Ὅταν, πολὺ ἁπλᾶ, αὐτὸ γίνεται ἀντικείμενο τῆς προσευχῆς μας, τότε, ἀγαπητοί μου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό, ἁπλούστατα τὸ ἐπιτυγχάνουμε. Πρῶτα πρῶτα, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς σημειώσω ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν ἀδυναμία μας, δηλαδὴ τὸ ἀδύνατο σημεῖο μας, τὴν ἀχίλλειο πτέρνα μας. Νὰ ποῦμε: "Αὐτὸς εἶμαι, αὐτὸ ἔχω..." καὶ τότε, πολὺ ἁπλᾶ, θὰ ποῦμε στὸν Θεὸ δύο λόγια —προσευχῆς, ἐννοεῖται: "Κύριε, γνωρίζεις τὴν ἀδυναμία μου· βοήθησέ με νὰ μὴν ἁμαρτήσω, γιατί Ἐσὺ μᾶς εἶπες ὅτι δὲν θέλεις τὴν ἁμαρτία".
Ἄν, ἀγαπητοί μου, αὐτὴ ἡ σύντομη ἀλλὰ καρδιακὴ προσευχὴ γίνει μὲ ζέση καρδιᾶς καὶ μὲ εἰλικρίνεια —ὑπογραμμίζω τὸ "εἰλικρίνεια", γιατί ἔχω κάτι νὰ πῶ παρακάτω γι' αὐτὸ— καὶ ἴσως μὲ κάποια δάκρυα, δηλαδὴ νὰ φτάσουν τὰ μάτια νὰ δακρύσουν. Ὅπως ὅταν συγκινούμαστε πολὺ ὅταν συζητᾶμε μὲ ἕναν ἄνθρωπο καὶ δημιουργεῖται ἔτσι μιὰ συγκίνηση ποὺ φέρνει κάποιο δάκρυ —ὄχι ἀπαραίτητα νὰ τρέχουν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια, ἀλλὰ ἕνα βούρκωμα τῶν ματιῶν— τότε ἡ προσευχή μας θὰ εἰσακουστεῖ. Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὅταν θὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸ πρωὶ ἕνα τέτοιο αἴτημα ὥστε νὰ ὑπερνικήσουμε τοὺς σαρκικοὺς πειρασμούς, θὰ πρέπει νὰ εἴμαστε πάρα πολὺ προσεκτικοὶ· γιατί χωρὶς τὴν προσοχή, καμία ἀρετή —μὰ καμία ἀρετὴ— καὶ κανένας κόπος δὲν εὐοδώνεται. Σημειώσατε ὅτι ὁποιαδήποτε ἀρετὴ κι ἂν ἀσκοῦμε, ὁποιοσδήποτε κόπος κι ἂν καταβάλλεται, ἂν δὲν προσέχουμε, τότε εἶναι σὰν νὰ ἀντλοῦμε νερὸ μὲ ἕνα καλάθι· ὅ,τι πιάσει τὸ καλάθι μέσα, κατὰ τὸ ἀνέβασμα τὸ νερὸ αὐτὸ φεύγει. Τότε, ὅπως λέει ὁ ἀβὰς Ἀγάθων, τότε θὰ ἔρθει ἡ ἀνάπαυση. Καὶ μάλιστα, ἐφόσον κάνουμε τὴν προσευχή μας τακτικά, πρωὶ καὶ βράδυ —καὶ μάλιστα ὑπογραμμίζω ἰδιαιτέρως τὴν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς τακτικῆς προσευχῆς. Ἄλλο τὸ ὅτι μέσα στὴν ἡμέρα μπορεῖ νὰ φτάνουμε νὰ προσευχόμαστε καὶ ἀδιαλείπτως· ἡ πρωινὴ καὶ ἡ βραδινὴ προσευχὴ ἀποτελοῦν τα ὀροθέσια τοῦ 24ώρου καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ προσευχή. Τότε τὸ βράδυ θὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Κύριο γιατί μᾶς βοήθησε, γιατί ἐπιτύχαμε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο Τοῦ εἴχαμε ζητήσει. Ἤ, ἂν δὲν πετύχαμε σπουδαῖα πράγματα ἢ ἀκόμη παρεκκλίναμε ἀπὸ δική μας ὑπαιτιότητα, ὅπως θὰ δοῦμε λίγο πιὸ κάτω, τότε δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ ζητήσουμε συγχώρεση, συγγνώμη ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεός Του.
Πρέπει νὰ ποῦμε ὅμως, ὅτι ὅταν παρακαλᾶμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ πάθος μας, τὸ ὁποῖο μᾶς ἔχει στὴν ἡμερήσια διάταξη, μᾶς ταλαιπωρεῖ καὶ μᾶς βασανίζει —πάντοτε μιλῶ γιὰ τὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα, γιατί γι' αὐτὰ γίνεται ὁ λόγος— πρέπει νὰ ἐρευνήσουμε (ἐδῶ προσέξτε!) μήπως στὸ βάθος ἀγαποῦμε τὸ πάθος μας καὶ ἐπιθυμοῦμε ἐνδόμυχα νὰ μὴν ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ αὐτό. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ αὐτό. Λέμε: "Θεέ μου, ἀπάλλαξέ με", ἀλλὰ στὸ βάθος δὲν τὸ θέλουμε. Εἶναι ἕνα σημεῖο ποὺ τὸ θίγει ὁ Ἱερὸς Αὐγουστῖνος· εἶναι πολὺ χαρακτηριστικό. Παρακαλοῦσα, λέει, τὸν Θεὸ νὰ ἔρθει ἡ λύτρωσή μου καὶ νὰ μὲ λυτρώσει ἀπὸ τὰ σαρκικά μου ἁμαρτήματα. Στὸ βάθος ὅμως, εὐχόμουν νὰ ἀργήσει νὰ ἔρθει ἡ λύτρωση, γιατί ἀκόμα ἀγαποῦσα τὰ πάθη μου. Ἔτσι, νὰ εἴμαστε σίγουροι ὅτι ὅταν ζητοῦμε καὶ δὲν ἔρχεται αὐτὴ ἡ ἀπαλλαγή, εἶναι γιατί στὸ βάθος βάθος τῆς ψυχῆς μας ἐπιθυμοῦμε τὴν ἁμαρτία. Γιὰ αὐτὸ προηγουμένως σᾶς εἶπα: ἂν μὲ εἰλικρίνεια προσευχηθοῦμε —δηλαδὴ νὰ μὴν ὑπάρχουν ὑποσυνείδητα, νὰ μιλήσω μὲ μιὰ σύγχρονη ἔκφραση, κατασταλάγματα, τίποτα— "Κύριε, θέλω νὰ ἀπαλλαγῶ". Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ αὐτὲς τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες, νομίζει ὅτι ἔχασε τὴ μισή του ζωή. Προσέξτε αὐτὸ τὸ σημεῖο. Τότε αἰσθάνεται ὅτι δὲν πάει καλά, ὅτι ἡ βιολογικότητά του ἔχει καταστραφεῖ. Γι' αὐτὸ στὸ βάθος δὲν θέλει νὰ ἀπαλλαγεῖ. Ἁπλῶς θέλει ἕνα μπάλωμα σὲ μιὰ συγκεκριμένη στιγμὴ καὶ ὄχι μιὰ ὁλοκληρωτική, ριζικὴ θεραπεία.
Ἀκόμη κάτι: ἂν μέσα μας ὑπάρχει —προσέξτε αὐτὸ τὸ σημεῖο– καὶ ὑπάρχουν σχεδὸν σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴν πῶ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μιὰ γενετήσια διαστροφή, πολλὲς φορὲς ἡ ὑπερηφάνειά μας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ τὴν ἀποδεχθοῦμε. Λέμε, ἐγώ; Νομίζουν ὅτι προσβάλλεται ἡ συνείδησή μας, ἡ ἠθική μας συνείδηση, ὅτι προσβάλλεται ἡ ἀξιοπρέπειά μας, ὅτι προσβάλλεται ὁ ἀνδρισμός μας, καὶ δὲν θέλουμε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ τὸ ὁμολογήσουμε. Γι' αὐτὸν τὸν λόγο, ἂν κάποτε ταλαιπωρούμαστε ἀπὸ τέτοιες καταστάσεις μέσα μᾶς —ἐννοεῖται χωρὶς ποτὲ νὰ ἔχουμε πραγματώσει τὴν ἁμαρτία, τὸ ὑπογραμμίζω, ἀλλὰ ἁπλῶς ὑπάρχουν μέσα μας αὐτὲς οἱ καταστάσεις, αὐτὲς οἱ τάσεις— ἂν αὐτὲς οἱ τάσεις χρονίσουν μέσα μας, τότε δημιουργοῦνται –Σᾶς βεβαιώνω, ἀλήθεια, εἶναι κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο μοῦ δόθηκε ἀρκετὸ ὑλικὸ καὶ τὸ ἔχω μελετήσει, ἐννοῶ ἄνθρωποι– τότε δημιουργοῦνται μέσα στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ περίεργα συμπλέγματα ποὺ κατατρύχουν τὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο. Καὶ ἂν ἀκόμη πιὸ πολὺ χρονίσει αὐτὴ ἡ κατάσταση, τότε μπορεῖ νὰ φτάσει ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος νὰ ἀρρωστήσει· μπορεῖ ἀκόμη νὰ φτάσει μέχρι τὴν πόρτα τοῦ ψυχιάτρου. Γιατί τὸ θέμα εἶναι πολὺ ἁπλό: δὲν εἶχε παρὰ νὰ ἀποδεχθεῖ αὐτὴ τὴν κατάσταση. Ὅμως, δὲν μπορεῖ νὰ ἀκούσει στὰ αὐτιά του μιὰ τέτοια ἀποδοχή.
Μοῦ ἔχει κάνει κατάπληξη, λυπᾶμαι ἔψαξα νὰ τὸ βρῶ, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ διαθέσω πολὺ χρόνο γιὰ νὰ τὸ ἐντοπίσω, ἐπειδὴ κάποτε τὸ εἶχα διαβάσει σὲ ἕνα ποίημα τοῦ Ἁγίου Συμεῶν τοῦ Νέου Θεολόγου. Δὲν εἶχα, λοιπόν, τὸν καιρὸ νὰ τὸ βρῶ, παρ' ὅτι ἔψαξα λίγο ἐπιπόλαια. Κάπου λέει σὲ ἕνα ποίημά του: "Αὐτός", λέει, "εἶναι ὁ πόρνος, ὁ μοιχός, ὁ κίναιδος, ὁ τέτοιος, ὁ τέτοιος, ὁ τέτοιος...". Καὶ ὅμως, ἀγαπητοί μου, ὁ Ἅγιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος ἦτο ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων εὐλαβέστατος καὶ εὐσεβέστατος· δὲν εἶχε οὐδέποτε διαπράξει καμία ἁμαρτία. Ἀλλὰ τί; Μποροῦσε νὰ βλέπει αὐτὸ τὸ σκοτεινό, τὸ ρυπαρὸ ὑποσυνείδητο, ποὺ τὸ φωτίζει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, καὶ τότε βλέπει ἐκεῖνα ποὺ δὲν θὰ ἔβλεπε κάποιος ποὺ δὲν θὰ εἶχε αὐτὸν τὸν φωτισμόν.
Ἀπὸ τὴ στιγμή, λοιπόν, ποὺ θὰ δῶ κάτι μέσα μου καὶ τὸ ἀποδεχθῶ... Ναί, γιατί μὲ προσβάλλει; Δὲν εἶμαι παιδὶ τοῦ Ἀδάμ; Δὲν εἶμαι ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ; Γιατί, λοιπόν, μὲ προσβάλλει, ὅταν ὅλοι μας εἴμαστε ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ; Τότε, μόλις τὸ ἀποδεχθῶ, τότε ἀπαλλάσσομαι. Καὶ τότε, ἅμα τὸ ζητήσω μὲ εἰλικρίνεια ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ λιγότερο κέρδος ποὺ μπορῶ νὰ ἔχω εἶναι νὰ μὴν πραγματώσω ποτὲ μιὰ τέτοιας μορφῆς ἁμαρτία —τὸ λιγότερο. Διότι, ἂν ἐπιμείνω πολὺ στὴν ἄσκηση —βέβαια, μιὰ ἄσκηση ἡ ὁποία σήμερα δὲν εἶναι παρὰ σὲ ἐλαχίστους ἀνθρώπους κατορθωτή, στὶς διαστάσεις καὶ τὰ μέτρα ποὺ διαβάζουμε γιὰ τοὺς ἀρχαίους ἀσκητὲς— εἶναι μιὰ κατάσταση φοβερὰ μεγάλη, ὅπου φτάνουν νὰ θεραπεύσουν καὶ νὰ καθαρίσουν αὐτὸ τὸ ὑποσυνείδητό τους. Ἐπί τέλους, ἂν δὲν φτάσω ἐκεῖ, θὰ ἔλεγα, ἀγαπητοί μου, δὲν θὰ κατακριθοῦμε γιατί δὲν καθαρίσανε τὸ ὑποσυνείδητό μας· θὰ κατακριθοῦμε ὅμως ἐὰν πραγματώνουμε τὶς ἁμαρτίες ποὺ εἶναι φωλιασμένες μέσα μας σὰν ροπές, σάν —θὰ λέγαμε— σπέρματα καὶ γόνοι αὐτοῦ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Τότε θὰ δώσουμε λόγο στὸν Θεό. Δηλαδή, νὰ μὴν φτάσει κάτι στὴν συνείδηση ἀλλὰ θὰ τὸ ἀποδεχθοῦμε, ὅμως, καὶ θὰ λέμε ὅτι: "Ἐγὼ τὰ ἔχω ὅλα μέσα μου". Κάποτε ἔχω πεῖ ἕνα παράδειγμα —δικό μου παράδειγμα, ἴσως παλαιότερα νὰ τὸ θυμᾶστε ὅταν τὸ εἶχα πρωτοπεῖ— ὅτι ἡ ψυχή μας μοιάζει μὲ ἕνα ντουλάπι μὲ πολλὰ μπουκαλάκια ἀπο σπορικά. Ἔξω ἀπὸ τὸ κάθε μπουκαλάκι ὑπάρχει μιὰ ἐτικέτα, ἡ ὁποία ἀναγράφει καὶ ἀπὸ ἕνα πάθος ποὺ βρίσκεται κλεισμένο ἐκεῖ μέσα... εἶναι τὰ σπέρματα, τὰ σπόρια τοῦ κάθε πάθους. Ὅσο αὐτὰ τὰ σπόρια μένουν μέσα στὰ μπουκαλάκια, στὰ βαζάκια, καὶ δὲν ἔχουν οὔτε τὴν ὑγρασία οὔτε το φῶς τοῦ ἥλιου, δὲν φυτρώνουν· μένουν ἐκεῖ, κλεισμένα στὰ μπουκαλάκια. Δὲν εἶμαι, λοιπόν, ἐγὼ ὑπεύθυνος ἄν, ὅπως γεννήθηκα, κουβαλῶ αὐτὸ τὸ ντουλαπάκι μὲ αὐτά τα σπορικά. Ὑπεύθυνος θὰ εἶμαι ὅταν θὰ ἀνοίξω αὐτὸ τὸ ντουλαπάκι καὶ θὰ βγάλω ἀπὸ ἐκεῖ ἕνα ἢ περισσότερα μπουκαλάκια, δίνοντάς τους τὶς συνθῆκες νὰ φυτρώσουν, νὰ αὐξηθοῦν καὶ νὰ καρποφορήσουν τὸν κακὸ καρπό. Τότε εἶμαι ἀναμφισβήτητα ὑπεύθυνος. Τὸ νὰ λέω, ὅμως, στὸν Θεὸ ὅτι κουβαλῶ αὐτὸ τὸ ντουλαπάκι μὲ ὅλα τὰ σπορικά, τότε, ὦ τότε δὲν εἶναι εἰλικρινής. Νὰ λέω ὅτι "δὲν ἔχω τίποτε", σημαίνει πὼς δὲν εἶμαι εἰλικρινής. Θὰ πῶ στὸν Θεό: "Κύριε, ἔχω τὸ ντουλαπάκι".
Σᾶς εἶχα πεῖ ἀκόμα ἕνα παράδειγμα πάνω σὲ αὐτό. Τί θὰ λέγατε; Ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει μιὰ μανία νὰ σκοτώσει ἄνθρωπο; Καὶ μόνο ποὺ τὸ ἀκοῦτε, καὶ μόνο ποὺ τὸ λέω, λέω: "Νὰ μὲ φυλάξει ὁ Θεός!". Ἄν, ὅμως, βρεθοῦμε κάτω ἀπὸ ὁρισμένες συνθῆκες, τί μποροῦμε νὰ πάθουμε!
Μιὰ μέρα κοιτοῦσα ἐδῶ ἔξω, ἀπὸ τὸ τεῖχος τῆς μονῆς μας. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι τώρα τὸ καμπαναριό, ὑπῆρχε μία καταχύστρα. Τί ἦταν αὐτό; Ἦταν ἁπλῶς ἕνα κτίσμα ἀπὸ ὅπου οἱ μοναχοὶ ἔριχναν βραστὸ λάδι, γιὰ νὰ ζεματιστοὺν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦσαν νὰ παραβιάσουν τὴν πύλη τῆς μονῆς. Καὶ πεῖτε μου, σᾶς παρακαλῶ, στὴν προσπάθεια τῶν μοναχῶν νὰ ἀμυνθοῦν ἀπὸ μέσα, ὅταν ἔρχονται κουρσάροι κ.λπ., ὑπάρχει περίπτωση κάποιος κουρσάρος νὰ σκοτωθεῖ; Ἀσφαλῶς ναί. Τότε, μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ κάθε μοναχοῦ, τί ἔγινε; Βγῆκε τὸ μπουκαλάκι μὲ τὰ σπόρια τῆς φονικῆς διαθέσεως.
Γι' αὐτὸ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λέμε ὅτι: "Ἐγὼ δὲν ἔχω αὐτὸ τὸ ντουλαπάκι". Τὸ ἔχω, τὸ ἔχω! Ἔχω ὅλων των λογιῶν τὰ ἁμαρτήματα, μόνο ποὺ δὲν τὰ καλλιεργῶ καὶ δὲν μοῦ ἔχουν γίνει πάθη. Ἂν ὅμως αὐτὰ ἀφυπνιστοῦν, δὲν ξέρουμε, ἀγαπητοί μου, τί μποροῦμε νὰ κάνουμε. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ κατηγοροῦμε ἕναν ἄνθρωπο γιὰ μιά του ἐνέργεια. Τότε, ἂν προσευχηθῶ στὸν Θεὸ κάτω ἀπὸ τέτοιες καταστάσεις ποὺ σᾶς εἶπα, σᾶς εἶπα τὸ λιγότερο, ὅτι δὲν θὰ πραγματώσω καμία ἁμαρτία. Ἀλλὰ ἡ ταπείνωση εἶναι τὸ καλύτερο φάρμακο καὶ ἡ διάλυση —ἀκοῦστε τὸ αὐτὸ— κάθε ψυχολογικοῦ συμπλέγματος.
Τί εἶναι τὰ συμπλέγματα; Εἶναι ἕνα δικτυωτὸ μέσα στὸ ὁποῖο περιπλέκεται ἡ ψυχὴ· αὐτὸ εἶναι τὸ σύμπλεγμα. Ἀκούσατε πῶς τὸ λέει ἡ λέξη: "σύμπλεγμα". Ἕνα δικτυωτό, ἕνα δίχτυ εἶναι, μέσα στὸ ὁποῖο περιπλέκεται ἡ ψυχὴ καί, στὴν προσπάθειά της νὰ βγεῖ, τόσο περισσότερο μπλέκει. Ὅπως τὰ ψάρια, τὴν ὥρα ποὺ τὸ δίχτυ σέρνεται ἢ σύρεται στὴν παραλία· βλέπουμε τὰ ψάρια ὅτι ἔχουνε μπερδευτεῖ ἐκεῖ μέσα στὸ δίχτυ καὶ δὲν μποροῦν νὰ φύγουν. Καὶ ὅσο ἀποπειρῶνται, τόσο περισσότερο μπερδεύονται. Αὐτό, παρακαλῶ, εἶναι τὸ σύμπλεγμα ποὺ ὑπάρχει μέσα μας, τὸ ὁποιοδήποτε σύμπλεγμα. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔχουμε ταπείνωση νὰ ἀποδεχθοῦμε ποιοί εἴμαστε, δὲν μπαίνουμε στὴν περιπέτεια αὐτῆς τῆς συμπλεγματικῆς, κομπλεξικῆς, ἂν τὸ θέλετε μὲ ξένον ὅρο, καταστάσεως. Καὶ τότε δὲν ἔχουμε ἀνάγκη ποτέ, μὰ ποτέ, νὰ καταλήξουμε σὲ γιατρό.
Ἐγὼ θὰ σᾶς ἔλεγα, ὁ ψυχωτικὸς ἄνθρωπος —ἐπαναλαμβάνω γιὰ δεύτερη καὶ τρίτη φορὰ— εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀποδέχεται τὴν κατάστασή του. Γιὰ λόγους ἀξιοπρέπειας, ἀνδρισμοῦ, δὲν ξέρω τί ἄλλο. Ὁ ψυχωτικὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ μόνο μέσα σὲ πέντε λεπτά, ὅταν ἀποδεχθεῖ αὐτὸ ποὺ εἶναι. Συνήθως μὲ τοὺς ψυχωτικοὺς δὲν μποροῦμε νὰ συνεργαστοῦμε. Τοῦ λές: "Φίλε μου, αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασή σου", ἀλλὰ ἔχει κολλήσει ἐκεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ξεκολλήσει. Ἂν μποροῦσε νὰ συνεργαστεῖ μαζί μας καὶ νὰ κατανοήσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο τοῦ λέμε, σᾶς βεβαιώνω, σὲ πέντε λεπτὰ θὰ εἶχε θεραπευτεῖ.