†. [...] Καὶ λέγει τότε ὁ Σαοὺλ εἰς τὸν δοῦλο του: Νὰ πᾶμε, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε τίποτα νὰ τοῦ δώσουμε. «καὶ ἰδοὺ πορευσόμεθα, καὶ τὶ οἴσομεν τῷ ἀνθρὼπῳ τοῦ Θεοῦ; ὅτι οἱ ἄρτοι ἐκλελοίπασιν ἐκ τῶν ἀγγείων ἡμῶν, καὶ πλεῖον οὐκ ἔστι μεθ᾿ ἡμῶν εἰσενεγκεῖν τῷ ἀνθρὼπῳ τοῦ Θεοῦ τὸ ὑπάρχον ἡμῖν.» Α Βάσ.9, 7 λίγο ψωμὶ ποὺ εἴχαμε μαζί μας, μᾶς τελείωσε κι αὐτό. Δὲν ἔχουμε τίποτα, νὰ πᾶμε ἀλλὰ τί θὰ τοῦ δώσουμε;
Ἐδῶ ὑπάρχει μιὰ ἀντίληψις ὅτι ἔπρεπε εἰς τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ δώσουνε κάτι. Ἀπὸ ποῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀντίληψις; Θὰ δοῦμε ἀπὸ τὴ συνέχεια τῆς ἱστορίας ὅτι ὄχι μόνο δὲν ἔδωσαν τίποτα εἰς τὸν Σαμουήλ –γιατί δὲν εἶχαν– ἀλλά, ἀντιθέτως, πῆραν. Καὶ πῆραν μιὰ ἐξαιρετικὴ φιλοφρόνηση καὶ φιλοξενία. Ἐξαιρετική! Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, ὅτι γιὰ νὰ ἐπισκεφτοῦμε τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ μᾶς ἐξυπηρετήσει σὲ κάτι πρέπει νὰ τὸν πληρώσουμε. Ἐγὼ θὰ ἔλεγα ὅτι ὑπάρχει, βεβαίως, κάποιος λόγος ποὺ εἶναι ἁγιογραφικὸς καὶ ὁ ὁποῖος λόγος ἔχει τὴ θέση του. Ἀλλὰ πέραν αὐτῶν τῶν λόγων, φοβᾶμαι ὅτι ἔχει δημιουργηθεῖ μιὰ παρανόηση καὶ μιὰ ἐκμετάλλευση τῶν πραγμάτων.
Εἶναι τὸ ἑξῆς· λέγει ὁ Παλαιὸς Νόμος (τὸ λέγει ὁ Θεός): «οὐκ ὀφθὴσῃ ἐνώπιόν μου κενός» Δευτ. 16, 16 / Ἔξ. 23, 15 – 34, 20 "Δὲν θὰ ἐμφανιστεῖς στὶς αὐλές μου –ἐδῶ εἰς τὸν ναό– μὲ ἄδεια χέρια". Δηλαδή, πάντοτε κάτι θὰ ἔχεις. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἕνας ἄνθρωπος, ὅταν δὲν ἔχει στὴν τσέπη του χρήματα, δὲν πάει νὰ προσκυνήσει στὸ ναό, γιατί δὲν ἔχει νὰ ἀνάψει τὸ κερί. Αὐτό, ἔχει σᾶς εἶπα τὴν προέλευσή του ἀπὸ αὐτὸ ποὺ λέει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη. Ἀλλὰ ἐὰν γιὰ μιὰ στιγμή, βρεθεῖς καὶ δὲν ἔχεις τίποτα, ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν ἔχεις τίποτα, δὲν θὰ μπεῖς νὰ προσκυνήσεις; Εἶναι ἀδιανόητο. Ἤ, ἂν εἶσαι φτωχὸς ἄνθρωπος —νὰ ἔρθω στὴν δική μας πραγματικότητα, στὴν Καινὴ Διαθήκη— ἂν εἶσαι φτωχὸς ἄνθρωπος, δὲν θὰ πᾶς νὰ προσκυνήσεις ἢ νὰ λειτουργηθεῖς ἐπειδὴ δὲν ἔχεις νὰ ἀνάψεις ἕνα κερί; Σᾶς παρακαλῶ, βλέπετε ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει μιὰ παρανόηση.
Ἢ ἀκόμα, δὲν θὰ πρέπει ποτὲ νὰ δώσεις πρόσφορο ἐπειδὴ δὲν ἔχεις νὰ δώσεις χρήματα εἰς τὸν ἱερέα. Ἐπιτρέπεται αὐτό; Αὐτὸ δὲν εἶναι σωστό. Τώρα, ἄλλο ὅτι στὸν λαό μας ἔχει ἐπικρατήσει μιὰ ἀντίληψη —ἀπὸ ποῦ καὶ πῶς... Ἔ, ὅπως θέλετε πᾶρτε τό– ὅτι ὁπωσδήποτε στὸν ἱερέα πρέπει νὰ δώσουμε χρήματα. Αὐτὸ δὲν εἶναι σωστό. Δὲν εἶναι καθόλου σωστό! Τόσο μάλιστα τὸ πρᾶγμα ἔχει παρανοηθεῖ, ὥστε νὰ φτάνουμε νὰ λέμε ὅτι, ὅταν ὁ ἱερεὺς δὲν πάρει χρήματα, δὲν "πιάνει" αὐτὸ τὸ ὁποῖο τοῦ ζητήσαμε. Δηλαδή, ἂν τοῦ δώσαμε ἕνα χαρτάκι μὲ τὰ ὀνόματα καὶ τὰ μνημονεύσει, ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τὴ δέηση τοῦ ἱερέως ἐπειδὴ δὲν τὸν πληρώσαμε. Ἂν κάνουμε παράκληση, δὲν πιάνει ἡ παράκληση ἐὰν δὲν πληρώσουμε τὸν ἱερέα. Ὑπάρχει μιὰ πολὺ περίεργη ἀντίληψη γύρω ἀπὸ τὸ θέμα αὐτό. Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει αὐτὸ τὸ καλό: ὅταν κινούμαστε πάνω στὰ κείμενα, ἐπανερχόμαστε σὲ πολλὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔχουν εἰπωθεῖ, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτό –εἶναι παιδαγωγικὸς τρόπος– ἑδραιώνονται μέσα μας ὅλες αὐτὲς οἱ θέσεις τῆς ἀληθείας.
Ἄλλο πρᾶγμα γιατί θὰ ἤθελες νὰ δώσεις ἕνα φιλοδώρημά στὸν ἱερέα, καὶ ἄλλο πρᾶγμα νὰ τὸν πληρώσεις. Εἶναι δύο διαφορετικὰ πράγματα. Προσέξατε τὸ αὐτό. Τὸ νὰ σκεφτεῖς ἐσύ ὅτι πρέπει νὰ πληρώσετε τὸν ἱερέα, κι ἂν κι ὁ ἱερέας πιστεύει καὶ αἰσθάνεται ὅτι πρέπει νὰ πληρωθεῖ γι αὐτὸ ποὺ ἔκανε, χωρὶς ὑπερβολή –δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας– αὐτὸ χαρακτηρίζεται σιμωνιακὴ πρᾶξις. Τὸ τονίζουν αὐτὸ οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἄν, ἐπὶ παραδείγματι, γιὰ μιὰ βάπτιση πῶ "τόσα θέλω", εἶμαι σιμωνιακὸς· ὅπως ἐκεῖνος ὁ Σίμων ὁ μάγος, ποὺ ἔδωσε χρήματα στὸν Ἀπόστολο Πέτρο, –ἐζήτησε νὰ τοῦ δώσει χρήματα– διὰ νὰ τοῦ δώσει τὴν ἱκανότητα νὰ κάνει θαύματα. Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, οὔτε λίγο οὔτε πολύ: «τὸ ἀργύριόν σου σὺν σὸὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν» Πράξ. 8, 20 Στὸ χαμὸ νὰ πᾶνε τὰ λεφτά σου καὶ ἐσὺ μαζί! Ἀκούσατε; "Εἴη εἰς ἀπώλειαν". Στὸ χαμὸ νὰ πᾶς κι ἐσὺ καὶ τὰ λεφτά σου, «ὅτι τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ ἐνόμισας διὰ χρημάτων κτᾶσθαι» γιατί νόμιζες ὅτι μπορεῖς νὰ ἐξαγοράσεις τη χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι, ἀγαπητοί μου, ὅταν πᾶς νὰ βαφτίσεις τὸ παιδί σου καὶ λὲς "τί θὰ πληρώσω στὸν παπᾶ ὡς ἀμοιβὴ γιὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖο κάνει" καὶ ἐσὺ εἶσαι σιμωνιακός, καὶ ὁ ἱερέας εἶναι σιμωνιακός. Ὁ μὲν ἱερέας καθαιρεῖται, ἐσὺ δὲ ἀφορίζεσαι. Ἂς τὸ ξέρουμε αὐτό.
Τὸ πρᾶγμα ἔχει μιὰ ἄλλη τοποθέτηση. Ἀπὸ φιλοφρόνηση θὰ δώσουμε· ἂν θέλουμε, θὰ δώσουμε. Ἀπὸ φιλοφρόνηση, τὸ ξαναλέγω, θὰ δώσουμε κάτι στὴν ἐκκλησία, στοὺς ἀνθρώπους ποὺ κοπίασαν καὶ τὰ λοιπά. Ἀπὸ φιλοφρόνηση. Τίποτα ἄλλο. Κατὰ τὸ «ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ» Α Τίμ. 5, 18 / Λουκ. 10, 7 ποὺ λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν ἔννοια τοῦ μισθοῦ τῆς πληρωμῆς, ἔχει τὴν ἔννοια τῆς συντηρήσεως. Διότι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ Λευίτες δὲν πληρώνονταν, ὅπως σήμερα ὑπάρχει φυσικὰ ἡ μισθοδοσία. Γι' αὐτὸ ἂς τὰ προσέχουμε αὐτά, γιὰ νὰ μὴν φτάνουμε νὰ ἁμαρτάνουμε χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε. Θὰ τὸ παρακαλέσω παρα πολύ, τὸ σημεῖο αὐτὸ πολὺ προσοχή.