κυρίου εὐλογεῖ τό ἔργον τοῦ κηρύγματος». Όποιος αγαπά τον Κύριον, ας το σκεφτεί.