†. Τὶς ξύλινες εἰκόνες, ὅταν τὶς φιλᾶμε, δὲν εἶναι σὰν νὰ φιλοῦμε τὸ ξύλο καὶ νὰ λατρεύουμε τὸ ξύλο;
Αὐτό, βέβαια, δὲν εἶναι τόσο ἁπλὸ ὅσο θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ νομίσει. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅτι ἦταν ἕνα θέμα ποὺ ταλαιπώρησε τὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία πάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια. Διότι ὑπῆρχε τότε ὁ μονοφυσιτισμός,
οὐσιαστικά, πίσω ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία ἐκρύπτετο ὁ μονοφυσιτισμός. Καὶ τὸ θέμα αὐτὸ πλέον τὸ τακτοποίησε ἡ Ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὁρίζοντας ὅτι ὅταν προσκυνοῦμε τὴν εἰκόνα, δὲν προσκυνοῦμε τὴν ὕλη ἢ τὸ ξύλο. Στὴν ἀντίθετη ἐκδοχή, οἱ εἰκονομάχοι ἰσχυρίζονταν ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ εἰκονίσουμε τὸν Χριστό. Ὅλος ὁ καβγᾶς δὲν ἦταν γιὰ τοὺς Ἁγίους καὶ τὴν Παναγία, ἀλλὰ ἦταν γιὰ τὸν Χριστό. «Δὲν μπορεῖς», ἔλεγαν, «νὰ εἰκονίσεις τὸν Χριστό, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός. Εἰκονίζεται ὁ Θεός;» Ἐκεῖ ἐντοπιζόταν ὅλο τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν εἰκονίζεται, αὐτὸ σημαίνει αὐτόματα ὅτι δὲν ἔγινε πραγματικὸς ἄνθρωπος. Καὶ ἂν δὲν ἔγινε ἄνθρωπος, τότε πέφτει κανεὶς στὴν αἵρεση ποὺ λέγεται μονοφυσιτισμός, δηλαδή το νὰ δέχεται μόνο μία φύση. Ὅμως Ἐκεῖνος ἔγινε πραγματικὰ ἄνθρωπος, ἑπομένως μποροῦμε νὰ τὸν εἰκονίσουμε. Ἔτσι, λοιπόν, ὅταν λέμε ὅτι γιορτάζουμε τὴ νίκη τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ὅρισε ὅτι μποροῦμε νὰ ἔχουμε εἰκόνες καὶ νὰ προσκυνοῦμε τὸν Χριστό, ὅπως καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό, στὴν πραγματικότητα τιμοῦμε τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη ἄποψη καὶ θέση: ὅτι ο Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε πραγματικὰ ἄνθρωπος, καὶ γι' αὐτὸ μποροῦμε καὶ τὸν εἰκονίζουμε. Ἐὰν δὲν εἶχε γίνει πραγματικὰ ἄνθρωπος, πῶς θὰ τὸν εἰκονίζαμε; Ἄρα, δεχόμαστε τὴν πραγματικὴ σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὅτι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» Ιω. 1, 14 Αλλιώτικα, εἴτε φανερὰ εἴτε κρυφά, ὑποβόσκει ἕνας μονοφυσιτισμός.
Ὅποτε ἀρνούμαστε ἢ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη φύση τοῦ Χριστοῦ, μὲ ἕναν γενικὸ χαρακτηρισμό, μιλᾶμε γιὰ μονοφυσιτισμό. Ἀκόμη καὶ ὁ ἀριανισμὸς οὐσιαστικὰ μονοφυσιτισμὸς ἦταν, καθὼς ὁ Ἄρειος ἀρνεῖτο τὴ θεία φύση καὶ δεχόταν μόνο τὴν ἀνθρώπινη, ἐνῷ ὁ κατοπινὸς μονοφυσιτισμὸς ἀρνεῖτο τὴν ἀνθρώπινη καὶ δεχόταν μόνο τὴ θεία φύση. Αὐτὸ εἶναι ποὺ χτυπήθηκε ἔντονα ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἀπὸ τὶς Συνόδους: τὸ ὅτι ἔχουμε μιὰ ἐνανθρώπιση κατὰ δόκηση, δηλαδὴ μιὰ φανταστικὴ ἢ φαινομενικὴ ἐνανθρώπιση. Καὶ ὅτι, καὶ ὅτι ... Ὡστόσο, ο Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος, ποὺ σημαίνει τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Ὅταν λέμε «τέλειος Θεός», χτυπᾶμε τον ἀριανισμό, ἐνῷ ὅταν λέμε «τέλειος ἄνθρωπος», χτυπᾶμε τὸν μετέπειτα μονοφυσιτισμό. Γι' αὐτό, ἡ ἔκφραση "τὸ θεανθρώπινο προσῶπο τοῦ Χριστοῦ" τὰ λέει ὅλα. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ Χριστὸς ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος, ἄρα μπορεῖ καὶ νὰ εἰκονιστεῖ.
Πᾶμε, ὅμως, τώρα σὲ ἕνα δεύτερο σημεῖο, ποὺ ἀφορᾶ τὴν προσκύνηση. Μπορῶ νὰ ζωγραφίσω τὸν Χριστό; Ναί, μπορῶ, ἀφοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Μπορῶ, ὅμως, καὶ νὰ τὸν προσκυνήσω; Πολλοὶ νομίζουν ὅτι, ὅταν προσκυνοῦν μιὰ εἰκόνα, προσκυνοῦν τὴν μπογιά, τὸ σχῆμα ποὺ ὑπάρχει ἐκεῖ καὶ τὸ ξύλο. Ἂν στὸ μυαλό σου ἔχεις τὸ ξύλο καὶ τὴν μπογιά, σίγουρα τότε προσκυνᾶς ὅ,τι ἀκριβῶς ἔβαλες στὸ μυαλό σου, δηλαδὴ εἶσαι εἰδωλολάτρης, προσκυνᾶς ἕνα ξύλο. Μάλιστα, ἡ Σοφία Σολομῶντος ἀναφέρει πολὺ ὡραία ἐδῶ τὸ ἑξῆς: «Παίρνεις», λέει, «ἕνα κομμάτι ξύλο, κόβεις ἕνα μεγάλο μέρος του καὶ τὸ κάνεις ἕνα εἴδωλο. Παίρνεις τὸ ὑπόλοιπο καὶ τὸ κάνεις ξύλα γιὰ τὴ φωτιά σου ἢ τὸ κάνεις σκαμνί». Καὶ ἐκεῖ κατηγορεῖ, βεβαίως τὸ εἴδωλο. Γιατί; Ἕνα μέρος τοῦ ἴδιου ξύλου τὸ κάνεις εἴδωλο ποὺ τὸ προσκυνᾶς, καὶ ἕνα ἄλλο μέρος τοῦ ἰδίου ξύλου τὸ βάζεις στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ ζεσταθεῖς ἢ νὰ ψήσεις τὸ φαγητό σου. «Δὲν εἶσαι ἀνόητος;» λέγει ἡ Σοφία Σολομῶντος. Ἀληθῶς. Δὲν μπορεῖς, λοιπόν, νὰ βάλεις στὸ μυαλό σου τὸ ξύλο. Ἀλλὰ τί θὰ βάλεις; Θὰ βάλεις στὸ μυαλό σου, ὅταν προσκυνᾶς, τὸ πρόσωπο ποὺ εἰκονίζεται στὸ ξύλο μὲ τὰ χρώματα. Ἐπειδὴ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δὲν τὸ ἔχω μπροστά μου κατ' αἰσθητὸν τρόπον, προσκυνῶ τὴν εἰκόνα Του. Καὶ ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος —τοῦ ὁποίου ἡ θέση στάθηκε θεμέλιο γιὰ ὅσα ἔγραψε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στοὺς λόγους του, οἱ ὁποῖοι ἀποτέλεσαν τὴ βάση τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου— δύο κουβέντες εἶπε: «ἡ τῆς εἰκόνος τὶμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει». Αὐτὸ εἶναι ὅλο. Ἡ προσκύνηση διαβαίνει στὸ πρωτότυπο, καὶ πρωτότυπο εἶναι ὁ Χριστός, τὸ ζωντανὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἂν λοιπὸν προσκυνήσω τὴν εἰκόνα Του, προσκυνῶ τὸ πρωτότυπο.
Οἱ Χιλιαστὲς ἀρνοῦνται, βεβαίως, τὶς εἰκόνες· αὐτὸ εἶναι γνωστό. Ξέρετε, ὅμως, πῶς μποροῦν νὰ πεισθοῦν ὅτι ἐσὺ ἀρνήθηκες τὴν Ὀρθοδοξία; Σοῦ δίνουν μιὰ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ σοῦ λένε: «Φτύσε την καὶ πάτησέ την». Μά, ἐδῶ δὲν τὸ καταλαβαίνουν οἱ ταλαίπωροι, ὅτι χρησιμοποιοῦν τὴν ἴδια τήν εἰκόνα πάλι ὡς μέσο γιὰ τὴν ἄρνηση! Ἄ, ὥστε λοιπὸν ἐσὺ χρησιμοποιεῖς τὴν εἰκόνα διὰ τὴν ἄρνηση. Τότε θὰ πεισθεῖς ὅτι ὁ ἄλλος ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ ὅτι εἶναι Θεός. Τότε θὰ πεισθεῖς, ὅταν φτύσει τὴν εἰκόνα, ὅταν σπάσει τὴν εἰκόνα, ὅταν προσβάλλει τὴν εἰκόνα. Ἄρα λοιπὸν δὲν καταλαβαίνεις ὅτι, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸ ἴδιο πρᾶγμα δέχεσαι καὶ ἐσυ; Διότι, ἂν γιὰ σένα ἡ εἰκόνα δὲν ἦταν τίποτα, θὰ ἦταν περιττὸ νὰ ζητᾶς ἀπὸ τὸν ἄλλον νὰ τὴ βεβηλώσει. Γιατί; Γιατί ἁπλούστατα, στὸ πρωτότυπο διαβαίνει καὶ ἡ προσκύνηση καὶ ἡ βλασφημία. Ἐὰν σπάσεις τὴν εἰκόνα διαβαίνει ἡ βλασφημία, ἀλλὰ ἐσὺ δὲν πιστεύεις στὴν εἰκόνα, ἄρα τί θὰ διαβεῖ; Δὲν διαβαίνει ἡ προσκύνηση θὰ διαβεῖ ἡ βλασφημία; Καὶ τὸ ἕνα διαβαίνει καὶ τὸ ἄλλο διαβαίνει. Καὶ ἡ προσκύνηση ἡ τιμητικὴ διαβαίνει καὶ ἡ βλασφημία διαβαίνει. Γι' αὐτὸ εἶναι φοβερὴ ἁμαρτία νὰ πάρεις τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, νὰ τὴ σπάσεις ἢ νὰ τὴ βεβηλώσεις καθ' οἱονδήποτε τρόπον, διότι ὅλα διαβαίνουν εἰς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Στόλισες μιὰ εἰκόνα μὲ λουλούδια· αὐτὸ διαβαίνει ἐπὶ τὸ πρωτότυπο καὶ σημαίνει ὅτι Τὸν τιμᾶς. Ὅλα τὰ ἄνθη τὰ ἔκανε ὁ Θεός. Ἕνα ὡραῖο τροπάριο τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας λέει: «Ἐσύ, Θεὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔκανες τὰ ὡραῖα ἄνθη...». Εἶναι ἕνα πολὺ ὡραῖο τροπάριο. Γι' αὐτὸ παίρνουμε τὰ ἄνθη καὶ στολίζουμε τὸν Ἐπιτάφιο. Δὲν εἶναι εἰδωλολατρία το νὰ στολίζουμε τὸν Ἐπιτάφιο, οὔτε το νὰ στολίζουμε τὶς εἰκόνες. Γιατί; Διότι, μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ τιμὴ μὲ τὰ ἄνθη τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργὸς ἔκανε. Αὐτὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ τώρα πέθανε καὶ ἔχουμε τὴ μνήμη τοῦ θανάτου Του, τὴ σωτήρια μνήμη τοῦ θανάτου Του, Τὸν τιμοῦμε, καὶ ἡ τιμὴ αὐτὴ διαβαίνει ἐπὶ τὸ πρωτότυπο. Μοῦ ἔλεγαν ὅταν ἤμουνα μικρός: «Ἕνα λουλούδι ποὺ θὰ τὸ βάλεις στὴν εἰκόνα, μὴν τὸ μυρίσεις». Δὲν ξέρω ἂν τὸ γνωρίζετε αὐτό. Αὐτὸ τί σημαίνει; Ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἕνα παρθένο λουλούδι. Δὲν θὰ δρέψεις πιὸ μπροστὰ ἐσὺ τὴ μυρωδιά του καὶ μετὰ θὰ τὸ ἀφιερώσεις στὸν Χριστό. Ὄχι. Ὁ Χριστός, ὅταν κάθισε σὲ ἐκεῖνο τὸ γαϊδουράκι γιὰ νὰ μπεῖ θριαμβευτικὰ στὰ Ἱεροσόλυμα, λέγει σαφῶς ὁ Εὐαγγελιστὴς ὅτι στὸ γαϊδουράκι αὐτὸ κανεὶς ποτὲ δὲν εἶχε καθίσει. Καὶ στὸ μνῆμα ὅπου ἐτάφη, λέγει σαφῶς ὁ Εὐαγγελιστής, κανεὶς ποτὲ ἄλλος δὲν εἶχε ταφεῖ. Ὁ Χριστός, παρ' ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο μας, κρατάει κάποια προνόμια μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ὅταν λοιπὸν Τοῦ προσφέρεις ἕνα λουλούδι, ἐσὺ δὲν θὰ τὸ μυρίσεις, γιατί ὁλόκληρο τὸ λουλούδι καὶ ἡ ὀσμή του Τοῦ ἀνήκουν. Ἔτσι, αὐτὸ διαβαίνει ἐπὶ τὸ πρωτότυπο. Είναι πάρα πολὺ σπουδαῖο πρᾶγμα αὐτό.
Ἔτσι λοιπὸν προσκυνῶ τὸν Χριστό. Ὅλη ἡ κουβέντα εἶναι γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· δὲν εἶναι γιὰ τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους, διότι οἱ ἄλλοι εἶναι ἁπλῶς ἄνθρωποι. Ἔτσι, στὸ μυαλό μου ἔχω πάντα τὸ πρωτότυπο, καὶ ἐκεῖ γλιστροῦν, φεύγουν καὶ ἀνεβαίνουν ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά μου, γιατί ἔχουμε «Κύριον ἐν οὐρανοῖς» καὶ Αὐτὸν ἐπικαλούμαστε διὰ μέσου τῆς εἰκόνας Του. Εἶναι, μάλιστα, μιὰ βαθιὰ ψυχολογικὴ ἀνάγκη ἡ παρουσία τῆς εἰκόνας. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐκφράζει τὴν ἀπουσία τοῦ μονοφυσιτισμοῦ —ἀφοῦ μὲ αὐτὴν δέχεσαι τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ— εἶναι καὶ μιὰ ψυχολογικὴ ἀνάγκη. Λέγει ἕνας ἀσκητής, δὲν θυμᾶμαι αὐτὴ τὴ στιγμὴ ποιός: «Πῶς θὰ κάνω χωρὶς νὰ ἔχω μία εἰκόνα μπροστά μου;» Εἶναι σπουδαῖο αὐτό. Ξέρετε ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι θὰ φοβοῦνταν νὰ κοιμηθοῦν μέσα σὲ μία ἐκκλησία μόνοι τους τὴ νύχτα. Αἰσθάνονται πὼς τοὺς βλέπει ὁ Χριστὸς καὶ ὅτι θὰ τοὺς τιμωρήσει. Ἀλλὰ γιατί νὰ τοὺς τιμωρήσει; Ἂν διαρρήξεις ἕναν ναὸ ἐπειδὴ εἶσαι κλέφτης καὶ μπεῖς μέσα νὰ κλέψεις, τὰ μάτια σου δὲν πέφτουν ἐπάνω στὶς εἰκόνες; Ἐκεῖ δὲν νιώθεις τίποτα; Ἔ, ἔγινες ἀχρεῖος, ἔγινες ζῶο, δὲν εἶσαι πιὰ ἄνθρωπος ἂν ἡ εἰκόνα δὲν σὲ ἐπηρεάζει. Ἡ εἰκόνα πάντα ἐπηρεάζει. Ὅπως καὶ ἡ εικόνα τῆς μάνας μου, τοῦ πατέρα μου. Δὲν εἶμαι εἰδωλολάτρης ἂν πάρω τὴν εὐχὴ τῆς μάνας μου ἀπο τὴν φωτογραφία της· οὔτε ἀκόμη ἂν κοιτάζω τὴν φωτογραφία της· εἶμαι εἰδωλολάτρης; Ἂν δὲν εἶναι δυνατόν. Ἀντίθετα, παίρνω δύναμη, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ εἰκόνα. Γι' αὐτὸν τὸν λόγο καὶ ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν ἄνθρωπο μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὅπως λέει ἡ Γραφή: «κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν». Τὸ στοιχεῖο τῆς εἰκόνας εἶναι θεμελιώδους θεολογικῆς σημασίας. Καὶ σᾶς ξαναλέω καὶ κλείνω, ὅτι τὸ θέμα τῆς εἰκόνας ἀπασχόλησε μιὰ ὁλόκληρη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία δικαίως χαρακτηρίστηκε ὡς ἡ θριαμβευτικὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτὰ καὶ γιὰ αὐτὴν τὴν ἀπορία.