†. Ἐδῶ θὰ ἤθελα λίγο νὰ προσέξετε, γιατί ὁπωσδήποτε θὰ δεῖτε μερικὰ σπουδαῖα σημεῖα. Μπορεῖ λίγο νὰ εἶναι κάπως δύσκολα, ἀλλὰ ἐγὼ ξέρω ὅτι ἀντιλαμβάνεστε πολὺ καλὰ ὅλα αὐτά, γιατί πιὰ ἔχετε τριβὴ στὸ νὰ ἀκοῦτε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καί, συνεπῶς, πιστεύω πάντοτε ὅτι ἀντιλαμβάνεστε. Τὸ δεύτερο ἡμιστίχιο τοῦ χωρίου λέει: «και ἰσχυρότερά σου μὴ ἐξέταζε». Σείρ. 3, 21 Μὴν ἐξετάζεις πράγματα ποὺ εἶναι πιὸ δυνατὰ ἀπὸ σένα. Σὲ αὐτὸ τὸ ἡμιστίχιο θὰ μπορούσαμε, ἀγαπητοί μου, νὰ ποῦμε πολλά, μὰ πολλά. Ἀλλὰ ὅταν ὁ ἱερὸς συγγραφέας ἔγραφε ὄχι αὐτὸν τὸν στίχο, ἀλλὰ ὅλη αὐτή την περικόπη γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε τώρα... Ποιά περικόπη; Περὶ ταπεινοφροσύνης, τὰ προηγούμενα χωρία ποὺ ἔχουμε πεῖ καὶ τὰ ἑπόμενα ποὺ θὰ ποῦμε, πρῶτα ὁ Θεός.
Ὅταν τὰ ἔγραφε αὐτά, ἐννοοῦσε τὴν περιέργεια τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἀκόμα καὶ τὴ φαντασιοπληξία ἐκείνων τῶν ἰουδαϊκῶν ἀπόκρυφων βιβλίων γιὰ τὴν Καμπάλα (δηλαδὴ τὴ μαγεία). Τὴν «Καββάλα» τὴ γράφουμε μὲ δύο «β» ἢ «Καμπάλα», ὅπως τὴ λένε οἱ Ἑβραῖοι, γιὰ τὴ μαγεία καὶ γιὰ τὴ θεοσοφία. Ἀκόμα ἐννοοῦσε ὁ ἱερὸς συγγραφέας· εἶναι τοῦ δευτέρου αἰῶνος π.Χ. Ἤδη στὴν ἐποχή του ὑπῆρχε ἡ διαβόητη «Γνώση» (μὲ «Γ» κεφαλαῖο), ποὺ δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας συγκρητισμός, ἕνα συνονθύλευμα πολλῶν φιλοσοφικῶν συστημάτων καὶ θρησκευμάτων. Μέσα δὲ σὲ αὐτὰ εἶχε συμπεριληφθεῖ καὶ ὁ Ἰουδαϊσμός, καὶ μετὰ Χριστόν. Περὶ τίνος πρόκειται ὅμως ὅταν λέγει: «καὶ ἰσχυρότερά σου μὴ ἐξέταζε», ἀναφερόμενος σὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπα· εἰς τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία, εἰς τὴν καβαλιστικὴ καὶ θεοσοφιστικὴ φαντασιοπληξία τῶν ἀποκρύφων ἰουδαϊκῶν βιβλίων ἢ εἰς τὴ «Γνώση» (μὲ «Γ» κεφαλαῖο).
Λέγει τὸ Δευτερονόμιον 29, 28: «Τα κρυπτὰ Κυρίω τῷ Θεῷ ἡμῶν, τὰ δὲ φανερὰ ἡμῖν καὶ τοῖς τέκνοις ἡμῶν εἰς τὸν αἰῶνα, ποιεῖν πάντα τὰ ρήματα τοῦ νόμου τούτου». Δηλαδή, ὅ,τι κρυπτὸ ἀνήκει στὸν Κύριο· ὅ,τι φανερὸ ἀνήκει σὲ ἐμᾶς καὶ στὰ παιδιά μας. Καὶ δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ τηροῦμε ὅ,τι λέγουν οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ἕνας ψαλμικὸς στίχος, ὁ 24ος τοῦ 113α Ψαλμοῦ, λέγει τὸ ἑξῆς: «Ο οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίω, τὴν δὲ γῆν ἔδωκε τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων». Δηλαδή, ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ —δηλαδὴ αὐτὸς ὁ οὐρανὸς ἐδῶ ἀπὸ πάνω— θὰ λέγαμε κατ' ἀρχάς, ὁ οὐρανὸς ποὺ πετᾶνε τὰ πουλιά. Ὁ οὐρανὸς ποὺ ἔχουμε τὰ σύννεφα, ὁ μετεωρολογικὸς οὐρανός, καὶ ὁ οὐρανὸς ποὺ εἶναι ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, τὰ ἀστέρια, οἱ γαλαξίες κ.λπ. Δηλαδή, ὁ ἀστρονομικὸς οὐρανός. Ὅλα αὐτὰ μὲ μία λέξη τὰ λέμε οὐρανός. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ οὐρανὸς εἶχε ἕναν ἄλλο οὐρανὸ· δηλαδή, ὁ χῶρος τοῦ Θεοῦ. Ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ ἀνήκει στὸν Κύριο. Τὴν γῆ τὴν ἔδωσε στοὺς ἀνθρώπους.
Τί σημαίνουν καὶ τὰ δύο αὐτά; Ποιά εἶναι ἡ ἔννοια αὐτῶν τῶν δύο στίχων; Ὅτι ἐκεῖνα ποὺ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει ἢ ποὺ εἶναι ἀντικείμενο ἐρεύνης, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ τὰ ἐρευνήσει. Ἀντιθέτως, ὅ,τι ὁ Θεὸς δὲν ἀποκαλύπτει —δηλαδὴ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ, ἐπὶ παραδείγματι— αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀντικείμενο ἐρεύνης. Ἂν γίνεται, εἶναι μορφὴ ὑπερηφανείας. Γιατί, μὴν ξεχνᾶτε τὸ θέμα περὶ ὑπερηφανείας. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἄνθρωπος διακατέχεται ἀπὸ μιὰ δαιμονικὴ περιέργεια καὶ ὑπερηφάνεια, ἀσχολεῖται μὲ μεταφυσικὰ πράγματα γιὰ νὰ μάθει τα κεκρυμμένα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν τὰ ἀποκαλύπτει, «τὸ καλὸ τὸ παλικάρι ξέρει κι ἄλλο μονοπάτι»: «Ω Θεέ, δὲν μοῦ ἀποκαλύπτεις τὰ τοῦ οὐρανοῦ. Βέβαια, μοῦ ἀπεκάλυψες ὅ,τι μοῦ ἀπεκάλυψες, ἀλλὰ ἐγὼ θέλω περισσότερα. Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν μοῦ ἀποκαλύπτεις τὰ περισσότερα ξέρω ἄλλο δρόμο, ξέρω ἄλλο μονοπάτι· καὶ τὸ μονοπάτι αὐτὸ λέγεται μονοπάτι τῆς μαγείας, τὸ μονοπάτι τοῦ πνευματισμοῦ, τῆς θεοσοφίας, τῆς μαντικῆς καί, κατὰ κάποιον τρόπο, τῆς φιλοσοφίας καὶ τοῦ γνωστικισμοῦ. Νὰ μάθω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐσύ, ὁ Θεός, δὲν μοῦ ἀποκαλύπτεις. Δηλαδή, θὰ χρησιμοποιήσω ἄλλο ἀφεντικό, θὰ χρησιμοποιήσω τὸν διάβολο».
Αὐτὸ βεβαίως, κατ' οὐσίαν, ἔτσι εἶναι. Δὲν τὸ λένε ὅμως, οὔτε οἱ ἴδιοι θὰ ἤθελαν νὰ τὸ πιστέψουν —πλὴν ἐξαιρέσεων, πλὴν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν μαγεία, καὶ εἰς τὸν διάβολο ἢ στὸν πνευματισμὸ καὶ ὁποιαδήποτε αὐτοὶ γνωρίζουν ποιές δυνάμεις χρησιμοποιοῦν. Νὰ τὰ δοῦμε αὐτὰ ἐπί μέρους, γιατί ὅλα αὐτὰ εἶναι ὑπερηφάνεια. Ἄ, δὲν μοῦ δείχνεις, ἐγὼ θὰ χρησιμοποιήσω ἄλλο τρόπο. Πεῖτε μου, εἶναι αὐτὸ δεῖγμα ταπείνωσης; Ὅταν ζητῶ τὰ παραπάνω —διότι ἂν ἔπρεπε νὰ μοῦ τὰ πεῖ ὁ Θεός, θὰ μοῦ τὰ ἔλεγε— ἄρα, ὅταν ἐγὼ θέλω τὰ περισσότερα, εἶμαι ὑπερήφανος. Εἶναι, ὅπως σᾶς εἶπα, αὐτὴ ἡ δαιμονικὴ περιέργεια, ἡ ὑπερηφάνεια ἡ δαιμονικὴ νὰ μάθω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς δὲν μοῦ ἀποκαλύπτει. Ὅπως ἐπὶ παραδείγματι, τὸ μέλλον: Τί θὰ μοῦ συμβεῖ αὔριο, τοῦ χρόνου, τί θὰ κάνω, τί θέματα θὰ πέσουν στὶς ἐξετάσεις. Καὶ πᾶμε στὸν πνευματισμό, πᾶμε στὴ μαγεία. Ἀλλιῶς θὰ στὸ ἀπεκάλυπτε ὁ Θεὸς ἂν ἦταν ἀναγκαῖο, ἀλλὰ δὲν στὸ ἀποκαλύπτει ὁ Θεός. Ἄρα, λοιπόν, εἶσαι ὑπερήφανος.
Νὰ τὰ δοῦμε ὅμως ἐπί μέρους αὐτά, ὡς πρὸς τὴ μαγεία καὶ τὴν μαντική. Θὰ εἴχαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ νὰ γνωρίσει καὶ νὰ χειρίζεται ὑπερφυσικὲς δυνάμεις μόνο καὶ μόνο ἀπὸ μιὰ ὑπερηφάνεια. Ξέρετε, ὅταν ἐγὼ καταλάβω ὅτι ἔχω μιὰ δύναμη στὰ χέρια μου, ὅτι μπορῶ νὰ καλῶ πνεύματα, ὅτι μπορῶ νὰ ἐπιδρῶ διὰ τῆς μαγείας, αὐτὸ μὲ γοητεύει, μοῦ δίνει μιὰ ἄλλη διάσταση ἔναντι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Καὶ ἀφοῦ γοητεύει, μοῦ κολακεύει τὴν ὑπερηφάνεια καὶ μοῦ τὴν αὐξάνει. Γι' αὐτό, ἀγαπητοί μου, ὁ μάγος δὲν πάει εὔκολα νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ. Σᾶς βεβαιώνω, τόσα χρόνια ποὺ εἶμαι στὴ Λάρισα —25 χρόνια— σας βεβαιώνω, μέχρι σήμερα μάγος - μάγισσα δὲν ἦρθε οὔτε ἕνας νὰ ἐξομολογηθεῖ. Ἤρθανε πόρνοι, ἤρθανε μοιχοί, ἤρθανε φονεῖς, ἤρθανε βλάσφημοι, ἤρθανε ἄπιστοι, ἤρθανε ἄθεοι... ἦρθαν, ἦρθαν, ἐκτὸς ἀπὸ μάγους. Μιὰ φορὰ μόνο ἦρθε ἕνας, ὁ ὁποῖος μετερχόταν τὴ μαντική, κάτι εἶχε ἐκεῖ μὲ χειρομαντεῖες, καφεμαντεῖες καὶ δὲν ξέρω τί ἄλλο. Μετανόησε, ἔφυγε . Τὸν κρατοῦσα κάποιον καιρὸ καὶ μετά, ξέρω ἐγώ, τὸν ἔχασα. Δὲν ξέρω τί ἀπέγινε. Πιθανῶς ξαναγύρισε στὴν παλιά του τέχνη. Γιατί εἶναι φοβερὰ ὑπερήφανη ἔκφραση τὸ νὰ μετέρχομαι αὐτὲς τὶς ὑπερφυσικὲς δυνάμεις, τὸ νὰ τὶς κρατῶ στὰ χέρια μου. Μοῦ δίνουν ἀτοῦ στὴ ζωή. Μοῦ δίνουν, δηλαδή, ἐπιχειρήματα, μὲ κάνουν δυνατό.
Ὅπως σήμερα μαθαίνουν οἱ ἄνθρωποι... κοιτᾶξτε ποῦ φτάσαμε. Μαθαίνουν τὴν ἰαπωνικὴ πάλη μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ἀντιμετωπίζουν ἐνδεχόμενους ἐχθρούς, ἐπειδὴ ἡ ἐγκληματικότητα ἔχει αὐξηθεῖ. Λέω σὲ κάποιον νέο ποὺ εἶχα δεῖ πρὸ ἡμερῶν, καθὼς εἶδα τὰ μπράτσα του ἐδῶ πολὺ γερά —αὐτὸς ὅμως δὲν ἔκανε χειρωνακτικὴ δουλειὰ γιὰ νὰ ἔχει γερὰ μπράτσα— του λέω: «Μήπως μαθαίνεις ἰαπωνικὴ πάλη;» Μάλιστα, αὐτὸς εἶναι στὴν Ἀμερικὴ τώρα, ἔφυγε. Μοῦ λέει: «Ναί, ποῦ τὸ καταλάβατε;» Δὲν τοῦ εἶπα, βεβαίως, ἀπὸ ποῦ τὸ κατάλαβα· ἦταν πολὺ ἁπλό. Ἀλλὰ ὅταν τὸν ρώτησα «γιατί;», μοῦ λέει: «Ξέρετε, ἔχουμε πολλοὺς ἐγκληματίες καὶ πρέπει νὰ μποροῦμε νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζουμε». Δὲν ἔχουμε μάθει, ὅμως, ἐκείνη τὴν ἄλλη δύναμη ποὺ λέγεται «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», τὴ δύναμη τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ πιστεύουμε στὰ μπράτσα μας καὶ στὴν τέχνη, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ἐξουδετερεύσουμε τὸν ἄλλον, τὸν ἐγκληματία κ.λπ. Ἔτσι, ὅταν ἔχεις μιὰ δύναμη στὰ χέρια σου, δὲν τὴν ἀφήνεις εὔκολα. Πολὺ παραπάνω ὅταν αὐτὴ ἡ δύναμη εἶναι ὑπερφυσική. Γι' αὐτό σας εἶπα, δὲν μετανοεῖ ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος μετέρχεται αὐτὴν τὴν δύναμη.
Θὰ ἤθελα μόνο νὰ σᾶς πῶ κάτι, γιατί φυσικὰ ὁ σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα περὶ μαγείας ἢ μαντικῆς· ἁπλῶς μιὰ ἀναφορὰ κάνω. Νὰ σᾶς πῶ ὅτι, τελευταῖα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸν Θεὸ πάει στὰ ὑποκατάστατα πίστεως. Διότι ὅταν ἀφήσεις τὸ γνήσιο, πᾶς στὰ ὑποκατάστατά του· εἶναι πάρα πολὺ φυσικό. Ἀφήνεις τὴ γνήσια χαρά, πηγαίνεις στὰ ὑποκατάστατά της. Ἀφήνεις τὸν Θεό, πηγαίνεις σὲ ὑποκατάστατα πίστεως. Ὅπως τὸ νὰ πιστεύεις στὸ πέταλο, στὴν κρεμμύδα, στὴν μπλὲ χάντρα καὶ ἄλλα πολλά. Ἢ νὰ πιστεύεις στὴ μαντικὴ καὶ στὴ μαγεία καὶ οὕτω καθ' ἑξῆς, στοὺς δαίμονες κ.λπ. Ἔτσι ἡ ἐποχή μας, ἐπειδὴ ἔχει φύγει ἀπὸ τὸν Θεό, γι' αὐτὸ ἐπιδίδεται σὲ στοιχεῖα τοῦ κύκλου τῆς μαγείας. Ὅπως εἶναι κυρίως ἡ μαντικὴ τέχνη· ὅπως εἶναι το νὰ κοιτάζεις τὶς γραμμὲς τοῦ χεριοῦ, ἡ γνωστὴ χειρομαντεία, ἢ νὰ κοιτάζεις τὸ φλιτζάνι τοῦ καφὲ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ μαντεύεις, ἢ ἀκόμη νὰ ἀσκεῖς την κλειδομαντεία, βάζουνε μέσα στὴν Σύνοψη ἢ στὸ Εὐαγγέλιο ἕνα κλειδί, καὶ ἀπὸ τὸ κλειδὶ γυρίζει· πράγματι γυρίζει, καὶ βάζεις ἐσὺ σημάδι γιὰ νὰ πάρεις τὴν ἀπάντηση καὶ οὕτω καθ' ἑξῆς.
Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν μαντική, χρησιμοποιεῖται καὶ ὁ πνευματισμός. Καὶ ἂν θέλετε, ἂν κάνετε τὴν παρατήρηση σὲ αὐτοὺς ποὺ μετέρχονται αὐτά, σοῦ λέγουν ὅτι: «Ἁπλῶς παίζουμε, ἔ, παίζουμε». Τὸ πολὺ φοβερὸ εἶναι ὅτι αὐτὰ ἔχουν διαδοθεῖ εἰς τὸν κόσμο τῶν παιδιῶν μας. Δηλαδή, εἰς τὴν σπουδάζουσα καὶ μαθητιῶσα νεολαία. Στὰ παιδιά, ἀγόρια καὶ κορίτσια, καὶ τοῦ Λυκείου καὶ τῶν ἀνωτάτων σχολῶν· ἀπὸ ΚΑΤΕΕ, Πανεπιστήμιο κ.λπ. Δηλαδή, παιδιὰ ἄνω τῶν 18 χρονῶν. Ἔτσι, ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ τὸ πῶ, ὅταν τοὺς πεῖς «πῶς» ἢ «γιατί;», σοῦ ἀπαντοῦν: «Ἔτσι, ἀπὸ πλάκα τὸ κάνουμε». Ἀκοῦστε λοιπὸν μιὰ τέτοια. Βάζω, βέβαια, τὴ λέξη ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, γιατί δὲν μιλάω ἔτσι. Ἂς δοῦμε, λοιπόν, μιὰ τέτοια «πλάκα» ποὺ τελευταῖα μοῦ διηγήθηκε ἕνα πρόσωπο. Ἀκοῦστε. Εἶναι μιὰ παρέα φοιτητὲς καί, ἀπὸ πλάκα, λένε: «Δὲν ρωτᾶμε γιὰ ἕνα θέμα; Νὰ καλέσουμε ἕνα πνεῦμα καὶ νὰ ρωτήσουμε γιὰ ἕνα θέμα;» Τί ἔκαναν λοιπόν, ἀκοῦστε νὰ δεῖτε. Ἀξίζει νὰ σᾶς τὸ διηγηθῶ. Πῆραν τὰ 24 γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου, γραμμένα κάπως μεγάλα σὲ 24 χαρτάκια ἢ καρτάκια, καὶ τὰ ἔβαλαν γύρω γύρω σὲ ἕναν κύκλο, ἀπὸ τὸ Α ἕως τὸ Ω. Αὐτὰ γίνονται ἐπάνω σὲ ἕνα τραπεζάκι. Στὸ κέντρο ἔβαλαν ἕνα ποτήρι. Ἄδειο τὸ ποτήρι. Ὅλοι ἀκούμπησαν τὰ δάκτυλά τους ἐπάνω στὸ ποτήρι. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς αἰσθάνθηκαν μιὰ ζέστη παράξενη στὸ χέρι τους· ἄλλοι δὲν αἰσθάνθηκαν τίποτα. Τὸ πρόσωπο ποὺ μοῦ τὰ ἔλεγε αὐτά, μιὰ κοπέλα, αὐτὴ ἦταν ἡ κυρίως αἰτία νὰ γίνει ὅ,τι ἔγινε παρακάτω. Αὐτὴ εἶχε αὐτὴν τὴ δαιμονικὴ ἱκανότητα. Δηλαδή, θὰ λέγαμε, οἱ δαίμονες αὐτὴν χρησιμοποίησαν, κυρίως αὐτήν.
Τὸ ποτήρι ἄρχισε νὰ κουνιέται μόνο του. Τὰ δάκτυλα οὔτε κἂν τὰ ἀκούμπησαν ἐπάνω στὸ ποτήρι, ὅπως μοῦ εἶπε· ἁπλῶς ἀπὸ πάνω τα ἔβαλαν. Τὸ ποτήρι ἄρχισε νὰ κουνιέται μόνο του. Καὶ ρωτοῦν: «Εἶσαι πνεῦμα ἀγαθὸ ἢ πονηρό;» Καὶ τὸ ποτήρι ἀρχίζει νὰ φεύγει ἀπὸ τὸ κέντρο μόνο του καὶ νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ γράμματα τῆς περιφέρειας. Διότι ἡ ἐρώτηση ἦταν σαφής: «Εἶσαι ἀγαθό;» Καὶ πῆγε πρῶτα στὸ Ν, μετὰ στὸ Ἄ, καὶ μετὰ στὸ Ι. Δηλαδή, «ΝΑΙ». Καὶ μάλιστα, ὅπως μοῦ εἶπε τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο, ὀρθογραφημένα· ὄχι ἀνορθόγραφα, δηλαδὴ μὲ «αἱ». Τὸ ποτήρι κουνιόταν μόνο του μπροστὰ στὰ ἔκπληκτα μάτια ὀκτὼ φοιτητῶν. Κατόπιν, ξαναρωτοῦν: «Εἶσαι πονηρὸ πνεῦμα ἢ ἀγαθό; Ἀπάντησέ μας, εἶσαι πονηρὸ πνεῦμα;» Καὶ ἀπαντάει τώρα ὅτι εἶναι πονηρό. Πότε, ὅμως, ἔλεγε τὴν ἀλήθεια; Πότε; Προφανῶς, ἔλεγε τὴ δεύτερη φορὰ τὴν ἀλήθεια. Διότι στὸν πνευματισμὸ ἔχουμε πνευματιστικὴ συνεδρίαση —ἔτσι λέγεται αὐτό, πνευματιστικὴ συνεδρίαση— καὶ ἔχουμε ψεύδη ἐπὶ ψευδῶν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔχουμε φαινόμενα ποὺ καταπλήσσουν τοὺς παρευρισκομένους, καὶ ἀρχίζει τὸ ποτήρι νὰ κινεῖται μὲ τέτοια δύναμη μέσα στὸν κύκλο ποὺ ἄρχισαν νὰ τρομάζουν οἱ ἴδιοι. Δὲν ἤξεραν πῶς νὰ τὸ καθησυχάσουν. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀγαπητοὶ μοῦ —ἤτανε μιὰ φοιτήτρια, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἔβλεπε κουτὰ ἴσως, δὲν ξέρω πῶς, γελοῦσε, διαρκῶς γελοῦσε. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀκούμπησε καὶ αὐτὴ στὸ τραπέζι καὶ δέχεται, κατὰ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ποτήρι κινήθηκε πρὸς τὸ μέρος της, ἕνα τέτοιο κλότσημα —χωρὶς τὸ ποτήρι νὰ φύγει ἀπὸ τὸν κύκλο— ἕνα τέτοιο κλότσημα, ὥστε πετάχτηκε πρὸς τὰ πίσω, ὅπου ὑπῆρχε ἕνα κρεβάτι. Ἔβγαλε μιὰ κραυγὴ τρόμου καὶ ἔπεσε λιπόθυμη στὸ κρεβάτι. Ὅταν τὴν συνέφεραν, τῆς εἶπαν τί αἰσθάνθηκε. Λέει: «Δὲν ξέρω, μιὰ φοβερὴ δύναμη ἦρθε καὶ ἔπεσε ἐδῶ ἐπάνω στὸ στῆθος μου καὶ μετὰ ἔχασα τὶς αἰσθήσεις μου, δὲν ξέρω». Ἐγὼ τώρα ἀπαντῶ στὴν κοπέλα ποὺ μοῦ τὰ λέει: «Αὐτὴ ἡ φιλενάδα σου εἶναι ἕτοιμη νὰ δαιμονιστεῖ. Ὑπόκειται στὴ δαιμονικὴ ἐνέργεια». Τὸ βράδυ, ἐκείνη ἡ ὁποία εἶχε τὴν πνευματιστικὴ ἱκανότητα ἔμεινε μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή της, καὶ ἀρχίζουν τώρα πνευματιστικὰ φαινόμενα μέσα στὸ σπίτι. Μιὰ πολυθρόνα κινεῖται μόνη της μέσα στὸ δωμάτιο. Τὶς ἔπιασε σύγκρυο μόλις τὴν εἶδαν. Ἀκοῦνε ἔξω στὸ διαμέρισμα νὰ ἀνοίγει μὲ κλειδὶ ἡ πόρτα, νὰ περπατάει ἕνας ἄνθρωπος μὲ τὰ παπούτσια του, ἀλλὰ ἄνθρωπο δὲν εἶδαν, καὶ ἡ πόρτα ἦταν κλειδωμένη. Δὲν μποροῦσαν νὰ μείνουν πλέον μέσα στὸ σπίτι. Δύο ἡ ὥρα τὴ νύχτα ντύθηκαν καὶ ἔφυγαν. Ἐκάλεσαν τὴν ἑπομένη ἱερέα γιὰ νὰ τοὺς κάνει ἁγιασμό. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι δὲν ἦταν καὶ πάρα πολὺ ἀστεῖο τὸ παιχνίδι. Ἦταν ἕνα πάρα πολὺ ἐπικίνδυνο τὸ παιχνίδι αὐτό. Καὶ σπεύδω νὰ σᾶς πῶ καὶ σᾶς βεβαιώνω, ἀγαπητοί μου γι' αὐτό, ὅτι τὸ θέμα τοῦ πνευματισμοῦ, "ἔτσι γιὰ πλάκα", στοὺς φοιτητές, καὶ εἰς τοὺς μαθητὲς τῶν λυκείων, ἴσως καὶ τῶν γυμνασίων, –δὲν μοῦ ἔτυχε τῶν γυμνασίων–, σᾶς βεβαιώνω εἶναι διάχυτο. Δηλαδή, κινδυνεύουν τὰ παιδιά μας· καὶ ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀσχολεῖται μὲ αὐτά, τότε εἶναι ἔκθετος μὲ πολὺ εὐκολία εἰς τὸν δαιμονισμό.
Ἔχουμε ὅμως καὶ τὸν γνωστικισμό, καὶ αὐτὸς εἶναι στὸν κύκλο τῆς μαγείας, κατὰ κάποιον τρόπο. Ἤ, ἂν θέλετε, στὸν κύκλο τῆς φιλοσοφίας. Γιατί πρέπει νὰ ἔρθουμε καὶ εἰς τὸν χῶρο τῆς φιλοσοφίας. Θυμᾶστε, δύο φορὲς τὸν χειμῶνα —τὴν Ἄνοιξη συγκεκριμένα— σᾶς εἶχα μιλήσει στὴ Λάρισα, ἐξ ἀφορμῆς κάποιων προσκλήσεων
ποὺ ἔκαναν στὴν πόλη, νὰ βρεθοῦν ἄνθρωποι ἐκεῖ γιὰ νὰ παρακολουθήσουν κάποιες διαλέξεις γνωστικιστικοῦ περιεχομένου. Αὐτοί, ἀγαπητοί μου, ἔχουν ἐνοικιάσει ἕνα σπίτι, τὸ ὁποῖο ὀνόμασαν «Γνωστικὸ Κέντρο Λαρίσης», καὶ βεβαίως βρέθηκαν Λαρισαῖοι νὰ πᾶνε. Εἶναι καμιὰ δεκαπενταριὰ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι φοιτοῦν, τοὐλάχιστον σὲ ἕνα γκρούπ, σὲ μιὰ ὁμάδα. Τώρα, ἂν εἶναι περισσότεροι, δὲν ξέρω. Ἕνα ἄλλο πρόσωπο ποὺ πῆγε ἐκεῖ μοῦ ἔλεγε τί κάνουν. Δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο παρὰ ὅ,τι κάνει περίπου καὶ ὁ Βουδισμός. Καὶ αὐτοί, λέει, ἔχουν ἕνα ποτήρι στὴ μέση, σὲ ἕνα τραπέζι, καὶ τὸ βλέπουν· ἐπὶ ἕνα τέταρτο τὸ κοιτάζουν γιὰ νὰ συγκεντρώνουν τὴ σκέψη τους, καὶ ἄλλα πολλὰ συναφῆ. Καὶ ὅτι ὅταν ἔτσι καλλιεργηθεῖ ὁ ἄνθρωπος, τότε γίνεται «φωτισμένος» —δηλαδὴ δαιμονισμένος— καὶ τότε λύνονται ὅλα τὰ προβλήματά του. Μάλιστα, τὸ πρόσωπο αὐτὸ ἤθελε νὰ παντρευτεῖ καὶ ἔλεγε: «Πῶς θὰ λυθεῖ τώρα τὸ πρόβλημά μου;». Θὰ λυθεῖ.
Εἶναι ἀκριβῶς ὅ,τι συμβαίνει μὲ τὰ ναρκωτικά. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὸ μυαλό του σωστό, βεβαίως τὰ προβλήματά του ἐκκρεμοῦν. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ παίρνει ναρκωτικὰ καὶ ζεῖ στοὺς παραδείσους, βεβαίως τὰ προβλήματά του εἶναι λυμένα. Ἀλλὰ εἶναι, ὅμως, ψεύτικα λυμένα· δὲν εἶναι σωστά. Δὲν σημαίνει, λοιπόν, ὅτι τὰ προβλήματα αὐτὰ λύνονται πραγματικά. Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπασχολοῦνται σὲ κάποια πράγματα, ποὺ δὲν τοὺς μένει ἡ δυνατότητα νὰ ἀντιληφθοῦν τὰ προβλήματά τους. Νὰ τὸ ἔχετε ὑπόψη σας, νὰ προσέξετε, νὰ τὸ πεῖτε καὶ σὲ ἄλλους. Κανεὶς νὰ μὴν παρασυρθεῖ καὶ βρεθεῖ σὲ αὐτὰ τὰ ὄντως σατανικὰ κέντρα. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας πολέμησαν μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς τοὺς αὐτοὺς αὐτόν τον γνωστικισμό. Μάλιστα αὐτοί [ἐνν. οἱ σύγχρονοι] ἔχουν καὶ τὸν τίτλο τῶν ἀρχαίων γνωστικῶν κέντρων Λαρίσης. Προσοχὴ λοιπόν.
Ἀλλά, ὅπως σᾶς εἶπα, στὸ θέμα τῆς φιλοσοφίας θὰ εἶχα κάτι νὰ πῶ, γιατί δὲν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαβάζουν φιλοσοφικὰ βιβλία. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς πῶ ὅτι, ἐὰν ἡ φιλοσοφία ἀσχολεῖται μὲ γήινες πραγματικότητες —ὅπως εἶναι ἡ φιλοσοφία τῶν ἐπιστημῶν, τῶν μαθηματικῶν, τῆς τέχνης, τῆς ἱστορίας— τότε δὲν ἔχει τίποτα νὰ βλάψει αὐτό. Βέβαια δὲν ἔχει τίποτα, ἀλλὰ θέλει προσοχή. Κάνει μιὰ ἑρμηνεία αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἐὰν ἡ φιλοσοφία ἀσχολεῖται μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ φύση του —τὸ τί εἶναι δηλαδὴ— καὶ τὸν προορισμό του, τότε... Ἐὰν βρισκόμασταν πρὸ Χριστοῦ, ὅπως ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἀνθρωπολογικὸ πρόβλημα ὁ Σωκράτης, τότε εἶναι ἀξιέπαινα τὰ πράγματα, πολὺ ἀξιέπαινα. Παίρνει ἐκεῖνον τὸ "γνῶθι σαὐτὸν" τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν ὁ Σωκράτης καὶ τὸ κάνει βάση τῆς ἀνθρωπολογικῆς φιλοσοφίας του. Ἀλλὰ μετὰ Χριστόν, αὐτὴ τὴ γνώση γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἔχουμε. Ξέρουμε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ποιά εἶναι ἡ οὐσία του; Ὕλη καὶ πνεῦμα. Ποιά εἶναι ἡ φύση του; "Κατ' εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ. Ὁ προορισμός του; Νὰ ὁμοιάσει μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ θεωθεῖ. Τὰ ξέρω, λοιπόν. Ποιός εἶμαι, ἀπὸ τί συνίσταμαι δηλαδή, καὶ ποιός εἶναι ὁ προορισμός μου. Θὰ τὸ πῶ ἄλλη μιὰ φορά: εἶμαι ψυχὴ καὶ σῶμα· θὰ ξαναβρεθῶ μὲ τὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἡνωμένος καὶ στὰ δύο, ψυχὴ καὶ σῶμα, συνεπῶς πλήρης καὶ ὁλόκληρος, καὶ εἶμαι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγωνίζομαι νὰ ὁμοιωθῶ μὲ τὸν Θεό, νὰ ζήσω στὴ Βασιλεία Του. Δηλαδὴ νὰ θεωθώ, νὰ εἶμαι αἰωνίως μαζί Του. Αὐτὸ εἶναι ὁλόκληρο τὸ ἀνθρωπολογικὸ πρόβλημα.
Μετὰ Χριστὸν λοιπόν, ἀφοῦ ἔχω τὸ Εὐαγγέλιο, ἀφοῦ ἔχω τὴν Ἀποκάλυψη, τὸ νὰ τρέχω τώρα σὲ φιλοσοφικὰ συστήματα, ὅπως τοῦ ὑπαρξισμοῦ καὶ δὲν ξέρω ποιά ἄλλα, γιὰ νὰ μάθω ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὄχι μόνο εἶναι περιττό, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνο. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν τὴν νοημοσύνη σας, νὰ τὸ προσέξετε αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἐὰν κάποιος θὰ ἔλεγε ὄχι, ἀπὸ τοὺς ἀκροατὲς τώρα ποὺ μὲ ἀκοῦτε, «ὄχι, ἐγὼ θὰ διαβάσω», αὐτὸ εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια τῆς διάνοιας. Γιατί, μὴν ξεχνᾶτε, μιλᾶμε γιὰ τὸ θέμα της ὑπερηφανίας.
Ἡ ἐπιστήμη· στὸν χῶρο τῆς ἐπιστήμης. Ἡ ἐπιστήμη δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους. Λέγει τὸ ἴδιο τὸ βιβλίο τῆς Σοφίας Σειρὰχ (38, 6): «και αὐτὸς (ὁ Θεὸς δηλαδὴ )ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ». Εντούτοις, καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἕνας κίνδυνος στὴν ἐπιστήμη, διότι ἡ ἐπιστήμη δὲν συμφέρει ἀπεριόριστα εἰς τὸν ἄνθρωπο. Πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε αὐτὸ τὸ σημεῖο. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιστήμη ἀσκεῖ μιὰ μαγεία, μὲ τὸν τρόπο της. Καὶ μαγεύει τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ δίνει τὴν αἴσθηση ὅτι κρατάει τοὺς κεραυνοὺς τοῦ Διός. Βρὲ φτωχὲ ἄνθρωπε, βρὲ φτωχὲ ἄνθρωπε! Τί κρατᾶς στὰ χέρια σου; Πυρηνικὴ ἐνέργεια. Τί κρατᾶς στὰ χέρια σου; Νὰ τὴν ἐξαπολύσεις ἐναντίον τῶν ἄλλων. Εἶναι, λοιπὸν ὑπερηφάνεια. Ἂς προσέξουμε. Θὰ μπορούσαμε νὰ λέγαμε ὅτι ἡ ἐπιστήμη στὰ χέρια τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἦταν ἀπεριόριστη, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ἔκανε καλὴ χρήση του κατ' εἰκόνα· δηλαδή, τῆς λογικῆς του καὶ τῆς ἐλευθερίας του. Ξέρετε τί σημαίνει αὐτὸ ποὺ λέω τώρα· ξέρετε πόσο μπορεῖ αὐτὸ νὰ ἀναλυθεῖ καὶ τί μπορεῖ νὰ ὑποτεθεῖ; Ἂν κάνει καλὴ χρήση του κατ' εἰκόνα —δηλαδὴ τῆς λογικῆς του καὶ τῆς ἐλευθερίας του— καὶ ὅταν εἶναι ἅγιος, τότε μπορεῖ βεβαίως νὰ ἔχει στὰ χέρια του ἀπεριόριστα τὴν ἐπιστήμη. Δὲν κινδυνεύει. Ἀλλὰ εἶναι ὁ πεπτωκὼς ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ ξεπεσμένος ἄνθρωπος. Καὶ ὁ ἄνθρωπος κάνει κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας. Κακὴ χρήση τοῦ λογικοῦ. Καὶ δὲν εἶναι ἅγιος. Συνεπῶς, ἡ ἐπιστήμη στὰ χέρια του καταντᾶ ἕνα ἐπικίνδυνο παιχνίδι. Δὲν μποροῦμε ἀπεριόριστα νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ αὐτή, διότι φτάνουμε στὸ τέλος νὰ ἔχουμε μιὰ αὐτοκαταστροφὴ· καὶ ψυχῆς καὶ σώματος. Σήμερα πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δέχονται μὲ ὑπερηφάνεια τὴν ἐπιστήμη, τί αὐτὴ θὰ λύσει ὅλα τὰ προβλήματα.
Ἢ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη πῶς ἔκανε σήμερα τὴ ζωή μας; Θὰ μοῦ πεῖτε: «εὔκολη καὶ δύσκολη». Θὰ μοῦ πεῖτε: «βρῆκε καὶ τί δὲν βρῆκε». Ναί, ἀλλὰ καὶ ποῦ μᾶς ἔριξε ὅμως. Θὰ μοῦ πεῖτε: «καθαρίζει τὸ νερό». Ναί, ἀλλὰ καὶ τί πίνουμε ὅμως. Θὰ μοῦ πεῖτε: «καθαρίζει τὸν ἀέρα». Ναί, ἀλλὰ καὶ τί ἀναπνέουμε ὅμως. Δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἀγαπητοί μου, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀβασάνιστα πράγματα καὶ ὅτι ἀπεριόριστα μποροῦμε νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε. Γιατί; Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνώριμος. Θυμηθεῖτε μόνο τὶς σύγχρονες ἐπιστημονικὲς ἐπιτεύξεις, μπροστὰ στὶς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος κυριολεκτικὰ τρομοκρατεῖται. Ἐὰν γίνει πυρηνικὸς πόλεμος —πόσες φορές σας τὸ ἔχω πεῖ αὐτὸ— τί θὰ γίνει; Διάβαζα ὅτι στὴν Ἀθήνα ἀρχίζουν τὰ πρῶτα πυρηνικὰ καταφύγια. Ἀλλὰ αὐτοί, λέει, οἱ ὁποῖοι θὰ πᾶνε στὰ πυρηνικὰ καταφύγια, τώρα ποὺ χτίζονται καινούργιες πολυκατοικίες, οἱ ὁποῖες κοστίζουν. Μοῦ φαίνεται πὼς τὸ ἕνα καταφύγιο —γιὰ μιὰ οἰκογένεια, ἐννοεῖται, ἐκεῖ μέσα— κοστίζει δέκα χιλιάδες δολάρια, ἂν καλῶς θυμᾶμαι. Δηλαδή, ὁ καθένας δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ἕνα καταφύγιο μὲ τόσα χρήματα. Καὶ βέβαια, θὰ ζήσουν αὐτοὶ μόνο μερικὲς μέρες περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι θὰ ζήσουν οἱ ἄλλοι ποὺ θὰ ἔχουν πεθάνει. Εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν νὰ μὴν μᾶς τρομοκρατοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα; Μᾶς τρομοκρατοῦν. Γι' αὐτὸν τὸ λόγο λέγει ἡ Ἁγία Γραφή: «ἃ προσετάγη σοι, ταῦτα διανοοῦ, οὐ γὰρ ἐστὶ σοὶ χρεία τῶν κρυπτῶν.» Σόφ. Σείρ. 3,22 εἶναι τὸ ἑπόμενο χωρίο. Ἐκεῖνα ποὺ προστάχθηκες ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτὰ νὰ σκέπτεσαι. Διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη γιὰ τὰ κρυπτὰ τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὰ κρυπτὰ πράγματα. Αὐτὰ ἄστα. Διότι, ἂν ἀσχοληθεῖς μὲ αὐτά, στὸ τέλος θὰ εἶναι ἡ δική σου ἡ καταστροφή.